Ο γόρδιος δεσμός των ενεργειακών δρόμων και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών

Πριν μια δεκαετία περίπου, η ρωσική επέμβαση στη Συρία, είχε σηματοδοτήσει τον τερματισμό της ανεμπόδιστης, 20ετούς πολεμικής επέλασης του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού (ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ) με αφετηρία τον 1ο πόλεμο του Κόλπου, τον οποίο είχαν ακολουθήσει οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στη Γιουγκοσλαβία (ολόκληρη τη δεκαετία του 1990 με κορύφωση το 1999), στο Αφγανιστάν (2001-2021), στο Ιράκ (2003) και στη Λιβυή (2011).

Τα αυθόρμητα αισθήματα ικανοποίησης, όσο μπορεί – ούτως ή άλλως – να γίνεται λόγος για ικανοποίηση μέσα στις φλόγες του πολέμου, τον ορυμαγδό της καταστροφής και τις εκατόμβες των θυμάτων, που είχε δημιουργήσει αυτή η εξέλιξη, ήταν ως έναν βαθμό ικανά να επισκιάσουν το γεγονός ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια εξέλιξη της ίδιας της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης. Ήταν ως έναν βαθμό ικανά να επισκιάσουν το γεγονός, ότι οι τερματισμός αυτού του 20χρονου κύκλου της ανεμπόδιστης ευρωατλαντικής πολεμικής επέλασης, δεν μπορούσε παρά να ακολουθηθεί από την έναρξη ενός νέου κύκλου των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, με όρους όχι πλέον «περιπάτου» αλλά με όρους αντιπαράθεσης.

Ακόμη, η δίκαιη υπόθεση της διατήρησης της εθνικής υπόστασης της Συρίας, αποτροπής της διάλυσής της κατά το ευρωατλαντικό πρότυπο της Λιβύης, ήταν ικανή να επισκιάσει ως έναν βαθμό τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της ρωσικής παρέμβασης, ικανή να επισκιάσει τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σημερινής καπιταλιστικής Ρωσίας:

Η «Ρωσία του Πούτιν» δεν «αναιρεί» τη «Ρωσία του Γέλτσιν». Αντίθετα, είναι η Ρωσία στη φάση κατά την οποία έχει ανασυγκροτηθεί πάνω στη βάση της φάσης που προηγήθηκε, είναι η Ρωσία των καπιταλιστικών μονοπωλίων που πια έχουν οργανώσει την κυριαρχία τους πάνω στη βάση της προηγηθείσας περιόδου καταλήστευσης της λαϊκής περιουσίας, της σοσιαλιστικής παραγωγικής βάσης, πάνω στη βάση της προηγηθείσας «άναρχης» περιόδου όπως δεν μπορεί σε τελική ανάλυση παρά να είναι οποιαδήποτε περίοδος καταλήστευσης. Και είναι αυτονόητο ότι η περίοδος της καταλήστευσης δεν μπορούσε να διαρκέσει αιώνια, ότι κάποια στιγμή έπρεπε να φτάσει σε ένα σημείο σχετικής ολοκλήρωσης, ότι κάποια  στιγμή την «αναρχία» αυτής της περιόδου έπρεπε να την διαδεχθεί η ταξική – κρατική οργάνωση των καπιταλιστικών στρωμάτων που αναδείχθηκαν και ισχυροποιήθηκαν απ’ αυτήν.

Είναι γεγονός ότι στην παρούσα φάση του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού η Ρωσία δεν είναι, κατά βάση, ο ιμπεριαλιστής που επιτίθεται αλλά ο ιμπεριαλιστής που αμύνεται, κι αυτό δεν αναιρείται ούτε από την στρατιωτική εισβολή της στην Ουκρανία. Η Ρωσία, στην παρούσα φάση, δεν είναι ο ιμπεριαλιστής που «πνίγει» τους ανταγωνιστές του, αλλά ο ιμπεριαλιστής που αντιστέκεται στους ανταγωνιστές που θέλουν να τον «πνίξουν». Γι’ αυτόν τον λόγο μπορεί κι ο ίδιος αυτός ιμπεριαλιστής να μην έχει αποκτήσει ολοκληρωμένη συνείδηση του αντικειμενικού του χαρακτήρα, είναι δυνατό να «ντύνει» αυτός ο ιμπεριαλιστής τη δραστηριότητά του με ιδεολογικά στοιχεία που αφορούν ακόμα και την προάσπιση θεμελιωδών πλευρών της υπόστασής του, σε αντιδιαστολή προς την αντίπαλη, ευρωατλαντική πλευρά που στην πραγματικότητα έχει πλήρη συνείδηση της φύσης  της ως ιμπεριαλιστικής δύναμης η οποία αποσκοπεί στην παγκόσμια κυριαρχία. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τη συνείδηση των πρωταγωνιστών της ρωσικής πολιτικής, είναι η ίδια η αντικειμενική βάση του ρωσικού μονοπωλιακού καπιταλισμού αυτή που αναγκαστικά τον οδηγεί προς  την ίδια κατεύθυνση με τους ανταγωνιστές του στο πλαίσιο του συνολικού ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού.

Στην αφετηρία ενός νέου κύκλου κλιμάκωσης

Αν η ρωσική επέμβαση στη Συρία είχε σηματοδοτήσει τον τερματισμό του 20χρονου κύκλου μιας ανεμπόδιστης ευρωατλαντικής πολεμικής επέλασης, η τωρινή ρωσική εισβολή στην Ουκρανία σηματοδοτεί την «τυπική» έναρξη ενός νέου κύκλου κλιμάκωσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών με όρους γενικευμένης και οξυμμένης αντιπαλότητας. Ενός νέου κύκλου κλιμάκωσης πλήρως ενταγμένης, όπως φαίνεται, στη στρατηγική και τους  σχεδιασμούς της αντίπαλης ιμπεριαλιστικής, ευρωατλαντικής πλευράς και πρώτα απ’ όλα των ΗΠΑ.

ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ σίγουρα, και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσχήματα προβλήθηκαν,  δεν αντιμετώπιζαν στρατιωτική περικύκλωση από Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία. Αντίθετα, η Ρωσία είναι αυτή που παρακολουθεί όλα αυτά τα χρόνια τον ΝΑΤΟϊκό κλοιό να περισφίγγει τα ευρωπαϊκά σύνορά της.

Το ΝΑΤΟϊκό πραξικόπημα του 2014 στην Ουκρανία, που επί της ουσίας συνέπεσε χρονικά με την άμεση εμφάνιση της Ρωσίας (στο έδαφος της Συρίας) ως στρατιωτικού πλέον αντιπάλου στις στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ, δημιουργούσε τη στιγμή εκείνη τις προϋποθέσεις για την ολοκλήρωση της ΝΑΤΟϊκής στρατιωτικής περικύκλωσης της Ρωσίας στα ευρωπαϊκά σύνορά της και, ταυτόχρονα, έθετε τις προϋποθέσεις έναρξης του νέου κύκλου οξύτερης κλιμάκωσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών μετά τον τερματισμό του προηγούμενου κύκλου της «μονομερούς» πολεμικής επέλασης του ευρωατλαντισμού. 

Τα προηγούμενα χρόνια στη χάραξη της στρατηγικής των ΗΠΑ είχαν αναφανεί διάφοροι προβληματισμοί για τα «όρια» της επέκτασης του ΝΑΤΟ στην ανατολική Ευρώπη. Ως ένα τέτοιο «όριο» είχε χαρακτηριστεί και η Ουκρανία. Δεν επρόκειτο φυσικά για κάποια, ασύμβατη με τον ιμπεριαλισμό, ένδειξη ή εκδήλωση «καλής θέλησης» των ΗΠΑ έναντι της Ρωσίας, αλλά για ψυχρούς υπολογισμούς σχετιζόμενους κατά πάσα πιθανότητα, τόσο με τη ΝΑΤΟϊκή ικανότητα επιτυχούς αντιμετώπισης της ρωσικής αντίδρασης σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όσο και με ενδεχόμενες εκτιμήσεις σχετικές με τον βαθμό σταθερότητας ή αστάθειας μιας ΝΑΤΟϊκής Ουκρανίας από το έδαφος της οποίας «αρχίζει» εθνολογικά η Ρωσία.

Από αυτή την άποψη, μια ευρύτερη εκτίμηση των γεγονότων οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι οι παραπάνω προβληματισμοί των ΗΠΑ περί της Ουκρανίας ως «ορίου» της ΝΑΤΟϊκής επέκτασης προς ανατολάς, όχι μόνο δεν έχουν εγκαταλειφθεί, όχι μόνο από την άλλη πλευρά δεν οδήγησαν ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ σε «παραίτηση» από το στόχο της ΝΑΤΟϊκής επέκτασης στην Ουκρανία, αλλά αντίθετα, είναι αυτοί ακριβώς  οι προβληματισμοί που τέθηκαν σε δοκιμασία «επί του πεδίου» με  το ουκρανικό πραξικόπημα του  2014, είναι αυτοί ακριβώς οι προβληματισμοί που βρίσκονται στη βάση των ευρωατλαντικών σχεδιασμών για την «τελική» αποτύπωση των σφαιρών επιρροής με διαχωριστική γραμμή όχι πλέον τα ουκρανικά σύνορα αλλά μια διαχωριστική γραμμή εντός των ουκρανικών εδαφών, είναι αυτοί ακριβώς οι προβληματισμοί στη βάση των οποίων η όποια «τελική» και ήδη πολεμική «διευθέτηση» των «ορίων» μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας καθίσταται εξυπαρχής αμφισβητήσιμη και κάθε άλλο παρά «τελική», καθίσταται ίσα-ίσα αφετηριακός παράγοντας  έναρξης του νέου κύκλου οξύτερης κλιμάκωσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Με άλλα λόγια, η ευρωατλαντική στρατηγική, και πρώτιστα η στρατηγική των ΗΠΑ, δεν αρκέστηκε ως το σημείο που (με όρους «κοινής λογικής») θα επέβαλαν οι παραπάνω προβληματισμοί της σχετικά με τη ΝΑΤΟϊκή επέκταση ως τα όρια της Ουκρανίας. Αντίθετα, με το πραξικόπημα του 2014 δημιούργησαν τις προϋποθέσεις ώστε η χάραξη του ουκρανικού εδάφους ως «ορίου» της ΝΑΤΟϊκής επέκτασης να επαληθευθεί με ρωσικό κόστος (πρώτο στην ιεραρχία των ευρωατλαντικών ενδιαφερόντων) καθώς και με «παράπλευρο» κόστος για τον ουκρανικό λαό (πολύτιμο εργαλείο για τη χάραξη των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων) και, ταυτόχρονα, να αποτελέσει εφαλτήριο του νέου κύκλου πιο οξείας, πιο γενικευμένης κλιμάκωσης της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, η οποία δεν μπορούσε παρά  να είναι ζητούμενο της ευρωατλαντικής στρατηγικής ύστερα από την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου της στο συριακό έδαφος.

Προσπαθώντας να «μεταφράσουμε» τη γλώσσα των ιμπεριαλιστών

Η ρωσική εισβολή, και κυρίως η ενορχήστρωση των όρων που πυροδότησαν τη ρωσική εισβολή, συμπίπτει με τη μάλλον κρίσιμη για τη στρατηγική των ΗΠΑ χρονική περίοδο, η οποία μεσολαβούσε μεταξύ της κατασκευαστικής ολοκλήρωσης του ρωσογερμανικού αγωγού NORD STREAM 2 και της έναρξης της λειτουργίας του μετά την αναμενόμενη «τυπική» πιστοποίηση του έργου από τις αρμόδιες αρχές του γερμανικού κράτους. 

Είναι ακριβώς αυτή η χρονική περίοδος, κατά την οποία η υποχείρια εθνικιστική κυβέρνηση του Κιέβου έπαιξε τον ρόλο για τον οποίο είχε προοριστεί, εντείνοντας τις στρατιωτικές επιθέσεις κατά των ρωσόφωνων πληθυσμών των ανατολικών περιοχών, ανακινώντας το ζήτημα της ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, ανακινώντας ζήτημα ανάπτυξης πυρηνικών όπλων στο ουκρανικό έδαφος. Είναι επίσης ακριβώς αυτή η χρονική περίοδος όπου, αντί διατύπωσης εκ μέρους του ΝΑΤΟ μιας δικής του σαφούς, καθησυχαστικής για τη Ρωσία επιλογής τερματισμού της ανατολικής του επέκτασης στα ουκρανικά σύνορα, περίσσεψαν εκ μέρους ηγετών ισχυρών ΝΑΤΟϊκών κρατών οι ηχηρές επικλήσεις του ουκρανικού «δικαιωματισμού» ως προς την ένταξή της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, ουσιαστικά καθιστώντας την ουκρανική ένταξη στο ΝΑΤΟ καθημερινό ενδεχόμενο. Είναι επίσης αυτή η χρονική περίοδος, κατά την οποία σημειώνεται το μάλλον «διπλωματικό παράδοξο» των επαναλαμβανόμενων έως και στις παραμονές της ρωσικής εισβολής δημόσιων διαβεβαιώσεων του προέδρου των ΗΠΑ, ότι οι ΗΠΑ  δεν πρόκειται να αναμιχθούν στρατιωτικά στην περίπτωση ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.

Υπό τους όρους που συνιστούν την ενότητα ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης και ιμπεριαλιστικών παζαριών, όλα τα παραπάνω «μηνύματα» της περιόδου αυτής θα μπορούσαν να «μεταφραστούν» και να συνοψιστούν στο εξής περιεχόμενο: α) Το κύριο ενδιαφέρον των ΗΠΑ στη δοσμένη συγκυρία επικεντρώνεται στη ματαίωση του NORD STREAM 2. β) Τυχόν υλοποίηση του σχεδίου έναρξης της λειτουργίας του θα έχει σαν συνέπεια την έμπρακτη προώθηση των ΝΑΤΟϊκών θέσεων στην Ουκρανία και την ένταση της επιθετικής δραστηριότητας της ουκρανικής κυβέρνησης κατά των ρωσόφωνων πληθυσμών στις ανατολικές περιοχές. γ) Οι ΗΠΑ είναι, ωστόσο, διατεθειμένες να ανεχθούν μια ρωσική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία ως «αντάλλαγμα» της ματαίωσης του NORD STREAM 2 ή, διατυπωμένο αντίστροφα, οι ΗΠΑ «προτείνουν» στη Ρωσία τη ματαίωση της ΝΑΤΟϊκής επέκτασης στην Ουκρανία με μια ρωσική εισβολή στο έδαφός της και με «αντάλλαγμα» την, κατά συνέπεια της εισβολής, ματαίωση του NORD STREAM 2.

Η ματαίωση, τουλάχιστον «μεσοπρόθεσμα», του NORD STREAM 2 ήταν, πράγματι, η άμεση συνέπεια της ρωσικής εισβολής, η συνέπεια της πρώτης μέρας και της πρώτης στιγμής. Αυτό που, ωστόσο, δεν περιλαμβανόταν στους «όρους» της παραπάνω «συναλλαγής», ήταν η ευρωατλαντική αξιοποίησή της, πρώτιστα από την πλευρά των ΗΠΑ, για το ξεδίπλωμα όλων των όρων του επόμενου κύκλου μιας πιο οξείας και πιο γενικευμένης κλιμάκωσης της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης.

Μοίρασμα που προετοιμάζει το ξαναμοίρασμα

Ακόμα και τώρα, 22η μέρα του πολέμου τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, θα μπορούσε να τερματιστεί η καταστροφή και η αιματοχυσία, εάν το ΝΑΤΟ έπαυε να επικαλείται το «δικαίωμα της Ουκρανίας» να ενταχθεί σε αυτό, και επικαλούνταν το δικό του δικαίωμα να θέσει ως όριο της ανατολικής του επέκτασης τα σύνορα της Ουκρανίας.

Αντ’ αυτού ο ευρωατλαντικός ιμπεριαλισμός, στο όνομα της χώρας που πολεμά «δίκαια» για την εδαφική ακεραιότητά της, προχωρά στο μέτρο του δυνατού (δηλαδή του μικρότερου κόστους με το μεγαλύτερο όφελος στη φάση αυτή) σε καθετί που μπορεί να παρατείνει τον πόλεμο και να επιφέρει στη Ρωσία τις μεγαλύτερες δυνατές απώλειες (όχι μόνο και όχι τόσο στρατιωτικές εν προκειμένω)… Σε καθετί που «επενδύει» μελλοντικά στη μεγέθυνση της καταστροφής του ουκρανικού λαού: «Εξαιτίας της Ρωσίας» όπως «όλοι βλέπουν», αλλά στην πραγματικότητα επίσης, και κυρίως, εξαιτίας του αδυσώπητου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ, καθώς και εξαιτίας της υποχείριας στη δεύτερη των δυο πλευρών εθνικιστική ουκρανική κυβέρνηση, εξαιτίας της καπιταλιστικής εξουσίας που ματώνει τους λαούς για να υπηρετηθούν τα ανταγωνιστικά συμφέροντα των Ουκρανών, των Ρώσων, των Αμερικανών και Ευρωπαίων πλουτοκρατών.

