Ο Μαρξ για την εγκράτεια, την αποταμίευση, την εργατικότητα

15 χρόνια (1991-2005) καπιταλιστικής ανάπτυξης («πλαστής ευμάρειας» σύμφωνα με την εκκλησία και με τις συνεντεύξεις των περισσότερων διανοουμένων, καλλιτεχνών κλπ) έχουν δώσει τη θέση τους σε ήδη 6 χρόνια καπιταλιστικής κρίσης («κρίσης πρωτίστως ηθικής» σύμφωνα με τους παραπάνω). Το κείμενο του Μαρξ που ακολουθεί, εμφανίζεται στις συνθήκες αυτές ιδιαίτερα επίκαιρο (από άποψη οικονομική όσο και… ηθική): Από την εποχή των «ελληνάδικων», του «σήκωσέ το το τιμημένο» και του καταναλωτικού δανεισμού (αντί για μισθό) έως τους πανηγυρισμούς του «μιλένιουμ» και της «καλύτερης ολυμπιάδας στην ιστορία», από το άδοξο τέλος του χρηματιστηριακού τζόγου έως τον ΕΝΦΙΑ, τα τεκμήρια διαβίωσης, τη δαμόκλειο σπάθα  των πλειστηριασμών και το αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο – τερατούργημα, από το 8ωρο ως την «ευελφάλεια» και από τη «γενιά των 700 ευρώ» ως τη γενιά των 1,5 εκατομμυρίων ανέργων,  η διαφήμιση της απόλαυσης και της κατανάλωσης συμβαδίζει ή εναλάσσεται συνεχώς με το κήρυγμα της εγκράτειας, της λιτότητας, της στέρησης. Κι από ό,τι φαίνεται, μοντέρνο δεν είναι το περιεχόμενο αλλά μόνο οι μορφές. 

Το κείμενο είναι από: Karl Marx, ΒΑΣΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ (GRUNDRISSE) ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, τόμος Β΄, Στοχαστής, σελ. 210-213 (ο χωρισμός σε παραγράφους έγινε από το μπλογκ προς διευκόλυνση της ανάγνωσης).

======================

«…Σκοπός της ανταλλαγής για τον εργάτη είναι η ικανοποίηση των αναγκών του. Αντικείμενο της ανταλλαγής του είναι ένα άμεσο αντικείμενο της ανάγκης, και όχι η ανταλλακτική αξία σαν τέτοια. Εισπράττει βέβαια χρήμα, αλλά μόνο στον προσδιορισμό του νομίσματος· μονάχα δηλαδή σαν διαμεσολάβηση που αίρει τον εαυτό της και εξαφανίζεται. Αυτό λοιπόν που παίρνει με την ανταλλαγή δεν είναι η ανταλλακτική αξία, δεν είναι ο πλούτος, αλλά είναι μέσα διαβίωσης, αντικείμενα για τη συντήρηση της ζωτικότητάς του, για την ικανοποίηση των αναγκών του γενικά – φυσικών, κοινωνικών κλπ. Είναι ένα καθορισμένο ισοδύναμο σε μέσα διαβίωσης, σε αντικειμενοποιημένη εργασία, που μέτρο της είναι το κόστος παραγωγής της δικής του εργασίας. Αυτό που εκχωρεί είναι το δικαίωμα διάθεσης της εργασίας του.

