Μια μικρή ιστορία θεωρίας και πράξης

ο ένας πάντα πιο φτωχός κι ο άλλος πλουταίνει

γρανάζια του εμπορεύματος κι οι δυο

μόνο που του ενός του αρέσει να χοντραίνει

ενώ τον άλλονε τον σκιάζει το χτικιό

*******************************************************

Το θέμα αυτής της ανάρτησης φαίνεται εκ πρώτης όψεως αδιάφορο. Όμως παλιότερα με έχει απασχολήσει ιδεολογικά. Και φαντάζομαι ότι μάλλον δεν είμαι ο μόνος κι ότι η ενασχόληση με αυτό όλο και αναπαράγεται.

Το θέμα ανάγεται σε αυτό, δηλαδή στο κόμμα, που ο Λένιν όριζε σαν συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό:

«…Σοσιαλδημοκρατία είναι η συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό και καθήκον της είναι όχι να υπηρετεί παθητικά το εργατικό κίνημα σε κάθε ξεχωριστό στάδιό του, αλλά να εκπροσωπεί τα συμφέροντα όλου του κινήματος στο σύνολό του, να υποδείχνει σ’ αυτό το κίνημα τον τελικό του σκοπό, τα πολιτικά του καθήκοντα, να περιφρουρεί την πολιτική και ιδεολογική του αυτοτέλεια. Αποσπασμένο από τη σοσιαλδημοκρατία, το εργατικό κίνημα εκφυλίζεται κι αναπόφευχτα πέφτει στον αστισμό: διεξάγοντας μόνο οικονομική πάλη, η εργατική τάξη χάνει την πολιτική της αυτοτέλεια, γίνεται ουρά άλλων κομμάτων, προδίνει τη μεγάλη υποθήκη: «η απελευθέρωση των εργατών πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργατών»…» [1]

Συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό. Δηλαδή συνένωση του αυθορμητισμού και της πρακτικής πάλης, που εκπροσωπείται «εξ ορισμού» από το εργατικό κίνημα, με την επιστήμη του σοσιαλισμού, που «εξ ορισμού» εκπροσωπείται από τμήμα της – αστικής στην αρχική προέλευσή της – διανόησης. Δηλαδή, με μια εντελώς αφαιρετική και εντελώς σχηματική διατύπωση, συνένωση της πράξης με τη θεωρία. Μια συνένωση που, υποθέτω, δεν «ολοκληρώνεται» στην αφετηριακή στιγμή της πραγμάτωσής της αλλά αποτελεί προτσές. Το οποίο θα πρέπει να περνά μια σειρά διακυμάνσεων, μια σειρά ακόμα και αντιστροφών σε πλευρές των όρων του, και θα πρέπει να τείνει σε μια μορφή συγχώνευσής τους έστω και μόνο για τον αντικειμενικό λόγο, ότι το μορφωτικό επίπεδο της εργατικής τάξης τείνει να ανεβαίνει ενώ η διανόηση τείνει να προλεταριοποιείται. Δυο τάσεις, βέβαια, οι οποίες περιέχουν χαρακτηριστικά που με διάφορους τρόπους τείνουν κι αυτά να τις αντισταθμίζουν, αλλά ας μείνουμε σε αυτά τα γενικά, και στο ότι η ίδια αυτή συνένωση συνιστά μια «ενότητα αντιθέτων» κι ότι έχει τη δική της κίνηση.

Μια μικρή προσωπική, βιωματική περιγραφή της στιγμής όπου αυτή η συνένωση πραγματώνεται, δίνει ο Ένγκελς (τα έντονα στοιχεία δικά μου): [2]

«…Ο Χάινριχ Μπάουερ, από τη Φραγκονία, ήταν τσαγκάρης. Ηταν ένας ζωηρός, ξύπνιος, καλαμπουρτζής, μικρόσωμος άντρας. Στο μικρό του σώμα όμως κρυβόταν πολύ μυαλό και αποφασιστικότητα. Οταν έφτασε στο Λονδίνο, όπου ο Σάπερ, που ήταν στοιχειοθέτης στο Παρίσι, προσπαθούσε να συντηρηθεί δίνοντας μαθήματα ξένων γλωσσών, ξανασύνδεσαν πάλι οι δυο τους τα κομμένα νήματα της Ενωσης και έκαναν τώρα το Λονδίνο κέντρο της Ενωσης. Σ’ αυτούς τους δυο προστέθηκε εδώ, αν όχι από νωρίτερα κιόλας στο Παρίσι, ο Γιόσεφ Μολ, ρολογάς από την Κολωνία… Γνώρισα και τους τρεις το 1843 στο Λονδίνο. Ηταν οι πρώτοι επαναστάτες προλετάριοι που είδα. Και όσο και αν απέκλιναν τότε οι απόψεις μας στις λεπτομέρειες – γιατί τότε αντιπαρέθετα στο δικό τους στενοκέφαλο ισοπεδωτικό κομμουνισμό ακόμα μια γερή δόση από εξίσου στενοκέφαλη δική μου φιλοσοφική οίηση – δε θα ξεχάσω όμως ποτέ την επιβλητική εντύπωση που έκαναν σε μένα αυτοί οι τρεις αληθινοί άντρες, σε μένα που τότε μόλις πάσχιζα να γίνω άντρας…»

…Και αναζητώντας μια πλευρά αυτής της «φιλοσοφικής οίησης», για την οποία κάνει λόγο ο Ένγκελς, μπαίνουμε και στο κυρίως θέμα μας. Όχι ακόμα στην «οίηση» καθαυτή, αλλά πρώτα στη φιλοσοφική της βάση, που από μόνη της δεν συνιστά καμιά «οίηση». Και για να (προσπαθήσω να) είμαι… εμβριθέστερος: Σε μια πρόσφατη συζήτηση σε άλλο διαδικτυακό χώρο συνειδητοποίησα την πλευρά από την οποία μπορεί να προέρχεται ο χαρακτηρισμός του μηχανιστικού, του μη-διαλεκτικού υλισμού ως «μεταφυσικού υλισμού»: Η μηχανική μετάβαση από τη φύση και από τα επιστημονικά διδάγματα που την αφορούν, στην ανθρώπινη κοινωνία και ιστορία, και η μηχανική εφαρμογή τους  σε αυτήν, ίσως δικαιώνει αυτόν τον αρχικό χαρακτηρισμό.Όμως το περιεχόμενό του, από εκεί και πέρα, εκτείνεται και σε άλλων ειδών ανάλογες μηχανικές «μεταβάσεις»: π.χ. από τη φιλοσοφία στην πολιτική θεωρία και στην πρακτική πάλη. Μια τέτοιου είδους μετάβαση είναι αυτή που πρέπει να συνιστά και τη «φιλοσοφική οίηση», για την οποία μιλά ο Ένγκελς, και που ένα δείγμα της θα αποτελέσει και το κυρίως θέμα μας στη συνέχεια, μετά από αυτή τη μεγάλη εισαγωγή.

Και ξεκινάμε από την φιλοσοφική βάση του θέματος και της μετέπειτα «οίησης»:

Το 1844, έναν χρόνο μετά από την παραπάνω πρώτη συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοασιαλισμό, όπως την περιγράφει σε προσωπικό επίπεδο ο Ένγκελς, ο ίδιος μαζί με τον Μαρξ δημοσιεύουν την «Αγία Οικογένεια». Από αυτήν αντιγράφω το παρακάτω μικρό απόσπασμα του Μαρξ, όπως παρατίθεται από τον Λένιν στα «Φιλοσοφικά τετράδιά» του: [3]

«…Η εύπορη τάξη και η τάξη του προλεταριάτου αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση. Η πρώτη όμως τάξη σ’ αυτή την αυτοαλλοτρίωση αισθάνεται τον εαυτό της ικανοποιημένο κι εδραιωμένο, δέχεται την αλλοτρίωση σαν απόδειξη της δικής της δύναμης και αποκτάει μέσα σ’ αυτή την αλλοτρίωση την επίφαση μιας ανθρώπινης ζωής. Η δεύτερη τάξη σ’ αυτή την αλλοτρίωση αισθάνεται τον εαυτό της αφανισμένο, βλέπει σ’ αυτή την αδυναμία της και την πραγματικότητα μιας απάνθρωπης ζωής. Η τάξη αυτή, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Χέγγελ, είναι μέσα στα πλαίσια της αθλιότητας η εξέγερση ενάντια σ’ αυτή την αθλιότητα, η εξέγερση που προκαλείται αναγκαστικά μέσα σ’ αυτή την τάξη από την αντίθεση ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση της και στις συνθήκες ζωής αυτής της τάξης, οι οποίες αποτελούν μια καθαρή, αποφασιστική και ολοκληρωτική άρνηση αυτής της ίδιας της φύσης.  Έτσι στα πλαίσια γενικά του ανταγωνισμού ο ατομικός ιδιοκτήτης αποτελεί τη συντηρητική πλευρά και ο προλετάριος την καταστρεπτική. Από τον πρώτο πηγάζει η δράση που αποσκοπεί στη διατήρηση του ανταγωνισμού, από το δεύτερο η δράση που αποσκοπεί στην εξάλειψη του ανταγωνισμού…»

Αυτή είναι η φιλοσοφική βάση του θέματος. Και συγκεκριμένα η φιλοσοφική βάση συνίσταται στο γεγονός ότι και οι δυο πόλοι της ταξικής  αντίθεσης «αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση». Και στο ότι στα ιστορικά καθήκοντα του προλεταριάτου ανήκει η εξάλειψη του ταξικού ανταγωνισμού και, μέσω αυτής, η εξάλειψη της ανθρώπινης αυτοαλλλωτρίωσης γενικά.

Σε αυτό συνίσταται η φιλοσοφική βάση. Σε τι, όμως, συνίσταται η «φιλοσοφική οίηση»;

Το 1845, έναν χρόνο μετά την «Αγία Οικογένεια», τυπώνεται το βιβλίο του Ένγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» (ένα έργο που, παρεμπιπτόντως, μάς λείπει το σύγχρονο αντίστοιχό του για την κατάσταση της εργατικής τάξης είτε στην Αγγλία είτε στην Ελλάδα είτε παντού). Στις τελευταίες σελίδες αυτού του βιβλίου ο Ένγκελς γράφει: [4]

«…Από την άποψη αρχών, ο κομμουνισμός τοποθετείται πάνω απ’ τον ανταγωνισμό της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Αναγνωρίζει στον ανταγωνισμό την ιστορική του σημασία για τη σύγχρονη περίοδο, μα δεν τον θεωρεί δικαιολογημένο για το μέλλον. Θέλει να καταργήσει αυτόν ακριβώς τον ανταγωνισμό. Κατά συνέπεια όσο υπάρχει αυτή η διαίρεση, αναγνωρίζει ασφαλώς σαν αναγκαία την οργή του προλεταριάτου ενάντια στους καταπιεστές του, αναγνωρίζει σ’ αυτήν τον ισχυρότερο μοχλό του εργατικού κινήματος στο ξεκίνημά του. Ξεπερνά όμως αυτή την αγανάκτηση, γιατί εκπροσωπεί την υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας κι όχι μονάχα την υπόθεση των εργατών. Άλλωστε δεν έρχεται στη σκέψη κανενός κομμουνιστή ν’ ασκήσει μια προσωπική εκδίκηση ή να πιστέψει κατά γενικό τρόπο, ότι ο αστός μπορεί ατομικά στις σύγχρονες συνθήκες να ενεργήσει διαφορετικά απ’ ό,τι κάνει. Ο αγγλικός σοσιαλισμός, (δηλαδή ο κομμουνισμός), στηρίζεται ακριβώς σ’ αυτή την αρχή της ανευθυνότητας του ατόμου. Όσο περισσότερο οι Άγγλοι εργάτες θ’ αφομοιώνουν τις σοσιαλιστικές ιδέες, τόσο περισσότερο η τωρινή έξαψή τους, που σε τίποτα δε θα οδηγούσε αν θα παράμενε τόσο βίαιη όσο σήμερα, θα καθίσταται περιττή, και τόσο περισσότερο τα επιχειρήματά τους ενάντια στην αστική τάξη θα χάνουν σε βιαιότητα και αγριότητα. Γενικά, αν θα ήταν δυνατό να καταστεί κομμουνιστικό το σύνολο του προλεταριάτου προτού ξεσπάσει η πάλη, η τελευταία θα εξελισσόταν πολύ ήρεμα, αλλά αυτό δεν είναι πια δυνατό. Είναι ήδη πολύ αργά για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Πιστεύω ωστόσο ότι, προσμένοντας πως δεν θα εκραγεί εντελώς ανοιχτά και άμεσα αυτός ο πόλεμος των φτωχών ενάντια στους πλούσιους (που στο εξής είναι αναπόφευκτος στην Αγγλία), στο μεταξύ θα συντελεστεί στο προλεταριάτο αρκετό ξεκαθάρισμα αντιλήψεων πάνω στο κοινωνικό πρόβλημα, ώστε με τη βοήθεια των γεγονότων το κομμουνιστικό κόμμα να είναι σε θέση μέσα στην πορεία να υπερισχύσει των θηριώδικων στοιχείων της επανάστασης και να μπορέσει έτσι ν’ αποφύγει μια ενάτη Θερμιδόρ. Άλλωστε η πείρα των Γάλλων δεν πήγε χαμένη, η πλειοψηφία των Άγγλων χαρτιστών είναι από κιόλας τώρα κομμουνιστές. Και καθώς ο κομμουνισμός τοποθετείται υπεράνω του ανταγωνισμού ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, θα είναι πιο εύκολο στην καλύτερη φράξια της αστικής τάξης – που δυστυχώς είναι τρομακτικά περιορισμένη και δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα μπορέσει να στρατολογήσει νέες δυνάμεις έξω απ’ τη νέα γενιά – να συνενωθεί με τον κομμουνισμό παρά με το χαρτισμό, που είναι αποκλειστικά προλεταριακός. (…)  Όμως συνεχίζω να το υποστηρίζω: ο πόλεμος των φτωχών ενάντια στους πλούσιους, που ξετυλίγεται τώρα κατά τρόπο σποραδικό και έμμεσο, θα διεξαχτεί κατά τρόπο γενικό, ολοκληρωτικά γενικό, και άμεσο σ’ όλη την Αγγλία. Είναι πολύ αργά για μια ειρηνική λύση. Η άβυσσος που χωρίζει τις τάξεις σκάβεται όλο και πιο πολύ, το πνεύμα αντίστασης διεισδύει όλο και πιο πολύ στους εργάτες, και ο ερεθισμός γίνεται όλο και πιο έντονος. Οι απομονωμένες αψιμαχίες των ατάκτων συγκεντρώνονται για να μετατραπούν σε σημαντικότερες μάχες και διαδηλώσεις, και σε λίγο θα είναι αρκετή μια ελαφριά σύγκρουση για να ξαπολυθεί η χιονοστιβάδα. Και τότε στ’ αλήθεια θ’ αντηχήσει πάνω απ’ όλη τη χώρα η πολεμική κραυγή: «Πόλεμος στα παλάτια, ειρήνη στις καλύβες!» Θα είναι όμως τότε πολύ αργά για να μπορέσουν οι πλούσιοι να προφυλαχτούν.»

Σχετικά με το παραπάνω απόσπασμα, θα είχα να παρατηρήσω, ότι η αποκάλυψη της «φιλοσοφικής οίησης» που το διαπερνά, θεμελιωμένη στη θέση ότι ο κομμουνισμός «εκπροσωπεί την υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας», στη θέση ότι (αφού «η εύπορη τάξη και η τάξη του προλεταριάτου αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση»… «άρα» λοιπόν) «ο κομμουνισμός τοποθετείται υπεράνω του ανταγωνισμού ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη», δεν θεμελιώνει θεωρητικά, με τη σειρά της, την αντικατάστασή της από κάποια αντίστροφη «οίηση», όπως π.χ. από την οίηση «της έξαψης» εκείνου του είδους ή της μορφής «που σε τίποτα δε θα οδηγούσε αν θα παράμενε τόσο βίαιη όσο σήμερα», δηλ. όσο τότε που διατυπώθηκαν τα παραπάνω με αυτή τη μορφή στο συγκεκριμένο απόσπασμα.

Δεύτερη παρατήρηση, ωστόσο, ότι δεν μπορεί παρά «κάτι» να υπάρχει σ’ αυτή την αποκάλυψη που να αποτελεί δίδαγμα, τουλάχιστον ως προς τη σχέση θεωρίας και πράξης, αν και δεν θα επιχειρήσω εδώ αυτό το κάτι να το ανακαλύψω…  Και τρίτη παρατήρηση: Καλώς ή κακώς, δεν θα υπήρχε περίπτωση να αποτολμήσω ο ίδιος αυτή την αποκάλυψη του περιεχομένου – ή μιας του πλευράς – της «φιλοσοφικής οίησης» για την οποία γίνεται λόγος από την εισαγωγή ακόμα αυτού του κειμένου. Δεν θα την αποτολμούσα και μάλλον δεν θα είχα οδηγηθεί σε αυτή την αποκάλυψη, αν δεν είχε προβεί ο ίδιος ο Ένγκελς σ’ αυτήν, μισό αιώνα αργότερα από την πρώτη έκδοση της «Κατάστασης της εργατικής τάξης στην Αγγλία».

