Ο αντιπερισπασμός ενός ξοφλημένου συστήματος ΙΙ

συνέχεια από εδώ

Το σύνθημα για την αντεστραμμένη επανέναρξη της «θεωρίας των άκρων» το έδωσε ο πρωθυπουργός από τις ΗΠΑ, όπου λίγο-πολύ διακήρυξε ότι η εγκληματική, τρομοκρατική, δολοφονική φασιστική δραστηριότητα βρίσκει το «συμμετρικό» της αντίθετο, και επομένως κατ’ αυτόν «ίδιο», στις πολιτικές θέσεις που υποστηρίζουν την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ

…Το νόημα της «θεωρίας των άκρων» σε όλη του τη «μεγαλοπρέπεια»: Μέχρι χθες η νομιμότητα του πολιτικού αγώνα ενάντια σε ΝΑΤΟ και ΕΕ χρησίμευε για τη «νομιμοποίηση» της φασιστικής τρομοκρατίας και των μηχανισμών της. Ξαφνικά από χθες η «αναγνώριση» του εγκληματικού χαρακτήρα  της φασιστικής βίας χρησιμεύει για την «ποινικοποίηση» του πολιτικού αγώνα ενάντια σε ΝΑΤΟ και ΕΕ. Το ότι η ταύτιση, ακόμα και ο απλός «παραλληλισμός», ανάμεσα στους φασιστικούς μηχανισμούς, την αντιανθρώπινη «ιδεολογία» τους και την εγκληματική τους δραστηριότητα (ξυλοδαρμοί, σακατέματα, εμπρησμοί, δολοφονίες κλπ), από τη μια, και στο σύνθημα «ΕΟΚ ΚΑΙ ΝΑΤΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ» και τις πολιτικές (θεωρητικές και πρακτικές) συνέπειες που απορρέουν από αυτό, από την άλλη, είναι ανυπόστατη σε βαθμό γελοιότητας και χλεύης, δεν έχει καμιά σημασία για τους εκφραστές της σύγχρονης «αστικής» ιδεολογίας που αναγκαστικά κινούνται και όλο και περισσότερο θα κινούνται στο δικό τους ξεχωριστό «μήκος κύματος» με τη «λογική» τους να υπαγορεύεται και να οικοδομείται βασισμένη αποκλειστικά στη σκοπιμότητα της διασφάλισης και σταθεροποίησης της ταξικής εξουσίας που υπηρετούν.

 Από εκείνη τη στιγμή μέχρι σήμερα δεν έλειψαν από την πλευρά του κόμματος του πρωθυπουργού οι καταγγελίες κατά του ΣΥΡΙΖΑ ως «ακροαριστερού άκρου» στη βάση ακριβώς αυτής της (ανυπόστατης για τις πολιτικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ) «κατηγορίας»:  Υπηρετείται έτσι, από τη μια, η «μικροκομματική» άμυνα της ΝΔ απέναντι στον κύριο ανταγωνιστή της για της νομή της αστικής διαχείρισης. Υποδεικνύεται, από την άλλη, στον ΣΥΡΙΖΑ, και για λογαριασμό συνολικά της εξουσίας του κεφαλαίου, το όριο το οποίο οφείλει να τηρεί προκειμένου να ελπίζει ότι θα κριθεί αποδεκτός και χρήσιμος διαχειριστής των αντιλαϊκών υποθέσεων του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην περίπτωση που αυτό θα είναι αναγκασμένο στην επιλογή ενός νέου διαχειριστή. Και τέλος παραμένει στο στόχαστρο ο κύριος ουσιαστικός στόχος της στρατηγικής του συστήματος της εκμετάλλευσης: οι πολιτικές δυνάμεις που παλεύουν για την ανατροπή της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, τη ρήξη με τους πολιτικο-οικονομικούς μηχανισμούς κυριαρχίας των μονοπωλίων, την υποταγή της κοινωνικής δραστηριότητας στην ικανοποίηση των αναγκών της εργαζόμενης κοινωνίας κι όχι της χούφτας των εκμεταλλευτών της, την κατάργηση των τελευταίων.

Σχεδόν ταυτόχρονα με τον πρωθυπουργό κι ο υπουργός «προστασίας του πολίτη» εξειδίκευσε τα άμεσα καθήκοντα που απορρέουν από την επικαιροποιημένη εκδοχή της «θεωρίας των άκρων» όπως την προσδιόρισε ο πρωθυπουργός στις ΗΠΑ… Κατ’ αυτόν η «αναγνώριση» της εγκληματικής φασιστικής δραστηριότητας δεν μπορεί παρά -κάτω από τον αφηρημένο κοινό παρονομαστή της «βίας»- να συνιστά την «αναγνώριση» ως «εγκληματικής» κάθε λαϊκής αντίδρασης ενάντια στην πολιτική που συνθλίβει τη ζωή του λαού ανάμεσα στις μυλόπετρες της καπιταλιστικής κρίσης για να την παραδώσει κατόπιν αλεσμένη σαν σκόνη στους φούρνους της επερχόμενης καπιταλιστικής δήθεν ανάπτυξης… Και για να μην παραμείνει έξω από τον κύκλο της «βίας» που έβαλε στο στόχαστρο ο κ. υπουργός ούτε ίχνος λαϊκής αντίδρασης απέναντι σ’ αυτή την πολιτική, στον κατώτατο βαθμό της κλίμακας της «βίας» τοποθέτησε την πιο επιπόλαιη, ανούσια, πολιτικά «καθυστερημένη» και χειραγωγήσιμη μορφή εκδήλωσής «της» όπως είναι το γιαούρτι με το οποίο φιλοδωρεί πού και πού τους αστούς πολιτικούς η προδομένη εκλογική τους πελατεία…

Πράγματι, πόσο απέχει ένα «γιαούρτωμα» από το ναζιστικό ολοκαύτωμα!

