το δικαίωμα στην εργασία και ο κόσμος από την σκοπιά του

«…Στο πρώτο σχέδιο συντάγματος που καταρτίστηκε πριν από τις μέρες του Ιούνη, βρισκόταν ακόμα το «droit au travail», το δικαίωμα στην εργασία, η πρώτη αδέξια διατύπωση όπου συνοψίζονται οι επαναστατικές αξιώσεις του προλεταριάτου. Αυτό μετατράπηκε στο droit al’ assistance, στο δικαίωμα να παίρνει βοήθημα απ’ το δημόσιο. Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο; Το δικαίωμα στην εργασία είναι, με την αστική έννοια, ένας παραλογισμός, ένας άθλιος, ευσεβής πόθος. Πίσω όμως απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους. Πίσω από το «δικαίωμα στην εργασία» βρισκόταν η εξέγερση του Ιούνη. Η συντακτική συνέλευση, που έθετε ουσιαστικά το επαναστατικό προλεταριάτο εκτός νόμου, ήταν για λόγους αρχής υποχρεωμένη να βγάλει τη διατύπωση του δικαιώματος της εργασίας απ’ το σύνταγμα, αυτό το νόμο των νόμων, ήταν υποχρεωμένη να ρίξει το ανάθεμα στο «δικαίωμα στην εργασία»…»

(Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, ΣΕ, σελ. 78-79)

***

Μάλλον σαν αποτύπωση πολιτικών συσχετισμών στο πεδίο της ιδεολογίας, στο μεταπολιτευτικό σύνταγμα του 1975 όπως ισχύει και σήμερα, διακηρύχτηκε, στο άρθρο 22, ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

Βέβαια τι «δικαίωμα», αφού με την αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 του ίδιου αυτού συντάγματος η διάταξη σύμφωνα με την οποία, για τους υπαλλήλους του δημοσίου που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου «απαγορεύεται»  η από το νόμο μονιμοποίησή τους ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό, τουλάχιστον για την ώρα , γιατί τι άλλο αν όχι ευτελισμός της έννοιας του «συντάγματος» είναι η πρόστυχη εισαγωγή μιας διάταξής του σαν κι αυτής, που «απαγορεύει τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου»;  Το 2001, άλλωστε, είναι μια χρονιά όπου ήδη η ελληνική άρχουσα τάξη είχε αρχίσει να στενεύεται από το σύνταγμά της: Δυο μόλις χρόνια πριν η κυβέρνηση Σημίτη το είχε παραβιάσει κατάφορα επιτρέποντας χωρίς  νόμο ψηφισμένο από τη βουλή (άρθρο 27) τη διέλευση των «χερσαίων» της «συμμαχίας» που επέδραμε κατά της Γιουγκοσλαβίας, ενώ στην αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε επίσης (στο άρθρο 28) και η «ερμηνευτική δήλωση» που καθιερώνει σαν υπέρτερο έναντι του εθνικού το δίκαιο της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και θεσμοθετεί την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας ως «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Και έμελε, σε λιγότερο από μια δεκαετία, να έρθει και η ώρα που το ίδιο αυτό άρθρο 28 θα  ανασκολοπιζόταν διαδοχικά από τις κυβερνήσεις Παπαδήμου, Σαμαρά και Τσίπρα, κάθε φορά που ψήφιζαν χωρίς  την προβλεπόμενη πλειοψηφία των 3/5 την εκχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων στους «θεσμούς» των μνημονίων. Βέβαια πρέπει να αναγνωρίσουμε στην «πρώτη φορά αριστερά» ότι το 3ο μνημόνιο είναι από αυτήν την άποψη και το μόνο «συνταγματικό», αφού με αστική ευγένεια μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ το υπερψήφισαν επίσης η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, οπότε εν προκειμένω ουδείς λόγος ενεργοποίησης του  «πατριωτισμού των Ελλήνων»…

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας: Λέγαμε λοιπόν ότι το άρθρο 22 αναγνωρίζει την εργασία σαν δικαίωμα και ότι παραβλέπουμε σαν ευτελισμό του συντάγματος την «απαγόρευση μετατροπής συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου».  Αυτό που όμως δεν μπορούμε να  παραβλέψουμε, είναι ότι απέναντι στο δικαίωμα της εργασίας του άρθρου 22 ορθώνεται η προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17, στην οποία βέβαια περιλαμβάνεται και η προστασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (αυτής της ίδιας που  αποθεώνεται με τις «ελευθερίες» της συνθήκης του Μάαστριχτ), η οποία ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποτελεί και το άκρο αντίθετο του δικαιώματος στην εργασία. Το λέει η επιστήμη, το λέει ο Μαρξ: «Πίσω απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους». Και οφείλουμε στην πολιτική οικονομία να είμαστε μαρξιστές με την ίδια έννοια που στις φυσικές επιστήμες είμαστε οπαδοί του Νεύτωνα. Το λέει ο Τσε.

Τι κάνουμε λοιπόν τώρα, που το δικαίωμα στην εργασία του άρθρου 22 προσκρούει στην προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17; Ευτυχώς για την «αστική νομιμότητα» οι ιδεολογικοί συσχετισμοί της μεταπολίτευσης άφησαν κι εδώ τη σφραγίδα τους: Διότι ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 17 «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους», αλλά συνεχίζει το ίδιο άρθρο: «τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».  Και πόσο «γενικό συμφέρον» δεν είναι το (και συνταγματικά προβλεπόμενο) δικαίωμα στην εργασία, ώστε να μη μπει φραγμός (να ασκηθεί «βία») στα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και μάλιστα κατά τρόπο που να αφήνει αδιατάρακτη την υφιστάμενη «αστική νομιμότητα»!!! Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα!

Να λοιπόν πεδίο δόξας για τον πατριωτισμό του λαού, στον οποίο «επαφίεται η τήρηση» (άρθρο 120) του δικαιώματος στην εργασία (άρθρο 22) και η «βία» εναντίον των  δικαιωμάτων και «ελευθεριών» που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ασκούνται σε βάρος του δικαιώματος στην εργασία δηλαδή «σε βάρος του γενικού συμφέροντος» δηλαδή αντικοινωνικά (άρθρο 17). Αν μπορούνε, άλλωστε, ας ασκηθούνε κι αλλιώς. 

***

Το 1848-1850 η αντεπανάσταση μετέτρεψε το «δικαίωμα στην εργασία» σε «δικαίωμα σε βοήθημα». Το 2015-2017 ο ΣΥΡΙΖΑ μετέτρεψε το «ψωμί – παιδεία – ελευθερία» σε «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» ή σε «κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης», όπως το μετονόμασε νομίζοντας ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ελάχιστη εγγυημένη εξαθλίωση και στο κοινωνικό επίδομα εξαθλίωσης…

«Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο;»

Ο Τσίπρας, προχθές είπε στον Κουτσούμπα, ότι καλή βέβαια και η Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά τώρα «πάμε μπροστά»… Όμως ήταν το 1850, δηλαδή πριν 167 ολόκληρα χρόνια, τότε που ο Μαρξ μιλούσε για «σύγχρονο κράτος». Οπότε, και το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, δεν εξαρτάται από τη χρονολογία αναφοράς. Οι χρονολογίες διαδέχονται η μια την άλλη και χωρίς εμάς. Το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, εξαρτάται από τις απαιτήσεις που έχει κανείς σήμερα από ένα «σύγχρονο κράτος». Και εαν εν έτει 2012 θεωρεί κανείς «σύγχρονο» το κράτος που (ήδη από το 1850) «τρέφει τους απόρους του», τότε αυτός δεν μας οδηγεί «μπροστά» αλλά στο «βάθος του χρόνου», και το βάθος του χρόνου βρίσκεται πάντοτε στο ιστορικό παρελθόν, δε φτάνουμε εκεί «πηγαίνοντας μπροστά» αλλά οπισθοδρομώντας ιστορικά, αυτός δεν είναι ο δρόμος της ιστορικής προόδου αλλά ο δρόμος της ιστορικής αντίδρασης.