Από τον πρόλογο λοιπόν του Ένγκελς στη γερμανική έκδοση του 1892 του ίδιου βιβλίου, αντιγράφω και τελειώνω μ’ αυτό:

«…Ίσως να μη χρειάζεται να σημειώσω ότι η γενική θεωρητική άποψη αυτού του βιβλίου – στο φιλοσοφικό, οικονομικό και πολιτικό πεδίο – δε συμπίπτει ακριβώς με τη σημερινή μου θέση. Στα 1844 δεν υπήρχε ακόμα ο νεώτερος διεθνής σοσιαλισμός, που κυρίως και σχεδόν αποκλειστικά τα έργα του Μαρξ θα τον μετάτρεπαν  στο αναμεταξή σε αληθινή επιστήμη. Το βιβλίο μου δεν εκπροσωπεί παρά μια απ’ τις φάσεις της εμβρυακής ανάπτυξης αυτού του σοσιαλισμού. Κι όπως το ανθρώπινο έμβρυο, στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του, συνεχίζει πάντα ν’ αναπαράγει τις σειρές τα βράγχια των προγόνων μας των ψαριών, το βιβλίο αυτό αποκαλύπτει παντού μια απ’ τις πηγές του σύγχρονου σοσιαλισμού, έναν απ’ τους προγόνους του: την κλασική γερμανική φιλοσοφία. Είναι ο λόγος για τον οποίο επιμένω – κυρίως στο τέλος – στη βεβαίωση ότι ο κομμουνισμός δεν είναι μονάχα απλά η θεωρία του κόμματος της εργατικής τάξης, μα μια θεωρία που η τελική της επιδίωξη είναι ν’ απελευθερώσει το σύνολο της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των καπιταλιστών, απ’ τις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες που την πνίγουν. Αυτό είναι αλήθεια στο θεωρητικό πεδίο, στο πρακτικό όμως είναι ολότελα άχρηστο και καμιά φορά κάτι χειρότερο. Όσο οι κατέχουσες τάξεις, όχι μονάχα δε θα νιώθουν οποιαδήποτε ανάγκη απελευθέρωσης, μ’ ακόμα θ’ αντιταχθούν με όλες τους τις δυνάμεις στην απελευθέρωση των εργαζομένων με τις ίδιες τους τις δυνάμεις, η εργατική τάξη θα βρεθεί αναγκασμένη ν’ αναλάβει και να πραγματοποιήσει μόνη την κοινωνική επανάσταση. Οι Γάλλοι αστοί του 1789 κήρυσσαν κι αυτοί, ότι η απελευθέρωση της αστικής τάξης εσήμαινε τη χειραφέτηση ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, όμως η τάξη των ευγενών και  ο κλήρος το αρνιόταν.  Αυτή η βεβαίωση – μ’ όλο που υπήρξε σ’ αυτή την εποχή, σχετικά με τη φεουδαρχία μια αδιαμφισβήτητη αφηρημένη ιστορική αλήθεια – θα εκφυλιστεί σε λίγο σε μια καθαρά συναισθηματική διατύπωση και θα εξατμιστεί ολοκληρωτικά μέσα στην έκρηξη των επαναστατικών αγώνων. Σήμερα δεν είναι λίγοι εκείνοι που, απ’ το ύψος μιας αμερόληπτης άποψης, κηρύσσουν στους εργάτες ένα σοσιαλισμό που υψώνεται πάνω από τις αντιθέσεις των τάξεων και των ταξικών αγώνων. Είναι όμως είτε νεοφώτιστοι που έχουν ακόμα να μάθουν πάρα πολλά, ή διαφορετικά οι χειρότεροι εχθροί των εργαζομένων, λύκοι μεταμορφωμένοι σε πρόβατα…»

===========================================================================

[1] Β. Ι. Λένιν: «Τα ζωτικά καθήκοντα του κινήματος», από τη μπροσούρα «Για το Προλεταριακό Κόμμα Νέου Τύπου», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»  Ριζοσπάστης 25 Γενάρη 2004

[2] Φ. Ένγκελς: «Για την ιστορία της Ενωσης των Κομμουνιστών», Ριζοσπάστης 9 Γενάρη 2011

[3] Λένιν, άπαντα, τόμος 29, σελ 11-13, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

[4] Φ. Ένγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», Μέρος Β΄, δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1989, εκδόσεις Δημιουργία, σελ. 232-234

[5] στο ίδιο, σελ. 275-277. Στον ίδιο πρόλογο του 1892 ο Ένγκελς στη συνέχεια γράφει επίσης (και το παραθέτω εν μέρει λόγο του ενδιαφέροντός του κι εν μέρει λόγω συνάφειας με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω):

«…Στο κείμενο, η διάρκεια του κύκλου των μεγάλων βιομηχανικών κρίσεων καθορίζεται σε πέντε χρόνια. Αυτή ήταν πραγματικά η περιοδικότητα που φαινόταν να προκύπτει απ’ την πορεία των γεγονότων ανάμεσα στα χρόνια 1825 ως το 1842. Η ιστορία όμως της βιομηχανίας απ’ τα 1842 ως τα 1868 απόδειξε ότι η πραγματική περίοδος είναι μιας δεκαετίας, ότι οι ενδιάμεσες κρίσεις ήσαν δεύτερης κατηγορίας, που όλο και πιο πολύ εξαφανίστηκαν απ’ το 1842. Απ’ τα 1868 τα πράγματα άλλαξαν ξανά, και γι’ αυτό θα μιλήσουμε στη συνέχεια.    

Δε διανοήθηκα ν’ αφαιρέσω απ’ το κείμενο τις πολυάριθμες προφητείες, ιδιαίτερα εκείνη που προφήτευε μια άμεση κοινωνική επανάσταση στην Αγγλία, και που τότε μού ενέπνεε η νεανική μου φλόγα.  Δεν έχω κανένα λόγο να ζητήσω να στολιστούμε – εγώ και το έργο μου – με προτερήματα που τότε δεν τα είχαμε. Εκείνο που είναι το εκπληκτικό, δεν είναι το ότι πολλές απ’ αυτές τις προφητείες δεν πραγματοποιήθηκαν, μα πιότερο ότι μια σειρά άλλες αποδείχτηκαν σωστές κι ότι η περίοδος κρίσης για την αγγλική βιομηχανία – συνέπεια του ηπειρωτικού συναγωνισμού και ιδίως του αμερικανικού – που προέβλεπα τότε σε ένα πολύ κοντινό μέλλον, έφτασε πραγματικά…» 


Η Ρόζα Λούξεμπουργκ για τον «αριθμό των συνδικαλισμένων εργατών»

Το γαλλικό απεργιακό κύμα ενάντια στα νομοθετικά σχέδια που μεθοδεύει ο γνωστός και μη εξαιρετέος «άνεμος Ολάντ» για να πλήξουν τις εργασιακές σχέσεις, έχει τροφοδοτήσει μια σειρά συζητήσεις, συγκρίσεις με την ελληνική πραγματικότητα κλπ.

Το θέμα αυτής της ανάρτησης αφορά μόνο ένα από τα ζητήματα που μπήκαν στην όλη συζήτηση, το ζήτημα του «αριθμού των συνδικαλισμένων εργατών». Δεν θα βάλω δικές μου απόψεις, θα δανειστώ μόνο ορισμένα σύντομα αποσπάσματα από το βιβλίο της Ρόζας Λούξεμπουργκ «Μαζική απεργία, κόμμα, συνδικάτα» (εκδόσεις Κορόντζη, σελ. 93-98), στα οποία αναδείχνεται πώς αντιμετώπιζε το ζήτημα η Ρ.Λ. στις συνθήκες της Γερμανίας την περίοδο της ρωσικής επανάστασης του 1905. Συνθήκες σαφώς «διαφορετικές» από τις σημερινές, σε Γαλλία και Ελλάδα, γεγονός όμως που δεν αναιρεί έναν ορισμένο κρίσιμο και ικανό βαθμό γενίκευσης τον οποίο επιδέχονται οι θέσεις τις οποίες εκφάζονται στο συγκεκριμένο έργο. Που, φυσικά, για το σχηματισμό μιας ολοκληρωμένης αντίληψης γύρω από αυτό και την ένταξη σε αυτό του αποσπάσματος που ακολουθεί, θα πρέπει να διαβαστεί ολόκληρο.

***

     «Εδώ και 30 χρόνια τα γερμανικά συνδικάτα αριθμούσαν 50.000 (μέλη): αριθμός που ολοφάνερα, σύμφωνα με τα προηγούμενα κριτήρια, δεν επέτρεπε ούτε σκέψη για μαζική απεργία. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα τα συνδικάτα ήτανε 8 φορές πιο ισχυρά και αριθμούσαν 237.000 μέλη.

     Εάν παρ’ όλα αυτά την εποχή εκείνη είχε κάποιος ρωτήσει τους σημερινούς ηγέτες εάν η οργάνωση του προλεταριάτου είχε την αναγκαία ωριμότητα για μια μαζική απεργία, θα είχανε σίγουρα απαντήσει, ότι απείχε πολύ, και ότι η συνδικαλιστική οργάνωση θα ‘πρεπε να συγκεντρώσει εκατομμύρια μέλη. Σήμερα υπάρχουν περισσότερο από ένα εκατομμύριο συνδικαλισμένοι εργάτες, αλλά η γνώμη των ηγετών είναι πάντα η ίδια. Αυτό μπορεί να διαρκέσει αιώνια.

     Η ζωντανή διαλεκτική εξέλιξη αντίθετα, βλέπει την οργάνωση να γεννιέται σαν προϊόν της πάλης.

     Είδαμε ήδη ένα θαυμάσιο παράδειγμα αυτού του φαινομένου στη Ρωσία (1905), όπου ένα προλεταριάτο σχεδόν ανοργάνωτο άρχισε να δημιουργεί με ενάμισυ χρόνων θυελλωδών επαναστατικών αγώνων ένα τεράστιο δίκτυο οργανώσεων. Ένα άλλο παράδειγμα τέτοιας τάξης το δίνει η ίδια η ιστορία των γερμανικών συνδικάτων. Το 1878 τα συνδικάτα αριθμούσαν 50.000 μέλη. Σύμφωνα με τη θεωρία των σημερινών συνδικαλιστών ηγετών, όπως είδαμε, η οργάνωση αυτή δεν ήταν αρκετά «ισχυρή» και απείχε πολύ από το να αρχίσει μια βίαιη πολιτική πάλη. Αλλά τα γερμανικά συνδικάτα, όσο αδύναμα κι αν ήτανε την εποχή εκείνη, ξεκίνησαν την πάλη  -πρόκειται για την πάλη ενάντια στον έκτακτο νόμο- και αποδείχτηκαν όχι μόνο «αρκετά ισχυρά» για να βγουν νικητές, αλλά πολλαπλασίασαν τη δύναμή τους.  Μετά την κατάργηση του νόμου το 1891 αριθμούσαν 227.659 μέλη.

     Για να πούμε την αλήθεια, η μέθοδος που για χάρη της τα συνδικάτα κέρδισαν τη νίκη στον αγώνα ενάντια στον έκτακτο νόμο, δεν αντιστοιχεί καθόλου στο ιδανικό μιας ειρηνικής και υπομονετικής δουλειάς. Άρχισαν να βυθίζονται με τα μούτρα στη μάχη για να ξανανεβούν και να ξαναγεννηθούν έπειτα με το επόμενο κύμα.

     Άρα αυτή είναι ακριβώς η ειδική  μέθοδος ανάπτυξης των προλεταριακών οργανώσεων. Αυτές δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους στη μάχη και βγαίνουν ανανεωμένες.

    Αλλά το ζήτημα αυτό έχει και μιά άλλη όψη. Το σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο η μαζική απεργία σα σημαντική ταξική πολιτική δράση μπορεί να ξεκινήσει μόνο με τους οργανωμένους εργάτες είναι τελείως απατηλό. Για να στεφθεί με επιτυχία η μαζική απεργία, ή καλύτερα οι μαζικές απεργίες, η μαζική πάλη, πρέπει να γίνουν αληθινό λαϊκό κίνημα, δηλαδή να παρασύρουν στον αγώνα τα πιο πλατιά στρώματα του προλεταριάτου. Ακόμα και στο κοινοβουλευτικό πεδίο, η δύναμη της πάλης των προλεταριακών τάξεων δεν βασίζεται σε ένα μικρό οργανωμένο πυρήνα, αλλά στη μεγάλη περιφέρεια του προλεταριάτου που σκέπτεται επαναστατικά.

     Η υπερεκτίμηση αλλά και η εσφαλμένη εκτίμηση του ρόλου της οργάνωσης στην ταξική πάλη του προλεταριάτου συνήθως συμπληρώνεται γενικά  από μιά υποεκτίμηση της μάζας των μη οργανωμένων προλετάριων και της πολιτικής τους ωριμότητας…»

 (R. LUXEMBURG, ΜΑΖΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ, ΚΟΜΜΑ, ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΡΟΝΤΖΗ. σελ. 93-98)

 


Λένιν: Ένα απίθανο όχι όμως αδύνατο πισωγύρισμα – μέρος 3

Εισαγωγή στο τρίτο και, μάλλον, τελευταίο μέρος αποτελεί  ένα σχόλιο, σαν παραλειπόμενο από το προηγούμενο, δεύτερο μέρος:

«Ο διεθνής σοσιαλισμός αναγνωρίζει το δικαίωμα των ελεύθερων, ανεξάρτητων, ισότιμων εθνών, όμως μόνο αυτός μπορεί να δημιουργήσει τέτοια έθνη, μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών. Και το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού», γράφει Η Ρόζα Λούξεμπουργκ (και σχολιάζει ο Λένιν: «πολύ σωστά»), «χρησιμεύει, όπως κι όλα τ’ άλλα, όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης αλλά ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου».

Γράψαμε στο δεύτερο μέρος τι σημαίνει και σε τι χρησιμεύει η αποποίηση, η άρνηση του συνθήματος του σοσιαλισμού, σε τι χρησιμεύει το σύνθημα που ταυτίζει τον σοσιαλισμό με τη «δευτέρα παρουσία»… Σύνθημα μάλιστα –να συμπληρώσουμε- προερχόμενο πρώτα από όλα από τους συνιδρυτές και συμμέτοχους του πολιτικού ιδρύματος εκείνου, που στον τίτλο του καπηλεύεται και το όνομα της ίδιας της Ρόζας Λούξεμπουργκ: Η Ρόζα Λούξεμπουργκ (ο «Γιούνιους» της παράνομης μπροσούρας) σήκωνε τη σημαία με το σύνθημα του σοσιαλισμού. Αυτών τα συνθήματα τοποθετούν τον σοσιαλισμό στο ανύπαρκτο μέλλον της «δευτέρας παρουσίας» για να συκοφαντήσουν όποιον έχει το σύνθημα του σοσιαλισμού στη σημαία του… Η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» απαντούσε: επανάσταση! ασκώντας μάλιστα τη σφοδρότερη κριτική στο είδος των μεταρρυθμίσεων που αποτελούν τη δίκη τους προγραμματική «πεμπτουσία». Αυτοί στο ίδιο δίλημμα απαντούν: μεταρρύθμιση… «Μεταρρύθμιση» με «ελκυστικό» περιτύλιγμα στα λόγια, και στην πράξη «μεταρρύθμιση» σαν αυτή που προβλέπει το 3ο μνημόνιό τους. Αλλά, θα πει κανείς, οι ίδιοι δε διστάζουν να χρησιμοποιούν τον ύμνο της διεθνούς σαν τζιγκλάκι στο ραδιοφωνικό τους σταθμό [*], στο όνομα της Ρόζας Λούξεμπουργκ θα κολώνανε…

Και φτάνουμε επιτέλους και στο «παραλειπόμενο» του δεύτερου μέρους: Το σύνθημα, λοιπόν,  του σοσιαλισμού, όχι σαν δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης, αλλά σαν κίνητρο για την επαναστατική, μεταμορφωτική δραστηριότητα του προλεταριάτου, γύρω από κάθε δικαίωμα που αναγνωρίζει ο σοσιαλισμός και που, όμως, μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει: Είτε πρόκειται για την εθνική αυτοδιάθεση κι ανεξαρτησία, για την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς γενικά, είτε πρόκειται για την εκποίηση του δημόσιου – κοινωνικού παραγωγικού και φυσικού πλούτου, είτε για την ελευθερία του κεφαλαίου να «αναχωρεί» προς τους καπιταλιστικούς παραδείσους της φτηνής εργατικής δύναμης, είτε πρόκειται για την απλήρωτη εργασία εδώ, για την ανεργία, το δικαίωμα στην κατοικία, την αντιλαϊκή φοροληστεία, την κοινωνική ασφάλιση κ.ο.κ., το σύνθημα του σοσιαλισμού δεν χρησιμεύει για να χαλαρώσουμε το άδραγμα του κάθε κρίκου αλλά για να τον κρατήσουμε πιο σφιχτά. Κι αυτό δεν είναι απλώς ζήτημα κάποιας αφηρημένης ιδεολογικής διευκρίνισης, αλλά ζήτημα που οφείλει να καθίσταται ιδεολογικά ανάγλυφο συνεχώς, κι ακόμα περισσότερο ανάγλυφο μέσα από την καθημερινή, πρακτική, «επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου». Και την αφορμή για το «παραλειπόμενο» αποτελεί κάθε περιστατικό, ακόμα και κάθε υποψία περιστατικού, όπου το σύνθημα του σοσιαλισμού απλώς «διατυπώνεται» κατά τρόπο που δεν μετατρέπεται το ίδιο, στην πρώτη-πρώτη γραμμή του άμεσου προσκηνίου, σε κίνητρο για την «επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου». Δηλαδή κατά τρόπο που, κατ’ αναγκαία συνέπεια, περιέχει ή και απλώς μπορεί να περιέχει και την παραμικρή δυνατότητα χρησιμοποίησής του «ως δικαιολογίας της υπάρχουσας κατάστασης». Και με αυτά τα λόγια τελειώνει και το «παραλειπόμενο» του δεύτερου μέρους.
=============================================================================

Για την ανάλυση των δυνατοτήτων μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εθνικό και αντίστροφα, καθώς για την αναγνώριση του κύριου και του δευτερεύοντος από τα πιθανά συνυπάρχοντα στοιχεία (εθνικό ή ιμπεριαλιστικό) που καθορίζει το χαρακτήρα ενός δοσμένου πολέμου, ο Λένιν χρησιμοποιεί παραδείγματα παρμένα από ιμπεριαλιστικούς και εθνικούς πολέμους πριν την εποχή του μονοπωλιακού κεφαλαίου: Γίνεται λόγος για ιμπεριαλιστικούς ναπολεόντειους πολέμους, για ιμπεριαλισμό του Ναπολέοντα. Και παρακάτω: «Η Αγγλία και η Γαλλία έκαναν τον επταετή πόλεμο για τις αποικίες, δηλαδή διεξήγαγαν ιμπεριαλιστικό πόλεμο (που είναι δυνατός και στη βάση της δουλείας και στη βάση του πρωτόγονου καπιταλισμού, όπως και στη σύγχρονη βάση του πολύ αναπτυγμένου καπιταλισμού)» [**]. Τα παραδείγματα αυτά είναι παρμένα από μια ιστορική περίοδο πριν από το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, γιατί αυτό σαν νεότατο δεν παρείχε ακόμη τέτοια παραδείγματα.