Τώρα, είναι αλήθεια από την άλλη μεριά ότι ακόμα και μέσα στην απλή κυκλοφορία το νόμισμα εξελίσσεται σε χρήμα· και ότι, κατά συνέπεια, στο μέτρο που ο εργάτης εισπράττει στην ανταλλαγή νόμισμα, μπορεί να το μετατρέψει σε χρήμα συσσωρεύοντάς το κλπ., αποσύροντάς το από την κυκλοφορία· παγιώνοντάς το σαν γενική μορφή του πλούτου αντί για φευγαλέο μέσο ανταλλαγής. Απ’ αυτή την άποψη θα μπορούσε λοιπόν να ειπωθεί ότι στην ανταλλαγή του εργάτη με το κεφάλαιο το αντικείμενο που επιδιώκει ο πρώτος -άρα και το προϊόν της ανταλλαγής γι’ αυτόν- δεν είναι το μέσο διαβίωσης αλλά ο πλούτος, δεν είναι μια ιδιαίτερη αξία χρήσης αλλά η ανταλλακτική αξία σαν τέτοια.  Κατά συνέπεια, ο εργάτης θα μπορούσε να κάνει την ανταλλακτική αξία δικό του προϊόν μονάχα με τον μοναδικό τρόπο που και ο πλούτος μπορεί γενικά να εμφανιστεί σαν προϊόν της απλής κυκλοφορίας όπου ανταλλάζονται ισοδύναμα: θυσιάζοντας δηλαδή την ουσιαστική ικανοποίηση για τη μορφή του πλούτου, αποσύροντας δηλαδή – με την εγκράτεια, την αποταμίευση, την περικοπή της κατανάλωσής του – από την κυκλοφορία λιγότερα αγαθά απ’ όσα της δίνει. Αυτός είναι ο μόνος δυνατός τρόπος πλουτισμού που τοποθετεί η ίδια η κυκλοφορία.Η εγκράτεια θα μπορούσε τότε να εμφανιστεί και με την πιο ενεργητική μορφή, που δεν έχει τοποθετηθεί στην απλή κυκλοφορία: ο εργάτης να απαρνηθεί σε ανώτερο βαθμό την ηρεμία, γενικά το είναι του – σε διάκριση από το είναι του σαν εργάτη – και να υπάρχει όσο γίνεται αποκλειστικά σαν εργάτης· να ανανεώνει δηλαδή συχνότερα την πράξη της ανταλλαγής, ή να την επεκτείνει ποσοτικά, με την εργατικότητα.

Γιαυτό και στη σημερινή κοινωνία η απαίτηση για εργατικότητα και ιδιαίτερα για αποταμίευση, εγκράτεια απευθύνεται όχι στους καπιταλιστές αλλά στους εργάτες· και μάλιστα την απευθύνουν οι καπιταλιστές. Η σημερινή κοινωνία διατυπώνει ακριβώς την παράδοξη απαίτηση, να δείχνει εγκράτεια εκείνος για τον οποίο το αντικείμενο της ανταλλαγής είναι το μέσο για τη ζωή, και όχι εκείνος για τον οποίο αποτελεί τον πλουτισμό. Η αυταπάτη ότι τάχα οι κεφαλαιοκράτες πραγματικά «έδειξαν εγκράτεια» και μ’ αυτό τον τρόπο έγιναν κεφαλαιοκράτες – απαίτηση και αντίληψη που δεν είχε νόημα παρά μόνο στην πρώτη περίοδο, όταν το κεφάλαιο διαμορφώνεται μέσα από φεουδαρχικές κλπ. σχέσεις – έχει εγκαταλειφθεί απ’ όλους τους αξιόπιστους σύγχρονους οικονομολόγους. Ο εργάτης πρέπει να αποταμιεύει, και γίνεται μεγάλος θόρυβος για τα ταμιευτήρια κλπ. (Ωστόσο για τα τελευταία παραδέχονται και οι ίδιοι οι οικονομολόγοι ότι πραγματικός τους σκοπός δεν είναι ο πλούτος, παρά μόνο η ορθολογικότερη κατανομή των δαπανών· έτσι ώστε όταν οι εργάτες γερνούν, ή όταν έρχονται αρρώστιες, κρίσεις κλπ. να μην καταφεύγουν στα φτωχοκομεία, στο κράτος, στη ζητιανιά (μ’ ένα λόγο, να επιβαρύνουν την ίδια την εργατική τάξη, και συγκεκριμένα: όχι τους καπιταλιστές, φυτοζωώντας από την τσέπη τους)· η αποταμίευση υπάρχει λοιπόν για τους καπιταλιστές· μείωση γιαυτούς του κόστους παραγωγής των εργατών.)

