μεταφυσική της διπλωματίας (Καταλονία)

Έλεγα στην προηγούμενη ανάρτηση, ότι τα «εθνικά» ζητήματα, τα ζητήματα «εθνικής ανεξαρτησίας», ορίζονται από παραμέτρους διαφορετικές από ό,τι τα ζητήματα των «εθνικών μειονοτήτων», ότι είναι δυο ζητήματα με διαφορετικό περιεχόμενο και ότι τα ζητήματα των «εθνικών μειονοτήτων» δεν είναι ζητήματα «εθνικής αυτοδιάθεσης» αλλά αντίθετα αποτελούν συνέπεια, η ίδια η ύπαρξη των μειονοτήτων αποτελεί συνέπεια, της «λύσης» των ζητημάτων εθνικής αυτοδιάθεσης με τη μορφή του κρατικού διαχωρισμού των εθνών.

Οπότε, εν προκειμένω, δεν μπορούμε, δεν έχει νόημα, είναι μέχρι και επιζήμιο, απέναντι στο θέμα: «ανεξαρτησία της Καταλονίας» να παίρνουμε θέση «υπολογίζοντας» την υποτιθέμενη αφηρημένη τυπική επίδραση του θέματος αυτού στο μη-ομοειδές ζήτημα των μειονοτήτων. Τι γίνεται όμως όταν τα διάφορα διεθνή ζητήματα εμφανίζονται στη μορφή σαν «ομοειδή», έλκοντας έτσι την αντιμετώπισή τους ως τέτοιων («ομοειδών»), μεταφυσικά, αντί για την συγκεκριμένη και αντικειμενική ανάλυσή τους;

Και να λοιπόν τώρα, που το καταλανικό κοινοβούλιο ανακήρυξε την «ανεξαρτησία», το ισπανικό κράτος χαρακτηρίζει την ανακήρυξη αυτή «στάση», και μια σειρά χώρες σπεύδουν να καταδικάσουν την μονομερή ανακήρυξη της καταλανικής ανεξαρτησίας:

Για την «καταδίκη» εκ μέρους της Γαλλίας και της Γερμανίας, τα πράγματα φαίνονται σχετικά «απλά». Η Γαλλία καταδικάζει με «πλήρη στήριξη στον πρωθυπουργό της Ισπανίας», ενώ η Γερμανία «δεν αναγνωρίζει αυτού του είδους την ανακήρυξη ανεξαρτησίας»… Η Γαλλία εμφανίζεται ως «απερίφραστη» στην εκλογή συμμάχου, ενώ η Γερμανία προβληματίζεται για το «είδος της ανακήρυξης» που θα διασφαλίζει τα συμφέροντά της. Εδώ, σε Γαλλία και Γερμανία, «φαίνεται» ότι πρυτανεύουν τα οικονομικά συμφέροντα και όχι η «διαπλαστική» διπλωματία γύρω από τα εθνοτικά θέματα.

Για την Βρετανία, ως ισχυρή χώρα κλπ, προφανώς μετρά και η στάθμιση των οικονομικών της συμφερόντων, αλλά προφανώς μετρά στη θέση της και το πραγματικά ομοειδές ζήτημα της Σκωτίας που υποβόσκει στο εσωτερικό της. Έτσι λοιπόν «το Ηνωμένο Βασίλειο δεν πρόκειται να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Καταλονίας, δήλωσε η Τερέζα Μέι». Από εκεί και πέρα οι διαφορές βρίσκονται στη βρετανική φάση «μπρέξιτ» και τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις της σκοτσέζικης αστικής τάξης, αφενός, και την ισπανική «σταθερή» θέση εντός ΕΕ που όμως δεν θα περιλαμβάνει αυτομάτως και την Καταλονία σε περίπτωση απόσχισης, αφετέρου. Αλλά αυτά είναι «άλλου» τύπου ζητήματα.

Δεν έχουν όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα για την Ουκρανία και την Κύπρο.

Σε σχέση με αυτές τις χώρες η πρώτη εντύπωση είναι ότι τις «γρήγορες» ανακοινώσεις εναντίον της απόσχισης δεν τις καθορίζουν οικονομικά συμφέροντά τους στην Ισπανία ή, ιδιαίτερα, στην Καταλονία, αλλά οι εσωτερικές τους συνθήκες. Όμως αυτές, στην πραγματικότητα, διόλου ομοειδείς δεν είναι με τις καταλανικές.

Για την μεν Ουκρανία, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει οφείλονται στην πραξικοπηματική ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησής της, με στόχο την βίαιη ολοκληρωτική πρόσδεση της χώρας στο άρμα του ευρωατλαντισμού. Πραξικοπηματική ανατροπή, της οποίας τον αντίχτυπο αποτέλεσε η ένοπλη εξέγερση των ρωσόφωνων ανατολικών περιφερειών και η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία. Το ζήτημα λοιπόν στην Ουκρανία δεν έχει την πηγή του και τον πυρήνα του σε κάποιες αφηρημένες βλέψεις «εθνικής αυτοδιάθεσης» και ανεξαρτητοποίησης, αλλά στην ανατροπή της νομιμότητας στο ίδιο το «εθνικό κέντρο», η οποία και κλόνισε τις υφιστάμενες εθνοτικές ισορροπίες. Η ίδια επίσης πραξικοπηματική ανατροπή αποτέλεσε ένα επεισόδιο του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, τέτοιο που φάνηκε ότι για την ρωσική πλευρά του ήταν πλέον ανεπαρκής η αμιγώς διπλωματική του αντιμετώπιση και ότι γι’ αυτήν έθετε  την αναγκαίοτητα ανάληψης συγκεκριμένης δράσης που κατέληξε στην προσάρτηση της Κριμαίας, στην «νομιμοποιητική» βάση της ιστορίας που διέπει την κυριαρχία επί της συγκεκριμένης περιοχής. Στην Ουκρανία, λοιπόν, συμπερασματικά, το κέντρο του προβλήματος δεν βρίσκεται σε μια εθνότητα που κάνει πράξη το «δικαίωμα αυτοδιάθεσής» της, αλλά στην βίαιη, υποκινούμενη από τα ευρωατλαντικά ιμπεριαλιστικά κέντρα, πραξικοπηματική ανατροπή των ως τότε υφιστάμενων όρων και σχέσεων συνύπαρξης μεταξύ των εθνοτικών παραγόντων στο εσωτερικό της είτε πρόκειται για «εθνότητες» είτε πρόκειται για «μειονότητες». Μια τέτοια ανατροπή και η διατήρηση του καθεστώτος που προέκυψε από αυτήν θα ήταν αδύνατο να μείνει χωρίς συνέπειες και αδίκως η ουκρανική κυβέρνηση αναζητά στην δήθεν «ομοειδή» περίπτωση της Καταλονίας μεταφυσικά ερείσματα στήριξης των «δικαιωμάτων» της.

Στην Κύπρο, επίσης, το «ομοειδές» αποτελεί μεταφυσική φενάκη. Ενδεχομένως στην κυπριακή ανακοίνωση «κατά της απόσχισης» κρύβεται ο «υπολογισμός» της κατάστασης στο νησί. Συνδυασμένος ίσως, και ίσως για ακόμη μια φορά, με τη σκέψη της «συμφέρουσας» ευθυγράμμισης με την μια ή άλλη πλευρά των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, που όμως είναι «συμφέρουσα» για τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης η οποία και επιχειρεί να τα «συνδυάσει» με την υπηρέτηση του «εθνικού συμφέροντος».  Όμως είναι αμφίβολο κατά πόσο είναι πάντοτε (ή ποτέ) υλοποιήσιμος ένας τέτοιος συνδυασμός. Γιατί, σε ό,τι αφορά το επίκαιρο ζήτημα, το κυπριακό σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί πρόβλημα «εθνικής αυτοδιάθεσης». Αποτελεί πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Ενδεχόμενη μάλιστα, έστω και υπονοούμενη, μεταφυσική εξομοίωση του κυπριακού με το «καταλανικό», όχι μόνο δεν θα αποτελούσε διπλωματική θωράκιση του κυπριακού κράτους, αλλά αντίθετα θα υπέσκαπτε την ουσία του κυπριακού προβλήματος ακριβώς ως προβλήματος εισβολής και κατοχής. Και υποθέτω, αυτή ακριβώς η ουσία οφείλεται να διακηρύσσεται ξανά και ξανά, κάθε φορά που η διεθνής «σύγχυση» τείνει να μεταβάλλεται σε εργαλείο αμφισβήτησής της.

Όσο για «εμάς»: Το ζήτημα δεν είναι ούτε ένα μέτωπο υπέρ της καταλανικής ανεξαρτησίας στο όνομα των γενικών αρχών της εθνικής αυτοδιάθεσης, ούτε ένα μέτωπο εναντίον της στο όνομα της ενιαίας πάλης της εργατικής τάξης. Το ζήτημα είναι η «χωρίς φόβο και πάθος» (ή μήπως «χωρίς φόβο αλλά με πάθος»;) ανάπτυξη στην πράξη αυτής της ενιαίας πάλης, κόντρα στον εθνικισμό και την καταστολή, δηλαδή κόντρα στον καταλανικό και τον ισπανικό εθνικισμό που αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξή της. Η αυτόνομη πάλη της εργατικής τάξης και των κοινωνικών της συμμάχων ενάντια στην επίθεση που δέχεται, με σύνθημα τον σοσιαλισμό: Σε όλη την Ισπανία, και την Καταλονία! Στην Καταλονία και σε όλη την Ισπανία! Και φυσικά, πρώτα απ’ όλα, στην ίδια μας τη χώρα!

Advertisements

σκέψεις γύρω από τη συζήτηση για την Καταλονία

Με αφορμή θέσεις, τοποθετήσεις, απόψεις που έχουν διατυπωθεί σε διαδικτυακές κυρίως συζητήσεις γύρω από το τρέχον ζήτημα της Καταλονίας, οι σκέψεις που ακολουθούν.