Αν το κείμενο γραφόταν 30-40 χρόνια αργότερα, ο Λένιν θα μπορούσε να χρησιμοποιεί το παράδειγμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που εκδηλώθηκε λ.χ. σαν ιμπεριαλιστικός μεταξύ Αγγλίας και Ιταλίας / Γερμανίας με πεδίο αντιπαράθεσης την Ελλάδα, γεννώντας έτσι έναν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο στην Ελλάδα, που φυσικά δεν μπορούσε μεμιάς να διεξαχθεί έξω από το γενικό πλαίσιο του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Θα μπορούσε στο ίδιο παράδειγμα να μπουν τα τριπλά και πολλαπλά συνυπάρχοντα χαρακτηριστικά του πολέμου: Ιμπεριαλιστικός ανάμεσα σε Αγγλία, ΗΠΑ, Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία, Γαλλία. Εθνικός από την πλευρά των κατακτημένων χωρών (μαζί και της Γαλλίας) και έτσι, πράγματι, «ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη», Εθνικός και από την πλευρά της ΕΣΣΔ αλλά ταυτόχρονα και σοσιαλιστικός από την πλευρά της: Όλα αυτά αντικειμενικά, πέρα από προθέσεις και χωρίς ακόμη να έχουν φύγει από το πεδίο της γενικότητας, χωρίς να αποτελούν ακόμη λεπτομερή ανάλυση π.χ. του ιμπεριαλιστικού πολέμου της Γαλλίας κατά της Γερμανίας και στη συνέχεια υπέρ της Γερμανίας από τη δοσιλογική αστική γαλλική κυβέρνηση με ταυτόχρονο γαλλικό εθνικό πόλεμο κατά της Γερμανίας: πόλεμο λαϊκό με τη συμμετοχή  (ή και κάτω από τη διεύθυνση) τμημάτων της αστικής τάξης, που στην προοπτική του δικού τους αγώνα βρίσκεται μια ιμπεριαλιστική, ξανά, Γαλλία. Χωρίς, επίσης, να αποτελούν ακόμα λεπτομερή ανάλυση, πχ, του λαϊκού ταξικού χαρακτήρα που είχε ο εθνικός πόλεμος στις κατακτημένες χώρες, όταν η «παντού αντιδραστική» αστική τάξη προσκολλιόταν στις ανταγωνιζόμενες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ή, ανάλυση του ανταγωνισμού ανάμεσα στους αντιμαχόμενους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς, την εξαναγκαστική συμμαχία του ενός από αυτούς με την ΕΣΣΔ και τους ταυτόχρονα κοινούς στόχους (με διαφορετικές μορφές και εν μέσω πάλης για την μεταξύ τους επικράτηση και ηγεμονία) των εμπόλεμων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ενάντια στην ΕΣΣΔ…

*

Το παράδειγμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Λένιν, αν το κείμενο γραφόταν 30-40 χρόνια αργότερα, όμως επειδή γράφτηκε το 1916 χρησιμοποιείται, όχι βέβαια σαν παράδειγμα αλλά σαν υποθετική δυνατότητα, είκοσι περίπου χρόνια -για την ακρίβεια: «καμιά εικοσαριά χρόνια»- νωρίτερα από αυτόν:

«Είναι σε μεγάλο βαθμό απίθανο ότι ο σημερινός ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1916 θα μετατραπεί σε εθνικό, επειδή η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη και έπειτα ακόμα επειδή η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών δεν είναι πολύ σημαντική και επειδή το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη. Δεν μπορούμε όμως να λέμε ότι είναι αδύνατη μια τέτοια μετατροπή: Αν το προλεταριάτο της Ευρώπης γινόταν ανίσχυρο για καμιά εικοσαριά χρόνια.. αν ο σημερινός πόλεμος τελείωνε με νίκες όπως οι ναπολεόντειες και με την υποδούλωση μιας σειρά βιώσιμων εθνικών κρατών.. αν ο εξωευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός (ο ιαπωνικός και ο αμερικανικός κατά πρώτο λόγο) διατηρούνταν επίσης καμιά εικοσαριά χρόνια χωρίς να περάσει στο σοσιαλισμό, λόγου χάρη, ύστερα από έναν ιαπωνοαμερικανικό πόλεμο, τότε θα ήταν δυνατός ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη. Αυτό θα σήμαινε γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες. Αυτό είναι απίθανο. Δεν είναι όμως αδύνατο, γιατί είναι αντιδιαλεκτικό και θεωρητικά όχι σωστό να φαντάζεται κανείς ότι η παγκόσμια ιστορία τραβάει ομαλά και κανονικά προς τα μπρος, χωρίς να κάνει κάποτε γιγάντια άλματα προς τα πίσω.»

Ας σταθούμε, λοιπόν, στο συγκεκριμένο θέμα κι ας προσπαθήσουμε να δούμε σημείο προς σημείο και να συγκρίνουμε τις «ιδεατές» προϋποθέσεις που βάζει ο Λένιν το 1916 για τη δυνατότητα «ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη» με τις πραγματικές προϋπόθεσες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου [***].

*

Ας επιχειρήσουμε, καταρχήν, μια σύνοψη-σύμπτυξη της «μακριάς» πρότασης: «Είναι σε μεγάλο βαθμό απίθανο ότι ο σημερινός ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1916 θα μετατραπεί σε εθνικό… Δεν μπορούμε όμως να λέμε ότι είναι αδύνατη μια τέτοια μετατροπή… Αν… Αν… Αν…, τότε θα ήταν δυνατός ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη. Αυτό θα σήμαινε γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες»: Ο σημερινός πόλεμος είναι απίθανο μεν αλλά και δυνατό να «μετατραπεί» σε καμιά εικοσαριά χρόνια σε εθνικό (αν μάλιστα «τελειώσει» με μια ορισμένη μορφή). Εδώ, λοιπόν, δεν πρόκειται ακριβώς για μετατροπή κατά την ανάπτυξη ενός κύκλου, πρόκειται για μετατροπή στη βάση των προϋποθέσεων που δημιουργεί η ολοκλήρωση ενός κύκλου. Πρόκειται για τη «γέννηση» του ενός απ’ το άλλο ως μορφή μετατροπής του ενός στο άλλο.

Γιατί, όμως, είναι «σε μεγάλο βαθμό απίθανη» μια μετατροπή του «σημερινού» (1916) ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εθνικό; Διότι:

α) Η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη.

β) Η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών δεν είναι πολύ σημαντική και

γ) Το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη.

(Σημειώνουμε ότι για κάθε μία από αυτές και για όλες μαζί τις προϋποθέσεις μη-μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου του «1914-1916» σε εθνικό πόλεμο θα μπορούσε να υπάρξει και μια ξεχωριστή ανάλυση).

Και ποιες, παρ’ όλα αυτά, είναι οι προϋποθέσεις «ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη»;

α) Το προλεταριάτο της Ευρώπης γίνεται ανίσχυρο για καμιά εικοσαριά χρόνια.

β) Ο «σημερινός» (1916) πόλεμος τελειώνει με νίκες όπως οι ναπολεόντειες και με την υποδούλωση μιας σειρά βιώσιμων εθνικών κρατών.

γ) Ο εξωευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός (ο ιαπωνικός και ο αμερικανικός κατά πρώτο λόγο) διατηρείται επίσης καμιά εικοσαριά χρόνια χωρίς να περάσει στο σοσιαλισμό, λόγου χάρη, ύστερα από έναν ιαπωνοαμερικανικό πόλεμο,

Και πώς συγκρίνονται αυτές με τις πραγματικές προϋποθέσεις του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου.

α) Ο εξωευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός διατηρήθηκε «για καμιά εικοσαριά χρόνια» (μετρώντας από το 1916) χωρίς να περάσει στο σοσιαλισμό, ενώ ο ιαπωνοαμερικανικός πόλεμος δεν ξέσπασε παρά μόνο μετά από αυτή την περίπου εικοσαετία και παράλληλα με το ξέσπασμα του πολέμου στην Ευρώπη.

β) Αν και ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος 1914-1918 παρέμεινε μέχρι τέλους ένας πόλεμος «για τις αποικίες», αν και δεν τελείωσε «με νίκες όπως οι ναπολεόντειες και με την υποδούλωση μιας σειράς βιώσιμων εθνικών κρατών», όμως ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος μετά από «καμιά εικοσαριά χρόνια», ενώ ταυτόχρονα δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι άσχετος από τις αποικίες, άρχισε από τη Γερμανία και την Ιταλία στην Ευρώπη για «νίκες όπως οι ναπολεόντειες» και για την «υποδούλωση μιας σειράς βιώσιμων εθνικών κρατών»,

(Να σημειώσουμε, λοιπόν, και ένα στοιχείο διαφοροποίησης των πολέμων στην εποχή του ιμπεριαλισμού, στην εποχή δηλαδή όπου όλοι οι πόλεμοι αντικειμενικά εντάσσονται στους- ή εντάσσουν εντός τους τούς- ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς: Ένας δοσμένος πόλεμος είναι κύρια «πόλεμος για τις αποικίες», μ’ άλλα λόγια για το μοίρασμα και ξαναμοίρασμα των «σφαιρών επιρροής», ή είναι πόλεμος για «νίκες όπως οι ναπολεόντειες» και για την «υποδούλωση μιας σειρά βιώσιμων εθνικών κρατών», με οποιαδήποτε παραλλαγμένη μορφή θα μπορούσε αυτό να κατανοηθεί;)

γ) Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος τελείωσε το 1918 με το προλεταριάτο να έχει νικήσει στη Ρωσία (και, επίσης, τελείωσε χάρη στη νίκη του προλεταριάτου στη Ρωσία), όμως για το «προλεταριάτο της Ευρώπης» τα πράγματα ακολούθησαν διαφορετική εξέλιξη. Η διπλή και τριπλή ιστορική προδοσία της σοσιαλδημοκρατίας, τη μια με τη μορφή του «σοσιαλσοβινισμού» κατά το ξέσπασμα και τη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου και την άλλη με τη μορφή του δήμιου της προλεταριακής επανάστασης στη Γερμανία, ύστερα η άνοδος και η επικράτηση του φασισμού και του ναζισμού στην Ιταλία, στη Γερμανία και στην Ισπανία, έκαναν το προλεταριάτο της Ευρώπης «ανίσχυρο για καμιά εικοσαριά χρόνια», ή ακριβέστερα: ανίσχυρο στην πορεία και την κατάληξη μιας περίπου εικοσαετίας, δηλαδή από το 1916 που γράφτηκαν αυτά τα λόγια ως τα τέλη της δεκαετίας του ’30.

Η μεγάλη ποσοτική και ποιοτική διαφορά ήταν, βέβαια, (εκτός από την άνοδο του φασισμού ως πολιτικής-κρατικής μορφής της εξουσίας των μονοπωλίων) η ύπαρξη της ΕΣΣΔ:.Η ύπαρξή της αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα στην ανάπτυξη του εθνικού πολέμου των κατακτημένων χωρών, αποτελώντας ο δικός της εθνικός (και σοσιαλιστικός) πόλεμος «κορμό» του εθνικού πολέμου γενικά. Και καθιστώντας, έως την οριστικοποίηση της έκβασης του πολέμου, δευτερεύοντες τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Αλλά ο Λένιν κάνει λόγο για εθνικό πόλεμο και τον θεωρεί υπό προϋποθέσεις δυνατό στο έδαφος των «ναπολεόντειων νικών» ή κατακτήσεων χωρίς να υπολογίζει την ύπαρξη της ΕΣΣΔ. Ενώ, σαν σοσιαλιστικό προλεταριακό κράτος, η ΕΣΣΔ εισήγαγε επίσης μια πραγματική «αντίφαση» στη θεωρητική υπόθεση του Λένιν. Το προλεταριάτο αδυνάτισε στην Ευρώπη «για καμιά εικοσαριά χρόνια», αλλά επίσης για καμιά εικοσαριά χρόνια δυνάμωσε στην ΕΣΣΔ (και στο ευρωπαϊκό – ρωσικό τμήμα της): Και τα δυο αυτά «περιστατικά», το αδυνάτισμα του προλεταριάτου εδώ και το δυνάμωμα του εκεί αποτέλεσαν παράγοντες που έκαναν δυνατό αυτόν τον μεγάλο εθνικό –και, δηλαδή, όχι από όλες τις πλευρές ιμπεριαλιστικό- πόλεμο στην Ευρώπη. Στη βάση και της ίδιας αυτής αντίφασης πρέπει να αποτιμηθεί, και το αναφερόμενο από το Λένιν «γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες» που θα σήμαινε ένας «μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη» σαν πραγματωμένη δυνατότητα:

Γύρισμα προς τα πίσω, πρώτα και κύρια, με το νόημα που, κατά τη γνώμη μου, έχει η φράση αυτή στο κείμενο του Λένιν: Γύρισμα προς τα πίσω εφόσον η αντικειμενική ωριμότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης στην Ευρώπη υποκαθίσταται στον μεγάλο εθνικό πόλεμο, εφόσον μια προγενέστερη ιστορική κατάκτηση καταλαμβάνει ξανά το ιστορικό προσκήνιο για την υπεράσπιση και τη διατήρησή της, αντί στο έδαφός της να διεξάγεται η πάλη για την ιστορική πρόοδο. Γύρισμα προς τα πίσω, επιπρόσθετα, με τη διακοπή και την χρονική οπισθοδρόμηση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, την αναγκαστική μετάθεση των δυνάμεων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην υπεράσπιση της πατρίδας.  Προχώρημα προς τα μπρος, εφόσον η έκβαση του πολέμου σημαίνει νίκη του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, επέκταση των σοσιαλιστικών οικονομικών σχέσεων στη «μισή» Ευρώπη (και, απ’ αυτό, προχώρημα «για αρκετές δεκαετίες» προς τα μπρος ολόκληρης της Ευρώπης). Γύρισμα προς τα πίσω, όμως, στο βαθμό που οι σοσιαλιστικές σχέσεις επεκτείνονται διαμέσω του εθνικού πολέμου κι όχι μέσω της σοσιαλιστικής επανάστασης, στο βαθμό που μέσα από αυτόν τον πόλεμο αναδεικνύεται σαν κυρίαρχος ο «εθνικός» παράγοντας, σχετικά αποσυνδεμένος από τον ταξικό και τον διεθνιστικό παράγοντα. Προχώρημα προς τα μπρος, ως ήττα «για αρκετές δεκαετίες» της ανοιχτής, πολεμικής ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας στην Ευρώπη, ως εγκλωβισμός των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών εντός των ορίων που επέβαλλε η ύπαρξη της ΕΣΣΔ και του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Γύρισμα προς τα πίσω, ως μεταπολεμική άμβλυνση της ταξικής πάλης και των στόχων της ταξικής πάλης στις χώρες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, και στο βαθμό κατά τον οποίο το μεταπολεμικό «εθνικό» status quo μετατρεπόταν ή μετατράπηκε σε κοινωνικό-ταξικό «status quo» με την επιπρόσθετη επιστράτευση ή και κατασκευή «ειδικών» οπορτουνιστικών οικονομικών και πολιτικών θεωριών. Προχώρημα προς τα μπρος, ως νίκη μεταπολεμικά των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων των αποικιών. Γύρισμα προς τα πίσω ήδη από την «εισαγωγική πράξη» του πολέμου στην Ευρώπη, την στρατιωτική ήττα του λαϊκού δημοκρατικού κινήματος στην Ισπανία, έως και το «επίμετρό» του, την «άνευ αγώνος» συνθηκολόγηση μιας σειράς λαϊκών – εθνικοαπελευθερωτικών ευρωπαϊκών κινημάτων με τις αστικές «τους» τάξεις (σαν «εθνική» οπισθοχώρηση του λαϊκού κινήματος τη στιγμή ακριβώς που έμπαινε το θέμα της ταξικής αντιπαράθεσης για την μεταπολεμική εξέλιξη, τη στιγμή που οι ιμπεριαλιστικές «σύμμαχες» ως τότε δυνάμεις στον εθνικό πόλεμο έρχονταν πλέον οι ίδιες σε σύγκρουση με το λαϊκό απελευθερωτικό του περιεχόμενο, τη στιγμή που τα διάφορα τμήματα των αστικών τάξεων επανασυσπειρώνονταν για να εξουδετερώσουν από κοινού τον οπλισμένο λαό και να διασφαλίσουν εκ νέου την κυριαρχία τους πάνω του) [****] και την στρατιωτική ήττα του λαϊκού δημοκρατικού κινήματος στην Ελλάδα. Προχώρημα προς τα μπρος, ως «παράγωγο προϊόν» της «όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας του επαναστατικού αγώνα» [*****]. Γύρισμα προς τα πίσω, στο έδαφος της μετατροπής του «παράγωγου προϊόντος του επαναστατικού αγώνα και της όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας του» σε συστατικό ανάπτυξης του ρεφορμισμού και του οπορτουνισμού «για αρκετές δεκαετίες».