Αντί, λοιπόν, μιας εφικτής κατά την «κοινή λογική» των λαών κίνησης που θα έβαζε τέρμα στον πόλεμο, ο ευρωατλαντικός ιμπεριαλισμός στηρίζει έμπρακτα  την όσο το δυνατόν παρατεταμένη συνέχισή του, με άμεση επιδίωξη την ευνοϊκότερη δυνατή (για το ΝΑΤΟ)  διανομή του ουκρανικού εδάφους στις σφαίρες επιρροής των δυο πλευρών (ΝΑΤΟ – Ρωσία), με την ταυτόχρονη «ποινικοποίηση», ήδη, ως προϊόντος εισβολής, της σφαίρας επιρροής που θα καταφέρει να αποσπάσει η Ρωσία, ποινικοποίησης που θα αποτελέσει την πιο αξιόλογη ευρωατλαντική «επένδυση» για τον νέο κύκλο της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, ως απόρροια και ως εφαρμογή στην πράξη των προγενέστερων «προβληματισμών» ως προς τη χάραξη της στρατηγικής των ΗΠΑ για τα «όρια» επέκτασης του ΝΑΤΟ στην ανατολική Ευρώπη.

Ήδη, άλλωστε, πέρα από το άμεσο «κέρδος» που συνιστά ιδίως για τις ΗΠΑ η ακύρωση του NORD STREAM 2, εμφανίζονται ισοπεδωμένες οι έναντι της Ρωσίας διαφοροποιήσεις στην ευρωατλαντική πλευρά, οι χώρες της ΕΕ εμφανίζονται περισσότερο από ποτέ ευθυγραμμισμένες με την ευρωπαϊκή στρατηγική των ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα δόθηκε η ευκαιρία για την ανακοίνωση «δύσκολων» αποφάσεων όπως το πρόγραμμα επανεξοπλισμού της  Γερμανίας (εύλογη αποζημίωση για τη γερμανική απώλεια του  NORD STREAM 2). Το πλήθος των κυρώσεων κατατείνει να διαχωρίσει κάθετα τις δυο αντίπαλες ιμπεριαλιστικές πλευρές, στρατιωτικά, πολιτικά, οικονομικά, ακόμα και πολιτιστικά, και φαίνεται να δημιουργείται ένα επίπεδο ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, που δύσκολα έως αδύνατα θα επιστρέψει στην προηγούμενη στάθμη του ανεξάρτητα από την πορεία και την όποια έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων στο έδαφος της Ουκρανίας.

Ιμπεριαλιστικές μέθοδοι και πάλη των λαών

 Τα ζητήματα που βρίσκονταν στην αιχμή της αντιπαράθεσης πριν τη ρωσική εισβολή, θα αποτελούσαν σημαντικά προβλήματα και για μια μη-ιμπεριαλιστική Ρωσία, θα αποτελούσαν σημαντικά προβλήματα και για μια σοσιαλιστική Ρωσία: Η (πέρα από κάθε ρητορική αποποίηση) ουσιαστικά καθημερινή πιθανότητα επέκτασης του ΝΑΤΟ έως τα ευρωπαϊκά σύνορα της Ρωσίας, η στήριξη των ουκρανικών εθνικιστικών, φασιστικών, νεοναζιστικών δυνάμεων, η ένταξή τους στις κρατικές ουκρανικές στρατιωτικές δυνάμεις, η ανάδειξη των εκπροσώπων τους σε κυβερνητικές και κρατικές θέσεις, η κρατική και παρακρατική επιθετικότητα ενάντια στα δικαιώματα και τη ζωή των ρωσόφωνων πληθυσμών, όλα αυτά δεν θα μπορούσαν να αφήσουν αδιάφορη οποιαδήποτε ρωσική κυβέρνηση, δεν θα μπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορο τον ίδιο τον ρωσικό λαό.  

Η διαφορά μάλλον βρίσκεται στο γεγονός ότι μια σοσιαλιστική Ρωσία θα ήταν σε θέση να συνδέσει και θα συνέδεε την επίλυση αυτών των προβλημάτων με την πάλη των λαών, ανεξάρτητα από εθνικούς διαχωρισμούς, στη βάση των κοινών συμφερόντων των εργαζομένων. Και αυτό δεν είναι και δε θα ήταν ζήτημα της «τελευταίας στιγμής».

Ωστόσο, για την ιμπεριαλιστική λογική της αντιπαράθεσης, για τη λογική που αναβλύζει από την κυριαρχία των μονοπωλίων, για την ιμπεριαλιστική λογική της διανομής των σφαιρών επιρροής οι εθνικοί διαχωρισμοί αποτελούν ίσα-ίσα απόλυτο εργαλείο διεκδίκησης σφαιρών επιρροής. Για την ιμπεριαλιστική λογική είναι αυτοκαταστροφική η μέχρι τέλους εμπιστοσύνη στην πάλη των λαών. Για τον ρωσικό καπιταλισμό η στήριξη των «δικαίων» του στη βάση των κοινών συμφερόντων των εργαζομένων θα αποτελούσε παράγοντα εσωτερικής αποσταθεροποίησης της κυριαρχίας του. Δεν θα αποτελούσε απλώς ένα «παράδειγμα» για τη ρωσική εργατική τάξη, αλλά θα αποτελούσε οργανωτικό παράγοντα συνένωσης των εργαζομένων όλων των χωρών έναντι των αστικών τάξεων των χωρών τους, σε κάθε χώρα και στη Ρωσία.

Και γι’ αυτό το λόγο η καπιταλιστική Ρωσία δεν μπορούσε παρά, απέναντι στις υπαρκτές προκλήσεις που έθεσε απέναντί της ο ευρωατλαντικός  ιμπεριαλισμός, να ακολουθήσει τις αναμενόμενες από τα αντίπαλα ιμπεριαλιστικά κέντρα μεθόδους προάσπισης των συμφερόντων της και «επίλυσης» των προβλημάτων της, μεθόδους εκ των προτέρων ενταγμένες στους στρατηγικούς σχεδιασμούς των αντίπαλων ιμπεριαλιστικών κέντρων. Μεθόδους που ήδη αποτέλεσαν καταλύτη για τη δημιουργία των όρων του νέου κλιμακούμενου κύκλου της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, όρων που υπερβαίνουν κατά πολύ τους βάσιμους δικαιολογητικούς λόγους που επικαλείται η Ρωσία και που αποτέλεσαν τα εναύσματα της ρώσικης εισβολής.

Φυσικά, μοναδικό κριτήριο και πεδίο για την απόδειξη κάθε εκτίμησης είναι το κριτήριο και το πεδίο της πράξης. Και αφού, ως προς τις παραπάνω εκτιμήσεις, η πραγματικότητα μας στερεί αυτό το κριτήριο και αυτό το πεδίο όσον αφορά την ύπαρξη μιας σοσιαλιστικής Ρωσίας, δεν απομένει παρά το κριτήριο και το πεδίο που μόνο οι ίδιοι οι λαοί μπορούν να καταστήσουν πραγματικό με την πάλη τους, την ολόπλευρη πάλη τους για τα ζητήματα του πολέμου και της ειρήνης, την μοναδική που μπορεί να αποτελέσει οργανωτικό παράγοντα της συνένωσης των εργαζομένων όλων των χωρών εναντίον των αστικών τάξεων των χωρών τους, εναντίον των κοινωνικο-οικονομικών βάσεων, που στο έδαφός τους αναφύονται, αναπτύσσονται, αναπαράγονται αέναα οι ιμπεριαλιστικές αντιπαραθέσεις και οι πολεμικές συγκρούσεις.

«Ίσες» και «άνισες» αποστάσεις

Τα παραπάνω μάλλον δεν μπορούν να θεωρηθούν ακριβώς ως τήρηση «ίσων αποστάσεων». Ακόμα περισσότερο, από μια άποψη «διαιτησίας» έναντι της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, θα μπορούσαν να «κατηγορηθούν» για τήρηση «άνισων αποστάσεων» υπέρ της Ρωσίας. Από αυτή την άποψη, όντως, οι «άνισες» πραγματικότητες δεν μπορεί παρά να προκαλούν και «άνισες» αποστάσεις. Από την άποψη της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, όμως, δεν έχει σε τελική ανάλυση καμιά σημασία η οποιαδήποτε «διαιτησία», αφού τα προβλήματα μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων πλευρών δεν λύνονται στη βάση της όποιας  «διαιτησίας» αλλά στη βάση του συσχετισμού των υλικών δυνάμεων και της δοκιμασίας αυτού του συσχετισμού στο πεδίο που ποτίζεται με το αίμα των λαών για χάρη των εκμεταλλευτών τους. Το μόνο που μπορεί να κάνει μια «διαιτησία» στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης είναι να  σφυρίζει τα πέναλτι, όμως στο «παιχνίδι» αυτής της αντιπαράθεσης «νικητής» αναδείχνεται ακριβώς αυτός που θα κάνει τα περισσότερα πέναλτι.

Στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, η «διαιτησία» που αναλώνεται και εξαντλείται στην εύρεση και στη μέτρηση των «ίσων» και των  «άνισων αποστάσεων», είναι καταδικασμένη να έρχεται αιωνίως αντιμέτωπη με  την αναπαραγωγή της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης με όλο και πιο γενικευμένες, όλο και οξύτερες μορφές, σε όλο και ανώτερο επίπεδο της κλιμάκωσής της. Μια τέτοια αναπαραγωγή είναι βέβαιη και στην παρούσα φάση, ανεξάρτητα από την συγκεκριμένη έκβαση που θα έχει το τρέχον αφετηριακό «επεισόδιο» του νέου κύκλου ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης. Κύκλου που δεν μπορεί παρά να είναι οξύς, οξύτερος από όσους γνώρισε ο κόσμος τις τελευταίες δεκαετίες μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού σε ΕΣΣΔ και ανατολική Ευρώπη, που δεν μπορεί παρά να είναι μακρόχρονος και που, επομένως, όσο πιο νωρίς απεμπλακούν οι λαϊκές συνειδήσεις από τα όρια που θέτει και αναπαράγει, τόσο περισσότερος χρόνος θα κερδηθεί για την οργάνωση της πάλης κάθε λαού ενάντια στην ιμπεριαλιστική αντιπαράθεση συνολικά, ενάντια στον ιμπεριαλισμό μέσα στην ίδια του τη χώρα. 

Το σημερινό πολεμικό «επεισόδιο» αποτελεί, ούτως ή άλλως, μια εξέλιξη του λεγόμενου «χαμηλής έντασης» ιμπεριαλιστικού πολέμου που έχει ήδη ξετυλιχτεί και συνεχίζει να ξετυλίγεται σε Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία, αφρικανική ζώνη του Σαχέλ και αλλού τα τελευταία 30 χρόνια.

Παραφράζοντας τον Λένιν: Ο πόλεμος κρατάει τριάντα χρόνια. Θα πολεμάτε εκατό χρόνια ή θα βαδίσετε για τη δύσκολη, την επίπονη επανάσταση. Άλλη διέξοδος δεν υπάρχει. Εμείς λέμε: Τον πόλεμο, που άρχισαν οι κυβερνήσεις των καπιταλιστών, μπορεί να τον τερματίσει μόνο η εργατική επανάσταση [*].

————————————

[*] «Εμείς δεν προτείνουμε να τερματίσουμε τον πόλεμο μεμιάς. Αυτό δεν το υποσχόμαστε. Εμείς δεν κηρύσσουμε ένα τέτοιο αδύνατο και απραγματοποίητο πράγμα, όπως τον τερματισμό του πολέμου με τη θέληση της μιας πλευράς. Τέτοιες υποσχέσεις είναι εύκολο να τις δίνει κανείς μα είναι αδύνατο να τις εκπληρώσει. Δεν είναι δυνατό να βγει κανείς εύκολα απ’ αυτόν το φρικτό πόλεμο.. Ο πόλεμος κρατάει τρία χρόνια. Θα πολεμάτε δέκα χρόνια ή θα βαδίσετε για τη δύσκολη, την επίπονη επανάσταση. Άλλη διέξοδος δεν υπάρχει. Εμείς λέμε: Τον πόλεμο, που άρχισαν οι κυβερνήσεις των καπιταλιστών, μπορεί να τον τερματίσει μόνο η εργατική επανάσταση». [Λένιν, Πόλεμος και επανάσταση, διάλεξη στις 14 (27) του Μάη 1917. Για τον  πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, σελ. 359, ΣΕ , Άπαντα, τομ. 30, σελ. 77-102, πρωτοδημοσιεύτηκε στις 23 Απρίλη 1929 στην εφημερίδα Πράβντα, αρ. φυλ. 93 σύμφωνα με το στενογραφημένο κείμενο].


Προφυλακισμένοι στο Κίεβο και άσχημα χτυπημένοι οι αδελφοί Κονονόβιτς

Κάλεσμα συνέχισης της πάλης για την απελευθέρωσή τους

Προφυλακισμένοι στο Κίεβο, έχοντας χτυπηθεί άσχημα πολλές φορές, είναι οι δύο συλληφθέντες από τις ουκρανικές αρχές Ουκρανοί κομμουνιστές, Μιχαήλ και Αλεξάντερ Κονονόβιτς, σύμφωνα με ενημέρωση που εξέδωσε η Παγκόσμια Ομοσπονδία Δημοκρατικών Νεολαιών (ΠΟΔΝ).

Υπενθυμίζεται ότι ο Α’ Γραμματέας της Λενινιστικής Κομμουνιστικής Ενωσης Νεολαίας της Ουκρανίας, Μιχαήλ Κονονόβιτς και ο αδελφός του Αλεξάντερ συνελήφθησαν αναίτια από τις ουκρανικές αρχές, στο πλαίσιο των αντικομμουνιστικών διώξεων και απαγορεύσεων που εντείνονται εδώ και χρόνια στη χώρα. Και οι δύο τους είναι στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ουκρανίας, το οποίο έχει τεθεί εκτός νόμου με βάση την αντικομμουνιστική νομοθεσία του 2014 που ισχύει στη χώρα.

Αναλυτικά, σε διαδικτυακή ανάρτησή της, η ΠΟΔΝ επισημαίνει τα εξής:

«Επιτέλους, μετά από 6 μέρες χωρίς κανένα νέο, λάβαμε ενημέρωση για την κατάσταση των συντρόφων Κονονόβιτς. Εχουν συλληφθεί και έχουν προφυλακιστεί στο Κίεβο. Εχουν δαρθεί πολύ άσχημα πολλές φορές. Είναι ακόμα ζωντανοί. Ας συνεχίσουμε την πάλη για την απελευθέρωσή τους».

902

ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΣΠΟΥΔΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

Ανακοίνωση – καταγγελία για την σύλληψη των δύο στελεχών της Λενινιστικής Ενωσης Νεολαίας της Ουκρανίας

Το ΔΣ του Συλλόγου «Εμείς που σπουδάσαμε στο Σοσιαλισμό» καταγγέλλει τη σύλληψη του Γραμματέα της Λενινιστικής Ένωσης Νεολαίας της Ουκρανίας, Μιχαήλ Κονονόβιτς και του αδελφού του Αλεξάντρ από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς της Ουκρανικής κυβέρνησης και εκφράζει την ανησυχία των μελών του Συλλόγου για την τύχη τους.

«Η σύλληψη των δυο νεολαίων αγωνιστών αποτελεί ένα ακόμα επεισόδιο στον αντικομμουνιστικό παροξυσμό που κρατά χρόνια και κορυφώνεται στις συνθήκες του πολέμου. Απαιτούμε την άμεση απελευθέρωση των Μιχαήλ και Αλεξάντρ Κονονόβιτς, καταλήγει η ανακοίνωση. 

902

ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΤΟΥ ΚΣ ΤΗΣ ΚΝΕ

Όχι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία! Κάτω τα χέρια από τους κομμουνιστές!

Τη σύλληψη του Α’ Γραμματέα της Λενινιστικής Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας της Ουκρανίας, Μιχαήλ Κονονόβιτς και του αδελφού του Αλεξάντερ, από το αντιλαϊκό καθεστώς της Ουκρανίας καταδικάζει η ΚΝΕ, εκφράζοντας σοβαρή ανησυχία για τις καταγγελίες που θέλουν τις ζωές των δύο κομμουνιστών να βρίσκονται υπό απειλή.

Σε ανακοίνωσή του το Γραφείο Τύπου του ΚΣ της ΚΝΕ επισημαίνει:

«Απαιτούμε την άμεση απελευθέρωσή τους!

Ενώνουμε τη φωνή μας με τα εκατομμύρια νέους και νέες σε πάνω από 100 χώρες του κόσμου, που συσπειρώνονται μέσα από τις γραμμές των οργανώσεων-μελών της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Δημοκρατικών Νεολαιών στην πάλη ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και εκφράζουν την αλληλεγγύη τους στους δύο Ουκρανούς κομμουνιστές, στα μέλη και τους φίλους της Λενινιστικής Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας της Ουκρανίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος Ουκρανίας.

Ο αντικομμουνισμός, που πάει πάντα χέρι – χέρι με τους αντιλαϊκούς σχεδιασμούς του κεφαλαίου, οξύνεται στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, στοχεύοντας στη χειραγώγηση του λαού και της νεολαίας, στη στοίχισή τους πίσω από τα συμφέροντα των αστικών τάξεων. Διόλου τυχαία ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος στην Ουκρανία συνοδεύτηκε από τόνους αντικομμουνισμού και από τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, με στόχο -εκτός όλων των άλλων- και τη διαγραφή της συλλογικής μνήμης δύο λαών, του ουκρανικού και του ρωσικού, που στο πλαίσιο της ΕΣΣΔ έζησαν ειρηνικά για δεκαετίες.

Στην Ουκρανία εφαρμόζεται το απαράδεκτο, αντικομμουνιστικό, νομοθετικό πλαίσιο, που ανιστόρητα και προκλητικά εξισώνει τον κομμουνισμό με τον φασισμό και απαγορεύει τα κομμουνιστικά σύμβολα, ενώ ήδη από το 2015 το ΚΚ Ουκρανίας βρίσκεται εκτός νόμου. Στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, το αντιδραστικό καθεστώς της Ουκρανίας αξιοποιεί και εντείνει τον αντικομμουνισμό, που αποτελεί επίσημη πολιτική της, προχωρά σε διώξεις κομμουνιστών και άλλων αγωνιστών, με πρόσχημα αστήρικτους ισχυρισμούς για κατασκοπεία, επιδιώκοντας να σωπάσει κάθε φωνή που αντιτάσσεται στον πόλεμο, παλεύει για την ειρήνη και τη φιλία των λαών.

