Σχετικά με το περιεχόμενο και τη μεθόδευση της συμφωνίας για τις βάσεις των ΗΠΑ

«Χωρίς νόμο που ψηφίζεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, δεν είναι δεκτή στην Ελληνική Επικράτεια ξένη στρατιωτική δύναμη ούτε μπορεί να διαμένει σ’ αυτή ή να περάσει μέσα από αυτή».  

Η πραπάνω διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 27) είναι αυτή που, από τη μια, επιτρέπει τη διαμονή ξένου στρατού στη χώρα και τη διέλευσή του από τη χώρα και, από την άλλη, βάζει  σαν όρο την ψήφιση σχετικού νόμου με πλειοψηφία τουλάχιστον 151 βουλευτών. 

Φαίνεται όμως ότι αυτός ο συνταγματικός όρος (η ψήφιση νόμου με πλειοψηφία 151 βουλευτών) προκαλεί διαχρονική αλλεργία στις ελληνικές κυβερνήσεις όλων των κομμάτων που ως τώρα έχουν καθίσει στο σβέρκο του λαού. Και μια που – λόγω και των καλπονοθευτικών εκλογικών νόμων – ποτέ δεν τους έλλειψε η πλειοψηφία των 151 βουλευτών, μπορεί να βγει το συμπέρασμα ότι υπολογίζουν τα αντιιμπεριαλιστικά λαϊκά αισθήματα περισσότερο από όσο θέλουν να δείχνουν. Ότι αντιλαμβάνονται – περισσότερο από όσο παριστάνουν – το χάσμα ανάμεσα στην δική τους προσήλωση στις «συμμαχικές υποχρεώσεις» τους και στα αισθήματα που τρέφει ο ελληνικός λαός απέναντι στους «συμμάχους» και τον διαχρονικό ρόλο τους. Και γι’ αυτό, παρόλο που σε τίποτα δεν δυσκολεύονται να μαζέψουν 151 βουλευτές και να ψηφίσουν το οποιοδήποτε αντιλαϊκό νομοθέτημα, εν προκειμένω φροντίζουν να να μην εκτίθενται και τόσο στο δημόσιο φως. Και ένα κάποιο εμπόδιο σ’ αυτή τη «φροντίδα» αποτελεί κι η συνταγματική υποχρέωση που περιγράψαμε. Γι’ αυτό και κάθε τόσο την τσαλαπατούν.

Ένα τέτοιο «εμβληματικό» τσαλαπάτημα αποτέλεσε, επί κυβέρνησης Σημίτη (ΠΑΣΟΚ), η διέλευση των ΝΑΤΟϊκών χερσαίων δυνάμεων από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και από οπουδήποτε αλλού προς τη Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια του ΝΑΤΟΪκού πολέμου κατά της Σερβίας. Το κόμμα της «3ης Σεπτέμβρη» σε εκείνη την περίπτωση προτίμησε να «ξεχάσει» την «συνταγματική νομιμότητα».

Στο εντελώς επίκαιρο σήμερα τώρα, η κυβέρνηση Τσίπρα (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ)  στη διάρκεια της ύπαρξής της πρόλαβε να παραχωρήσει «στο μιλητό»  τρεις (3) νέες στρατιωτικές βάσεις στις ΗΠΑ που, μακριά από κοινοβουλευτικές διαδικασίες, άρχισαν να λειτουργούν επί ημερών της σε Λάρισα, Στεφανοβίκειο και Αλεξανδρούπολη. Το Σύνταγμα αποδείχθηκε αχρείαστο και για τους γουαναμπί «κληρονόμους» της «3ης Σεπτέμβρη». 

Τόσο αχρείαστο που όταν προχθές η ΝΔ έφερε στη βουλή τη νέα συμφωνία για τις βάσεις, ώστε εκτός των άλλων να καλυφθεί το «νομοθετικό κενό» που άφησε πίσω του ο ΣΥΡΙΖΑ, ο τελευταίος επέλεξε να «διαφοροποιηθεί» προτείνοντας το «πάγωμα» της συμφωνίας. Μεγάλη η χαρά της ΝΔ που άδραξε την ευκαιρία να κάνει στον ΣΥΡΙΖΑ μαθήματα «νομιμότητας» και μάλιστα «συνταγματικής».

Κατά τα άλλα, βέβαια, δεν παρέλειψε και η κυβέρνηση Μητσοτάκη (ΝΔ), με τον ίδιο αυτό ψευδεπίγραφο νόμο περί «αμοιβαίας (!) αμυντικής (!) συνεργασίας» Ελλάδας – ΗΠΑ, να βάλει και τη δική της υποψηφιότητα  για πρωταθλήτρια στον ανασκολοπισμό της συγκεκριμενης συνταγματικής διάταξης.

Διότι όταν στο νομοθέτημα που ψήφισαν, εκτός από τις τέσσερις βάσεις των ΗΠΑ που αναφέρονται ονομαστικά (Σούδα, Λάρισα, Στεφανοβίκειο, Αλεξανδρούπολη), προβλέπεται επίσης ότι σε αμερικάνικες στρατιωτικές βάσεις μπορεί να μετατραπούν οποιεσδήποτε «άλλες» πολιτικές εγκαταστάσεις και υποδομές καθώς και οποιεσδήποτε «άλλες» εγκαταστάσεις των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων με αντίστοιχη μάλιστα «διευθέτηση» των ζητημάτων διοίκησης, ελέγχου, λειτουργίας και ασφάλειας σε αυτές, και ότι για αυτό το σκοπό αρκούν σχετικές συμφωνίες των «Μερών ή των ορισμένων εκπροσώπων τους σύμφωνα με τις εσωτερικές τους διαδικασίες», είναι προφανές ότι πολύ απλά πρόκειται για μια γενική καταστρατήγηση της συνταγματικής υποχρέωσης νόμου ψηφισμένου από την απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών, με στόχο  κάθε στρατιωτική βάση ή «διευκόλυνση» των ΗΠΑ να παραχωρείται στο μέλλον με μια «φθηνή» υπουργική απόφαση. 

