Ρωσία: Δυο μήνες φυλακή σε συνδικαλιστή για «επανειλημμένη παραβίαση των κανόνων διεξαγωγής μαζικών εκδηλώσεων»

Η είδηση προέρχεται από τον Ριζοσπάστη, «στριμωγμένη» στο περιθώριο των εξελίξεων του πολέμου:

«ΡΩΣΙΑ Φυλακίστηκε συνδικαλιστής κούριερ για την αγωνιστική του δράση

Ο Ρώσος συνδικαλιστής κούριερ (διανομέας), μέλος του «Αριστερού Μπλοκ» και της «Ενωσης Μαρξιστών», Κιρίλ Ουκράιντσεφ, συνελήφθη και οδηγήθηκε σε ρωσικό δικαστήριο στα τέλη του Απρίλη, μετά από σειρά απεργιών που διοργάνωσε το σωματείο των κούριερ, διεκδικώντας την υπογραφή Συλλογικής Σύμβασης με δικαιώματα.

Η αστυνομία τον συνέλαβε στο σπίτι του, όπου και πραγματοποίησε έρευνα για «επανειλημμένη παραβίαση των κανόνων διεξαγωγής μαζικών εκδηλώσεων», επειδή ως πρόεδρος του σωματείου πρωτοστατούσε σε απεργίες και διαμαρτυρίες. Το δικαστήριο αποφάσισε να παραμείνει ο συνδικαλιστής υπό κράτηση μέχρι τις 25 Ιούνη.

Στα τέλη Απρίλη οι ταχυμεταφορείς του «Yandex Food» και του «Delivery Club» σκόπευαν να προχωρήσουν ξανά σε απεργία, λόγω μείωσης κατά 20% στις πληρωμές παραγγελιών, δηλαδή από 120 ρούβλια περίπου στα 90.

Στα δυο χρόνια ύπαρξής του το σωματείο των ταχυμεταφορέων έχει δώσει αρκετούς αγώνες και είχε σημαντικές επιτυχίες: Τον Ιούνη του 2020, οι ταχυμεταφορείς κατάφεραν να εισπράξουν τα οφειλόμενα από το «Delivery Club». Τον Οκτώβρη του 2020, το νέο σύστημα προστίμων χαλάρωσε. Τον Φλεβάρη του 2021, το συνδικάτο κατάφερε την επαναπρόσληψη 11 απολυμένων ταχυμεταφορέων της «Yandex Food» στο Σότσι. Στα τέλη του 2021, οι ταχυμεταφορείς του Σαμοκάρ στράφηκαν στο σωματείο λόγω καθυστερήσεων στους μισθούς και μετά από μια εκστρατεία μαζικής ενημέρωσης, η «Samokat» άρχισε να τους πληρώνει κανονικά».

*

Καθώς φαίνεται, Ρωσία και «Δύση», όσες διαφορές κι αν έχουν να «λύσουν» στο πεδίο του πολέμου, βρίσκουν κοινό τόπο στην αντεργατική νομοθεσία. Τι να πρωτοδιαλέξει κανείς;  Τους ρωσικούς «κανόνες διεξαγωγής μαζικών εκδηλώσεων» ή το «νόμο Χατζηδάκη» για παράδειγμα;

Το ερώτημα μπορεί να φανεί «ξινό» στους οπαδούς της ταύτισης με το ένα ή με το άλλο από τα αντιμαχόμενα καπιταλιστικά μπλοκ, όμως είναι αυτή η ταύτιση που και στη μια και στην άλλη πλευρά συμβάλλει στην κατάπνιξη των εργατικών αγώνων, ακόμα και στην κατάπνιξη της είδησης της καταστολής τους, για να στηθεί ευκολότερα ο μακρόχρονος πολεμικός χορός του κεφαλαίου, «δυτικού» και «ανατολικού», πάνω στα δικαιώματα, τις πλάτες, τα κεφάλια των λαών.

Και είναι, αντίθετα, οι αποστάσεις κι από τα δυο καπιταλιστικά μπλοκ του ιμπεριαλιστικού πολέμου, αποστάσεις από τη σκοπιά των αναγκών και των αγώνων των εργαζομένων, οι μόνες ικανές να φέρουν αυτές τις ανάγκες κι αυτούς τους αγώνες στο προσκήνιο, ενάντια στις εθνικιστικές ιαχές και την ιμπεριαλιστική τους εργαλειοποίηση.


Ο γόρδιος δεσμός των ενεργειακών δρόμων και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών

Πριν μια δεκαετία περίπου, η ρωσική επέμβαση στη Συρία, είχε σηματοδοτήσει τον τερματισμό της ανεμπόδιστης, 20ετούς πολεμικής επέλασης του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού (ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ) με αφετηρία τον 1ο πόλεμο του Κόλπου, τον οποίο είχαν ακολουθήσει οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στη Γιουγκοσλαβία (ολόκληρη τη δεκαετία του 1990 με κορύφωση το 1999), στο Αφγανιστάν (2001-2021), στο Ιράκ (2003) και στη Λιβυή (2011).

Τα αυθόρμητα αισθήματα ικανοποίησης, όσο μπορεί – ούτως ή άλλως – να γίνεται λόγος για ικανοποίηση μέσα στις φλόγες του πολέμου, τον ορυμαγδό της καταστροφής και τις εκατόμβες των θυμάτων, που είχε δημιουργήσει αυτή η εξέλιξη, ήταν ως έναν βαθμό ικανά να επισκιάσουν το γεγονός ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια εξέλιξη της ίδιας της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης. Ήταν ως έναν βαθμό ικανά να επισκιάσουν το γεγονός, ότι οι τερματισμός αυτού του 20χρονου κύκλου της ανεμπόδιστης ευρωατλαντικής πολεμικής επέλασης, δεν μπορούσε παρά να ακολουθηθεί από την έναρξη ενός νέου κύκλου των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, με όρους όχι πλέον «περιπάτου» αλλά με όρους αντιπαράθεσης.

Ακόμη, η δίκαιη υπόθεση της διατήρησης της εθνικής υπόστασης της Συρίας, αποτροπής της διάλυσής της κατά το ευρωατλαντικό πρότυπο της Λιβύης, ήταν ικανή να επισκιάσει ως έναν βαθμό τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της ρωσικής παρέμβασης, ικανή να επισκιάσει τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σημερινής καπιταλιστικής Ρωσίας:

Η «Ρωσία του Πούτιν» δεν «αναιρεί» τη «Ρωσία του Γέλτσιν». Αντίθετα, είναι η Ρωσία στη φάση κατά την οποία έχει ανασυγκροτηθεί πάνω στη βάση της φάσης που προηγήθηκε, είναι η Ρωσία των καπιταλιστικών μονοπωλίων που πια έχουν οργανώσει την κυριαρχία τους πάνω στη βάση της προηγηθείσας περιόδου καταλήστευσης της λαϊκής περιουσίας, της σοσιαλιστικής παραγωγικής βάσης, πάνω στη βάση της προηγηθείσας «άναρχης» περιόδου όπως δεν μπορεί σε τελική ανάλυση παρά να είναι οποιαδήποτε περίοδος καταλήστευσης. Και είναι αυτονόητο ότι η περίοδος της καταλήστευσης δεν μπορούσε να διαρκέσει αιώνια, ότι κάποια στιγμή έπρεπε να φτάσει σε ένα σημείο σχετικής ολοκλήρωσης, ότι κάποια  στιγμή την «αναρχία» αυτής της περιόδου έπρεπε να την διαδεχθεί η ταξική – κρατική οργάνωση των καπιταλιστικών στρωμάτων που αναδείχθηκαν και ισχυροποιήθηκαν απ’ αυτήν.

Είναι γεγονός ότι στην παρούσα φάση του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού η Ρωσία δεν είναι, κατά βάση, ο ιμπεριαλιστής που επιτίθεται αλλά ο ιμπεριαλιστής που αμύνεται, κι αυτό δεν αναιρείται ούτε από την στρατιωτική εισβολή της στην Ουκρανία. Η Ρωσία, στην παρούσα φάση, δεν είναι ο ιμπεριαλιστής που «πνίγει» τους ανταγωνιστές του, αλλά ο ιμπεριαλιστής που αντιστέκεται στους ανταγωνιστές που θέλουν να τον «πνίξουν». Γι’ αυτόν τον λόγο μπορεί κι ο ίδιος αυτός ιμπεριαλιστής να μην έχει αποκτήσει ολοκληρωμένη συνείδηση του αντικειμενικού του χαρακτήρα, είναι δυνατό να «ντύνει» αυτός ο ιμπεριαλιστής τη δραστηριότητά του με ιδεολογικά στοιχεία που αφορούν ακόμα και την προάσπιση θεμελιωδών πλευρών της υπόστασής του, σε αντιδιαστολή προς την αντίπαλη, ευρωατλαντική πλευρά που στην πραγματικότητα έχει πλήρη συνείδηση της φύσης  της ως ιμπεριαλιστικής δύναμης η οποία αποσκοπεί στην παγκόσμια κυριαρχία. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τη συνείδηση των πρωταγωνιστών της ρωσικής πολιτικής, είναι η ίδια η αντικειμενική βάση του ρωσικού μονοπωλιακού καπιταλισμού αυτή που αναγκαστικά τον οδηγεί προς  την ίδια κατεύθυνση με τους ανταγωνιστές του στο πλαίσιο του συνολικού ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού.

Στην αφετηρία ενός νέου κύκλου κλιμάκωσης

Αν η ρωσική επέμβαση στη Συρία είχε σηματοδοτήσει τον τερματισμό του 20χρονου κύκλου μιας ανεμπόδιστης ευρωατλαντικής πολεμικής επέλασης, η τωρινή ρωσική εισβολή στην Ουκρανία σηματοδοτεί την «τυπική» έναρξη ενός νέου κύκλου κλιμάκωσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών με όρους γενικευμένης και οξυμμένης αντιπαλότητας. Ενός νέου κύκλου κλιμάκωσης πλήρως ενταγμένης, όπως φαίνεται, στη στρατηγική και τους  σχεδιασμούς της αντίπαλης ιμπεριαλιστικής, ευρωατλαντικής πλευράς και πρώτα απ’ όλα των ΗΠΑ.

ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ σίγουρα, και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσχήματα προβλήθηκαν,  δεν αντιμετώπιζαν στρατιωτική περικύκλωση από Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία. Αντίθετα, η Ρωσία είναι αυτή που παρακολουθεί όλα αυτά τα χρόνια τον ΝΑΤΟϊκό κλοιό να περισφίγγει τα ευρωπαϊκά σύνορά της.

Το ΝΑΤΟϊκό πραξικόπημα του 2014 στην Ουκρανία, που επί της ουσίας συνέπεσε χρονικά με την άμεση εμφάνιση της Ρωσίας (στο έδαφος της Συρίας) ως στρατιωτικού πλέον αντιπάλου στις στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ, δημιουργούσε τη στιγμή εκείνη τις προϋποθέσεις για την ολοκλήρωση της ΝΑΤΟϊκής στρατιωτικής περικύκλωσης της Ρωσίας στα ευρωπαϊκά σύνορά της και, ταυτόχρονα, έθετε τις προϋποθέσεις έναρξης του νέου κύκλου οξύτερης κλιμάκωσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών μετά τον τερματισμό του προηγούμενου κύκλου της «μονομερούς» πολεμικής επέλασης του ευρωατλαντισμού. 

Τα προηγούμενα χρόνια στη χάραξη της στρατηγικής των ΗΠΑ είχαν αναφανεί διάφοροι προβληματισμοί για τα «όρια» της επέκτασης του ΝΑΤΟ στην ανατολική Ευρώπη. Ως ένα τέτοιο «όριο» είχε χαρακτηριστεί και η Ουκρανία. Δεν επρόκειτο φυσικά για κάποια, ασύμβατη με τον ιμπεριαλισμό, ένδειξη ή εκδήλωση «καλής θέλησης» των ΗΠΑ έναντι της Ρωσίας, αλλά για ψυχρούς υπολογισμούς σχετιζόμενους κατά πάσα πιθανότητα, τόσο με τη ΝΑΤΟϊκή ικανότητα επιτυχούς αντιμετώπισης της ρωσικής αντίδρασης σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όσο και με ενδεχόμενες εκτιμήσεις σχετικές με τον βαθμό σταθερότητας ή αστάθειας μιας ΝΑΤΟϊκής Ουκρανίας από το έδαφος της οποίας «αρχίζει» εθνολογικά η Ρωσία.

Από αυτή την άποψη, μια ευρύτερη εκτίμηση των γεγονότων οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι οι παραπάνω προβληματισμοί των ΗΠΑ περί της Ουκρανίας ως «ορίου» της ΝΑΤΟϊκής επέκτασης προς ανατολάς, όχι μόνο δεν έχουν εγκαταλειφθεί, όχι μόνο από την άλλη πλευρά δεν οδήγησαν ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ σε «παραίτηση» από το στόχο της ΝΑΤΟϊκής επέκτασης στην Ουκρανία, αλλά αντίθετα, είναι αυτοί ακριβώς  οι προβληματισμοί που τέθηκαν σε δοκιμασία «επί του πεδίου» με  το ουκρανικό πραξικόπημα του  2014, είναι αυτοί ακριβώς οι προβληματισμοί που βρίσκονται στη βάση των ευρωατλαντικών σχεδιασμών για την «τελική» αποτύπωση των σφαιρών επιρροής με διαχωριστική γραμμή όχι πλέον τα ουκρανικά σύνορα αλλά μια διαχωριστική γραμμή εντός των ουκρανικών εδαφών, είναι αυτοί ακριβώς οι προβληματισμοί στη βάση των οποίων η όποια «τελική» και ήδη πολεμική «διευθέτηση» των «ορίων» μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας καθίσταται εξυπαρχής αμφισβητήσιμη και κάθε άλλο παρά «τελική», καθίσταται ίσα-ίσα αφετηριακός παράγοντας  έναρξης του νέου κύκλου οξύτερης κλιμάκωσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Με άλλα λόγια, η ευρωατλαντική στρατηγική, και πρώτιστα η στρατηγική των ΗΠΑ, δεν αρκέστηκε ως το σημείο που (με όρους «κοινής λογικής») θα επέβαλαν οι παραπάνω προβληματισμοί της σχετικά με τη ΝΑΤΟϊκή επέκταση ως τα όρια της Ουκρανίας. Αντίθετα, με το πραξικόπημα του 2014 δημιούργησαν τις προϋποθέσεις ώστε η χάραξη του ουκρανικού εδάφους ως «ορίου» της ΝΑΤΟϊκής επέκτασης να επαληθευθεί με ρωσικό κόστος (πρώτο στην ιεραρχία των ευρωατλαντικών ενδιαφερόντων) καθώς και με «παράπλευρο» κόστος για τον ουκρανικό λαό (πολύτιμο εργαλείο για τη χάραξη των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων) και, ταυτόχρονα, να αποτελέσει εφαλτήριο του νέου κύκλου πιο οξείας, πιο γενικευμένης κλιμάκωσης της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, η οποία δεν μπορούσε παρά  να είναι ζητούμενο της ευρωατλαντικής στρατηγικής ύστερα από την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου της στο συριακό έδαφος.