Την ίδια στιγμή, η αστική τάξη στην Ουκρανία (και σε άλλες χώρες) δεν διστάζει να στηρίζει ακόμα και νοσταλγούς του Χίτλερ, προκειμένου να προωθήσει τα συμφέροντα και να υπηρετήσει τους ανταγωνισμούς της, πάντα σε βάρος των λαών. Σήμερα, φασιστικές – νεοναζιστικές ομάδες δρουν ως τμήμα του ουκρανικού στρατού, όπως το περιβόητο «τάγμα Αζόφ», ενώ ήταν οι ίδιες δυνάμεις που αξιοποιήθηκαν στα γεγονότα του 2014, κατά τη διάρκεια της ιμπεριαλιστικής επέμβασης των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ στην Ουκρανία και την πραξικοπηματική ανατροπή της τότε κυβέρνησης.

Οι κομμουνιστές στην Ελλάδα εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στον ουκρανικό λαό που είναι θύμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου και για ακόμη μια φορά τονίζουμε: Κάτω τα χέρια από τους κομμουνιστές! Να απελευθερωθούν τώρα!».

902

ΕΥΡΩΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΤΟΥ ΚΚΕ

Ερώτηση για τη σύλληψη δύο στελεχών της Λενινιστικής Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας της Ουκρανίας

Τη σύλληψη δύο στελεχών της Λενινιστικής Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας της Ουκρανίας καταγγέλλει η Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ με κατεπείγουσα ερώτηση που κατέθεσε ο ευρωβουλευτής του Κόμματος, Κώστας Παπαδάκης, προς τον Ύπατο Εκπρόσωπο Εξωτερικής Πολιτικής της ΕΕ Ζ. Μπορέλ.

Όπως αναφέρεται στην ερώτηση:

«Σοβαρές ανησυχίες γεννά η σύλληψη του Α’ Γραμματέα της Λενινιστικής Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας της Ουκρανίας, Μιχαήλ Κονονόβιτς και του αδελφού του Αλεξάντερ, από τις αρχές της Ουκρανίας, ενώ υπάρχουν καταγγελίες ότι απειλείται η ζωή τους.

Την ώρα που μαίνεται η ιμπεριαλιστική σύγκρουση μετά από την εισβολή της Ρωσίας στη βάση των ανταγωνισμών της με τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ η ουκρανική κυβέρνηση προχωρά στην αναίτια δίωξη των δύο νεολαίων κομμουνιστών. Αξιοποιεί τον αντικομμουνισμό, που αποτελεί επίσημη πολιτική της όσο και της ΕΕ και εφαρμόζει το απαράδεκτο αντικομμουνιστικό νομοθετικό πλαίσιο που ανιστόρητα και προκλητικά εξισώνει το φασισμό με τον κομμουνισμό. Την ίδια στιγμή, φασιστικές – νεοναζιστικές ομάδες δρουν ανενόχλητα ως τμήμα μάλιστα του στρατού της Ουκρανίας, και επιτίθενται σε Ουκρανούς κατατρεγμένους ενώ αξιοποιούνται εδώ και χρόνια σε βάρος του ουκρανικού λαού τόσο το 2014 με την ανοικτή ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ στη χώρα αλλά και μέχρι σήμερα.

Ο αντικομμουνισμός, που πάντα συνοδεύει την αντιλαϊκή πολιτική, οξύνεται ιδιαίτερα στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, επιδιώκοντας να στοιχηθούν οι λαοί πίσω από το ένα ή το άλλο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Ιδιαίτερα, σήμερα επιδιώκεται να σβηστεί η συλλογική μνήμη του ουκρανικού και του ρωσικού λαού που για δεκαετίες ζούσαν ειρηνικά στις συνθήκες του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ.

Με βάση τα παραπάνω ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ κατέθεσε το παρακάτω ερώτημα:

“Πώς τοποθετείται ο Αντιπρόεδρος της Επιτροπής / Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας στο κατεπείγον αίτημα για την άμεση απελευθέρωση των δύο νέων κομμουνιστών συλληφθέντων, αλλά και την άρση όλων των αντικομμουνιστικών διώξεων κι απαγορεύσεων στη χώρα;”».

902

ΚΚΕ – ΚΝΕ

Διάβημα διαμαρτυρίας στην πρεσβεία της Ουκρανίας με αίτημα την απελευθέρωση των Μ. και Αλ. Κονονόβιτς

Αντιπροσωπεία του ΚΚΕ και της ΚΝΕ έκανε το πρωί της Παρασκευής διάβημα διαμαρτυρίας στην πρεσβεία της Ουκρανίας στην Ελλάδα, απαιτώντας να απελευθερωθούν τώρα οι Ουκρανοί κομμουνιστές Μιχαήλ και Αλεξάντερ Κονονόβιτς.

Η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ και της ΚΝΕ αποτελούμενη από τον Λευτέρη Νικολάου Αλαβάνο, ευρωβουλευτή του ΚΚΕ, τον Γιάννη Δελή, βουλευτή του Κόμματος, τον Νίκο Ζαχαρόπουλο, μέλος του Γραφείου του ΚΣ της ΚΝΕ και τον Αργύρη Μπαλέρμπα, μέλος της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων του ΚΣ της ΚΝΕ, επέδωσε το διάβημα στον Βολοντίμιρ Λιασένκο, επικεφαλής του Πολιτικού Τμήματος της Ουκρανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, ο οποίος είπε πως θα διαβιβαστεί το αίτημα στο Κίεβο.

Με το διάβημα, το ΚΚΕ και η ΚΝΕ κατήγγειλαν τη σύλληψη του Α’ Γραμματέα της Λενινιστικής Κομμουνιστικής Ενωσης Νεολαίας της Ουκρανίας, Μιχαήλ Κονονόβιτς, και του αδελφού του Αλεξάντερζητώντας από τις αρχές της Ουκρανίας την άμεση απελευθέρωση των δύο νέων κομμουνιστών συλληφθέντων, αλλά και την άρση όλων των αντικομμουνιστικών διώξεων και απαγορεύσεων στη χώρα.

«Το ΚΚΕ και η ΚΝΕ από την πρώτη στιγμή καταδικάσαμε την απαράδεκτη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και τον πόλεμο ο οποίος ξεκίνησε και μαίνεται. Είναι ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος, ο οποίος δεν έχει να κάνει με τα συμφέροντα του Ουκρανικού λαού, δεν έχει να κάνει με τα συμφέροντα του Ρωσικού λαού, έχει να κάνει με τον ανταγωνισμό μονοπωλίων, μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων της Ρωσίας, της Ουκρανίας, των ΗΠΑ, της ΕΕ για τους δρόμους των αγωγών, τους πλούσιους φυσικούς πόρους που έχει η Ουκρανία. Σ’ αυτά τα πλαίσια το ΚΚΕ και η ΚΝΕ πάντοτε έχοντας κατά νου τις ανάγκες και τα συμφέροντα του Ρωσικού λαού και του Ουκρανικού λαού, τοποθετηθήκαμε απαιτώντας την έξοδο, την καμία εμπλοκή της χώρας μας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, να μη σταλεί στρατιωτικό υλικό, να μη σταλεί προσωπικό, να απεμπλακεί η Ελλάδα από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, έτσι ώστε πραγματικά να μπορεί να οικοδομηθεί η ειρήνη, η φιλία, η αλληλεγγύη μεταξύ λαών που πραγματικά θα είναι νοικοκύρηδες στον τόπο τους», σημείωσε ο Λ. Νικολάου Αλαβάνος, και πρόσθεσε:

«Σ’ αυτά τα πλαίσια και επίσης εκφράζοντας την αλληλεγγύη μας στον Ουκρανικό λαό, τόσο στους ουκρανόφωνους όσο και στις ρωσόφωνες περιοχές, οι οποίοι ζουν την πραγματικότητα αυτού του ιμπεριαλιστικού πολέμου, το δράμα του πολέμου, βρεθήκαμε σήμερα στην Ουκρανική πρεσβεία κάνοντας ένα διάβημα ενάντια στην απαράδεκτη και αναίτια σύλληψη δύο νεολαίων κομμουνιστών των Μιχαήλ και Αλεξάντερ Κονονόβιτς, στελεχών του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ουκρανίας, το οποίο έχει τεθεί εκτός νόμου με βάση την αντικομμουνιστική νομοθεσία του 2014 που ισχύει στη χώρα. Απαιτήσαμε την άμεση απελευθέρωσή τους και την ενημέρωσή μας για την εξέλιξη της πορείας».

Και ο Γ. Δελής επίσης συμπλήρωσε: «Πρόκειται για μια πολύ αρνητική εξέλιξη για το λαό της Ουκρανίας, πρόκειται για ένα «κυνήγι μαγισσών», για έναν ωμό αντικομμουνισμό, με τον οποίο έγινε η σύλληψη αυτών των δύο κομμουνιστών νέων στην Ουκρανία. Βεβαίως, η ουκρανική κυβέρνηση αξιοποιεί όλο το νομοθετικό πλαίσιο και όλο το αντικομμουνιστικό οπλοστάσιο της ΕΕ, κάτι που θεωρούμε και το είπαμε στον εκπρόσωπο εδώ της πρεσβείας ως απαράδεκτο. Δεν ζητάμε μονάχα την άμεση αποφυλάκιση, απελευθέρωση των δύο νέων, ζητάμε ταυτόχρονα και την κατάργηση όλου του αντικομμουνιστικού πλαισίου που αυτή τη στιγμή ισχύει στην Ουκρανία. Δεν είναι καλός σύμβουλος και πρέπει να σταματήσει τώρα ο αντικομμουνισμός. Δεν μπορεί σήμερα στην εποχή μας να διώκονται οι ιδέες για μια καλύτερη ζωή, για την απελευθέρωση του ανθρώπου. Θα πρέπει να σταματήσει τώρα αυτό το κακό».

Διαβάστε εδώ το διάβημα διαμαρτυρίας

902


Στην ΕΕ των 500.000 νεκρών από την πανδημία

Έχετε δει πουθενά όλον αυτό τον καιρό την Ευρωπαϊκή Ένωση να παρουσιάζει τον δικό της απολογισμό σε κρούσματα και νεκρούς από την πανδημία;

Μάλλον όχι… Γιατί βλέπετε, η ΕΕ είναι «ενιαία» όταν βάζει «πρόστιμα» για την Ολυμπιακή, τη ΛΑΡΚΟ, τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, όταν πρόκειται για τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, την καθήλωση των λαϊκών εισοδημάτων, την εμπορευματοποίηση των κοινωνικών αναγκών, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών και προσφύγων, τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, την ενίσχυση της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων… Όταν όμως πρόκειται για τον απολογισμό του «πολέμου κατά της πανδημίας», για την καταμέτρηση των θυμάτων της περικοπής δαπανών και της εμπορευματοποίησης σε υγεία και πρόνοια, τότε σιωπηρά η ΕΕ «διαλύεται» σε «διάφορα κράτη» που το καθένα έχει να επιδείξει τον «δικό του» απολογισμό…

Κάνοντας κανείς τον μικρό κόπο να αθροίσει αυτούς τους «εθνικούς» απολογισμούς, διαπιστώνει ότι μέχρι σήμερα, 20-2-2021, ο συνολικός αριθμός των νεκρών στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ήδη ξεπεράσει τις 500.000, και συγκεκριμένα ανέρχεται στους 528.707 νεκρούς από την πανδημία, σύμφωνα με τα στοιχεία της ιστοσελίδας worldometers. Πράγμα που σημαίνει ότι με τον πληθυσμό των χωρών της ΕΕ να ανέρχεται περίπου στους 446,8 εκατομμύρια ανθρώπους, πάνω από ένας στους χίλιους κατοίκους των χωρών της ΕΕ έχει ως τώρα χάσει τη ζωή του λόγω της ευρωενωσιακής διεξαγωγής του «πολέμου» με τον κόβιντ-19.

«Παράξενος πόλεμος», όπως έλεγαν και το 1939…

*

Βέβαια, αν ακούσουμε τους ζηλωτές του ευρωενωσιακού καπιταλιστικού «μονόδρομου», εκπροσωπούμενους εν προκειμένω από τον αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Μαργαρίτη Σχοινά, τότε θα πρέπει να ευγνωμονούμε την ΕΕ που φτάνοντας στους 500.000 νεκρούς από την πανδημία θα… «μας αγοράσει εμβόλια», κάτι το οποίο προφανώς πρέπει να το θεωρήσουμε κι αυτό ως «πρωτόγνωρο» – μαζί με τόσα άλλα – μέσα σε συνθήκες πανδημίας, λες και είναι η πρώτη φορά που σε τέτοιες συνθήκες τα κράτη εμβολιάζουν τον πληθυσμό τους, ή λες και ο λογαριασμός της αναμενόμενης μυθικής κερδοφορίας των φαρμακευτικών μονοπωλίων δεν θα πληρωθεί με τη μια ή άλλη μορφή από τους λαούς των χωρών της ΕΕ.

Και βέβαια, επίσης, η απολογητική της αντιλαϊκής πολιτικής έχει πάντοτε να επιδείξει κι ένα χειρότερο παράδειγμα… Αν λ.χ. ο «δικός μας» Υπουργός Ανάπτυξης επιμένει να κραυγάζει στα τηλεπαράθυρα για την «επιτυχία» των 6.249 νεκρών -σήμερα – στην Ελλάδα έναντι π.χ. των 21.859 του Βελγίου, ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν στους 528.707 νεκρούς της ΕΕ θα μπορούσε να αντιπαραβάλει τους 507.756 νεκρούς στις ΗΠΑ και τους 1,1 νεκρούς ανά 1000 κατοίκους στην ΕΕ με τους 1,5 νεκρούς ανά 1000 κατοίκους στις ΗΠΑ. Με τη σειρά του και ο Τραμπ, θα μπορούσε επίσης να «δείξει» την ΕΕ βεβαιώνοντας έτσι ότι και αυτός, ως πρόεδρος των ΗΠΑ, δεν τα πήγε και «τόσο» άσχημα κ.ο.κ.

Και στο τέλος, από όλους μαζί, δεν έχουμε παρά να περιμένουμε έναν γενικό απολογισμό της «οικονομίας» που αποτελεί για τα συνολικά κοινωνικά αποθέματα του κεφαλαίου η μείωση του πληθυσμού της γης, των ΗΠΑ, της ΕΕ, του κάθε κράτους-μέλους κατά 1 ή 2 χιλιοστά, τα οποία αυτά χιλιοστά μεταφράζονται σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό «εξοικονόμησης» δαπανών για συντάξεις, επιδόματα, δαπάνες περίθαλψης κλπ κλπ.

Φυσικό και επόμενο να πανηγυρίζουν οι πολιτικοί υπάλληλοι των μονοπωλίων για την «επιτυχία» τους.

*

Απέναντι στον χωρίς τέλος εγκλεισμό και τους λοιπούς περιορισμούς που, σαν προοίμιο της «νέας κανονικότητας», επιβάλλουν στους λαούς τα καπιταλιστικά κράτη της «δύσης» ως μοναδική «μέθοδο» αντιμετώπισης της πανδημίας, υπάρχει το παράδειγμα της Ουχάν, όπου οι 3,5 μήνες αυστηρών μέτρων χρησιμοποιήθηκαν επιτυχημένα για την εξάλειψη της επιδημίας στις εστίες της και για την επαναφορά της κοινωνικής ζωής στην όποια κανονική της κατάσταση…

Δεν έχει θέση στο κείμενο αυτό οποιαδήποτε απόπειρα ανάλυσης του παρόντος και του μέλλοντος του κινέζικου καπιταλισμού ή των κοινωνικών-επαναστατικών καταβολών του κινέζικου κράτους, ούτε κάποια απόπειρα εντοπισμού των οποιωνδήποτε πιθανών φαινομένων κινέζικης αξιοποίησης της πανδημίας προς χάρη της περιβόητης καπιταλιστικής «νέας κανονικότητας» όπως και στις «δυτικές» χώρες. Αυτό που έχει εδώ σημασία, είναι ότι αφού έγινε σε ένα μέρος μπορούσε (και πάντα μπορεί, αν και δυσκολότερα τώρα) να γίνει παντού . Και όταν λέμε «σε ένα μέρος», δεν εννοούμε ένα χωριουδάκι ή κάποια ιδιωτική νήσο «αρίστων», αλλά για τη συγκέντρωση ενός πληθυσμού 10 εκατομμυρίων κατοίκων σε μια πόλη όπως η Ουχάν, και για μια χώρα που αν ακολουθούσε το παράδειγμα των ΗΠΑ και της ΕΕ θα μετρούσε τώρα, μόνη της, περισσότερους από 1.393.000 νεκρούς από την πανδημία, και αν ακολουθούσε το παράδειγμα της Ελλάδας περισσότερους από 837.000. Κι όμως, αυτή τη στιγμή μετράει 4.636.