δ) Η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, παρέμενε το προλεταριάτο, «που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη»: Αδυνατισμένο όμως  -με τον τρόπο που είδαμε- τουλάχιστον κατά το ξέσπασμα του πολέμου, και ε) Μια αντιδραστική αστική τάξη δημιουργημένη από το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο εξακολουθούσε να κυριαρχεί παντού:

Γι’ αυτό και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο δεν διεξήγαγε παρά, το πολύ, ένα μικρό τμήμα της αστικής τους τάξης, ενώ τα άλλα τμήματά της είτε συμμάχησαν με τον κατακτητή είτε προσκολλήθηκαν σε άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Γι’ αυτό και στην πρωτοπορία του εθνικοαπελευθερωτικού πολιτικού και πολεμικού αγώνα αναδείχθηκε, και ανδρώθηκε μέσα από αυτόν, αυτή η ίδια η αδυνατισμένη μετά από «καμιά εικοσαριά χρόνια» εργατική τάξη με το κόμμα της και με τα σύμμαχά της κοινωνικά στρώματα. Αναδείχθηκε στην πρωτοπορία του εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου το προλεταριάτο που αντικειμενικά έτεινε να μετατρέψει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο 1914-1918 σε εμφύλιο ενάντια στην αστική τάξη και να τον τελειώσει με αυτόν τον τρόπο, ακριβώς όπως η αστική τάξη αντικειμενικά έτεινε να μετατρέψει τον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο της δεκαετίας του ’40  σε εμφύλιο πόλεμο εναντίον του προλεταριάτου και σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο, για να τον συνεχίσει έτσι…

στ) Τέλος, η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών μπορεί, ίσως, να μην φαινόταν το 1939 πολύ σημαντική, όμως ήταν: Γιατί εξαρχής από τη μια πλευρά βρίσκονταν, παρά τις διαφορές τους, όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ενάντια στην ΕΣΣΔ.  Από εκεί και η «ουδετερότητα» Αγγλίας – Γαλλίας στον ισπανικό εμφύλιο. Από εκεί και η «πολιτική του κατευνασμού» που επέτρεψε στη Γερμανία να καταβροχθίσει Αυστρία, Τσεχοσλοβακία και Πολωνία φτάνοντας «ανίκητη» ως τα σύνορα με την ΕΣΣΔ. Από εκεί και η εγκατάλειψη της Ελλάδας εκ μέρους της Αγγλίας μετά τη γερμανική επίθεση, όπου η αγγλική πολεμική συμμετοχή είχε χαρακτήρα τακτικής υποχώρησης. Από εκεί και η καθυστέρηση ανοίγματος του δεύτερου μετώπου στην Ευρώπη. Και μόνο μετά την ανατροπή του πολέμου στο Στάλινγκραντ, ο πόλεμος ανάμεσα στους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς μετατράπηκε μεταξύ τους σε πόλεμο οριστικής επικράτησης, πια για την αναχαίτιση της προέλασης της ΕΣΣΔ και την κυριαρχία στους μεταξύ τους ανταγωνισμούς.

*

Ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη ακριβώς «καμιά εικοσαριά χρόνια» αργότερα από τότε που γράφτηκαν από τον Λένιν αυτές οι γραμμές. Ένας εθνικός πόλεμος που φυσικά δεν μπορούσε παρά από την άλλη πλευρά να είναι πόλεμος ιμπεριαλιστικός: Ο εθνικός πόλεμος από τη μια πλευρά προϋποθέτει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο από την άλλη. Ένας εθνικός πόλεμος που «αγκάλιασε» καπιταλισμούς που ήδη είχαν περάσει ή που περνούσαν στο μονοπωλιακό τους στάδιο. Ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος που κάτω από τους πραγματικούς όρους της διεξαγωγής του σήμανε ταυτόχρονα και προχώρημα προς τα μπρος και «γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες».

Είναι, όμως, «αντιδιαλεκτικό και θεωρητικά όχι σωστό να φαντάζεται κανείς ότι η παγκόσμια ιστορία τραβάει ομαλά και κανονικά προς τα μπρος, χωρίς να κάνει κάποτε γιγάντια άλματα προς τα πίσω». Αλλά -θα συμπλήρωνα- είναι επίσης «αντιδιαλεκτικό και θεωρητικά όχι σωστό» να φαντάζεται κανείς ότι, πέρα από τα όρια των αδυναμιών του υποκειμενικού παράγοντα όπως εκδηλώνονται πάνω στο κάθε συγκεκριμένο και ιστορικά δοσμένο έδαφος, το ζήτημα συνίσταται σε κάποια θεωρητική «επιλογή» του χαρακτήρα του πολέμου και όχι στην συνολική εκτίμηση των αντικειμενικών του χαρακτηριστικών. Αντίθετα, μόνο στη βάση αυτής της εκτίμησης μπορούν να καταπολεμηθούν όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα οι αδυναμίες του υποκειμενικού παράγοντα, όποια κι αν είναι στην πραγματικότητα αυτά τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά.

=============================================================================

υποσημειώσεις

[*]

Η ΔΕΚΑΕΞΑΧΡΟΝΗ ΑΣΠΡΟΡΟΥΧΟΥ ΕΜΜΑ ΡΙΣ ΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΑΝΑΚΡΙΤΗ

Σαν η δεκαεξάχρονη ασπρορουχού Έμμα Ρις
Στήθηκε μπρος στον ανακριτή στο Τσέρνοβιτς,
Διατάχτηκε να εξηγήσει, γιατί
Μοίραζε προκηρύξεις που
Καλούσανε για επανάσταση, πράγμα που επισύρει καταδίκη σε ειρκτή.
Αντί γι’ απάντηση σηκώθηκε όρθια και τραγούδησε
Τη Διεθνή.
Κι όταν ο ανακριτής κούνησε το κεφάλι του
Του φώναξε μ’ όλη τη δύναμή της: Σήκω πάνω! Αυτό
Είναι η Διεθνής!

(Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ποιήματα για την πάλη των τάξεων, εκδόσεις Οδηγητής, 1984)

[**] Και στον «Ιμπεριαλισμό ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» (σελ. 96 Σ.Ε.) ο Λένιν γράφει:

«Η αποικιακή πολιτική και ο ιμπεριαλισμός υπήρχαν και πριν από το νεότατο στάδιο του καπιταλισμού και μάλιστα πριν από τον καπιταλισμό. Η Ρώμη, που στηριζόταν στη δουλεία, ακολουθούσε αποικιακή πολιτική και εφάρμοζε τον ιμπεριαλισμό. Οι «γενικοί» όμως συλλογισμοί για τον ιμπεριαλισμό, που ξεχνούν ή βάζουν σε δεύτερη μοίρα τη ριζική διαφορά των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών, μετατρέπονται αναπότρεπτα στην πιο τιποτένια χυδαιότητα ή σε κομπασμό, όπως η σύγκριση της «μεγάλης Ρώμης με τη μεγάλη Βρετανία». Ακόμη και η καπιταλιστική αποικιακή πολιτική των προηγούμενων σταδίων του καπιταλισμού διαφέρει ουσιαστικά από την αποικιακή πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου». Και παρακάτω στο ίδιο έργο (σελ. 99): «Μια και γίνεται λόγος για την αποικιακή πολιτική της εποχής του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού (…)».

[***] Το περιεχόμενο των τριών παραγράφων στη συνέχεια του κειμένου του Λένιν για τη «δυνατότητα εθνικών πολέμων ακόμη και στην Ευρώπη στην εποχή του ιμπεριαλισμού», όπου γίνεται λόγος π.χ. «σχετικά με την Αυστρία» και «σχετικά με ορισμένα βαλκανικά κράτη και τη Ρωσία», δεν ταυτίζεται με τα όσα έχουν προηγηθεί για την «απίθανη μεν αλλά πάντως δυνατότητα» ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη. Στη μια περίπτωση γίνεται λόγος για τις ήδη υπάρχουσες, το 1916, προϋποθέσεις τέτοιων εθνικών πολέμων που (όπως στην περίπτωση του αυστροσερβικού πολέμου καθώς και των βαλκανικών κρατών σε σχέση με τη Ρωσία) «σβήνουν», γίνονται δευτερεύουσες, μέσα στον γενικό ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου. Στην άλλη περίπτωση, αυτή που εξετάζουμε, γίνεται λόγος για το πώς μια σειρά προϋποθέσεων μπορούσαν όλες μαζί να εκπληρωθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνει δυνατός -όχι ένας αριθμός, μια σειρά, εθνικών πολέμων- αλλά ένας μεγάλος ευρωπαϊκός εθνικός πόλεμος.

[****] «…Το Παρίσι όμως δεν μπορούσε να κάνει άμυνα χωρίς να οπλιστεί η εργατική τάξη του, χωρίς να μετατραπεί σε αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη και χωρίς να εκπαιδεύσει τις γραμμές της στρατιωτικά με τον ίδιο πόλεμο. Μα όταν το Παρίσι είναι οπλισμένο, αυτό σημαίνει να είναι οπλισμένη η ίδια η επανάσταση. Μιά νίκη του Παρισιού ενάντια στον Πρώσο επιδρομέα θα ήταν μια νίκη του Γάλλου εργάτη ενάντια στο Γάλλο κεφαλαιοκράτη και στα κρατικά του παράσιτα. Μπρος στο δίλημμα να διαλέξει ανάμεσα στο εθνικό καθήκον και στο ταξικό συμφέρον, η κυβέρνηση της εθνικής άμυνας δε δίστασε ούτε στιγμή – μετατράπηκε σε κυβέρνηση εθνικής προδοσίας…» (Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, σελ. 42-43, ΣΕ)

[*****] «…το ζήτημα τίθεται έτσι: Είτε επαναστατικός αγώνας που παράγωγο προϊόν του είναι, σε περίπτωση όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας του, οι μεταρρυθμίσεις (αυτό το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία των επαναστάσεων σ’ όλο τον κόσμο) είτε τίποτε άλλο εκτός από κουβέντες για μεταρρυθμίσεις και υποσχέσεις μεταρρυθμίσεων»… (Πασιφισμός αστικός και πασιφισμός σοσιαλιστικός, στη συλλογή Λένιν, Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, ΣΕ, σελ. 296).

Και είτε «μεταρρυθμίσεις» αλά 3ο μνημόνιο, να συμπληρώσουμε, για να ξανασυνδεθούμε με την επικαιρότητα…

Το πρώτο μέρος (απόσπασμα από Λένιν, Για τη μπροσούρα του Γιούνιους) εδώ

Το δεύτερο μέρος εδώ


Λένιν: Ένα απίθανο όχι όμως αδύνατο πισωγύρισμα – μέρος 2

Στην προηγούμενη ανάρτηση, το πρώτο μέρος, άφησα καθαρό από «απόψεις» το απόσπασμα του Λένιν από το άρθρο του «Για τη μπροσούρα του Γιούνιους», μη θέλοντας να παρεμβάλω δικές μου «προκαταλήψεις» στην ανάγνωσή του.
Εδώ επιχειρώ μια συνοπτική γενίκευση των κύριων σημείων του αποσπάσματος, με μια απόπειρα «μόλις αγγίγματος» των σύγχρονων αντιθέσεων, και με την επισήμανση ότι εναπόκειται στον αναγνώστη η μη-μετατροπή αυτής της «σύνοψης» των κύριων σημείων από (κατά τη φιλοδοξία μου) βοηθητικό εργαλείο σε όργανο ιδεολογικής αφυδάτωσης και σχολαστικισμού.
Στις «φιλοδοξίες μου» εντάσσεται κι ένα τρίτο, τελευταίο μέρος, με μοναδικό αντικείμενο το σημείο του άρθρου του Λένιν, από το οποίο «έκλεψα» τον τίτλο της ανάρτησης
=============================================================================

Μια προσπάθεια συνοπτικής γενίκευσης των κύριων σημείων του αποσπάσματος για τους εθνικούς πολέμους στην εποχή του ιμπεριαλισμού από το άρθρο του Λένιν «Για τη μπροσούρα του Γιούνιους»

1. Το μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ή τους συνασπισμούς των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μπορεί να οδηγεί στην μετατροπή του εθνικού πολέμου σε ιμπεριαλιστικό, όμως μπορεί και να οδηγεί στη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού σε εθνικό πόλεμο, στη «γέννηση» του εθνικού πολέμου μέσα από τον ιμπεριαλιστικό. H μετατροπή (και η δυνατότητα της μετατροπής) του ενός πολέμου στον άλλο δεν καταργεί τη μεταξύ τους διαφορά, αλλά θέτει την απαίτηση «συγκεκριμένης ανάλυσης της δοσμένης μετατροπής στις συνθήκες της και στην ανάπτυξή της».

2. Σε έναν πόλεμο μπορεί να συνυπάρχουν (να υπάρχουν ταυτόχρονα) ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και εθνικοαπελευθερωτικά χαρακτηριστικά, και το ζήτημα συνίσταται στο ποιά από τα δυο αποτελούν σε κάθε δοσμένη περίπτωση το κύριο και ποιά το δευτερεύον, ποιο είναι αυτό που στη δοσμένη κατάσταση «τα καθορίζει όλα» και ποιο είναι «χωρίς σοβαρή σημασία» για τον καθορισμό της συνολικής, της γενικής κατάστασης.

3. Παίρνοντας μαζί το (1) και το (2), φτάνουμε σε μια πιο σύνθετη κατάσταση: Έχουμε, από τη μια, τη δυνατότητα μετατροπής του ενός πολέμου στον άλλο και αντίστροφα. Έχουμε, από την άλλη, τη δυνατότητα συνύπαρξης σ’ έναν πόλεμο χαρακτηριστικών ιμπεριαλιστικού και εθνικού πολέμου, όπου το ζήτημα συνίσταται στην αναγνώριση του κύριου (που «τα καθορίζει όλα») και του δευτερεύοντος (που είναι «χωρίς σοβαρή σημασία»). Τέλος, μες στη γενική δυνατότητα μετατροπής του ενός πολέμου στον άλλο, δεν μπορεί παρά να εντάσσεται κι η δυνατότητα μετατροπής του κύριου σε δευτερεύον και αντίστροφα. Ένας συνδυασμός δυνατοτήτων και πιθανοτήτων που η πραγμάτωσή τους εξαρτάται «από πάρα πολλά συγκεκριμένα περιστατικά» και την επέλευσή τους ή όχι.