Διαφορετικά  η γενική και αόριστη αναφορά σε «άλλες» εγκαταστάσεις και υποδομές, που μπορούν να  γίνουν στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ, δεν θα χρειαζόταν καθόλου αφού θα έπρεπε γι’ αυτές να έρθει νέος νόμος για ψήφιση στη βουλή. Οπότε από μόνη η συγκεκριμένη πρόβλεψη καθιστά προφανή τη σκοπιμότητά της ως νομικίστικο τέχνασμα για τη διαρκή παραβίαση των συνταγματικών προϋποθέσεων στο μέλλον. 

Με άλλα λόγια, ενώ το Σύνταγμα λέει ότι για το συγκεκριμένο θέμα πρέπει να ψηφίζεται νόμος με ειδική πλειοψηφία, προκειμένου η χώρα να μη γίνεται ολόκληρη «ξέφραγο αμπέλι», η ΝΔ ήρθε να νομοθετήσει τις προϋποθέσεις ώστε η χώρα να γίνεται ολόκληρη «ξέφραγο αμπέλι» των αμερικανο-ΝΑΤΟϊκών, ψηφίζοντας νόμο που στη θέση των συνταγματικών προϋποθέσεων βάζει μια «συμφωνία των ορισμένων εκπροσώπων», η όποια επί της ουσίας αφορά όλες χωρίς εξαίρεση τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις και πολιτικές υποδομές, δηλαδή το σύνολο της επικράτειας.

*

Στο σημείο αυτό ίσως είναι χρήσιμο να σημειωθεί, ότι πριν την κατάθεση της συμφωνίας στη βουλή είχε προηγηθεί μια περίοδος αποπροσανατολιστικών «διαρροών», σύμφωνα με τις οποίες η συμφωνία θα είχε χρονικά παρατεταμένη ισχύ συγκριτικά με την ισχύουσα υποχρέωση ετήσιας παράτασής της με υπουργικές αποφάσεις, όπως συμβαίνει κάθε χρόνο εδώ και δεκαετίες. Τελικά το ζήτημα αυτό δεν θίχτηκε τύπικα, ουσιαστικά όμως το νομοθέτημα που ψηφίστηκε αποσκοπεί στην υπαγωγή πλέον σε υπουργικές αποφάσεις όχι μόνο της ετήσιας χρονικής παράτασης τής συμφωνίας αλλά και γενικά της παραχώρησης κάθε στρατιωτικής βάσης και «διευκόλυνσης» προς τις ΗΠΑ στο αόριστο μέλλον… 

Με αυτό το περιεχόμενο το νομοθέτημα της ΝΔ θα ήταν σύμφωνο με μια υποθετική συνταγματική διάταξη, η οποία θα είχε το νόημα ότι «με νόμο που ψηφίζει η βουλή, η διαμονή και διέλευση ξένου στρατού μπορεί να ανατίθεται σε εκπρόσωπο της κυβέρνησης», αλλά δυστυχώς για τη ΝΔ τέτοια συνταγματική διάταξη δεν υπάρχει.

***

Δεν χρειάζεται εδώ φιλολογία γύρω από τον αστικό χαρακτήρα του Συντάγματος. Αστικό άλλωστε δεν είναι μόνο το Σύνταγμα, αστική είναι η νομοθεσία στο σύνολό της. Και φυσικά ο αστικός της χαρακτήρας δεν αποτρέπει από την επίκλησή της κάθε φορά που αυτή η αστική νομοθεσία – σε οποιαδήποτε πτυχή της και λεπομέρεια – γίνεται αντικείμενο κυβερνητικής, κρατικής, εργοδοτικής παραβίασής της σε αντιλαϊκή φυσικά – σε τι άλλη; – κατεύθυνση… Δεν θα μπορούσε να συμβαίνει διαφορετικά και με το Σύνταγμα.

Το ίδιο το Σύνταγμα επαφίει την τήρησή του στον πατριωτισμό του λαού, αλλά και γύρω από αυτό δεν υπάρχει λόγος «ανησυχίας»: Ο λαός δεν πρόκειται να υπερασπιστεί με τον πατριωτισμό του τις συνταγματικά κατοχυρωμένες φοροαπαλλαγές των εφοπλιστών λόγου χάρη, αλλά ούτε και η συνταγματική κατοχύρωση των εφοπλιστικών προνομίων είναι αυτή που πρόκειται να παραβιαστεί από τις κυβερνήσεις του κεφαλαίου…

Οι μόνες πάγια υποψήφιες για παραβίαση συνταγματικές διατάξεις και οι μόνες που ο λαός ενδέχεται να υπερασπιστεί με τον πατριωτισμό του, είναι εκείνες που θα μπορούσε να θεωρηθούν σαν ίχνη που αποτύπωσαν στο Σύνταγμα οι διαχρονικοί αγώνες του: η υποχρέωση – έστω – νόμου για τη διαμονή και διέλευση των ιμπεριαλιστικών στρατών, οι έστω «κάποιες» προϋποθέσεις για την παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και για την αναγνώριση συνταγματικών αρμοδιοτήτων  σε ξένα όργανα, το δικαίωμα στην εργασία, το γενικό συμφέρον ως υπέρτερο των δικαιωμάτων που απορρέουν από την καπιταλιστική ιδιοκτησία, οι ατομικές ελευθερίες και τα κοινωνικά δικαιώματα και άλλα παρόμοια. Αυτά και τα παρόμοια είναι τα μόνα που δεν τηρούνται, αυτά είναι τα μόνα που παραβιάζονται, αυτά είναι και τα μόνα που μπορεί ο πατριωτισμός του λαού να βρίσκεται ξανά και ξανά στην ανάγκη της υπεράσπισής τους.