Προσπαθώντας να «μεταφράσουμε» τη γλώσσα των ιμπεριαλιστών

Η ρωσική εισβολή, και κυρίως η ενορχήστρωση των όρων που πυροδότησαν τη ρωσική εισβολή, συμπίπτει με τη μάλλον κρίσιμη για τη στρατηγική των ΗΠΑ χρονική περίοδο, η οποία μεσολαβούσε μεταξύ της κατασκευαστικής ολοκλήρωσης του ρωσογερμανικού αγωγού NORD STREAM 2 και της έναρξης της λειτουργίας του μετά την αναμενόμενη «τυπική» πιστοποίηση του έργου από τις αρμόδιες αρχές του γερμανικού κράτους. 

Είναι ακριβώς αυτή η χρονική περίοδος, κατά την οποία η υποχείρια εθνικιστική κυβέρνηση του Κιέβου έπαιξε τον ρόλο για τον οποίο είχε προοριστεί, εντείνοντας τις στρατιωτικές επιθέσεις κατά των ρωσόφωνων πληθυσμών των ανατολικών περιοχών, ανακινώντας το ζήτημα της ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, ανακινώντας ζήτημα ανάπτυξης πυρηνικών όπλων στο ουκρανικό έδαφος. Είναι επίσης ακριβώς αυτή η χρονική περίοδος όπου, αντί διατύπωσης εκ μέρους του ΝΑΤΟ μιας δικής του σαφούς, καθησυχαστικής για τη Ρωσία επιλογής τερματισμού της ανατολικής του επέκτασης στα ουκρανικά σύνορα, περίσσεψαν εκ μέρους ηγετών ισχυρών ΝΑΤΟϊκών κρατών οι ηχηρές επικλήσεις του ουκρανικού «δικαιωματισμού» ως προς την ένταξή της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, ουσιαστικά καθιστώντας την ουκρανική ένταξη στο ΝΑΤΟ καθημερινό ενδεχόμενο. Είναι επίσης αυτή η χρονική περίοδος, κατά την οποία σημειώνεται το μάλλον «διπλωματικό παράδοξο» των επαναλαμβανόμενων έως και στις παραμονές της ρωσικής εισβολής δημόσιων διαβεβαιώσεων του προέδρου των ΗΠΑ, ότι οι ΗΠΑ  δεν πρόκειται να αναμιχθούν στρατιωτικά στην περίπτωση ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.

Υπό τους όρους που συνιστούν την ενότητα ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης και ιμπεριαλιστικών παζαριών, όλα τα παραπάνω «μηνύματα» της περιόδου αυτής θα μπορούσαν να «μεταφραστούν» και να συνοψιστούν στο εξής περιεχόμενο: α) Το κύριο ενδιαφέρον των ΗΠΑ στη δοσμένη συγκυρία επικεντρώνεται στη ματαίωση του NORD STREAM 2. β) Τυχόν υλοποίηση του σχεδίου έναρξης της λειτουργίας του θα έχει σαν συνέπεια την έμπρακτη προώθηση των ΝΑΤΟϊκών θέσεων στην Ουκρανία και την ένταση της επιθετικής δραστηριότητας της ουκρανικής κυβέρνησης κατά των ρωσόφωνων πληθυσμών στις ανατολικές περιοχές. γ) Οι ΗΠΑ είναι, ωστόσο, διατεθειμένες να ανεχθούν μια ρωσική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία ως «αντάλλαγμα» της ματαίωσης του NORD STREAM 2 ή, διατυπωμένο αντίστροφα, οι ΗΠΑ «προτείνουν» στη Ρωσία τη ματαίωση της ΝΑΤΟϊκής επέκτασης στην Ουκρανία με μια ρωσική εισβολή στο έδαφός της και με «αντάλλαγμα» την, κατά συνέπεια της εισβολής, ματαίωση του NORD STREAM 2.

Η ματαίωση, τουλάχιστον «μεσοπρόθεσμα», του NORD STREAM 2 ήταν, πράγματι, η άμεση συνέπεια της ρωσικής εισβολής, η συνέπεια της πρώτης μέρας και της πρώτης στιγμής. Αυτό που, ωστόσο, δεν περιλαμβανόταν στους «όρους» της παραπάνω «συναλλαγής», ήταν η ευρωατλαντική αξιοποίησή της, πρώτιστα από την πλευρά των ΗΠΑ, για το ξεδίπλωμα όλων των όρων του επόμενου κύκλου μιας πιο οξείας και πιο γενικευμένης κλιμάκωσης της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης.

Μοίρασμα που προετοιμάζει το ξαναμοίρασμα

Ακόμα και τώρα, 22η μέρα του πολέμου τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, θα μπορούσε να τερματιστεί η καταστροφή και η αιματοχυσία, εάν το ΝΑΤΟ έπαυε να επικαλείται το «δικαίωμα της Ουκρανίας» να ενταχθεί σε αυτό, και επικαλούνταν το δικό του δικαίωμα να θέσει ως όριο της ανατολικής του επέκτασης τα σύνορα της Ουκρανίας.

Αντ’ αυτού ο ευρωατλαντικός ιμπεριαλισμός, στο όνομα της χώρας που πολεμά «δίκαια» για την εδαφική ακεραιότητά της, προχωρά στο μέτρο του δυνατού (δηλαδή του μικρότερου κόστους με το μεγαλύτερο όφελος στη φάση αυτή) σε καθετί που μπορεί να παρατείνει τον πόλεμο και να επιφέρει στη Ρωσία τις μεγαλύτερες δυνατές απώλειες (όχι μόνο και όχι τόσο στρατιωτικές εν προκειμένω)… Σε καθετί που «επενδύει» μελλοντικά στη μεγέθυνση της καταστροφής του ουκρανικού λαού: «Εξαιτίας της Ρωσίας» όπως «όλοι βλέπουν», αλλά στην πραγματικότητα επίσης, και κυρίως, εξαιτίας του αδυσώπητου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ, καθώς και εξαιτίας της υποχείριας στη δεύτερη των δυο πλευρών εθνικιστική ουκρανική κυβέρνηση, εξαιτίας της καπιταλιστικής εξουσίας που ματώνει τους λαούς για να υπηρετηθούν τα ανταγωνιστικά συμφέροντα των Ουκρανών, των Ρώσων, των Αμερικανών και Ευρωπαίων πλουτοκρατών.

Αντί, λοιπόν, μιας εφικτής κατά την «κοινή λογική» των λαών κίνησης που θα έβαζε τέρμα στον πόλεμο, ο ευρωατλαντικός ιμπεριαλισμός στηρίζει έμπρακτα  την όσο το δυνατόν παρατεταμένη συνέχισή του, με άμεση επιδίωξη την ευνοϊκότερη δυνατή (για το ΝΑΤΟ)  διανομή του ουκρανικού εδάφους στις σφαίρες επιρροής των δυο πλευρών (ΝΑΤΟ – Ρωσία), με την ταυτόχρονη «ποινικοποίηση», ήδη, ως προϊόντος εισβολής, της σφαίρας επιρροής που θα καταφέρει να αποσπάσει η Ρωσία, ποινικοποίησης που θα αποτελέσει την πιο αξιόλογη ευρωατλαντική «επένδυση» για τον νέο κύκλο της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, ως απόρροια και ως εφαρμογή στην πράξη των προγενέστερων «προβληματισμών» ως προς τη χάραξη της στρατηγικής των ΗΠΑ για τα «όρια» επέκτασης του ΝΑΤΟ στην ανατολική Ευρώπη.

Ήδη, άλλωστε, πέρα από το άμεσο «κέρδος» που συνιστά ιδίως για τις ΗΠΑ η ακύρωση του NORD STREAM 2, εμφανίζονται ισοπεδωμένες οι έναντι της Ρωσίας διαφοροποιήσεις στην ευρωατλαντική πλευρά, οι χώρες της ΕΕ εμφανίζονται περισσότερο από ποτέ ευθυγραμμισμένες με την ευρωπαϊκή στρατηγική των ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα δόθηκε η ευκαιρία για την ανακοίνωση «δύσκολων» αποφάσεων όπως το πρόγραμμα επανεξοπλισμού της  Γερμανίας (εύλογη αποζημίωση για τη γερμανική απώλεια του  NORD STREAM 2). Το πλήθος των κυρώσεων κατατείνει να διαχωρίσει κάθετα τις δυο αντίπαλες ιμπεριαλιστικές πλευρές, στρατιωτικά, πολιτικά, οικονομικά, ακόμα και πολιτιστικά, και φαίνεται να δημιουργείται ένα επίπεδο ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, που δύσκολα έως αδύνατα θα επιστρέψει στην προηγούμενη στάθμη του ανεξάρτητα από την πορεία και την όποια έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων στο έδαφος της Ουκρανίας.

Ιμπεριαλιστικές μέθοδοι και πάλη των λαών

 Τα ζητήματα που βρίσκονταν στην αιχμή της αντιπαράθεσης πριν τη ρωσική εισβολή, θα αποτελούσαν σημαντικά προβλήματα και για μια μη-ιμπεριαλιστική Ρωσία, θα αποτελούσαν σημαντικά προβλήματα και για μια σοσιαλιστική Ρωσία: Η (πέρα από κάθε ρητορική αποποίηση) ουσιαστικά καθημερινή πιθανότητα επέκτασης του ΝΑΤΟ έως τα ευρωπαϊκά σύνορα της Ρωσίας, η στήριξη των ουκρανικών εθνικιστικών, φασιστικών, νεοναζιστικών δυνάμεων, η ένταξή τους στις κρατικές ουκρανικές στρατιωτικές δυνάμεις, η ανάδειξη των εκπροσώπων τους σε κυβερνητικές και κρατικές θέσεις, η κρατική και παρακρατική επιθετικότητα ενάντια στα δικαιώματα και τη ζωή των ρωσόφωνων πληθυσμών, όλα αυτά δεν θα μπορούσαν να αφήσουν αδιάφορη οποιαδήποτε ρωσική κυβέρνηση, δεν θα μπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορο τον ίδιο τον ρωσικό λαό.  

Η διαφορά μάλλον βρίσκεται στο γεγονός ότι μια σοσιαλιστική Ρωσία θα ήταν σε θέση να συνδέσει και θα συνέδεε την επίλυση αυτών των προβλημάτων με την πάλη των λαών, ανεξάρτητα από εθνικούς διαχωρισμούς, στη βάση των κοινών συμφερόντων των εργαζομένων. Και αυτό δεν είναι και δε θα ήταν ζήτημα της «τελευταίας στιγμής».

Ωστόσο, για την ιμπεριαλιστική λογική της αντιπαράθεσης, για τη λογική που αναβλύζει από την κυριαρχία των μονοπωλίων, για την ιμπεριαλιστική λογική της διανομής των σφαιρών επιρροής οι εθνικοί διαχωρισμοί αποτελούν ίσα-ίσα απόλυτο εργαλείο διεκδίκησης σφαιρών επιρροής. Για την ιμπεριαλιστική λογική είναι αυτοκαταστροφική η μέχρι τέλους εμπιστοσύνη στην πάλη των λαών. Για τον ρωσικό καπιταλισμό η στήριξη των «δικαίων» του στη βάση των κοινών συμφερόντων των εργαζομένων θα αποτελούσε παράγοντα εσωτερικής αποσταθεροποίησης της κυριαρχίας του. Δεν θα αποτελούσε απλώς ένα «παράδειγμα» για τη ρωσική εργατική τάξη, αλλά θα αποτελούσε οργανωτικό παράγοντα συνένωσης των εργαζομένων όλων των χωρών έναντι των αστικών τάξεων των χωρών τους, σε κάθε χώρα και στη Ρωσία.

Και γι’ αυτό το λόγο η καπιταλιστική Ρωσία δεν μπορούσε παρά, απέναντι στις υπαρκτές προκλήσεις που έθεσε απέναντί της ο ευρωατλαντικός  ιμπεριαλισμός, να ακολουθήσει τις αναμενόμενες από τα αντίπαλα ιμπεριαλιστικά κέντρα μεθόδους προάσπισης των συμφερόντων της και «επίλυσης» των προβλημάτων της, μεθόδους εκ των προτέρων ενταγμένες στους στρατηγικούς σχεδιασμούς των αντίπαλων ιμπεριαλιστικών κέντρων. Μεθόδους που ήδη αποτέλεσαν καταλύτη για τη δημιουργία των όρων του νέου κλιμακούμενου κύκλου της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, όρων που υπερβαίνουν κατά πολύ τους βάσιμους δικαιολογητικούς λόγους που επικαλείται η Ρωσία και που αποτέλεσαν τα εναύσματα της ρώσικης εισβολής.

Φυσικά, μοναδικό κριτήριο και πεδίο για την απόδειξη κάθε εκτίμησης είναι το κριτήριο και το πεδίο της πράξης. Και αφού, ως προς τις παραπάνω εκτιμήσεις, η πραγματικότητα μας στερεί αυτό το κριτήριο και αυτό το πεδίο όσον αφορά την ύπαρξη μιας σοσιαλιστικής Ρωσίας, δεν απομένει παρά το κριτήριο και το πεδίο που μόνο οι ίδιοι οι λαοί μπορούν να καταστήσουν πραγματικό με την πάλη τους, την ολόπλευρη πάλη τους για τα ζητήματα του πολέμου και της ειρήνης, την μοναδική που μπορεί να αποτελέσει οργανωτικό παράγοντα της συνένωσης των εργαζομένων όλων των χωρών εναντίον των αστικών τάξεων των χωρών τους, εναντίον των κοινωνικο-οικονομικών βάσεων, που στο έδαφός τους αναφύονται, αναπτύσσονται, αναπαράγονται αέναα οι ιμπεριαλιστικές αντιπαραθέσεις και οι πολεμικές συγκρούσεις.