Πρώτη μια «μεθοδολογική» τοποθέτηση: Δεν είναι νομίζω σωστό να εξετάζεται το ζήτημα της Καταλονίας υπό το πρίσμα της αφηρημένης επίδρασης που ασκεί η μια ή η άλλη ιδεολογικο-πολιτική τοποθέτηση στα ζητήματα των εθνικών μειονοτήτων. Το ζήτημα της σχέσης και της αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων είναι ζήτημα διαφορετικό από το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων.  Ο λόγος ύπαρξης των εθνικών μειονοτήτων είναι ακριβώς ο εθνικός-κρατικός διαχωρισμός: αν λ.χ. σήμερα η Καταλονία διαχωριζόταν κρατικά από την υπόλοιπη Ισπανία, την ίδια στιγμή από τις δυο πλευρές των συνόρων θα δημιουργούνταν δυο εθνικές μειονότητες, στη μεριά της Καταλονίας μια ισπανική εθνική μειονότητα και στη μεριά της Ισπανίας μια καταλανική εθνική μειονότητα. Η εμφάνιση και η ύπαρξη, λοιπόν, των μειονοτήτων θα ερχόταν σαν αποτέλεσμα της καταλανικής εθνικής αυτοδιάθεσης που θα έφτανε ως τον κρατικό διαχωρισμό, και από εκεί και πέρα το ζήτημα των μειονοτήτων δεν θα ήταν και δεν θα μπορούσε να είναι ζήτημα δικής τους εθνικής αυτοδιάθεσης αλλά ζήτημα σεβασμού  των δικαιωμάτων τους ως εθνικών μειονοτήτων.

Είναι προφανές ότι οι εθνικές μειονότητες υπάρχουν σαν αποτέλεσμα της ύπαρξης εθνικών συνόρων και από τη στιγμή που υπάρχουν εθνικά σύνορα θα υπάρχουν και εθνικές μειονότητες, γιατί όπως συμβαίνει σε γενικές γραμμές με όλα τα σύνορα έτσι και τα εθνικά σύνορα έχουν έναν ορισμένο «συμβατικό» χαρακτήρα, στην πραγματικότητα δεν τοποθετούνται σε κάποιο ανύπαρκτο σημείο διαχωρισμού αλλά στο σημείο της ένωσης και ανάμιξης των εθνοτήτων.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων συγχεόταν με το εθνικό ζήτημα, αν το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων αντιμετωπιζόταν σαν το εθνικό ζήτημα, αν αντί για ζήτημα σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων μετατρεπόταν σε ζήτημα «εθνικής αυτοδιάθεσης», δεν θα υπήρχε άλλο αποτέλεσμα παρά μια δίχως τέλος μετατροπή της εκάστοτε μειονότητας σε πλειονότητα εντός των δικών της ορίων και την δημιουργία εντός της μιας νέας μειονότητας αποτελούμενης από πρώην «πλειονοτικούς» (στα πλάισια των προηγούμενων συνόρων), που με τη σειρά της κι αυτή η νέα μειονότητα θα μπορούσε να διεκδικήσει την «εθνική αυτοδιάθεσή» της, μέχρι να φτάσουμε στο εσωτερικό της κάθε εθνικά «μικτής» πολυκατοικίας και στην «εθνική αυτοδιάθεση» των ορόφων και των διαμερισμάτων.

Εν πάση περιπτώσει οι δικαιολογημένες βαλκανικές μας φοβίες δεν έχουν εφαρμογή στο τρέχον καταλανικό ζήτημα. Η Καταλονία και εντός της Ισπανίας αποτελεί μια ιδιαίτερη εθνότητα, ενώ οι διάφορες βαλκανικές εθνικές μειονότητες αποτελούν την συνέπεια της ύπαρξης των ήδη ανεξάρτητων βαλκανικών εθνικών κρατών, τα οποία ομολογημένα ή ανομολόγητα, σε κρατικό-κυβερνητικό επίπεδο ή σε επίπεδο εθνικιστικών πολιτικών μορφωμάτων στο εσωτερικό των κρατών, επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν την αναπόφευκτη ύπαρξή τους (δηλ. την ύπαρξη των μειονοτήτων αναπόφευκτα όπου υπάρχει εθνικός-κρατικός διαχωρισμός) στην υπηρεσία των διάφορων σχεδίων «μεγαλείου» τού ενός ή του άλλου αστικού κράτους, υπό την στρατηγική καθοδήγηση των διάφορων ιμπεριαλιστικών κέντρων.

Με άλλα λόγια το ζήτημα της Καταλονίας είναι ζήτημα «εθνικής αυτοδιάθεσης», ενώ η ύπαρξη των βαλκανικών εθνικών μειονοτήτων (με την ποικιλία των μορφών τους) αποτελεί συνέπεια της προγενέστερης λύσης των ζητημάτων αυτοδιάθεσης των βαλκανικών εθνών.

Δεύτερο: Αποτελεί ιστορική οπισθοχώρηση η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των λαών από το ζήτημα της κοινωνικής τους οργάνωσης, από το ζήτημα της κοινωνικής απελευθέρωσης των εργαζομένων, στο ζήτημα του «εθνικού αυτοπροσδιορισμού». Ιστορική οπισθοδρόμηση, ιδίως στον βαθμό (βαθμός που στις μέρες μας φαντάζει «απόλυτος») που το αίτημα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού είναι αποσπασμένο από την ανατροπή του καθεστώτος κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία.

Όμως το δεύτερο δεν είναι εντελώς άσχετο από το πρώτο. Λ.χ. το ζήτημα της αποδέσμευσης μιας χώρας, όπως η χώρα μας, από την υπέρτατη αρχή των ελευθεριών της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας που επιβάλλει η ΕΕ των μονοπωλίων, το ζήτημα της αποτίναξης των δεσμών που συνιστά η ένταξη στο ΝΑΤΟ, αυτά είναι και ζητήματα εθνικού αυτοπροσδιορισμού, εθνικής αυτοδιάθεσης, αλλά εθνικού αυτοπροσδιορισμού και αυτοδιάθεσης με το καθορισμένο περιεχόμενο που υπηρετεί την πάλη της εργατικής τάξης και όλων των εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων. Όσο κι αν η ένταξη στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς της ΕΕ και του ΝΑΤΟ εμφανίζεται ως εθελοντική επιλογή ενός «ανεξάρτητου κράτους». Το πόσο ανεξάρτητο είναι το κράτος και πόσο εθελοντική η επιλογή θα φαινόταν αμέσως ανάγλυφα από τις ιμπεριαλιστικές αντιδράσεις στην περίπτωση που η χώρα μας προχωρούσε στην αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς θέτοντας τις παραγωγικές της δυνάμεις στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών. Θα φαινόταν από τη στιγμή που η χώρα μας θα ακολουθούσε αυτόν, τον μοναδικό, αναγκαίο και δυνατό δρόμο ανεξαρτησίας και αυτοπροσδιορισμού, όχι προς  τον σκοπό του εθνικιστικού διαχωρισμού αλλά προς τον σκοπό της ανατροπής της κυριαρχίας των μονοπωλίων πάνω στα έθνη και της συνένωσής τους στη βάση της κυριαρχίας των εργαζομένων πάνω στα μέσα και τους καρπούς του μόχθου τους.

Ιστορική οπισθοχώρηση λοιπόν η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των λαών από την ταξική πάλη προς τον εθνικισμό. Αλλά αυτό δεν αναιρεί τις γενικές αρχές με τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται τα ζητήματα της εθνικής αυτοδιάθεσης.

Τρίτο. Οι γενικές αυτές αρχές των κομμουνιστών αναγνωρίζουν στους λαούς το «χωρίς όρους» δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης, όμως αυτό δεν σημαίνει πως σαν πολιτική δύναμη οι κομμουνιστές διαμορφώνουν την εκάστοτε πολιτική τους θέση αφηρημένα, στη βάση της γενικής αναγνώρισης του δκαιώματος στην αυτοδιάθεση, και όχι συγκεκριμένα, δηλαδή στη βάση του ερωτήματος ποια μορφή αυτοδιάθεσης υπηρετεί αποτελεσματικότερα τον αγώνα της εργατικής τάξης σαν τάξη για τον εαυτό της.

Έτσι, συζητώντας για την Καταλονία, τα ερωτήματα που, νομίζω θα έπρεπε να  απαντηθούν είναι τα εξής:

Από τη μια, το αίτημα ανεξαρτητοποίησης της Καταλονίας λειτουργεί σαν πρόσκομμα στην ενιαία πάλη της ισπανικής εργατικής τάξης, του ισπανικού λαού, των λαών της Ισπανίας ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων;

Από την άλλη, το ίδιο αυτό αίτημα θέτει εντός ορισμένων ορίων δυνατότητες ανάδειξης του ζητήματος της πάλης των εργαζομένων ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων στο εσωτερικό της ίδιας της Καταλονίας; Δυνατότητες ανάδειξης της μόνης εθνικής αυτονομίας που έχει νόημα – στις δοσμένες συνθήκες – για την εργατική τάξη και τα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα; Εννοώ με το τελευταίο, ότι στον βαθμό που στην Καταλονία προβάλλεται η άποψη ότι είναι δυνατόν αυτή να αποτελέσει ένα «βιώσιμο» ανεξάρτητο εθνικό κράτος, τότε ποια άλλη μορφή «αυτονομίας» θα μπορούσε να επισφραγίσει από τη σκοπιά της εργατικής τάξης αυτήν την άποψη, αν όχι ο στόχος της «αυτόνομης» κοινωνικοποίησης των μονοπωλίων και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και μάλιστα όχι σαν όρος εθνικού διαχωρισμού της Καταλονίας από την υπόλοιπη Ισπανία αλλά σαν «κινητήριος» όρος συνένωσης των λαών της Ισπανίας σε μια χώρα σοσιαλιστική σε όλη της την έκταση;

Στα δυο παραπάνω ερωτήματα η απάντηση είναι κατά τη γνώμη μου και στα δυο «ναι»: Η «ανεξαρτητοποίηση» συνιστά και πρόσκομμα στην ενιαία πάλη της ισπανικής εργατικής τάξης (ακόμα περισσότερο η αλληλοτροφοδότηση ανάμεσα σε αυτήν και την καταστολή του ισπανικού κράτους που συγκλίνει σε αυτή την κατεύθυνση και την ανεβάζει «ποιοτικά») και επίσης περιέχει όρους ικανούς να αναδείξουν την ταξική-πολιτική αυτονομία των εργαζομένων.