Οι απολογητές του «δυτικού» καπιταλισμού είτε υποδύονται αδυναμία να ερμηνεύσουν αυτές τις κραυγαλέες διαφορές είτε τις αποδίδουν στον κινέζικο «αυταρχισμό»… Λες και δεν ζούμε κι εδώ, στην «δημοκρατική» Ελλάδα, τον κρατικό αυταρχισμό στο πετσί μας… Λες και δεν συμπληρώνουμε ήδη, ουσιαστικά, έναν χρόνο εγκλεισμού. Λες και στα μικρά διαλείμματα του εγκλεισμού στερηθήκαμε περιορισμούς στην κοινωνική ζωή, ξύλο και πρόστιμο. Λες και δεν απαγορεύεται τόσον καιρό η νυχτερινή κυκλοφορία από τις 9 ή από τις 6 μ.μ.. Λες και έλειψαν από τις λαϊκές κινητοποιήσεις, από τους εργατικούς αγώνες, το ξύλο, το πρόστιμο, ο χημικός πόλεμος, οι «προσαγωγές», οι συλλήψεις, οι ποινικές διώξεις «λόγω του κορονοϊού». Λες κι έλλειψε, για τον ίδιο «λόγο», το τσαλαπάτημα μιας σειράς κοινωνικών και εργατικών δικαιωμάτων που σε πολλές περιπτώσεις «ήρθε για να μείνει». Λες κι αυτές οι άμεσες μορφές κρατικού αυταρχισμού δεν συναντήθηκαν με τον αυταρχισμό της εντατικής αντιλαϊκής-αντεργατικής νομοθέτησης σε συνθήκες «απαγόρευσης κυκλοφορίας», με τον αυταρχισμό στους μεγάλους εργασιακούς χώρους, στα μέσα μεταφοράς, στα σχολεία και σε άλλες – υποχρεωτικές και με το νόμο – εστίες διάδοσης της πανδημίας, μεταξύ των οποίων και ο καλοκαιρινός κορονοτουρισμός.

Λες και η έλλειψη κάθε στόχου πραγματικής αντιμετώπισης της πανδημίας δεν απογυμνώνει αυτόν τον αυταρχισμό από κάθε ουσιαστική νομιμοποίηση. Λες και δεν είναι αυτή ακριβώς η έλλειψη που εδώ κι ένα χρόνο οδηγεί τους «αρμόδιους» να παίζουν καθημερινά την κολοκυθιά των απαγορεύσεων και της μονόφαρδης ή διπλόφαρδης μάσκας, ανάλογα και με τις ταμειακές προσδοκίες των λογής-λογής τοκιστών και κερδοσκόπων του «πολέμου κατά της πανδημίας».

Τι είναι λοιπόν αυτό που λείπει από τον ανομολόγητο, πλην όμως τόσο «πρωτόγνωρο» που πια «βγάζει μάτι» αυταρχισμό των «δημοκρατιών» τους και που το διαθέτει ο «κινέζικος αυταρχισμός», τόσο ώστε η σύγκριση των αποτελεσμάτων θα έπρεπε να έχει οδηγήσει τους διάφορους ανευθυνοϋπεύθυνους υπουργούς των καναλιών και της πόζας, τους διάφορους ευρωενωσιακούς κομισάριους, και άλλους ομόλογούς τους, να έχουν δέσει μια θηλιά στο λαιμό τους αφήνοντας πίσω τους απολογητικά σημειώματα…

*

Το παράδειγμα της Ουχάν αποδεικνύει, ότι με τα τρισεκατομμύρια που δαπανούν (η σωστή λέξη είναι: επενδύουν) ΗΠΑ και ΕΕ κλπ για την «αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας», θα μπορούσε να έχει αντιμετωπιστεί ριζικά η ίδια η πανδημία, όχι μόνο σε ΗΠΑ και Ευρώπη και σε κάθε ξεχωριστή χώρα, αλλά σε όλο τον κόσμο με την οργάνωση και κινητοποίηση της «διεθνούς κοινότητας» γι’ αυτό τον σκοπό.

Αντ’ αυτού, εγκληματικά, η πανδημία αφέθηκε να εξαπλωθεί. Όπως και ήταν αναμενόμενο, η εξάπλωσή της είχε ως συνέπεια και την εμφάνιση μεταλλάξεων που δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο το καθαρά επιστημονικό-ερευνητικό έργο αντιμετώπισής της. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι «επόμενο» και το να εμφανίζεται ως μοναδικό «όπλο» ο εμβολιασμός, με μια και δυο δόσεις, ο επανεμβολιασμός ανά τακτά χρονικά διαστήματα για την εκ νέου απόκτηση ανοσίας, και «φυσικά» τα εξ αυτών αμύθητα κέρδη των μονοπωλίων της φαρμακευτικής βιομηχανίας.

Υπό αυτές τις συνθήκες, επίσης, με εμβολιασμένους κάθε φορά τους μισούς, με την ανοσία να χάνεται σχεδόν πριν προλάβει να ολοκληρωθεί ο κάθε εμβολιαστικός κύκλος, με την απειλή νέων μεταλλάξεων κ.ο.κ., είναι «επόμενη» και η επιτηδευμένη διατήρηση ενός επιπέδου «υγειονομικού κινδύνου», ένα έδαφος εξαιρετικά πρόσφορο για να αντλούνται οφέλη υπέρ της κερδοφορίας και της εξουσίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, για να επιβάλλονται, ακόμα και με τη μορφή «νέων» πολιτισμικών όρων, σφιχτότερα δεσμά σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής των εργαζομένων και των λαών.

Απέναντι σε αυτό το παρόν και μέλλον, δεν χωράει τήρηση «αναμονής» από τη μεριά των εργαζομένων και του λαού. Δε χωράνε, επίσης, ψευδαισθήσεις «αντίστασης» με τη μορφή της «άρνησης» μιας υπαρκτής πραγματικότητας, με μοναδική αντικειμενική συνέπεια της «άρνησής» της την «άνευ όρων» παράδοση του λαού στην αντιλαϊκή της διαχείριση, τη ματαίωση κάθε σκέψης και κάθε διεκδίκησης για διαχείρισή της όπως επιβάλλει η ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Ίσα-ίσα, απέναντι σε αυτό το παρόν και το μέλλον, απέναντι στις συνέπειες και τους στόχους της πολιτικής των μονοπωλίων, η μοναδική και όχι «βιαστική» αλλά επείγουσα λύση κάθε άμεσου και κάθε γενικού προβλήματος είναι να οργανώσουν και να διεξάγουν οι εργαζόμενοι, ο λαός κι η νεολαία, την διεκδικητική πάλη τους για το σύνολο των δικαιωμάτων τους που πλήττονται και με σταθερό στόχο να πάρουν στα χέρια τους την παραγωγή του κοινωνικού πλούτου αυτοί που τον παράγουν.

***

Είπε κι άλλες «μεγάλες κουβέντες» ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Κάποιες από αυτές δεν περιγράφουν παρά μόνο «ευσεβείς πόθους»…

Κάποιες άλλες προκαλούν την υπόνοια ενός-κάποιου διαζυγίου των εκπροσώπων της πολιτικής του κεφαλαίου με την πραγματικότητα που βιώνουν οι εργαζόμενοι…

Ίσως είναι πιο ρεαλιστική η «αυτοσυγκράτηση» της Γερμανίδας πρωθυπουργού Άγγελας Μέρκελ όταν, υποστηρίζοντας πρόσφατα ότι: «στις δημοκρατικές χώρες το θέμα δεν είναι μόνο η ελευθερία ή οι αξίες, αλλά και τα αποτελέσματα», αυτές τις «αξίες» παρέλειψε να τις κατονομάσει…

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τις ενδόμυχες προθέσεις αυτής της παράλειψης, αν δηλαδή οφείλεται πράγματι σε μια μορφή «ρεαλισμού» ή σε μια γενικότερη «τάση» ιδεολογικής αποσιώπησης των συγκεκριμένων αξιών, πάντως ως χθες, πλάι στην αστικοδημοκρατική «ελευθερία» οι λοιπές ακατονόμαστες αξίες δεν είναι άλλες από την ισότητα και την αδελφοσύνη.

Δίκαια λοιπόν (!) η ηγέτις του ισχυρότερου κράτους της ΕΕ παρέλειψε να τις κατονομάσει έχοντας ίσως επίγνωση ότι εδώ και πολύ καιρό η επίκληση αυτών των αξιών ηχεί σαν ανέκδοτο στις καπιταλιστικές κοινωνίες.

Αν και η «καταστατική» τους, στην πραγματικότητα, ισοπέδωση αποτελεί και μια ορισμένη απάντηση στο θέμα των «αποτελεσμάτων» της πολιτικής του κεφαλαίου. Ίσως όχι με την έννοια που το έθεσε η κ. Μέρκελ, αλλά πάντως με την έννοια που τίθεται σε πλευρές του παρόντος κείμενου…

*

ΥΓ Περί δημοκρατίας έκανε λόγο και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν: «Είμαστε», είπε, «στη μέση μιας θεμελιώδους συζήτησης σχετικά με τη μελλοντική κατεύθυνση του κόσμου μας. Μεταξύ εκείνων οι οποίοι υποστηρίζουν ότι τα απολυταρχικά καθεστώτα είναι ο καλύτερος τρόπος να προχωρήσουμε και εκείνων που θεωρούν ότι η δημοκρατία είναι απαραίτητη προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις». Δεν μένει παρά να ψηφίζουν στις εκλογές για πρόεδρο των ΗΠΑ και οι λαοί που βομβαρδίζονται, για να βομβαρδίζονται δημοκρατικά και να τερματιστεί η ιμπεριαλιστική απολυταρχία που επικρατεί στην «κατεύθυνση του κόσμου μας» και στην «αντιμετώπιση των προκλήσεων».


συνέχεια ποιάς πολιτικής;

Ποιάς πολιτικής «συνέχιση με άλλα μέσα» είναι ο «πόλεμος» που διαφημίζει η ΤιΒι;

Ποιάς πολιτικής συνέχιση είναι η – αποκαλούμενη από την κυβέρνηση – «εθνική προσπάθεια» εναντίον της μάζας των μεταναστών και προσφύγων που χειραγωγούμενοι από την τουρκική κυβέρνηση έχουν συγκεντρωθεί στον Έβρο έξω από τα ελληνικά σύνορα;

Ποιά πολιτική συνεχίζει, εναλλασσόμενη  από το πρωί ως το βράδυ με δόσεις κορωνοϊού,  η επιχείρηση χειραγώγησης τής  λαϊκής συνείδησης και δραστηριότητας από τα μμε των  «ευϋπόληπτων» εθνικών εργολάβων και μεγαλοεπιχειρηματιών, σε πλήρη εναρμόνιση με τις γενικές επιδιώξεις της άρχουσας τάξης και τη θέση της εντός των ιμπεριαλιστικών  ανταγωνισμών;

Σε ποιόν «πόλεμο» καλείται να ενσωματωθεί και ενσωματώνεται η λαϊκή ανησυχία, η δραστηριότητα που πηγάζει από αυτήν, η δραστηριότητα που εργαλειοποιεί τη λαϊκή ανησυχία για την υλοποίηση αντιλαϊκών στόχων;

Το ότι αυτός ο «πόλεμος» δεν είναι στ’ αλήθεια «πόλεμος» αποτελεί επουσιώδη λεπτομέρεια για μια χώρα και έναν λαό που μόλις συμπλήρωσε μια δεκαετία «κατοχής» που δεν ήταν (που δεν είναι) «κατοχή» και που, όπως «αντιστάθηκε» σε αυτή, «αντιστέκεται» τώρα σε μια «εισβολή» που δεν είναι «εισβολή»…

Επουσιώδη λεπτομέρεια αποτελεί (το ότι αυτός ο «πόλεμος» δεν είναι στ’ αλήθεια «πόλεμος») και για τον λόγο ότι, κι αν δεν είναι «πόλεμος», η έμπρακτη κρατική ανάμιξη της μιας και της άλλης πλευράς, με το συγκεκριμένο τους περιεχόμενο, επιτρέπουν την «ταξινόμηση» των εκτυλισσόμενων γεγονότων αν όχι βέβαια στην ομοταξία του «πολέμου» πάντως, όμως, στην ομοταξία της «τριβής» και, πάντως, όχι ακριβώς στην άσκηση πολιτικής που παραμένει οριστικά περιορισμένη στα συνήθη «ειρηνικά» μέσα. Πρόκειται λοιπόν, από αυτή την άποψη, για γεγονότα που αποτελούν συνέχιση, προέκταση, με άλλα μέσα, της συνηθισμένης (…) «ειρηνικής» πολιτικής. Αλλά ποιάς;

Την πλάνη όσων  – ψυχικά ή έμπρακτα – θεωρούν τους εαυτούς τους «υπερασπιστές των συνόρων της πατρίδας», μπορεί να την διαφωτίσει η πριν από ενάμιση μήνα δήλωση του πρωθυπουργού Μητσοτάκη εξονόματος όχι της Ελλάδας αλλά, με μια μεγαλοστομία απεχθή και «διάφανη» ως προς τους στόχους της και ως προς τον πολιτικό ρόλο του ίδιου του πρωθυπουργού, εξονόματος ολόκληρης της «Ευρώπης»: «Δεν θέλουμε η Ελλάδα να είναι μαγνήτης για πρόσφυγες και μετανάστες… Οι οικονομικοί μετανάστες δεν έχουν θέση ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Ευρώπη»

Ανεξάρτητα από το σχήμα της λεκτικής διατύπωσης το νόημα είναι σαφές: Μετανάστες και πρόσφυγες που με μια εκτελεστική πράξη βαφτίζονται μετανάστες, τα θύματα του ιμπεριαλισμού, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, της ιμπεριαλιστικής «οικονομίας» και των ιμπεριαλιστικών πολέμων, πρέπει είτε να παραμείνουν έξω από τις παρυφές [1] της Ευρωένωσης είτε να εγκλωβιστούν και να φυλακιστούν σε ανοιχτά και κλείστα στρατόπεδα συγκέντρωσης [2] εντός των παρυφών  του ευρωενωσιακού «ράιχ», δηλαδή στην Ελλάδα. Στην οποία Ελλάδα, – παρά την, κατά Μητσοτάκη, απαρέσκειά της να αποτελεί «μαγνήτη» (αν είναι δυνατόν!) για πρόσφυγες και μετανάστες -, έχει λόγω της γεωγραφικής της θέσης ανατεθεί ρόλος «υποδοχής» και ευρωενωσιακής φυλακής για τα ανθρώπινα κύματα των ξεριζωμένων μεταναστών και προσφύγων. Σε αυτόν τον ανατεθειμμένο και διατεταγμένο ρόλο οφείλεται, βέβαια, η μεγάλη συγκέντρωση  μεταναστών και προσφύγων στη χώρα και ιδιαίτερα σε συγκεκριμένα «επιλεγμένα» σημεία της και όχι στο ότι δήθεν η Ελλάδα «μανητίζει» (!) μετανάστες και πρόσφυγες… 

Ας μην αυταπατώνται και ας μην βαυκαλίζονται, όσοι εξακολουθούν να το πράττουν, με την ιδέα, εν προκειμένω, της «υπεράσπισης των συνόρων της πατρίδας».  Η χρησιμότητά τους δεν συνίσταται σε αυτό, η χρησιμότητά τους συνίσταται πρώτα απ’ όλα στην «φρούρηση» των ιμπεριαλιστών της ευρωένωσης από τα θύματα της πολιτικής τους. Και αν η «χρησιμότητα» αυτή εμφανίζεται σαν μέρος ενός επεισοδίου περιορισμένου μεταξύ δυο μόνο «πρωταγωνιστών», Ελλάδας – Τουρκίας, αυτό είναι αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής, αυτό οφείλεται αποκλειστικά στο ότι τα δυο αυτά κράτη βρίσκονται μεταξύ άλλων σε αντίθεση για των επωμισμό των (ανθρώπινων) συνεπειών της ευρω-ΝΑΤΟϊκής πολιτικής, στην οποία και τα δυο κράτη – το καθένα με τη δική του ιδιαίτερη πολιτική, που υπηρετεί τη δική του άρχουσα τάξη – συμμετέχουν ενεργά. 

Ευρωένωση, ΝΑΤΟ, ΗΠΑ, θα είχαν ολοκληρωτικά ηττηθεί στην Συρία αν δεν υπήρχε η Τουρκία, αν αυτή με την πολεμική επεκτατική πολιτική της (και τα παζάρια της με τη Ρωσία) δεν διατηρούσε το καθεστώς τής αστάθειας σε βάρος της συριακής εθνικής κυριαρχίας. Τα ισχυρά κράτη της ΕΕ, αυτά που συμμετέχουν στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό για την παγκόσμια κυριαρχία και που οδηγούν σε αυτόν τον ανταγωνισμό όλη την ΕΕ σαν διακρατική ένωση, επιθυμούν τη συνέχιση της εμπόλεμης κατάστασης στη Συρία και την ευρύτερη περιοχή, δεν επιθυμούν όμως τις συνέπειές της με τη μορφή των προσφυγικών και μεταναστευτικών κυμάτων που κατευθύνονται, όπως πάντα, από τις «φτωχές» προς τις «πλούσιες» χώρες, «ακολουθώντας στην πραγματικότητα τη ροή των κεφαλαίων». Οι ιμπεριαλιστές πασχίζουν με όλα τα μέσα για τη συμφέρουσα γι’ αυτούς ροή των κεφαλαίων, απεχθάνονται όμως τις μεταναστευτικές και προσφυγικές «ροές» – όπως τις ονομάζουν – που την ακολουθούν…

…Σε αυτούς τους συσχετισμούς διατηρεί ενεργό ρόλο και η Ελλάδα καθώς, πριν από λίγες μόνο ημέρες στην σύνοδο των πρέσβεων του ΝΑΤΟ, όταν η Τουρκία ζήτησε τη ΝΑΤΟϊκή συνδρομή για να διατηρήσει την κατοχή σε συριακά εδάφη, η ελληνική κυβέρνηση έθεσε ως μόνο θέμα το σεβασμό από μέρους της Τουρκίας της συμφωνίας της με την ΕΕ για το προσφυγικό, και έτσι ουσιαστικά αποδέχθηκε την επιθετική στάση της Τουρκίας σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων άλλων χωρών, την παραβίαση των συνόρων τους και των συνθηκών που τα καθορίζουν.