«Ίσες» και «άνισες» αποστάσεις

Τα παραπάνω μάλλον δεν μπορούν να θεωρηθούν ακριβώς ως τήρηση «ίσων αποστάσεων». Ακόμα περισσότερο, από μια άποψη «διαιτησίας» έναντι της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, θα μπορούσαν να «κατηγορηθούν» για τήρηση «άνισων αποστάσεων» υπέρ της Ρωσίας. Από αυτή την άποψη, όντως, οι «άνισες» πραγματικότητες δεν μπορεί παρά να προκαλούν και «άνισες» αποστάσεις. Από την άποψη της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, όμως, δεν έχει σε τελική ανάλυση καμιά σημασία η οποιαδήποτε «διαιτησία», αφού τα προβλήματα μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων πλευρών δεν λύνονται στη βάση της όποιας  «διαιτησίας» αλλά στη βάση του συσχετισμού των υλικών δυνάμεων και της δοκιμασίας αυτού του συσχετισμού στο πεδίο που ποτίζεται με το αίμα των λαών για χάρη των εκμεταλλευτών τους. Το μόνο που μπορεί να κάνει μια «διαιτησία» στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης είναι να  σφυρίζει τα πέναλτι, όμως στο «παιχνίδι» αυτής της αντιπαράθεσης «νικητής» αναδείχνεται ακριβώς αυτός που θα κάνει τα περισσότερα πέναλτι.

Στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, η «διαιτησία» που αναλώνεται και εξαντλείται στην εύρεση και στη μέτρηση των «ίσων» και των  «άνισων αποστάσεων», είναι καταδικασμένη να έρχεται αιωνίως αντιμέτωπη με  την αναπαραγωγή της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης με όλο και πιο γενικευμένες, όλο και οξύτερες μορφές, σε όλο και ανώτερο επίπεδο της κλιμάκωσής της. Μια τέτοια αναπαραγωγή είναι βέβαιη και στην παρούσα φάση, ανεξάρτητα από την συγκεκριμένη έκβαση που θα έχει το τρέχον αφετηριακό «επεισόδιο» του νέου κύκλου ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης. Κύκλου που δεν μπορεί παρά να είναι οξύς, οξύτερος από όσους γνώρισε ο κόσμος τις τελευταίες δεκαετίες μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού σε ΕΣΣΔ και ανατολική Ευρώπη, που δεν μπορεί παρά να είναι μακρόχρονος και που, επομένως, όσο πιο νωρίς απεμπλακούν οι λαϊκές συνειδήσεις από τα όρια που θέτει και αναπαράγει, τόσο περισσότερος χρόνος θα κερδηθεί για την οργάνωση της πάλης κάθε λαού ενάντια στην ιμπεριαλιστική αντιπαράθεση συνολικά, ενάντια στον ιμπεριαλισμό μέσα στην ίδια του τη χώρα. 

Το σημερινό πολεμικό «επεισόδιο» αποτελεί, ούτως ή άλλως, μια εξέλιξη του λεγόμενου «χαμηλής έντασης» ιμπεριαλιστικού πολέμου που έχει ήδη ξετυλιχτεί και συνεχίζει να ξετυλίγεται σε Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία, αφρικανική ζώνη του Σαχέλ και αλλού τα τελευταία 30 χρόνια.

Παραφράζοντας τον Λένιν: Ο πόλεμος κρατάει τριάντα χρόνια. Θα πολεμάτε εκατό χρόνια ή θα βαδίσετε για τη δύσκολη, την επίπονη επανάσταση. Άλλη διέξοδος δεν υπάρχει. Εμείς λέμε: Τον πόλεμο, που άρχισαν οι κυβερνήσεις των καπιταλιστών, μπορεί να τον τερματίσει μόνο η εργατική επανάσταση [*].

————————————

[*] «Εμείς δεν προτείνουμε να τερματίσουμε τον πόλεμο μεμιάς. Αυτό δεν το υποσχόμαστε. Εμείς δεν κηρύσσουμε ένα τέτοιο αδύνατο και απραγματοποίητο πράγμα, όπως τον τερματισμό του πολέμου με τη θέληση της μιας πλευράς. Τέτοιες υποσχέσεις είναι εύκολο να τις δίνει κανείς μα είναι αδύνατο να τις εκπληρώσει. Δεν είναι δυνατό να βγει κανείς εύκολα απ’ αυτόν το φρικτό πόλεμο.. Ο πόλεμος κρατάει τρία χρόνια. Θα πολεμάτε δέκα χρόνια ή θα βαδίσετε για τη δύσκολη, την επίπονη επανάσταση. Άλλη διέξοδος δεν υπάρχει. Εμείς λέμε: Τον πόλεμο, που άρχισαν οι κυβερνήσεις των καπιταλιστών, μπορεί να τον τερματίσει μόνο η εργατική επανάσταση». [Λένιν, Πόλεμος και επανάσταση, διάλεξη στις 14 (27) του Μάη 1917. Για τον  πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, σελ. 359, ΣΕ , Άπαντα, τομ. 30, σελ. 77-102, πρωτοδημοσιεύτηκε στις 23 Απρίλη 1929 στην εφημερίδα Πράβντα, αρ. φυλ. 93 σύμφωνα με το στενογραφημένο κείμενο].


πόσα λεφτά είναι 5 τρισ;

Ούτε εγώ μπορώ ούτε κανείς ανάμεσά μας μπορεί να καταλάβει πόσα είναι 5 τρισεκατομμύρια δολάρια, και σε τίποτα δεν βοηθάει αν πούμε ότι 5.000.000.000.000 δολάρια, προς 1,09 δολάρια στο ευρώ, είναι τέσσερα τρισεκατομμύρια πεντακόσια ογδόντα επτά δισεκατομμύρια εκατον πενήντα πέντε εκατομμύρια εννιακόσιες εξήντα τρεις χιλιάδες τρακόσια δυο ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτα. Δεν θα βοηθούσε ν’ αντιληφθούμε το «νόημα» αυτού του ποσού (την… ποιότητα της ποσότητας), ούτε κι αν διευκρινίζαμε ότι πρόκειται για το ποσό που αποφάσισε να διαθέσει στην «παγκόσμια οικονομία» η Ομάδα των 20 πλουσιότερων χωρών του κόσμου (G20), στο πλαίσιο – σύμφωνα με το ρεπορτάζ – «στοχευμένης οικονομικής, χρηματοπιστωτικής πολιτικής και άλλων οικονομικών μέτρων για περιορισμό όχι μόνον των σοβαρών χρηματοπιστωτικών αλλά και κοινωνικών επιπτώσεων της πανδημίας»

*

Μιά σύγκριση που θα μπορούσε κάπως να βοηθήσει: Το ποσό αυτό είναι 123,9 φορές τα 37 δισ. ευρώ που περικόπηκαν μέσα σε μια δεκαετία από το σύστημα υγείας της Ιταλίας, της χώρας που ανήκει στην «Ομάδα των 20» και μετράει αυτή τη στιγμή πάνω από 11.591 νεκρούς και 101.739 κρούσματα της πανδημίας.

Είναι 152.905 φορές τα 30.000.000 ευρώ που δίνει η ελληνική κυβέρνηση στις ιδιωτικές επιχειρήσεις υγείας και 60.757 φορές η έκτακτη ενίσχυση του Υπουργείου Υγείας με 75,5 εκατομμύρια ευρώ, που ανακοίνωσε η κυβέρνηση στις 20 Μαρτίου.

Είναι 603,57 ευρώ για κάθε έναν από τους περίπου 7,6 δισεκατομμύρια κατοίκους των 193 κρατών- μελών του ΟΗΕ, ένα ποσό που στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού (περίπου 10,8 εκατομμύρια κάτοικοι) θα αντιστοιχούσε με πάνω από 6,5 δισεκατομμύρια ευρώ και στο σύνολο του πληθυσμού π.χ. των ΗΠΑ (περίπου 330 εκατομμύρια κάτοικοι) θα αντιστοιχούσε με σχεδόν 200 δισεκατομμύρια ευρώ.

*

Είναι προφανές ότι αυτό το ποσό των 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων αποτελεί μόνο ένα μικρό κλάσμα από τα χρηματικά αποθέματα των χωρών της «Ομάδας των 20» και ένα ακόμα μικρότερο κλάσμα αν συνυπολογιστούν τα χρηματικά αποθέματα που διαθέτει το παγκόσμιο «κράτος εν κράτει» των μονοπωλιακών επιχειρηματικών ομίλων. Και πρέπει να υπογραμμιστεί, ότι στο σύνολό τους αυτά τα χρηματικά αποθέματα αντιπροσωπεύουν οικονομική αξία που έχει παραγάγει η συνολική παγκόσμια κοινωνική εργασία και είναι ικανά να κινητοποιήσουν οικονομικούς πόρους αντίστοιχης αξίας για την παραγωγή νέου πλούτου και για την υλοποίηση οποιουδήποτε κοινωνικά αναγκαίου σκοπού.

Αλλά ας περιοριστούμε εν προκειμένω στο συγκεκριμένο ποσό των 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων και ας αναρωτηθούμε με το φτωχό μας το μυαλό:

Πόσον ακόμα καιρό θα διαρκούσε η πανδημία, αν αυτά τα 5 τρισεκατομμύρια δολάρια αυτήν εδώ τη στιγμή κατευθύνονταν  στην οργάνωση μιας υγειονομικής εκστρατείας με στόχο τη ριζική της αντιμετώπιση παντού, σε ολόκληρο τον κόσμο, σε κάθε χώρα της γης; Αν με αυτά τα 5 τρισεκατομμύρια δολάρια και με τη διεθνή συνεργασία των κρατών συγκεντρωνόταν και κατανεμόταν το αναγκαίο υγειονομικό προσωπικό, εξασφαλίζονταν τα αναγκαία υλικά μέσα (τεστ, αντιδραστήρια, μέσα προστασίας, κλίνες, φαρμακευτικό υλικό), διενεργούνταν υγειονομικοί έλεγχοι στην κάθε γωνιά της γης που έχει πληγεί από τη διάδοση του ιού, εντοπίζονταν και αξιολογούνταν τα κρούσματα, απομονώνονταν από τον κοινωνικό τους περίγυρο και λάμβαναν την απαραίτητη θεραπευτική αγωγή… 

Η απάντηση που μπορεί να δώσει το δικό μου φτωχό μυαλό, είναι ότι μέσα σε έναν μήνα από τώρα η πανδημία θα είχε τεθεί υπό έλεγχο παγκόσμια και σε ένα σχετικά βραχύ χρονικό διάστημα θα είχε εξαλειφθεί πλήρως.

Δεν πρόκειται για φαντασιοκοπία. Πρόκειται – λέει το δικό μου το φτωχό το μυαλό μου – για ρεαλιστική εκτίμηση, και ο ρεαλισμός της δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ένα τέτοιο «σχέδιο» δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί.

Αλλά γιατί δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί;

*

Όπως αναφέρεται παραπάνω, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η «Ομάδα των 20» αποφάσισε τη διάθεση του ποσού των 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων «στο πλαίσιο της στοχευμένης οικονομικής, χρηματοπιστωτικής πολιτικής και άλλων οικονομικών μέτρων για περιορισμό όχι μόνον των σοβαρών χρηματοπιστωτικών αλλά και κοινωνικών επιπτώσεων της πανδημίας». Κι αυτό, σύμφωνα και με τον τίτλο του ρεπορτάζ, μεταφράζεται σε: «σωσίβιο» 5 τρισ. στους μονοπωλιακούς ομίλους.

Με τη γλώσσα της ίδιας της «Ομάδας των 20», ο σκοπός βρίσκεται όχι στον «περιορισμό» και την εξάλειψη της πανδημίας, αλλά στον «περιορισμό» των «επιπτώσεών της» οι οποίες περιγράφονται ως επιπτώσεις «όχι μόνο χρηματοπιστωτικές αλλά και κοινωνικές». Και στο σημείο αυτό μάλλον έχουμε το δικαίωμα να προβούμε στην εξής ερμηνεία: Στη γλώσσα (και στην αντίληψη) της «Ομάδας των 20» οι χρηματοπιστωτικές και οι κοινωνικές επιπτώσεις της πανδημίας ουσιαστικά και σε τελική ανάλυση ταυτίζονται.

Μπορεί να θεωρηθεί «λογικό»: Ένα πλήθος επιχειρήσεων σταματάνε, οι «επενδυτές» δεν παίρνουν πίσω τα κεφάλαιά τους προσαυξημένα με το προσδοκώμενο κέρδος, οι τράπεζες δεν παίρνουν πίσω τα δάνειά τους προσαυξημένα με τον προσδοκώμενο τόκο, οι δανειστές των κρατών περιέρχονται σε ανάλογη ανασφαλή θέση. Οι επιχειρήσεις θα οδηγούνταν στην καταστροφή αν απ’ τα συσσωρευμένα τους κέρδη πλήρωναν τους εργαζόμενους για να «κάθονται». Οπότε μένουν χωρίς δουλειά και χωρίς εισόδημα δεκάδες εκατομμύρια εργαζόμενοι οι οποίοι – τουλάχιστον σ’ ένα ικανό ποσοστό τους – πρέπει κουτσά-στραβά να επιβιώσουν για να προσφέρουν ξανά τις υπηρεσίες τους κατά την στιγμή της «επανεκκίνησης της οικονομίας».