Αλλά, τόσο για τον σκοπό της ακύρωσης των όρων ματαίωσης της ενιαίας πάλης της ισπανικής εργατικής τάξης και των κοινωνικών της συμμάχων, όσο και για την ανάδειξη και επικράτηση, «εθνικά», της αυτόνομης πάλης της εργατικής τάξης πρέπει να γίνει πράξη αυτό που επισημαίνει το ΚΚ των λαών της Ισπανίας, δηλαδή η «ανάγκη οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα να απεμπλακούν από το δρόμο χωρίς προοπτική όπου οδηγεί ο κάθε είδους εθνικισμός και να προβάλουν τη δική τους ανεξάρτητη πάλη ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία». Κι αυτό γίνεται πράξη μέσα από την πάλη για αυτή την ακύρωση και αυτή την ανάδειξη.


μαθαίνοντας στους άλλους το συμφέρον τους…

Πότε θα καταλάβουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες ότι η «φτωχοποίηση» έρχεται σε αντίθεση με τα «οράματα» και τις «αξίες» της «ενωμένης Ευρώπης», με το «ευρωπαϊκό κεκτημένο»; Πότε θα συνταραχτούν από την διαπίστωση ότι «σπέρνοντας φτώχεια θερίζουν φασισμό»;

Αμ οι Τούρκοι κυβερνώντες… Δεν αντιλαμβάνονται κι αυτοί – τόσες δεκαετίες – τι κόστος έχουν για την «ενταξιακή πορεία» της χώρας τους ο επεκτατισμός, οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η «αδιαλλαξία» τους στο Κυπριακό;

Και τι είναι τώρα αυτά που κάνουν τα Τίρανα, με τα ακίνητα της μειονότητας; Δεν κατανοούν οι αλβανικές αρχές ότι υπονομεύουν την «ευρωπαϊκή προοπτική» της χώρας τους;

***

Σαν να είναι ιδεολογικά τυφλωμένη από την «ευρωπαϊκή ιδέα» της η ελληνική άρχουσα τάξη, μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων, δίνει σε όλους μαθήματα ευρωπαϊκών «αξιών», υποδεικνύει σε όλους το συμφέρον τους στην δική τους «ενταξιακή πορεία», στην δική τους «ευρωπαϊκή προοπτική»

Στο μεταξύ, παρά τις «εκκλήσεις», το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» διευρύνεται και εμβαθύνεται με όλο και περισσότερους αντιλαϊκούς, αντεργατικούς μηχανισμούς, οικονομικούς και πολιτικούς. Κι η ίδια η Ελλάδα είναι ζωντανό παράδειγμα προς αποφυγή κάθε «ενταξιακής πορείας» και «ευρωπαϊκής προοπτικής»…

Σαν εμφατική υπόμνηση της ατιμωτικής υπόθεσης με τους S-300 (που το 1998, ελέω ευρω-ΝΑΤΟϊκού «μονόδρομου», αντί για την Κύπρο κατέληξαν στην Κρήτη, για να χρησιμοποιούνται  σήμερα σαν προσομοιωτές της αμυντικής ικανότητας του Ιράν στις ελληνο-ισραηλινές αεροπορικές ασκήσεις…), η Τουρκία εμφανίζεται να προμηθεύεται το αντιαεροπορικό σύστημα S-400

Και στο βάθος, πίσω από τις κενές (ξανα)επικλήσεις της αλβανικής «ευρωπαϊκής προοπτικής», σε σχέση με τα μειονοτικά δικαιώματα, ελλοχεύει – και από την εδώ πλευρά των συνόρων – η χρησιμοποίηση των μειονοτικών ζητημάτων σαν εργαλείο εξυπηρέτησης των αστικών ανταγωνισμών.

***

Κατεδάφιση ακινήτων της ή υπαγωγή της στην «μνημονιακή κατοχή»; Να το παρόν δίλημμα της νοτιοαλβανικής μειονότητας, αν προεκτείνουμε τις βλέψεις των αντιτιθέμενων αστικών «στρατοπέδων» ως τις τελικές τους συνέπειες.

Ενώ για τους λαούς, όλο και πιο επιτακτικά, όλο και πιο άμεσα, όλο και πιο ζωτικά έρχεται στο προσκήνιο η αναπόδραστη ανάγκη να αντιταχθούν στις επιλογές των «δικών τους» αστικών τάξεων, και στις όποιες εναλλακτικές μορφές αυτών των επιλογών, στις όποιες μορφές εθνικιστικού ή ευρωπαϊκίστικου μεγαλοϊδεατισμού, να αντιταχθούν στους πολιτικούς και άλλους εκφραστές και εκπροσώπους αυτών των επιλογών, στα ιμπεριλιαστικά κέντρα και μηχανισμούς, να οργανώσουν την πάλη τους για το κοινό μέλλον τους σε μια περιοχή κι έναν κόσμο χωρίς εκμεταλλευτές γιατί μόνο σ’ έναν τέτοιο κόσμο και σ’ ένα τέτοιο «μέρος» μπορεί να είναι κοινό το μέλλον των λαών.

Δεν υπάρχει άλλη επιλογή για τους λαούς και κάθε άλλη επιλογή δεν πρόκειται να είναι δική τους.

Οι εκμεταλλευτές, εκτός από τον ιδρώτα τους, τους ζητούν και το αίμα τους.   Μπορεί να τους δίνεις τον ιδρώτα σου, για να μη χύσεις το αίμα σου, αλλά όταν σου ζητούν να χύσεις το αίμα σου γι’ αυτούς, τότε είναι καιρός να πάρεις τον ιδρώτα σου πίσω.

***

Λευτεριά στη Νότια Ήπειρο!


Το δικαίωμα της απεργίας και «η κοινωνία και το έθνος» από τη σκοπιά του

Η προηγούμενη ανάρτηση αυτού του μπλογκ ήταν αφιερωμένη στο δικαίωμα στην εργασία.

Πρόκειται για το δικαίωμα το οποίο οι εκπρόσωποι και οι διαχειριστές της άρχουσας τάξης, ενώ φύσει και θέσει το καταστρατηγούν συστηματικά τις 365 μέρες του χρόνου, το θυμούνται ξαφνικά όποτε έχουν απέναντι τους μια αποφασιστική απεργιακή κινητοποίηση σε κάποιο κλάδο, σε κάποια βιομηχανία κλπ. Τότε ξαφνικά ξαναθυμούνται το «δικαίωμα στην εργασία» διαστρεβλώνοντας το περιεχόμενό του, τιτλοφορώντας «δικαίωμα στην εργασία» το «δικαίωμα» στην απεργοσπασία, για να στραφούν ενάντια στην απεργιακή κινητοποίηση, ενάντια στο απεργιακό δικαίωμα, ενάντια στο απεργιακό δίκαιο της περιφρούρησης του αγώνα των εργαζομένων.

«Ξαναθυμούνται» πολλά, κάθε φορά που βρίσκονται αντιμέτωποι με τους απεργιακούς αγώνες των εργαζομένων για το δικαίωμα στη δουλειά και για δουλειά με δικαιώματα…

Ξαναθυμούνται για παράδειγμα τη «δημοκρατία» και τις «δημοκρατικές διαδιακασίες». Έτσι, για παράδειγμα,  η σημερινή κυβέρνηση, αυτή που κυβερνά «νομιμοποιημένη» εκλογικά με το 39,55% του 53,74% όσων έχουν δικαίωμα ψήφου, η κυβέρνηση που με αυτή τη μειοψηφική εκλογική «νομιμοποίηση» ψηφίζει όλους τους αντιλαϊκούς νόμους της «ατζέντας» της, αυτή η ίδια σύμφωνα με τις διάφορες επικοινωνιακές «διαρροές» ετοιμάζεται να υλοποιήσει τις δεσμευσεις της προς το κεφάλαιο και τους «θεσμούς» του με νόμο που θα καθιστά «παράνομες» τις απεργίες εφόσον τις αποφασίζει η πλειοψηφία των γενικών συνελεύσεων των σωματείων και όχι των εγγεγραμμένων μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Ας εφαρμόσει η κυβέρνηση πρώτα στον εαυτό της αυτόν τον «δημοκρατικό κανόνα» ομολογώντας την έλλειψη της δικής της «νομιμοποίησης». Κι ας αφήσει στην άκρη τα σχέδια ποινικοποίησης των εργατικών αγώνων, οι οποίοι άλλωστε δεν αντλούν την δημοκρατική τους νομιμοποίηση από τις «παραχωρήσεις» του αστικού κράτους αλλά από τις συλλογικές διαδικασίες των οργάνων του ταξικού εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Σε αυτούς τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς ποινικοποίησης των εργατικών αγώνων εντάσσεται προφανώς και το άρθρο της «Αυγής», που με τον τίτλο «Απεργία: Το έσχατο μέσο που έγινε πρώτο!» ανακαλύπτει στον απεργιακό αγώνα των εργατών καθαριότητας για το δικαίωμά τους στην εργασία μια επίκαιρη αφορμή, για να βγάλει στο προσκήνιο σαν «πρώτη» την «έσχατη» φιλοδοξία της τάξης των εκμεταλλευτών ενάντια στο εργατικό κίνημα και τους αγώνες του: «Ορισμένοι κρίσιμοι για τα κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα κλάδοι δεν έχουν το δικαίωμα της απεργίας».