Αλλά τότε, εν μέσω αυτών των συσχετισμών, γιατί η Τουρκία να «σεβαστεί» και τη συμφωνία για το προσφυγικό, εφόσον η ίδια δρα και διαιωνίζει την εμπόλεμη κατάσταση στη Συρία όχι μόνο για δικό της λογαριασμό, αλλά και για το λογαριασμό και με τη στήριξη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και της ίδιας της ελληνικής κυβέρνησης; Και τι άλλο απομένει τότε στην Ελλάδα του καπιταλιστικού – ιμπεριαλιστικού ευρωμονόδρομου, από το να παριστάνει τον «ακρίτα» της Μέρκελ και του Μακρόν και να βαφτίζει «υπεράσπιση των συνόρων της πατρίδας» την «με άλλα μέσα συνέχιση» της πολιτικής των κρατικών και οικονομικών κέντρων του ευρωενωσιακού μονοπωλιακού κεφαλαίου;

Δεν υπάρχει εδώ περιθώριο παρερμηνειών: Η δικαιολογημένη ανησυχία των κατοίκων στις ακριτικές περιοχές χρησιμοποιείται σαν όργανο αυτής της πολιτικής, την οποία υλοποιεί η ελληνική κυβέρνηση στις κατευθύνσεις που χαράσσει ο ευρωενωσιακός ιμπεριαλισμός. Και η ίδια η δραστηριότητα που πηγάζει από αυτή την ανησυχία (και, μάλιστα, στο βαθμό που πηγάζει από αυτή την ανησυχία και που δεν αποτελεί προϊόν της ανάμιξης εγχώριων και εισαγόμενων ναζιφασιστικών στοιχείων), θα είχε διαφορετικό περιεχόμενο ενταγμένη σε μια πολιτική αντιστρατευόμενη τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Ενταγμένη πραγματικά σε μια πολιτική φύλαξης των συνόρων της πατρίδας, σε μια πολιτική απεγκλωβισμού των προσφύγων και των μεταναστών από τα ευρωενωσιακά συρματοπλέγματα, σε μια πολιτική μαχητικής εξόδου από τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και αποδέσμευσης από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς… Πρακτικά, τότε, και αυτή η δραστηριότητα δεν θα ήταν καθόλου «η ίδια» [3].

Δεν πρόκειται για «προσφυγική κρίση». Πρόκειται για ένα «κρίσιμο» επεισόδιο του ιμπεριαλιστικού πολέμου, κάτω από την επιφάνειά του οποίου επεισοδίου διαμείβονται παζάρια και κυοφορούνται «διευθετήσεις», και από το οποίο επεισόδιο, – όσο στοιχίζονται πίσω από τη στρατηγική, τα συμφέροντα και τις «ορέξεις» του κεφαλαίου και των κυβερνήσεών του -, θα αποδειχθούν χαμένοι οι λαοί, και ο ελληνικός λαός ιδιαίτερα.

 

*********************************************

[1] Γιατί «παρυφές» και όχι «σύνορα» της ΕΕ; Η απάντηση με μια διαφορετική ερώτηση: Γιατί πότε η ΕΕ (και το ΝΑΤΟ, με το οποίο βρίσκεται σε αξεδιάλυτη στρατηγική «διαπλοκή») αντιμετώπισαν τα ανατολικά ελληνικά  σύνορα πραγματικά σαν τέτοια; Πότε, εκτός από την περίπτωση των προσφυγικών και μεταναστευτικών κυμάτων, που αποτελούν συνέπεια της πολιτικής τους και για τα οποία προορίζουν την Ελλάδα σαν φυλακή, προκειμένου να διαφυλαχθεί ο ιμπεριαλιστικός «ευρωπαϊκός τρόπος ζωής»; Πότε άλλοτε, εκτός από αυτή την περίπτωση, με όλες τις αποκρουστικές κοινωνικοπολιτικές συνέπειές της, τις οποίες επιμελώς υλοποιούν οι κυβερνήσεις των μονοπωλίων; Σε κάθε άλλη περίπτωση ας διαβεβαιώσουν οι ίδιοι οι απολογητές του ευρωατλαντισμού το πόσο σίγουροι νιώθουν από τους «εταίρους» τους εν μέσω των αχαλίνωτων ιμπεριαλιστικών παζαριών που στο προσκήνιό τους ή στην «εφεδρεία» τους περιλαμβάνουν όλη τη γραμμή που αρχίζει από τον Έβρο, διασχίζει το Αιγαίο και καταλήγει στα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη. Πότε, άλλωστε, η ΕΕ αναγνώρισε το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου σαν «δικό της» κατεχόμενο έδαφος; Και πότε η ΕΕ, το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ αντιμετώπισαν τις τουρκικές «αμφισβητήσεις» στο Αιγαίο σαν παραβιάσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων ενός «εταίρου» τους; Πώς λοιπόν, όταν πρόκειται για τα ελληνικά σύνορα,  μπορεί να γίνεται λόγος για «σύνορα της ΕΕ», τη στιγμή που η ίδια η ΕΕ δεν τα αντιμετωπίζει σαν τέτοια; 

[2] Επιτάξεις για κλειστά κέντρα «φιλοξενίας» (φυλάκισης), απερίγραπτες συνθήκες εξαθλίωσης στις «ανοιχτές» Μόριες, τροχιοδεικτικές βολές για εκτοπισμό μεταναστών και προσφύγων σε ξερονήσια, εγκαινιαζόμενες μέθοδοι όπως ο περιορισμός των προσφύγων σε πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού και η αποστέρηση του δικαιώματος αίτησης ασύλου, σκιαγραφούν με αδρότητα τις ακραία αντιδραστικές επιδιώξεις της εξουσίας του κεφαλαίου και τον ρόλο δεσμοφύλακα που προορίζουν για τον ελληνικό λαό οι «έμποροι των εθνών», οι υποκινητές των ιμπεριαλιστικών πολέμων όπου γης.

[3] Στο μεταξύ, πίσω από το παραπέτασμα της φιλολογίας για τον κορωνοϊό, ο οποίος εκτός των άλλων διέλυσε και τα φληναφήματα περί του τουρισμού ως «βαριάς βιομηχανίας της χώρας», πίσω από τις λεκτικές «κορώνες» περί «εισβολής» και «υπεράσπισης των συνόρων της πατρίδας», η γη της πατρίδας (κατοικήσιμη και άλλη) συνεχίζει χάρη στον «αυθορμητισμό της αγοράς» να ξεπουλιέται στους επιχειρηματικούς ομίλους, έμπρακτα προχωρούν τα κυβερνητικά σχέδια για ξεπούλημα και διάλυση πραγματικά «βαριών» στρατηγικών παραγωγικών μονάδων της πατρίδας (απολιγνιτοποίηση, ΛΑΡΚΟ κλπ), το φάσμα της οικονομικής εξαθλίωσης παραμένει βαρύ πάνω από όλα τα εργαζόμενα στρώματα, τους μοναδικούς παραγωγούς του κοινωνικού πλούτου… Ο εχθρός επελαύνει από μέσα. Ο έχθρος δεν κυκλοφορεί με τρύπιες βάρκες αλλά με ιδιωτικά τζετ και θαλαμηγούς. 

============================================

edit 14-3-2020: Μόλις τον περασμένο Δεκέμβρη τέθηκε σε ισχύ ο νέος κανονισμός της Frontex, που την καθιστά την πιο ισχυρή και καλύτερα χρηματοδοτούμενη υπηρεσία στην ιστορία της ΕΕ, γιγαντώνει το επιχειρησιακό της σκέλος και της «λύνει τα χέρια», ώστε ουσιαστικά να μη δίνει λογαριασμό ακόμα και για ζητήματα που άπτονται της κυριαρχίας των χωρών – μελών της ΕΕ. Με τον επικεφαλής της να λέει ότι πρόκειται για τη δημιουργία ενός «νέου είδους διακρατικού κατασταλτικού μηχανισμού» και ότι «για πρώτη φορά θα έχουμε αξιωματούχους που θα επιβάλλουν το νόμο, οι οποίοι θα είναι όργανα της ΕΕ, θα φέρουν όπλα και θα φορούν στολή, ευρωπαϊκή στολή».

Και δυο-τρεις μήνες μετά, διαμορφώθηκαν οι συνθήκες για να αναλάβει δράση στον Έβρο, με πρόσκληση της ελληνικής κυβέρνησης, αυτό το «νέο είδος διακρατικού κατασταλτικού μηχανισμού» με τα «λυμένα χέρια», τους αξιωματούχους «οι οποίοι θα είναι όργανα της ΕΕ, θα φέρουν όπλα και θα φορούν στολή, ευρωπαϊκή στολή» και θα «επιβάλλουν το νόμο»…

Αλλά ποιον «νόμο» θα επιβάλλει το σιδερένιο αυτό χέρι της Ευρωένωσης στα ελληνικά σύνορα; Το «νόμο» που εγκλωβίζει πρόσφυγες και μετανάστες και μετατρέπει την Ελλάδα σε φυλακή της ΕΕ, που τους αξιοποιεί στα διάφορα γεωπολιτικά «παιχνίδια». Το «νόμο» των ιμπεριαλιστικών παζαριών που υπονομεύει σύνορα και κυριαρχικά δικαιώματα…

…Από το επικίνδυνο αυτό σπιράλ της εμπλοκής διέξοδο μπορεί να δώσει μόνο ο λαός, δυναμώνοντας την πάλη του απέναντι στην πολιτική εγκλωβισμού προσφύγων και μεταναστών, στην εμπλοκή στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ, για την αποδέσμευση της χώρας από τις ιμπεριαλιστικές αυτές ενώσεις, με το λαό νοικοκύρη στον τόπο του.

*

Στο μεταξύ, παρά το γεγονός ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει αξιολογήσει την εξάπλωση του Κορονοϊού ως «πανδημία», οι ιμπεριαλιστές του ΝΑΤΟ δείχνουν αποφασισμένοι να προχωρήσουν κανονικά την στρατιωτική άσκηση «Defender 2020» σε ευρωπαϊκό έδαφος.

Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ σχεδιάζουν να μειώσουν τον αριθμό των αμερικανών που θα συμμετάσχουν στην άσκηση, έπειτα από το ξέσπασμα της πανδημίας.

Παρ’ όλα αυτά το ΝΑΤΟ θα πραγματοποιήσει την στρατιωτική άσκηση (η οποία αποτελεί «επίδειξη δύναμης» απέναντι στη Ρωσία), όπως δήλωσε ο γεν. γραμματέας της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας Γ. Στόλτενμπεγκ. Φαίνεται πως ακόμη και μια πανδημία, που έχει προκαλέσει ήδη το θάνατο 1.016 ανθρώπων στην Ιταλία, 87 νεκρούς στην Ισπανία και 61 στη Γαλλία, δεν στέκεται εμπόδιο στα σχέδια των ΝΑΤΟικών φονιάδων.

Με τα κρούσματα του κορονοϊού να αυξάνονται καθημερινά σε Ευρώπη και ΗΠΑ, η ΝΑΤΟική άσκηση αποτελεί σαφώς έναν επιπλέον κίνδυνο για την εξάπλωση του ιού.

Σε ανακοίνωση του, το Ουγγρικό Εργατικό Κόμμα (Munkaspart) εκφράζει σοβαρές ανησυχίες για την πραγματοποίηση της ΝΑΤΟικής άσκησης την οποία χαρακτηρίζει ως «φορέα θανάτου για τους λαούς», ιδιαίτερα υπό συνθήκες πανδημίας.

«Οι ΗΠΑ απαγόρευσαν στους ευρωπαίους πολίτες την είσοδο στη χώρα τους εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού, αλλά στέλνουν 20 χιλιάδες αμερικανούς στρατιώτες στην Ευρώπη ώστε να συμμετάσχουν στην πολυεθνική άσκηση «Defender 2020», αναφέρει η ανακοίνωση.

Σημειώνει ότι η ΝΑΤΟική άσκηση ενδέχεται να εξαπλώσει τον κορονοϊό και απαιτεί την ακύρωση της, ζητώντας ταυτόχρονα από την ουγγρική κυβέρνηση να μην επιτρέψει την συμμετοχή ουγγρικών στρατευμάτων.

Αλήθεια, η ελληνική κυβέρνηση και το υπουργείο Άμυνας τι θα κάνει; Θα στείλει έλληνες στρατιώτες, εκθέτοντας τους σε περαιτέρω κινδύνους;


το δικαίωμα στην εργασία και ο κόσμος από την σκοπιά του

«…Στο πρώτο σχέδιο συντάγματος που καταρτίστηκε πριν από τις μέρες του Ιούνη, βρισκόταν ακόμα το «droit au travail», το δικαίωμα στην εργασία, η πρώτη αδέξια διατύπωση όπου συνοψίζονται οι επαναστατικές αξιώσεις του προλεταριάτου. Αυτό μετατράπηκε στο droit al’ assistance, στο δικαίωμα να παίρνει βοήθημα απ’ το δημόσιο. Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο; Το δικαίωμα στην εργασία είναι, με την αστική έννοια, ένας παραλογισμός, ένας άθλιος, ευσεβής πόθος. Πίσω όμως απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους. Πίσω από το «δικαίωμα στην εργασία» βρισκόταν η εξέγερση του Ιούνη. Η συντακτική συνέλευση, που έθετε ουσιαστικά το επαναστατικό προλεταριάτο εκτός νόμου, ήταν για λόγους αρχής υποχρεωμένη να βγάλει τη διατύπωση του δικαιώματος της εργασίας απ’ το σύνταγμα, αυτό το νόμο των νόμων, ήταν υποχρεωμένη να ρίξει το ανάθεμα στο «δικαίωμα στην εργασία»…»

(Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, ΣΕ, σελ. 78-79)

***

Μάλλον σαν αποτύπωση πολιτικών συσχετισμών στο πεδίο της ιδεολογίας, στο μεταπολιτευτικό σύνταγμα του 1975 όπως ισχύει και σήμερα, διακηρύχτηκε, στο άρθρο 22, ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

Βέβαια τι «δικαίωμα», αφού με την αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 του ίδιου αυτού συντάγματος η διάταξη σύμφωνα με την οποία, για τους υπαλλήλους του δημοσίου που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου «απαγορεύεται»  η από το νόμο μονιμοποίησή τους ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό, τουλάχιστον για την ώρα , γιατί τι άλλο αν όχι ευτελισμός της έννοιας του «συντάγματος» είναι η πρόστυχη εισαγωγή μιας διάταξής του σαν κι αυτής, που «απαγορεύει τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου»;  Το 2001, άλλωστε, είναι μια χρονιά όπου ήδη η ελληνική άρχουσα τάξη είχε αρχίσει να στενεύεται από το σύνταγμά της: Δυο μόλις χρόνια πριν η κυβέρνηση Σημίτη το είχε παραβιάσει κατάφορα επιτρέποντας χωρίς  νόμο ψηφισμένο από τη βουλή (άρθρο 27) τη διέλευση των «χερσαίων» της «συμμαχίας» που επέδραμε κατά της Γιουγκοσλαβίας, ενώ στην αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε επίσης (στο άρθρο 28) και η «ερμηνευτική δήλωση» που καθιερώνει σαν υπέρτερο έναντι του εθνικού το δίκαιο της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και θεσμοθετεί την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας ως «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Και έμελε, σε λιγότερο από μια δεκαετία, να έρθει και η ώρα που το ίδιο αυτό άρθρο 28 θα  ανασκολοπιζόταν διαδοχικά από τις κυβερνήσεις Παπαδήμου, Σαμαρά και Τσίπρα, κάθε φορά που ψήφιζαν χωρίς  την προβλεπόμενη πλειοψηφία των 3/5 την εκχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων στους «θεσμούς» των μνημονίων. Βέβαια πρέπει να αναγνωρίσουμε στην «πρώτη φορά αριστερά» ότι το 3ο μνημόνιο είναι από αυτήν την άποψη και το μόνο «συνταγματικό», αφού με αστική ευγένεια μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ το υπερψήφισαν επίσης η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, οπότε εν προκειμένω ουδείς λόγος ενεργοποίησης του  «πατριωτισμού των Ελλήνων»…

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας: Λέγαμε λοιπόν ότι το άρθρο 22 αναγνωρίζει την εργασία σαν δικαίωμα και ότι παραβλέπουμε σαν ευτελισμό του συντάγματος την «απαγόρευση μετατροπής συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου».  Αυτό που όμως δεν μπορούμε να  παραβλέψουμε, είναι ότι απέναντι στο δικαίωμα της εργασίας του άρθρου 22 ορθώνεται η προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17, στην οποία βέβαια περιλαμβάνεται και η προστασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (αυτής της ίδιας που  αποθεώνεται με τις «ελευθερίες» της συνθήκης του Μάαστριχτ), η οποία ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποτελεί και το άκρο αντίθετο του δικαιώματος στην εργασία. Το λέει η επιστήμη, το λέει ο Μαρξ: «Πίσω απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους». Και οφείλουμε στην πολιτική οικονομία να είμαστε μαρξιστές με την ίδια έννοια που στις φυσικές επιστήμες είμαστε οπαδοί του Νεύτωνα. Το λέει ο Τσε.