***

Έτσι, αφού αρχικά εξαντλήθηκε το «επικοινωνιακό» θέαμα με πρωταγωνιστές τους σιδηροδέσμιους φασίστες ηγήτορες, τα μέσα χειραγώγησης της «κοινής γνώμης» αποδύθηκαν σε μια νέα εκστρατεία που θα μπορούσε να έχει τον τίτλο: «βία, βία, βία, βία, βία, βία, βία, βία, βία και πάλι βία».

Υπό τύπο ιερής εξέτασης οι συναγελαζόμενοι απολογητές του συστήματος της εκμετάλλευσης ζητάνε από τους προσκαλεσμένους τους στα τηλεοπτικά πάνελ δηλώσεις «αποκήρυξης με ναι ή όχι της βίας από όπου και αν προέρχεται».

«Σοβαροί» αρθρογράφοι σαν τον Γιανναρά, στα διαλείμματα των διαλογισμών τους για την Ελλάδα ως κρίκο συνένωσης μιας ανασυσταμένης  οθωμανικής αυτοκρατορίας με την σύγχρονη, ευρωενωσιακή μορφή της «Ιερής Συμμαχίας», επιμένουν ότι τα τελευταία 39 χρόνια την Ελλάδα την κυβερνά η «αριστερά», αδυνατούν να εντοπίσουν την διαφορά ανάμεσα σε όσους «μαχαιρώνουν» και σε όσους δεν «μαχαιρώνουν», και «γκρινιάζουν» για τη νομιμότητα του ΚΚΕ που «καταλύει τη δημοκρατία», την οποία στην πραγματικότητα βαθύτατα περιφρονούν και απεχθάνονται: Στα «όνειρά» τους για την «ελληνορθόδοξη» συνένωση κάποιας νέας οθωμανικής αυτοκρατορίας με τη σημερινή ευρωενωσιακή «Ιερή Συμμαχία» προφανώς δεν χωράει καμία δημοκρατία και, προφανέστερα, κανένα ΚΚΕ…    

Για την αναγόρευση της βίας της εξουσίας σε βία που προφανώς δεν «προέρχεται» από πουθενά, επικαλούνται -όπως ο Πρετεντέρης σε πρόσφατη εκπομπή του– τις «αρχές του διαφωτισμού» που καθιστούν τη βία νομιμοποιημένο κρατικό μονοπώλιο, «νομιμοποιημένο» όμως στο όνομα της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης, τριών λέξεων που πια ο Πρετεντέρης θα δίσταζε να τις προφέρει με την επίγνωση ότι -πρώτον- έχουν γίνει εχθρικές απέναντι στην κοινωνικο-οικονομική τάξη πραγμάτων που υπερασπίζεται και ότι -δεύτερον- η αντιπαραβολή τους με την κοινωνική πραγματικότητα κοστίζει στην επίκλησή τους το αντίτιμο της γελοιοποίησης…

Απλά παραδείγματα τέτοιας τυπικά «νόμιμης» και στην πράξη εχθρικής προς το λαό κρατικής βίας, όπως οι συλλήψεις και εξπρές καταδίκες των μαθητών στη Λαμία,  το βρίσκουν βολικό να τα παρακάμπτουν με φράσεις του είδους: «τι με νοιάζει εμένα τι έγινε στη Λαμία». Στην απλή επισήμανση ότι υπήρξε μια μακρόχρονη περίοδος όπου ήταν παράνομο, και αποτελούσε επομένως «βία», το δικαίωμα στην απεργία -και πόσο μάλλον το απεργιακό δίκαιο της περιφρούρησής της- ενοχλούνται γιατί «τους πάει έναν αιώνα πίσω» τη στιγμή που έναν αιώνα πίσω πάει πραγματικά η κυβερνητική πολιτική τους εργαζόμενους σε όλη την έκταση, τις πλευρές και πτυχές του βίου τους… Στους πιο μοντέρνους, σαν τη Σώτη Τριανταφύλλου, φαίνονται «πολλά τα χρόνια που έχουν περάσει» από το αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ και την «παράνομη» βία που αντέταξε στη «νόμιμη» βία του ιμπεριαλιστικού πολέμου στο Βιετνάμ. Κι όπως ο Πορτοσάλτε στη ραδιοφωνική του συζήτηση με τον Παφίλη, κλείνουν ψυχραμένοι το τηλέφωνο στον καλεσμένο τους όταν αυτός τους θυμίζει τη βαθύτερη δυνατή και υπαρκτή βία, την «προερχόμενη» από την «κανονικότητα» των πραγματικών σχέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας, τη βία της απόλυσης, της ανεργίας, της φτώχιας, του μισθού κάτω από τα όρια της επιβίωσης, της δουλειάς από ήλιο σε ήλιο, χωρίς δικαιώματα…

…Τη βία των πραγματικών σχέσεων για τη διασφάλιση των οποίων είναι θεσμοθετημένη η αστική δημοκρατία. Θεσμοθετημένη –πέρα από την επίδραση που ασκεί πάνω της ο συσχετισμός δύναμης της ταξικής πάλης-  έως το σημείο που αυτή η βία αυτών των πραγματικών σχέσεων και οι ίδιες αυτές πραγματικές σχέσεις δεν τίθενται σε αμφισβήτηση. Σε αμφισβήτηση από τα όργανα πάλης των εργαζομένων, τις μορφές της οργάνωσής τους  που ανταποκρίνονται στην πάλη για την ανατροπή και την αντικατάσταση αυτών των πραγματικών σχέσεων από νέες, και στη διασφάλιση αυτών των νέων πραγματικών σχέσεων από τα ίδια αυτά όργανα πάλης των εργαζομένων που θα έχουν γίνει όργανα της δικής τους δημοκρατίας. Στην ερώτηση αν «καταδικάζετε με ναι ή όχι την βία από όπου κι αν προέρχεται», η απάντηση βρίσκεται σε μια άλλη ερώτηση: «με ναι ή όχι: υπάρχει στην πραγματικότητα ο καπιταλισμός»;