Ωστόσο κανείς οικονομολόγος δε θα αρνηθεί πως αν οι εργάτες γενικά, δηλαδή σαν εργάτες (αυτό που κάνει, ή μπορεί να κάνει, ο ξεχωριστός εργάτης σ’ αντιδιαστολή προς το γένος του μπορεί να υπάρχει ακριβώς σαν εξαίρεση και μόνο, όχι σαν κανόνας, γιατί δεν ανήκει στον προσδιορισμό της ίδιας της σχέσης), αν δηλαδή κατά κανόνα ικανοποιούσαν αυτές τις απαιτήσεις (πέρα από τη ζημιά που θα προκαλούσαν στη γενική κατανάλωση – το έλλειμμα θα ήταν τεράστιο – άρα και στην παραγωγή, άρα και στον αριθμό και στον όγκο των ανταλλαγών που θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν με το κεφάλαιο, άρα και στον εαυτό τους σαν εργάτες), τότε ο εργάτης θα χρησιμοποιούσε μέσα που αίρουν απόλυτα τον ίδιο τους το σκοπό, και που θα τον υποβίβαζαν αναγκαστικά στο επίπεδο του Ιρλανδού, στο επίπεδο του μισθωτού εργάτη που βλέπει το πιο ζωώδικο ελάχιστο όριο αναγκών, μέσων διαβίωσης, σαν μοναδικό αντικείμενο και σκοπό της ανταλλαγής του με το κεφάλαιο. Σκοπεύοντας λοιπόν να κάνει σκοπό του τον πλούτο αντί για την αξία χρήσης, ο εργάτης όχι μόνο δεν θα πλούτιζε παρά θάχανε κι από πάνω και την αξία χρήσης. Γιατί κατά κανόνα το ανώτατο όριο της εργατικότητας, της εργασίας, και η ελάχιστη κατανάλωση – γιατί αυτό είναι το ανώτατο όριο της εγκράτειας και της αποταμίευσής του – δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν τον εργάτη να παίρνει για το ανώτατο όριο της δουλειάς τον ελάχιστο δυνατό μισθό. Μ’ όλους τους κόπους του απλά θα είχε μειώσει το γενικό επίπεδο του κόστους παραγωγής της ίδιας του της εργασίας, και γιαυτό τη γενική της τιμή.

Μόνο σαν εξαίρεση μπορεί ο εργάτης με τη δύναμη της θέλησης, τη φυσική δύναμη και αντοχή, τη φιλαργυρία κλπ., να μετατρέψει το νόμισμά του σε χρήμα, σαν εξαίρεση από την τάξη του και τους γενικούς όρους της ύπαρξής του. Αν όλοι, ή οι περισσότεροι, δείχνουν εργατικότητα (στο μέτρο που η εργατικότητα αφήνεται καν στην προαίρεσή τους στη σύγχρονη βιομηχανία – πράγμα που δε συμβαίνει στους σημαντικότερους και τους πιο αναπτυγμένους παραγωγικούς κλάδους), τότε δεν αυξάνουν την αξία του εμπορεύματός τους παρά μόνο την ποσότητά του· άρα και τις απαιτήσεις που θα τεθούν πάνω σ’ αυτό σαν αξία χρήσης. Αν όλοι αποταμιεύουν, τότε μια γενική μείωση του μισθού δε θ’ αργήσει να τους ξαναφέρει στον ίσιο δρόμο, γιατί η γενική αποταμίευση θα έχει δείξει στον κεφαλαιοκράτη ότι ο μισθός τους είναι γενικά υπερβολικός, ότι εισπράττουν για το εμπόρευμά τους – την ικανότητα διάθεσης της εργασίας τους – περισσότερο από το ισοδύναμό του· αφού η ουσία της απλής ανταλλαγής – και σ’ αυτή τη σχέση βρίσκονται οι εργάτες προς τον κεφαλαιοκράτη – είναι ακριβώς ότι κανείς δεν προσθέτει στην κυκλοφορία περισσότερα απ’ όσα αποσύρει· αλλά και μπορεί να αποσύρει απ’ αυτή μόνο αυτά που της έδοσε. Ένας εργάτης, ατομικά, μπορεί να είναι εργατικός πάνω από το μέσο επίπεδο, πάνω απ’ όσο είναι υποχρεωμένος για να ζει σαν εργάτης, μονάχα επειδή κάποιος άλλος βρίσκεται κάτω από το μέσο επίπεδο, είναι πιο τεμπέλης· μπορεί να αποταμιεύει επειδή και όταν κάποιος άλλος σπαταλά. Το περισσότερο που μπορεί να πετύχει, κατά μέσο όρο, με την οικονομία του είναι: να μπορεί να υποφέρει καλύτερα τη διακύμανση των τιμών – πάνω και κάτω, τον κύκλο τους· άρα απλά και μόνο να καταμερίσει πιο ορθολογικά τις απολαύσεις του, όχι να αποκτήσει πλούτο.