(Εδώ πρέπει να παρατηρηθεί, ότι αν πάρουμε το κάθε «είδος» στην θεωρητικά καθαρή του μορφή, θα δούμε ότι σε έναν «καθαρά» ιμπεριαλιστικό πόλεμο λείπει εντελώς το περιεχόμενο του εθνικού πολέμου: Ιμπεριαλιστικές δυνάμεις με τους συνασπισμούς τους πολεμούν μεταξύ τους «για τις αποικίες» -στην τυπική ή όποια άλλη τους μορφή,- πολεμούν για το μοίρασμα των πρώτων υλών και των αγορών, των σφαιρών εξαγωγής κεφαλαίου. Αντίθετα σε έναν «καθαρά» εθνικό πόλεμο είναι φανερό ότι αυτός είναι εθνικός από τη μια πλευρά και ιμπεριαλιστικός από την άλλη. Μια, όμως, που κατά κανόνα δεν υπάρχουν «καθαρές» μορφές, η συνύπαρξη των δυο στοιχείων θέτει θέμα αναγνώρισης του κύριου από αυτά για τον καθορισμό της στάσης απέναντι στη συνολική κατάσταση: Αν, λ.χ. στην περίπτωση που, το 1914, το κύριο στοιχείο στον αυστροσερβικό πόλεμο δεν ήταν το ιμπεριαλιστικό που καθόριζε όλο τον πόλεμο, αλλά το εθνικό, τότε το εργατικό κίνημα θα έπρεπε να ταχθεί υπέρ της Σερβίας και εναντίον της Αυστρίας, εκτιμώντας τη στάση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς σαν δευτερεύον στοιχείο. Αν, απ’ την άλλη, στον αμερικανικό πόλεμο της ανεξαρτησίας το κύριο ήταν ο ανταγωνισμός μεταξύ Άγγλων και Γαλλο-Ισπανών, το εργατικό κίνημα θα έπρεπε να παραμερίσει ως δευτερεύον στη δοσμένη φάση το ζήτημα της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ και να ταχθεί συνολικά εναντίον αυτού του πολέμου με το σύνθημα της μετατροπής του σε εμφύλιο ταξικό – παρόλο που, βέβαια, η συγκεκριμένη υπόθεση, όταν τίθεται με αυτόν τον τρόπο, αποτελεί σαφώς ιστορικό αναχρονισμό. Αν πάρουμε τη σημερινή ιστορική φάση, είναι αναμφισβήτητο ότι η σύγκρουση πχ στη Συρία αποτελεί γι’ αυτήν εθνικό πόλεμο (ενάντια, όχι μόνο στις δυνάμεις κρούσης του «θρησκευτικού φανατισμού» κλπ αλλά και κατ’ επέκταση ενάντια στο συνασπισμό ΗΠΑ, ΕΕ, Ισραήλ. Τουρκίας, μοναρχιών της περιοχής που είτε τις στήριξαν και τις στηρίζουν είτε τις αξιοποιούν) και ταυτόχρονα εντάσσεται, αποτελεί μέρος, «επεισόδιο» του γενικότερου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού μεταξύ του παραπάνω συνασπισμού ή της «δύσης» (παρότι, ας πούμε, Ισραήλ, μοναρχίες, Τουρκία είναι «ανατολή») και της Ρωσίας. Αποτελεί, θα μπορούσε να πει κανείς, ένα μεταβατικό «επεισόδιο», μια μεταβατική «στιγμή» αυτού του γενικότερου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, και η έκβαση αυτού του επεισοδίου, η έκβαση της «στιγμής», θα επηρεάσει και το γενικότερο συσχετισμό των δυνάμεων στο πλαίσιο του, λόγου χάρη θα επηρεάσει τη «διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών», το κατά πόσο αυτή θα είναι ή δε θα είναι «πολύ σημαντική», θα επηρεάσει άρα και τις προϋποθέσεις ταχύτερης ή όχι μετατροπής των γενικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών σε ανοιχτό ιμπεριαλιστικό πόλεμο, όπως επίσης θα επηρεάσει και το κατά πόσο ο αμυντικός εθνικός πόλεμος που διεξάγει αυτή τη στιγμή η Συρία αποτελεί κύριο στοιχείο της συνολικής κατάστασης ή στοιχείο δευτερεύον μέσα στην ανοιχτή πολεμική γενίκευση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών).

4. Ο ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μπορεί να αποτελέσει όχι μόνο παράγοντα μετατροπής των «αναπόφευκτων και προοδευτικών, επαναστατικών» εθνικών πολέμων «ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις» σε δευτερεύον στοιχείο, αλλά μπορεί επίσης, φυσικά σε εξάρτηση «από πάρα πολλά συγκεκριμένα περιστατικά», να αποτελέσει και παράγοντα επιτυχίας αυτών των πολέμων: Παράγοντα τέτοιο με τη μορφή «ενός εξαιρετικά ευνοϊκού συνδυασμού των όρων της διεθνούς κατάστασης (λόγου χάρη, παράλυσης της επέμβασης των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων εξαιτίας εξασθένισής τους, ενός πολέμου μεταξύ τους, του ανταγωνισμού τους κτλ.)». Άλλοι παράγοντες επιτυχίας τέτοιων πολέμων, ανεξάρτητοι από τους τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, είναι είτε η εκπλήρωση της απαίτησης για τη συνένωση των προσπαθειών ενός τεράστιου αριθμού κατοίκων των καταπιεζόμενων χωρών είτε (περίπτωση τελευταία στην απαρίθμηση και πρώτη από την άποψη ποια είναι η πιο επιθυμητή και συμφέρουσα για τη νίκη του προλεταριάτου) η ταυτόχρονη εξέγερση του προλεταριάτου μιας από τις μεγάλες Δυνάμεις ενάντια στην αστική τάξη.

5. Ο Λένιν, αναφερόμενος στο απίθανο της μετατροπής του «σημερινού» (1916) ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εθνικό αλλά και, στην παρ’ όλα αυτά, υποθετική δυνατότητα ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη μετά από «καμιά εικοσαριά χρόνια», έδωσε ένα παράδειγμα απαρίθμησης γενικών όσο και συγκεκριμένων προϋποθέσεων, από την εκπλήρωση των οποίων μπορεί να εξαρτηθεί ο χαρακτήρας του πολέμου σαν ιμπεριαλιστικός ή σαν εθνικός, η πιθανότητα κι η δυνατότητα μετατροπής του ενός στον άλλο. Χωρίς πρόθεση μετατροπής αυτών των προϋποθέσεων σε «πίνακα προπαίδειας», όπου ο χ συνδυασμός θα έδινε μηχανικά το ψ αποτέλεσμα, και με την επισήμανση ότι ανάλογα με τα εκάστοτε συγκεκριμένα περιστατικά ο «κατάλογος» αυτός μπορεί να μικραίνει, να μεγαλώνει ή να τροποποιείται, τις απαριθμούμε ενδεικτικά:

α) Ποιά τάξη αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, ποιά αντικειμενική τάση παρουσιάζει αυτή η τάξη στον δοσμένο, τον συγκεκριμένο πόλεμο σε σχέση με την ανταγωνιστική ή την κυρίαρχη τάξη.

Λ.χ., Στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο 1914-1916 (δηλαδή τη στιγμή που ο Λένιν γράφει αυτές τις γραμμές αναφερόμενος στην Ευρώπη), «η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη» (τα έντονα στοιχεία δικά μου).

β) Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των εμπόλεμων συνασπισμών, πόσο πολύ σημαντική είναι ή δεν είναι αυτή η διαφορά.

γ) Ποιά είναι η ιστορική θέση, η ιστορική τάση (αντιδραστική ή όχι) της άρχουσας, της αστικής τάξης που παίρνει μέρος στον δοσμένο πόλεμο. Ποιός είναι ο βαθμός ενσωμάτωσής της στο (ή, κατά την ακριβέστερη έκφραση του Λένιν, ο βαθμός κατά τον οποίο είναι δημιουργημένη από το) διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο.

Λ.χ., το 1916 και σε σχέση με την Ευρώπη το ζήτημα τίθεται από τον Λένιν ως εξής: «Το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη».

δ) Πόσο ισχυρό είναι το προλεταριάτο της περιοχής όπου τίθεται το ζήτημα του πολέμου.

ε) Ο δοσμένος πόλεμος αποσκοπεί («τελειώνει») σε «νίκες όπως οι ναπολεόντειες», αποσκοπεί ή τελειώνει με την «υποδούλωση μιας σειράς βιώσιμων εθνικών κρατών» ή (όπως μπορούμε διαζευκτικά να συμπληρώσουμε παίρνοντας το παράδειγμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου 1914-1918) αποτελεί μια πολεμική σύρραξη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων «για τις αποικίες», για την αναδιανομή των αγορών, των πρώτων υλών, των σφαιρών εξαγωγής κεφαλαίου κλπ.

στ) Ποια είναι η γενική κατάσταση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, το «βάθος χρόνου» διατήρησης του ιμπεριαλισμού, ο χρονικός ορίζοντας περάσματός του στο σοσιαλισμό.

5. Ο Λένιν κάνει λόγο για τον «σοβινισμό των μεγάλων εθνών της Ευρώπης», σαν έκφραση της «παράλογης και άμεσα αντιδραστικής αδιαφορίας απέναντι στα εθνικά κινήματα»

«Μια τέτοια αδιαφορία –συνεχίζει- καταντά σοβινισμός όταν τα μέλη των «μεγάλων» εθνών της Ευρώπης, δηλαδή των εθνών που καταπιέζουν τους περισσότερο μικρούς και αποικιακούς λαούς, δηλώνουν με δήθεν επιστημονικό ύφος: «Εθνικοί πόλεμοι δεν μπορούν πια να υπάρχουν»…».

Πρόκειται για χαρακτηριστικό το οποίο στην εποχή μας γίνεται ακόμη πιο έντονο. Όπως και στην εποχή του Λένιν (και τηρουμένων των ποσοτικών και ποιοτικών αναλογιών στις σχέσεις των μεγεθών, στις σχέσεις και στην εξέλιξη της ανισομετρίας στην ανάπτυξη των διαφόρων χωρών, και στις μορφές «αποικιοποίησης»), αυτού του είδους ο σοβινισμός στρέφεται και σήμερα εναντίον των «περισσότερο μικρών και αποικιακών λαών», εναντίον λαών της ίδιας της Ευρώπης και του αναπτυσσόμενου καπιταλιστικού κόσμου.

Εντός της Ευρώπης αυτός ο «σοβινισμός των μεγάλων εθνών» παίρνει τη μορφή του αντιδραστικού δήθεν ξεπεράσματος της εθνικής βαθμίδας κοινωνικής οργάνωσης των λαών από την «νέα», «ανώτερη» (και στην πραγματικότητα αντιδραστική) βαθμίδα της συνενωμένης ταξικής κυριαρχίας του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου που αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένωση στο έδαφος όλων ανεξαίρετα των τυπικών νομοτελειών της εποχής του ιμπεριαλισμού.

Απέναντι στους εξωευρωπαϊκούς καταπιεζόμενους λαούς ο ίδιος αυτός «σοβινισμός των μεγάλων εθνών της Ευρώπης» επενδύεται τη μορφή του «ευρωπαϊκού», και για την ακρίβεια, του ευρωενωσιακού σοβινισμού.

Ας προσεχτεί αυτό ιδιαίτερα και σε σχέση με τη στάση όσων νομίζουν ή παριστάνουν πως «νομίζουν», ότι δήθεν ξεπερνάνε τον εθνικό σοβινισμό, αντικαθιστώντας την εθνική «μεγάλη ιδέα» με την πιο… πλατιά «μεγάλη ιδέα» του ευρωενωσιακού ιμπεριαλισμού, τον αντιδραστικό εθνικό σοβινισμό με τον αντιδραστικό ευρωπαϊκό σοβινισμό, τον εθνικισμό τους με τον ευρωπαϊκισμό τους. Όχι μόνο στην πραγματικότητα δεν «ξεπερνούν» τον εθνικό σοβινισμό, αλλά σαν σοβινισμό τον πολλαπλασιάζουν σε νιοστή δύναμη, τον ανυψώνουν σε ανώτερη βαθμίδα της ιστορικής αντίδρασης και, ταυτόχρονα, τον ανατροφοδοτούν εντός του πυρήνα της «νέας» ιδεολογικής τους «αφήγησης»…

6. «…Ο διεθνής σοσιαλισμός αναγνωρίζει το δικαίωμα των ελεύθερων, ανεξάρτητων, ισότιμων εθνών, όμως μόνο αυτός μπορεί να δημιουργήσει τέτοια έθνη, μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών. Και το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού χρησιμεύει, όπως κι όλα τ’ άλλα, όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης αλλά ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου» (τα έντονα στοιχεία δικά μου).

Δεν αφορούν μόνο την εθνική αυτοδιάθεση τα παραπάνω λόγια του «Γιούνιους» (της Ρόζας Λούξεμπουργκ), που παραθέτει ο Λένιν με το σχόλιο: «παρατηρεί πολύ σωστά ο συγγραφέας».

Αφορούν όλα όσα «μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιήσει». Όλα όσα για τα οποία «το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού χρησιμεύει όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης», όχι ως αντίστροφη όψη του νομίσματος που στην καθημερινή όψη του φέρει την παροιμιώδη φράση: «τι να κάνουμε, στον καπιταλισμό ζούμε…», όχι ως παράκαμψη των άμεσων στόχων της πάλης για όλα όσα «μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιήσει», αλλά ως κίνητρο της πάλης για αυτά που μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να τα πραγματοποιήσει και επειδή μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιήσει. Αφορούν όλα όσα για τα οποία το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού χρησιμεύει «ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου».

Αφορούν επίσης, αντίστροφα, την αποποίηση, την άρνηση του συνθήματος του σοσιαλισμού και της πάλης για το σοσιαλισμό, τη συκοφάντηση του συνθήματος του σοσιαλισμού και του ίδιου του σοσιαλισμού ως «δευτέρα παρουσία», την –μέσω αυτής της άρνησης και αποποίησης- «δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης» αλλά και ενεργητική στράτευση για τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης ενάντια σε κάθε επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου, ενάντια ακόμα και σε κάθε κίνητρο για μια τέτοια δραστήρια πολιτική…

συνεχίζεται εδώ


Λένιν: Ένα απίθανο όχι όμως αδύνατο πισωγύρισμα

Αρχικά ήθελα ο τίτλος αυτής της ανάρτησης να είναι: «Προφητικά λόγια: Ο Λένιν για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», κατ’ αντιστοιχία της ανάρτησης εδώ. Όμως για να μη δημιουργηθεί έστω η υπόνοια της θεωρητικής αυθαιρεσίας προς χάρη της «επισκεψιμότητας» ή του «εντυπωσιασμού», τελικά για τον τίτλο της ανάρτησης διάλεξα από το κείμενο του Λένιν μια φράση, η οποία αφορούσε το τότε «απίθανο αλλά δυνατό» μελλοντικό ενδεχόμενο ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη…  . Όσο για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η προσέγγιση θα επιχειρηθεί κατά την πορεία του άρθρου. Το οποίο, όμως,  δεν περιορίζεται σε αυτό το ζήτημα, αλλά επεκτείνεται στις θεωρητικές επεξεργασίες του Λένιν γύρω από τους εθνικούς πολέμους στην εποχή του ιμπεριαλισμού, επεξεργασίες στις οποίες προχώρησε κατά τη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου 1914-1918, και ενώ το κεντρικό ζήτημα της ιδεολογικής αντιπαράθεσης ήταν ακριβώς ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας αυτού του πολέμου. Δεν ήταν η μοναδική φορά που ο Λένιν, στο πλαίσιο της συντροφικής ιδεολογικής αντιπαράθεσης, δεν θυσίαζε τη θεωρητική ακριβολογία και ορθότητα στο όνομα των «επικαιρικών» αναγκών. Ανάλογη είναι και η περίπτωση της «απάντησης στον Κίεβσκι» που γραμμένη  επίσης μέσα στη φωτιά του ιμπεριαλιστικού πολέμου και έξι μόνο μήνες πριν την επανάσταση του Φλεβάρη ή  δεκατέσσερις μόλις μήνες πριν την επανάσταση του Οκτώβρη, κατέκρινε με θεωρητική σφοδρότητα την παραίτηση από την πάλη για τη δημοκρατία και για την εθνική αυτοδιάθεση σαν σύμπτωμα «εξουθένωσης από τον πόλεμο» και σαν «ολοκληρωτική παράδοση στον οπορτουνισμό». Ας μη γελαστεί κανείς νομίζοντας ότι η επιμονή αυτή του Λένιν είχε σαν κίνητρο την εμμονή του σε κάποια θεωρητική «ορθότητα» και «καθαρολογία». Αντίθετα, η ιδεολογική αυτή επιμονή  ενάντια στις «αριστερές» θέσεις, ακριβώς τη στιγμή που σε πρώτο πλάνο βρισκόταν η ανάγκη της πιο πραγματικά «αριστερής» απάντησης ενάντια στον σοσιαλσοβινισμό και τον οπορτουνιστικό συμβιβασμό, αποτελούσε απαραίτητο θεωρητικό – ιδεολογικό συστατικό του εξοπλισμού της πρώτης σοσιαλιστικής επανάστασης στη γη και της νικηφόρας έκβασής της την επόμενη κιόλας «μέρα». 

Εν προκειμένω, η ανάρτηση αυτή αποτελείται από την παράθεση ολόκληρου του εκτεταμένου αποσπάσματος για τους εθνικούς πολέμους στην εποχή του ιμπεριαλισμού από το άρθρο του Λένιν «Για τη μπροσούρα  του Γιούνιους», γραμμένο τον Ιούλιο και δημοσιευμένο τον Οκτώβριο του 1916, και παρμένο από τη συλλογή της Σ.Ε. «Β.Ι.ΛΕΝΙΝ Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», σελ. 185-207 (το απόσπασμα είναι από τις σελίδες 189-197).

Σε δεύτερο μέρος (ελπίζω σύντομα…), ακολουθεί η δική μου προσέγγιση στις επεξεργασίες του Λένιν. Κι αν από την δική μου αυτή προσέγγιση μπορεί ενδεχομένως κανείς να ζημιωθεί, μέχρι τότε από την μελέτη του αποσπάσματος του Λένιν κανείς δεν πρόκειται να χάσει, αντίθετα έχει να κερδίσει πάρα πολλά:

***

Από το άρθρο του Λένιν «Για τη μπροσούρα  του Γιούνιους» γραμμένο τον Ιούλιο και δημοσιευμένο τον Οκτώβριο του 1916, από τη συλλογή της Σ.Ε. «Β.Ι.ΛΕΝΙΝ Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», σελ. 185-207 (το απόσπασμα είναι από τις σελίδες 189-197)

«…Ο Γιούνιους έχει απόλυτο δίκιο όταν υπογραμμίζει την αποφασιστική επίδραση των «ιμπεριαλιστικών συνθηκών» στο σημερινό πόλεμο, όταν λέει ότι πίσω από τη Σερβία στέκεται η Ρωσία, ότι «πίσω από το σερβικό εθνικισμό στέκεται ο ρώσικος ιμπεριαλισμός», ότι η συμμετοχή, λ.χ., της Ολλανδίας στον πόλεμο θα ήταν επίσης ιμπεριαλιστική, γιατί, πρώτο, θα υπεράσπιζε τις αποικίες της και, δεύτερο, θα ήταν σύμμαχος ενός ιμπεριαλιστικού συνασπισμού.  Αυτό είναι αναμφισβήτητο σχετικά με το σημερινό πόλεμο. Κι όταν ο Γιούνιους υπογραμμίζει εδώ ιδιαίτερα ότι γι’ αυτόν την πρώτιστη σημασία την έχει η πάλη ενάντια στο «φάντασμα του εθνικού πολέμου», «που δεσπόζει σήμερα πάνω στη σοσιαλδημοκρατική πολιτική» (σελ. 81), δεν μπορούμε παρά να παραδεχτούμε ότι οι συλλογισμοί του είναι και σωστοί και απόλυτα στη θέση τους.