Ο αντιπερισπασμός ενός ξοφλημένου συστήματος Ι

Η «θεωρία των άκρων» δεν είναι βέβαια νέο εφεύρημα. Οι αφετηρίες της ανάγονται στην προπολεμική (πριν τον Β΄ΠΠ) περίοδο και η θεμελίωσή της τουλάχιστον στα «καθ’ ημάς» εντοπίζεται στους τελευταίους μήνες της κατοχής, όταν ο Γ. Παπανδρέου από την «εξορία» του στη Μέση Ανατολή «ταύτιζε» τον λαϊκό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα με τη δράση των δοσιλογικών «ταγμάτων ασφαλείας» αποσκοπώντας στην ποινικοποίηση του πρώτου, τη νομιμοποίηση της δεύτερης και στη μεταπολεμική διασφάλιση της πολιτικής κυριαρχίας της ιμπεριαλιστικής «τάξης πραγμάτων» στη χώρα.

Σε όλες της τις εκδοχές σε αυτό αποσκοπεί η «θεωρία των άκρων», στον πυρήνα της οποίας βρίσκεται η λεκτική ταύτιση του κομμουνισμού με το φασισμό, των αγώνων του λαού για ψωμί, δουλειά, μόρφωση, δικαιοσύνη, ελευθερία με τη δραστηριότητα των μηχανισμών καταστολής, τσακίσματος αυτών των αγώνων, τρομοκράτησης του λαού που αγωνίζεται… Σε όλες της τις εκδοχές αποσκοπεί στην ποινικοποίηση των λαϊκών αγώνων και της κομμουνιστικής προοπτικής, που αποτελεί αντικειμενικά το πολιτικό τους συστατικό, μέσω της (δωρεάν άλλωστε) λεκτικής ταύτισής τους με την εγκληματική δραστηριότητα των στρατιωτικοποιημένων υπερασπιστών του συστήματος της εκμετάλλευσης. Και αντίστροφα, στη νομιμοποίηση  της αντιλαϊκής εγκληματικής δραστηριότητας των δεύτερων μέσω της «ταύτισης» τους με την ιστορικά νόμιμη και νομοτελειακά νικηφόρα ιδεολογία, οργάνωση και δράση του εργατικού κινήματος, με τους αγώνες συνολικά του κινήματος των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας.

Απόδειξη για τα παραπάνω, το ότι κάθε ιστορικός κύκλος της «θεωρίας των άκρων» ως του πολιτικού δόγματος που προσαρμόζουν στις εκάστοτε συνθήκες τα δήθεν «υπεράνω» κάθε κοινωνικοπολιτικής – ταξικής αντιπαράθεσης  πολιτικά επιτελεία της άρχουσας τάξης, καταλήγει τελικά στην αποκάλυψη της δικής τους «ταύτισης» με το ένα «άκρο», αυτό της με κάθε μέσο διασφάλισης του συστήματος της εκμετάλλευσης και της ταξικής εκμεταλλευτικής κυριαρχίας, εναντίον του άλλου «άκρου», του εργαζόμενου λαού που παλεύει για ό,τι δικαιωματικά του ανήκει δηλαδή για τα πάντα. Αυτό συνέβη και στη Γερμανία του μεσοπολέμου με την άνοδο του ναζισμού στην εξουσία, αυτό συνέβη και στον Γ. Παπανδρέου όταν ήρθε από τη Μέση Ανατολή στην  Ελλάδα για να αναλάβει με τη συνεργασία του δοσιλογικού μοναρχοφασιστικού παρακράτους το έργο του τσακίσματος του λαϊκού εθνικοαπελευθερωτικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος. Και στη σύγχρονη ευρωενωσιακή εκδοχή της η «θεωρία των άκρων», με τη μορφή της «ταύτισης» του φασισμού και του κομμουνισμού κάτω από το ιδεολογικό σχήμα του «ολοκληρωτισμού», χρησιμεύει για την απαγόρευση κομμουνιστικών κομμάτων, οργανώσεων και συμβόλων σε μια σειρά χώρες της ΕΕ από τη μια και την αναγόρευση -στις ίδιες χώρες- των συνεργατών του φασισμού σε «υπερασπιστές της δημοκρατίας» από την άλλη.

***

Στην εντελώς πρόσφατη ελληνική της εκδοχή η «θεωρία των άκρων» χρησίμευσε, ιδίως από τις περσινές εκλογές μέχρι και «χθες» , για τη «δικαιολόγηση» και με άλλα λόγια τη «νομιμοποίηση» (και ο όρος, εδώ, δεν χρησιμοποιείται με την στενή τυπική του σημασία) της εγκληματικής δραστηριότητας του ναζιστικού κόμματος – συμμορίας της «χρυσής αυγής». Περισσέψανε όλο αυτό το διάστημα οι «έγκριτες» αναλύσεις για το φυσικό και το αυτονόητο της ύπαρξης ενός μηχανισμού που έχει το «δικαίωμα» να μαχαιρώνει, να σφάζει και να δολοφονεί, να τρομοκρατεί, να καίει, να δέρνει και να σακατεύει, εφόσον η «άλλη πλευρά» έχει το «δικαίωμα» να διαδηλώνει, να απεργεί, να κινητοποιείται, να διεκδικεί τα δικαιώματά της στη δουλειά, τη μόρφωση, την επιβίωση.