Κι αυτή είναι και η πραγματική απαίτηση των καπιταλιστών. Οι εργάτες να αποταμιεύουν στους εύπορους καιρούς τόσα που να τους επιτρέπουν λίγο-πολύ να ζουν στις κακές περιόδους, να αντέχουν στην περικοπή των ωρών εργασίας ή την πτώση των μισθών κλπ. (τότε ο μισθός θάπεφτε ακόμα πιο χαμηλά.) Η απαίτηση είναι λοιπόν: οι εργάτες να περιορίζονται πάντα σ’ ένα ελάχιστο επίπεδο βιοτικών απολαύσεων και να διευκολύνουν τους καπιταλιστές στις κρίσεις κλπ.  Να διατηρούνται σαν καθαρές εργασιομηχανές και κατά το δυνατό να πληρώνουν οι ίδιοι τη φθορά τους. Πέρα από την καθαρή αποκτήνωση που θα σήμαινε κάτι τέτοιο – και τέτοια αποκτήνωση θα έκανε αδύνατη ακόμα και την απλή επιδίωξη του πλούτου σε γενική μορφή, σαν χρήμα, σαν συσσωρευμένο χρήμα – (και η συμμετοχή του εργάτη σε ανώτερες, πνευματικές επίσης απολαύσεις· η ζύμωση για τα δικά του συμφέροντα, οι συνδρομές σε εφημερίδες, η παρακολούθηση διαλέξεων, η ανατροφή παιδιών, η ανάπτυξη γούστου κλπ., η μοναδική του συμμετοχή στον πολιτισμό που τον ξεχωρίζει από τον δούλο, είναι οικονομικά δυνατή μόνο με την επέκταση του κύκλου των απολαύσεών του στους εύπορους καιρούς, τότε δηλαδή που η αποταμίευση είναι ως ένα βαθμό δυνατή), πέρα απ’ αυτά, αν ο εργάτης αποταμίευε ολότελα ασκητικά, συσσωρεύοντας έτσι βραβεία για το λούμπεν-προλεταριάτο, τους απατεώνες κλπ., που θα πλήθαιναν ανάλογα με τη ζήτηση, τότε θα μπορούσε να διατηρήσει και να κάνει αποδοτικές τις οικονομίες του – αν αυτές ξεπερνούν τους κουμπαράδες των κρατικών ταμιευτηρίων που του πληρώνουν ένα ελάχιστο τόκο για να βγάζουν οι κεφαλαιοκράτες μεγάλους τόκους από τις δικές τους ή για να του τις καταβροχθίζει το κράτος, κι έτσι ο εργάτης απλά να μεγαλώνει τη δύναμη των αντιπάλων του και την ίδια του την εξάρτηση – μόνο καταθέτοντάς τες σε τράπεζες κλπ. ώστε να χάνει ύστερα, σε καιρούς κρίσεων, τις καταθέσεις του, ενώ σε καιρούς ευημερίας αρνήθηκε κάθε απόλαυση της ζωής για να αυξήσει τη δύναμη του κεφαλαίου· αποταμίευσε λοιπόν από κάθε άποψη για το κεφάλαιο, όχι για τον εαυτό του.

Κατά τα άλλα – στο βαθμό που δεν πρόκειται συνολικά για υποκριτικές φράσεις της αστικής «φιλανθρωπίας», που όλη η ουσία της είναι να τρέφει τους εργάτες με «ευσεβείς πόθους» – κάθε καπιταλιστής απαιτεί βέβαια να αποταμιεύουν οι εργάτες του, αλλά μόνο οι δικοί του, επειδή στέκουν απέναντί του σαν εργάτες· όχι όμως, για το θεό, ο υπόλοιπος εργατικός κόσμος, γιατί αυτοί βρίσκονται απέναντί του σαν καταναλωτές. Παρόλες τις «ευσεβείς» ρητορείες, ο καπιταλιστής ψάχνει λοιπόν όλα τα μέσα για να παρακινήσει τους άλλους εργάτες σε κατανάλωση, να δόσει καινούριες χάρες στα εμπορεύματά του, να τους υποβάλει με την πολυλογία κανούριες ανάγκες κλπ. Αυτή ακριβώς η πλευρά της σχέσης κεφαλαίου και εργασίας αποτελεί ουσιαστικό εκπολιτιστικό στοιχείο, κι εδώ βασίζεται η ιστορική δικαίωση αλλά και η σημερινή δύναμη του κεφαλαίου. (Αυτή τη σχέση παραγωγής και κατανάλωσης να την αναπτύξουμε αργότερα, στον τίτλο Κεφάλαιο και κέρδος κλπ.) (ή και στο: Συσσώρευση και ανταγωνισμός των κεφαλαίων.) Ωστόσο όλες αυτές είναι εξωτερικές παρατηρήσεις, που έχουν θέση εδώ στο μέτρο που οι απαιτήσεις της υποκριτικής αστικής φιλανθρωπίας αποδείχνονται πως αυτοκαταργούνται, και άρα επιβεβαιώνουν αυτό ακριβώς που θέλουν να αναιρέσουν, ότι δηλαδή στην ανταλλαγή του εργάτη με το κεφάλαιο ο εργάτης βρίσκεται στη σχέση της απλής κυκλοφορίας, άρα δεν αποκτά πλούτο παρά μόνο μέσα διαβίωσης, αξίες χρήσης για την άμεση κατανάλωση…»

 


σας ληστέψαμε και καλό ψόφο

Και τι δεν είπε χθες στη ραδιοφωνική του εκπομπή ο Ν Χατζηνικολάου!