Θα ήταν λάθος μόνο αν υπέρβαλε κανείς αυτή την αλήθεια, αν παρέκκλινε από τη μαρξιστική απαίτηση να είμαστε συγκεκριμένοι, αν μετέφερε την εκτίμηση του σημερινού πολέμου σε όλους τους πιθανούς μέσα στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού πολέμους, αν ξεχνούσε τα εθνικά κινήματα ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Το μοναδικό επιχείρημα για την υπεράσπιση της θέσης: «Δεν μπορούν να υπάρξουν εθνικοί πόλεμοι» είναι το γεγονός ότι ο κόσμος είναι μοιρασμένος ανάμεσα σε μια χούφτα «μεγάλες»  ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις, ότι γι’ αυτό το λόγο κάθε πόλεμος, έστω κι αν στην αρχή είναι εθνικός, μετατρέπεται σε ιμπεριαλιστικό, θίγοντας τα συμφέροντα μιας από τις ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις ή ενός από τους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς (σελ. 81 της μπροσούρας του Γιούνιους).

Είναι ολοφάνερο ότι το επιχείρημα αυτό είναι λαθεμένο. Φυσικά μια από τις βασικές θέσεις της μαρξιστικής διαλεκτικής συνίσταται στο ότι όλα τα όρια στη φύση και στην κοινωνία είναι συμβατικά και κινητά, ότι δεν υπάρχει κανένα φαινόμενο που να μην μπορεί, κάτω από ορισμένες συνθήκες, να μετατραπεί στην αντίθεσή του. Ο εθνικός πόλεμος μπορεί να μετατραπεί σε ιμπεριαλιστικό και αντίστροφα. Παράδειγμα: Οι πόλεμοι της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης άρχισαν ως εθνικοί και ήταν τέτοιοι. Οι πόλεμοι αυτοί ήταν επαναστατικοί: Υπεράσπιση της μεγάλης επανάστασης ενάντια στο συνασπισμό των αντεπαναστατικών μοναρχιών. Όταν όμως ο Ναπολέοντας δημιούργησε τη γαλλική αυτοκρατορία, υποδουλώνοντας μια σειρά από καιρό συγκροτημένα, μεγάλα, βιώσιμα, εθνικά κράτη της Ευρώπης, τότε οι εθνικοί πόλεμοι της Γαλλίας μετατράπηκαν σε ιμπεριαλιστικούς, που γέννησαν με τη σειρά τους εθνικοαπελευθερωτικούς πολέμους ενάντια στον ιμπεριαλισμό του Ναπολέοντα.

Μόνο ένας σοφιστής θα μπορούσε να σβήσει τη διαφορά ανάμεσα στον ιμπεριαλιστικό και στον εθνικό πόλεμο, στηριζόμενος στο ότι ο ένας μπορεί να μετατραπεί στον άλλο. Η διαλεκτική χρησίμευε πολλές φορές -και στην ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας- ως γέφυρα προς τη σοφιστική. Εμείς όμως παραμένουμε διαλεκτικοί καταπολεμώντας τις σοφιστείες, όχι με την άρνηση της δυνατότητας κάθε μετατροπής γενικά αλλά με τη συγκεκριμένη ανάλυση της δοσμένης μετατροπής στις συνθήκες της και στην ανάπτυξή της.

Είναι σε μεγάλο βαθμό απίθανο ότι ο σημερινός ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1916 θα μετατραπεί σε εθνικό, επειδή η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη και έπειτα ακόμα επειδή η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών δεν είναι πολύ σημαντική και επειδή το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη. Δεν μπορούμε όμως να λέμε ότι είναι αδύνατη μια τέτοια μετατροπή: Αν το προλεταριάτο της Ευρώπης γινόταν ανίσχυρο για καμιά εικοσαριά χρόνια.. αν ο σημερινός πόλεμος τελείωνε με νίκες όπως οι ναπολεόντειες και με την υποδούλωση μιας σειρά βιώσιμων εθνικών κρατών.. αν ο εξωευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός (ο ιαπωνικός και ο αμερικανικός κατά πρώτο λόγο) διατηρούνταν επίσης καμιά εικοσαριά χρόνια χωρίς να περάσει στο σοσιαλισμό, λόγου χάρη, ύστερα από έναν ιαπωνοαμερικανικό πόλεμο, τότε θα ήταν δυνατός ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη. Αυτό θα σήμαινε γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες. Αυτό είναι απίθανο. Δεν είναι όμως αδύνατο, γιατί είναι αντιδιαλεκτικό και θεωρητικά όχι σωστό να φαντάζεται κανείς ότι η παγκόσμια ιστορία τραβάει ομαλά και κανονικά προς τα μπρος, χωρίς να κάνει κάποτε γιγάντια άλματα προς τα πίσω.

Παρακάτω. Οι εθνικοί πόλεμοι, από μέρους των αποικιών και μισοαποικιών, δεν είναι απλώς πιθανοί αλλά και αναπόφευκτοι στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Στις αποικίες και τις μισοαποικίες (Κίνα, Τουρκία, Περσία) ζουν περίπου ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι, δηλαδή πάνω από το μισό πληθυσμό της Γης. Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα εδώ είτε είναι ήδη πολύ ισχυρά είτε αναπτύσσονται και ωριμάζουν. Κάθε πόλεμος είναι συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Η συνέχιση της εθνικοαπελευθερωτικής πολιτικής των αποικιών θα είναι αναπόφευκτα εθνικοί πόλεμοι από μέρους τους ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Παρόμοιοι πόλεμοι μπορούν να οδηγήσουν σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο των σημερινών «μεγάλων» ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων, μπορούν όμως και να μην οδηγήσουν, αυτό εξαρτάται από πολλά περιστατικά.

Παράδειγμα: Η Αγγλία και η Γαλλία έκαναν τον επταετή πόλεμο για τις αποικίες, δηλαδή διεξήγαγαν ιμπεριαλιστικό πόλεμο (που είναι δυνατός και στη βάση της δουλείας και στη βάση του πρωτόγονου καπιταλισμού, όπως και στη σύγχρονη βάση του πολύ αναπτυγμένου καπιταλισμού). Η Γαλλία νικήθηκε και έχασε ένα μέρος των αποικιών της. Ύστερα από μερικά χρόνια αρχίζει ο εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος των Πολιτειών της Βόρειας Αμερικής μόνο ενάντια στην Αγγλία. Η Γαλλία και η Ισπανία, που και οι ίδιες εξακολουθούσαν να κατέχουν εδάφη των σημερινών Ηνωμένων Πολιτειών, από εχθρότητα προς την Αγγλία, δηλαδή ξεκινώντας από τα ιμπεριαλιστικά τους συμφέροντα, συνάπτουν σύμφωνο φιλίας  με τις Πολιτείες που ξεσηκώθηκαν ενάντια στην Αγγλία. Τα γαλλικά στρατεύματα μαζί με τα αμερικανικά χτυπούν του Άγγλους. Έχουμε μπροστά μας έναν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο, στον οποίο ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός είναι ένα στοιχείο δευτερεύον, χωρίς σοβαρή σημασία – το αντίθετο από εκείνο που βλέπουμε στον πόλεμο 1914- 1916 (το εθνικό στοιχείο στον αυστροσερβικό πόλεμο δεν έχει σοβαρή σημασία σε σύγκριση με τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό που τα καθορίζει όλα). Από δω φαίνεται πόσο ανόητο θα ήταν να εφαρμόζει κανείς την  έννοια του ιμπεριαλισμού σχηματικά, βγάζοντας απ’ αυτήν  το συμπέρασμα ότι είναι «αδύνατοι» οι εθνικοί πόλεμοι. Ο εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος, λ.χ., μιας συμμαχίας της Περσίας, της Ινδίας και της Κίνας ενάντια σε τούτες ή εκείνες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είναι απόλυτα δυνατός και πιθανός, γιατί απορρέει από το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα αυτών των χωρών και η μετατροπή ενός τέτοιου πολέμου σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο ανάμεσα στις σημερινές ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις θα εξαρτηθεί από πάρα πολλά συγκεκριμένα περιστατικά και θα ήταν αστείο να δίνει εγγύηση κανείς ότι θα επέλθουν οπωσδήποτε αυτά τα περιστατικά.

Τρίτο, ακόμη και στην Ευρώπη δεν μπορεί να θεωρούνται αδύνατοι οι εθνικοί πόλεμοι στην εποχή του ιμπεριαλισμού. «Η εποχή του ιμπεριαλισμού» έκανε το σημερινό κόσμο ιμπεριαλιστικό, γεννάει αναπόφευκτα (όσο δε θα έχουμε σοσιαλισμό) νέους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, έκανε πέρα για πέρα ιμπεριαλιστική την πολιτική των σημερινών μεγάλων Δυνάμεων, η «εποχή» όμως αυτή δεν αποκλείει καθόλου τους εθνικούς πολέμους, λ.χ., από μέρους των μικρών (ας υποθέσουμε των προσαρτημένων ή των εθνικά καταπιεζόμενων) κρατών ενάντια στις ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις, όπως δεν αποκλείει και τα εθνικά κινήματα σε μεγάλη κλίμακα στην ανατολική Ευρώπη.

Σχετικά με την Αυστρία, λόγου χάρη, ο Γιούνιους κρίνει τα πράγματα πολύ λογικά, παίρνοντας υπόψη όχι μόνο το «οικονομικό» αλλά και το ιδιόμορφο πολιτικό στοιχείο, σημειώνοντας την «εσωτερική έλλειψη βιωσιμότητας της Αυστρίας», αναγνωρίζοντας ότι «η μοναρχία των Αψβούργων δεν είναι πολιτική οργάνωση ενός αστικού κράτους αλλά απλώς ένα αδύνατα δεμένο συνδικάτο, που το σύναψαν μερικές κλίκες κοινωνικών παρασίτων» και ότι «η διάλυση της Αυστροουγγαρίας είναι ιστορικά απλώς η συνέχιση της διάλυσης της Τουρκίας και ταυτόχρονα είναι απαίτηση του ιστορικού προτσές ανάπτυξης».

Τα πράγματα δεν είναι καλύτερα σχετικά με ορισμένα βαλκανικά κράτη και τη Ρωσία. Και σε περίπτωση μεγάλης εξάντλησης των «μεγάλων» Δυνάμεων στο σημερινό πόλεμο ή σε περίπτωση νίκης της επανάστασης στη Ρωσία είναι απόλυτα δυνατοί οι εθνικοί πόλεμοι, ακόμη και οι νικηφόροι. Στην πράξη η επέμβαση των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων είναι πραγματοποιήσιμη όχι κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, αυτό από τη μια μεριά. Και από την άλλη, όταν κρίνουν «ασυλλόγιστα» ότι ο πόλεμος ενός μικρού κράτους ενάντια σ’ ένα γίγαντα δεν έχει ελπίδες επιτυχίας, πρέπει να παρατηρήσουμε εδώ ότι κι ένας πόλεμος χωρίς ελπίδες επιτυχίας είναι επίσης πόλεμος.. έπειτα ορισμένα φαινόμενα στο εσωτερικό των «γιγάντων» -λόγου χάρη, η έναρξη της επανάστασης- μπορούν να μετατρέψουν τον πόλεμο «χωρίς ελπίδες επιτυχίας» σε πόλεμο με πολύ μεγάλες «ελπίδες επιτυχίας».

Σταθήκαμε λεπτομερειακά στο λάθος της θέσης ότι δήθεν «δεν μπορούν  στο εξής να υπάρξουν εθνικοί πόλεμοι» όχι μόνο επειδή είναι ολοφάνερα λαθεμένη από θεωρητική άποψη. Θα ήταν βέβαια πολύ λυπηρό αν οι «αριστεροί» άρχιζαν να δείχνουν αμέλεια απέναντι στη θεωρία του μαρξισμού, σε μια περίοδο που η δημιουργία της ΙΙΙ Διεθνούς είναι δυνατή μόνο πάνω στη βάση του μη εκχυδαϊσμένου μαρξισμού. Αλλά και από πρακτική-πολιτική άποψη το λάθος αυτό είναι πολύ επιζήμιο: Απ’ αυτό πηγάζει η παράλογη προπαγάνδα του «αφοπλισμού», γιατί δήθεν δεν μπορούν να υπάρχουν κανενός είδους πόλεμοι εκτός από τους αντιδραστικούς.. απ’ αυτό πηγάζει η ακόμη πιο παράλογη και άμεσα αντιδραστική αδιαφορία απέναντι στα εθνικά κινήματα. Μια τέτοια αδιαφορία καταντά σοβινισμός όταν τα μέλη των «μεγάλων» εθνών της Ευρώπης, δηλαδή των εθνών που καταπιέζουν τους περισσότερο μικρούς και αποικιακούς λαούς, δηλώνουν με δήθεν επιστημονικό ύφος: «Εθνικοί πόλεμοι δεν μπορούν πια να υπάρχουν.» Οι εθνικοί πόλεμοι ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν είναι μόνο δυνατοί και πιθανοί αλλά είναι αναπόφευκτοι και προοδευτικοί, επαναστατικοί, αν και για την επιτυχία τους απαιτείται βέβαια είτε η συνένωση των προσπαθειών ενός τεράστιου αριθμού κατοίκων των καταπιεζόμενων χωρών (εκατοντάδων εκατομμυρίων στο παράδειγμα της Ινδίας και της Κίνας που πήραμε) είτε ένας εξαιρετικά ευνοϊκός συνδυασμός των όρων της διεθνούς κατάστασης (λόγου χάρη, παράλυση της επέμβασης των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων εξαιτίας εξασθένισής τους, ενός πολέμου μεταξύ τους, του ανταγωνισμού τους κτλ.) είτε η ταυτόχρονη εξέγερση του προλεταριάτου μιας από τις μεγάλες Δυνάμεις ενάντια στην αστική τάξη (αυτή η περίπτωση που αναφέρεται τελευταία στην απαρίθμησή μας έρχεται πρώτη από την άποψη ποια είναι η πιο επιθυμητή και συμφέρουσα για τη νίκη του προλεταριάτου).

Πρέπει να παρατηρήσουμε ωστόσο ότι θα ήταν άδικο να κατηγορήσουμε τον Γιούνιους για αδιαφορία απέναντι στα εθνικά κινήματα. Υπογραμμίζει τουλάχιστον ως ένα από τα σφάλματα της σοσιαλδημοκρατικής κοινοβουλευτικής ομάδας τη σιωπή της σχετικά με την εκτέλεση για «προδοσία» (προφανώς για απόπειρα εξέγερσης με την ευκαιρία του πολέμου) ενός ηγέτη των ιθαγενών στο Καμερούν, υπογραμμίζοντας σε ένα άλλο σημείο ειδικά (για τους διάφορους κύριους Λέγκιν, Λενς και άλλους παλιανθρώπους που θεωρούνται «σοσιαλδημοκράτες») ότι τα αποικιακά έθνη είναι επίσης έθνη. Δηλώνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι «ο σοσιαλισμός αναγνωρίζει για κάθε λαό το δικαίωμα της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας, το δικαίωμα να διαχειρίζεται μόνος τις τύχες του».. ότι «ο διεθνής σοσιαλισμός αναγνωρίζει το δικαίωμα των ελεύθερων, ανεξάρτητων, ισότιμων εθνών, όμως μόνο αυτός μπορεί να δημιουργήσει τέτοια έθνη, μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών. Και το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού -παρατηρεί πολύ σωστά ο συγγραφέας- χρησιμεύει, όπως κι όλα τ’ άλλα, όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης αλλά ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου» (σελ. 77 και 78). Συνεπώς, θα έκανε μεγάλο λάθος όποιος θα νόμιζε ότι όλοι οι αριστεροί Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες έπεσαν στη στενοκέφαλη ερμηνεία και στη γελοιογράφηση του μαρξισμού, ως την οποία έφθασαν ορισμένοι Ολλανδοί και Πολωνοί σοσιαλδημοκράτες που αρνούνται την αυτοδιάθεση των εθνών ακόμη και στο σοσιαλισμό…»

Έπεται η συνέχεια


Ξανά για την «ανισότιμη αλληλεξάρτηση» (ερωτήματα)

Η ΑΛΛΗ ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Ο Τσίπρας σκύβει το κεφάλι και προωθεί ένα σχέδιο 12 δισ. περικοπών και φόρων, όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, συνεχίζοντας στην ίδια γραμμή των αντιλαϊκών πολιτικών. ΤΕΡΜΑ ΣΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ. Μόνο ο σοσιαλισμός και η ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ μπορούν να εγγυηθούν ένα διαφορετικό μέλλον και το τέλος της εκμετάλλευσης για τους λαούς. Μέτωπο Κομμουνιστικής Νεολαίας (Ιταλία)