Άλλωστε και ο πατριωτισμός του λαού είναι έννοια πολύ πιο πλατιά από αυτήν που της δίνει το Σύνταγμα. Δεν περιορίζεται στο αν τηρείται το Σύνταγμα προκειμένου να καταστεί ολόκληρη η χώρα «φθηνό πεδίο βολής» και δολοφονικών ιμπεριαλιστικών εξορμήσων. Περιλαμβάνει  και το ιμπεριαλιστικό «πεδίο βολής» το ίδιο, άσχετα από τους «τύπους» που τηρήθηκαν ή παραβιάστηκαν. Περιλαμβάνει όλα τα δικαιώματα του λαού – αναγνωρισμένα και μη – στη ζωή του, στο παρόν και το μέλλον του.

 

 


Κάτω η κατοχή σε Παλαιστίνη, Κύπρο, Συρία

Η είδηση από το Ριζοσπάστη (6-12-2019):  87 χώρες ψήφισαν στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, στις 3 Δεκέμβρη, το Ψήφισμα για το Τμήμα Δικαιωμάτων των Παλαιστινίων, που προέβλεπε το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των Παλαιστινίων και υπερασπιζόταν τον τερματισμό της ισραηλινής κατοχής (έγγραφο A/74/L.14). 23 χώρες καταψήφισαν και 54 απείχαν. Μεταξύ των 23 χωρών που καταψήφισαν και η Ελλάδα, για πρώτη φορά.

«Η κίνηση αυτή έρχεται ως αποτέλεσμα της όλο και μεγαλύτερης αναβάθμισης των σχέσεων με το Ισραήλ, που προωθούν όλες οι κυβερνήσεις υπέρ των συμφερόντων της ελληνικής αστικής τάξης», λέει το ρεπορτάζ του «Ρ».

***

Από εδώ θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι η συγκεκριμένη κυβερνητική πολιτική επιλογή, έρχεται σε μια «συγκυρία» όπου η ίδια η ελληνική κυβέρνηση υψώνει τους τόνους της ρητορικής της σχετικά με την τήρηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου… Ρητορική την οποία η συγκεκριμένη πολιτική επιλογή υποσκάπτει και ακυρώνει, την αποκαλύπτει σαν ρητορική απλώς τυχάρπαστη.

Η ίδια αυτή κυβερνητική πολιτική επιλογή καταδείχνει την ουσία και το μέγεθος ολόκληρου του εν εξελίξει ιμπεριαλιστικού παζαριού, στο οποίο συμμετέχει η ελληνική άρχουσα τάξη έχοντας για κάβα τα εθνικά θέματα και επιδιώκοντας από αυτά να εισπράξει τα μέγιστα δυνατά ανταλλλάγματα για λογαριασμό της. Μιλώντας ωμά, το «μήνυμα» της κυβερνητικής ψήφου στη ΓΣ του ΟΗΕ δεν είναι στην ουσία του και στο βάθος του άλλο από το ότι: α) Ισραηλινή κατοχή στην Παλαιστίνη και τουρκική κατοχή στην Κύπρο αποτελούν αντικείμενα και «ανταλλακτικά ισοδύναμα» του παζαριού (συγκρούσεων και συμβιβασμών) μεταξύ – καταρχήν – των εμπλεκόμενων κατοχικών δυνάμεων, Ισραήλ και Τουρκίας, και αντικείμενο – παραπέρα – των γενικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Και β) ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι πρόθυμη να συμμετέχει σε αυτό το παζάρι, «δίνοντας» με την ψήφο της την Παλαιστίνη στο Ισραήλ.

Στο σημείο αυτό, το προφανές σχήμα (αλλά μόνο «σχήμα») θα ήταν ότι η κυβέρνηση ψηφίζει υπέρ της ισραηλινής κατοχής της Παλαιστίνης για να αποκομίσει, σε αντάλλαγμα, μια ισραηλινή υποστήριξη εναντίον της τουρκικής κατοχής της Κύπρου: στη διαιώνιση της κατοχής στην Παλαιστίνη η κυβερνητική ψήφος εξαρτά (ως προς το σχήμα και μόνο) την καταδίκη της κατοχής στην Κύπρο…  Αλλά πίσω από το σχήμα η πραγματικότητα είναι ακόμα χειρότερη: Ενώ το ίδιο το «σχήμα» είναι νομιμοποιητικό και της μιας και της άλλης κατοχής, ταυτόχρονα στη διατήρηση της ισραηλινής κατοχής της Παλαιστίνης η κυβερνητική ψήφος εξαρτά ουσιαστικά μια ολόκληρη σειρά εθνικών θεμάτων, που το καθένα τους μπορεί ν’ αποτελέσει κι ένα αντικείμενο παζαριού και συμβιβασμού ανάμεσα στους πρωταγωνιστές του «διαλυμένου» τραστ Τουρκίας – Ισραήλ, με αντάλλαγμα  προς την ελληνική αστική τάξη μια υποστήριξη π.χ. για το «όνομα της Μακεδονίας» (έτσι για να πούμε και κάτι  για να γελάσουμε) ή τέλος πάντων μια αναγνώριση για την επίδραση της Εύβοιας στην ελληνική ΑΟΖ μαζί και μ’ ένα ελκυστικό πακέτο στο χ ή το ψ ελληνικό μονοπώλιο για συνεκμετάλλευση  των υδρογονανθράκων στα παράλια της λωρίδας της Γάζας…

Η ψήφος της κυβέρνησης κατά της Παλαιστίνης στη ΓΣ του ΟΗΕ αποτελεί δυνητικά διεθνή ψήφο κατά της Κύπρου. Ως απαρχή ελληνικής νομιμοποίησης της ισραηλινής κατοχής στην Παλαιστίνη αποτελεί σύνθημα διεθνούς νομιμοποίησης της τουρκικής κατοχής στην Κύπρο. Η ψήφος αυτή αποκαλύπτει ότι την κυβερνητική εξωτερική πολιτική δεν την υπαγορεύει η υπηρέτηση των «εθνικών θεμάτων», αλλά την υπαγορεύουν τα οφέλη που  – με μοχλό τα «εθνικά θέματα» – προσδοκά για δικό του λογαριασμό το ελληνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο παίρνοντας την συμφέρουσα γι’ αυτό θέση στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, στο «υλικό» των οποίων πρόθυμα εντάσσει και Παλαιστίνη και Κύπρο και κάθε «εθνικό θέμα». 