Δεν έχει περάσει δα και πολύς καιρός από τότε που ο σημερινός πρωθυπουργός χαρακτήριζε, από τις θέσεις της «αντιπολίτευσης», τον απεργιακό αγώνα των ναυτεργατών σαν «εξαλλοσύνες». Και εκείνη η «αντιπολιτευτική» θέση, όπως και η «αντιπολιτευτική» θέση του ΣΥΡΙΖΑ για σχίσιμο των μνημονίων «αλλά με τη συμφωνία των εταίρων», συγκροτούν το νήμα της αντιλαϊκής «συνέπειας» του ΣΥΡΙΖΑ από την περίοδο της «αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης» ως τη σημερινή περίοδο της διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Και σήμερα, τώρα που ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ αναγορεύει τον στόχο ενός  νέου κύκλου ανάπτυξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας σε στόχο «εθνικό», το δημοσιογραφικό του όργανο αναγορεύει ουσιαστικά σε «παράνομη» την απεργία στους «κρίσιμους για τα κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα κλάδους». Τώρα που τα συμφέροντα των μονοπωλίων αναγορεύονται από την «κυβέρνηση της αριστεράς» σε συμφέροντα «κοινωνικά και εθνικά», τώρα γίνεται από τους κυβερνητικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς «συζήτηση» για απεργίες που στρέφονται ενάντια στο «κοινωνικό και εθνικό συμφέρον»…

Αλλά αντίστροφα: Την ώρα που η «Αυγή» διακηρύσσει ότι οι εργατικοί αγώνες στρέφονται ενάντια «στα συμφέροντα της κοινωνίας και του έθνους», την ίδια στιγμή και οι αγώνες των εργαζομένων είναι αναγκαίο να αποκτήσουν χαρακτηριστικά και προσανατολισμό τέτοια που να ανυψώνουν το δικό τους δίκιο σε αποκλειστικό συμφέρον του έθνους και της κοινωνίας, ενάντια στο «δίκιο» και τα «συμφέροντα» της τάξης των εκμεταλλευτών.


το δικαίωμα στην εργασία και ο κόσμος από την σκοπιά του

«…Στο πρώτο σχέδιο συντάγματος που καταρτίστηκε πριν από τις μέρες του Ιούνη, βρισκόταν ακόμα το «droit au travail», το δικαίωμα στην εργασία, η πρώτη αδέξια διατύπωση όπου συνοψίζονται οι επαναστατικές αξιώσεις του προλεταριάτου. Αυτό μετατράπηκε στο droit al’ assistance, στο δικαίωμα να παίρνει βοήθημα απ’ το δημόσιο. Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο; Το δικαίωμα στην εργασία είναι, με την αστική έννοια, ένας παραλογισμός, ένας άθλιος, ευσεβής πόθος. Πίσω όμως απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους. Πίσω από το «δικαίωμα στην εργασία» βρισκόταν η εξέγερση του Ιούνη. Η συντακτική συνέλευση, που έθετε ουσιαστικά το επαναστατικό προλεταριάτο εκτός νόμου, ήταν για λόγους αρχής υποχρεωμένη να βγάλει τη διατύπωση του δικαιώματος της εργασίας απ’ το σύνταγμα, αυτό το νόμο των νόμων, ήταν υποχρεωμένη να ρίξει το ανάθεμα στο «δικαίωμα στην εργασία»…»

(Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, ΣΕ, σελ. 78-79)

***

Μάλλον σαν αποτύπωση πολιτικών συσχετισμών στο πεδίο της ιδεολογίας, στο μεταπολιτευτικό σύνταγμα του 1975 όπως ισχύει και σήμερα, διακηρύχτηκε, στο άρθρο 22, ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

Βέβαια τι «δικαίωμα», αφού με την αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 του ίδιου αυτού συντάγματος η διάταξη σύμφωνα με την οποία, για τους υπαλλήλους του δημοσίου που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου «απαγορεύεται»  η από το νόμο μονιμοποίησή τους ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό, τουλάχιστον για την ώρα , γιατί τι άλλο αν όχι ευτελισμός της έννοιας του «συντάγματος» είναι η πρόστυχη εισαγωγή μιας διάταξής του σαν κι αυτής, που «απαγορεύει τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου»;  Το 2001, άλλωστε, είναι μια χρονιά όπου ήδη η ελληνική άρχουσα τάξη είχε αρχίσει να στενεύεται από το σύνταγμά της: Δυο μόλις χρόνια πριν η κυβέρνηση Σημίτη το είχε παραβιάσει κατάφορα επιτρέποντας χωρίς  νόμο ψηφισμένο από τη βουλή (άρθρο 27) τη διέλευση των «χερσαίων» της «συμμαχίας» που επέδραμε κατά της Γιουγκοσλαβίας, ενώ στην αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε επίσης (στο άρθρο 28) και η «ερμηνευτική δήλωση» που καθιερώνει σαν υπέρτερο έναντι του εθνικού το δίκαιο της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και θεσμοθετεί την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας ως «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Και έμελε, σε λιγότερο από μια δεκαετία, να έρθει και η ώρα που το ίδιο αυτό άρθρο 28 θα  ανασκολοπιζόταν διαδοχικά από τις κυβερνήσεις Παπαδήμου, Σαμαρά και Τσίπρα, κάθε φορά που ψήφιζαν χωρίς  την προβλεπόμενη πλειοψηφία των 3/5 την εκχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων στους «θεσμούς» των μνημονίων. Βέβαια πρέπει να αναγνωρίσουμε στην «πρώτη φορά αριστερά» ότι το 3ο μνημόνιο είναι από αυτήν την άποψη και το μόνο «συνταγματικό», αφού με αστική ευγένεια μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ το υπερψήφισαν επίσης η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, οπότε εν προκειμένω ουδείς λόγος ενεργοποίησης του  «πατριωτισμού των Ελλήνων»…

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας: Λέγαμε λοιπόν ότι το άρθρο 22 αναγνωρίζει την εργασία σαν δικαίωμα και ότι παραβλέπουμε σαν ευτελισμό του συντάγματος την «απαγόρευση μετατροπής συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου».  Αυτό που όμως δεν μπορούμε να  παραβλέψουμε, είναι ότι απέναντι στο δικαίωμα της εργασίας του άρθρου 22 ορθώνεται η προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17, στην οποία βέβαια περιλαμβάνεται και η προστασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (αυτής της ίδιας που  αποθεώνεται με τις «ελευθερίες» της συνθήκης του Μάαστριχτ), η οποία ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποτελεί και το άκρο αντίθετο του δικαιώματος στην εργασία. Το λέει η επιστήμη, το λέει ο Μαρξ: «Πίσω απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους». Και οφείλουμε στην πολιτική οικονομία να είμαστε μαρξιστές με την ίδια έννοια που στις φυσικές επιστήμες είμαστε οπαδοί του Νεύτωνα. Το λέει ο Τσε.

Τι κάνουμε λοιπόν τώρα, που το δικαίωμα στην εργασία του άρθρου 22 προσκρούει στην προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17; Ευτυχώς για την «αστική νομιμότητα» οι ιδεολογικοί συσχετισμοί της μεταπολίτευσης άφησαν κι εδώ τη σφραγίδα τους: Διότι ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 17 «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους», αλλά συνεχίζει το ίδιο άρθρο: «τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».  Και πόσο «γενικό συμφέρον» δεν είναι το (και συνταγματικά προβλεπόμενο) δικαίωμα στην εργασία, ώστε να μη μπει φραγμός (να ασκηθεί «βία») στα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και μάλιστα κατά τρόπο που να αφήνει αδιατάρακτη την υφιστάμενη «αστική νομιμότητα»!!! Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα!

Να λοιπόν πεδίο δόξας για τον πατριωτισμό του λαού, στον οποίο «επαφίεται η τήρηση» (άρθρο 120) του δικαιώματος στην εργασία (άρθρο 22) και η «βία» εναντίον των  δικαιωμάτων και «ελευθεριών» που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ασκούνται σε βάρος του δικαιώματος στην εργασία δηλαδή «σε βάρος του γενικού συμφέροντος» δηλαδή αντικοινωνικά (άρθρο 17). Αν μπορούνε, άλλωστε, ας ασκηθούνε κι αλλιώς. 

***

Το 1848-1850 η αντεπανάσταση μετέτρεψε το «δικαίωμα στην εργασία» σε «δικαίωμα σε βοήθημα». Το 2015-2017 ο ΣΥΡΙΖΑ μετέτρεψε το «ψωμί – παιδεία – ελευθερία» σε «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» ή σε «κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης», όπως το μετονόμασε νομίζοντας ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ελάχιστη εγγυημένη εξαθλίωση και στο κοινωνικό επίδομα εξαθλίωσης…

«Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο;»

Ο Τσίπρας, προχθές είπε στον Κουτσούμπα, ότι καλή βέβαια και η Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά τώρα «πάμε μπροστά»… Όμως ήταν το 1850, δηλαδή πριν 167 ολόκληρα χρόνια, τότε που ο Μαρξ μιλούσε για «σύγχρονο κράτος». Οπότε, και το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, δεν εξαρτάται από τη χρονολογία αναφοράς. Οι χρονολογίες διαδέχονται η μια την άλλη και χωρίς εμάς. Το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, εξαρτάται από τις απαιτήσεις που έχει κανείς σήμερα από ένα «σύγχρονο κράτος». Και εαν εν έτει 2012 θεωρεί κανείς «σύγχρονο» το κράτος που (ήδη από το 1850) «τρέφει τους απόρους του», τότε αυτός δεν μας οδηγεί «μπροστά» αλλά στο «βάθος του χρόνου», και το βάθος του χρόνου βρίσκεται πάντοτε στο ιστορικό παρελθόν, δε φτάνουμε εκεί «πηγαίνοντας μπροστά» αλλά οπισθοδρομώντας ιστορικά, αυτός δεν είναι ο δρόμος της ιστορικής προόδου αλλά ο δρόμος της ιστορικής αντίδρασης.