Τι κάνουμε λοιπόν τώρα, που το δικαίωμα στην εργασία του άρθρου 22 προσκρούει στην προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17; Ευτυχώς για την «αστική νομιμότητα» οι ιδεολογικοί συσχετισμοί της μεταπολίτευσης άφησαν κι εδώ τη σφραγίδα τους: Διότι ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 17 «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους», αλλά συνεχίζει το ίδιο άρθρο: «τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».  Και πόσο «γενικό συμφέρον» δεν είναι το (και συνταγματικά προβλεπόμενο) δικαίωμα στην εργασία, ώστε να μη μπει φραγμός (να ασκηθεί «βία») στα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και μάλιστα κατά τρόπο που να αφήνει αδιατάρακτη την υφιστάμενη «αστική νομιμότητα»!!! Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα!

Να λοιπόν πεδίο δόξας για τον πατριωτισμό του λαού, στον οποίο «επαφίεται η τήρηση» (άρθρο 120) του δικαιώματος στην εργασία (άρθρο 22) και η «βία» εναντίον των  δικαιωμάτων και «ελευθεριών» που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ασκούνται σε βάρος του δικαιώματος στην εργασία δηλαδή «σε βάρος του γενικού συμφέροντος» δηλαδή αντικοινωνικά (άρθρο 17). Αν μπορούνε, άλλωστε, ας ασκηθούνε κι αλλιώς. 

***

Το 1848-1850 η αντεπανάσταση μετέτρεψε το «δικαίωμα στην εργασία» σε «δικαίωμα σε βοήθημα». Το 2015-2017 ο ΣΥΡΙΖΑ μετέτρεψε το «ψωμί – παιδεία – ελευθερία» σε «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» ή σε «κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης», όπως το μετονόμασε νομίζοντας ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ελάχιστη εγγυημένη εξαθλίωση και στο κοινωνικό επίδομα εξαθλίωσης…

«Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο;»

Ο Τσίπρας, προχθές είπε στον Κουτσούμπα, ότι καλή βέβαια και η Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά τώρα «πάμε μπροστά»… Όμως ήταν το 1850, δηλαδή πριν 167 ολόκληρα χρόνια, τότε που ο Μαρξ μιλούσε για «σύγχρονο κράτος». Οπότε, και το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, δεν εξαρτάται από τη χρονολογία αναφοράς. Οι χρονολογίες διαδέχονται η μια την άλλη και χωρίς εμάς. Το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, εξαρτάται από τις απαιτήσεις που έχει κανείς σήμερα από ένα «σύγχρονο κράτος». Και εαν εν έτει 2012 θεωρεί κανείς «σύγχρονο» το κράτος που (ήδη από το 1850) «τρέφει τους απόρους του», τότε αυτός δεν μας οδηγεί «μπροστά» αλλά στο «βάθος του χρόνου», και το βάθος του χρόνου βρίσκεται πάντοτε στο ιστορικό παρελθόν, δε φτάνουμε εκεί «πηγαίνοντας μπροστά» αλλά οπισθοδρομώντας ιστορικά, αυτός δεν είναι ο δρόμος της ιστορικής προόδου αλλά ο δρόμος της ιστορικής αντίδρασης.

***

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στο ψωμί, στην παιδεία, στην ελευθερία. Δεν είναι το δικαίωμα των απόρων σε βοήθημα. Είναι η αναγνώριση της εργασίας σαν πρωταρχικού πόρου και του δικαιώματος της κοινωνίας να μην τρέφει άπορους γιατί δεν διαθέτει άπορους.

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στην ικανοποίηση της πιο πρωταρχικής ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, της ανάγκης της παραγωγής από τον άνθρωπο των όρων της ίδιας του της ύπαρξης. Ανάγκη που η ικανοποίησή της αποτελεί ταυτόχρονα και όρο του εξανθρωπισμού του ανθρώπου, όρο που καθιστά τον άνθρωπο δημιουργό της ζωής του και τη ζωή του – τον ίδιο του τον εαυτό – δικό του δημιούργημα. Ο αποκλεισμός από το δικαίωμα στην εργασία ισοδυναμούσε και ισοδυναμεί πάντα με κοινωνικό εξοστρακισμό, ακόμη κι αν κάθε «σύγχρονο» κράτος τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο…

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον καταναγκασμό στην απλήρωτη υπερεργασία και γι’ αυτό είναι κοινωνικό και ατομικό δικαίωμα των εργαζόμενων στον καρπό της εργασίας τους. Ο καταναγκασμός στην απλήρωτη υπερεργασία είναι συνέπεια της εμπράγματης άρνησης του δικαιώματος στην εργασία, είναι συνέπεια του χωρισμού των μέσων της εργασίας από τον εργάτη, συνέπεια της αποστέρησης από τον εργάτη των μέσων της εργασίας του και της περιέλευσής τους στον κάτοχο των μέσων παραγωγής. Χωρίς αυτόν τον χωρισμό, χωρίς αυτήν την περιέλευση, δεν θα ήταν δυνατή η άρνηση της εργασίας σαν δικαιώματος και η αντικατάστασή της από το αντίθετό της:  από τον καταναγκασμό στην απλήρωτη εργασία ή στην ανεργία. Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με τον καταναγκασμό στην υποδούλωση: χωρίς την άρνηση του δικαιώματος στην εργασία δεν θα μπορούσε να υπάρχει καταναγκασμός στην υποδούλωση και μόνο από τον καταναγκασμό στην υποδούλωση μπορεί να προέλθει η άρνηση του δικαιώματος στην εργασία.

***

Η ταξική, εκμεταλλευτική κοινωνία στη θέση της ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, που με το δικαίωμα στην εργασία απαιτεί την ικανοποίησή της, εγκαθιστά τον ταξικό καταναγκασμό. Στη θέση της εργασίας σαν αναγκαίας φυσικής ελεύθερης κοινωνικής ανθρώπινης δραστηριότητας εγκαθιστά την εργασία σαν καταναγκαστική ταξική υποδούλωση.

Η κυρίαρχη ιδεολογία της ταξικής, εκμεταλλευτικής κοινωνίας περιφρονεί το δικαίωμα στην εργασία. Η εργασία γι’ αυτήν είναι άλλωστε «σήμα» του υπόδουλου. Για την κυρίαρχη ιδεολογία στην πρώτη θέση βρίσκεται το δικαίωμα στην αεργία που η εμπράγματη βάση και ολοκλήρωσή του συνίσταται στο δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής της κοινωνίας σαν όρο χρησιμοποίησης και εκμετάλλευσης ξένης εργασίας. Στην κορυφή της αξιακής κοινωνικής ιεραρχίας η κοινωνικά κυρίαρχη ταξική ιδεολογία δεν τοποθετεί το δικαίωμα στην εργασία αλλά, με την ονομασία «δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής», τοποθετεί το δικαίωμα στην αεργία και στην ιδιοποίηση της ξένης εργασίας, ως όρο αυτεπίγνωσης της κυρίαρχης τάξης και ταυτόχρονα ως όρο ιδεολογικής αλλοτρίωσης της υπόδουλης τάξης. Το δεύτερο στη βάση ήδη του γεγονότος ότι ο κοινωνικός καταναγκασμός με τη μορφή της υποδουλωμένης εργασίας επικαλύπτει και συγκαλύπτει την εργασία σαν πρωταρχική ανθρώπινη ζωτική ανάγκη, συνιστά άρνησή της.

Το δικαίωμα στην εργασία και η διεκδίκησή του βρίσκεται σε αντίθεση με την εμπράγματη και ιδεολογική αλλοτρίωση των εργαζομένων, των απαλλότριων από τα μέσα παραγωγής, των προλετάριων.

***

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με το καθεστώς αγοραπωλησίας του εμπορεύματος «εργατική δύναμη»: Κανένα  εμπόρευμα δεν πωλείται «δικαιωματικά», δικαιωματικά απλώς διατίθεται προς πώληση, αλλά αυτή εξαρτάται από την προσφορά και την ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Δικαίωμα στην εργασία σημαίνει τον κοινωνικό σχεδιασμό στη θέση της τυφλής κυριαρχίας της προσφοράς και ζήτησης των εμπορευμάτων, σημαίνει την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης στη θέση της πολιτικής οικονομίας του κεφαλαίου.

ΓΕΦΥΡΑ-ΑΦΙΣΣΑ-1

κινητοποιηση-δουλεια-για-ολους-20170625

 

 

 


Σε αυτές τις «μη επαναστατικές» συνθήκες που ζούμε

Άσχετα από τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ο καθένας το ότι ζούμε και δρούμε σε «μη επαναστατικές» συνθήκες, το γεγονός ότι οι συνθήκες είναι «μη επαναστατικές» δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση πολιτικής ανταπόκρισης στο ερώτημα το διατυπωνόμενο από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων εργαζόμενων στρωμάτων: τι κυβέρνηση έχει ανάγκη η χώρα. Ερώτημα που καταρχήν δεν σημαίνει «ποιο κόμμα» θα ασκεί την κυβερνητική πολιτική, αλλά ποια κυβερνητική πολιτική πρέπει να ασκηθεί.

Πόσο μάλλον που οι υπάρχουσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, δεν έχουν σαν σύνολο την παραμικρή σχέση με συνθήκες στις οποίες «οι πάνω» διαθέτουν τη βεβαιότητα ότι μπορούν να ζουν  «όπως παλιά», ότι μπορούν «να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους» και στις οποίες «οι κάτω θέλουν να ζουν όπως παλιά». Τέτοιες συνθήκες ήταν οι υπάρχουσες μέχρι το 2010 και έχουν παρέλθει. Από τότε διατηρείται μια κατάσταση διαρκούς «επιδείνωσης, μεγαλύτερης από την συνηθισμένη, της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων». Από τότε, επίσης, είναι εμφανής η αδυναμία μιας οριστικής αναδιάταξης του αστικού πολιτικού σκηνικού τέτοιας που να ενσωματώνει αποτελεσματικά τις εργαζόμενες τάξεις και στρώματα, και μάλιστα σε συνθήκες «ρευστότητας» των διεθνών ανταγωνισμών εντός των οποίων οφείλουν να εντάσσονται και οι βλέψεις της εγχώριας άρχουσας τάξης. Από τότε επίσης, εμφανίστηκε, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της, μια διετής περίοδος «σημαντικού ανεβάσματος της δραστηριότητας των μαζών», διαφορετική από την περίοδο όπου οι μάζες «αφήνονται ήσυχα να τις ληστεύουν». Το ότι αυτή η δραστηριότητα δεν απέκτησε τα χαρακτηριστικά «αυτοτελούς ιστορικής δράσης», καθώς και το γιατί δεν τα απέκτησε, το ότι εκείνη η άνοδος της δραστηριότητας δεν είχε συνέχεια καθώς και το γιατί δεν είχε συνέχεια, το ότι εκείνη η «σύντομη» άνοδος της δραστηριότητας των μαζών έχει δώσει τη θέση της σε μια στάση αναμονής και «απάθειας» αλλά όχι προσαρμογής, το ότι τα προηγούμενα επιδρούν «θετικά» στη δυνατότητα της άρχουσας τάξης να διατηρεί και να επιζητά την αναδιάταξη των μορφών της κυριαρχίας της, αυτά είναι αλήθεια. Αλλά όλα τα παραπάνω μαζί παρμένα, όσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση ύπαρξης επαναστατικών συνθηκών, άλλο τόσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση των συνθηκών σαν τέτοιες που τυπικά και με βάση όλα τους τα γνωρίσματα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «μη επαναστατικές συνθήκες».

Ο γνωστός λενινιστικός ορισμός των επαναστατικών συνθηκών, περιέχει σαν αντίστροφη όψη του και έναν ορισμό των μη επαναστατικών συνθηκών: 1) Οι κορυφές μπορούν να ζουν όπως παλιά, μπορούν να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους.  2) Τα κάτω στρώματα θέλουν να ζουν όπως παλιά. 3) Η ανέχεια και η αθλιότητα των καταπιεζόμενων τάξεων παραμένει η συνηθισμένη, χωρίς επίδείνωσή της. 4) Οι μάζες αφήνονται να τις ληστεύουν ήσυχα, το επίπεδο της δραστηριότητάς τους είναι αυτό των «ειρηνικών» εποχών.

Δεν είναι τέτοιες οι σημερινές συνθήκες, συνολικά παρμένες, όπως δεν είναι και αντίθετες. Είναι «μη επαναστατικές συνθήκες» μόνο σχετικά, δηλαδή μόνο από την άποψη ότι δεν είναι επαναστατικές, όχι όμως από την άποψη της «απόλυτης τιμής» των συνθηκών που θα ορίζονταν ως «μη επαναστατικές». Από την άποψη αυτής της «απόλυτης τιμής» οι υπάρχουσες συνθήκες δεν είναι «μη επαναστατικές». Και ειδικά γύρω από τον καταλυτικό παράγοντα της δραστηριότητας των καταπιεζόμενων τάξεων, το χαμηλό επίπεδο αυτής της δραστηριότητας οφείλεται σε έναν μεγάλο βαθμό  στην  έλλειψη ενός συγκεκριμένου και καθοδηγητικού γι’ αυτές πολιτικού στόχου, τέτοιου που α) να απαντά με γενικό τρόπο στις ανάγκες τους και β) να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι μη-επαναστατικές  αλλά δεν είναι και επαναστατικές, και δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες «ανεξάρτητα από τη θέληση ορισμένων χωριστών ομάδων και κομμάτων, αλλά και από τη θέληση ορισμένων χωριστών τάξεων». Ενός συγκεκριμένου καθοδηγητικού πολιτικού στόχου που να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες, αλλλά είναι συνθήκες γενικού μετεωρισμού ανάμεσα σε μια «παλιά» κατάσταση πραγμάτων και σε μια νέα «ακαθόριστη» στο περιεχόμενό της.

Κι είναι αυτό το «ακαθόριστο» που επιδρά αποφασιστικά στο να διατηρείται σε χαμηλό επίπεδο η δραστηριότητα των μαζών. Που δεν επιτρέπει την ανοδική ανάπτυξη της δραστηριότητάς τους όσο ο γενικός στόχος αυτής δραστηριότητας, τέτοιος που να αντιστοιχεί στις παρούσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, παραμένει ακαθόριστος. Δηλαδή παραμένει τέτοιος που δεν κινητοποιεί σε δραστηριότητα η οποία συνεπάγεται ανατροπή των όρων προσαρμογής των ατόμων στις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις, σε δραστηριότητα η οποία προϋποθέτει θυσία αυτής της προσαρμογής για χάρη ενός πολιτικού στόχου άμεσου, αναγκαίου και γι’ αυτό ικανού να συνεγείρει.  Και ένας τέτοιος πολιτικός στόχος σήμερα ανάγεται άμεσα στο γενικό ζήτημα της κυβέρνησης που έχει ανάγκη η χώρα, δηλαδή της κυβερνητικής πολιτικής που μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων στρωμάτων: σήμερα που, ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων, οι συνθήκες δεν είναι επαναστατικές. Σήμερα που, εντός «μη επαναστατικών» συνθηκών, και επίσης ανεξάρτητα από την ίδια αυτή θέληση, μόνο μια κυβερνητική πολιτική με επαναστατικό περιεχόμενο μπορεί να ανταποκριθεί στις εργατικές – λαϊκές ανάγκες. Και που μόνο ο στόχος μιας τέτοιας πολιτικής μπορεί να ανεβάσει τη δραστηριότητα των μαζών στο ύψος των περιστάσεων, και σε ακόμα ανώτερο ύψος όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν.

Κι αυτός είναι ο στόχος μιας κυβερνητικής πολιτικής η οποία, μαζί με το κρατικό χρέος και τα «μνημόνια», μαζί με τις επαχθείς για το λαό δεσμεύσεις της χώρας στην ΕΕ των μονοπωλίων, αναγκαστικά θα καταργήσει και το ΕΣΠΑ και τον κρατικό δανεισμό… Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά και (για άλλη μια φορά) «ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων», θα πρέπει – στη θέση αυτών – να «δεσμεύσει» τον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο και τις πηγές του στην ικανοποίηση των εργατικών-λαϊκών αναγκών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να διαθέτει την ικανότητα να καθυποτάξει την αντίδραση των σημερινών εγχώριων και ξένων σφετεριστών του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου και των πηγών του, την αντίδραση των καπιταλιστών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να στηρίζεται στην λαϊκή οργάνωση και κινητοποίηση, να αποτελεί εμπνευστή και εκφραστή αυτής της οργάνωσης και κινητοποίησης. Μια κυβερνητική πολιτική την οποία μπορούν να υλοποιήσουν μόνο πολιτικές δυνάμεις, «ομάδες και κόμματα», ταγμένες από την ύπαρξή τους στην υπηρεσία των εργατικών-λαϊκών συμφερόντων ενάντια στην οικονομική και πολιτική εξουσία των εκμεταλλευτών και καταπιεστών του λαού και ενάντια στην πολιτική των κομμάτων τους.

Το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από τη θέση της κυβέρνησης είτε από τη θέση της αντιπολίτευσης, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από την άποψη της λαϊκής κινητοποίησης για την απόκρουση της αντιλαϊκής επίθεσης είτε από την άποψη της λαϊκής αντεπίθεσης για την υλοποίησή του, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι τέτοιος που η διεκδίκησή του φέρνει την αστική τάξη αντιμέτωπη με τις «δικές της» πολιτικές ελευθερίες, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος απαιτεί ουσιαστικά την ίδια οργάνωση του λαού και την ίδια «αυτοτελή ιστορική δράση» του που απαιτεί και κάθε μορφή «απλώς» αντίστασής του στην αντιλαϊκή λαίλαπα, το ότι στο τέλος του αυτός ο πολιτικός στόχος οδηγεί στην αντικατάσταση των οικονομικών και πολιτικών ελευθεριών και της εξουσίας του κεφαλαίου από την οικονομική και πολιτική ελευθερία και εξουσία του εργαζόμενου λαού, στην αντικατάση της οργανωμένης κυριαρχίας των εκμεταλλευτών από την οργανωμένη κυριαρχία του λαού, όλα αυτά μένει να εξηγηθούν. Και καλύτερα από το κάθε τι, τα εξηγεί η ίδια η ανάπτυξη της λαϊκής δραστηριότητας από τη στιγμή που θέτει άμεσα μπροστά της αυτόν τον πολιτικό στόχο και στο κάθε της βήμα για την τελική του πραγμάτωση.