***

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στο ψωμί, στην παιδεία, στην ελευθερία. Δεν είναι το δικαίωμα των απόρων σε βοήθημα. Είναι η αναγνώριση της εργασίας σαν πρωταρχικού πόρου και του δικαιώματος της κοινωνίας να μην τρέφει άπορους γιατί δεν διαθέτει άπορους.

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στην ικανοποίηση της πιο πρωταρχικής ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, της ανάγκης της παραγωγής από τον άνθρωπο των όρων της ίδιας του της ύπαρξης. Ανάγκη που η ικανοποίησή της αποτελεί ταυτόχρονα και όρο του εξανθρωπισμού του ανθρώπου, όρο που καθιστά τον άνθρωπο δημιουργό της ζωής του και τη ζωή του – τον ίδιο του τον εαυτό – δικό του δημιούργημα. Ο αποκλεισμός από το δικαίωμα στην εργασία ισοδυναμούσε και ισοδυναμεί πάντα με κοινωνικό εξοστρακισμό, ακόμη κι αν κάθε «σύγχρονο» κράτος τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο…

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον καταναγκασμό στην απλήρωτη υπερεργασία και γι’ αυτό είναι κοινωνικό και ατομικό δικαίωμα των εργαζόμενων στον καρπό της εργασίας τους. Ο καταναγκασμός στην απλήρωτη υπερεργασία είναι συνέπεια της εμπράγματης άρνησης του δικαιώματος στην εργασία, είναι συνέπεια του χωρισμού των μέσων της εργασίας από τον εργάτη, συνέπεια της αποστέρησης από τον εργάτη των μέσων της εργασίας του και της περιέλευσής τους στον κάτοχο των μέσων παραγωγής. Χωρίς αυτόν τον χωρισμό, χωρίς αυτήν την περιέλευση, δεν θα ήταν δυνατή η άρνηση της εργασίας σαν δικαιώματος και η αντικατάστασή της από το αντίθετό της:  από τον καταναγκασμό στην απλήρωτη εργασία ή στην ανεργία. Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με τον καταναγκασμό στην υποδούλωση: χωρίς την άρνηση του δικαιώματος στην εργασία δεν θα μπορούσε να υπάρχει καταναγκασμός στην υποδούλωση και μόνο από τον καταναγκασμό στην υποδούλωση μπορεί να προέλθει η άρνηση του δικαιώματος στην εργασία.

***

Η ταξική, εκμεταλλευτική κοινωνία στη θέση της ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, που με το δικαίωμα στην εργασία απαιτεί την ικανοποίησή της, εγκαθιστά τον ταξικό καταναγκασμό. Στη θέση της εργασίας σαν αναγκαίας φυσικής ελεύθερης κοινωνικής ανθρώπινης δραστηριότητας εγκαθιστά την εργασία σαν καταναγκαστική ταξική υποδούλωση.

Η κυρίαρχη ιδεολογία της ταξικής, εκμεταλλευτικής κοινωνίας περιφρονεί το δικαίωμα στην εργασία. Η εργασία γι’ αυτήν είναι άλλωστε «σήμα» του υπόδουλου. Για την κυρίαρχη ιδεολογία στην πρώτη θέση βρίσκεται το δικαίωμα στην αεργία που η εμπράγματη βάση και ολοκλήρωσή του συνίσταται στο δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής της κοινωνίας σαν όρο χρησιμοποίησης και εκμετάλλευσης ξένης εργασίας. Στην κορυφή της αξιακής κοινωνικής ιεραρχίας η κοινωνικά κυρίαρχη ταξική ιδεολογία δεν τοποθετεί το δικαίωμα στην εργασία αλλά, με την ονομασία «δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής», τοποθετεί το δικαίωμα στην αεργία και στην ιδιοποίηση της ξένης εργασίας, ως όρο αυτεπίγνωσης της κυρίαρχης τάξης και ταυτόχρονα ως όρο ιδεολογικής αλλοτρίωσης της υπόδουλης τάξης. Το δεύτερο στη βάση ήδη του γεγονότος ότι ο κοινωνικός καταναγκασμός με τη μορφή της υποδουλωμένης εργασίας επικαλύπτει και συγκαλύπτει την εργασία σαν πρωταρχική ανθρώπινη ζωτική ανάγκη, συνιστά άρνησή της.

Το δικαίωμα στην εργασία και η διεκδίκησή του βρίσκεται σε αντίθεση με την εμπράγματη και ιδεολογική αλλοτρίωση των εργαζομένων, των απαλλότριων από τα μέσα παραγωγής, των προλετάριων.

***

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με το καθεστώς αγοραπωλησίας του εμπορεύματος «εργατική δύναμη»: Κανένα  εμπόρευμα δεν πωλείται «δικαιωματικά», δικαιωματικά απλώς διατίθεται προς πώληση, αλλά αυτή εξαρτάται από την προσφορά και την ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Δικαίωμα στην εργασία σημαίνει τον κοινωνικό σχεδιασμό στη θέση της τυφλής κυριαρχίας της προσφοράς και ζήτησης των εμπορευμάτων, σημαίνει την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης στη θέση της πολιτικής οικονομίας του κεφαλαίου.

ΓΕΦΥΡΑ-ΑΦΙΣΣΑ-1

κινητοποιηση-δουλεια-για-ολους-20170625

 

 

 

Advertisements

Σε αυτές τις «μη επαναστατικές» συνθήκες που ζούμε

Άσχετα από τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ο καθένας το ότι ζούμε και δρούμε σε «μη επαναστατικές» συνθήκες, το γεγονός ότι οι συνθήκες είναι «μη επαναστατικές» δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση πολιτικής ανταπόκρισης στο ερώτημα το διατυπωνόμενο από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων εργαζόμενων στρωμάτων: τι κυβέρνηση έχει ανάγκη η χώρα. Ερώτημα που καταρχήν δεν σημαίνει «ποιο κόμμα» θα ασκεί την κυβερνητική πολιτική, αλλά ποια κυβερνητική πολιτική πρέπει να ασκηθεί.