Η ΑΛΛΗ ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Ο Τσίπρας σκύβει το κεφάλι και προωθεί ένα σχέδιο 12 δισ. περικοπών και φόρων, όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, συνεχίζοντας στην ίδια γραμμή των αντιλαϊκών πολιτικών. ΤΕΡΜΑ ΣΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ. Μόνο ο σοσιαλισμός και η ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ μπορούν να εγγυηθούν ένα διαφορετικό μέλλον και το τέλος της εκμετάλλευσης για τους λαούς. Μέτωπο Κομμουνιστικής Νεολαίας (Ιταλία)

Δεν τίθεται θέμα διαφωνίας με τα συμπεράσματά του, δίνεται όμως η αφορμή για τα παρακάτω από την ανάγνωση του άρθρου με τον τίτλο «Για τη διαπάλη στο εξωτερικό γύρω από τις εξελίξεις στην Ελλάδα», που δημοσιεύτηκε στον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη (19-7-2015, σελ. 13). Η αφορμή βρίσκεται στη φράση: «…Μέσα σ’ αυτές τις ενώσεις, όπως και συνολικά στο καπιταλιστικό σύστημα, είναι διαμορφωμένες σχέσεις ανισότιμης αλληλεξάρτησης κι όχι σχέσεις αποικίας – μητρόπολης…» Και οδηγεί η φράση αυτή στα εξής ερωτήματα: α) Τι μας μαθαίνει για το πραγματικό περιεχόμενο των καπιταλιστικών σχέσεων ανάμεσα στα κράτη, η θεωρητική τους προσέγγιση από τη σκοπιά της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης»; και β) καλύπτει όλο το φάσμα αυτών των πραγματικών σχέσεων η αντιδιαστολή της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης» προς τη σχέση αποικίας – μητρόπολης;

Είναι εντελώς κατανοητή η ιδεολογική πάλη ενάντια στις απόψεις που εμφανίζουν την Ελλάδα σαν «αποικία». Η Ελλάδα, πράγματι, δεν είναι «αποικία», αλλά το κρατικό χρέος (καθώς και άλλες πλευρές των διεθνών σχέσεων στα πλαίσια του ιμπεριαλισμού), όσο κι αν δεν σηματοδοτεί αποικιοκρατικές σχέσεις, δεν παύει να αποτελεί μορφή εγκλωβισμού στα δεσμά της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Είναι, λοιπόν, ανύπαρκτα αυτά τα δεσμά; είναι ανύπαρκτες οι σχέσεις εξάρτησης ανάμεσα σε δυο (και περισσότερες) χώρες οι οποίες και οι δυο, όλες, βρίσκονται πια για τα καλά, αλλά όμως εντελώς ανισόμετρα, στο στάδιο του μονοπωλιακού τους καπιταλισμού; Μπορεί να αποδειχθεί αυτό; Κι αν όχι, τότε ποιές οι οικονομικές, πολιτικές κλπ συνέπειες; Κι επίσης, μπορεί άραγε να γίνει κατανοητό, το ότι στη βάση της (συνεπαγόμενης από την παραπάνω φράση- αφορμή) θεωρητικής – δογματικής εξίσωσης «εξάρτηση = σχέση αποικίας – μητρόπολης»  η αναγνώριση της εξάρτησης ως πραγματικότητας οδηγεί αυτόματα σε λαθεμένα συμπεράσματα για τα οποία δεν θα ευθυνόταν η «εξάρτηση» αλλά η παραπάνω «εξίσωση»;

Αλλά και μήπως η «σχέση αποικίας μητρόπολης» δεν θα μπορούσε να περιγραφεί «αλάνθαστα» σαν σχέση «ανισότιμης αλληλεξάρτησης» σύμφωνα με τους όρους αυτού του θεωρητικού νεολογισμού που «ντρέπεται» για τη φύση, δηλαδή αποφεύγει να περιγράψει τη φύση των ιμπεριαλιστικών σχέσεων ως σχέσεων (εκτός των άλλων χαρακτηριστικών του ιμπεριαλισμού, τους ανταγωνισμούς κλπ) μεταξύ μιας ομάδας ισχυρών και εξαιρετικά αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών στο «άρμα» των οποίων είναι προσδεμένες, εξαρτημένες, ένα πλήθος άλλων χωρών.. ως ένα «πλέγμα» (μια «αλυσίδα», μια «πυραμίδα», αδιάφορο!) τέτοιων σχέσεων αναπαραγόμενων και μεταβαλλόμενων σε όλη την έκταση του «πλέγματος», της «αλυσίδας», της «πυραμίδας»; Και «ντρέπεται»  από θεωρητικό φόβο (!) για τις δήθεν «αυτόματες» συνέπειες αυτής της παραδοχής, από φόβο για τις θεωρητικές, πολιτικές κλπ συνέπειες της «εξάρτησης», λες κι η οπισθοχώρηση προς τη θεωρητική αφαίρεση «εξασφαλίζει», τάχα, από τέτοιες συνέπειες…

Μήπως, λοιπόν, δεν θα μπορούσε στο (θετικιστικό) θεωρητικό σχήμα της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης» να ενταχθούν κι οι τυπικές, οι κλασικές αποικιοκρατικές ιμπεριαλιστικές σχέσεις του περασμένου αιώνα; Η Ινδία είναι εξαρτημένη πολιτικά κλπ από την Αγγλία, αλλά και η Αγγλία εξαρτάται από την Ινδία ως αγορά των βιομηχανικών της προϊόντων κλπ… Άρα; Ανισότιμη αλληλεξάρτηση! Μέσα σ’ αυτήν, όμως, έχουν ήδη σβηστεί οι σχέσεις εξουσίας, οι σχέσεις της στρατιωτικής, πολιτικής, οικονομικής επιβολής, έχει σβηστεί το πραγματικό περιεχόμενο των αποικιοκρατικών σχέσεων… Και το ίδιο δεν μπορεί παρά να συμβαίνει και στην περίπτωση των σχέσεων του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, γιατί αυτό το ίδιο το θεωρητικό σχήμα της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης» αποτελεί αφαίρεση από το πραγματικό περιεχόμενο των σχέσεων, αφαίρεση πέρα από το όριο εντός του οποίου θα μπορούσε αυτό το πραγματικό περιεχόμενο να περιγραφεί θεωρητικά, αφαίρεση ως το βαθμό θεωρητικής μετατροπής σχέσεων ανισότητας σε σχέσεις ισότητας: Η Ελλάδα είναι «ανισότιμα αλληλεξαρτημένη» π.χ. με τη Γερμανία… Η Γερμανία επίσης είναι «ανισότιμα αλληλεξαρτημένη» με την Ελλάδα… Η Ελλάδα κι η Γερμανία είναι μεταξύ τους «ανισότιμα αλληλεξαρτημένες»… Τι μάθαμε, όμως, έτσι, για το πραγματικό περιεχόμενο των σχέσεων Ελλάδας – Γερμανίας; Τι  μάθαμε για τις σχέσεις πραγματικής οικονομικής και πολιτικής υποταγής ποιού μονοπωλιακού καπιταλισμού σε ποιόν μονοπωλιακό καπιταλισμό; Τι μάθαμε για την υποταγή της στρατηγικής ποιού μονοπωλιακού καπιταλισμού στην στρατηγική ποιού μονοπωλιακού καπιταλισμού; Τι μάθαμε για τις μορφές, τους όρους, τα μέσα αυτής της υποταγής;

Παραπέρα: Το ότι η αποικιοκρατική εξάρτηση π.χ. της Ινδίας αφορούσε κύρια μια ινδική αστική τάξη που είχε το συμφέρον και ιστορικό καθήκον,  και σε συμμαχία με τις υπόλοιπες καταπιεζόμενες τάξεις και στρώματα, της εθνικής απελευθέρωσης της δικής της και της χώρας «της».. το ότι -καθόλου ταυτόσημα- η σύγχρονη οικονομική και πολιτική, ιμπεριαλιστική εξάρτηση της Ελλάδας αφορά τον αναπτυγμένο μονοπωλιακό καπιταλισμό της, ότι αποτελεί για αυτόν -και σήμερα και μάλλον για πολύ καιρό ακόμη- συστατικό όρο της ύπαρξής του και της κυρίαρχης κοινωνικο-οικονομικής τάξης του, ότι απέναντι σε αυτόν τον αναπτυγμένο μονοπωλιακό καπιταλισμό μπαίνει για την εργατική τάξη και τους συμμάχους της το ιστορικό καθήκον της ανατροπής του, σε σύγκρουση με την κυριαρχία του κεφαλαίου, και της αντικατάστασής του από τον σοσιαλισμό.. το ότι για την ινδική – κατά το παράδειγμά μας- αστική τάξη η αποικιοκρατική εξάρτηση της Ινδίας αποτελούσε φραγμό στη δική της ανάπτυξη και στην ανάπτυξη του ινδικού καπιταλισμού, ενώ για την ελληνική αστική τάξη και πρώτιστα την μονοπωλιακή η σύγχρονη ιμπεριαλιστική εξάρτηση της χώρας αποτελεί όρο της δικής της ανάπτυξης και του δικού της οικονομικού – πολιτικού επεκτατισμού.. το ότι το ίδιο «φαινόμενο», η «εξάρτηση», μπορεί να έχει και έχει εντελώς διαφορετικές πραγματικές και θεωρητικές συνέπειες κάτω από εντελώς διαφορετικούς όρους εκδήλωσής του, ότι είναι εντελώς διαφορετικοί οι όροι εκδήλωσής της «εξάρτησης»  στην περίπτωση μιας πολιτικά και οικονομικά ανερχόμενης αστικής τάξης και εντελώς διαφορετικοί εφόσον, πιά, «η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο» και εφόσον, πιά, «το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη» (Λένιν, Για τη μπροσούρα του Γιούνιους).. επιτρέπουν, λοιπόν, αυτά τα τόσο διαφορετικά πράγματα, που μοιράζονται μεταξύ τους σαν «κοινό» την «εξάρτηση», την αφαίρεση του πραγματικού περιεχομένου των πραγματικών σχέσεων, προκειμένου, τάχα, να μην υπάρξει σύγχυση ανάμεσα στα ιστορικά καθήκοντα π.χ. της Ινδίας πριν 100 χρόνια και της σημερινής Ελλάδας

Ήδη στην αρχή αυτού του κειμένου γράφεται ότι δεν τίθεται θέμα διαφωνίας με τα συμπεράσματα του άρθρου του Ριζοσπάστη. Τότε, προς τι όλα αυτά; μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος. Όλα αυτά, λοιπόν, για το λόγο ότι το συγκεκριμένο θεωρητικό σχήμα της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης», ως αφαίρεση πέρα από τα όρια της πραγματικής περιγραφής πραγματικών σχέσεων, ως έκφραση κατά τη γνώμη μου θεωρητικού ωφελιμισμού, συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις να αποτελέσει το κύτταρο  ανάπτυξης του οπορτουνισμού στη θεωρία, όλες τις προϋποθέσεις ώστε μια δεδομένη στιγμή να πηγάσουν από αυτό ακόμα και τα εντελώς αντίστροφα συμπεράσματα. Μήπως δεν θα αρκούσε η ενδεχόμενη «αποκάλυψη» μιας σειράς συμπτωμάτων εξάρτησης της Ελλάδας από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία κ.ο.κ., για να οδηγηθούμε αυτόματα, πάνω σε αυτήν ακριβώς τη θεωρητική βάση, στο «συμπέρασμα» ότι πρόκειται για «μια ανισότιμη αλληλεξάρτηση» που επιβάλλει αντιμετώπιση αντίστοιχη των σχέσεων αποικίας – μητρόπολης; Και αυτή δεν είναι η μόνη δυνατή ή πιθανή αρνητική θεωρητική συνέπεια.


ΣΟΒΙΕΤ: ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

komunism_XPWM

Με την επετειακή αφορμή των 96 χρόνων από την Μεγάλη  Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση του 1917, αναδημοσιεύω από το τεύχος 1/2008 της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης» το άρθρο του Βίκτορα Τιούλκιν «Σοβιέτ: μαχητική οργάνωση».

*

«Το Σοβιέτ των εργατών βουλευτών

δεν είναι εργατικό κοινοβούλιο

ούτε όργανο προλεταριακής αυτοδιοίκησης,

γενικά δεν είναι όργανο αυτοδιοίκησης,

αλλά μια μαχητική οργάνωση

για την επίτευξη ορισμένων στόχων»1

Tο Μάιο του 2005 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη μέρα ίδρυσης του Πρώτου Σοβιέτ Εργατών Αντιπροσώπων στο Ιβάνοβο-Βοζνιεσένσκ.

Θα ήταν εύλογο να θεωρήσουμε ότι η Ιστορία των σοβιέτ και η ταξική τους φύση έχουν ήδη μελετηθεί λεπτομερώς και έτσι να περιοριστούμε σε ένα πανηγυρικό επετειακό άρθρο. Ομως όχι! Η σύγχυση όσον αφορά την κατανόηση της ουσίας των σοβιέτ (διάβαζε – της σοβιετικής εξουσίας) είναι εξαιρετικά μεγάλη σήμερα. Στο βαθμό δε που το πραγματικό σοβιετικό (εργατικό) κίνημα στον καιρό μας είναι τόσο αδύναμο όσο και η μέριμνα για την οργάνωσή του από την πλευρά των διαφόρων τμημάτων των κομμουνιστών, θεωρήσαμε πρωταρχική ανάγκη να καταπιαστούμε για ακόμα μια φορά με την ουσία του ζητήματος.

ΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΤΙ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΣΟΒΙΕΤ;

Σήμερα με τον όρο «Σοβιέτ» κάποιος καταλαβαίνει απλά την ονομασία των οργάνων κρατικής εξουσίας με βάση τη μνήμη του (συχνότερα, στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, του 20ού αιώνα). Σε κάποια σημεία διατηρήθηκαν μέχρι και σήμερα οι ονομασίες [όχι Δούμες και Ζακς (σ.μ. πρόκειται για «Νομοθετικά Σοβιέτ»), αλλά Σοβιέτ, όπως για παράδειγμα στο Βλαντίμιρ, το Βολγκογκράντ, στο Οριόλ]. Ως εκ τούτου κάποιοι σύντροφοι νομίζουν ότι στη δική τους περιοχή τα σοβιέτ διατηρήθηκαν. Αλλος βλέπει το τέλος της σοβιετικής εξουσίας στο κανονιοβολημένο από το Γιέλτσιν το 1993 Ανώτατο Σοβιέτ, αν και πάνω σε αυτό κυμάτιζε ήδη η τρίχρωμη βλασοφική σημαία.

Και τέλος υπάρχουν και οι πολύ διάσημοι και αξιότιμοι αριστεροί της αντιπολίτευσης, οι οποίοι θέτουν προγραμματικό τους στόχο την «…κίνηση προς μια κοινοβουλευτική δημοκρατία σοβιετικού τύπου». Υπάρχει όπως βλέπουμε μια γκάμα επιλογών για κάθε γούστο και για οποιονδήποτε πολιτικό προσανατολισμό.

Για να βγάλουμε άκρη, όσον αφορά την ουσία του προβλήματος, προτείνουμε να εξετάσουμε μαζί με τον αναγνώστη, στην αρχή συνοπτικά την ιστορία του ζητήματος και μετά να θυμίσουμε την ιστορία του Πρώτου Σοβιέτ, επιδιώκοντας «να παραθέσουμε το χάρτη της διαδρομής» και μέσω της πρακτικής να βρούμε την αλήθεια.

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Τα σοβιέτ πρέπει να τα κατανοούμε ως την πιο σταθερή απ’ όλες τις γνωστές στην Ιστορία μορφές υλοποίησης της δικτατορίας του προλεταριάτου. Οχι μόνο επειδή διήρκεσαν περισσότερο χρόνο απ’ ό,τι όλες οι άλλες μορφές, αλλά κι επειδή με τις δικές τους πλάτες υλοποιήθηκαν οι πιο σημαντικές ιστορικές ανατροπές, όπως η Οκτωβριανή επανάσταση, η οικοδόμηση της ΕΣΣΔ, η νίκη επί του φασισμού κ.ά.

Είναι πλήρως καθορισμένες οι θεωρητικές αρχές της οικοδόμησης των σοβιέτ, αν και όπως είναι γνωστό, τα σοβιέτ δεν αποτελούν επινόηση, εφεύρεση των μπολσεβίκων. Τα σοβιέτ συνιστούν μορφή οργάνωσης που ανακαλύφθηκε από την ίδια την εργατική τάξη στη διάρκεια των οξύτατων ταξικών μαχών των αρχών του 20ού αιώνα. Από αυτό ειδικά το στοιχείο εξηγείται και η μαχητική τους ουσία.

Το δοσμένο ζήτημα της θεωρίας κατά κάποιο τρόπο ελάχιστα το επισημαίνουν και κατά συνέπεια ούτε το μελετούν και το εφαρμόζουν στην πράξη ούτε οι δικοί μας Ρώσοι αριστεροί ούτε -πολύ περισσότερο- οι κομμουνιστές του εξωτερικού. Και κάτι τέτοιο είναι κρίμα να γίνεται, αφού τα σοβιέτ δεν είναι μόνο μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου, αλλά, ακόμα περισσότερο από αυτό, είναι μορφή πάλης για την εγκαθίδρυση, την κατάκτηση αυτής της προλεταριακής δικτατορίας.