Σύφωνα λοιπόν με αυτή την σχηματική και «απλοϊκή» αλλά, νομίζω, όχι λάθος περιγραφή οι «χρηματοπιστωτικές και κοινωνικές επιπτώσεις της πανδημίας» εμφανίζονται αξεχώριστες μεταξύ τους, και είναι επόμενο σε αυτές – και όχι στην εξάλειψη της πανδημίας – να κατευθυνθεί το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί κατά κεφαλή σε 603,57 ευρώ για κάθε κάτοικο του πλανήτη… Μόνο που η «λογική» αυτή αφορά την «οικονομία των ιδιωτών» [1] (όπου ως «ιδιώτης» νοείται τόσο, ας πούμε, o ημιαπασχολούμενος των 300 ευρώ μισθό το μήνα όσο, με την ευκαιρία, και η τράπεζα των 270 εκατομμυρίων ευρώ κέρδος το χρόνο)… [2] Μόνο, επίσης, που «λογική» της «οικονομίας» των ιδιωτών, καθόλου δεν είναι λογική της οικονομίας γενικά… [3] Μόνο, τέλος, που η «λογική» της «οικονομίας» των ιδιωτών βρίσκεται σε σύγκρουση με κάθε λογική που θα δικαιούνταν να αποτελεί τη λογική της οικονομίας γενικά.

Και δεν είναι παρά η πολιτική κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου αυτή που, σε συνθήκες πανδημίας, επιβάλλει την εφαρμογή της πρώτης «λογικής» αντί της δεύτερης και εναντίον της δεύτερης.

*

 Για τη μία «λογική», για την «οικονομία» των ιδιωτών, ο «ιδιώτης» βγάζει ένα καθαρό ετήσιο κέρδος π.χ. 270 εκατομμύρια ευρώ, το οποίο είναι αποτέλεσμα της «αξιοποίησης του κεφαλαίου του» και γι’ αυτό του ανήκει. Για τη λογική της οικονομίας γενικά, αυτά τα 270 εκατομμύρια ευρώ αποτελούν αποτέλεσμα της κοινωνικής εργασίας, γι’ αυτό ανήκουν στην κοινωνία και πρέπει να διατεθούν για τις ανάγκες της.

Για τη «λογική» της «οικονομίας» των ιδιωτών, οι «ιδιώτες», οι επιχειρηματικοί όμιλοι, πληρώνουν τους εργαζόμενους στα όρια της επιβίωσης και για όσο από την εργασία τους  μπορούν να ιδιοποιούνται το προσδοκώμενο κέρδος. Και όταν αυτή η ιδιοποίηση διακόπτεται, τα συσσωρευμένα κέρδη μένουν στους «ιδιώτες», ενώ οι εργαζόμενοι μένουν χωρίς δουλειά και χρήματα για να ζήσουν. Για τη λογική της οικονομίας γενικά, η εργασία όλων παράγει τα μέσα συντήρησης όλων καθώς και οτιδήποτε ανυψώνει τη ζωή όλων πάνω από τα όρια της συντήρησης. Και σε συνθήκες κινδύνου για την ανθρώπινη ύπαρξη, η κινητοποίηση των οικονομικών πόρων της κοινωνίας οργανώνεται με σκοπό την εξάλειψη του κινδύνου και την εξασφάλιση – όσο διαρκεί ο κίνδυνος – της συντήρησης όλων.

Για τη «λογική» της «οικονομίας» των ιδιωτών, χρειάζεται να δαπανηθούν 5 τρισ. από τα κράτη προκειμένου με αυτά, οι κοινωνίες τώρα, να καλύψουν την μαύρη τρύπα που αφήνουν πίσω τους οι «ιδιώτες» καθώς εγκαταλείπουν εσπευσμένα την ίδια τους την «οικονομία».  Για τη λογική της οικονομίας γενικά, το σταμάτημα της παραγωγής σε σειρά κλάδων λόγω υγειονομικού κινδύνου, αντιμετωπίζεται με τη συνέχιση της παραγωγής των αναγκαίων ειδών για τον πληθυσμό και με την ένταση της παραγωγής όσο χρειάζεται στους κλάδους που έχουν ως αντικείμενο την αντιμετώπιση και εξάλειψη του υγειονομικού κινδύνου. 

********

Για να κατανοήσουμε τη λογική της οικονομίας γενικά, την οικονομία της κοινωνικοποιημένης εργασίας και τη λογική της, μπορούμε να ανατρέξουμε στην ιστορικά οικεία μας, μέχρι και τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα, οικογενειακή «πατριαρχική» παραγωγή μιας αγροτικής οικογένειας που παράγει για τις δικές της ανάγκες όσα απαιτούνται για την ύπαρξή της: γέννημα, ζώα, πανί, ρούχα κλπ. [4] Η οικογενειακή δουλειά κατανέμεται ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας σύμφωνα με τις δυνατότητές τους, και το αποτέλεσμα της δουλειάς ανήκει σε όλη την οικογένεια και, μέσα στα ποσοτικά του όρια, κατανέμεται στα μέλη της  σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Στο πεδίο της κοινωνίας, τη θέση της «οικογένειας» παίρνει η ίδια η κοινωνία και τη θέση των «μελών της οικογένειας» παίρνουν τα άτομα, το σύνολο των ατόμων που απαρτίζουν την  κοινωνία, με τη διαφορά ότι, εκεί που τα όρια της πατριαρχικής οικογένειας αποτελούν όρια της ελευθερίας των μελών της και της ίδιας, εδώ η ελευθερία όλων στηρίζεται στην ελευθερία του κάθε ατόμου να δρα και να αναπτύσσεται εντός των διευρυνόμενων ορίων όλης της κοινωνίας.

Αν, τώρα, η πατριαρχική μας οικογένεια τύχει και κρυολογήσει, το απόθεμά της  σε χαμομηλάκι είναι διαθέσιμο για όλα τα μέλη της, όπως είναι διαθέσιμο για όλα τα μέλη της και το απόθεμά της σε μέσα συντήρησης, ενώ επίσης η οικογένεια πρέπει να κατανείμει στα μέλη της και τις εργασίες που δεν μπορούν να αναβληθούν στη διάρκεια του κρυολογήματος…

Η ίδια αυτή οικογένεια θα μπορούσε, επίσης, να μας φανεί χρήσιμη για την κατανόηση της «οικονομίας» των ιδιωτών και της δικής της «λογικής»:

Αν ένα μέλος της ιδιοποιούνταν τα σταροχώραφα και τα υπόλοιπα μέλη της δούλευαν για λογαριασμό του, κάθε ένα από αυτά τα μέλη-εργάτες θα πληρωνόταν με μια φέτα ψωμί ημερομίσθιο και το μέλος-ιδιοκτήτης θα είχε κάθε μέρα δικό του κέρδος ένα καρβέλι, για να το πουλάει έξω απ’ το σπίτι και να συσσωρεύει χρήματα, για να αγοράσει κι άλλα χωράφια και να πολλαπλασιάσει σε καρβέλια το καθημερινό κέρδος του. Όσο ο καιρός πάει καλά, κανένας δεν έχει παράπονο… Τα μέλη-εργάτες έχουν κάθε μέρα τη φέτα τους το ψωμί και το μέλος-ιδιοκτήτης συσσωρεύει καρβέλια και χρήμα, πράγμα που αποτελεί και την υπερηφάνια όλης της οικογένειας… Ώσπου έρχεται μιά χρονιά ανομβρίας. Το μέλος-ιδιοκτήτης, χώρια που στο μπαούλο τού έχουν περισσέψει και αρκετά καρβέλια για να περάσει τις δυσκολες μέρες, ξοδεύει κι ένα μέρος από το χρηματικό απόθεμα που συγκέντρωσε και προμηθεύεται μαρμελάδα για ν’ αλείφει στο ψωμί του.  Τα μέλη-εργάτες, όμως, δεν είχαν φροντίσει να βάζουν στην άκρη ένα ψιχουλάκι από την καθημερινή τους φέτα, και τώρα δεν έχουν καθόλου δικό τους ψωμί. Το μέλος ιδιοκτήτης, αν θέλει, αν τους χρειάζεται για μετά την ανομβρία, μπορεί έως τότε να τους δίνει κάθε μέρα μια μπουκιά ψωμί. Βέβαια, καμιά υποχρέωση δεν έχει να τους δώσει από το δικό του το ψωμί. Το κάνει γιατί, στο  κάτω-κάτω, «μια οικογένεια είμαστε», αλλά όπως είναι και δίκαιο, τα μέλη-εργάτες θα τού το ανταποδόσουν με τη δουλεία τους όταν οι βροχές ξαναρχίσουν. Εκτός αν θέλουν να αγοράζουν το ψωμί τους, από αυτόν ή από άλλα σπίτια, εφόσον προηγουμένως δανειστούν με τόκο, από τον πατέρα της οικογένειας, που έχει αναλάβει το ρόλο του τραπεζίτη…

…Διότι, δεν το είπαμε απ’ την αρχή: Τραπεζίτης στην οικογένεια είναι ο πατέρας, ο οποίος μέχρι πριν κρατούσε στα χέρια του το χρηματικό της απόθεμα. Και για να πούμε την αλήθεια, ο γιος-ιδιοκτήτης, όταν πήρε στην ιδιοκτησία του τα σταροχώραφα, είχε δανειστεί από τον πατέρα-τραπεζίτη ένα ποσό για τα πρώτα έξοδα της καλλιέργειας, έτσι που από το κάθε καρβέλι κέρδος που του έμενε κάθε μέρα, κοντά μισό καρβέλι το κρατούσε ο πατέρας-τραπεζίτης για τόκους. Τώρα με την ανομβρία διακόπηκε η παραγωγή του ψωμιού και μαζί της και η παραγωγή αυτού του ξεχωριστού καρβελιού που έμενε στον γιο-ιδιοκτήτη κάθε μέρα και που κοντά το μισό ήταν οι τόκοι του τραπεζίτη-πατέρα. Όμως δεν είναι δίκαιο να ζημιωθεί ο τραπεζίτης-πατέρας εξαιτίας της ανομβρίας, όταν δάνειζε τα χρήματά του δεν είχαν πει τίποτα για «ανομβρία». Ή μήπως πρέπει τώρα να ψάξει κι αυτός για δάνειο από άλλους πατέρες-τραπεζίτες, τη στιγμή που έχει κι αυτός υποχρεώσεις που τρέχουν: τις δόσεις για κάτι χωριά που είχε αγοράσει στους περακάμπους. Πατέρας-τραπεζίτης και γιος-ιδιοκτήτης συμφωνούν μεταξύ τους, για τον «περιορισμό των χρηματοπιστωτικών αλλά και κοινωνικών επιπτώσεων» της ανομβρίας, να διαθέσουν από τα χρηματικό απόθεμα «όλης της οικογένειας» το ποσό των 4.587.155.963.302,75 ευρώ.

Στη θέση της ανομβρίας μπορούμε να βάλουμε το γενικό κρυολόγημα της οικογένειας, και στη θέση του ψωμιού το χαμομήλι. Εδώ συμβαίνει το εξής: Η κόρη, που έως πριν μάζευε χαμομήλι για όλη την οικογένεια, κατόπιν δανείστηκε κι αυτή από τον πατέρα-τραπεζίτη ένα ποσό για τα πρώτα έξοδα και προσέλαβε για το μάζεμα του χαμομηλιού τους 5 από τους 10 γιους-εργάτες. Αυτοί οι 5 κάθε μέρα πληρώνονταν απ’ την κόρη τόσο ώστε να μπορούν  να αγοράσουν μια φέτα ψωμί από τον γιο-ιδιοκτήτη (σε χρήμα, όχι σε χαμομήλι, τι να το κάνει αυτός το χαμομήλι, αυτός δεν πουλάει χαμομήλι, πουλάει ψωμί). Για αυτή την αμοιβή οι γιοί-εργάτες μάζευαν για την κόρη-χαμομηλού τόσο χαμομήλι όσο έφτανε ώστε να της μένει κάθε μέρα κέρδος τόσο χαμομήλι όσο μάς κάνει κι ένα καρβέλι ψωμί (μείον το κοντά μισό καρβέλι που είχε κι αυτή να πληρώνει για τόκους του πατέρα-τραπεζίτη). Τώρα, με το κρυολόγημα, συμβαίνει με το χαμομήλι ό,τι συνέβαινε και με το ψωμί στην ανομβρία. Οι γιοί-εργάτες, δε φτάνει που τότε είχαν μείνει χωρίς μπουκιά ψωμί, τώρα μένουν και χωρίς μια κούπα χαμομήλι. Αλλά και με αυτόν τον πυρετό ποιος μπορεί να πάει για δουλειά στα χωράφια; 

Για να μην τα πολυλογούμε, κόρη-χαμομηλού, γιος-ιδιοκτήτης και πατέρας-τραπεζίτης, για να μην κολλήσουν το κρυολόγημα από την εστία διάδοσης που αποτελούν οι γιοί-εργάτες, αποσύρονται στα εξοχικά τους, αφήνοντας έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού τον γιο-αστυνομικό να προσέχει την καραντίνα των υπόλοιπων. Και μέσω τηλεδιάσκεψης οι τρεις συμφωνούν μεταξύ τους στα γνωστά: για τον «περιορισμό των χρηματοπιστωτικών αλλά και κοινωνικών επιπτώσεων» του κρυολογήματος, να διαθέσουν από τα χρηματικό απόθεμα «όλης της οικογένειας» το ποσό των 4.587.155.963.302,75 ευρώ.

*

Πώς να τελειώσουμε την ιστορία μας; Ας δοκιμάσουμε αυτό:

Η τάξη των μελών-εργατών της οικογένειας (ο θεός να την κάνει τέτοια) απαιτεί από την τάξη των μελών-καπιταλιστών της, να διαθέσουν όλο το χαμομήλι που χρειάζεται για να τελειώσει το κρυολόγημα, κι όλο το ψωμί που χρειάζονται για να ζήσουν ως τότε.

Και προβληματίζεται για την «οικονομία» των ιδιωτών και τη «λογική» της και για το αν έχει αυτή οποιαδήποτε σχέση με την οικονομία γενικά και τη δική της (δική τους) λογική.

*

«Καπιταλιστική οικονομία»: Αντίφαση εν τοις όροις.