«ευρώπη των πολλών ταχυτήτων»

Η ανάρτηση δεν αποσκοπεί ούτε κατά διάνοια να τοποθετηθεί πάνω στα διάφορα  εναλλακτικά σενάρια γύρω από το «ακανθώδες» για την ευρω-ολιγαρχία του πλούτου ζήτημα του «μέλλοντος της ΕΕ», που καταγράφονται σε ακόμα μια «λευκή βίβλο» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Απέναντι στο καθένα ξεχωριστά και σε όλα μαζί τα αντιλαϊκά σενάρια, μοναδικό «σενάριο» για το λαό είναι η αποδέσμευση από την ΕΕ δηλαδή η κατάργηση της ελευθερίας του κεφαλαίου, η ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων, που  η ΕΕ αποτελεί τον «διακρατικό» πολιτικό και οικονομικό μηχανισμό της ταξικής δικτατορίας τους.

Αντίθετα ο σκοπός της ανάρτησης είναι καθαρά αυτοβιογραφικός… Να, όλη αυτή η υψηλού επιπέδου φιλολογία για την «ΕΕ των πολλών διαφορετικών ταχυτήτων» ξυπνά μνήμες από εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα του 1978, στη «γιάφκα» (!) που συνεδρίαζε η μαθητική ΟΒΑ. Στο πολιτικό προσκήνιο ήταν εκείνο τον καιρό η επικείμενη πλήρης ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ των μονοπωλίων. Κι ο διαφωτιστής μας ανέλυε το ζήτημα της «φύσης» της με τα λόγια «ΕΟΚ των δυο ταχυτήτων»: Η ούτως ή άλλως νομοτελειακή ανισομετρία ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες και την οικονομική τους ανάπτυξη και η ΕΟΚ μια ιμπεριαλιστική ένωση που ανυψώνει τη γενική νομοτέλεια σε  πολιτικο-οικονομικό μηχανισμό πραγμάτωσής της. Κάτι τέτοιο.

Πέρασαν τα χρόνια κι οι δεκαετίες, ο «οδικός χάρτης» του ευρωμονόδρομου οδήγησε τη χώρα κατευθείαν και με φόρα στα κατσάβραχα της καπιταλιστικής κρίσης, του χρέους, των μνημονίων, των αξιολογήσεων, της αντεργατικής-αντιλαϊκής επέλασης, και πού ‘σαι ακόμα. Κι εκείνα τα «ανίερα», τα ασεβή απέναντι στην ευρωπαϊκή ιδέα του έθνους, που «μας έλεγαν οι καθοδηγητές μας στην ΚΝΕ», τα έχουν τώρα υπερθεματίσει οι υψηλότεροι εκπρόσωποι των «ευρωπαϊκών θεσμών» που πια δεν τους φτάνουν δυο ταχύτητες «στη ζούλα», αλλά θέλουν 3, 4, και 5 ταχύτητες θεσμοποιημένες νομικά και πολιτικά… Με τους διάφορους γουαναμπήδες να βάζουν λέει και «προϋποθέσεις» στην «Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων» και να διεκδικούν λέει και «πρωταγωνιστικό ρόλο» οι μούρες τους. Πώς λέγανε τότε «ΕΟΚ των λαών» και με τα κούφια τα λόγια μάς «ταπώνανε» για το δικό μας το ξύλινο «η ΕΟΚ των μονοπωλίων» οι απολογητές των αντιλαϊκών προτεραιοτήτων του κεφαλαίου, κάτι τέτοιο και τώρα σε νέα έκδοση. Χαααααχ (χασμουρητό).

Γλυκές αναμνήσεις… «Κομβικές» αναμνήσεις. Γύρω από ένα κομβικό ζήτημα, στο οποίο «συναντιούνται» όλες οι στρατηγικές, οι δικές τους και η δική μας, πραγματικός κρίκος, «χαλκάς της γης» (μπόνους τρακ το άσμα για χάρη του τίτλου του, παρά την στιχουργική παρέκκλιση από το νόημα του κειμένου).


Επιλεγόμενα στην «Ευρώπη – απόλυτη μοναρχία» (του κεφαλαίου)

Στην προηγούμενη ανάρτηση, πριν μερικούς μήνες, είδαμε πώς η Συνθήκη του Μάαστριχτ καθιστά την καπιταλιστική ιδιοκτησία απόλυτο μονάρχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της αναγόρευσης των ελευθεριών της (ελευθερία ανταγωνισμού, απαραβίαστο της κίνησης των κεφαλαίων) και της «ανοιχτής αγοράς» σε υπέρτατες αρχές…

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στις αντίστοιχες εθνικές «υπέρτατες αρχές» και συγκεκριμένα στην αντιμετώπιση της «ιδιοκτησίας» από το ισχύον Σύνταγμα.

Πρώτα, με μια πρόχειρη ιστορική αναδρομή, διαπιστώνουμε ότι στο σύνταγμα του 1952 η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 17 περιορίζεται ουσιαστικά στη χάραξη του πλαισίου που αφορά τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις  για δημόσια ωφέλεια και υπό τον όρο της σχετικής αποζημίωσης. Στη συνέχεια έρχεται το χουντικό «σύνταγμα» του 1968, όπου – εκτός της τροποποίησης του περιεχομενου του και αλλαγής της αρίθμησης του άρθρου από 17 σε 21 – προστέθηκε και η αρχική διάταξη: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του κράτους». Τέλος το 1975, το σχετικό άρθρο ξανααριθμήθηκε από 21 σε 17 και – υποθέτω ως αποτύπωση της επίδρασης των αντιδικτατορικών αγώνων και του περιεχομένου τους στους «συσχετισμούς» – η μεν φράση του 1968 παρέμεινε αλλά δίπλα της προστέθηκε άλλη μια: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».

Πολύ ωραία… Αν λοιπόν τώρα τους πει κανείς ότι ακριβώς τα δικαιώματα που απορρέουν από την «ιδιοκτησία» και συγκεκριμένα από την καπιταλιστική ιδιοκτησία, δηλαδή από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, όχι απλώς «μπορούν να ασκούνται», αλλά εξ ορισμού ασκούνται ακριβώς «σε βάρος του γενικού συμφέροντος», τι θα του απαντήσουνε;

Αν τους πει κανείς ότι είναι ακριβώς τα δικαιώματα που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αυτά που προκαλούν τη συσσώρευση του κοινωνικού πλούτου σε λίγα χέρια, από τη μια, και την απαλλοτρίωση του ίδιου αυτού κοινωνικού πλούτου  από την κοινωνική πλειοψηφία  των παραγωγών του, τον (αβέβαιο) περιορισμό αυτής της κοινωνικής πλειοψηφίας  στο αναγκαίο για την απλή συντήρηση και αναπαραγωγή της μέρος αυτού του πλούτου, από την άλλη; Θα απαντήσουν τι; Ότι το «δημόσιο συμφέρον» συνίσταται σε αυτή τη μορφή απαλλοτρίωσης (χωρίς… αποζημίωση) των παραγωγών από τους «ιδιοκτήτες», στην υπηρέτηση μιας μικρής μειοψηφίας «ιδιοκτητών» και στην οικονομική-πολιτισμική καθήλωση της κοινωνικής πλειοψηφίας;

Αν τους πει κανείς ότι ακριβώς εξαιτίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής η οικονομική ανάπτυξη με «μαθηματική» αναγκαιότητα οδηγεί – και οδήγησε – στην οικονομική κρίση, χωρίς να υπάρχουν σημάδια «ομαλής» εξόδου από αυτήν; Το ξέρουν, άλλωστε,  όλοι κατά βάθος! Στα χρόνια της ανάπτυξης ξέραν όλοι «πού ζούνε» και είχαν έτοιμη την διαιολόγηση του συμβιβασμού τους: «στον καπιταλισμό ζούμε…». Μόνο πού σήμερα οι συνθήκες άλλαξαν και η ίδια φράση δεν αποτελεί υπόβαθρο συμβιβασμού, αλλά αφετηρία αντίστασης. Γι’ αυτό και ο «καπιταλισμός» σαν σχήμα – ας πούμε – ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού έχει δώσει τη θέση του στους «300», στους «κλέφτες πολιτικούς», στην… «τελευταία σοβιετική δημοκρατία» ή στις διάφορες παραλλαγές πίστης του είδους ότι «μας ψεκάζουν».

Αν τους πει κανείς ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής είναι «αντισυνταγματικώς» υπαίτια για τη μόνιμη και διαρκή παραβίαση του άρθρου 22 του συντάγματος που «ορίζει» ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού»;

Αν κανείς επιμείνει ότι φταίνε τα «δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία» και δη την καπιταλιστική, για το γεγονός των λουκέτων σε μια σειρά επιχειρήσεις που η λειτουργία τους «δεν συμφέρει» πια τους ιδιοκτήτες τους, πράγμα που όμως έρχεται σε άμεση αντίθεση με το «γενικό συμφέρον»;

Κι αν τους πει ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την καπιταλιστική ιδιοκτησία βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους – κι ότι η ίδια η καπιταλιστική ιδιοκτησία βρίσκει την ολοκλήρωσή της- στην «απαραβίαστη» ελευθερία της αγοράς, του ανταγωνισμού και της κίνησης των κεφαλαίων, που μέσω της συνθήκης του Μάαστριχτ την έχουν ανυψώσει σε νόμο του κράτους; Ότι αυτή η ελευθερία σημαίνει το απαραβίαστο της ελευθερίας των μονοπωλητών της κοινωνικής παραγωγής και του κοινωνικού πλούτου, και ότι η μονοπώληση της κοινωνικής παραγωγής και του κοινωνικού πλούτου έχει – κατ’ ανάγκη – οδηγήσει στην σημερινή οικονομική κρίση και στην έλλειψη ουσιαστικής διεξόδου από αυτήν;

Τι θα κάνουν τότε, αν τους τα πεις όλα αυτά; Θα καταργήσουν τη συνθήκη του Μάαστριχτ και την καπιταλιστική ιδιοκτησία σαν αντισυνταγματική; Θα… «ταραχτούνε στη νομιμότητα»; Θα σηκώσουν τη σημαία της τήρησης του συντάγματος, την επαφιέμενη στον πατριωτισμό των Ελλήνων;

Το πιθανότερο είναι άλλο: Αν τους τα πεις όλα αυτά, και άλλα τόσα, θα σε κοιτάξουν με λαγνεία ανάλογη με αυτή που κοιτούσαν οι ιεροεξεταστές τον Τζορντάνο Μπρούνο πριν τον στείλουν να καεί ζωντανός, γιατί επέμενε (χωρίς δήλωση μετανοίας) ότι δε γυρνά ο ήλιος γύρω από τη γη αλλά η γη γύρω από τον ήλιο… Διότι όπως και τότε, έτσι και τώρα, το θέμα είναι εξίσου επιστημονικό…


Η Ευρώπη είναι μια απόλυτη μοναρχία

Αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση… Δηλαδή από τι ακριβώς. Ποια είναι εκείνα τα συστατικά, τα «δεσμευτικά» χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επιβάλλουν στο κίνημα των εργαζομένων τη διεκδίκηση της αποδέσμευσης σαν αναγκαίο συστατικό της δικής τους πάλης;

Ανατρέχοντας στον καταστατικό πυρήνα της ΕΕ, στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, βρίσκουμε τρία τέτοια θεμελιακά συστατικά:

α. Την «ανοιχτή αγορά», με άλλα λόγια την ελευθερία της αγοράς, δηλαδή την τυφλή κυριαρχία της προσφοράς και της ζήτησης.

Αυτή η τυφλή κυριαρχία της προσφοράς και της ζήτησης – σύμφωνα με τα λόγια του Μάρξ στην Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών (Α΄Διεθνής) – συνιστά την πολιτική οικονομία της αστικής τάξης. Στον αντίθετο πόλο η κοινωνική πρόβλεψη, ο κοινωνικός σχεδιασμός, συνιστά την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης.

Η πολιτική οικονομία του κεφαλαίου, η ελευθερία της αγοράς, η τυφλή κυριαρχία της προσφοράς και της ζήτησης, κατά συνέπεια και η άρνηση, η απαγόρευση της κοινωνικής πρόβλεψης – της πολιτικής οικονομίας της εργατικής τάξης – αποτελεί λοιπόν καταστατική αρχή της «Ευρώπης».

Συνέπεια αυτής της καταστατικής αρχής είναι, ότι μέρος του περιεχομένου της αποτελεί και η «ανοιχτή αγορά» της εργατικής δύναμης, η ανοιχτή «αγορά εργασίας»: Στις καταστατικές αρχές της ΕΕ προβλέπεται με αυτόν τον τρόπο ότι η εργατική δύναμη είναι ένα εμπόρευμα που υπόκειται στους όρους της «ανοιχτής αγοράς», στην κυριαρχία της «προσφοράς και ζήτησης». Προβλέπεται, με άλλα λόγια, η άρνηση κάθε συσχετισμού της τιμής της εργατικής δύναμης, του εργατικού μισθού, με τις ανάγκες των εργαζομένων, προβλέπεται – κατά τελική συνέπεια – η θεσμοθέτηση της ατομικής σύμβασης, και η άρνηση, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Προβλέπεται η Ευρώπη των δεκάδων εκατομμυρίων φτωχών εργαζόμενων, η Ευρώπη των δεκάδων εκατομμυρίων ανέργων.

Προβλέπεται η εξαναγκαστική υπαγωγή των ευρωπαϊκών κοινωνιών στην «τυχαιότητα» (την «τυφλή κυριαρχία») των σχέσεων της προσφοράς και της ζήτησης. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι υποχρεωμένες να κυνηγούν το «τζάκποτ» της «προσφοράς και ζήτησης», το οποίο «τζάκποτ» νομοτελειακά δεν έχει μορφή άλλη από αυτήν της καπιταλιστικής κρίσης.

β. Πλάι στην «ανοιχτή αγορά» βρίσκουμε και την «ελευθερία του ανταγωνισμού που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων». Αυτή είναι η διατύπωση!

Φυσικά η «ελευθερία του ανταγωνισμού» στον μονοπωλιακό καπιταλισμό, στον καπιταλισμό της κυριαρχίας των μονοπωλίων που έχει αφήσει οριστικά πίσω του τον καπιταλισμό του ελεύθερου συναγωνισμού, ηχεί κάπως ανεκδοτολογικά, κάπως οξύμωρα. Αλλά πρόκειται ακριβώς γι’ αυτό: Πρόκειται για την ελευθερία του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, για την υπερίσχυση του ισχυρότερου μονοπωλίου απέναντι στο πιο αδύναμο, για την υπερίσχυση συνολικά των μονοπωλίων απέναντι στην μικρή παραγωγή, για τη συγκέντρωση των μέσων της παραγωγής υπό όρους κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Δεν μπορεί στο ιστορικό στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού να υπάρξει διαφορετικός ανταγωνισμός και διαφορετική ελευθερία του ανταγωνισμού, δεν μπορεί στο ιστορικό αυτό στάδιο να υπάρξει διαφορετική «κατανομή των πόρων»… Και για το μονοπωλιακό κεφάλαιο αυτή η «κατανομή των πόρων» είναι και η μόνη «αποτελεσματική».

Πρόκειται επίσης για την άρνηση, κυριολεκτικά για την απαγόρευση, έστω και της παραμικρής «υποταγής» της οικονομίας στις κοινωνικές ανάγκες, δηλαδή πρόκειται και πάλι για άρνηση της κοινωνικής πρόβλεψης, για απαγόρευση της πολιτικής οικονομίας της εργατικής τάξης. Πρόκειται για την εκχώρηση κάθε κοινωνικής παραγωγικής οικονομικής δραστηριότητας στο κεφάλαιο, για την εμπορευματοποίηση κάθε πεδίου της κοινωνικής ζωής που θα μπορούσε να αποφέρει καπιταλιστικό κέρδος, για την μετατροπή κάθε κοινωνικού οικονομικού αποθέματος  σε ιδιωτικό κεφάλαιο, για την σύνθλιψη των μισθολογικών και εργασιακών δικαιωμάτων κάτω από το πέλμα της «ανταγωνιστικότητας» του κεφαλαίου.

γ. Πλάι στην «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων» (άρθρα 3Α και 102Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ) βρίσκουμε και την ελευθερία της κίνησης των κεφαλαίων: την «απαγόρευση οποιουδήποτε περιορισμού των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ κρατών – μελών και τρίτων χωρών» (άρθρο 73Β παράγραφος 1 της Συνθήκης του Μάαστριχτ), την απαγόρευση – να παράδειγμα νομοθετικής πρόνοιας!!! – οποιωνδήποτε μέτρων ακόμα και «συγκεκαλυμμένου περιορισμού της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών» (άρθρο 73Δ παρ. 3 της Συνθήκης του Μάαστριχτ).