…Μέχρις ότου η κλιμάκωση της φασιστικής δραστηριότητας έφτασε σε ένα σημείο όπου η παραπέρα υπόθαλψή της από τους πολιτικούς διαχειριστές και ιδεολογικούς απολογητές της εξουσίας του κεφαλαίου θα ισοδυναμούσε με την χωρίς περιστροφές και συγκαλύψεις αποκάλυψη της ταύτισής τους με αυτήν στο ένα και το αυτό «άκρο» της σύγχρονης ταξικής κοινωνικο-πολιτικής αντιπαράθεσης. Αποκάλυψη όμως πρόωρη και γι’ αυτό προοπτικά επικίνδυνη για τη σταθερότητα της κυριαρχίας τους. Ακολούθησαν λοιπόν τη μοναδική δυνατή επιλογή κάτω από αυτές τις συνθήκες, με τα γνωστά γεγονότα της δικαστικής δίωξης εναντίον στελεχών ή μελών του ναζιστικού κόμματος – συμμορίας.

***

Και μέσα σε μια στιγμή, σαν να έπεσε σύνθημα, το κάλπικο νόμισμα της «θεωρίας των άκρων» γύρισε στην αντίστροφη όψη του.

Ξαφνικά τώρα πια, δεν είναι η δράση του λαϊκού κινήματος, δεν είναι οι αγώνες, οι κινητοποιήσεις, οι διεκδικήσεις των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας που «νομιμοποιούν» την εγκληματική φασιστική δραστηριότητα. Ξαφνικά τώρα είναι η «αναγνώριση» της εγκληματικής δραστηριότητας του φασισμού που χρησιμεύει για την «εγκληματοποίηση», την «ποινικοποίηση» των εργατικών λαϊκών αγώνων

Τα πολιτικά επιτελεία της εκμεταλλευτικής εξουσίας, όντας τα ίδια υπόλογα για τη μακρόχρονη κρατική ανοχή και ιδεολογική κολακεία απέναντι στη φασιστική δραστηριότητα που «μετρά» στο αποτέλεσμά της νεκρούς και σακατεμένους ανθρώπους, αντιλαμβάνονται ότι ακόμα κι αυτός ο στην πραγματικότητα εντελώς επιφανειακός περιορισμός των οργανωτικών μηχανισμών και της δραστηριότητας του φασιστικού παρακράτους (δηλαδή της χωρίς νομικούς περιορισμούς «εκτελεστικής» δύναμης που δρα συμπληρωματικά προς τον αντιλαϊκό κατασταλτικό μηχανισμό του «επίσημου» αστικού κράτους), συνιστά ή μπορεί να καταστεί πραγματικό σύμπτωμα δικής τους οπισθοχώρησης απέναντι στην ανάπτυξη του εργατικού, λαϊκού κινήματος. Κι έτσι η όλο ζήλο από την πλευρά τους «επανεκκίνηση» της «θεωρίας των άκρων» στην αντεστραμμένη της μορφή, εκτός από τυπική λειτουργική προσαρμογή τους και προσαρμογή της σε πολιτικές συνθήκες που από μια ορισμένη άποψη και εξαναγκαστικά γι’ αυτούς άλλαξαν άρδην, εμφανίζεται επίσης σαν αυτό που και πραγματικά είναι: σαν πολιτικά επιθετικός αντιπερισπασμός των πολιτικών διαχειριστών της εκμεταλλευτικής τάξης τη στιγμή που περιέρχονται σε θέση άμυνας…

Κι είναι αυτός ο χαρακτήρας αντιπερισπασμού, που καθιστά την αντεπίθεσή τους, (αντεπίθεση ενός συστήματος που έχει καταδικάσει ολόκληρη κοινωνία σε καθημερινή και χωρίς τέλος αγγαρεία για  τη διατήρηση του πλουτισμού και της εξουσίας μιας φούχτας μονοπωλητών, γι’ αυτό και ενός συστήματος ξοφλημένου), αν και όχι λιγότερο επικίνδυνη, σίγουρα όμως περισσότερο γελοία.

συνεχίζεται


παραλλαγές της «θεωρίας των άκρων»