======================================

[1] Οικονομία των ιδιωτών: Economy of the idiots, idiotic economy

[2] Καθαρά κέρδη 270 εκατομμυρίων ευρώ για το 2019 ανακοίνωσε η Τράπεζα Πειραιώς. Μια που, καθώς αναμένεται, θ’ αρχίσουμε τ’ απογεύματα στις 7 να χειροκροτάμε από τα μπαλκόνια τους πολιτικούς που προσφέρουν σε δυο δόσεις από έναν μισθό τους «κατά του κορονοϊού», ας υπολογίσουμε και το ότι τα παραπάνω ετήσια κέρδη της Τ.Π. αντιστοιχούν σε μηνιαίο ποσό καθαρών κερδών 22.5 εκατομμυρίων ευρώ. Και, φυσικά, η Τ.Π. είναι μία μόνο από τις τράπεζες, οι τράπεζες είναι λίγες μόνο από όλους τους μονοπωλιακούς επιχειρηματικούς ομίλους, και τα καθαρά κέρδη ενός από αυτούς – όπως η Τ.Π. – είναι λίγα μόνο από τα συνολικά τους κέρδη. 

[3] Μαρξ – Ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών: «…εκδήλωνε στην πραγματικότητα τη μεγάλη έριδα ανάμεσα στην τυφλή κυριαρχία των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης που αποτελούν την πολιτική οικονομία της αστικής τάξης, και στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής από  την κοινωνική πρόβλεψη, που αποτελεί την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης»

[4] Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Α΄ τόμος, σελ. 91, ΣΕ: «Για να εξετάσουμε την κοινή, δηλ. την άμεσα κοινωνικοποιημένη εργασία δε χρειάζεται ν’ ανατρέξουμε στην πρωτόγονη μορφή της που τη βρίσκουμε στο κατώφλι της ιστορίας όλων των πολιτισμένων λαών. Ένα πιο κοντινό παράδειγμα αποτελεί η αγροτική πατριαρχική παραγωγή μιας αγροτικής οικογένειας που παράγει για τις δικές της ανάγκες γέννημα, ζώα, πανί, ρούχα κλπ. Τα διάφορα αυτά πράγματα αποτελούν για την οικογένεια διάφορα προϊόντα της οικογενειακής της εργασίας, δεν αποτελούν όμως το ένα για το άλλο εμπορεύματα. Οι διάφορες εργασίες που παράγουν αυτά τα προϊόντα, η γεωργία, η χτηνοτροφία, το κλώσιμο, η υφαντική, η ραφτική κλπ είναι κοινωνικές λειτουργίες στη φυσική τους μορφή, γιατί είναι λειτουργίες της οικογένειας που έχει το δικό της αυθόρμητο καταμερισμό της εργασίας, ακριβώς όπως και η εμπορευματική παραγωγή. Οι διακρίσεις φύλου και ηλικίας καθώς και οι φυσικοί όροι της εργασίας που αλλάζουν μαζί με την εναλλαγή των εποχών του έτους, ρυθμίζουν τον καταμερισμό της εργασίας μέσα στην οικογένεια και το χρόνο εργασίας του κάθε ξεχωριστού μέλους της οικογένειας. Το ξόδεμα όμως των ατομικών εργατικών δυνάμεων που μετριέται με τη χρονική τους διάρκεια εμφανίζεται εδώ ανέκαθεν σαν κοινωνικός καθορισμός των ίδιων των εργασιών, γιατί οι ατομικές εργατικές δυνάμεις δρουν εδώ από ανέκαθεν μόνο σαν όργανα της κοινής εργατικής δύναμης της οικογένειας. …»


μισή αλήθεια το μεγαλύτερο ψέμμα

Απασχόλησε πρόσφατα τη δημοσιότητα συνέντευξη της κ. Μπέττυς Μπαζιάνα, στην οποία μεταξύ άλλων δικαιολόγησε τον ΣΥΡΙΖΑ λέγοντας ότι πήρε απλώς την κυβέρνηση και όχι την εξουσία.

Και χαρακτηρίστηκε αυτό «απολύτως σωστό», χαρακτηρίστηκε ως «μια αλήθεια», όμως, σημειώθηκε ότι, «εφόσον γνώριζαν από πριν αυτόν το διαχωρισμό, γιατί πρόβαλαν την κυβέρνηση ως το άλφα και το ωμέγα για το σκίσιμο των μνημονίων, την αλλαγή των συσχετισμών και μια δίκαιη κοινωνία;» και επίσης ότι, «αυτή την αλήθεια τη λέγαν οι κομμουνιστές το 2012 και δώθε, όταν ο σύζυγός της καλούσε τους αριστερούς να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ γιατί το ΚΚΕ δε θέλει να κυβερνήσει».

Πράγματα, τα παραπάνω, τα οποία είναι αλήθεια και απολύτως σωστά, αλλά δεν σημαίνουν ότι πέρα από αυτά απομένει σαν «απολύτως σωστό» και σαν «αλήθεια» και αυτό που υποστήριξε η κ. Μπαζιάνα: Αλήθεια σε τελική ανάλυση δεν υπάρχει αποσπασμένη από την πράξη, αποσπασμένη από τις ιδεολογικές και πρακτικές της συνέπειες, από την θεωρητική και πρακτική απάντηση στα διλήμματα που, ως συμπέρασμα, προκύπτουν από αυτή την «αλήθεια».

Και η «αλήθεια» ότι είναι άλλο η κυβέρνηση και άλλο η εξουσία, θέτει στην κυβέρνηση που «δεν έχει» την εξουσία το εξής δίλημμα και, μάλιστα, δίλημμα χωρίς επιστροφή:

Είτε στηριγμένη στο εργατικό λαϊκό κίνημα, στη δύναμη και την οργανωτική ανάπτυξή του,  να σταθεί αντιμέτωπη και να έρθει σε ρήξη με την εξουσία, που (παρεμπιπτόντως) είναι η οικονομική και πολιτική εξουσία του κεφαλαίου… Είτε να ενσωματωθεί σε αυτή την εξουσία σαν όργανό της και να έρθει αντιμέτωπη με το λαϊκό κίνημα, αντιμέτωπη και σε ρήξη με τις λαϊκές ανάγκες και προσδοκίες.

«Τρίτος δρόμος», μέση λύση, δεν υπάρχει, πολύ περισσότερο στις σημερινές συνθήκες, που είναι συνθήκες επιθετικότητας του κεφαλαίου και όχι «μεσοβέζικες», «μεταβατικές» συνθήκες όπως πριν μερικές δεκαετίες.

Και φυσικά είναι γνωστό ποια απ’ τις δυο λύσεις επέλεξε «σαν έτοιμος από καιρό» ο ΣΥΡΙΖΑ μόλις έγινε κυβέρνηση.

Η «αλήθεια» της κ. Μπαζιάνα έχει τόση αξία (και τόση αλήθεια) όση είχε και η «αλήθεια» του συζύγου της ότι «δεν έλεγε ψέμματα» αλλά είχε την «αυταπάτη» ότι θα μπορούσε να «σχίσει τα μνημόνια» με τη συμφωνία των «εταίρων». Διότι μετά την αποκάλυψη της υποτιθέμενης «αυταπάτης» δυο μόνο δρόμοι του απομένανε: είτε το «σχίσιμο» των μνημονίων είτε η συμφωνία των «εταίρων».

Κι ο δρόμος που επέλεξε αποτελεί την μοναδική αλήθεια: τόσο για τις «αυταπάτες» του όσο και για την κυβέρνησή του που ατυχώς (!) «δεν έχει» και την εξουσία.


ηθική και πολιτική χαμέρπεια

«Απεργία: το έσχατο μέσο που εγινε πρώτο» τιτλοφορούνταν το άρθρο της «Αυγής», πριν έξι μήνες, προετοιμάζοντας ιδεολογικά το έδαφος για το ξήλωμα του δικαιώματος στην απεργία, που η υλοποίησή του μπαίνει σε εφαρμογή τη Δευτέρα με το υπό ψήφιση «πολυνομοσχέδιο».

Μόνο που η απεργία δεν είναι ούτε «πρώτο» ούτε «έσχατο μέσο». Είναι το μοναδικό όπλο που διαθέτει η εργατική τάξη στην πάλη της για τα δικαιώματά της, το μοναδικό όπλο που διαθέτουν όσοι κατέχουν μόνο την εργατική τους δύναμη στην πάλη τους για μισθό, ωράριο, κοινωνική ασφάλιση, εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα, στην πάλη τους για το δικαίωμα στη ζωή που τους ανήκει, ολόκληρη κι όχι μόνο όση χρειάζεται από αυτούς το κεφάλαιο για να τους απομυζά την υπόλοιπη με τη μορφή του καπιταλιστικού κέρδους και της εκμεταλλευτικής εξουσίας.

Και πόσα δεν είπαν αυτές τις μέρες οι διάφοροι κυβερνητικοί παράγοντες και τα επικοινωνιακά τους φερέφωνα, για να ξεγλυστρήσουν από την οργή του ταξικού εργατικού κινήματος, για να αντιστρέψουν την πραγματικότητα, για να εμφανίσουν σαν ευεργεσία το ποδοπάτημα της αγωνιστικής ιστορίας και του αγωνιστικού μέλλοντος της εργατικής τάξης! Τι για «βανδαλισμούς», τι για «καταστροφές», για «μπούλινγκ» και  για «ρουβίκωνα», τι για «πολιτική αλητεία» δεν εξέμεσαν ενάντια στην εργατική κινητοποίηση, ίδιοι κλέφτες που φωνάζουν για να φοβηθεί ο νοικοκύρης…

Με το κοριτσάκι που κάνει καριέρα σαν υπουργός εργασίας να ποζάρει «ανίσχυρο», «γυμνό ανάμεσα στους λύκους», όλο «απελπισία» απέναντι στους εκπροσώπους των ταξικών συνδικάτων, που – άκουσον άκουσον – παραβίασαν την αμπαρωμένη για τους εργαζόμενους είσοδο του «Υπουργείου Εργασίας» και ανέβηκαν ως το υπουργικό γραφείο όχι για να κάνουν «διάλογο» αλλά για να απαιτήσουν την απόσυρση του νομοσχεδίου που παρεμποδίζει τη δυνατότητα των εργατικών σωματείων να κηρύσσουν απεργία.

Γεμάτη δυσφορία η κ. υπουργός στην υπενθύμιση του αίματος που έχει χύσει η εργατική τάξη για να κατακτήσει με τους σκληρούς της αγώνες το αναφαίρετο και αδιαπραγμάτευτο δικαίωμά της να απεργεί: Γεμάτη δυσφορία για την χωρίς περιστροφές καταγγελία του έργου που η ίδια επιτελεί, για την καταγγελία της ευθύνης της απέναντι στο ματωμένο ιστορικό παρελθόν, παρόν και μέλλον  της εργατικής τάξης κι όλης της εργαζόμενης κοινωνίας που στενάζει κάτω από τη διακυβέρνηση τη δική της και των υπόλοιπων φαρισαίων της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

***

Πριν από λίγο καιρό ο Τσίπρας χαρακτήρισε τον Τραμπ «διαβολικό αλλά για καλό σκοπό», και χθες ο Τσακαλώτος «διασκέδασε τις εντυπώσεις» μπουρδολογώντας για τις «καλές» συνέπειες που μπορεί να έχει για τους εργατικούς αγώνες το νομοθετικό τσάκισμα του δικαιώματος στην απεργία…

Αναμφισβήτητα! Άλλωστε κι ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος έληξε με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Και τι θα ήταν ο αντιφασιστικός αγώνας χωρίς να έχει προηγηθεί ένας Χίτλερ; Θα υπήρχε ανάσταση χωρίς τη σταύρωση; Τι θα ήταν σήμερα ο Χριστός αν δεν είχε υπάρξει ένας Ιούδας;

Μόνο που κι αυτός, ο Ιούδας, όταν συνειδητοποίησε ότι «είχε αυταπάτες», πέταξε τα τριάντα αργύρια στα μούτρα των φαρισαίων και πήγε και κρεμάστηκε.

Ενώ οι Τσίπρες κι οι Καμμένοι, οι Τσακαλώτοι κι οι Αχτσιόγλες, ζητάνε και ρέστα και θέλουν και χειροκρότημα για την ηθική και πολιτική τους χαμέρπεια.

 


μεταφυσική της διπλωματίας (Καταλονία)

Έλεγα στην προηγούμενη ανάρτηση, ότι τα «εθνικά» ζητήματα, τα ζητήματα «εθνικής ανεξαρτησίας», ορίζονται από παραμέτρους διαφορετικές από ό,τι τα ζητήματα των «εθνικών μειονοτήτων», ότι είναι δυο ζητήματα με διαφορετικό περιεχόμενο και ότι τα ζητήματα των «εθνικών μειονοτήτων» δεν είναι ζητήματα «εθνικής αυτοδιάθεσης» αλλά αντίθετα αποτελούν συνέπεια, η ίδια η ύπαρξη των μειονοτήτων αποτελεί συνέπεια, της «λύσης» των ζητημάτων εθνικής αυτοδιάθεσης με τη μορφή του κρατικού διαχωρισμού των εθνών.

Οπότε, εν προκειμένω, δεν μπορούμε, δεν έχει νόημα, είναι μέχρι και επιζήμιο, απέναντι στο θέμα: «ανεξαρτησία της Καταλονίας» να παίρνουμε θέση «υπολογίζοντας» την υποτιθέμενη αφηρημένη τυπική επίδραση του θέματος αυτού στο μη-ομοειδές ζήτημα των μειονοτήτων. Τι γίνεται όμως όταν τα διάφορα διεθνή ζητήματα εμφανίζονται στη μορφή σαν «ομοειδή», έλκοντας έτσι την αντιμετώπισή τους ως τέτοιων («ομοειδών»), μεταφυσικά, αντί για την συγκεκριμένη και αντικειμενική ανάλυσή τους;

Και να λοιπόν τώρα, που το καταλανικό κοινοβούλιο ανακήρυξε την «ανεξαρτησία», το ισπανικό κράτος χαρακτηρίζει την ανακήρυξη αυτή «στάση», και μια σειρά χώρες σπεύδουν να καταδικάσουν την μονομερή ανακήρυξη της καταλανικής ανεξαρτησίας:

Για την «καταδίκη» εκ μέρους της Γαλλίας και της Γερμανίας, τα πράγματα φαίνονται σχετικά «απλά». Η Γαλλία καταδικάζει με «πλήρη στήριξη στον πρωθυπουργό της Ισπανίας», ενώ η Γερμανία «δεν αναγνωρίζει αυτού του είδους την ανακήρυξη ανεξαρτησίας»… Η Γαλλία εμφανίζεται ως «απερίφραστη» στην εκλογή συμμάχου, ενώ η Γερμανία προβληματίζεται για το «είδος της ανακήρυξης» που θα διασφαλίζει τα συμφέροντά της. Εδώ, σε Γαλλία και Γερμανία, «φαίνεται» ότι πρυτανεύουν τα οικονομικά συμφέροντα και όχι η «διαπλαστική» διπλωματία γύρω από τα εθνοτικά θέματα.