***

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στο ψωμί, στην παιδεία, στην ελευθερία. Δεν είναι το δικαίωμα των απόρων σε βοήθημα. Είναι η αναγνώριση της εργασίας σαν πρωταρχικού πόρου και του δικαιώματος της κοινωνίας να μην τρέφει άπορους γιατί δεν διαθέτει άπορους.

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στην ικανοποίηση της πιο πρωταρχικής ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, της ανάγκης της παραγωγής από τον άνθρωπο των όρων της ίδιας του της ύπαρξης. Ανάγκη που η ικανοποίησή της αποτελεί ταυτόχρονα και όρο του εξανθρωπισμού του ανθρώπου, όρο που καθιστά τον άνθρωπο δημιουργό της ζωής του και τη ζωή του – τον ίδιο του τον εαυτό – δικό του δημιούργημα. Ο αποκλεισμός από το δικαίωμα στην εργασία ισοδυναμούσε και ισοδυναμεί πάντα με κοινωνικό εξοστρακισμό, ακόμη κι αν κάθε «σύγχρονο» κράτος τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο…

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον καταναγκασμό στην απλήρωτη υπερεργασία και γι’ αυτό είναι κοινωνικό και ατομικό δικαίωμα των εργαζόμενων στον καρπό της εργασίας τους. Ο καταναγκασμός στην απλήρωτη υπερεργασία είναι συνέπεια της εμπράγματης άρνησης του δικαιώματος στην εργασία, είναι συνέπεια του χωρισμού των μέσων της εργασίας από τον εργάτη, συνέπεια της αποστέρησης από τον εργάτη των μέσων της εργασίας του και της περιέλευσής τους στον κάτοχο των μέσων παραγωγής. Χωρίς αυτόν τον χωρισμό, χωρίς αυτήν την περιέλευση, δεν θα ήταν δυνατή η άρνηση της εργασίας σαν δικαιώματος και η αντικατάστασή της από το αντίθετό της:  από τον καταναγκασμό στην απλήρωτη εργασία ή στην ανεργία. Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με τον καταναγκασμό στην υποδούλωση: χωρίς την άρνηση του δικαιώματος στην εργασία δεν θα μπορούσε να υπάρχει καταναγκασμός στην υποδούλωση και μόνο από τον καταναγκασμό στην υποδούλωση μπορεί να προέλθει η άρνηση του δικαιώματος στην εργασία.

***

Η ταξική, εκμεταλλευτική κοινωνία στη θέση της ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, που με το δικαίωμα στην εργασία απαιτεί την ικανοποίησή της, εγκαθιστά τον ταξικό καταναγκασμό. Στη θέση της εργασίας σαν αναγκαίας φυσικής ελεύθερης κοινωνικής ανθρώπινης δραστηριότητας εγκαθιστά την εργασία σαν καταναγκαστική ταξική υποδούλωση.

Η κυρίαρχη ιδεολογία της ταξικής, εκμεταλλευτικής κοινωνίας περιφρονεί το δικαίωμα στην εργασία. Η εργασία γι’ αυτήν είναι άλλωστε «σήμα» του υπόδουλου. Για την κυρίαρχη ιδεολογία στην πρώτη θέση βρίσκεται το δικαίωμα στην αεργία που η εμπράγματη βάση και ολοκλήρωσή του συνίσταται στο δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής της κοινωνίας σαν όρο χρησιμοποίησης και εκμετάλλευσης ξένης εργασίας. Στην κορυφή της αξιακής κοινωνικής ιεραρχίας η κοινωνικά κυρίαρχη ταξική ιδεολογία δεν τοποθετεί το δικαίωμα στην εργασία αλλά, με την ονομασία «δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής», τοποθετεί το δικαίωμα στην αεργία και στην ιδιοποίηση της ξένης εργασίας, ως όρο αυτεπίγνωσης της κυρίαρχης τάξης και ταυτόχρονα ως όρο ιδεολογικής αλλοτρίωσης της υπόδουλης τάξης. Το δεύτερο στη βάση ήδη του γεγονότος ότι ο κοινωνικός καταναγκασμός με τη μορφή της υποδουλωμένης εργασίας επικαλύπτει και συγκαλύπτει την εργασία σαν πρωταρχική ανθρώπινη ζωτική ανάγκη, συνιστά άρνησή της.

Το δικαίωμα στην εργασία και η διεκδίκησή του βρίσκεται σε αντίθεση με την εμπράγματη και ιδεολογική αλλοτρίωση των εργαζομένων, των απαλλότριων από τα μέσα παραγωγής, των προλετάριων.

***

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με το καθεστώς αγοραπωλησίας του εμπορεύματος «εργατική δύναμη»: Κανένα  εμπόρευμα δεν πωλείται «δικαιωματικά», δικαιωματικά απλώς διατίθεται προς πώληση, αλλά αυτή εξαρτάται από την προσφορά και την ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Δικαίωμα στην εργασία σημαίνει τον κοινωνικό σχεδιασμό στη θέση της τυφλής κυριαρχίας της προσφοράς και ζήτησης των εμπορευμάτων, σημαίνει την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης στη θέση της πολιτικής οικονομίας του κεφαλαίου.

ΓΕΦΥΡΑ-ΑΦΙΣΣΑ-1

κινητοποιηση-δουλεια-για-ολους-20170625

 

 

 


Σε αυτές τις «μη επαναστατικές» συνθήκες που ζούμε

Άσχετα από τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ο καθένας το ότι ζούμε και δρούμε σε «μη επαναστατικές» συνθήκες, το γεγονός ότι οι συνθήκες είναι «μη επαναστατικές» δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση πολιτικής ανταπόκρισης στο ερώτημα το διατυπωνόμενο από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων εργαζόμενων στρωμάτων: τι κυβέρνηση έχει ανάγκη η χώρα. Ερώτημα που καταρχήν δεν σημαίνει «ποιο κόμμα» θα ασκεί την κυβερνητική πολιτική, αλλά ποια κυβερνητική πολιτική πρέπει να ασκηθεί.

Πόσο μάλλον που οι υπάρχουσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, δεν έχουν σαν σύνολο την παραμικρή σχέση με συνθήκες στις οποίες «οι πάνω» διαθέτουν τη βεβαιότητα ότι μπορούν να ζουν  «όπως παλιά», ότι μπορούν «να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους» και στις οποίες «οι κάτω θέλουν να ζουν όπως παλιά». Τέτοιες συνθήκες ήταν οι υπάρχουσες μέχρι το 2010 και έχουν παρέλθει. Από τότε διατηρείται μια κατάσταση διαρκούς «επιδείνωσης, μεγαλύτερης από την συνηθισμένη, της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων». Από τότε, επίσης, είναι εμφανής η αδυναμία μιας οριστικής αναδιάταξης του αστικού πολιτικού σκηνικού τέτοιας που να ενσωματώνει αποτελεσματικά τις εργαζόμενες τάξεις και στρώματα, και μάλιστα σε συνθήκες «ρευστότητας» των διεθνών ανταγωνισμών εντός των οποίων οφείλουν να εντάσσονται και οι βλέψεις της εγχώριας άρχουσας τάξης. Από τότε επίσης, εμφανίστηκε, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της, μια διετής περίοδος «σημαντικού ανεβάσματος της δραστηριότητας των μαζών», διαφορετική από την περίοδο όπου οι μάζες «αφήνονται ήσυχα να τις ληστεύουν». Το ότι αυτή η δραστηριότητα δεν απέκτησε τα χαρακτηριστικά «αυτοτελούς ιστορικής δράσης», καθώς και το γιατί δεν τα απέκτησε, το ότι εκείνη η άνοδος της δραστηριότητας δεν είχε συνέχεια καθώς και το γιατί δεν είχε συνέχεια, το ότι εκείνη η «σύντομη» άνοδος της δραστηριότητας των μαζών έχει δώσει τη θέση της σε μια στάση αναμονής και «απάθειας» αλλά όχι προσαρμογής, το ότι τα προηγούμενα επιδρούν «θετικά» στη δυνατότητα της άρχουσας τάξης να διατηρεί και να επιζητά την αναδιάταξη των μορφών της κυριαρχίας της, αυτά είναι αλήθεια. Αλλά όλα τα παραπάνω μαζί παρμένα, όσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση ύπαρξης επαναστατικών συνθηκών, άλλο τόσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση των συνθηκών σαν τέτοιες που τυπικά και με βάση όλα τους τα γνωρίσματα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «μη επαναστατικές συνθήκες».

Ο γνωστός λενινιστικός ορισμός των επαναστατικών συνθηκών, περιέχει σαν αντίστροφη όψη του και έναν ορισμό των μη επαναστατικών συνθηκών: 1) Οι κορυφές μπορούν να ζουν όπως παλιά, μπορούν να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους.  2) Τα κάτω στρώματα θέλουν να ζουν όπως παλιά. 3) Η ανέχεια και η αθλιότητα των καταπιεζόμενων τάξεων παραμένει η συνηθισμένη, χωρίς επίδείνωσή της. 4) Οι μάζες αφήνονται να τις ληστεύουν ήσυχα, το επίπεδο της δραστηριότητάς τους είναι αυτό των «ειρηνικών» εποχών.