Τα ασφαλιστικά ταμεία βουλιάζουν! Και ποιος δεν θυμάται το PSI και τα δομημένα ομόλογα! Η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο!

Πολύ ωραία…

Και στο δια ταύτα;

Στο δια ταύτα: Το κράτος, είπε, είναι ανίκανο, η ασφάλιση πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί, «θέλω το δικαίωμα να αγοράζω την ασφάλιση που επιλέγω», κι όσο για τους «αδύναμους», ας κόψουμε γι’ αυτούς ένα επίδομα ελεημοσύνης (εμείς οι δυνατοί)…

*

Δεν είναι πολιτικά (και κατ’ επέκταση ούτε και δημοσιογραφικά) έντιμες αυτές οι θέσεις.

Οι πολιτικές ευθύνες για την κατάσταση των ασφαλιστικών ταμείων είναι τεράστιες και διαχρονικές. δεν αφορούν μόνο το μνημονιακό PSI και τα καραμανλικά δομημένα ομόλογα, ούτε και μόνο (μαζί μ’ αυτά) το τζογάρισμα των αποθεματικών στο χρηματιστήριο κατά τα μέσα της οκταετίας Σημίτη. Αφορούν, οι τεράστιες και διαχρονικές πολιτικές ευθύνες,  τη συστηματική καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων των εργαζομένων σε ολη τη διάρκεια των μεταπολεμικών δεκαετιών, έως και τη χαριστική βολή που δέχθηκαν με το PSI.

Δεν είναι ούτε δημοσιογραφικά ούτε πολιτικά έντιμη η συγκάλυψη αυτών των πολιτικών ευθυνών και η αναγόρευση των συνεπειών τους ως τετελεσμένων μέσω αφορισμών περί δήθεν ανικανότητας του «κράτους» γενικά και αόριστα. Κι ακόμη περισσότερο που οι πολιτικές ευθύνες και οι συνέπειές τους αξιοποιούνται προς το σκοπό της κατάργησης της κοινωνικής ασφάλισης, της ιδιωτικοποίησής της, της μετατροπής της ασφάλισης σε εμπόρευμα.

Για να είμαστε συγκεκριμένοι.

1] Με τον αναγκαστικό  νόμο 1611/1950, η ισχύς του οποίου έληξε το 1994, επιβλήθηκε η κατάθεση των αποθεματικών των ασφαλιστικών Ταμείων στην Τράπεζα της Ελλάδας και ο ο καθορισμός του τόκου από την αρμόδια Νομισματική Επιτροπή. Οι τόκοι που ορίζονταν επί δεκαετίες ήταν αρκετά χαμηλότεροι του πληθωρισμού και του επιτοκίου τραπεζικών καταθέσεων.

Το επιτόκιο που ορίστηκε για τα αποθεματικά των ασφαλιστικών Ταμείων από την Νομισματική Επιτροπή για το χρονικό διάστημα 1955-1973 ήταν 4%, όταν τα επιτόκια των καταθέσεων κυμαίνονταν μεταξύ 5% και 9,5%.

Τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας 1967-1974 το επιτόκιο έμεινε στο 4%, ενώ ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 15,5% το 1973 και στο 26,8% το 1974. Μόνο στα δύο αυτά έτη τα πλεονάσματα των Ασφαλιστικών Ταμείων έχασαν το 1/3 της αξίας τους.

Παρομοίως, οι μεγαλύτερες απώλειες των Ταμείων προκλήθηκαν στην περίοδο 1974-1994, όταν ο πληθωρισμός αυξήθηκε δραστικά στο επίπεδο του 20% περίπου. Σε όλη αυτή την περίοδο, τα ειδικά επιτόκια της Τράπεζας της Ελλάδος ήταν κατώτερα των τρεχόντων επιτοκίων καταθέσεων

Υπολογίζεται ότι μόνο για την περίοδο 1951-1975 οι απώλειες των ασφαλιστικών Ταμείων από αυτό το νομοθετικό – οικονομικό καθεστώς ανέρχονται σε 58 δισ. ευρώ.