Το κυβερνητικό αφήγημα είναι αρκετά εύπεπτο: Το Ισραήλ βρίσκεται σε αντίθεση με την Τουρκία, η Τουρκία βρίσκεται σε αντίθεση με την Ελλάδα, άρα Ελλάδα και Ισραήλ είναι σύμμαχοι, άρα στον ΟΗΕ η κυβέρνηση καταψηφίζει τον τερματισμό της ισραηλινής κατοχής της Παλαιστίνης. Το αφήγημα παραβλέπει ότι Ισραήλ και Τουρκία ήδη μοιράζονται τις αντιθέσεις τους με τη μορφή αμοιβαίας κατοχής συριακών εδαφών. Παραβλέπει την πιθανότητα (αν όχι τη βεβαιότητα) ότι το σύνολο ουσιαστικά των ελληνικών εθνικών θεμάτων μπορεί να αποτελέσει αντίτιμο διαδοχικών συμβιβασμών στο πλαίσιο των αντιθέσεων μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας, ώσπου να «ξανασμίξουνε πάλι και να φτιάξουνε τραστ». Και εκτός από όσα «παραβλέπει», το ίδιο αυτό «αφήγημα» αποτελεί κρίκο πρόσδεσης της Ελλάδας (πολιτικά, διπλωματικά, στρατιωτικά) σε ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς εναντίον λαών και κρατών της ευρύτερης περιοχής, οι οποίοι σχεδιασμοί έχουν τόση σχέση με τα ελληνικά εθνικά θέματα όση σχέση είχε (και όση σχέση αποδείχτηκε ότι είχε) ο «δρόμος προς την Πόλη» μέσω Ουκρανίας το 1919.

***

Μπορεί εκ πρώτης όψεως αυτή η κριτική να φαντάξει «ωφελιμιστική». Η στάθμιση βέβαια της ωφέλειας είναι εντός ορισμένων ορίων αναπόφευκτη σε κάθε πολιτική, όμως «ωφελιμισμό» και μάλιστα της χυδαιότερης μορφής αποτελεί η πολιτική προδοσίας του παλαιστινιακού λαού προκειμένου τάχα ένα κράτος-δολοφόνος όπως το Ισραήλ να προσαρμόσει τους σχεδιασμούς του στην υπεράσπιση των ελληνικών εθνικών θεμάτων και όχι στην κυνική υπεράσπιση των συμφερόντων της δικής του άρχουσας τάξης…

«Ωφελιμισμό» αποτελεί η δωρεάν επίκληση των «κανόνων του διεθνούς δικαίου» από όλους εναντίον όλων, την ίδια στιγμή που έχουν τεθεί στο γενικό στόχαστρο οι μόνοι κανόνες και αρχές που μπορούν να αποτελούν πραγματικά διεθνές δίκαιο: η αναγνώριση των απλών νόμων της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, ως υπέρτατων νόμων των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη [*]. Άλλο διεθνές δίκαιο από αυτό δεν υπάρχει. Έξω από αυτό το διεθνές δίκαιο, που είναι και το μόνο διεθνές δίκαιο, κανένα εθνικό θέμα δεν βρίσκει νομιμοποίηση. Όσο κι αν πασχίζουν στη θέση του να επιβάλλουν σαν «δίκαιο» την ισχύ των βομβαρδιστικών και των κανονιοφόρων, το ιμπεριαλιστικό κυνήγι του καπιταλιστικού κέρδους. 

Αντίστροφα, κανένα εθνικό θέμα δεν νομιμοποιεί ιμπεριαλιστικές συμμαχίες βαμμένες με το αίμα του κάθε λαού και όλων των λαών. Η κυβερνητική συμμαχία με το Ισραήλ είναι συστατικό του ιμπεριαλιστικού πολέμου κατά των λαών, και ανάγλυφα αναδείχτηκε αυτό με την κυβερνητική ψήφο κατά του παλαιστινιακού λαού στη ΓΣ του ΟΗΕ [**].

=================

[*]Από την ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών.

[**] Μια κριτική σαν αυτή που προηγήθηκε, αν και «από μόνη» δίνει την εντύπωση «μετωπικής αντιπαράθεσης», δεν παύει «από μόνη» να είναι  και αξιοποιήσιμη από την άρχουσα τάξη στο βαθμό που μέσω παρόμοιων κριτικών η ελληνική αστική τάξη είναι ικανή να εμφανίζει και να «οικειοποιείται» εχέγγυα φίλιας του ελληνικού λαού με άλλους λαούς, τους οποίους ταυτόχρονα βάζει έτσι πιο αποτελεσματικά στο στόχαστρο με την «πραγματιστική» συμμετοχή της στις διάφορες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες. Στο βαθμό, δηλαδή, που μια τέτοια κριτική δεν κατατείνει στη συνολική ανατροπή της πολιτικής της και στη συνολική ήττα της ελληνικής αστικής τάξης από την λαϊκή πάλη, στον ίδιο βαθμό μπορεί να της επιφυλαχθεί ρόλος ιεραπόστολου που προηγείται σαν εμπροσθοφυλακή των αποικιακών στρατευμάτων, τα οποία και θα συμπληρώσουν το κήρυγμά του με τη σφαγή… (Η φιλία προς τον κουρδικό λαό αποτέλεσε εργαλείο για την παράδοση του Οτσαλάν στο τουρκικό κράτος, η αλληλεγγύη προς τον «ομόδοξο σερβικό λαό» χρησιμοποιήθηκε σαν διπλωματικό συστατικό της ελληνικής συμμετοχής στον πόλεμο κατά της Σερβίας, οι φιλικές σχέσεις με τα αραβικά κράτη αποτέλεσαν όχημα των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών καταστροφής αυτών των κρατών. Το «γεωγραφικό σταυροδρόμι» είναι εκτός των άλλων και εύφορο για ένα κράτος-ρουφιάνο σαν το ελληνικό. Θα επιτρέψουμε να αντικρίσουμε στον καθρέφτη μας το δικό του πρόσωπο;).