Για την Βρετανία, ως ισχυρή χώρα κλπ, προφανώς μετρά και η στάθμιση των οικονομικών της συμφερόντων, αλλά προφανώς μετρά στη θέση της και το πραγματικά ομοειδές ζήτημα της Σκωτίας που υποβόσκει στο εσωτερικό της. Έτσι λοιπόν «το Ηνωμένο Βασίλειο δεν πρόκειται να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Καταλονίας, δήλωσε η Τερέζα Μέι». Από εκεί και πέρα οι διαφορές βρίσκονται στη βρετανική φάση «μπρέξιτ» και τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις της σκοτσέζικης αστικής τάξης, αφενός, και την ισπανική «σταθερή» θέση εντός ΕΕ που όμως δεν θα περιλαμβάνει αυτομάτως και την Καταλονία σε περίπτωση απόσχισης, αφετέρου. Αλλά αυτά είναι «άλλου» τύπου ζητήματα.

Δεν έχουν όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα για την Ουκρανία και την Κύπρο.

Σε σχέση με αυτές τις χώρες η πρώτη εντύπωση είναι ότι τις «γρήγορες» ανακοινώσεις εναντίον της απόσχισης δεν τις καθορίζουν οικονομικά συμφέροντά τους στην Ισπανία ή, ιδιαίτερα, στην Καταλονία, αλλά οι εσωτερικές τους συνθήκες. Όμως αυτές, στην πραγματικότητα, διόλου ομοειδείς δεν είναι με τις καταλανικές.

Για την μεν Ουκρανία, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει οφείλονται στην πραξικοπηματική ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησής της, με στόχο την βίαιη ολοκληρωτική πρόσδεση της χώρας στο άρμα του ευρωατλαντισμού. Πραξικοπηματική ανατροπή, της οποίας τον αντίχτυπο αποτέλεσε η ένοπλη εξέγερση των ρωσόφωνων ανατολικών περιφερειών και η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία. Το ζήτημα λοιπόν στην Ουκρανία δεν έχει την πηγή του και τον πυρήνα του σε κάποιες αφηρημένες βλέψεις «εθνικής αυτοδιάθεσης» και ανεξαρτητοποίησης, αλλά στην ανατροπή της νομιμότητας στο ίδιο το «εθνικό κέντρο», η οποία και κλόνισε τις υφιστάμενες εθνοτικές ισορροπίες. Η ίδια επίσης πραξικοπηματική ανατροπή αποτέλεσε ένα επεισόδιο του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, τέτοιο που φάνηκε ότι για την ρωσική πλευρά του ήταν πλέον ανεπαρκής η αμιγώς διπλωματική του αντιμετώπιση και ότι γι’ αυτήν έθετε  την αναγκαίοτητα ανάληψης συγκεκριμένης δράσης που κατέληξε στην προσάρτηση της Κριμαίας, στην «νομιμοποιητική» βάση της ιστορίας που διέπει την κυριαρχία επί της συγκεκριμένης περιοχής. Στην Ουκρανία, λοιπόν, συμπερασματικά, το κέντρο του προβλήματος δεν βρίσκεται σε μια εθνότητα που κάνει πράξη το «δικαίωμα αυτοδιάθεσής» της, αλλά στην βίαιη, υποκινούμενη από τα ευρωατλαντικά ιμπεριαλιστικά κέντρα, πραξικοπηματική ανατροπή των ως τότε υφιστάμενων όρων και σχέσεων συνύπαρξης μεταξύ των εθνοτικών παραγόντων στο εσωτερικό της είτε πρόκειται για «εθνότητες» είτε πρόκειται για «μειονότητες». Μια τέτοια ανατροπή και η διατήρηση του καθεστώτος που προέκυψε από αυτήν θα ήταν αδύνατο να μείνει χωρίς συνέπειες και αδίκως η ουκρανική κυβέρνηση αναζητά στην δήθεν «ομοειδή» περίπτωση της Καταλονίας μεταφυσικά ερείσματα στήριξης των «δικαιωμάτων» της.

Στην Κύπρο, επίσης, το «ομοειδές» αποτελεί μεταφυσική φενάκη. Ενδεχομένως στην κυπριακή ανακοίνωση «κατά της απόσχισης» κρύβεται ο «υπολογισμός» της κατάστασης στο νησί. Συνδυασμένος ίσως, και ίσως για ακόμη μια φορά, με τη σκέψη της «συμφέρουσας» ευθυγράμμισης με την μια ή άλλη πλευρά των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, που όμως είναι «συμφέρουσα» για τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης η οποία και επιχειρεί να τα «συνδυάσει» με την υπηρέτηση του «εθνικού συμφέροντος».  Όμως είναι αμφίβολο κατά πόσο είναι πάντοτε (ή ποτέ) υλοποιήσιμος ένας τέτοιος συνδυασμός. Γιατί, σε ό,τι αφορά το επίκαιρο ζήτημα, το κυπριακό σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί πρόβλημα «εθνικής αυτοδιάθεσης». Αποτελεί πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Ενδεχόμενη μάλιστα, έστω και υπονοούμενη, μεταφυσική εξομοίωση του κυπριακού με το «καταλανικό», όχι μόνο δεν θα αποτελούσε διπλωματική θωράκιση του κυπριακού κράτους, αλλά αντίθετα θα υπέσκαπτε την ουσία του κυπριακού προβλήματος ακριβώς ως προβλήματος εισβολής και κατοχής. Και υποθέτω, αυτή ακριβώς η ουσία οφείλεται να διακηρύσσεται ξανά και ξανά, κάθε φορά που η διεθνής «σύγχυση» τείνει να μεταβάλλεται σε εργαλείο αμφισβήτησής της.

Όσο για «εμάς»: Το ζήτημα δεν είναι ούτε ένα μέτωπο υπέρ της καταλανικής ανεξαρτησίας στο όνομα των γενικών αρχών της εθνικής αυτοδιάθεσης, ούτε ένα μέτωπο εναντίον της στο όνομα της ενιαίας πάλης της εργατικής τάξης. Το ζήτημα είναι η «χωρίς φόβο και πάθος» (ή μήπως «χωρίς φόβο αλλά με πάθος»;) ανάπτυξη στην πράξη αυτής της ενιαίας πάλης, κόντρα στον εθνικισμό και την καταστολή, δηλαδή κόντρα στον καταλανικό και τον ισπανικό εθνικισμό που αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξή της. Η αυτόνομη πάλη της εργατικής τάξης και των κοινωνικών της συμμάχων ενάντια στην επίθεση που δέχεται, με σύνθημα τον σοσιαλισμό: Σε όλη την Ισπανία, και την Καταλονία! Στην Καταλονία και σε όλη την Ισπανία! Και φυσικά, πρώτα απ’ όλα, στην ίδια μας τη χώρα!


σκέψεις γύρω από τη συζήτηση για την Καταλονία

Με αφορμή θέσεις, τοποθετήσεις, απόψεις που έχουν διατυπωθεί σε διαδικτυακές κυρίως συζητήσεις γύρω από το τρέχον ζήτημα της Καταλονίας, οι σκέψεις που ακολουθούν.

Πρώτη μια «μεθοδολογική» τοποθέτηση: Δεν είναι νομίζω σωστό να εξετάζεται το ζήτημα της Καταλονίας υπό το πρίσμα της αφηρημένης επίδρασης που ασκεί η μια ή η άλλη ιδεολογικο-πολιτική τοποθέτηση στα ζητήματα των εθνικών μειονοτήτων. Το ζήτημα της σχέσης και της αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων είναι ζήτημα διαφορετικό από το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων.  Ο λόγος ύπαρξης των εθνικών μειονοτήτων είναι ακριβώς ο εθνικός-κρατικός διαχωρισμός: αν λ.χ. σήμερα η Καταλονία διαχωριζόταν κρατικά από την υπόλοιπη Ισπανία, την ίδια στιγμή από τις δυο πλευρές των συνόρων θα δημιουργούνταν δυο εθνικές μειονότητες, στη μεριά της Καταλονίας μια ισπανική εθνική μειονότητα και στη μεριά της Ισπανίας μια καταλανική εθνική μειονότητα. Η εμφάνιση και η ύπαρξη, λοιπόν, των μειονοτήτων θα ερχόταν σαν αποτέλεσμα της καταλανικής εθνικής αυτοδιάθεσης που θα έφτανε ως τον κρατικό διαχωρισμό, και από εκεί και πέρα το ζήτημα των μειονοτήτων δεν θα ήταν και δεν θα μπορούσε να είναι ζήτημα δικής τους εθνικής αυτοδιάθεσης αλλά ζήτημα σεβασμού  των δικαιωμάτων τους ως εθνικών μειονοτήτων.

Είναι προφανές ότι οι εθνικές μειονότητες υπάρχουν σαν αποτέλεσμα της ύπαρξης εθνικών συνόρων και από τη στιγμή που υπάρχουν εθνικά σύνορα θα υπάρχουν και εθνικές μειονότητες, γιατί όπως συμβαίνει σε γενικές γραμμές με όλα τα σύνορα έτσι και τα εθνικά σύνορα έχουν έναν ορισμένο «συμβατικό» χαρακτήρα, στην πραγματικότητα δεν τοποθετούνται σε κάποιο ανύπαρκτο σημείο διαχωρισμού αλλά στο σημείο της ένωσης και ανάμιξης των εθνοτήτων.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων συγχεόταν με το εθνικό ζήτημα, αν το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων αντιμετωπιζόταν σαν το εθνικό ζήτημα, αν αντί για ζήτημα σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων μετατρεπόταν σε ζήτημα «εθνικής αυτοδιάθεσης», δεν θα υπήρχε άλλο αποτέλεσμα παρά μια δίχως τέλος μετατροπή της εκάστοτε μειονότητας σε πλειονότητα εντός των δικών της ορίων και την δημιουργία εντός της μιας νέας μειονότητας αποτελούμενης από πρώην «πλειονοτικούς» (στα πλάισια των προηγούμενων συνόρων), που με τη σειρά της κι αυτή η νέα μειονότητα θα μπορούσε να διεκδικήσει την «εθνική αυτοδιάθεσή» της, μέχρι να φτάσουμε στο εσωτερικό της κάθε εθνικά «μικτής» πολυκατοικίας και στην «εθνική αυτοδιάθεση» των ορόφων και των διαμερισμάτων.

Εν πάση περιπτώσει οι δικαιολογημένες βαλκανικές μας φοβίες δεν έχουν εφαρμογή στο τρέχον καταλανικό ζήτημα. Η Καταλονία και εντός της Ισπανίας αποτελεί μια ιδιαίτερη εθνότητα, ενώ οι διάφορες βαλκανικές εθνικές μειονότητες αποτελούν την συνέπεια της ύπαρξης των ήδη ανεξάρτητων βαλκανικών εθνικών κρατών, τα οποία ομολογημένα ή ανομολόγητα, σε κρατικό-κυβερνητικό επίπεδο ή σε επίπεδο εθνικιστικών πολιτικών μορφωμάτων στο εσωτερικό των κρατών, επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν την αναπόφευκτη ύπαρξή τους (δηλ. την ύπαρξη των μειονοτήτων αναπόφευκτα όπου υπάρχει εθνικός-κρατικός διαχωρισμός) στην υπηρεσία των διάφορων σχεδίων «μεγαλείου» τού ενός ή του άλλου αστικού κράτους, υπό την στρατηγική καθοδήγηση των διάφορων ιμπεριαλιστικών κέντρων.

Με άλλα λόγια το ζήτημα της Καταλονίας είναι ζήτημα «εθνικής αυτοδιάθεσης», ενώ η ύπαρξη των βαλκανικών εθνικών μειονοτήτων (με την ποικιλία των μορφών τους) αποτελεί συνέπεια της προγενέστερης λύσης των ζητημάτων αυτοδιάθεσης των βαλκανικών εθνών.

Δεύτερο: Αποτελεί ιστορική οπισθοχώρηση η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των λαών από το ζήτημα της κοινωνικής τους οργάνωσης, από το ζήτημα της κοινωνικής απελευθέρωσης των εργαζομένων, στο ζήτημα του «εθνικού αυτοπροσδιορισμού». Ιστορική οπισθοδρόμηση, ιδίως στον βαθμό (βαθμός που στις μέρες μας φαντάζει «απόλυτος») που το αίτημα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού είναι αποσπασμένο από την ανατροπή του καθεστώτος κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία.

Όμως το δεύτερο δεν είναι εντελώς άσχετο από το πρώτο. Λ.χ. το ζήτημα της αποδέσμευσης μιας χώρας, όπως η χώρα μας, από την υπέρτατη αρχή των ελευθεριών της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας που επιβάλλει η ΕΕ των μονοπωλίων, το ζήτημα της αποτίναξης των δεσμών που συνιστά η ένταξη στο ΝΑΤΟ, αυτά είναι και ζητήματα εθνικού αυτοπροσδιορισμού, εθνικής αυτοδιάθεσης, αλλά εθνικού αυτοπροσδιορισμού και αυτοδιάθεσης με το καθορισμένο περιεχόμενο που υπηρετεί την πάλη της εργατικής τάξης και όλων των εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων. Όσο κι αν η ένταξη στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς της ΕΕ και του ΝΑΤΟ εμφανίζεται ως εθελοντική επιλογή ενός «ανεξάρτητου κράτους». Το πόσο ανεξάρτητο είναι το κράτος και πόσο εθελοντική η επιλογή θα φαινόταν αμέσως ανάγλυφα από τις ιμπεριαλιστικές αντιδράσεις στην περίπτωση που η χώρα μας προχωρούσε στην αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς θέτοντας τις παραγωγικές της δυνάμεις στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών. Θα φαινόταν από τη στιγμή που η χώρα μας θα ακολουθούσε αυτόν, τον μοναδικό, αναγκαίο και δυνατό δρόμο ανεξαρτησίας και αυτοπροσδιορισμού, όχι προς  τον σκοπό του εθνικιστικού διαχωρισμού αλλά προς τον σκοπό της ανατροπής της κυριαρχίας των μονοπωλίων πάνω στα έθνη και της συνένωσής τους στη βάση της κυριαρχίας των εργαζομένων πάνω στα μέσα και τους καρπούς του μόχθου τους.