Καμία σχέση με απαγόρευση των «capital control» ή των… διοδίων. Απλά, για άλλη μια φορά η κοινωνική παραγωγή απαγορεύεται  να υπακούει «ακόμα και συγκεκαλυμμένα» στις κοινωνικές ανάγκες, στην κοινωνική πρόβλεψη, και υποτάσσεται καταστατικά στις ανάγκες του κεφαλαίου. Που είδαμε: προσδιορίζονται από τον ανταγωνισμό και την ελευθερία του, από την προσφορά και ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Αυτήν την προσφορά και ζήτηση κι αυτόν τον ανταγωνισμό, που για χάρη τους ξηλώνονται ολόκληροι παραγωγικοί κλάδοι και μεταφέρονται όπου βρίσκουν χαμηλότερη τη διεθνή τιμή της εργατικής δύναμης. Που για χάρη τους οι έδρες των επιχειρήσεων μεταφέρονται σε διεθνείς φορολογικούς παραδείσους. Που για χάρη τους οι επιχειρήσεις «πτωχεύουν» προκειμένου τα συσσωρευμένα κεφάλαια να τοποθετηθούν σε περισσότερο επικερδείς (φυσικά για το κεφάλαιο) οικονομικές σφαίρες.

*

Η ιδιοκτησία είναι εξουσίαση πραγμάτων. Το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτής της εξουσίασης, το ουσιαστικό περιεχόμενο της ίδιας της ιδιοκτησίας – πέρα από νομικούς τύπους και μορφές –  προσδιορίζεται από την ελευθερία της. Η «προσφορά και ζήτηση» ή με τα λόγια της ΕΕ η «ανοιχτή αγορά» και με καθημερινά λόγια η ελευθερία της αγοράς, η ελευθερία του ανταγωνισμού και της κίνησης των κεφαλαίων, αποτελούν τις ελευθερίες που ολοκληρώνουν το ουσιαστικό περιεχόμενο της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και που την καθιστούν ανώτατο, απόλυτο άρχοντα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι παρά μια απόλυτη μοναρχία. Και στον θρόνο της κάθεται η ελευθερία του κεφαλαίου, η καπιταλιστική ιδιοκτησία και η ελευθερία της.

Φυσικά ο καπιταλισμός κυριαρχεί παντού ή σχεδόν παντού. Και παντού όπου κυριαρχεί ο καπιταλισμός τα «εθνικά κράτη» αποτελούν πολιτικούς μηχανισμούς της εξουσίας (δικτατορίας έστω και «δημοκρατικής») του κεφαλαίου και της κυριαρχίας των μονοπωλίων. Όμως η ιστορική καταγωγή των εθνικών κρατών, η ιστορικά προοδευτική καταγωγή τους, η ιστορικά προοδευτική αρχή τους, δεν τους έχει επιτρέψει να θεσμοθετήσουν, να ολοκληρώσουν καταστατικά τον ίδιο τους τον πραγματικό χαρακτήρα. Αντίθετα,  η Ευρωπαϊκή Ένωση, σαν διακρατικός πολιτικός μηχανισμός της εξουσίας του κεφαλαίου, καθώς  στην ιστορική της αρχή δεν βρίσκεται η ιστορική πρόοδος αλλά η ιστορική αντίδραση σε όλη τη γραμμή, καθώς η ιστορική καταγωγή της δεν καθορίζεται από την προοδευτική – επαναστατική αντικατάσταση ενός ξεπερασμένου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού από τον νεώτερο αλλά, αντίθετα, καθορίζεται από την αντεπανάσταση, από τον ιστορικά αντιδραστικό χαρακτήρα του τελικού, ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλιστικού συστήματος, για αυτό το λόγο ίσως μόνο αυτή έχει αναγορεύσει σε ιδρυτική καταστατική της αρχή τις ελευθερίες της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, έχει τοποθετήσει την καπιταλιστική ιδιοκτησία και την ελευθερία της σαν απόλυτο μονάρχη στο θρόνο της.

Από αυτή την άποψη η Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστά μια αντιδραστικά αναβαθμισμένη  μορφή πολιτικού μηχανισμού της δικτατορίας του κεφαλαίου.

Από αυτή την άποψη, επίσης, δεν είναι άτοπος  ο χαρακτηρισμός της ΕΕ σαν πολιτικού μηχανισμού της εξουσίας του κεφαλαίου διακρατικού και ταυτόχρονα υπερεθνικού – όχι διεθνικού. Οικονομικά και πολιτικά αυτός ο χαρακτηρισμός εκφράζει την υπαγωγή των κρατών στην επιδίωξη του μονοπωλιακού κεφαλαίου να κυριαρχεί υπερεθνικά, ανεξάρτητα από κάθε εθνικό φραγμό που είναι σε τελική ανάλυση φραγμός κοινωνικός, και που σε μια παραπέρα ανάλυση καθορίζεται από τους συσχετισμούς της ταξικής πάλης στο εσωτερικό κάθε έθνους. Και αυτό δεν συνιστά οποιαδήποτε πραγματική άρνηση του γεγονότος, ότι στο πλαίσιο της ίδιας αυτής «υπερεθνικής» επιδίωξης, δεν μπορεί παρά στο πλαίσιο της νομοτελειακά ανισόμετρης καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης να αναδεικνύεται η κυριαρχία των ισχυρότερων εθνικών κεφαλαίων και καπιταλιστικών κρατών απέναντι στα λιγότερο ισχυρά. Δεν συνιστά δηλαδή πραγματική άρνηση των εθνικών ανταγωνισμών του κεφαλαίου. Δεν συνιστά άρνηση του γεγονότος αυτού, αντίθετα συνιστά πραγματικό του όρο.

Εκφράζει επίσης αυτός ο χαρακτηρισμός την άρνηση της αντικατάστασης της εθνικής κοινωνικοοικονομικής ιστορικής βαθμίδας από μια νέα ανώτερη διεθνική ιστορική βαθμίδα – αντικατάσταση που προϋποθέτει την εργατική τάξη σαν ηγέτιδα τάξη των εθνών, την αντικατάσταση του έθνους των αστών από το έθνος των εργατών. Στη θέση μιας ιστορικά προοδευτικής διεθνικής κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης το μονοπωλιακό κεφάλαιο αντιτάσσει τη δική του διεθνοποίηση, και η μέσω αυτής συγκέντρωσή του  έρχεται να εκφραστεί πολιτικά με την υπερεθνική του κυριαρχία και την διακρατική οργανωτική της μορφή.  Αλλά γι’ αυτό, απέναντι στον πολιτικό μηχανισμό της ΕΕ τα κράτη εμφανίζονται όλο και λιγότερο σαν μορφές εθνικής κοινωνικής οργάνωσης, όλο και περισσότερο σαν δικές της απλά διοικητικές οργανωτικές υποδιαιρέσεις, οι οποίες θα μπορούσαν και να υποκατασταθούν από άλλες διοικητικές υποδιαιρέσεις («περιφέρειες», «οικονομικές ζώνες» κ.ά.) ακόμα περισσότερο αποσυνδεμένες από το ιστορικό περιεχόμενο και την ιστορική καταγωγή των εθνικών σχηματισμών και ακόμα πιο άμεσα υπαγόμενες στις καταστατικές της αρχές της «ανοιχτής αγοράς», της ελευθερίας του ανταγωνισμού και της κίνησης του κεφαλαίου.

Εκφράζει επίσης αυτός ο χαρακτηρισμός την επιδίωξη της διακρατικά και υπερεθνικά συγκεντρωμένης πολιτικής κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου να καταπνίξει την εξορισμού εθνική και διεθνική διεξαγωγή της πάλης της εργατικής τάξης.

Μιλώντας εντελώς γενικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση σαν πολιτικός μηχανισμός αποτελεί θεσμοθετημένη  αντιδραστική ιστορική άρνηση της ιστορικά προοδευτικής καταγωγής των εθνικών σχηματισμών. Και τα σύγχρονα καπιταλιστικά εθνικά κράτη επίσης αποτελούν άρνηση της ιστορικά προοδευτικής καταγωγής τους, εξαιτίας όμως της οποίας δεν έχουν σταθεί ικανά να θεσμοθετήσουν την άρνησή της. Δεν είναι άσχετη από αυτό η εγκυμοσύνη του φασισμού στο εσωτερικό της ΕΕ. Είναι έκφρασή του και εναλλακτική μορφή είτε της ίδιας είτε της διάλυσής της κάτω από το βάρος των ανταγωνισμών στο εσωτερικό της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου: Είτε υπό όρους αντιδραστικής συνένωσής της είτε υπό όρους αντιδραστικής επικράτησης των εσωτερικών της ανταγωνισμών η ίδια αυτή κυριαρχία πρέπει να παραμείνει άθικτη και να εδραιωθεί βαθύτερα…

Γι’ αυτό και απέναντι στην ελευθερία του κεφαλαίου δεν αποτελεί τον αντίποδα η «κρατική ρύθμιση» της οικονομίας. Η τελευταία άλλωστε είναι και σήμερα έντονα ενεργή και δραστήρια στην υπηρεσία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και της ελευθερίας της. Και στην περίπτωση που οι ανταγωνισμοί των μονοπωλίων αναδειχτούν υπέρτεροι της συνένωσής τους, η «κρατική ρύθμιση» θα τεθεί στην υπηρεσία αυτών των ανταγωνισμών, στην υπηρεσία της ελευθερίας του ενός κεφαλαίου ενάντια στην ελευθερία του άλλου (και από κοινού ενάντια στους εργαζόμενους) έως την επικράτηση του ενός ή του άλλου και την εκ νέου αναγόρευση της γενικής ελευθερίας του κεφαλαίου σε υπέρτατη αρχή.

Τον μοναδικό αντίποδα στην ελευθερία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας αποτελεί η υπαγωγή και υποταγή των παραγωγικών δυνάμεων στην ικανοποίηση των κοινωνικών λαϊκών αναγκών.

*

Τα παραπάνω αφορούν γενικά την εξουσία του κεφαλαίου και την κυριαρχία των μονοπωλίων. Και αφορούν ειδικά την εξουσία του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, την κυριαρχία των ευρωπαϊκών μονοπωλίων. Την συνενωμένη πάλη των ευρωπαϊκών μονοπωλίων ενάντια στην εργατική τάξη των ευρωπαϊκών χωρών. Την συνενωμένη πάλη τους ενάντια στους ανταγωνιστές τους σε άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, σε άλλα κέντρα ανάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Την προσπάθεια ρύθμισης των μεταξύ τους, διεθνικών -διακρατικών μονοπωλιακών ανταγωνισμών στη βάση του μεταξύ τους συσχετισμού οικονομικής και πολιτικής δύναμης.

Τα παραπάνω επίσης εξειδικεύονται σε μια σειρά στρατηγικών υποταγής όλων των σφαιρών της κοινωνικοικονομικής ζωής κάθε χώρας σε αυτές τις καταστατικές αρχές και σε αυτούς τους οικονομικούς-πολιτικούς συσχετισμούς. Σε μια σειρά πολιτικών μέτρων, ρυθμίσεων και μεταρρυθμίσεων που τα υλοποιούν ως τις τελικές τους λεπτομέρειες.

Αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν σημαίνει παρά αποδέσμευση από αυτά, από το τέλος τους ως την αρχή τους. Από τις τελικές λεπτομέρειες ως τις καταστατικές αρχές των οποίων αποτελούν υλοποίηση. Από την πάλη για κοινωνική ασφάλιση, μισθούς, συλλογικές συμβάσεις, λαϊκά δημοκρατικά δικαιώματα, κλπ, έως την πάλη ενάντια στην ελευθερία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας δηλαδή ενάντια στην καπιταλιστική ιδιοκτησία την ίδια.

Χωρίς αυτό το περιεχόμενο της πάλης μπορεί να γίνεται λόγος για «αποδέσμευση», για «έξοδο» κλπ, αλλά στην πράξη να πρόκειται για μορφές απορρόφησης, ενσωμάτωσης της λαϊκής δυσαρέσκειας σε σχεδιασμούς ανανέωσης ή αναπαλαίωσης της ίδιας στο περιεχόμενό της κυριαρχίας. Για μετασχηματισμό του ίδιου πολιτικού περιεχομένου σε διαφορετικές μορφές οικονομικής και πολιτικής πρωτοκαθεδρίας στο πλαίσιο των εσωτερικών και διεθνών ανταγωνισμών της μονοπωλιακής άρχουσας τάξης. Για διαφορετικές μορφές προσαρμογής αυτών των ανταγωνισμών στο ίδιο γενικό περιεχόμενο – όσο κι αν τέτοιες προσαρμογές και μετασχηματισμοί κοινωνικά «κομβικοί» δεν αφήνουν ανεπηρέαστους τους γενικούς όρους διεξαγωγής της ταξικής πάλης και οικοδόμησης της λαϊκής συμμαχίας, τους γενικούς όρους της πάλης για το σοσιαλισμό… Όσο, επίσης, κι αν από άποψη απλού υπολογισμού τίθεται γενικά και το ζήτημα της ιεράρχησης του ταξικού, λαϊκού συμφέροντος ανάμεσα στη συνενωμένη και τη διαιρεμένη πολιτική κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου – ιεράρχηση που όμως δεν μπορεί να γίνεται αφηρημένα, αποσυνδεμένη από πραγματικές συνθήκες και συσχετισμούς, που δεν μπορεί η ίδια αυτή η ιεράρχηση να ιεραρχείται σε θέση ανώτερη από τις πολιτικές αρχές της ταξικής πάλης και το ουσιαστικό τους περιεχόμενο, που δεν μπορεί να τα επισκιάζει, να επισκιάζει το πεδίο της καθημερινής πάλης, της καθημερινής ανυπακοής, της καθημερινής διεκδίκησης που είναι από το περιεχόμενό της διεκδίκηση αποδέσμευσης από την ευρωπαϊκή απόλυτη μοναρχία του κεφαλαίου, γιατί αυτή και όχι άλλη είναι σήμερα η υπαρκτή μορφή της εξουσίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία.

 


είτε αντιδραστική είτε απραγματοποίητη…

Είτε αντιδραστική είτε απραγματοποίητη.

Με αυτές τις λέξεις χαρακτήριζε πριν 100 χρόνια (1915) ο Λένιν μια υποθετική ιμπεριαλιστική ένωση των «Πολιτειών της Ευρώπης».

100 χρόνια μετά η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχαν και έχουν την ευκαιρία να επιβεβαιώνουν έμπρακτα την αντιδραστικότητά της στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους όπου πρωτοστατεί και συμμετέχει, στη διαρκή και αδιάλλειπτη επίθεσή της – επίθεση του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου – κατά των δικαιωμάτων τους, στην καθημερινή τους πείρα από τις «βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές» που μέρα τη μέρα καθιστούν όλο και πιο εχθρικό απέναντι στους λαούς το εκ γενετής αντιλαϊκό «ευρωπαϊκό κεκτημένο».

Η καπιταλιστική κρίση, οι αντιθέσεις μεταξύ κρατών της ΕΕ τις οποίες η καπιταλιστική κρίση έφερε στην επιφάνεια, η ίδια η ευρω-ενωσιακή διαχείριση των επιπτώσεων της καπιταλιστικής κρίσης, αναδεικνύουν με διάφορους τρόπους αυτό που μονολεκτικά αναδεικνύεται  και από το βρετανικό δημοψήφισμα και το αποτέλεσμά του… Αναδεικνύουν τα συστατικά του άλλου σκέλους της διάζευξης: είτε απραγματοποίητη

Ή με άλλα λόγια: και αντιδραστική και απραγματοποίητη…

Κι όσο αυτό το «απραγματοποίητο» της ΕΕ δεν αποτελεί καρπό του αγώνα των εργαζομένων ενάντια στην αντιδραστικότητά της, όσο αποτελεί καρπό αντιθέσεων ανάμεσα στους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, άλλο τόσο κι αυτό το «απραγματοποίητο» θα αναδεικνύει τα δικά του αντιδραστικά χαρακτηριστικά: Άλλο τόσο θα αποτελεί πέρασμα από το συνεταιρισμό των ευρωπαϊκών μονοπωλίων και κρατών για τις σφαίρες επιρροής στον ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών μονοπωλίων και κρατών για τις σφαίρες επιρροής. Πέρασμα από μια «προσωρινή συμφωνία ανάμεσα σε καπιταλιστές και ανάμεσα σε κράτη με το σκοπό να πνίξουν από κοινού το σοσιαλισμό στην Ευρώπη» – όπως έγραφε ο Λένιν δυο χρόνια πριν από την ίδρυση του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στην ιστορία της ανθρωπότητας – στην επιχείρηση κατάπνιξης του ταξικού, σοσιαλιστικού, κομμουνιστικού εργατικού κινήματος ανάμεσα στις μυλόπετρες των καπιταλιστικών και κρατικών ανταγωνισμών.

Η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι, οι λαοί και η νεολαία των χωρών της Ευρώπης δεν έχουν επομένως κανένα λόγο, κανένα συμφέρον «ουδετερότητας» απέναντι στο απραγματοποίητο ή το πραγματοποιήσιμο μιας εξ ορισμού, εκ γενετής και δια βίου αντιδραστικής ένωσης των ευρωπαϊκών μονοπωλίων και ιμπεριαλιστικών κρατών.

Αντίθετα έχουν κάθε λόγο  να πραγματοποιήσουν το απραγματοποίητο οι ίδιοι… Σαν δικό τους έργο.

Απεγκλωβίζοντας την πολιτική συνείδηση και δραστηριότητά τους από «συμπτωματικές» και «συνώνυμες» επιλογές τμημάτων και πολιτικών δυνάμεων της αστικής τάξης, οικοδομώντας το ριζοσπαστικό – αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο της πολιτικής συνείδησης και δραστηριότητάς τους, αντιτάσσοντας απέναντι στις ενώσεις των εκμεταλλευτών και το σύστημα της εκμετάλλευσης την οργάνωση και την πάλη τους  ως την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, την εργατική – λαϊκή εξουσία.