Πόσο μάλλον που οι υπάρχουσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, δεν έχουν σαν σύνολο την παραμικρή σχέση με συνθήκες στις οποίες «οι πάνω» διαθέτουν τη βεβαιότητα ότι μπορούν να ζουν  «όπως παλιά», ότι μπορούν «να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους» και στις οποίες «οι κάτω θέλουν να ζουν όπως παλιά». Τέτοιες συνθήκες ήταν οι υπάρχουσες μέχρι το 2010 και έχουν παρέλθει. Από τότε διατηρείται μια κατάσταση διαρκούς «επιδείνωσης, μεγαλύτερης από την συνηθισμένη, της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων». Από τότε, επίσης, είναι εμφανής η αδυναμία μιας οριστικής αναδιάταξης του αστικού πολιτικού σκηνικού τέτοιας που να ενσωματώνει αποτελεσματικά τις εργαζόμενες τάξεις και στρώματα, και μάλιστα σε συνθήκες «ρευστότητας» των διεθνών ανταγωνισμών εντός των οποίων οφείλουν να εντάσσονται και οι βλέψεις της εγχώριας άρχουσας τάξης. Από τότε επίσης, εμφανίστηκε, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της, μια διετής περίοδος «σημαντικού ανεβάσματος της δραστηριότητας των μαζών», διαφορετική από την περίοδο όπου οι μάζες «αφήνονται ήσυχα να τις ληστεύουν». Το ότι αυτή η δραστηριότητα δεν απέκτησε τα χαρακτηριστικά «αυτοτελούς ιστορικής δράσης», καθώς και το γιατί δεν τα απέκτησε, το ότι εκείνη η άνοδος της δραστηριότητας δεν είχε συνέχεια καθώς και το γιατί δεν είχε συνέχεια, το ότι εκείνη η «σύντομη» άνοδος της δραστηριότητας των μαζών έχει δώσει τη θέση της σε μια στάση αναμονής και «απάθειας» αλλά όχι προσαρμογής, το ότι τα προηγούμενα επιδρούν «θετικά» στη δυνατότητα της άρχουσας τάξης να διατηρεί και να επιζητά την αναδιάταξη των μορφών της κυριαρχίας της, αυτά είναι αλήθεια. Αλλά όλα τα παραπάνω μαζί παρμένα, όσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση ύπαρξης επαναστατικών συνθηκών, άλλο τόσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση των συνθηκών σαν τέτοιες που τυπικά και με βάση όλα τους τα γνωρίσματα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «μη επαναστατικές συνθήκες».

Ο γνωστός λενινιστικός ορισμός των επαναστατικών συνθηκών, περιέχει σαν αντίστροφη όψη του και έναν ορισμό των μη επαναστατικών συνθηκών: 1) Οι κορυφές μπορούν να ζουν όπως παλιά, μπορούν να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους.  2) Τα κάτω στρώματα θέλουν να ζουν όπως παλιά. 3) Η ανέχεια και η αθλιότητα των καταπιεζόμενων τάξεων παραμένει η συνηθισμένη, χωρίς επίδείνωσή της. 4) Οι μάζες αφήνονται να τις ληστεύουν ήσυχα, το επίπεδο της δραστηριότητάς τους είναι αυτό των «ειρηνικών» εποχών.

Δεν είναι τέτοιες οι σημερινές συνθήκες, συνολικά παρμένες, όπως δεν είναι και αντίθετες. Είναι «μη επαναστατικές συνθήκες» μόνο σχετικά, δηλαδή μόνο από την άποψη ότι δεν είναι επαναστατικές, όχι όμως από την άποψη της «απόλυτης τιμής» των συνθηκών που θα ορίζονταν ως «μη επαναστατικές». Από την άποψη αυτής της «απόλυτης τιμής» οι υπάρχουσες συνθήκες δεν είναι «μη επαναστατικές». Και ειδικά γύρω από τον καταλυτικό παράγοντα της δραστηριότητας των καταπιεζόμενων τάξεων, το χαμηλό επίπεδο αυτής της δραστηριότητας οφείλεται σε έναν μεγάλο βαθμό  στην  έλλειψη ενός συγκεκριμένου και καθοδηγητικού γι’ αυτές πολιτικού στόχου, τέτοιου που α) να απαντά με γενικό τρόπο στις ανάγκες τους και β) να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι μη-επαναστατικές  αλλά δεν είναι και επαναστατικές, και δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες «ανεξάρτητα από τη θέληση ορισμένων χωριστών ομάδων και κομμάτων, αλλά και από τη θέληση ορισμένων χωριστών τάξεων». Ενός συγκεκριμένου καθοδηγητικού πολιτικού στόχου που να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες, αλλλά είναι συνθήκες γενικού μετεωρισμού ανάμεσα σε μια «παλιά» κατάσταση πραγμάτων και σε μια νέα «ακαθόριστη» στο περιεχόμενό της.

Κι είναι αυτό το «ακαθόριστο» που επιδρά αποφασιστικά στο να διατηρείται σε χαμηλό επίπεδο η δραστηριότητα των μαζών. Που δεν επιτρέπει την ανοδική ανάπτυξη της δραστηριότητάς τους όσο ο γενικός στόχος αυτής δραστηριότητας, τέτοιος που να αντιστοιχεί στις παρούσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, παραμένει ακαθόριστος. Δηλαδή παραμένει τέτοιος που δεν κινητοποιεί σε δραστηριότητα η οποία συνεπάγεται ανατροπή των όρων προσαρμογής των ατόμων στις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις, σε δραστηριότητα η οποία προϋποθέτει θυσία αυτής της προσαρμογής για χάρη ενός πολιτικού στόχου άμεσου, αναγκαίου και γι’ αυτό ικανού να συνεγείρει.  Και ένας τέτοιος πολιτικός στόχος σήμερα ανάγεται άμεσα στο γενικό ζήτημα της κυβέρνησης που έχει ανάγκη η χώρα, δηλαδή της κυβερνητικής πολιτικής που μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων στρωμάτων: σήμερα που, ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων, οι συνθήκες δεν είναι επαναστατικές. Σήμερα που, εντός «μη επαναστατικών» συνθηκών, και επίσης ανεξάρτητα από την ίδια αυτή θέληση, μόνο μια κυβερνητική πολιτική με επαναστατικό περιεχόμενο μπορεί να ανταποκριθεί στις εργατικές – λαϊκές ανάγκες. Και που μόνο ο στόχος μιας τέτοιας πολιτικής μπορεί να ανεβάσει τη δραστηριότητα των μαζών στο ύψος των περιστάσεων, και σε ακόμα ανώτερο ύψος όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν.

Κι αυτός είναι ο στόχος μιας κυβερνητικής πολιτικής η οποία, μαζί με το κρατικό χρέος και τα «μνημόνια», μαζί με τις επαχθείς για το λαό δεσμεύσεις της χώρας στην ΕΕ των μονοπωλίων, αναγκαστικά θα καταργήσει και το ΕΣΠΑ και τον κρατικό δανεισμό… Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά και (για άλλη μια φορά) «ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων», θα πρέπει – στη θέση αυτών – να «δεσμεύσει» τον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο και τις πηγές του στην ικανοποίηση των εργατικών-λαϊκών αναγκών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να διαθέτει την ικανότητα να καθυποτάξει την αντίδραση των σημερινών εγχώριων και ξένων σφετεριστών του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου και των πηγών του, την αντίδραση των καπιταλιστών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να στηρίζεται στην λαϊκή οργάνωση και κινητοποίηση, να αποτελεί εμπνευστή και εκφραστή αυτής της οργάνωσης και κινητοποίησης. Μια κυβερνητική πολιτική την οποία μπορούν να υλοποιήσουν μόνο πολιτικές δυνάμεις, «ομάδες και κόμματα», ταγμένες από την ύπαρξή τους στην υπηρεσία των εργατικών-λαϊκών συμφερόντων ενάντια στην οικονομική και πολιτική εξουσία των εκμεταλλευτών και καταπιεστών του λαού και ενάντια στην πολιτική των κομμάτων τους.