Τσίπρας: «Η Ελλάδα είναι στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ»

«Η Ελλάδα είναι στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ». Αυτό, ανάμεσα σε άλλα, είπε ο πρωθυπουργός μιλώντας για το πρόσφατο επεισόδιο στα Ίμια, και αυτό, ουσιαστικά, καθώς και το ότι η η Ελλάδα είναι «κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ με ισχυρό περιφερειακό ρόλο», εμφάνισε  σαν τον κύριο πολιτικό παράγοντα αν όχι σαν το πολιτικό θεμέλιο της ασφάλειας της χώρας ως προς τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Ο «σκληρός πυρήνας της ΕΕ» έτσι κι αλλιώς δεν είναι, ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι στόχος ανταποκρινόμενος (ή πραγματικότητα ανταποκρινόμενη) στις ανάγκες των εργαζομένων. Αποτελεί έτσι κι αλλιώς συνθήκη ανίκανη να διασφαλίσει και συνθήκη αντιστρατευόμενη τα εσωτερικά κοινωνικο-οικονομικά δικαιώματα του λαού. Συνθήκη, έτσι κι αλλιώς, οικονομικής κερδοφορίας και πολιτικής κυριαρχίας των μονοπωλίων στη βάση της εντατικής εκμετάλλευσης των εργαζομένων στο εσωτερικό και στη βάση του οικονομικού και πολιτικού  ανταγωνισμού για την εκμετάλλευση και τη διανομή αγορών και εδαφών στο εξωτερικό. «Σκληρός πυρήνας της ΕΕ» σημαίνει σκληρός πυρήνας του ιμπεριαλισμού, και ιμπεριαλισμός σημαίνει επιθετικότητα των μονοπωλίων κατά των εργαζομένων τόσο έξω όσο και μέσα στα σύνορα της χώρας.

Αλλά πέρα από αυτή τη γενική τοποθέτηση «από θέσεις αρχών», τίθεται και το ερώτημα του ρεαλισμού της πρωθυπουργικής ρήσης περί «σκληρού πυρήνα». Και δεν μπορεί να μην τίθεται, εφόσον η «εθνική στρατηγική» της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης, την οποία στρατηγική «εκλαϊκεύει» η δήλωση του πρωθυπουργού, δεν αφορά μόνο την ίδια αλλά ολόκληρο το λαό, ιδίως για όσο καιρό εξακολουθεί να εναποθέτει τις ανάγκες της ζωής του στην κυρίαρχη τάξη και στη πολιτική της.

Φυσικά με τον κ. Τσίπρα έχουμε πια γνωριστεί και ξέρουμε: «ο λόγος του συμβόλαιο»… Οπότε θα μπορούσε να υποτεθεί ότι και αυτή του η δήλωση δεν είναι παρά μια ακόμη «αμετροέπεια», για την οποία μάλιστα ενδεχομένως θα απολογηθεί εν ευθέτω χρόνω: «Δεν ήμουν απατεώνας. Είχα αυταπάτες». Αλλά αφενός οι «αυταπάτες» των διαχειριστών της άρχουσας τάξης δεν πληρώνονται ούτε από αυτούς ούτε από αυτήν… Και αφετέρου ο «σκληρός πυρήνας της ΕΕ» δεν αποτελεί σημερινή «πρωτοτυπία» του πρωθυπουργού, αλλά διαχρονικό συστατικό του «φαντασιακού» της ελληνικής άρχουσας τάξης, που επίσης διαχρονικά ταυτίζει την «εθνική στρατηγική» της με «ό,τι φάει, ό,τι πιεί κι ό,τι αρπάξει η σούφρα της», γι’ αυτό και η «εθνική στρατηγική» της είναι διαχρονικά τέτοια που είναι.

Γι’ αυτό και το 1919 η Ουκρανία δεν αποτέλεσε σταθμό του «δρόμου προς την Πόλη», αλλά σταθμό του δρόμου προς την Μικρασιατική Καταστροφή. Γι’ αυτό και η συμμετοχή του ελληνικού στρατού στον αμερικανικό πόλεμο στην Κορέα αποτέλεσε σταθμό στο δρόμο προς την τουρκική εισβολή και κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου. Γι’ αυτό και ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος» που έπαιξε η Ελλάδα σαν κράτος – μέλος του ΝΑΤΟ όταν παρέδιδε τον Οτσαλάν στην Τουρκία, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» κατά τη διέλευση των χερσαίων ΝΑΤΟϊκών στρατευμάτων προς την Γιουγκοσλαβία, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» στον ναυτικό αποκλεισμό της Σερβίας, στη διάρκεια του οποίου έλαβε χώρα και το πρώτο σοβαρό επεισόδιο στα Ίμια, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» στην παραχώρηση παλιών και νέων στρατιωτικών βάσεων για τις επιθετικές εξορμήσεις του  αμερικανο-ΝΑΤΟϊκού ιμπεριαλισμού κατά των λαών της ευρύτερης περιοχής, ο «ισχυρός περιφερειακό ρόλος της» στην συμμετοχή της σε ΝΑΤΟϊκές στρατιωτικές επεβάσεις όπου γης, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» στην καταχρέωση του λαού για την υλοποίηση ΝΑΤΟϊκών εξοπλιστικών προγραμμάτων, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» σαν στύλος («πυλώνας σταθερότητας» κατά την κυβερνητική ορολογία) γύρω από τον οποίο ξετυλίγεται το γαϊτανάκι των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, όλα αυτά κι άλλα τόσα, μπορεί να μην δίνουν την εντύπωση που θα περίμενε κανένας από μια συγκροτημένη «εθνική στρατηγική», αλλά ωστόσο αποτελούν πράγματι την «εθνική» στρατηγική της ελληνικής μονοπωλιακής άρχουσας τάξης. Αν δεν καθρεφτίζουν κάτι που τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να μοιάζει πράγματι με «εθνική στρατηγική», είναι γιατί καθρεφτίζουν την ελληνική άρχουσα τάξη την ίδια…