Δεν είναι τέτοιες οι σημερινές συνθήκες, συνολικά παρμένες, όπως δεν είναι και αντίθετες. Είναι «μη επαναστατικές συνθήκες» μόνο σχετικά, δηλαδή μόνο από την άποψη ότι δεν είναι επαναστατικές, όχι όμως από την άποψη της «απόλυτης τιμής» των συνθηκών που θα ορίζονταν ως «μη επαναστατικές». Από την άποψη αυτής της «απόλυτης τιμής» οι υπάρχουσες συνθήκες δεν είναι «μη επαναστατικές». Και ειδικά γύρω από τον καταλυτικό παράγοντα της δραστηριότητας των καταπιεζόμενων τάξεων, το χαμηλό επίπεδο αυτής της δραστηριότητας οφείλεται σε έναν μεγάλο βαθμό  στην  έλλειψη ενός συγκεκριμένου και καθοδηγητικού γι’ αυτές πολιτικού στόχου, τέτοιου που α) να απαντά με γενικό τρόπο στις ανάγκες τους και β) να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι μη-επαναστατικές  αλλά δεν είναι και επαναστατικές, και δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες «ανεξάρτητα από τη θέληση ορισμένων χωριστών ομάδων και κομμάτων, αλλά και από τη θέληση ορισμένων χωριστών τάξεων». Ενός συγκεκριμένου καθοδηγητικού πολιτικού στόχου που να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες, αλλλά είναι συνθήκες γενικού μετεωρισμού ανάμεσα σε μια «παλιά» κατάσταση πραγμάτων και σε μια νέα «ακαθόριστη» στο περιεχόμενό της.

Κι είναι αυτό το «ακαθόριστο» που επιδρά αποφασιστικά στο να διατηρείται σε χαμηλό επίπεδο η δραστηριότητα των μαζών. Που δεν επιτρέπει την ανοδική ανάπτυξη της δραστηριότητάς τους όσο ο γενικός στόχος αυτής δραστηριότητας, τέτοιος που να αντιστοιχεί στις παρούσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, παραμένει ακαθόριστος. Δηλαδή παραμένει τέτοιος που δεν κινητοποιεί σε δραστηριότητα η οποία συνεπάγεται ανατροπή των όρων προσαρμογής των ατόμων στις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις, σε δραστηριότητα η οποία προϋποθέτει θυσία αυτής της προσαρμογής για χάρη ενός πολιτικού στόχου άμεσου, αναγκαίου και γι’ αυτό ικανού να συνεγείρει.  Και ένας τέτοιος πολιτικός στόχος σήμερα ανάγεται άμεσα στο γενικό ζήτημα της κυβέρνησης που έχει ανάγκη η χώρα, δηλαδή της κυβερνητικής πολιτικής που μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων στρωμάτων: σήμερα που, ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων, οι συνθήκες δεν είναι επαναστατικές. Σήμερα που, εντός «μη επαναστατικών» συνθηκών, και επίσης ανεξάρτητα από την ίδια αυτή θέληση, μόνο μια κυβερνητική πολιτική με επαναστατικό περιεχόμενο μπορεί να ανταποκριθεί στις εργατικές – λαϊκές ανάγκες. Και που μόνο ο στόχος μιας τέτοιας πολιτικής μπορεί να ανεβάσει τη δραστηριότητα των μαζών στο ύψος των περιστάσεων, και σε ακόμα ανώτερο ύψος όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν.

Κι αυτός είναι ο στόχος μιας κυβερνητικής πολιτικής η οποία, μαζί με το κρατικό χρέος και τα «μνημόνια», μαζί με τις επαχθείς για το λαό δεσμεύσεις της χώρας στην ΕΕ των μονοπωλίων, αναγκαστικά θα καταργήσει και το ΕΣΠΑ και τον κρατικό δανεισμό… Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά και (για άλλη μια φορά) «ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων», θα πρέπει – στη θέση αυτών – να «δεσμεύσει» τον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο και τις πηγές του στην ικανοποίηση των εργατικών-λαϊκών αναγκών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να διαθέτει την ικανότητα να καθυποτάξει την αντίδραση των σημερινών εγχώριων και ξένων σφετεριστών του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου και των πηγών του, την αντίδραση των καπιταλιστών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να στηρίζεται στην λαϊκή οργάνωση και κινητοποίηση, να αποτελεί εμπνευστή και εκφραστή αυτής της οργάνωσης και κινητοποίησης. Μια κυβερνητική πολιτική την οποία μπορούν να υλοποιήσουν μόνο πολιτικές δυνάμεις, «ομάδες και κόμματα», ταγμένες από την ύπαρξή τους στην υπηρεσία των εργατικών-λαϊκών συμφερόντων ενάντια στην οικονομική και πολιτική εξουσία των εκμεταλλευτών και καταπιεστών του λαού και ενάντια στην πολιτική των κομμάτων τους.

Το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από τη θέση της κυβέρνησης είτε από τη θέση της αντιπολίτευσης, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από την άποψη της λαϊκής κινητοποίησης για την απόκρουση της αντιλαϊκής επίθεσης είτε από την άποψη της λαϊκής αντεπίθεσης για την υλοποίησή του, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι τέτοιος που η διεκδίκησή του φέρνει την αστική τάξη αντιμέτωπη με τις «δικές της» πολιτικές ελευθερίες, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος απαιτεί ουσιαστικά την ίδια οργάνωση του λαού και την ίδια «αυτοτελή ιστορική δράση» του που απαιτεί και κάθε μορφή «απλώς» αντίστασής του στην αντιλαϊκή λαίλαπα, το ότι στο τέλος του αυτός ο πολιτικός στόχος οδηγεί στην αντικατάσταση των οικονομικών και πολιτικών ελευθεριών και της εξουσίας του κεφαλαίου από την οικονομική και πολιτική ελευθερία και εξουσία του εργαζόμενου λαού, στην αντικατάση της οργανωμένης κυριαρχίας των εκμεταλλευτών από την οργανωμένη κυριαρχία του λαού, όλα αυτά μένει να εξηγηθούν. Και καλύτερα από το κάθε τι, τα εξηγεί η ίδια η ανάπτυξη της λαϊκής δραστηριότητας από τη στιγμή που θέτει άμεσα μπροστά της αυτόν τον πολιτικό στόχο και στο κάθε της βήμα για την τελική του πραγμάτωση.


Μια μικρή ιστορία θεωρίας και πράξης

ο ένας πάντα πιο φτωχός κι ο άλλος πλουταίνει

γρανάζια του εμπορεύματος κι οι δυο

μόνο που του ενός του αρέσει να χοντραίνει

ενώ τον άλλονε τον σκιάζει το χτικιό

*******************************************************

Το θέμα αυτής της ανάρτησης φαίνεται εκ πρώτης όψεως αδιάφορο. Όμως παλιότερα με έχει απασχολήσει ιδεολογικά. Και φαντάζομαι ότι μάλλον δεν είμαι ο μόνος κι ότι η ενασχόληση με αυτό όλο και αναπαράγεται.

Το θέμα ανάγεται σε αυτό, δηλαδή στο κόμμα, που ο Λένιν όριζε σαν συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό:

«…Σοσιαλδημοκρατία είναι η συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό και καθήκον της είναι όχι να υπηρετεί παθητικά το εργατικό κίνημα σε κάθε ξεχωριστό στάδιό του, αλλά να εκπροσωπεί τα συμφέροντα όλου του κινήματος στο σύνολό του, να υποδείχνει σ’ αυτό το κίνημα τον τελικό του σκοπό, τα πολιτικά του καθήκοντα, να περιφρουρεί την πολιτική και ιδεολογική του αυτοτέλεια. Αποσπασμένο από τη σοσιαλδημοκρατία, το εργατικό κίνημα εκφυλίζεται κι αναπόφευχτα πέφτει στον αστισμό: διεξάγοντας μόνο οικονομική πάλη, η εργατική τάξη χάνει την πολιτική της αυτοτέλεια, γίνεται ουρά άλλων κομμάτων, προδίνει τη μεγάλη υποθήκη: «η απελευθέρωση των εργατών πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργατών»…» [1]

Συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό. Δηλαδή συνένωση του αυθορμητισμού και της πρακτικής πάλης, που εκπροσωπείται «εξ ορισμού» από το εργατικό κίνημα, με την επιστήμη του σοσιαλισμού, που «εξ ορισμού» εκπροσωπείται από τμήμα της – αστικής στην αρχική προέλευσή της – διανόησης. Δηλαδή, με μια εντελώς αφαιρετική και εντελώς σχηματική διατύπωση, συνένωση της πράξης με τη θεωρία. Μια συνένωση που, υποθέτω, δεν «ολοκληρώνεται» στην αφετηριακή στιγμή της πραγμάτωσής της αλλά αποτελεί προτσές. Το οποίο θα πρέπει να περνά μια σειρά διακυμάνσεων, μια σειρά ακόμα και αντιστροφών σε πλευρές των όρων του, και θα πρέπει να τείνει σε μια μορφή συγχώνευσής τους έστω και μόνο για τον αντικειμενικό λόγο, ότι το μορφωτικό επίπεδο της εργατικής τάξης τείνει να ανεβαίνει ενώ η διανόηση τείνει να προλεταριοποιείται. Δυο τάσεις, βέβαια, οι οποίες περιέχουν χαρακτηριστικά που με διάφορους τρόπους τείνουν κι αυτά να τις αντισταθμίζουν, αλλά ας μείνουμε σε αυτά τα γενικά, και στο ότι η ίδια αυτή συνένωση συνιστά μια «ενότητα αντιθέτων» κι ότι έχει τη δική της κίνηση.