Το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από τη θέση της κυβέρνησης είτε από τη θέση της αντιπολίτευσης, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από την άποψη της λαϊκής κινητοποίησης για την απόκρουση της αντιλαϊκής επίθεσης είτε από την άποψη της λαϊκής αντεπίθεσης για την υλοποίησή του, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι τέτοιος που η διεκδίκησή του φέρνει την αστική τάξη αντιμέτωπη με τις «δικές της» πολιτικές ελευθερίες, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος απαιτεί ουσιαστικά την ίδια οργάνωση του λαού και την ίδια «αυτοτελή ιστορική δράση» του που απαιτεί και κάθε μορφή «απλώς» αντίστασής του στην αντιλαϊκή λαίλαπα, το ότι στο τέλος του αυτός ο πολιτικός στόχος οδηγεί στην αντικατάσταση των οικονομικών και πολιτικών ελευθεριών και της εξουσίας του κεφαλαίου από την οικονομική και πολιτική ελευθερία και εξουσία του εργαζόμενου λαού, στην αντικατάση της οργανωμένης κυριαρχίας των εκμεταλλευτών από την οργανωμένη κυριαρχία του λαού, όλα αυτά μένει να εξηγηθούν. Και καλύτερα από το κάθε τι, τα εξηγεί η ίδια η ανάπτυξη της λαϊκής δραστηριότητας από τη στιγμή που θέτει άμεσα μπροστά της αυτόν τον πολιτικό στόχο και στο κάθε της βήμα για την τελική του πραγμάτωση.


«ευρώπη των πολλών ταχυτήτων»

Η ανάρτηση δεν αποσκοπεί ούτε κατά διάνοια να τοποθετηθεί πάνω στα διάφορα  εναλλακτικά σενάρια γύρω από το «ακανθώδες» για την ευρω-ολιγαρχία του πλούτου ζήτημα του «μέλλοντος της ΕΕ», που καταγράφονται σε ακόμα μια «λευκή βίβλο» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Απέναντι στο καθένα ξεχωριστά και σε όλα μαζί τα αντιλαϊκά σενάρια, μοναδικό «σενάριο» για το λαό είναι η αποδέσμευση από την ΕΕ δηλαδή η κατάργηση της ελευθερίας του κεφαλαίου, η ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων, που  η ΕΕ αποτελεί τον «διακρατικό» πολιτικό και οικονομικό μηχανισμό της ταξικής δικτατορίας τους.

Αντίθετα ο σκοπός της ανάρτησης είναι καθαρά αυτοβιογραφικός… Να, όλη αυτή η υψηλού επιπέδου φιλολογία για την «ΕΕ των πολλών διαφορετικών ταχυτήτων» ξυπνά μνήμες από εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα του 1978, στη «γιάφκα» (!) που συνεδρίαζε η μαθητική ΟΒΑ. Στο πολιτικό προσκήνιο ήταν εκείνο τον καιρό η επικείμενη πλήρης ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ των μονοπωλίων. Κι ο διαφωτιστής μας ανέλυε το ζήτημα της «φύσης» της με τα λόγια «ΕΟΚ των δυο ταχυτήτων»: Η ούτως ή άλλως νομοτελειακή ανισομετρία ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες και την οικονομική τους ανάπτυξη και η ΕΟΚ μια ιμπεριαλιστική ένωση που ανυψώνει τη γενική νομοτέλεια σε  πολιτικο-οικονομικό μηχανισμό πραγμάτωσής της. Κάτι τέτοιο.

Πέρασαν τα χρόνια κι οι δεκαετίες, ο «οδικός χάρτης» του ευρωμονόδρομου οδήγησε τη χώρα κατευθείαν και με φόρα στα κατσάβραχα της καπιταλιστικής κρίσης, του χρέους, των μνημονίων, των αξιολογήσεων, της αντεργατικής-αντιλαϊκής επέλασης, και πού ‘σαι ακόμα. Κι εκείνα τα «ανίερα», τα ασεβή απέναντι στην ευρωπαϊκή ιδέα του έθνους, που «μας έλεγαν οι καθοδηγητές μας στην ΚΝΕ», τα έχουν τώρα υπερθεματίσει οι υψηλότεροι εκπρόσωποι των «ευρωπαϊκών θεσμών» που πια δεν τους φτάνουν δυο ταχύτητες «στη ζούλα», αλλά θέλουν 3, 4, και 5 ταχύτητες θεσμοποιημένες νομικά και πολιτικά… Με τους διάφορους γουαναμπήδες να βάζουν λέει και «προϋποθέσεις» στην «Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων» και να διεκδικούν λέει και «πρωταγωνιστικό ρόλο» οι μούρες τους. Πώς λέγανε τότε «ΕΟΚ των λαών» και με τα κούφια τα λόγια μάς «ταπώνανε» για το δικό μας το ξύλινο «η ΕΟΚ των μονοπωλίων» οι απολογητές των αντιλαϊκών προτεραιοτήτων του κεφαλαίου, κάτι τέτοιο και τώρα σε νέα έκδοση. Χαααααχ (χασμουρητό).

Γλυκές αναμνήσεις… «Κομβικές» αναμνήσεις. Γύρω από ένα κομβικό ζήτημα, στο οποίο «συναντιούνται» όλες οι στρατηγικές, οι δικές τους και η δική μας, πραγματικός κρίκος, «χαλκάς της γης» (μπόνους τρακ το άσμα για χάρη του τίτλου του, παρά την στιχουργική παρέκκλιση από το νόημα του κειμένου).


Επιλεγόμενα στην «Ευρώπη – απόλυτη μοναρχία» (του κεφαλαίου)

Στην προηγούμενη ανάρτηση, πριν μερικούς μήνες, είδαμε πώς η Συνθήκη του Μάαστριχτ καθιστά την καπιταλιστική ιδιοκτησία απόλυτο μονάρχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της αναγόρευσης των ελευθεριών της (ελευθερία ανταγωνισμού, απαραβίαστο της κίνησης των κεφαλαίων) και της «ανοιχτής αγοράς» σε υπέρτατες αρχές…

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στις αντίστοιχες εθνικές «υπέρτατες αρχές» και συγκεκριμένα στην αντιμετώπιση της «ιδιοκτησίας» από το ισχύον Σύνταγμα.

Πρώτα, με μια πρόχειρη ιστορική αναδρομή, διαπιστώνουμε ότι στο σύνταγμα του 1952 η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 17 περιορίζεται ουσιαστικά στη χάραξη του πλαισίου που αφορά τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις  για δημόσια ωφέλεια και υπό τον όρο της σχετικής αποζημίωσης. Στη συνέχεια έρχεται το χουντικό «σύνταγμα» του 1968, όπου – εκτός της τροποποίησης του περιεχομενου του και αλλαγής της αρίθμησης του άρθρου από 17 σε 21 – προστέθηκε και η αρχική διάταξη: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του κράτους». Τέλος το 1975, το σχετικό άρθρο ξανααριθμήθηκε από 21 σε 17 και – υποθέτω ως αποτύπωση της επίδρασης των αντιδικτατορικών αγώνων και του περιεχομένου τους στους «συσχετισμούς» – η μεν φράση του 1968 παρέμεινε αλλά δίπλα της προστέθηκε άλλη μια: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».