Ιστορική οπισθοχώρηση λοιπόν η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των λαών από την ταξική πάλη προς τον εθνικισμό. Αλλά αυτό δεν αναιρεί τις γενικές αρχές με τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται τα ζητήματα της εθνικής αυτοδιάθεσης.

Τρίτο. Οι γενικές αυτές αρχές των κομμουνιστών αναγνωρίζουν στους λαούς το «χωρίς όρους» δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης, όμως αυτό δεν σημαίνει πως σαν πολιτική δύναμη οι κομμουνιστές διαμορφώνουν την εκάστοτε πολιτική τους θέση αφηρημένα, στη βάση της γενικής αναγνώρισης του δκαιώματος στην αυτοδιάθεση, και όχι συγκεκριμένα, δηλαδή στη βάση του ερωτήματος ποια μορφή αυτοδιάθεσης υπηρετεί αποτελεσματικότερα τον αγώνα της εργατικής τάξης σαν τάξη για τον εαυτό της.

Έτσι, συζητώντας για την Καταλονία, τα ερωτήματα που, νομίζω θα έπρεπε να  απαντηθούν είναι τα εξής:

Από τη μια, το αίτημα ανεξαρτητοποίησης της Καταλονίας λειτουργεί σαν πρόσκομμα στην ενιαία πάλη της ισπανικής εργατικής τάξης, του ισπανικού λαού, των λαών της Ισπανίας ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων;

Από την άλλη, το ίδιο αυτό αίτημα θέτει εντός ορισμένων ορίων δυνατότητες ανάδειξης του ζητήματος της πάλης των εργαζομένων ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων στο εσωτερικό της ίδιας της Καταλονίας; Δυνατότητες ανάδειξης της μόνης εθνικής αυτονομίας που έχει νόημα – στις δοσμένες συνθήκες – για την εργατική τάξη και τα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα; Εννοώ με το τελευταίο, ότι στον βαθμό που στην Καταλονία προβάλλεται η άποψη ότι είναι δυνατόν αυτή να αποτελέσει ένα «βιώσιμο» ανεξάρτητο εθνικό κράτος, τότε ποια άλλη μορφή «αυτονομίας» θα μπορούσε να επισφραγίσει από τη σκοπιά της εργατικής τάξης αυτήν την άποψη, αν όχι ο στόχος της «αυτόνομης» κοινωνικοποίησης των μονοπωλίων και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και μάλιστα όχι σαν όρος εθνικού διαχωρισμού της Καταλονίας από την υπόλοιπη Ισπανία αλλά σαν «κινητήριος» όρος συνένωσης των λαών της Ισπανίας σε μια χώρα σοσιαλιστική σε όλη της την έκταση;

Στα δυο παραπάνω ερωτήματα η απάντηση είναι κατά τη γνώμη μου και στα δυο «ναι»: Η «ανεξαρτητοποίηση» συνιστά και πρόσκομμα στην ενιαία πάλη της ισπανικής εργατικής τάξης (ακόμα περισσότερο η αλληλοτροφοδότηση ανάμεσα σε αυτήν και την καταστολή του ισπανικού κράτους που συγκλίνει σε αυτή την κατεύθυνση και την ανεβάζει «ποιοτικά») και επίσης περιέχει όρους ικανούς να αναδείξουν την ταξική-πολιτική αυτονομία των εργαζομένων.

Αλλά, τόσο για τον σκοπό της ακύρωσης των όρων ματαίωσης της ενιαίας πάλης της ισπανικής εργατικής τάξης και των κοινωνικών της συμμάχων, όσο και για την ανάδειξη και επικράτηση, «εθνικά», της αυτόνομης πάλης της εργατικής τάξης πρέπει να γίνει πράξη αυτό που επισημαίνει το ΚΚ των λαών της Ισπανίας, δηλαδή η «ανάγκη οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα να απεμπλακούν από το δρόμο χωρίς προοπτική όπου οδηγεί ο κάθε είδους εθνικισμός και να προβάλουν τη δική τους ανεξάρτητη πάλη ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία». Κι αυτό γίνεται πράξη μέσα από την πάλη για αυτή την ακύρωση και αυτή την ανάδειξη.


μαθαίνοντας στους άλλους το συμφέρον τους…

Πότε θα καταλάβουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες ότι η «φτωχοποίηση» έρχεται σε αντίθεση με τα «οράματα» και τις «αξίες» της «ενωμένης Ευρώπης», με το «ευρωπαϊκό κεκτημένο»; Πότε θα συνταραχτούν από την διαπίστωση ότι «σπέρνοντας φτώχεια θερίζουν φασισμό»;

Αμ οι Τούρκοι κυβερνώντες… Δεν αντιλαμβάνονται κι αυτοί – τόσες δεκαετίες – τι κόστος έχουν για την «ενταξιακή πορεία» της χώρας τους ο επεκτατισμός, οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η «αδιαλλαξία» τους στο Κυπριακό;

Και τι είναι τώρα αυτά που κάνουν τα Τίρανα, με τα ακίνητα της μειονότητας; Δεν κατανοούν οι αλβανικές αρχές ότι υπονομεύουν την «ευρωπαϊκή προοπτική» της χώρας τους;

***

Σαν να είναι ιδεολογικά τυφλωμένη από την «ευρωπαϊκή ιδέα» της η ελληνική άρχουσα τάξη, μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων, δίνει σε όλους μαθήματα ευρωπαϊκών «αξιών», υποδεικνύει σε όλους το συμφέρον τους στην δική τους «ενταξιακή πορεία», στην δική τους «ευρωπαϊκή προοπτική»

Στο μεταξύ, παρά τις «εκκλήσεις», το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» διευρύνεται και εμβαθύνεται με όλο και περισσότερους αντιλαϊκούς, αντεργατικούς μηχανισμούς, οικονομικούς και πολιτικούς. Κι η ίδια η Ελλάδα είναι ζωντανό παράδειγμα προς αποφυγή κάθε «ενταξιακής πορείας» και «ευρωπαϊκής προοπτικής»…

Σαν εμφατική υπόμνηση της ατιμωτικής υπόθεσης με τους S-300 (που το 1998, ελέω ευρω-ΝΑΤΟϊκού «μονόδρομου», αντί για την Κύπρο κατέληξαν στην Κρήτη, για να χρησιμοποιούνται  σήμερα σαν προσομοιωτές της αμυντικής ικανότητας του Ιράν στις ελληνο-ισραηλινές αεροπορικές ασκήσεις…), η Τουρκία εμφανίζεται να προμηθεύεται το αντιαεροπορικό σύστημα S-400

Και στο βάθος, πίσω από τις κενές (ξανα)επικλήσεις της αλβανικής «ευρωπαϊκής προοπτικής», σε σχέση με τα μειονοτικά δικαιώματα, ελλοχεύει – και από την εδώ πλευρά των συνόρων – η χρησιμοποίηση των μειονοτικών ζητημάτων σαν εργαλείο εξυπηρέτησης των αστικών ανταγωνισμών.

***

Κατεδάφιση ακινήτων της ή υπαγωγή της στην «μνημονιακή κατοχή»; Να το παρόν δίλημμα της νοτιοαλβανικής μειονότητας, αν προεκτείνουμε τις βλέψεις των αντιτιθέμενων αστικών «στρατοπέδων» ως τις τελικές τους συνέπειες.

Ενώ για τους λαούς, όλο και πιο επιτακτικά, όλο και πιο άμεσα, όλο και πιο ζωτικά έρχεται στο προσκήνιο η αναπόδραστη ανάγκη να αντιταχθούν στις επιλογές των «δικών τους» αστικών τάξεων, και στις όποιες εναλλακτικές μορφές αυτών των επιλογών, στις όποιες μορφές εθνικιστικού ή ευρωπαϊκίστικου μεγαλοϊδεατισμού, να αντιταχθούν στους πολιτικούς και άλλους εκφραστές και εκπροσώπους αυτών των επιλογών, στα ιμπεριλιαστικά κέντρα και μηχανισμούς, να οργανώσουν την πάλη τους για το κοινό μέλλον τους σε μια περιοχή κι έναν κόσμο χωρίς εκμεταλλευτές γιατί μόνο σ’ έναν τέτοιο κόσμο και σ’ ένα τέτοιο «μέρος» μπορεί να είναι κοινό το μέλλον των λαών.

Δεν υπάρχει άλλη επιλογή για τους λαούς και κάθε άλλη επιλογή δεν πρόκειται να είναι δική τους.

Οι εκμεταλλευτές, εκτός από τον ιδρώτα τους, τους ζητούν και το αίμα τους.   Μπορεί να τους δίνεις τον ιδρώτα σου, για να μη χύσεις το αίμα σου, αλλά όταν σου ζητούν να χύσεις το αίμα σου γι’ αυτούς, τότε είναι καιρός να πάρεις τον ιδρώτα σου πίσω.

***

Λευτεριά στη Νότια Ήπειρο!


Το δικαίωμα της απεργίας και «η κοινωνία και το έθνος» από τη σκοπιά του

Η προηγούμενη ανάρτηση αυτού του μπλογκ ήταν αφιερωμένη στο δικαίωμα στην εργασία.

Πρόκειται για το δικαίωμα το οποίο οι εκπρόσωποι και οι διαχειριστές της άρχουσας τάξης, ενώ φύσει και θέσει το καταστρατηγούν συστηματικά τις 365 μέρες του χρόνου, το θυμούνται ξαφνικά όποτε έχουν απέναντι τους μια αποφασιστική απεργιακή κινητοποίηση σε κάποιο κλάδο, σε κάποια βιομηχανία κλπ. Τότε ξαφνικά ξαναθυμούνται το «δικαίωμα στην εργασία» διαστρεβλώνοντας το περιεχόμενό του, τιτλοφορώντας «δικαίωμα στην εργασία» το «δικαίωμα» στην απεργοσπασία, για να στραφούν ενάντια στην απεργιακή κινητοποίηση, ενάντια στο απεργιακό δικαίωμα, ενάντια στο απεργιακό δίκαιο της περιφρούρησης του αγώνα των εργαζομένων.

«Ξαναθυμούνται» πολλά, κάθε φορά που βρίσκονται αντιμέτωποι με τους απεργιακούς αγώνες των εργαζομένων για το δικαίωμα στη δουλειά και για δουλειά με δικαιώματα…

Ξαναθυμούνται για παράδειγμα τη «δημοκρατία» και τις «δημοκρατικές διαδιακασίες». Έτσι, για παράδειγμα,  η σημερινή κυβέρνηση, αυτή που κυβερνά «νομιμοποιημένη» εκλογικά με το 39,55% του 53,74% όσων έχουν δικαίωμα ψήφου, η κυβέρνηση που με αυτή τη μειοψηφική εκλογική «νομιμοποίηση» ψηφίζει όλους τους αντιλαϊκούς νόμους της «ατζέντας» της, αυτή η ίδια σύμφωνα με τις διάφορες επικοινωνιακές «διαρροές» ετοιμάζεται να υλοποιήσει τις δεσμευσεις της προς το κεφάλαιο και τους «θεσμούς» του με νόμο που θα καθιστά «παράνομες» τις απεργίες εφόσον τις αποφασίζει η πλειοψηφία των γενικών συνελεύσεων των σωματείων και όχι των εγγεγραμμένων μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Ας εφαρμόσει η κυβέρνηση πρώτα στον εαυτό της αυτόν τον «δημοκρατικό κανόνα» ομολογώντας την έλλειψη της δικής της «νομιμοποίησης». Κι ας αφήσει στην άκρη τα σχέδια ποινικοποίησης των εργατικών αγώνων, οι οποίοι άλλωστε δεν αντλούν την δημοκρατική τους νομιμοποίηση από τις «παραχωρήσεις» του αστικού κράτους αλλά από τις συλλογικές διαδικασίες των οργάνων του ταξικού εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Σε αυτούς τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς ποινικοποίησης των εργατικών αγώνων εντάσσεται προφανώς και το άρθρο της «Αυγής», που με τον τίτλο «Απεργία: Το έσχατο μέσο που έγινε πρώτο!» ανακαλύπτει στον απεργιακό αγώνα των εργατών καθαριότητας για το δικαίωμά τους στην εργασία μια επίκαιρη αφορμή, για να βγάλει στο προσκήνιο σαν «πρώτη» την «έσχατη» φιλοδοξία της τάξης των εκμεταλλευτών ενάντια στο εργατικό κίνημα και τους αγώνες του: «Ορισμένοι κρίσιμοι για τα κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα κλάδοι δεν έχουν το δικαίωμα της απεργίας».