Ταυτόχρονα όλες αυτές τις δεκαετίες, -και σε αυτό ακριβώς αποσκοπούσε το παραπάνω νομοθετικό καθεστώς,- τα αποθεματικά των Ταμείων χρησιμοποιούνταν από τις αστικές κυβερνήσεις για την κρατική χρηματοδότηση (χαμηλότοκα θαλασσοδάνεια, δανεικά και αγύριστα) ιδιωτικών και δημόσιων «επενδύσεων». Με άλλα λόγια, για τη γιγάντωση μιας σειράς επιχειρήσεων που τα βάρη τους ως «προβληματικών» φορτώθηκαν στη συνέχεια  και πάλι οι εργαζόμενοι, με τους έως τότε ιδιοκτήτες τους ελεύθερους να επενδύουν κατ’ επιλογή τα συσσωρευμένα τους κεφάλαια: Τα πλούτη που σωρεύουν στην κάθε Ελβετία, είναι η ληστεία απ’ τα Ταμεια… Με άλλα λόγια επίσης, για την γιγάντωση του κρατικού παραγωγικού τομέα, που παραδίδεται σήμερα βορά στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Με άλλα λόγια, τέλος, συνολικά για την μεταπολεμική καπιταλιστική ανάπτυξη: Όχι για την «ανάπτυξη» γενικά. Για την ανάπτυξη του κεφαλαίου σε βάρος των κοινωνικών αποθεμάτων των εργαζομένων (υπό τύπο «εσωτερικού δανεισμού» για την στήριξη της «εθνικής παραγωγής», όπως θα έλεγε και ο ηγετίσκος της νεοναζιστικής συμμορίας κατ’ ευφημισμό της καταλήστευσης των εργαζομένων από το κεφάλαιο). .

Αυτή η πολιτική, που με την συγκεκριμένη μορφή της διήρκεσε 44 χρόνια, υπηρετήθηκε από ολες τις αστικές κυβερνήσεις -«δημοκρατικές» και δικτατορικές- αυτών των δεκαετιών και οι πολιτικοί, ιδεολογικοί  (και δημοσιογραφικοί) εκπρόσωποι της αστικής τάξης δεν δικαιούνται να ομιλούν ούτε περί τετελεσμένων ούτε περί «ανικανότητας» ούτε περί του «κράτους» γενικώς και αορίστως…

2] Η δεύτερη πράξη της (ικανοτατης) κρατικής καταλήστευσης των ασφαλιστικών Ταμείων για την εξυπηρέτηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας και «ανάπτυξης», υλοποιήθηκε με τη μέθοδο της τοποθέτησης των αποθεματικών τους στο χρηματιστήριο. Πρώτα με το νόμο 2076/1992 η κυβέρνηση  της ΝΔ (το «ανίκανο κράτος», κύριε Χατζηνικολάου!) έδωσε τη δυνατότητα να τοποθετούν οι διοικήσεις των ασφαλιστικών Ταμείων μέχρι και το 20% των αποθεματικών τους στο χρηματιστήριο. Στη συνέχεια η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με το νόμο 2676/1999 αύξησε το ποσοστό στο 23%. Επίσης, με μια σειρά άλλες νομοθετικές ρυθμίσεις, διευρύνθηκε το τζογάρισμα των αποθεματικών και διευκολύνθηκε η ανάμειξη των τραπεζών στη «διαχείρισή» τους.

Υπολογίζεται ότι, εξαιτίας αυτού του νομοθετικού καθεστώτος, οι ζημιές των ασφαλιστικών Ταμείων στο χρηματιστήριο την τριετία 1999-2002 ήταν πάνω από 3,5 δισ. ευρώ, και περίπου άλλα τόσα ήταν κατά τη διετία 2008-2009, συνολικά δηλαδή περίπου 7 δισ. ευρώ,  ενώ είναι δύσκολο να υπολογιστεί το μέγεθος της ζημιάς από την απομείωση της αξίας των τίτλων που διαθέτουν τα Ταμεία έως και σήμερα.

3] Τρίτη πράξη της ληστείας, το λεγόμενο PSI (στην καθαρεύουσα) ή «κούρεμα» (στην δημοτική). Είτε στη δημοτική είτε στην καθαρεύουσα, το νόημα είναι το εξής:

Στη βάση ενός πλέγματος νομοθετικών ρυθμίσεων και πολιτικής διαχείρισης, τα χρηματικά αποθέματα των ασφαλιστικών Ταμείων μετατράπηκαν σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, δηλαδή σε δάνειο των Ταμείων προς το κράτος, δηλαδή σε κρατικό χρέος προς τα ασφαλιστικά Ταμεία. Το 2012 το κρατικό χρέος «κουρεύτηκε» με τη μέθοδο της καταστροφής (μείωσης της αξίας) των ομολόγων του δημοσίου. Έτσι το κράτος απαλλάχτηκε από ένα χρέος 13 δισ. ευρώ προς τα ασφαλιστικά Ταμεία και, ταυτόχρονα, τα ασφαλιστικά Ταμεία έχασαν 13 δισεκατομμύρια ευρώ από την περιουσία τους.