Πολύ ωραία… Αν λοιπόν τώρα τους πει κανείς ότι ακριβώς τα δικαιώματα που απορρέουν από την «ιδιοκτησία» και συγκεκριμένα από την καπιταλιστική ιδιοκτησία, δηλαδή από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, όχι απλώς «μπορούν να ασκούνται», αλλά εξ ορισμού ασκούνται ακριβώς «σε βάρος του γενικού συμφέροντος», τι θα του απαντήσουνε;

Αν τους πει κανείς ότι είναι ακριβώς τα δικαιώματα που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αυτά που προκαλούν τη συσσώρευση του κοινωνικού πλούτου σε λίγα χέρια, από τη μια, και την απαλλοτρίωση του ίδιου αυτού κοινωνικού πλούτου  από την κοινωνική πλειοψηφία  των παραγωγών του, τον (αβέβαιο) περιορισμό αυτής της κοινωνικής πλειοψηφίας  στο αναγκαίο για την απλή συντήρηση και αναπαραγωγή της μέρος αυτού του πλούτου, από την άλλη; Θα απαντήσουν τι; Ότι το «δημόσιο συμφέρον» συνίσταται σε αυτή τη μορφή απαλλοτρίωσης (χωρίς… αποζημίωση) των παραγωγών από τους «ιδιοκτήτες», στην υπηρέτηση μιας μικρής μειοψηφίας «ιδιοκτητών» και στην οικονομική-πολιτισμική καθήλωση της κοινωνικής πλειοψηφίας;

Αν τους πει κανείς ότι ακριβώς εξαιτίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής η οικονομική ανάπτυξη με «μαθηματική» αναγκαιότητα οδηγεί – και οδήγησε – στην οικονομική κρίση, χωρίς να υπάρχουν σημάδια «ομαλής» εξόδου από αυτήν; Το ξέρουν, άλλωστε,  όλοι κατά βάθος! Στα χρόνια της ανάπτυξης ξέραν όλοι «πού ζούνε» και είχαν έτοιμη την διαιολόγηση του συμβιβασμού τους: «στον καπιταλισμό ζούμε…». Μόνο πού σήμερα οι συνθήκες άλλαξαν και η ίδια φράση δεν αποτελεί υπόβαθρο συμβιβασμού, αλλά αφετηρία αντίστασης. Γι’ αυτό και ο «καπιταλισμός» σαν σχήμα – ας πούμε – ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού έχει δώσει τη θέση του στους «300», στους «κλέφτες πολιτικούς», στην… «τελευταία σοβιετική δημοκρατία» ή στις διάφορες παραλλαγές πίστης του είδους ότι «μας ψεκάζουν».

Αν τους πει κανείς ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής είναι «αντισυνταγματικώς» υπαίτια για τη μόνιμη και διαρκή παραβίαση του άρθρου 22 του συντάγματος που «ορίζει» ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού»;

Αν κανείς επιμείνει ότι φταίνε τα «δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία» και δη την καπιταλιστική, για το γεγονός των λουκέτων σε μια σειρά επιχειρήσεις που η λειτουργία τους «δεν συμφέρει» πια τους ιδιοκτήτες τους, πράγμα που όμως έρχεται σε άμεση αντίθεση με το «γενικό συμφέρον»;

Κι αν τους πει ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την καπιταλιστική ιδιοκτησία βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους – κι ότι η ίδια η καπιταλιστική ιδιοκτησία βρίσκει την ολοκλήρωσή της- στην «απαραβίαστη» ελευθερία της αγοράς, του ανταγωνισμού και της κίνησης των κεφαλαίων, που μέσω της συνθήκης του Μάαστριχτ την έχουν ανυψώσει σε νόμο του κράτους; Ότι αυτή η ελευθερία σημαίνει το απαραβίαστο της ελευθερίας των μονοπωλητών της κοινωνικής παραγωγής και του κοινωνικού πλούτου, και ότι η μονοπώληση της κοινωνικής παραγωγής και του κοινωνικού πλούτου έχει – κατ’ ανάγκη – οδηγήσει στην σημερινή οικονομική κρίση και στην έλλειψη ουσιαστικής διεξόδου από αυτήν;

Τι θα κάνουν τότε, αν τους τα πεις όλα αυτά; Θα καταργήσουν τη συνθήκη του Μάαστριχτ και την καπιταλιστική ιδιοκτησία σαν αντισυνταγματική; Θα… «ταραχτούνε στη νομιμότητα»; Θα σηκώσουν τη σημαία της τήρησης του συντάγματος, την επαφιέμενη στον πατριωτισμό των Ελλήνων;

Το πιθανότερο είναι άλλο: Αν τους τα πεις όλα αυτά, και άλλα τόσα, θα σε κοιτάξουν με λαγνεία ανάλογη με αυτή που κοιτούσαν οι ιεροεξεταστές τον Τζορντάνο Μπρούνο πριν τον στείλουν να καεί ζωντανός, γιατί επέμενε (χωρίς δήλωση μετανοίας) ότι δε γυρνά ο ήλιος γύρω από τη γη αλλά η γη γύρω από τον ήλιο… Διότι όπως και τότε, έτσι και τώρα, το θέμα είναι εξίσου επιστημονικό…


Η Ευρώπη είναι μια απόλυτη μοναρχία

Αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση… Δηλαδή από τι ακριβώς. Ποια είναι εκείνα τα συστατικά, τα «δεσμευτικά» χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επιβάλλουν στο κίνημα των εργαζομένων τη διεκδίκηση της αποδέσμευσης σαν αναγκαίο συστατικό της δικής τους πάλης;

Ανατρέχοντας στον καταστατικό πυρήνα της ΕΕ, στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, βρίσκουμε τρία τέτοια θεμελιακά συστατικά:

α. Την «ανοιχτή αγορά», με άλλα λόγια την ελευθερία της αγοράς, δηλαδή την τυφλή κυριαρχία της προσφοράς και της ζήτησης.

Αυτή η τυφλή κυριαρχία της προσφοράς και της ζήτησης – σύμφωνα με τα λόγια του Μάρξ στην Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών (Α΄Διεθνής) – συνιστά την πολιτική οικονομία της αστικής τάξης. Στον αντίθετο πόλο η κοινωνική πρόβλεψη, ο κοινωνικός σχεδιασμός, συνιστά την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης.

Η πολιτική οικονομία του κεφαλαίου, η ελευθερία της αγοράς, η τυφλή κυριαρχία της προσφοράς και της ζήτησης, κατά συνέπεια και η άρνηση, η απαγόρευση της κοινωνικής πρόβλεψης – της πολιτικής οικονομίας της εργατικής τάξης – αποτελεί λοιπόν καταστατική αρχή της «Ευρώπης».

Συνέπεια αυτής της καταστατικής αρχής είναι, ότι μέρος του περιεχομένου της αποτελεί και η «ανοιχτή αγορά» της εργατικής δύναμης, η ανοιχτή «αγορά εργασίας»: Στις καταστατικές αρχές της ΕΕ προβλέπεται με αυτόν τον τρόπο ότι η εργατική δύναμη είναι ένα εμπόρευμα που υπόκειται στους όρους της «ανοιχτής αγοράς», στην κυριαρχία της «προσφοράς και ζήτησης». Προβλέπεται, με άλλα λόγια, η άρνηση κάθε συσχετισμού της τιμής της εργατικής δύναμης, του εργατικού μισθού, με τις ανάγκες των εργαζομένων, προβλέπεται – κατά τελική συνέπεια – η θεσμοθέτηση της ατομικής σύμβασης, και η άρνηση, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Προβλέπεται η Ευρώπη των δεκάδων εκατομμυρίων φτωχών εργαζόμενων, η Ευρώπη των δεκάδων εκατομμυρίων ανέργων.

Προβλέπεται η εξαναγκαστική υπαγωγή των ευρωπαϊκών κοινωνιών στην «τυχαιότητα» (την «τυφλή κυριαρχία») των σχέσεων της προσφοράς και της ζήτησης. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι υποχρεωμένες να κυνηγούν το «τζάκποτ» της «προσφοράς και ζήτησης», το οποίο «τζάκποτ» νομοτελειακά δεν έχει μορφή άλλη από αυτήν της καπιταλιστικής κρίσης.