Δεν έχει περάσει δα και πολύς καιρός από τότε που ο σημερινός πρωθυπουργός χαρακτήριζε, από τις θέσεις της «αντιπολίτευσης», τον απεργιακό αγώνα των ναυτεργατών σαν «εξαλλοσύνες». Και εκείνη η «αντιπολιτευτική» θέση, όπως και η «αντιπολιτευτική» θέση του ΣΥΡΙΖΑ για σχίσιμο των μνημονίων «αλλά με τη συμφωνία των εταίρων», συγκροτούν το νήμα της αντιλαϊκής «συνέπειας» του ΣΥΡΙΖΑ από την περίοδο της «αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης» ως τη σημερινή περίοδο της διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Και σήμερα, τώρα που ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ αναγορεύει τον στόχο ενός  νέου κύκλου ανάπτυξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας σε στόχο «εθνικό», το δημοσιογραφικό του όργανο αναγορεύει ουσιαστικά σε «παράνομη» την απεργία στους «κρίσιμους για τα κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα κλάδους». Τώρα που τα συμφέροντα των μονοπωλίων αναγορεύονται από την «κυβέρνηση της αριστεράς» σε συμφέροντα «κοινωνικά και εθνικά», τώρα γίνεται από τους κυβερνητικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς «συζήτηση» για απεργίες που στρέφονται ενάντια στο «κοινωνικό και εθνικό συμφέρον»…

Αλλά αντίστροφα: Την ώρα που η «Αυγή» διακηρύσσει ότι οι εργατικοί αγώνες στρέφονται ενάντια «στα συμφέροντα της κοινωνίας και του έθνους», την ίδια στιγμή και οι αγώνες των εργαζομένων είναι αναγκαίο να αποκτήσουν χαρακτηριστικά και προσανατολισμό τέτοια που να ανυψώνουν το δικό τους δίκιο σε αποκλειστικό συμφέρον του έθνους και της κοινωνίας, ενάντια στο «δίκιο» και τα «συμφέροντα» της τάξης των εκμεταλλευτών.


το δικαίωμα στην εργασία και ο κόσμος από την σκοπιά του

«…Στο πρώτο σχέδιο συντάγματος που καταρτίστηκε πριν από τις μέρες του Ιούνη, βρισκόταν ακόμα το «droit au travail», το δικαίωμα στην εργασία, η πρώτη αδέξια διατύπωση όπου συνοψίζονται οι επαναστατικές αξιώσεις του προλεταριάτου. Αυτό μετατράπηκε στο droit al’ assistance, στο δικαίωμα να παίρνει βοήθημα απ’ το δημόσιο. Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο; Το δικαίωμα στην εργασία είναι, με την αστική έννοια, ένας παραλογισμός, ένας άθλιος, ευσεβής πόθος. Πίσω όμως απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους. Πίσω από το «δικαίωμα στην εργασία» βρισκόταν η εξέγερση του Ιούνη. Η συντακτική συνέλευση, που έθετε ουσιαστικά το επαναστατικό προλεταριάτο εκτός νόμου, ήταν για λόγους αρχής υποχρεωμένη να βγάλει τη διατύπωση του δικαιώματος της εργασίας απ’ το σύνταγμα, αυτό το νόμο των νόμων, ήταν υποχρεωμένη να ρίξει το ανάθεμα στο «δικαίωμα στην εργασία»…»

(Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, ΣΕ, σελ. 78-79)

***

Μάλλον σαν αποτύπωση πολιτικών συσχετισμών στο πεδίο της ιδεολογίας, στο μεταπολιτευτικό σύνταγμα του 1975 όπως ισχύει και σήμερα, διακηρύχτηκε, στο άρθρο 22, ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

Βέβαια τι «δικαίωμα», αφού με την αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 του ίδιου αυτού συντάγματος η διάταξη σύμφωνα με την οποία, για τους υπαλλήλους του δημοσίου που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου «απαγορεύεται»  η από το νόμο μονιμοποίησή τους ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό, τουλάχιστον για την ώρα , γιατί τι άλλο αν όχι ευτελισμός της έννοιας του «συντάγματος» είναι η πρόστυχη εισαγωγή μιας διάταξής του σαν κι αυτής, που «απαγορεύει τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου»;  Το 2001, άλλωστε, είναι μια χρονιά όπου ήδη η ελληνική άρχουσα τάξη είχε αρχίσει να στενεύεται από το σύνταγμά της: Δυο μόλις χρόνια πριν η κυβέρνηση Σημίτη το είχε παραβιάσει κατάφορα επιτρέποντας χωρίς  νόμο ψηφισμένο από τη βουλή (άρθρο 27) τη διέλευση των «χερσαίων» της «συμμαχίας» που επέδραμε κατά της Γιουγκοσλαβίας, ενώ στην αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε επίσης (στο άρθρο 28) και η «ερμηνευτική δήλωση» που καθιερώνει σαν υπέρτερο έναντι του εθνικού το δίκαιο της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και θεσμοθετεί την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας ως «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Και έμελε, σε λιγότερο από μια δεκαετία, να έρθει και η ώρα που το ίδιο αυτό άρθρο 28 θα  ανασκολοπιζόταν διαδοχικά από τις κυβερνήσεις Παπαδήμου, Σαμαρά και Τσίπρα, κάθε φορά που ψήφιζαν χωρίς  την προβλεπόμενη πλειοψηφία των 3/5 την εκχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων στους «θεσμούς» των μνημονίων. Βέβαια πρέπει να αναγνωρίσουμε στην «πρώτη φορά αριστερά» ότι το 3ο μνημόνιο είναι από αυτήν την άποψη και το μόνο «συνταγματικό», αφού με αστική ευγένεια μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ το υπερψήφισαν επίσης η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, οπότε εν προκειμένω ουδείς λόγος ενεργοποίησης του  «πατριωτισμού των Ελλήνων»…

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας: Λέγαμε λοιπόν ότι το άρθρο 22 αναγνωρίζει την εργασία σαν δικαίωμα και ότι παραβλέπουμε σαν ευτελισμό του συντάγματος την «απαγόρευση μετατροπής συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου».  Αυτό που όμως δεν μπορούμε να  παραβλέψουμε, είναι ότι απέναντι στο δικαίωμα της εργασίας του άρθρου 22 ορθώνεται η προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17, στην οποία βέβαια περιλαμβάνεται και η προστασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (αυτής της ίδιας που  αποθεώνεται με τις «ελευθερίες» της συνθήκης του Μάαστριχτ), η οποία ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποτελεί και το άκρο αντίθετο του δικαιώματος στην εργασία. Το λέει η επιστήμη, το λέει ο Μαρξ: «Πίσω απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους». Και οφείλουμε στην πολιτική οικονομία να είμαστε μαρξιστές με την ίδια έννοια που στις φυσικές επιστήμες είμαστε οπαδοί του Νεύτωνα. Το λέει ο Τσε.

Τι κάνουμε λοιπόν τώρα, που το δικαίωμα στην εργασία του άρθρου 22 προσκρούει στην προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17; Ευτυχώς για την «αστική νομιμότητα» οι ιδεολογικοί συσχετισμοί της μεταπολίτευσης άφησαν κι εδώ τη σφραγίδα τους: Διότι ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 17 «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους», αλλά συνεχίζει το ίδιο άρθρο: «τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».  Και πόσο «γενικό συμφέρον» δεν είναι το (και συνταγματικά προβλεπόμενο) δικαίωμα στην εργασία, ώστε να μη μπει φραγμός (να ασκηθεί «βία») στα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και μάλιστα κατά τρόπο που να αφήνει αδιατάρακτη την υφιστάμενη «αστική νομιμότητα»!!! Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα!

Να λοιπόν πεδίο δόξας για τον πατριωτισμό του λαού, στον οποίο «επαφίεται η τήρηση» (άρθρο 120) του δικαιώματος στην εργασία (άρθρο 22) και η «βία» εναντίον των  δικαιωμάτων και «ελευθεριών» που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ασκούνται σε βάρος του δικαιώματος στην εργασία δηλαδή «σε βάρος του γενικού συμφέροντος» δηλαδή αντικοινωνικά (άρθρο 17). Αν μπορούνε, άλλωστε, ας ασκηθούνε κι αλλιώς. 

***

Το 1848-1850 η αντεπανάσταση μετέτρεψε το «δικαίωμα στην εργασία» σε «δικαίωμα σε βοήθημα». Το 2015-2017 ο ΣΥΡΙΖΑ μετέτρεψε το «ψωμί – παιδεία – ελευθερία» σε «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» ή σε «κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης», όπως το μετονόμασε νομίζοντας ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ελάχιστη εγγυημένη εξαθλίωση και στο κοινωνικό επίδομα εξαθλίωσης…

«Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο;»

Ο Τσίπρας, προχθές είπε στον Κουτσούμπα, ότι καλή βέβαια και η Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά τώρα «πάμε μπροστά»… Όμως ήταν το 1850, δηλαδή πριν 167 ολόκληρα χρόνια, τότε που ο Μαρξ μιλούσε για «σύγχρονο κράτος». Οπότε, και το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, δεν εξαρτάται από τη χρονολογία αναφοράς. Οι χρονολογίες διαδέχονται η μια την άλλη και χωρίς εμάς. Το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, εξαρτάται από τις απαιτήσεις που έχει κανείς σήμερα από ένα «σύγχρονο κράτος». Και εαν εν έτει 2012 θεωρεί κανείς «σύγχρονο» το κράτος που (ήδη από το 1850) «τρέφει τους απόρους του», τότε αυτός δεν μας οδηγεί «μπροστά» αλλά στο «βάθος του χρόνου», και το βάθος του χρόνου βρίσκεται πάντοτε στο ιστορικό παρελθόν, δε φτάνουμε εκεί «πηγαίνοντας μπροστά» αλλά οπισθοδρομώντας ιστορικά, αυτός δεν είναι ο δρόμος της ιστορικής προόδου αλλά ο δρόμος της ιστορικής αντίδρασης.

***

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στο ψωμί, στην παιδεία, στην ελευθερία. Δεν είναι το δικαίωμα των απόρων σε βοήθημα. Είναι η αναγνώριση της εργασίας σαν πρωταρχικού πόρου και του δικαιώματος της κοινωνίας να μην τρέφει άπορους γιατί δεν διαθέτει άπορους.

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στην ικανοποίηση της πιο πρωταρχικής ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, της ανάγκης της παραγωγής από τον άνθρωπο των όρων της ίδιας του της ύπαρξης. Ανάγκη που η ικανοποίησή της αποτελεί ταυτόχρονα και όρο του εξανθρωπισμού του ανθρώπου, όρο που καθιστά τον άνθρωπο δημιουργό της ζωής του και τη ζωή του – τον ίδιο του τον εαυτό – δικό του δημιούργημα. Ο αποκλεισμός από το δικαίωμα στην εργασία ισοδυναμούσε και ισοδυναμεί πάντα με κοινωνικό εξοστρακισμό, ακόμη κι αν κάθε «σύγχρονο» κράτος τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο…

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον καταναγκασμό στην απλήρωτη υπερεργασία και γι’ αυτό είναι κοινωνικό και ατομικό δικαίωμα των εργαζόμενων στον καρπό της εργασίας τους. Ο καταναγκασμός στην απλήρωτη υπερεργασία είναι συνέπεια της εμπράγματης άρνησης του δικαιώματος στην εργασία, είναι συνέπεια του χωρισμού των μέσων της εργασίας από τον εργάτη, συνέπεια της αποστέρησης από τον εργάτη των μέσων της εργασίας του και της περιέλευσής τους στον κάτοχο των μέσων παραγωγής. Χωρίς αυτόν τον χωρισμό, χωρίς αυτήν την περιέλευση, δεν θα ήταν δυνατή η άρνηση της εργασίας σαν δικαιώματος και η αντικατάστασή της από το αντίθετό της:  από τον καταναγκασμό στην απλήρωτη εργασία ή στην ανεργία. Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με τον καταναγκασμό στην υποδούλωση: χωρίς την άρνηση του δικαιώματος στην εργασία δεν θα μπορούσε να υπάρχει καταναγκασμός στην υποδούλωση και μόνο από τον καταναγκασμό στην υποδούλωση μπορεί να προέλθει η άρνηση του δικαιώματος στην εργασία.

***

Η ταξική, εκμεταλλευτική κοινωνία στη θέση της ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, που με το δικαίωμα στην εργασία απαιτεί την ικανοποίησή της, εγκαθιστά τον ταξικό καταναγκασμό. Στη θέση της εργασίας σαν αναγκαίας φυσικής ελεύθερης κοινωνικής ανθρώπινης δραστηριότητας εγκαθιστά την εργασία σαν καταναγκαστική ταξική υποδούλωση.

Η κυρίαρχη ιδεολογία της ταξικής, εκμεταλλευτικής κοινωνίας περιφρονεί το δικαίωμα στην εργασία. Η εργασία γι’ αυτήν είναι άλλωστε «σήμα» του υπόδουλου. Για την κυρίαρχη ιδεολογία στην πρώτη θέση βρίσκεται το δικαίωμα στην αεργία που η εμπράγματη βάση και ολοκλήρωσή του συνίσταται στο δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής της κοινωνίας σαν όρο χρησιμοποίησης και εκμετάλλευσης ξένης εργασίας. Στην κορυφή της αξιακής κοινωνικής ιεραρχίας η κοινωνικά κυρίαρχη ταξική ιδεολογία δεν τοποθετεί το δικαίωμα στην εργασία αλλά, με την ονομασία «δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής», τοποθετεί το δικαίωμα στην αεργία και στην ιδιοποίηση της ξένης εργασίας, ως όρο αυτεπίγνωσης της κυρίαρχης τάξης και ταυτόχρονα ως όρο ιδεολογικής αλλοτρίωσης της υπόδουλης τάξης. Το δεύτερο στη βάση ήδη του γεγονότος ότι ο κοινωνικός καταναγκασμός με τη μορφή της υποδουλωμένης εργασίας επικαλύπτει και συγκαλύπτει την εργασία σαν πρωταρχική ανθρώπινη ζωτική ανάγκη, συνιστά άρνησή της.

Το δικαίωμα στην εργασία και η διεκδίκησή του βρίσκεται σε αντίθεση με την εμπράγματη και ιδεολογική αλλοτρίωση των εργαζομένων, των απαλλότριων από τα μέσα παραγωγής, των προλετάριων.

***

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με το καθεστώς αγοραπωλησίας του εμπορεύματος «εργατική δύναμη»: Κανένα  εμπόρευμα δεν πωλείται «δικαιωματικά», δικαιωματικά απλώς διατίθεται προς πώληση, αλλά αυτή εξαρτάται από την προσφορά και την ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Δικαίωμα στην εργασία σημαίνει τον κοινωνικό σχεδιασμό στη θέση της τυφλής κυριαρχίας της προσφοράς και ζήτησης των εμπορευμάτων, σημαίνει την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης στη θέση της πολιτικής οικονομίας του κεφαλαίου.

ΓΕΦΥΡΑ-ΑΦΙΣΣΑ-1

κινητοποιηση-δουλεια-για-ολους-20170625