Μια μικρή προσωπική, βιωματική περιγραφή της στιγμής όπου αυτή η συνένωση πραγματώνεται, δίνει ο Ένγκελς (τα έντονα στοιχεία δικά μου): [2]

«…Ο Χάινριχ Μπάουερ, από τη Φραγκονία, ήταν τσαγκάρης. Ηταν ένας ζωηρός, ξύπνιος, καλαμπουρτζής, μικρόσωμος άντρας. Στο μικρό του σώμα όμως κρυβόταν πολύ μυαλό και αποφασιστικότητα. Οταν έφτασε στο Λονδίνο, όπου ο Σάπερ, που ήταν στοιχειοθέτης στο Παρίσι, προσπαθούσε να συντηρηθεί δίνοντας μαθήματα ξένων γλωσσών, ξανασύνδεσαν πάλι οι δυο τους τα κομμένα νήματα της Ενωσης και έκαναν τώρα το Λονδίνο κέντρο της Ενωσης. Σ’ αυτούς τους δυο προστέθηκε εδώ, αν όχι από νωρίτερα κιόλας στο Παρίσι, ο Γιόσεφ Μολ, ρολογάς από την Κολωνία… Γνώρισα και τους τρεις το 1843 στο Λονδίνο. Ηταν οι πρώτοι επαναστάτες προλετάριοι που είδα. Και όσο και αν απέκλιναν τότε οι απόψεις μας στις λεπτομέρειες – γιατί τότε αντιπαρέθετα στο δικό τους στενοκέφαλο ισοπεδωτικό κομμουνισμό ακόμα μια γερή δόση από εξίσου στενοκέφαλη δική μου φιλοσοφική οίηση – δε θα ξεχάσω όμως ποτέ την επιβλητική εντύπωση που έκαναν σε μένα αυτοί οι τρεις αληθινοί άντρες, σε μένα που τότε μόλις πάσχιζα να γίνω άντρας…»

…Και αναζητώντας μια πλευρά αυτής της «φιλοσοφικής οίησης», για την οποία κάνει λόγο ο Ένγκελς, μπαίνουμε και στο κυρίως θέμα μας. Όχι ακόμα στην «οίηση» καθαυτή, αλλά πρώτα στη φιλοσοφική της βάση, που από μόνη της δεν συνιστά καμιά «οίηση». Και για να (προσπαθήσω να) είμαι… εμβριθέστερος: Σε μια πρόσφατη συζήτηση σε άλλο διαδικτυακό χώρο συνειδητοποίησα την πλευρά από την οποία μπορεί να προέρχεται ο χαρακτηρισμός του μηχανιστικού, του μη-διαλεκτικού υλισμού ως «μεταφυσικού υλισμού»: Η μηχανική μετάβαση από τη φύση και από τα επιστημονικά διδάγματα που την αφορούν, στην ανθρώπινη κοινωνία και ιστορία, και η μηχανική εφαρμογή τους  σε αυτήν, ίσως δικαιώνει αυτόν τον αρχικό χαρακτηρισμό.Όμως το περιεχόμενό του, από εκεί και πέρα, εκτείνεται και σε άλλων ειδών ανάλογες μηχανικές «μεταβάσεις»: π.χ. από τη φιλοσοφία στην πολιτική θεωρία και στην πρακτική πάλη. Μια τέτοιου είδους μετάβαση είναι αυτή που πρέπει να συνιστά και τη «φιλοσοφική οίηση», για την οποία μιλά ο Ένγκελς, και που ένα δείγμα της θα αποτελέσει και το κυρίως θέμα μας στη συνέχεια, μετά από αυτή τη μεγάλη εισαγωγή.

Και ξεκινάμε από την φιλοσοφική βάση του θέματος και της μετέπειτα «οίησης»:

Το 1844, έναν χρόνο μετά από την παραπάνω πρώτη συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοασιαλισμό, όπως την περιγράφει σε προσωπικό επίπεδο ο Ένγκελς, ο ίδιος μαζί με τον Μαρξ δημοσιεύουν την «Αγία Οικογένεια». Από αυτήν αντιγράφω το παρακάτω μικρό απόσπασμα του Μαρξ, όπως παρατίθεται από τον Λένιν στα «Φιλοσοφικά τετράδιά» του: [3]

«…Η εύπορη τάξη και η τάξη του προλεταριάτου αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση. Η πρώτη όμως τάξη σ’ αυτή την αυτοαλλοτρίωση αισθάνεται τον εαυτό της ικανοποιημένο κι εδραιωμένο, δέχεται την αλλοτρίωση σαν απόδειξη της δικής της δύναμης και αποκτάει μέσα σ’ αυτή την αλλοτρίωση την επίφαση μιας ανθρώπινης ζωής. Η δεύτερη τάξη σ’ αυτή την αλλοτρίωση αισθάνεται τον εαυτό της αφανισμένο, βλέπει σ’ αυτή την αδυναμία της και την πραγματικότητα μιας απάνθρωπης ζωής. Η τάξη αυτή, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Χέγγελ, είναι μέσα στα πλαίσια της αθλιότητας η εξέγερση ενάντια σ’ αυτή την αθλιότητα, η εξέγερση που προκαλείται αναγκαστικά μέσα σ’ αυτή την τάξη από την αντίθεση ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση της και στις συνθήκες ζωής αυτής της τάξης, οι οποίες αποτελούν μια καθαρή, αποφασιστική και ολοκληρωτική άρνηση αυτής της ίδιας της φύσης.  Έτσι στα πλαίσια γενικά του ανταγωνισμού ο ατομικός ιδιοκτήτης αποτελεί τη συντηρητική πλευρά και ο προλετάριος την καταστρεπτική. Από τον πρώτο πηγάζει η δράση που αποσκοπεί στη διατήρηση του ανταγωνισμού, από το δεύτερο η δράση που αποσκοπεί στην εξάλειψη του ανταγωνισμού…»

Αυτή είναι η φιλοσοφική βάση του θέματος. Και συγκεκριμένα η φιλοσοφική βάση συνίσταται στο γεγονός ότι και οι δυο πόλοι της ταξικής  αντίθεσης «αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση». Και στο ότι στα ιστορικά καθήκοντα του προλεταριάτου ανήκει η εξάλειψη του ταξικού ανταγωνισμού και, μέσω αυτής, η εξάλειψη της ανθρώπινης αυτοαλλλωτρίωσης γενικά.

Σε αυτό συνίσταται η φιλοσοφική βάση. Σε τι, όμως, συνίσταται η «φιλοσοφική οίηση»;

Το 1845, έναν χρόνο μετά την «Αγία Οικογένεια», τυπώνεται το βιβλίο του Ένγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» (ένα έργο που, παρεμπιπτόντως, μάς λείπει το σύγχρονο αντίστοιχό του για την κατάσταση της εργατικής τάξης είτε στην Αγγλία είτε στην Ελλάδα είτε παντού). Στις τελευταίες σελίδες αυτού του βιβλίου ο Ένγκελς γράφει: [4]

«…Από την άποψη αρχών, ο κομμουνισμός τοποθετείται πάνω απ’ τον ανταγωνισμό της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Αναγνωρίζει στον ανταγωνισμό την ιστορική του σημασία για τη σύγχρονη περίοδο, μα δεν τον θεωρεί δικαιολογημένο για το μέλλον. Θέλει να καταργήσει αυτόν ακριβώς τον ανταγωνισμό. Κατά συνέπεια όσο υπάρχει αυτή η διαίρεση, αναγνωρίζει ασφαλώς σαν αναγκαία την οργή του προλεταριάτου ενάντια στους καταπιεστές του, αναγνωρίζει σ’ αυτήν τον ισχυρότερο μοχλό του εργατικού κινήματος στο ξεκίνημά του. Ξεπερνά όμως αυτή την αγανάκτηση, γιατί εκπροσωπεί την υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας κι όχι μονάχα την υπόθεση των εργατών. Άλλωστε δεν έρχεται στη σκέψη κανενός κομμουνιστή ν’ ασκήσει μια προσωπική εκδίκηση ή να πιστέψει κατά γενικό τρόπο, ότι ο αστός μπορεί ατομικά στις σύγχρονες συνθήκες να ενεργήσει διαφορετικά απ’ ό,τι κάνει. Ο αγγλικός σοσιαλισμός, (δηλαδή ο κομμουνισμός), στηρίζεται ακριβώς σ’ αυτή την αρχή της ανευθυνότητας του ατόμου. Όσο περισσότερο οι Άγγλοι εργάτες θ’ αφομοιώνουν τις σοσιαλιστικές ιδέες, τόσο περισσότερο η τωρινή έξαψή τους, που σε τίποτα δε θα οδηγούσε αν θα παράμενε τόσο βίαιη όσο σήμερα, θα καθίσταται περιττή, και τόσο περισσότερο τα επιχειρήματά τους ενάντια στην αστική τάξη θα χάνουν σε βιαιότητα και αγριότητα. Γενικά, αν θα ήταν δυνατό να καταστεί κομμουνιστικό το σύνολο του προλεταριάτου προτού ξεσπάσει η πάλη, η τελευταία θα εξελισσόταν πολύ ήρεμα, αλλά αυτό δεν είναι πια δυνατό. Είναι ήδη πολύ αργά για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Πιστεύω ωστόσο ότι, προσμένοντας πως δεν θα εκραγεί εντελώς ανοιχτά και άμεσα αυτός ο πόλεμος των φτωχών ενάντια στους πλούσιους (που στο εξής είναι αναπόφευκτος στην Αγγλία), στο μεταξύ θα συντελεστεί στο προλεταριάτο αρκετό ξεκαθάρισμα αντιλήψεων πάνω στο κοινωνικό πρόβλημα, ώστε με τη βοήθεια των γεγονότων το κομμουνιστικό κόμμα να είναι σε θέση μέσα στην πορεία να υπερισχύσει των θηριώδικων στοιχείων της επανάστασης και να μπορέσει έτσι ν’ αποφύγει μια ενάτη Θερμιδόρ. Άλλωστε η πείρα των Γάλλων δεν πήγε χαμένη, η πλειοψηφία των Άγγλων χαρτιστών είναι από κιόλας τώρα κομμουνιστές. Και καθώς ο κομμουνισμός τοποθετείται υπεράνω του ανταγωνισμού ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, θα είναι πιο εύκολο στην καλύτερη φράξια της αστικής τάξης – που δυστυχώς είναι τρομακτικά περιορισμένη και δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα μπορέσει να στρατολογήσει νέες δυνάμεις έξω απ’ τη νέα γενιά – να συνενωθεί με τον κομμουνισμό παρά με το χαρτισμό, που είναι αποκλειστικά προλεταριακός. (…)  Όμως συνεχίζω να το υποστηρίζω: ο πόλεμος των φτωχών ενάντια στους πλούσιους, που ξετυλίγεται τώρα κατά τρόπο σποραδικό και έμμεσο, θα διεξαχτεί κατά τρόπο γενικό, ολοκληρωτικά γενικό, και άμεσο σ’ όλη την Αγγλία. Είναι πολύ αργά για μια ειρηνική λύση. Η άβυσσος που χωρίζει τις τάξεις σκάβεται όλο και πιο πολύ, το πνεύμα αντίστασης διεισδύει όλο και πιο πολύ στους εργάτες, και ο ερεθισμός γίνεται όλο και πιο έντονος. Οι απομονωμένες αψιμαχίες των ατάκτων συγκεντρώνονται για να μετατραπούν σε σημαντικότερες μάχες και διαδηλώσεις, και σε λίγο θα είναι αρκετή μια ελαφριά σύγκρουση για να ξαπολυθεί η χιονοστιβάδα. Και τότε στ’ αλήθεια θ’ αντηχήσει πάνω απ’ όλη τη χώρα η πολεμική κραυγή: «Πόλεμος στα παλάτια, ειρήνη στις καλύβες!» Θα είναι όμως τότε πολύ αργά για να μπορέσουν οι πλούσιοι να προφυλαχτούν.»