β. Πλάι στην «ανοιχτή αγορά» βρίσκουμε και την «ελευθερία του ανταγωνισμού που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων». Αυτή είναι η διατύπωση!

Φυσικά η «ελευθερία του ανταγωνισμού» στον μονοπωλιακό καπιταλισμό, στον καπιταλισμό της κυριαρχίας των μονοπωλίων που έχει αφήσει οριστικά πίσω του τον καπιταλισμό του ελεύθερου συναγωνισμού, ηχεί κάπως ανεκδοτολογικά, κάπως οξύμωρα. Αλλά πρόκειται ακριβώς γι’ αυτό: Πρόκειται για την ελευθερία του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, για την υπερίσχυση του ισχυρότερου μονοπωλίου απέναντι στο πιο αδύναμο, για την υπερίσχυση συνολικά των μονοπωλίων απέναντι στην μικρή παραγωγή, για τη συγκέντρωση των μέσων της παραγωγής υπό όρους κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Δεν μπορεί στο ιστορικό στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού να υπάρξει διαφορετικός ανταγωνισμός και διαφορετική ελευθερία του ανταγωνισμού, δεν μπορεί στο ιστορικό αυτό στάδιο να υπάρξει διαφορετική «κατανομή των πόρων»… Και για το μονοπωλιακό κεφάλαιο αυτή η «κατανομή των πόρων» είναι και η μόνη «αποτελεσματική».

Πρόκειται επίσης για την άρνηση, κυριολεκτικά για την απαγόρευση, έστω και της παραμικρής «υποταγής» της οικονομίας στις κοινωνικές ανάγκες, δηλαδή πρόκειται και πάλι για άρνηση της κοινωνικής πρόβλεψης, για απαγόρευση της πολιτικής οικονομίας της εργατικής τάξης. Πρόκειται για την εκχώρηση κάθε κοινωνικής παραγωγικής οικονομικής δραστηριότητας στο κεφάλαιο, για την εμπορευματοποίηση κάθε πεδίου της κοινωνικής ζωής που θα μπορούσε να αποφέρει καπιταλιστικό κέρδος, για την μετατροπή κάθε κοινωνικού οικονομικού αποθέματος  σε ιδιωτικό κεφάλαιο, για την σύνθλιψη των μισθολογικών και εργασιακών δικαιωμάτων κάτω από το πέλμα της «ανταγωνιστικότητας» του κεφαλαίου.

γ. Πλάι στην «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων» (άρθρα 3Α και 102Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ) βρίσκουμε και την ελευθερία της κίνησης των κεφαλαίων: την «απαγόρευση οποιουδήποτε περιορισμού των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ κρατών – μελών και τρίτων χωρών» (άρθρο 73Β παράγραφος 1 της Συνθήκης του Μάαστριχτ), την απαγόρευση – να παράδειγμα νομοθετικής πρόνοιας!!! – οποιωνδήποτε μέτρων ακόμα και «συγκεκαλυμμένου περιορισμού της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών» (άρθρο 73Δ παρ. 3 της Συνθήκης του Μάαστριχτ).

Καμία σχέση με απαγόρευση των «capital control» ή των… διοδίων. Απλά, για άλλη μια φορά η κοινωνική παραγωγή απαγορεύεται  να υπακούει «ακόμα και συγκεκαλυμμένα» στις κοινωνικές ανάγκες, στην κοινωνική πρόβλεψη, και υποτάσσεται καταστατικά στις ανάγκες του κεφαλαίου. Που είδαμε: προσδιορίζονται από τον ανταγωνισμό και την ελευθερία του, από την προσφορά και ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Αυτήν την προσφορά και ζήτηση κι αυτόν τον ανταγωνισμό, που για χάρη τους ξηλώνονται ολόκληροι παραγωγικοί κλάδοι και μεταφέρονται όπου βρίσκουν χαμηλότερη τη διεθνή τιμή της εργατικής δύναμης. Που για χάρη τους οι έδρες των επιχειρήσεων μεταφέρονται σε διεθνείς φορολογικούς παραδείσους. Που για χάρη τους οι επιχειρήσεις «πτωχεύουν» προκειμένου τα συσσωρευμένα κεφάλαια να τοποθετηθούν σε περισσότερο επικερδείς (φυσικά για το κεφάλαιο) οικονομικές σφαίρες.

*

Η ιδιοκτησία είναι εξουσίαση πραγμάτων. Το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτής της εξουσίασης, το ουσιαστικό περιεχόμενο της ίδιας της ιδιοκτησίας – πέρα από νομικούς τύπους και μορφές –  προσδιορίζεται από την ελευθερία της. Η «προσφορά και ζήτηση» ή με τα λόγια της ΕΕ η «ανοιχτή αγορά» και με καθημερινά λόγια η ελευθερία της αγοράς, η ελευθερία του ανταγωνισμού και της κίνησης των κεφαλαίων, αποτελούν τις ελευθερίες που ολοκληρώνουν το ουσιαστικό περιεχόμενο της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και που την καθιστούν ανώτατο, απόλυτο άρχοντα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι παρά μια απόλυτη μοναρχία. Και στον θρόνο της κάθεται η ελευθερία του κεφαλαίου, η καπιταλιστική ιδιοκτησία και η ελευθερία της.

Φυσικά ο καπιταλισμός κυριαρχεί παντού ή σχεδόν παντού. Και παντού όπου κυριαρχεί ο καπιταλισμός τα «εθνικά κράτη» αποτελούν πολιτικούς μηχανισμούς της εξουσίας (δικτατορίας έστω και «δημοκρατικής») του κεφαλαίου και της κυριαρχίας των μονοπωλίων. Όμως η ιστορική καταγωγή των εθνικών κρατών, η ιστορικά προοδευτική καταγωγή τους, η ιστορικά προοδευτική αρχή τους, δεν τους έχει επιτρέψει να θεσμοθετήσουν, να ολοκληρώσουν καταστατικά τον ίδιο τους τον πραγματικό χαρακτήρα. Αντίθετα,  η Ευρωπαϊκή Ένωση, σαν διακρατικός πολιτικός μηχανισμός της εξουσίας του κεφαλαίου, καθώς  στην ιστορική της αρχή δεν βρίσκεται η ιστορική πρόοδος αλλά η ιστορική αντίδραση σε όλη τη γραμμή, καθώς η ιστορική καταγωγή της δεν καθορίζεται από την προοδευτική – επαναστατική αντικατάσταση ενός ξεπερασμένου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού από τον νεώτερο αλλά, αντίθετα, καθορίζεται από την αντεπανάσταση, από τον ιστορικά αντιδραστικό χαρακτήρα του τελικού, ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλιστικού συστήματος, για αυτό το λόγο ίσως μόνο αυτή έχει αναγορεύσει σε ιδρυτική καταστατική της αρχή τις ελευθερίες της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, έχει τοποθετήσει την καπιταλιστική ιδιοκτησία και την ελευθερία της σαν απόλυτο μονάρχη στο θρόνο της.

Από αυτή την άποψη η Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστά μια αντιδραστικά αναβαθμισμένη  μορφή πολιτικού μηχανισμού της δικτατορίας του κεφαλαίου.