Παρομοίως και σε σχέση με τον «σκληρό πυρήνα της ΕΕ»…

Τι κι αν μια δεκαετία μνημονίων θα δώσει τη θέση της – όπως διατείνονται – σε μερικές δεκαετίες οικονομικής εποπτείας;  Τι κι αν από μνημόνιο σε μνημόνιο, από αξιολόγηση σε αξιολόγηση, από δόση σε δόση, η κυβερνητική πολιτική συνίσταται στη νομοθέτηση και την υλοποίηση των εκάστοτε «προαπαιτούμενων που θέτουν οι δανειστές»; Τι κι αν;;;

Οι εγχώριοι  μονοπωλιακοί επιχειρηματικοί ομίλοι, τα διάφορα τμήματα του «ελληνικών συμφερόντων» μονοπωλιακού κεφαλαίου, καθώς και το πολιτικό τους προσωπικό, εφόσον όλα αυτά (μνημόνια, αξιολογήσεις, προαπαιτούμενα, εποπτεία κλπ) αποτελούν όρους διασφάλισης και επέκτασης της δικής τους ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας, και εφόσον αποτελούν την μοναδική παρούσα επιλογή τους γι’ αυτή τη διασφάλιση και για αυτή την επέκταση, μπορούν επομένως να φαντασιώνονται, να  κηρύσσουν την φαντασίωση και να ζουν υπό τους όρους της φαντασίωσης, ότι η δική τους ιδιαίτερη οικονομική θέση, η δική τους «μοναδική» επιλογή, ταυτίζεται και με τη θέση της χώρας εντός «του σκληρού πυρήνα της ΕΕ».

Αλλά η πραγματικότητα της «χώρας» είναι πολύ διαφορετική από την δική τους πραγματικότητα. Απέχει «εις παρασάγγας» η μια πραγματικότητα από την άλλη. Σε βαθμό «παράλληλου σύμπαντος».  Άλλωστε, πίσω από τις φαντασιόπληκτες μεγαλοστομίες δεν παύει να ελλοχεύει αυτή η επίγνωση. Της οποίας αυτής ταξικής – «αστικής» επίγνωσης οι απαιτήσεις δεν συνίστανται και δεν περιορίζονται παρά μόνο στην ανάπτυξη των κατάλληλων μεθοδεύσεων, ώστε οποιοσδήποτε ενδεχόμενος κλονισμός της «χώρας», από το υψηλό βάθρο των δικών τους φαντασιώσεων (που καθορίζει και την «εθνική τους στρατηγική») στο σκληρό έδαφος της αντικειμενικής πραγματικότητας, να μην αποτελέσει και δικό τους κλονισμό.

*

Στον αντίποδα… αλλά όχι. Δεν θα γίνει εδώ λόγος για τον αντίποδα.

 


«Αν νικήσει ο Άσαντ θα γεμίσουμε πρόσφυγες εδώ χάμω»

Λίγες μέρες πριν τις εκλογές άκουγα τον Ν. Χατζηνικολάου στη ραδιοφωνική του εκπομπή, που «απαντώντας» σε κάποια κριτική για το ότι σε κάποια διεθνή ψηφοφορία γύρω από το παλαιστινιακό η Ελλάδα είχε ψηφίσει λευκό (ή απείχε – εν προκειμένω είναι ασήμαντη αυτή λεπτομέρεια) αντί να στηρίξει την παλαιστινιακή θέση, χαρακτήρισε «επιεικώς ηλίθιους» όσους υποστηρίζουν κάτι τέτοιο (δηλαδή τη θέση υπέρ της Παλαιστίνης), καθώς η Κύπρος κάνει ενεργειακές μπίζνες με το Ισραήλ, και επομένως -κατά τον Ν.Χ.- τα εθνικά «μας» συμφέροντα επιβάλλουν να μην ψηφίζουμε κατά του Ισραήλ.

(Ασυνήθιστοι για τον γενικά ήπιο Χατζηνικολάου τέτοιοι χαρακτηρισμοί, αλλά ασυνήθιστο είναι λ.χ, να βγαίνει κι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όπως λίγο πριν το δημοψήφισμα του Ιουλίου, και να λέει ότι ΕΕ και ευρωζώνη αποτελούν ζητήματα «εθνικής ασφαλείας», κι αυτό λίγες μέρες μετά από τον Μιχαλολιάκο όπου σε συνέντευξή του χαρακτήριζε «εθνική προδοσία» μια ενδεχόμενη έξοδο από την ευρωζώνη. Με άλλα λόγια, η επίκληση του «εθνικού συμφέροντος» των μονοπωλητών της κοινωνικής εργασίας φοριέται πολύ τώρα τελευταία, προκειμένου να θεωρούνται «επιβεβλημένες» ορισμένες επιλογές: η ΕΕ και η ευρωζώνη στην αρχή,  η πορεία διεθνούς ευθυγράμμισης με το Ισραήλ στη συνέχεια, και ποιος ξέρει ποιές ακόμη ταξικές επιλογές θα ενδυθούν τον μανδύα του «εθνικού» συμφέροντος…).