Πριν από κάθε συζήτηση γύρω από τη «θεωρία των άκρων», πρέπει να είναι ξεκάθαρο ένα: Το αληθινό «άκρο» είναι αυτό, από το οποίο προέρχεται αυτή η θεωρία. Δηλαδή, στα καθ’ ημάς, η κυβέρνηση. Ο αγριότερος «εξτρεμισμός» είναι η κυβερνητική πολιτική, εθνική και διακρατική – ευρωενωσιακή, η ακραία επίθεση κατά των δικαιωμάτων και του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης και του λαού, η πολιτική της οικονομικής βαρβαρότητας την οποία ασκεί η κυβέρνηση ως πολιτικό σώμα στην υπηρεσία του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Τι πιο «φυσικό» αυτή η ακραία κυβερνητική πολιτική, η πολιτική επιβολής ακραίων όρων καπιταλιστικής εκμετάλλευσης των εργαζομένων, η πολιτική επιβεβαίωσης της ακραίας αντίθεσης ανάμεσα στην καπιταλιστική ιδιοποίηση των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων και στην κοινωνική τους φύση, η πολιτική της ακραίας και οριστικής αντιθεσης ανάμεσα στις ανάγκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης και στις ανάγκες ανάπτυξης της κοινωνίας, η πολιτική της ακραίας φτώχιας, ανεργίας κι εξαθλίωσης των εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων, τι πιο «φυσικό» λοιπόν από το να προκαλεί αυτή η εξτρεμιστική αντιλαϊκή πολιτική την αυθόρμητη αντίδραση των εργαζομένων που συνθλιβονται κάτω από το πέλμα της, και την ανάπτυξη της οργανωμένης συνειδητής πάλης τους για την ανατροπή της καθώς και της εξουσίας που την επιβάλλει. Και τι πιο «φυσικό» από το να συνοδεύεται αυτή η «ακραία» πολιτική, η «προορισμένη» να επιβληθεί διά πυρός και σιδήρου, από την ολόπλευρη ένταση του κυβερνητικού αυταρχισμού, όπως εκδηλώθηκε προχθές κατά των εργατών του ναυπηγείου Σκαραμαγκά,   ή όπως σήμερα με το αστυνομικό ανακοινωθέν «απαγόρευσης  συναθροίσεων» στην Αθήνα ενόψει της επίσκεψης Μέρκελ, τι πιο «φυσικό» να συνοδεύεται από την ολόπλευρη ανάπτυξη των μηχανισμών καταστολής και χειραγώγησης των λαϊκών αντιδράσεων «εν τη γενέσει» τους, μέρος των οποίων μηχανισμών αποτελεί και η νεοναζιστική οργάνωση της «Χρυσής  Αυγής». Πριν από κάθε συζήτηση λοιπόν για τη «θεωρία των άκρων» αυτό πρέπει, εισαγωγικά, να έχει ξεκαθαριστεί: Τα «άκρα» είναι από τη μια μεριά η κυβέρνηση ως «πρόσοψη» όλων των πολιτικο – οικονομικών και άλλων μηχανισμών που «εκπροσωπεί» (ΕΕ, ΔΝΤ, ΝΑΤΟ κλπ) και από την άλλη μεριά οι εργαζόμενοι με το κίνημα τους  που αντιτίθενται στην πολιτική της και αγωνίζονται ως την οριστική της ανατροπή. Σε ό,τι λοιπόν αφορά τα εμφανιζόμενα από την κυβέρνηση «άκρα», ανάμεσα στα οποία δήθεν βρισκεται η ίδια ως προστάτης των «δημοκρατικών θεσμών» που στο ονομά τους επιβάλλει την πολιτική εξόντωσης του λαού, το ένα από αυτά είναι, πράγματι, ο λαός. Αυτό πιά δεν το κρύβουν ούτε η ίδια η κυβέρνηση και τα «επικοινωνιακά» της επιτελεία. Όσο για το δεύτερο εμφανιζόμενο από την κυβέρνηση ως «άκρο»,  τον φασισμό, την «Χρυσή Αυγή και όλους τους αθέατους μηχανισμούς κρατικούς και άλλους  που βρίσκονται πίσω της, αυτού του «άκρου» η κυβέρνηση δεν αποτελεί παρά την πολιτική του εμπροσθοφυλακή.

«εσείς είστε το άκρο»

Έτσι ήταν άλλωστε πάντα. Η «δημοκρατία της Βαϊμάρης» την οποία επικαλούνται ξανά και ξανά , γιατί αποτελεί φαίνεται τα απώτατα όρια της ταξικής ιστορικής τους μνήμης, ήταν δημοκρατία θεμελιωμένη μέσα στη λίμνη αίματος των εξεγερμένων Γερμανών εργατών. Για την κατάπνιξη της εξέγερσής τους οι τότε εκφραστές της «θεωρίας των άκρων» στηρίχτηκαν στα στρατιωτικά σώματα τα προδρομικά του ναζισμού και σε όλη τη διάρκεια της «δημοκρατιας» τους δεν έπαυαν να στηρίζονται σε αυτά καθώς και να τα στηρίζουν, εωσότου η ταξική εξουσία του μονοπωλιακού κεφαλαίου  παρέδωσε οριστικά στον ναζισμό την διαχείριση των υποθέσεών της, παροπλίζοντας τους εως χθες πολιτικούς της υπηρέτες,  καταπνίγοντας βάρβαρα τις πολιτικές και συνδικαλιστικές εκφράσεις του κινήματος των εργαζομένων, εξοντώνοντας τους ηγέτες τους και κάθε αγωνιστή,  και επιβάλλοντάς τους την στυγνότερη ιδεολογική – συνειδησιακή και φυσική καταπίεση.

Επαναστάτες στο Βερολίνο με τα όπλα στους ώμους

Σύλληψη Σπαρτακιστή από αντεπαναστάτες, το 1919

Χίτλερ και Χίντεμπουργκ λίγο πριν τη διαδοχή

παιδικό παιχνίδι συνειδησιακής υποδούλωσης

Η σημερινή ιδεολογική επιχείρηση «ταύτισης»του ναζισμού με τον κομμουνισμό, ως «υψηλού επιπέδου» παραλλαγή της «θεωρίας των άκρων», όσο είναι ανιστόρητη, άλλο τόσο είναι χρήσιμη για τους επίσημους εκφραστές της (Συμβούλιο της Ευρώπης κά), οι οποίοι φυσικά όπως πάντοτε έτσι και τώρα γνωρίζουν πιο είναι το «άκρο» που αντιπροσωπεύει κοινά με τους ίδιους ταξικά συμφέροντα και «στρατηγικές» πολιτικές επιδιώξεις, τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις των καπιταλιστικών μονοπωλίων, και ποιά είναι η πλευρά  με την οποία -από κοινού- βρίσκονται αντιμέτωποι. Χρήσιμη λοιπόν γι’ αυτούς ιδεολογική κατασκευή αυτή η «ταύτιση», αφού μέσω αυτής επιχειρείται η ποινικοποίηση της κομμουνιστικής ιδεολογίας και πολιτικής, η ποινικοποίηση της πολιτικής και ιδεολογικής αιχμής του εργατικού κινήματος, ο πολιτικός και ιδεολογικός του αφοπλισμός. Και ταυτοχρονα μέσω της ίδιας ιδεολογικής κατασκευής επιχειρείται να αντληθεί  η «νομιμοποίηση» του φασισμού, ως «ταυτιζόμενου» με την κομμουνιστική ιδεολογία, που ήταν, είναι και θα είναι για πάντα νόμιμη στη συνείδηση των λαών και στη ζυγαριά της Ιστορίας.