Από αυτή την άποψη, επίσης, δεν είναι άτοπος  ο χαρακτηρισμός της ΕΕ σαν πολιτικού μηχανισμού της εξουσίας του κεφαλαίου διακρατικού και ταυτόχρονα υπερεθνικού – όχι διεθνικού. Οικονομικά και πολιτικά αυτός ο χαρακτηρισμός εκφράζει την υπαγωγή των κρατών στην επιδίωξη του μονοπωλιακού κεφαλαίου να κυριαρχεί υπερεθνικά, ανεξάρτητα από κάθε εθνικό φραγμό που είναι σε τελική ανάλυση φραγμός κοινωνικός, και που σε μια παραπέρα ανάλυση καθορίζεται από τους συσχετισμούς της ταξικής πάλης στο εσωτερικό κάθε έθνους. Και αυτό δεν συνιστά οποιαδήποτε πραγματική άρνηση του γεγονότος, ότι στο πλαίσιο της ίδιας αυτής «υπερεθνικής» επιδίωξης, δεν μπορεί παρά στο πλαίσιο της νομοτελειακά ανισόμετρης καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης να αναδεικνύεται η κυριαρχία των ισχυρότερων εθνικών κεφαλαίων και καπιταλιστικών κρατών απέναντι στα λιγότερο ισχυρά. Δεν συνιστά δηλαδή πραγματική άρνηση των εθνικών ανταγωνισμών του κεφαλαίου. Δεν συνιστά άρνηση του γεγονότος αυτού, αντίθετα συνιστά πραγματικό του όρο.

Εκφράζει επίσης αυτός ο χαρακτηρισμός την άρνηση της αντικατάστασης της εθνικής κοινωνικοοικονομικής ιστορικής βαθμίδας από μια νέα ανώτερη διεθνική ιστορική βαθμίδα – αντικατάσταση που προϋποθέτει την εργατική τάξη σαν ηγέτιδα τάξη των εθνών, την αντικατάσταση του έθνους των αστών από το έθνος των εργατών. Στη θέση μιας ιστορικά προοδευτικής διεθνικής κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης το μονοπωλιακό κεφάλαιο αντιτάσσει τη δική του διεθνοποίηση, και η μέσω αυτής συγκέντρωσή του  έρχεται να εκφραστεί πολιτικά με την υπερεθνική του κυριαρχία και την διακρατική οργανωτική της μορφή.  Αλλά γι’ αυτό, απέναντι στον πολιτικό μηχανισμό της ΕΕ τα κράτη εμφανίζονται όλο και λιγότερο σαν μορφές εθνικής κοινωνικής οργάνωσης, όλο και περισσότερο σαν δικές της απλά διοικητικές οργανωτικές υποδιαιρέσεις, οι οποίες θα μπορούσαν και να υποκατασταθούν από άλλες διοικητικές υποδιαιρέσεις («περιφέρειες», «οικονομικές ζώνες» κ.ά.) ακόμα περισσότερο αποσυνδεμένες από το ιστορικό περιεχόμενο και την ιστορική καταγωγή των εθνικών σχηματισμών και ακόμα πιο άμεσα υπαγόμενες στις καταστατικές της αρχές της «ανοιχτής αγοράς», της ελευθερίας του ανταγωνισμού και της κίνησης του κεφαλαίου.

Εκφράζει επίσης αυτός ο χαρακτηρισμός την επιδίωξη της διακρατικά και υπερεθνικά συγκεντρωμένης πολιτικής κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου να καταπνίξει την εξορισμού εθνική και διεθνική διεξαγωγή της πάλης της εργατικής τάξης.

Μιλώντας εντελώς γενικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση σαν πολιτικός μηχανισμός αποτελεί θεσμοθετημένη  αντιδραστική ιστορική άρνηση της ιστορικά προοδευτικής καταγωγής των εθνικών σχηματισμών. Και τα σύγχρονα καπιταλιστικά εθνικά κράτη επίσης αποτελούν άρνηση της ιστορικά προοδευτικής καταγωγής τους, εξαιτίας όμως της οποίας δεν έχουν σταθεί ικανά να θεσμοθετήσουν την άρνησή της. Δεν είναι άσχετη από αυτό η εγκυμοσύνη του φασισμού στο εσωτερικό της ΕΕ. Είναι έκφρασή του και εναλλακτική μορφή είτε της ίδιας είτε της διάλυσής της κάτω από το βάρος των ανταγωνισμών στο εσωτερικό της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου: Είτε υπό όρους αντιδραστικής συνένωσής της είτε υπό όρους αντιδραστικής επικράτησης των εσωτερικών της ανταγωνισμών η ίδια αυτή κυριαρχία πρέπει να παραμείνει άθικτη και να εδραιωθεί βαθύτερα…

Γι’ αυτό και απέναντι στην ελευθερία του κεφαλαίου δεν αποτελεί τον αντίποδα η «κρατική ρύθμιση» της οικονομίας. Η τελευταία άλλωστε είναι και σήμερα έντονα ενεργή και δραστήρια στην υπηρεσία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και της ελευθερίας της. Και στην περίπτωση που οι ανταγωνισμοί των μονοπωλίων αναδειχτούν υπέρτεροι της συνένωσής τους, η «κρατική ρύθμιση» θα τεθεί στην υπηρεσία αυτών των ανταγωνισμών, στην υπηρεσία της ελευθερίας του ενός κεφαλαίου ενάντια στην ελευθερία του άλλου (και από κοινού ενάντια στους εργαζόμενους) έως την επικράτηση του ενός ή του άλλου και την εκ νέου αναγόρευση της γενικής ελευθερίας του κεφαλαίου σε υπέρτατη αρχή.

Τον μοναδικό αντίποδα στην ελευθερία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας αποτελεί η υπαγωγή και υποταγή των παραγωγικών δυνάμεων στην ικανοποίηση των κοινωνικών λαϊκών αναγκών.

*

Τα παραπάνω αφορούν γενικά την εξουσία του κεφαλαίου και την κυριαρχία των μονοπωλίων. Και αφορούν ειδικά την εξουσία του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, την κυριαρχία των ευρωπαϊκών μονοπωλίων. Την συνενωμένη πάλη των ευρωπαϊκών μονοπωλίων ενάντια στην εργατική τάξη των ευρωπαϊκών χωρών. Την συνενωμένη πάλη τους ενάντια στους ανταγωνιστές τους σε άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, σε άλλα κέντρα ανάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Την προσπάθεια ρύθμισης των μεταξύ τους, διεθνικών -διακρατικών μονοπωλιακών ανταγωνισμών στη βάση του μεταξύ τους συσχετισμού οικονομικής και πολιτικής δύναμης.

Τα παραπάνω επίσης εξειδικεύονται σε μια σειρά στρατηγικών υποταγής όλων των σφαιρών της κοινωνικοικονομικής ζωής κάθε χώρας σε αυτές τις καταστατικές αρχές και σε αυτούς τους οικονομικούς-πολιτικούς συσχετισμούς. Σε μια σειρά πολιτικών μέτρων, ρυθμίσεων και μεταρρυθμίσεων που τα υλοποιούν ως τις τελικές τους λεπτομέρειες.

Αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν σημαίνει παρά αποδέσμευση από αυτά, από το τέλος τους ως την αρχή τους. Από τις τελικές λεπτομέρειες ως τις καταστατικές αρχές των οποίων αποτελούν υλοποίηση. Από την πάλη για κοινωνική ασφάλιση, μισθούς, συλλογικές συμβάσεις, λαϊκά δημοκρατικά δικαιώματα, κλπ, έως την πάλη ενάντια στην ελευθερία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας δηλαδή ενάντια στην καπιταλιστική ιδιοκτησία την ίδια.