*

Για να κάνουμε μια σούμα:

Χωρίς να υπολογιστούν τα δισεκατομμύρια που οι αστικές κυβερνήσεις παρέλειψαν να καταβάλουν προς τα Ταμεία παρά τις νομοθετημένες κρατικές υποχρεώσεις προς αυτά, χωρίς να υπολογίζονται τα δισεκατομμύρια των εισφοροαπαλλαγών και ανείσπρακτων οφειλών του κεφαλαίου προς τα ασφαλιστικά Ταμεία, και υπολογίζοντας μόνο: τα 24 από τα 44 χρόνια υποχρεωτικής χαμηλότοκης κατάθεσης των αποθεματικών τους στην Τράπεζα της Ελλάδος, το χρηματιστηριακό τζογάρισμα των αποθεματικών τη δεκαετία 1999-2009 και το «κούρεμα» του 2012, το μέγεθος της ληστείας που πραγματοποιήθηκε από τις αστικές κυβερνήσεις σε βάρος των ασφαλιστικών Ταμειων για λογαριασμό του κεφαλαίου ανέρχεται στο ποσό των 78 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Ληστεία 78 δισεκατομμυριων ευρώ (στην πραγματικότητα πολύ περισσότερων), για να μπορεί τώρα ο κ. Χατζηνικολάου και ο κάθε κ. Χατζηνικολάου, ο κάθε ιδεολογικός εκπρόσωπος της αστικής τάξης και απολογητής της κυβερνητικής πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, να ομιλεί για τετελεσμένα της κρατικής «ανικανότητας», για «έλλειψη βιωσιμότητας των Ταμείων», έμμεσα και κυνικά πετώντας κατάμουτρα στα ακροατήριά τους: Σας τα ληστέψαμε – καλό ψόφο νάχουνε, πάει και τέλειωσε, αυτά που ξέρατε να τα ξεχάσετε.

πηγές: εδώ, εδώ κι εδώ


Μιά σκέψη γύρω από το ζήτημα της κατοικίας

Με αφορμή την κυκλοφορία από την «Σύγχρονη Εποχή» σε νέα έκδοση του βιβλίου του Φρήντριχ Ένγκελς για το «ζήτημα της κατοικίας», οι σκέψεις που ακολουθούν:

Καταρχήν να σημειώσω ότι το βιβλίο δεν το έχω διαβάσει, πέρα από κάποια σκόρπια αποσπάσματα του, όπως για παράδειγμα έναν δημοσιευμένο πρόλογο του Ένγκελς στην δεύτερη έκδοσή του   το 1887, ο οποίος μετά από μια γενικότερη ιστορική-θεωρητική τοποθέτηση του ζητήματος αναφέρεται κυρίως στο ζήτημα της οικιακής βιομηχανίας στη Γερμανία και στη σχέση της με την ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής, την μείωση του εργατικού μισθού κά.

Τα όσα γράφονται σε αυτό το ποστ δεν θίγουν τις καθαυτό οικονομικές παραμέτρους του ζητήματος που πραγματεύεται ο Ένγκελς. Εν μέρει  θίγουν ενδεχομένως ορισμένες πλευρές που σχετίζονται με τις χωροταξικές παραμέτρους του ζητήματος,  αλλά σε κάθε περίπτωση η έκδοση του βιβλίου αποτελεί απλώς μια αφορμή, και τα όσα ακολουθούν δεν αναφέρονται στο περιεχόμενό του.

Η όλη σκέψη βασίζεται σε μια σημαντική αλλαγή ορισμένων πραγματικών συνθηκών που ισχύουν όταν γράφεται το βιβλίο του Ένγκελς, οι οποίες διατηρούνται μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20 αιώνα.  Η αλλαγή αυτή συνίσταται στην ανάπτυξη των μέσων συγκοινωνίας και μεταφοράς, εξαιτίας της οποίας μεταβλήθηκε η χωροταξική σχέση ανάμεσα στον τόπο δουλειάς και στον τόπο κατοικίας.