Θάνατος στο φασισμό – λευτεριά στο λαό!

Στην Ελλάδα του μεσοπολέμουη «θεωρία των άκρων» ήταν δύσκολο να ευδοκιμήσει ως τέτοια… Όλη η διάρκεια του μεσοπολέμου ήταν περίοδος διχασμού ανάμεσα σε δυο μερίδες της άρχουσας, αστικής τάξης, περίοδος εσωτερικού διχασμού της  τον οποίο η ίδια τον παρουσίαζε και τον επέβαλλε στον λαό στο ως διχασμό «εθνικό», περίοδος διχασμού ανάμεσα στην μερίδα που είχε εξαρτήσει τα επενδυμένα της συμφέροντα στον γερμανικό ιμπεριαλισμό (βασιλικοί) και στην μερίδα της που είχε εξαρτήσει τα συμφέροντά της από τον αγγλικό και τον γαλλικό ιμπεριαλισμό (φιλελεύθεροι). Το να γινόταν λόγος εκείνη την περίοδο για «άκρα» ήταν λίγο δύσκολο, καθώς τα «άκρα» εκπροσωπούνταν από τα επιθετικότερα τμήματα αυτών των δυο μερίδων, που συναγωνίζονταν μεταξύ τους στους τραμπουκισμούς και τις πραξικοπηματικές απόπειρες, και η αστική τάξη δεν αποκαλεί ποτέ ευθέως τον εαυτό της «άκρο». Άλλωστε οι επιφανέστεροι εκπρόσωποί της και των δυο μερίδων δεν έκρυβαν τον θαυμασμό τους για την επικράτηση του φασισμού στην Ιταλία και του ναζισμού στην Γερμανία και αναζητούσαν ανάμεσά τους το πρόσωπο που διέθετε τα «προσόντα» να εφαρμόσει αυτά τα παραδείγματα και στη χώρα μας. Όπως επίσης από κοινού συναγωνίζονταν στην καταδίωξη των ταξικών τους αντίπαλων: των κομμουνιστών και των αγωνιστών του εργατικού κινήματος. Τα «προσόντα» ανακαλύφθηκαν στο πρόσωπο του Μεταξά, για χάρη του οποίου ο Βενιζέλος έκλεισε τον βιολογικό κύκλο της ζωής του αναφωνώντας ως τελευταίες (από πολιτική φυσικά άποψη) λέξεις του τις λέξεις: «Ζήτω ο βασιλεύς!». Ο δε «βασιλεύς» ως όργανο της αγγλικής πολιτικής και ο Μεταξάς ως γερμανόφιλος ανέλαβαν με την μοναρχοφασιστική δικτατορία της 4/8/36 το έργο επίλυσης των εσωτερικών αντιθέσεων της άρχουσας τάξης και της βίαιης κοινωνικής σταθεροποίησης της κυριαρχίας της. Η αστική τάξη ξεπερνούσε τον «διχασμό» της τον ίδιο καιρό που το εργατικό κίνημα κατακτούσε την ενότητά του μέσα στους ταξικούς αγώνες τον Μαη του 1936. Τα «άκρα» διαγράφονταν με ακρίβεια στις πραγματικές κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις τους, και επομένως το ιδεολογικό κατασκεύασμα της  «θεωρίας» τους δεν χωρούσε.