Εν πάση περιπτώσει, λίγο πολύ το ίδιο (με τον Χατζηνικολάου) υποστήριξε χθες κι ο ΥΠΕΘΑ Π. Καμμένος στην ομιλία του κατά τη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων, μόνο που το είπε πολύ πιο περιφραστικά όταν χαρακτήρισε ως «πρώτο θέμα σε σχέση με την Εθνική Άμυνα» την «εθνική ασφάλεια, στη Θράκη, στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο». Και ειδικά για την Ανατολική Μεσόγειο, ότι σ’ αυτήν «επιμένουμε … γιατί εκεί έχουμε τα ενεργειακά μας συμφέροντα, εκεί έχουμε την προτεραιότητα της οριοθέτησης της ΑΟΖ και από κει μπορούμε να εγγυηθούμε την ασφάλεια του κυπριακού ελληνισμού».

(Σαν ένα είδος διανοητικού μοντάζ, μπορούμε να παρεμβάλουμε στο σημείο αυτό τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ που έγραψε στο τουίτερ του ότι «μια πιθανή νίκη του καθεστώτος Άσαντ … θα οδηγήσει στο επόμενο μεταναστευτικό ρεύμα». Όπου είναι ν’ απορεί κανείς πώς το ταξικό συμφέρον παραλύει τη λογική ανθρώπων μορφωμένων και προέδρων της «Ευρώπης» υπό μια έννοια, ώστε να εκστομίζουν τέτοιες κοτσάνες. Δεν μας έγραψε στο τουίτερ του ο κ. πρόεδρος τι θα γίνει με το «μεταναστευτικό ρεύμα» σε περίπτωση «μιας πιθανής ήττας του καθεστώτος Άσαντ», όπως και δεν μας έγραψε τι και ποιος τάχα να φταίει για το «τρέχον» μεταναστευτικό -προς θεού, μην γράψεις προσφυγικό- ρεύμα από τη Συρία, δηλαδή από την Ανατολική Μεσόγειο, και ποιών τα «ενεργειακά συμφέροντα», τάχα, επενδύονται εδώ και τόσα χρόνια σ’ αυτή την ανθρωποσφαγή).

Υποθέτω ότι και ο κ. Καμμένος στη χθεσινή του ομιλία στη βουλή δεν προχώρησε σε αναλύσεις περισσότερο λεπτομερείς γύρω από τη σχέση των ενεργειακών «μας» συμφερόντων με το προηγούμενο, το τρέχον και το επόμενο μεταναστευτικό κύμα από την Ανατολική Μεσόγειο. Υποθέτω επίσης πως δεν διευκρίνισε, ότι με τον όρο «ενεργειακά μας συμφέροντα» υπονοούνται τα συμφέροντα των μονοπωλίων και των ιμπεριαλιστικών κρατών που μέσα από ατελείωτα αιματοκυλίσματα και αιματοβαμμένα παζάρια μοιράζονται και ξαναμοιράζονται τους φυσικούς πόρους της περιοχής, τα ίδια δηλαδή συμφέροντα που ο Χατζηνικολάου ονομάζει «εθνικά», και που οδηγούν τα τιτιβίσματα του κ. Τουσκ σε διαζύγιο από την «κοινή λογική».

(«Ενεργειακά συμφέροντα» και «εθνικά συμφέροντα» τέτοιου είδους έχουν κι άλλες χώρες.  Π.χ. η Νιγηρία είναι μια χώρα που κολυμπάει στο πετρέλαιό «της», μόνο που δεν είναι δικό της, μόνο που απλώς κολυμπάει σε μια λίμνη από πετρέλαιο το οποίο καταλήγει στην κοιλιά των πολυεθνικών της ενέργειας, κι όλη της η κοινωνική δυστυχία οφείλεται στην ταύτιση των ενεργειακών και εθνικών συμφερόντων «της» με τα συμφέροντα των πολυεθνικών του πετρελαίου).

Είπαμε: μοιράζονται και ξαναμοιράζονται τους φυσικούς πόρους. Είναι λοιπόν επόμενο να «μοιράζονται και να ξαναμοιράζονται» και την εξωτερική πολιτική κάθε χώρας η οποία εξαρτά τα εθνικά «της» συμφέροντα από τις διανομές και τις αναδιανομές που λαμβάνουν χώρα στα πεδία των πολεμικών συγκρούσεων, των ιμπεριαλιστικών παζαριών και διαγκωνισμών, των επαναλαμβανόμενων εθνικών εξανδραποδισμών, της ιστορικής αντίδρασης και οπισθοδρόμησης, του χυμένου αίματος των λαών, των κυμάτων της προσφυγιάς. Ή με άλλα λόγια, μια χώρα καπιταλιστικής ανάπτυξης τόσης και τέτοιας ώστε να κατατάσσεται σε ενδιάμεση ή υποδεέστερη θέση ισχύος στην συνολική αλυσίδα των ιμπεριαλιστικών σχέσεων και εξαρτήσεων, μια χώρα που γι’ αυτό το λόγο εξαρτά τη στρατηγική των «εθνικών συμφερόντων της» (της άμυνας, της εξωτερικής πολιτικής της) από τη στρατηγική ορισμένων ισχυρών ιμπεριαλιστικών κέντρων (εν προκειμένω των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ), και κατ’ επέκταση από τις ευμετάβλητες μορφές αυτής της στρατηγικής ανάλογα με τις φάσεις όξυνσης και συμβιβασμών του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, μιας τέτοιας χώρας  η «εθνική στρατηγική» σ’ όλες της τις εκφάνσεις ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας έχει στο τζάκποτ της ιμπεριαλιστικής λοταρίας. «Επιεικώς ηλίθια» θα ήταν η αντίθετη άποψη.  Ή, με λίγα λόγια, μια τέτοια χώρα δεν μπορεί να έχει εθνική στρατηγική και πολιτική αρχών.