Σχετικά με το παραπάνω απόσπασμα, θα είχα να παρατηρήσω, ότι η αποκάλυψη της «φιλοσοφικής οίησης» που το διαπερνά, θεμελιωμένη στη θέση ότι ο κομμουνισμός «εκπροσωπεί την υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας», στη θέση ότι (αφού «η εύπορη τάξη και η τάξη του προλεταριάτου αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση»… «άρα» λοιπόν) «ο κομμουνισμός τοποθετείται υπεράνω του ανταγωνισμού ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη», δεν θεμελιώνει θεωρητικά, με τη σειρά της, την αντικατάστασή της από κάποια αντίστροφη «οίηση», όπως π.χ. από την οίηση «της έξαψης» εκείνου του είδους ή της μορφής «που σε τίποτα δε θα οδηγούσε αν θα παράμενε τόσο βίαιη όσο σήμερα», δηλ. όσο τότε που διατυπώθηκαν τα παραπάνω με αυτή τη μορφή στο συγκεκριμένο απόσπασμα.

Δεύτερη παρατήρηση, ωστόσο, ότι δεν μπορεί παρά «κάτι» να υπάρχει σ’ αυτή την αποκάλυψη που να αποτελεί δίδαγμα, τουλάχιστον ως προς τη σχέση θεωρίας και πράξης, αν και δεν θα επιχειρήσω εδώ αυτό το κάτι να το ανακαλύψω…  Και τρίτη παρατήρηση: Καλώς ή κακώς, δεν θα υπήρχε περίπτωση να αποτολμήσω ο ίδιος αυτή την αποκάλυψη του περιεχομένου – ή μιας του πλευράς – της «φιλοσοφικής οίησης» για την οποία γίνεται λόγος από την εισαγωγή ακόμα αυτού του κειμένου. Δεν θα την αποτολμούσα και μάλλον δεν θα είχα οδηγηθεί σε αυτή την αποκάλυψη, αν δεν είχε προβεί ο ίδιος ο Ένγκελς σ’ αυτήν, μισό αιώνα αργότερα από την πρώτη έκδοση της «Κατάστασης της εργατικής τάξης στην Αγγλία».

Από τον πρόλογο λοιπόν του Ένγκελς στη γερμανική έκδοση του 1892 του ίδιου βιβλίου, αντιγράφω και τελειώνω μ’ αυτό:

«…Ίσως να μη χρειάζεται να σημειώσω ότι η γενική θεωρητική άποψη αυτού του βιβλίου – στο φιλοσοφικό, οικονομικό και πολιτικό πεδίο – δε συμπίπτει ακριβώς με τη σημερινή μου θέση. Στα 1844 δεν υπήρχε ακόμα ο νεώτερος διεθνής σοσιαλισμός, που κυρίως και σχεδόν αποκλειστικά τα έργα του Μαρξ θα τον μετάτρεπαν  στο αναμεταξή σε αληθινή επιστήμη. Το βιβλίο μου δεν εκπροσωπεί παρά μια απ’ τις φάσεις της εμβρυακής ανάπτυξης αυτού του σοσιαλισμού. Κι όπως το ανθρώπινο έμβρυο, στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του, συνεχίζει πάντα ν’ αναπαράγει τις σειρές τα βράγχια των προγόνων μας των ψαριών, το βιβλίο αυτό αποκαλύπτει παντού μια απ’ τις πηγές του σύγχρονου σοσιαλισμού, έναν απ’ τους προγόνους του: την κλασική γερμανική φιλοσοφία. Είναι ο λόγος για τον οποίο επιμένω – κυρίως στο τέλος – στη βεβαίωση ότι ο κομμουνισμός δεν είναι μονάχα απλά η θεωρία του κόμματος της εργατικής τάξης, μα μια θεωρία που η τελική της επιδίωξη είναι ν’ απελευθερώσει το σύνολο της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των καπιταλιστών, απ’ τις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες που την πνίγουν. Αυτό είναι αλήθεια στο θεωρητικό πεδίο, στο πρακτικό όμως είναι ολότελα άχρηστο και καμιά φορά κάτι χειρότερο. Όσο οι κατέχουσες τάξεις, όχι μονάχα δε θα νιώθουν οποιαδήποτε ανάγκη απελευθέρωσης, μ’ ακόμα θ’ αντιταχθούν με όλες τους τις δυνάμεις στην απελευθέρωση των εργαζομένων με τις ίδιες τους τις δυνάμεις, η εργατική τάξη θα βρεθεί αναγκασμένη ν’ αναλάβει και να πραγματοποιήσει μόνη την κοινωνική επανάσταση. Οι Γάλλοι αστοί του 1789 κήρυσσαν κι αυτοί, ότι η απελευθέρωση της αστικής τάξης εσήμαινε τη χειραφέτηση ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, όμως η τάξη των ευγενών και  ο κλήρος το αρνιόταν.  Αυτή η βεβαίωση – μ’ όλο που υπήρξε σ’ αυτή την εποχή, σχετικά με τη φεουδαρχία μια αδιαμφισβήτητη αφηρημένη ιστορική αλήθεια – θα εκφυλιστεί σε λίγο σε μια καθαρά συναισθηματική διατύπωση και θα εξατμιστεί ολοκληρωτικά μέσα στην έκρηξη των επαναστατικών αγώνων. Σήμερα δεν είναι λίγοι εκείνοι που, απ’ το ύψος μιας αμερόληπτης άποψης, κηρύσσουν στους εργάτες ένα σοσιαλισμό που υψώνεται πάνω από τις αντιθέσεις των τάξεων και των ταξικών αγώνων. Είναι όμως είτε νεοφώτιστοι που έχουν ακόμα να μάθουν πάρα πολλά, ή διαφορετικά οι χειρότεροι εχθροί των εργαζομένων, λύκοι μεταμορφωμένοι σε πρόβατα…»

===========================================================================

[1] Β. Ι. Λένιν: «Τα ζωτικά καθήκοντα του κινήματος», από τη μπροσούρα «Για το Προλεταριακό Κόμμα Νέου Τύπου», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»  Ριζοσπάστης 25 Γενάρη 2004

[2] Φ. Ένγκελς: «Για την ιστορία της Ενωσης των Κομμουνιστών», Ριζοσπάστης 9 Γενάρη 2011

[3] Λένιν, άπαντα, τόμος 29, σελ 11-13, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

[4] Φ. Ένγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», Μέρος Β΄, δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1989, εκδόσεις Δημιουργία, σελ. 232-234

[5] στο ίδιο, σελ. 275-277. Στον ίδιο πρόλογο του 1892 ο Ένγκελς στη συνέχεια γράφει επίσης (και το παραθέτω εν μέρει λόγο του ενδιαφέροντός του κι εν μέρει λόγω συνάφειας με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω):

«…Στο κείμενο, η διάρκεια του κύκλου των μεγάλων βιομηχανικών κρίσεων καθορίζεται σε πέντε χρόνια. Αυτή ήταν πραγματικά η περιοδικότητα που φαινόταν να προκύπτει απ’ την πορεία των γεγονότων ανάμεσα στα χρόνια 1825 ως το 1842. Η ιστορία όμως της βιομηχανίας απ’ τα 1842 ως τα 1868 απόδειξε ότι η πραγματική περίοδος είναι μιας δεκαετίας, ότι οι ενδιάμεσες κρίσεις ήσαν δεύτερης κατηγορίας, που όλο και πιο πολύ εξαφανίστηκαν απ’ το 1842. Απ’ τα 1868 τα πράγματα άλλαξαν ξανά, και γι’ αυτό θα μιλήσουμε στη συνέχεια.    

Δε διανοήθηκα ν’ αφαιρέσω απ’ το κείμενο τις πολυάριθμες προφητείες, ιδιαίτερα εκείνη που προφήτευε μια άμεση κοινωνική επανάσταση στην Αγγλία, και που τότε μού ενέπνεε η νεανική μου φλόγα.  Δεν έχω κανένα λόγο να ζητήσω να στολιστούμε – εγώ και το έργο μου – με προτερήματα που τότε δεν τα είχαμε. Εκείνο που είναι το εκπληκτικό, δεν είναι το ότι πολλές απ’ αυτές τις προφητείες δεν πραγματοποιήθηκαν, μα πιότερο ότι μια σειρά άλλες αποδείχτηκαν σωστές κι ότι η περίοδος κρίσης για την αγγλική βιομηχανία – συνέπεια του ηπειρωτικού συναγωνισμού και ιδίως του αμερικανικού – που προέβλεπα τότε σε ένα πολύ κοντινό μέλλον, έφτασε πραγματικά…»