Από το Μάη του ’36 στη Θεσσαλονίκη

Στη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης την «θεωρία των ‘άκρων» εκπροσώπησε επάξια ο «γέρος της δημοκρατίας» Γεώργιος Παπανδρέου: «Κόλασις είναι σήμερον η κατάστασις της πατρίδος μας. Σφάζουν οι Γερμανοί, σφάζουν τα τάγματα ασφαλείας. Σφάζουν και οι αντάρται…«, αναφωνούσε στη διάρκεια της διάσκεψης του Λιβάνου τον Μάιο του 1944, περιγράφοντας με αυτόν τον τρόπο τα όσα συνέβαιναν στην κατεχόμενη Ελλάδα, και παρουσιάζοντας ως εξομοιωμένα «άκρα» τις οργανώσεις της Εθνικής Αντίστασης, τους κατακτητές και τους συνεργάτες τους. Φυσικά ήξερε σε ποιό «άκρο» να αποδώσει τη  ευθύνη: «…Τι θα απομείνη από την άτυχη αυτήν Χώρα;», διερωτόνταν ρητορικά και συνέχιζε: «Η Ευθύνη του ΕΑΜ…» κλπ κλπ αναπτύσσοντας την κατα τη γνώμη του «ευθύνη του ΕΑΜ» για την «κόλαση της κατάστασης στη χώρα», «ποινικοποιώντας» κατ’ ουσίαν τη δράση του και νομιμοποιώντας ουσιαστικά τη δράση των ταγματασφαλιτών και πίσω από αυτούς όλων των συνεργατών του φασισμού, στους οποίους το ΕΑΜ είχε «παραλείψει» να παραχωρήσει  μερίδιο του «εθνικού αγωνος» και οι οποίοι γι’ αυτό καθώς φαίνεται «αναγκάστηκαν» να «σφάζουν» και να επιλέξουν την συνεργασία με τον κατακτητή και την εθνική προδοσία… Δεν θα περάσουν επτά (7) ολόκληροι μήνες από τότε και ο Γ. Παπανδρέου, όχι μόνο στα λόγια αλλά και έμπρακτα, θα επιλέξει σε ποιού «άκρου» το στρατόπεδο ανήκει και απέναντι σε ποιό άκρο στρέφει τις κάνες των όπλων του. Θα είναι πρωθυπουργός, όταν στις 3 Δεκεμβρίου 1944, το δικό του «άκρο» θα ανοίξει πυρ κατά του άοπλου λαού που διαδήλωνε στην Πλατεία Συντάγματος. Κάτω από την λαϊκή κατακραυγή και από πανικό για την τύχη της  μελλοντικής «δημοκρατικής» πολιτικής του καριέρας θα επιχειρήσει να παραιτηθεί, όμως ο Βρετανός πολιτικός του προϊστάμενος δεν θα του το επιτρέψει. Αυτό αργότερα, δεν θα τον εμποδίζει να υπερηφανεύεται για την συμβολή του στην πολιτική της ένοπλης σύγκρουσης κατά του ΕΑΜ. Αμέσως μετά, οι «απόφοιτοι» των Ταγμάτων Ασφαλείας θα εφοδιαστούν από τους Βρετανούς προϊστάμενούς του με τα όπλα του συνθηκολογημένου και αφοπλισμένου εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, και με κρατικές στολές, για να προβούν με αυτά στην επιχείρηση του γενικού εξανδραποδισμού των αγωνιστών του, η οποία και οδήγησε στον εμφύλιο πόλεμο του 1946-1949. Όσο για τον Γ. Παπανδρέου, οι πολιτικοί του προϊστάμενοι τον απαλλάξανε από πρωταγωνιστικούς ρόλους κατά τη διάρκεια αυτής της πιο σκληρής πολιτικο-κοινωνικής σύγκρουσης της ελληνικής Ιστορίας, ώστε μετά το τέλος της να συνεχίσει τον πολιτικό του ρόλο ως της «δημοκρατικής» επιλογής απέναντι στα δυο αντιμαχόμενα «άκρα», κατά την γνωστή ιδεολογική κατασκευή, μέχρι την επιβολή της φασιστικής δικτατορίας 1967-1974.

Οκτώβρης 1944, η Αθήνα ελεύθερη, έργο του Α. Τάσσου

3 Δεκέμβρη του ’44 στην Πλατεία Συντάγματος

4 Δεκέμβρη ’44, η πομπή της κηδείας των νεκρών της χθεσινής μέρας

Έργο του Α. Τάσσου

5 Δεκεμβρίου ’44, οδόφραγμα του ΕΛΑΣ της Αθήνας

Μετά τον αφοπλισμό, Βρετανός αξιωματικός με παρακρατική φασιστική συμμορία

Τα δυο «άκρα», σε διακριτούς ρόλους, στους «παρθενώνες» της «δημοκρατίας»

Στο βουνό με τον Δημοκρατικό Στρατό

Επιστρέφοντας στο παρόν δεν θα έμενε  να πούμε τίποτα άλλο πέρα από όσα ήδη είπαμε εισαγωγικά. Όμως υπάρχει μια ακόμα ενδιαφέρουσα εκδοχή της «θεωρίας των άκρων» προερχόμενη αυτή την φορά από τη «Χρυσή Αυγή»: «ΟΥΤΕ ΜΑΡΞ ΟΥΤΕ ΡΟΚΦΕΛΕΡ» κραυγάζει η ιστοσελίδα της προσδιορίζοντας τα κατά την «ΧΑ» δυο «άκρα» έναντι τον οποίων το κόμμα – συμμορία βρίσκεται, υποτίθεται, αντιμέτωπο ή έναντι των οποίων, ενδεχομένως φιλοδοξεί να εμφανιστεί ως η «κεντρώα» (!!!) παράταξη κατά το πρότυπο του «γέρου της δημοκρατίας» στο οποίο αναφερθήκαμε νωρίτερα… Όπως όμως και οι λοιποί εκφραστές του ιδεολογικού κατασκευάσματος της «θεωρίας των άκρων»  γνωρίζουν με ποιο «άκρο» διαγκωνίζονται για τη διαχείριση των ίδιων ταξικών συμφερόντων, με πιο «άκρο» εκπροσωπούν τα ίδια ταξικά συμφέροντα είτε από κοινού είτε χωριστά,  και ποιο «άκρο»  βρίσκεται στο στόχαστρο της πολιτικής τους, έτσι και η «Χρυσή  Αυγή» γνωρίζει πολύ καλά με ποιού το μέρος είναι στην «διαμάχη» μεταξύ «Μαρξ και Ροκφέλερ». Ακριβέστερα, γνωρίζει πολύ καλά, ότι όπως ακριβώς οι πολιτικοί υπάλληλοι της «δημοκρατικής» εκδοχής της εξουσίας του Ροκφέλερ και κάθε Ροκφέλερ αποτελούν τη δική της πολιτική εμπροσθοφυλακή, έτσι κι η ίδια αποτελεί την ωμή, στυγνή και απροσχημάτιστη εκδοχή της εξουσίας τους στην περίπτωση που η πολιτική της εμπροσθοφυλακή αδυνατεί πια να διαχειριστεί τις υποθέσεις αυτής της εξουσίας με «δημοκρατικό» πρόσχημα. Οι πρόεδροι έρχονται και παρέρχονται, η αστική δημοκρατία κι ο φασισμός εναλλάσσονται, αλλά τα καπιταλιστικά μονοπώλια μένουν και ισχυροποιούν και με τις δυο μορφές την εξουσία τους.