(Τα ενεργειακά «μας» συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο του κ. ΥΠΕΘΑ, η αποχή από τις ψηφοφορίες για το παλαιστινιακό για «το φόβο των ιουδαίων» του κ. Χατζηνικολάου, οι «πολυδιάστατοι» βερμπαλισμοί της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, η διπλή κατά τους επτά μήνες της πρώτης θητείας της υπερψήφιση του εμπάργκο της ΕΕ κατά της Ρωσίας κι οι ταυτόχρονες παραστάσεις φιλίας προς τη Ρωσία για να άρει ειδικά για εμάς το δικό της εμπάργκο, οι «συνδυασμοί» ρωσικών αγωγών και νέων ΝΑΤΟϊκών βάσεων στο Αιγαίο, το ΝΑΤΟϊκό τσιφτετέλι του ΥΠΕΞ κ. Κοτζιά στην Άγκυρα Αττάλεια [διόρθωση 11-10-2015] αντί για την πεντοζάλη των αγορών σε Ουάσιγκτον και Βρυξέλες, το «φλερτ» με τις αντιδραστικές μοναρχίες κι οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με το Ισραήλ σε προσομοιώσεις πολέμου κατά του Ιράν, η πολιτική ΝΑΤΟϊκού «λαγού» στα Βαλκάνια, όλα αυτά και τόσα άλλα ακόμη, αποτελούν πολιτική «πολυδιάστατη» μεν, μόνο που οι πολλές της «διαστάσεις» παρμένες μία-μία δεν αντανακλούν παρά την συμφεροντολογική προστυχιά των διάφορων τμημάτων της ελληνικής άρχουσας τάξης κι όλες μαζί σαν άθροισμα έναν δίχως όρια επικίνδυνο για το λαό και τα δικά του «εθνικά συμφέροντα» καιροσκοπισμό, καιροσκοπισμό γεμάτο κομπορρημοσύνη γιατί είναι καιροσκοπισμός στον οποίο τζογάρουν οι πιο ισχυροί νταήδες της πιάτσας: το τρίο ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ).

Για να έχει εξωτερική πολιτική αρχών μια χώρα πρέπει: Είτε να είναι από εκείνες τις ιμπεριαλιστικές χώρες που καθορίζουν τη «στρατηγική» και των υπόλοιπων, οπότε  η τήρηση «αρχών» είναι εύκολη υπόθεση: οι «αρχές» συνίστανται στην επιδίωξη της γενικής της κυριαρχίας για την απομύζηση του παγκόσμιου φυσικού και κοινωνικού πλούτου από τους καπιταλιστές της, και οι μέθοδοι συνίστανται στην  εναλλαγή μεταξύ βίας, παζαριών και συμβιβασμών ανάλογα με τους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ των ανταγωνιστών. Απλό. Είτε να είναι από εκείνες τις χώρες που είναι εντελώς καταληστευμένες από τον ιμπεριαλισμό, που η άρχουσα τάξη τους δεν προσδοκά κανένα όφελος πέρα απ’ το προερχόμενο από την καταλήστευσή τους, και που οι «αρχές» συνίστανται στην παθητική αποδοχή της καταλήστευσης και την ενεργητική υπεράσπισή της εναντίον όσων προσφέρουν στους ιμπεριαλιστές ευνοϊκότερους όρους ληστείας των χωρών τους. Επίσης απλό. Είτε, τέλος, να είναι μια χώρα, της οποίας τα «εθνικά συμφέροντα»  ταυτίζονται με τα συμφέροντα των εργαζομένων της, του λαού της, η διεθνής της παρουσία υπηρετεί τα συμφέροντα των εργαζομένων όλων των χωρών, όλων των λαών, και οι οικονομικές της συναλλαγές δεν της επιβάλλουν να απέχει από τις διεθνείς ψηφοφορίες προκειμένου να μην «εκτίθεται» στους οικονομικούς της εταίρους ή στους αντιπάλους τους χωρίς κι η ίδια να ξέρει ακριβώς σε ποιον επρόκειτο να «εκτεθεί» στην περίπτωση που δεν θα απείχε γιατί δεν ξέρει κι η ίδια τι ακριβώς θα ήταν τότε «υποχρεωμένη» να ψήφιζε.

(«Αν η χειραφέτηση της εργατικής τάξης απαιτεί την αδερφική συνεργασία των εργατών διαφόρων εθνών, πώς θα μπορέσουν να εκπληρώσουν αυτή τη μεγάλη αποστολή με μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια, που παίζει με τις εθνικές προκαταλήψεις και που κατασπαταλά σε ληστρικούς πολέμους το αίμα και τον πλούτο του λαού;»

Είναι καθήκον της εργατικής τάξης «να διεισδύει στα μυστικά της διεθνούς πολιτικής, να επιτηρεί τις διπλωματικές πράξεις των αντίστοιχων κυβερνήσεών της, αν παρουσιαστεί ανάγκη να αντιδρά σ’ αυτές, με κάθε δυνατό μέσο κι όταν είναι ανίκανη να τις αποτρέπει, να ενώνεται για ταυτόχρονες καταγγελίες και για να επιβάλλει τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη.

Ο αγώνας για μια τέτοια εξωτερική πολιτική αποτελεί ένα μέρος του γενικού αγώνα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!»

Καρλ Μαρξ, από την ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών)

Δικαιούνται οι λαοί να έχουν άλλη, να υποτάσσονται σε άλλη εξωτερική πολιτική από αυτήν; Δικαιούται η εξωτερική πολιτική των λαών να έχει άλλες από αυτές τις αρχές;