Μέχρι ένα ορισμένο χρονικό σημείο που ποικίλει ανάλογα με το βαθμό ανάπτυξης κάθε χώρας και κάθε περιοχής, ο τόπος δουλιάς και ο τόπος κατοικίας συναποτελούσαν μια ενότητα, καθώς οι εργάτες αναγκαστικά έπρεπε να μένουν δίπλα στον τόπο δουλιάς τους ώστε στον συντομότερο δυνατό χρόνο να διανύουν με τα πόδια τη διαδρομή από το σπίτι τους ως το εργοστάσιο. Κι αντίστροφα βέβαια, για τον ίδιο λόγιο τα εργοστάσια οικοδομούνταν σε περιοχές όπου υπήρχαν άφθονα διαθέσιμα εργατικά χέρια.

Σήμερα με την ανάπτυξη των μέσων συγκοινωνίας και μεταφοράς η βιομηχανική και η οικιστική χωροταξία έχουν σε καθοριστικά μεγάλο βαθμό διαχωριστεί μεταξύ τους. Ο εργάτης μπορεί να μένει σε μια πόλη και κάθε μέρα να πηγαίνει για δουλιά στη βιομηχανική ζώνη έξω από την πόλη αυτή, ή και σε άλλη πόλη και περιοχή που μπορεί να απέχει δεκάδες χιλιόμετρα από τον τόπο κατοικίας του. Κι ακόμα και μες στα μεγάλα αστικά κέντρα είναι συχνά εξαιρετικά μεγάλες οι αποστάσεις που χωρίζουν τον τόπο δουλιάς από τον τόπο κατοικίας του κάθε εργάτη, όπως είναι μεγάλες και οι αποστάσεις ανάμεσα στους τόπους κατοικίας εργατών που δουλεύουν μαζί στον ίδιο χώρο δουλιάς.

Για τον ίδιο λόγο ο κανόνας σήμερα δεν είναι οι αμιγείς εργατικοί τόποι κατοικίας, αλλά οι λαϊκές συνοικίες όπου συμβιώνουν η εργατική τάξη και τα μικρά και μεσαία κοινωνικά στρώματα.

*

Η παραπάνω κοινωνική μεταβολή ως «διάρρηξη» της ενότητας ανάμεσα στον τόπο δουλιάς και τον τόπο κατοικίας, ενδεχομένως επιφέρει ορισμένες συνέπειες θεωρητικού – πολιτικού χαρακτήρα:

Στα χρόνια πριν από αυτήν, η πολιτική έκφραση της εργατικής εξουσίας στη βάση των οργάνων της που αναδεικνύονταν στον τόπο δουλιάς αποτελούσε ή ήταν ικανή να αποτελεί ταυτόχρονα έκφραση της εξουσίας της και στον τόπο της κατοικίας της, εφόσον οι δύο «τόποι» αποτελούσαν ουσιαστικά μια χωροταξική ενότητα.

Σήμερα η ίδια αυτή μορφή έκφρασης της εργατικής εξουσίας θα άφηνε τον τόπο κατοικίας της εργατικής τάξης, την μισή ζώη της, εκτός των ορίων της.

Αν λοιπόν στο παρελθόν η αντιπαράθεση γύρω από την «παραγωγική» ή την «τοπική αρχή» των πολιτικών μορφών της εργατικής εξουσίας αντανακλούσε ίσως από την μιά πραγματικές κοινωνικές  αλλαγές που συντελούνταν στην χωροταξική σχέση του τόπου δουλιάς και του τόπου κατοικίας, και από την άλλη επίσης αντανακλούσε ίσως μια αντιπαράθεση  ανάμεσα σε αστικές και προλεταριακές πολιτικές αντιλήψεις, δεν αποκλείεται σήμερα να αποδεικνύεται αναγκαία μια διπλή μορφή πολιτικής άσκησης της εξουσίας των εργαζομένων: μια φορά με την ανάδειξη των πολιτικών τους οργάνων στους τόπους δουλιάς και μια φορά με την ανάδειξη τους στους τόπους κατοικίας, με την παραπέρα οικοδόμηση των ενιαίων οργάνων τους από αυτή τη βάση σε κοινωνικό επίπεδο.

Κι αν η παραπάνω σκέψη μπορεί να θεωρηθεί άκαιρο μαγείρεμα σε κουζίνες του μέλλοντος, τότε αρκεί απλώς να υπογραμμιστεί η αξία που έχει, πάνω σε αυτήν την πραγματική βάση, η οργανωμένη παρέμβαση των εργαζομένων, τόσο στον τόπο δουλιάς όσο και στον τόπο της κατοικίας τους, την σημασία που έχει η ανάπτυξη της οργάνωσής τους με αφετηρία τόσο την μία όσο και την άλλη «αρχή».