Και σε τελική ανάλυση, είναι για μια φασιστική οργάνωση σαν την «Χρυσή Αυγή», ατυχής η επιλογή του Ροκφέλερ ως προσωποποίησης του «άκρου» που αποποιείται… Από το βιβλίο του Charles Higham «Αμερικανο-ναζιστική συνομωσία»,  αντιγράφω ένα απόσπασμα, πρόχειρα (σελ. 48) καθώς ολόκληρο το βιβλίο περιέχει  πληθώρα ανάλογων ιστορικών στοιχείων: «Όσο ζύγωνε ο πόλεμος τόσο περισσότερο ενισχύονταν οι δεσμοί ανάμεσα στους Ροκφέλερ και στη ναζιστική κυβέρνηση. Το 1936 η τράπεζα Τζ. Χένρι Σρέντερ της Νέας Υόρκης συνεταιρίστηκε με τους Ροκφέλερ. Η «Σρέντερ, Ροκφέλερ και Σια, Ίδρυμα Τραπεζικών Επενδύσεων», ιδρύθηκε σαν μέρος μιας ευρύτερης εταιρίας που -όπως αποκάλυψε το περιδικό Τάιμ- ήταν το «οικονομικό προπύργιο του Άξονα Ρώμης – Βερολίνου». Μεταξύ των συνεταίρων της Σρέντερ, Ροκφέλερ και Σια περιλαμβάνονταν ο Έιβερι Ροκφέλερ, ανιψίος του Τζον Ντ. Ροκφέλερ, ο βαρόνος Μπρούνο φον Σρέντερ στο Λονδίνο και ο Κουρτ φον Σρέντερ της Τράπεζας Διεθνών Διευθετήσεων και της Γκεστάπο στην Κολωνία. Ο Έιβερι Ροκφέλερ είχε το σαράντα δύο τα εκατό της εταιρίας Σρέντερ, Ροκφέλερ και Σια, ενώ ο βαρόνος Μπρούνο και ο ναζί εξάδελφός του το σαράντα εφτά τοις εκατο. Δικηγόροι τους ήταν ο Τζον Φόστερ Ντάλες και ο Άλεν Ντάλες του δικηγορικού γραφειου Σάλιβαν και Κρόμγουελ. Ο Άλεν Ντάλες (που υπηρέτησε αργότερα στην Υπηρεσία Στρατηγικών Επιχειρήσεων) βρισκόταν στο διοικητικό συμβούλιο του Σρέντερ. Υπήρχαν επίσης κι άλλες διασυνδέσεις που ένωναν το παρισινό υποκατάστημα της Τσέιζ με την Σρέντερ καθώς και με τη φιλοναζιστική Γουόρμς Μπανκ και τη Στάνταρντ Όιλ του Νιου Τζέρσει στη Γαλλία…»  …’Οπως και να συνεχίζεται η ιστορία (και η συνέχειά της είναι συναρπαστική), ανάμεσα στους συνεταίρους των ναζί ήταν σίγουρα ο Ροκφέλερ, και σίγουρα επίσης δεν ήταν ανάμεσά τους ο Μαρξ…

*

Όπως λέει ένα γνωστό ρητό,  μπορούν να εξαπατούν λίγους για πολύ, πολλούς για λίγο, αλλά ποτέ όλους για πάντα. Το γνωρίζουν, γι’ αυτο και δεν ποντάρουν στην εξαπάτηση, γι’ αυτό και η φασιστική οργάνωση της «Χρυσής Αυγής» συνεχίζει την τρομοκρατική της δραστηριότητα, σαν την προχθεσινή άγρια εγκληματική επίθεσή της εναντίον δυο Πακιστανών εργατών και την καταστροφή του μαγαζιού (πλυντηρίου αυτοκινήτων) οπου εργάζονταν στην περιοχή του Λαυρίου, την οποία το Εργατικό Κέντρο Λαυρίου καταδίκασε με ανακοίνωσή του καταγγέλλοντας και την αστυνομία που διευκόλυνε με την απραξία της τους δράστες της τρομοκρατικής επίθεσης να διαφύγουν από την περιοχή. Γι’ αυτό και οι επίσημες κρατικές κατασταλτικές δυνάμεις έχουν από χρόνια αρχίσει να εκπαιδεύονται σε ασκήσεις καταστολής διαδηλωτών, όπως στην άσκηση «Ευρώπη 2008» στο πλαίσιο της «Κοινής Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Αμυνας», όπου οι στρατονόμοι εκπαιδευόμενοι ασκούνταν στην καταστολή αστυνομικών που υποδύονταν τους διαδηλωτές, κρατώντας πανώ με το εύγλωττο για τους στόχους της άσκησης σύνθημα «EU – Ευρωπαϊκή Ένωση – Go Home!» Οι εργαζόμενοι δεν αρκεί να υπολογίζουν στην διάψευση και ακύρωση των μηχανισμών της εξαπάτησης, είτε αυτή έχει τη μορφή της «θεωρίας των άκρων» είτε οποιαδήποτε άλλη μορφή. Αλλά πρέπει να οργανώνουν το περιεχόμενο και τις μορφές της πάλης τους, ώστε να εξουδετερώσουν στην πράξη τους αντιλαϊκούς σχεδιασμούς, όταν η επιχείρηση της ιδεολογικής χειραγώγησης θα έχει σταματήσει να αποδίδει καρπούς…