Χωρίς αυτό το περιεχόμενο της πάλης μπορεί να γίνεται λόγος για «αποδέσμευση», για «έξοδο» κλπ, αλλά στην πράξη να πρόκειται για μορφές απορρόφησης, ενσωμάτωσης της λαϊκής δυσαρέσκειας σε σχεδιασμούς ανανέωσης ή αναπαλαίωσης της ίδιας στο περιεχόμενό της κυριαρχίας. Για μετασχηματισμό του ίδιου πολιτικού περιεχομένου σε διαφορετικές μορφές οικονομικής και πολιτικής πρωτοκαθεδρίας στο πλαίσιο των εσωτερικών και διεθνών ανταγωνισμών της μονοπωλιακής άρχουσας τάξης. Για διαφορετικές μορφές προσαρμογής αυτών των ανταγωνισμών στο ίδιο γενικό περιεχόμενο – όσο κι αν τέτοιες προσαρμογές και μετασχηματισμοί κοινωνικά «κομβικοί» δεν αφήνουν ανεπηρέαστους τους γενικούς όρους διεξαγωγής της ταξικής πάλης και οικοδόμησης της λαϊκής συμμαχίας, τους γενικούς όρους της πάλης για το σοσιαλισμό… Όσο, επίσης, κι αν από άποψη απλού υπολογισμού τίθεται γενικά και το ζήτημα της ιεράρχησης του ταξικού, λαϊκού συμφέροντος ανάμεσα στη συνενωμένη και τη διαιρεμένη πολιτική κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου – ιεράρχηση που όμως δεν μπορεί να γίνεται αφηρημένα, αποσυνδεμένη από πραγματικές συνθήκες και συσχετισμούς, που δεν μπορεί η ίδια αυτή η ιεράρχηση να ιεραρχείται σε θέση ανώτερη από τις πολιτικές αρχές της ταξικής πάλης και το ουσιαστικό τους περιεχόμενο, που δεν μπορεί να τα επισκιάζει, να επισκιάζει το πεδίο της καθημερινής πάλης, της καθημερινής ανυπακοής, της καθημερινής διεκδίκησης που είναι από το περιεχόμενό της διεκδίκηση αποδέσμευσης από την ευρωπαϊκή απόλυτη μοναρχία του κεφαλαίου, γιατί αυτή και όχι άλλη είναι σήμερα η υπαρκτή μορφή της εξουσίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία.

 


είτε αντιδραστική είτε απραγματοποίητη…

Είτε αντιδραστική είτε απραγματοποίητη.

Με αυτές τις λέξεις χαρακτήριζε πριν 100 χρόνια (1915) ο Λένιν μια υποθετική ιμπεριαλιστική ένωση των «Πολιτειών της Ευρώπης».

100 χρόνια μετά η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχαν και έχουν την ευκαιρία να επιβεβαιώνουν έμπρακτα την αντιδραστικότητά της στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους όπου πρωτοστατεί και συμμετέχει, στη διαρκή και αδιάλλειπτη επίθεσή της – επίθεση του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου – κατά των δικαιωμάτων τους, στην καθημερινή τους πείρα από τις «βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές» που μέρα τη μέρα καθιστούν όλο και πιο εχθρικό απέναντι στους λαούς το εκ γενετής αντιλαϊκό «ευρωπαϊκό κεκτημένο».

Η καπιταλιστική κρίση, οι αντιθέσεις μεταξύ κρατών της ΕΕ τις οποίες η καπιταλιστική κρίση έφερε στην επιφάνεια, η ίδια η ευρω-ενωσιακή διαχείριση των επιπτώσεων της καπιταλιστικής κρίσης, αναδεικνύουν με διάφορους τρόπους αυτό που μονολεκτικά αναδεικνύεται  και από το βρετανικό δημοψήφισμα και το αποτέλεσμά του… Αναδεικνύουν τα συστατικά του άλλου σκέλους της διάζευξης: είτε απραγματοποίητη

Ή με άλλα λόγια: και αντιδραστική και απραγματοποίητη…

Κι όσο αυτό το «απραγματοποίητο» της ΕΕ δεν αποτελεί καρπό του αγώνα των εργαζομένων ενάντια στην αντιδραστικότητά της, όσο αποτελεί καρπό αντιθέσεων ανάμεσα στους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, άλλο τόσο κι αυτό το «απραγματοποίητο» θα αναδεικνύει τα δικά του αντιδραστικά χαρακτηριστικά: Άλλο τόσο θα αποτελεί πέρασμα από το συνεταιρισμό των ευρωπαϊκών μονοπωλίων και κρατών για τις σφαίρες επιρροής στον ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών μονοπωλίων και κρατών για τις σφαίρες επιρροής. Πέρασμα από μια «προσωρινή συμφωνία ανάμεσα σε καπιταλιστές και ανάμεσα σε κράτη με το σκοπό να πνίξουν από κοινού το σοσιαλισμό στην Ευρώπη» – όπως έγραφε ο Λένιν δυο χρόνια πριν από την ίδρυση του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στην ιστορία της ανθρωπότητας – στην επιχείρηση κατάπνιξης του ταξικού, σοσιαλιστικού, κομμουνιστικού εργατικού κινήματος ανάμεσα στις μυλόπετρες των καπιταλιστικών και κρατικών ανταγωνισμών.

Η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι, οι λαοί και η νεολαία των χωρών της Ευρώπης δεν έχουν επομένως κανένα λόγο, κανένα συμφέρον «ουδετερότητας» απέναντι στο απραγματοποίητο ή το πραγματοποιήσιμο μιας εξ ορισμού, εκ γενετής και δια βίου αντιδραστικής ένωσης των ευρωπαϊκών μονοπωλίων και ιμπεριαλιστικών κρατών.

Αντίθετα έχουν κάθε λόγο  να πραγματοποιήσουν το απραγματοποίητο οι ίδιοι… Σαν δικό τους έργο.

Απεγκλωβίζοντας την πολιτική συνείδηση και δραστηριότητά τους από «συμπτωματικές» και «συνώνυμες» επιλογές τμημάτων και πολιτικών δυνάμεων της αστικής τάξης, οικοδομώντας το ριζοσπαστικό – αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο της πολιτικής συνείδησης και δραστηριότητάς τους, αντιτάσσοντας απέναντι στις ενώσεις των εκμεταλλευτών και το σύστημα της εκμετάλλευσης την οργάνωση και την πάλη τους  ως την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, την εργατική – λαϊκή εξουσία.

 

 

 

 


Ακόμα μερικές χιλιάδες σελίδες αντιλαϊκών μέτρων το Σαββατοκύριακο

Ακόμα ένα κοινοβουλευτικό αντιλαϊκό όργιο, από ΕΕ – ΔΝΤ – ΕΚΤ – Γιούρογκρουπ και δε συμμαζεύεται – εγχώριο κεφάλαιο – μονοπώλια – πλουτοκρατία, μαζί με τους αξιοθρήνητους πολιτικούς λακέδες-διαχειριστές τους (συμπολίτευση κι «αντιπολίτευση», «δημοκρατική» και φασιστική, όλο το «καπιταλιστικό τόξο», ανεξάρτητα αν θα σηκώσουν το χεράκι τους ή όχι με μετρημένα τα κουκιά).

Πάει άλλο;

Αν όχι, να κάτι επίκαιρο:

to_psifodeltio_tou_kke_gia_to_dimopsifisma_pic_1

 

ΟΧΙ στην πρόταση ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ

ΟΧΙ στην πρόταση της κυβέρνησης

ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΕ ΜΕ ΤΟ ΛΑΟ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

Με τους εργαζόμενους, τους άνεργους, τη νεολαία στο δρόμο της οργάνωσης και της πάλης για την ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής. Τώρα!