Πολλοί σύντροφοι, δικοί μας και του εξωτερικού, κατανοούν ορθά τον ολέθριο ρόλο της απομάκρυνσης από τη θεωρία του επιστημονικού κομμουνισμού κατά την πρακτική της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ: την άρνηση της αρχής της δικτατορίας του προλεταριάτου, την απομάκρυνση από την αντίληψη του κράτους ως κατ’ εξοχήν ταξικού θεσμού προς την κατεύθυνση κάποιας παλλαϊκής επινοημένης κατασκευής κ.ο.κ. Ωστόσο, δίχως την κατανόηση των μηχανισμών πρακτικής υλοποίησης των αρχών, δίχως τη μελέτη και τον καθορισμό των αρχών οικοδόμησης των σοβιέτ, οι σύντροφοι αυτοί καταλήγουν σε κάποιο θεωρητικό αδιέξοδο. Φτάνουν στο συμπέρασμα ότι για όσο καιρό στο τιμόνι της εξουσίας (ή του κόμματος) βρίσκεται ο ήρωας (ο ευφυής, μεθοδικός, γενναίος Γενικός Γραμματέας) όλα πάνε καλά. Μόλις όμως εκείνος πεθαίνει (συμβαίνουν αυτά) και έρχεται ο άλλος, ο μη κατάλληλος (για κάποιον αυτός είναι ο Χρουστσιόφ, για άλλους ο Μπρέζνιεφ ή ο Γκορμπατσόφ), τότε το πράγμα πάει σύμφωνα με το γνωστό μας δρόμο της διάλυσης, δηλαδή αρχίζει η περεστρόικα.

Προκύπτει το ερώτημα: Πού βρίσκεται η εγγύηση ότι δε θα επαναληφθεί ο εκφυλισμός;

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Οι βασικές αρχές της οικοδόμησης των σοβιέτ, που αναδείχτηκαν στην πρακτική της πάλης της εργατικής τάξης και διατυπώθηκαν από το Λένιν κατά την επεξεργασία του Δεύτερου Προγράμματος του ΡΚΚ (μπ.), είναι οι ακόλουθες.

Πρώτο. Βασική εκλογική μονάδα (περιφέρεια) των σοβιέτ είναι η κολεκτίβα της φάμπρικας, του εργοστασίου, του κολχόζ, του κοζάκικου χωριού, του στρατιωτικού τμήματος κ.ο.κ. Δηλαδή εκείνη η κοινότητα ανθρώπων που είναι συνενωμένη με βάση ένα κοινό έργο (εδώ μπορεί να υπάρξουν και περιπτώσεις στέρησης εκλογικών δικαιωμάτων των τάξεων που έχουν ανατραπεί και των συμμάχων τους).

Εδώ είναι εξαιρετικά σημαντικό να κατανοηθεί ότι ένα τέτοιο σύστημα βασίζεται στην αντικειμενική κατάσταση οργάνωσης των εργαζομένων στο προτσές της παραγωγής. Ακριβώς αυτό το πλεονέκτημα των ανθρώπων της δουλειάς (την οργανωμένη ύπαρξη) προτείνεται να τους δοθεί η δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν στην κρατική οικοδόμηση (εδώ οι άνθρωποι γνωρίζουν καλύτερα ο ένας τον άλλο, τους είναι πιο εύκολο να κρίνουν τα ζητήματα, τους είναι πιο απλό να παίρνουν συλλογικές αποφάσεις).

Δεύτερο. Από την πρώτη αρχή εξάγεται η εύλογη ευκολία και προσβασιμότητα στη διαδικασία ανάκλησης των αντιπροσώπων στην περίπτωση μη δικαίωσης της εμπιστοσύνης των εκλογέων και η αντίστοιχη αντικατάστασή τους στη διάρκεια ζωντανών διαδικασιών, δίχως να χρειάζεται να περιμένει κανείς κάποιες εκλογικές εκστρατείες.

Τρίτο. Οπως ήδη σημειώθηκε στο απόσπασμα μετά την επικεφαλίδα του άρθρου, η πλήρης άρνηση του κοινοβουλευτισμού (δηλαδή της ακατάσχετης φλυαρίας) και ο συνδυασμός στο ίδιο όργανο των νομοθετικών και των εκτελεστικών λειτουργιών (αυτοί που πήραν την απόφαση – οι ίδιοι οργανώνουν και την υλοποίησή της).

Τέταρτο. Η βαθμιαία εκπαίδευση όλων και η προσέλκυση των εργαζομένων στη διοίκηση του κράτους.

Σε αυτό ειδικά το σημείο παρατηρούνταν και παρατηρείται το μέγιστο κύμα των διαφόρων επινοήσεων και της ανοιχτής ψευδολογίας. Ας θυμηθούμε την περίφημη μαγείρισσα του Λένιν. Ενώ ο Βλαντίμιρ Ιλίτς, όντας άριστος διοικητικός, έγραφε στην κυριολεξία τα ακόλουθα: «Δεν είμαστε ουτοπιστές. Ξέρουμε πως κανένας ανειδίκευτος εργάτης, καμιά μαγείρισσα δεν είναι σε θέση να αναλάβουν αμέσως τη διακυβέρνηση του κράτους. Σε αυτό το σημείο συμφωνούμε και με τους καντέτους και με τη Μπερεσκόφσκαγια και με τον Τσερετέλι. Ξεχωρίζουμε όμως από αυτούς τους πολίτες κατά τούτο, ότι εμείς απαιτούμε να μπει αμέσως τέρμα στην προκατάληψη πως δήθεν μόνο οι πλούσιοι υπάλληλοι ή οι υπάλληλοι που προέρχονται από πλούσιες οικογένειες είναι σε θέση να διοικούν το κράτος, να κάνουν τη συνηθισμένη καθημερινή δουλειά διακυβέρνησης. Απαιτούμε οι συνειδητοί εργάτες και στρατιώτες να διδάξουν το έργο της κρατικής διακυβέρνησης και να αρχίσει το έργο αυτό αμέσως, δηλαδή να αρχίσουν αμέσως να μπάζουν στην εκπαίδευση αυτή όλους τους εργαζόμενους, όλη τη φτωχολογιά»2. Σε αυτή τη φράση του Λένιν το κύριο βάρος πέφτει ακριβώς στην απαίτηση άρνησης των αυταπατών ότι δήθεν μόνο υψηλά αμειβόμενοι υπάλληλοι είναι σε θέση να διοικούν το κράτος, το κύριο βάρος πέφτει ακριβώς στην κατάργηση αυτού του αποκλειστικού δικαιώματος της ελίτ να διευθύνει τη ζωή του λαού και της χώρας.

Πέμπτο. Για να υλοποιηθεί η παραπάνω θέση θεσμοθετήθηκε η ανάδειξη και λογοδοσία των υπαλλήλων και των εκτελεστικών προσώπων ενώπιον των σοβιέτ και η καθιέρωση του ανώτατου κομματικού μισθού, δηλαδή ο περιορισμός του μισθού των καθοδηγητών των μελών του κόμματος και άλλων, με βάση το μισθό των ειδικευμένων εργατών (σχετικά με άλλες αρχές μπορεί κάποιος να ανατρέξει στο έργο του Λένιν «Προσχέδιο του προγράμματος», στο κεφάλαιο «Δέκα θέσεις για τη Σοβιετική εξουσία»3). Και τώρα, αφού εξοπλιστήκαμε με κάποια στοιχειώδη σημεία της θεωρίας που φτιάχτηκε μετά πια από το 1905, ας επιστρέψουμε στην ιστορία της γέννησης του Πρώτου Σοβιέτ, από την οποία βασικά προέκυψαν τα παραπάνω συμπεράσματα.

ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΤΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Τα γεγονότα του Γενάρη του 1905 και ο αιματηρός διωγμός των εργατών στην Πετρούπολη υπήρξαν η αφετηρία της πρώτης ρωσικής επανάστασης. Αυτή την εποχή η αυτόνομη (σ.μ. κατά λέξη «εκτός διοικητικής περιφέρειας» ή «μη υπαγόμενη διοικητικά στη διοικητική περιφέρεια» – μορφή της εδαφικής διοικητικής διάρθρωσης της προεπαναστατικής Ρωσίας) πόλη Ιβάνοβο-Βοζνιεσένσκ (της περιφέρειας Σούι του Κυβερνείου του Βλαντίμιρ) ήταν κιόλας γνωστό βιομηχανικό κέντρο και η εργατική της τάξη διέθετε ήδη αρκετή αγωνιστική εμπειρία.

Δεκάδες χιλιάδες εργατών δούλευαν από 11,5 ως 16 ώρες το εικοσιτετράωρο με αμοιβές μεταξύ 7 και 20 ρουβλιών το μήνα. Το νοίκι για ένα δωμάτιο δεν ήταν μικρότερο από 5 ρούβλια, κάτι που ανάγκαζε τους εργάτες να ζουν ασφυκτικά, αφού αρκετές οικογένειες, ακόμη και δεκάδες άνθρωποι έμεναν στον ίδιο χώρο κατοικίας. Οι σχέσεις στη σφαίρα της παραγωγής χαρακτηρίζονταν από την κτηνώδη στάση της διοίκησης των επιχειρήσεων, των αφεντικών, από την ευρεία εφαρμογή του συστήματος των προστίμων στους εργάτες και των χώρων κράτησης των παραβατών μέσα στις επιχειρήσεις, από τις εξαιρετικά άσχημες συνθήκες εργασίας και από μια σκοτεινή ζωή αμάθειας στο χώρο έξω από την παραγωγική διαδικασία.

Αρκεί να ειπωθεί ότι στο ίδιο το Ιβάνοβο, με πληθυσμό 54 χιλ. εργαζομένων, δεν υπήρχε ούτε ένα βιβλιοπωλείο ούτε μια λαϊκή βιβλιοθήκη και κάθε χρόνο περίπου 500 παιδιά δε γίνονταν δεκτά στα σχολεία λόγω έλλειψης θέσεων εκεί (ακόμη μεγαλύτερος αριθμός παιδιών αδυνατούσε να πάει σχολείο εξαιτίας της φτώχειας και της ανάγκης να δουλέψει μέσα στην οικογένεια ή στη φάμπρικα). Από την άλλη πλευρά η κύρια μορφή διασκέδασης και ψυχαγωγίας που είχε οργανώσει η αστική τάξη για τους εργάτες ήταν οι πάνω από 200 ταβέρνες και οινοποτεία που υπήρχαν στην πόλη.

Το 1905 οι εργάτες του Ιβάνοβο διέθεταν ήδη όχι μόνο αγωνιστική εμπειρία, αλλά και μια ισχυρή οργάνωση επαναστατών σοσιαλδημοκρατών υπό την καθοδήγηση των μπολσεβίκων. Στη Βόρεια Ενωση του ΣΔΕΚΡ (μπ.), υπό την επιρροή της οποίας βρίσκονταν τα κυβερνεία του Γιαροσλάβ, της Κοστρομά και του Βλαντίμιρ, δούλευαν διάσημοι επαναστάτες, όπως ο Φ. Σαμοΐλοφ, ο Μ. Φρούνζε, ο Ν. Μπάουμαν, ο Μ. Μπαγκάγεφ, η Ο. Βαρεντσόβα και άλλοι. Ο αριθμός μόνο της οργάνωσης του κέντρου του Ιβάνοβο έφτανε σχεδόν στους πεντακόσιους ενεργούς, καλά οργανωμένους (κατά κύριο λόγο με κριτήριο την παραγωγή) επαγγελματίες επαναστάτες. Μια ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα της οργάνωσης του Ιβάνοβο, την οποία επισήμανε ο Μ. Φρούνζε, ήταν και το ότι σε διάκριση από τις οργανώσεις της πρωτεύουσας, στα καθοδηγητικά κομματικά πόστα εδώ βρίσκονταν κατά κύριο λόγο εργάτες.

Ο Φρούνζε έγραφε: «Γνωρίζοντας ήδη τη ζωή και τη σύνθεση των οργανώσεων της Πετρούπολης και της Μόσχας, δεν διαπίστωσα εκεί παρόμοιο φαινόμενο. Είναι αλήθεια ότι και εκεί αναδεικνύονταν από το εργατικό περιβάλλον μια μάζα πρωτοπόρων και πολύ ενεργών και ταλαντούχων στελεχών, αλλά αυτοί σαν να διαλύονταν και να εξομοιώνονταν δίπλα σε πολυάριθμα στελέχη που σε αυτά τα κέντρα αναδεικνύονταν μέσα από τους διανοούμενους»4.

Ηταν οι μπολσεβίκοι που βοήθησαν να διατυπωθούν και να αναδειχτούν τα 16 αιτήματα προς τους ιδιοκτήτες των εργοστασίων, μεταξύ των οποίων το αίτημα για οκτάωρη εργάσιμη μέρα, για αύξηση του μισθού κατά 60%, για την κατάργηση των προστίμων και των ερευνών σε βάρος των εργατών, για τη δημιουργία βρεφικών σταθμών και διάθεσης χρόνου στις εργαζόμενες μητέρες για το τάισμα των παιδιών, για την ίδρυση επιτροπών για τις εργασιακές διαφορές, για την απόλυση μαστόρων και διευθυντών που φέρονταν πολύ προσβλητικά και άσχημα στους εργάτες κ.ο.κ. Πρέπει να πούμε ότι τα βασικά οικονομικά αιτήματα πολύ σύντομα συμπληρώθηκαν και με πολιτικά: ελευθερίες των συγκεντρώσεων, του τύπου και της διανομής προκηρύξεων, δικαιώματα συνένωσης σε σωματεία, ελευθερία διοργάνωσης στάσεων εργασίας – και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα – και το αίτημα εκλογών για συντακτική συνέλευση και κατάργηση της απολυταρχίας. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων, οι διαθέσεις στην πόλη θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σαν καζάνι που βράζει.

Η ΩΡΑ ΣΗΜΑΝΕ

Στις 12 Μαΐου του 1905, με απόφαση της μπολσεβίκικης οργάνωσης, ανακοινώθηκε το ξεκίνημα της στάσης εργασίας. Τα αιτήματα διατυπώθηκαν με τη μορφή του καλέσματος της Βόρειας Επιτροπής για γενική στάση εργασίας, που απευθυνόταν στους εργάτες του Ιβάνοβο-Βοζνιεσένσκ και στο οποίο περιέχονταν τα ακόλουθα λόγια: «Δεν αντέχουμε να υπομένουμε άλλο! Κοιτάξτε τη ζωή μας, σε ποιο σημείο μας κατάντησαν τα αφεντικά μας! Πουθενά δεν υπάρχει φως στη σκυλίσια ζωή μας! Αρκετά! Η ώρα σήμανε! Σε κανένα δεν μπορούμε να ελπίζουμε εκτός από τον εαυτό μας… Καιρός να καταπιαστούμε με το να πετύχουμε μια καλύτερη ζωή! Σταματήστε τη δουλειά, ενωθείτε με τους απεργούς συντρόφους σας. Θέστε τα 26 αιτήματα (σ.σ. είχαν ήδη συμπληρωθεί), που διατυπώθηκαν από την ομάδα μας. Προσθέστε σε αυτά τα δικά σας τοπικά και ιδιαίτερα αιτήματα! Συνεδριάστε για να καθορίσετε τις ανάγκες σας στην πόλη και στα περίχωρα».

Στις 13 Μαΐου απεργούσαν ήδη 32 χιλιάδες εργάτες. Εγιναν πρωτόγνωρα μαζικές συγκεντρώσεις στο κέντρο της πόλης, στο δημαρχείο. Τα επεξεργασμένα αιτήματα επιδόθηκαν στον ανώτερο εργοστασιακό επιθεωρητή. Αιφνιδιασμένοι από τον τόσο μεγάλο αριθμό κινητοποιημένου λαού, οι εκπρόσωποι της εξουσίας δήλωσαν ότι δεν μπορούν να συζητήσουν αμέσως με όλους. Και τότε οι εργάτες του Ιβάνοβο ξεκίνησαν τις περίφημες συνελεύσεις τους στο λιβάδι του μικρού ποταμού Τάλκα.

Εγινε περαιτέρω επεξεργασία των αιτημάτων που κατατέθηκαν στους εργοστασιάρχες. Τα αιτήματα μπορούμε να τα χωρίσουμε σε πέντε ομάδες: 1) ορισμός κανόνων διευθέτησης του εργάσιμου χρόνου, 2) μισθός (ελάχιστο – 20 ρούβλια μηνιαίως), 3) σχέσεις μεταξύ των εργατών και της εργοστασιακής διοίκησης, 4) συνθήκες καθαριότητας και υγιεινής στην εργασία, 5) αιτήματα γενικού πολιτικού χαρακτήρα.

Μία από τις πρώτες αποφάσεις που λήφθηκαν συλλογικά αφορούσε την ίδρυση χρηματικού ταμείου για τη διεξαγωγή της πάλης με τα αφεντικά των επιχειρήσεων και τις κρατικές αρχές. Ομως το πιο σημαντικό γεγονός που συνέβη ήταν το ότι αφού χωρίστηκαν στο λιβάδι σε κύκλους (και εδώ βρίσκονταν δεκάδες χιλιάδες εργατών και ο κάθε κύκλος σχηματιζόταν με βάση το παραγωγικό κριτήριο, εκφράζοντας τη φάμπρικα ή το συγκρότημα εργοστασίων του τάδε ή του δείνα αφεντικού), σε κάθε κύκλο οι εργάτες προχώρησαν στην εκλογή δικών τους αντιπροσώπων. Η εκλογή γινόταν με ανοιχτή ψηφοφορία, σε αντιστοιχία με τον αριθμό των εργαζομένων σε κάθε συγκεκριμένη επιχείρηση. Κάθε ξεχωριστή υποψηφιότητα κρινόταν αναλυτικά και ολόπλευρα. Χρησιμοποιώντας τη σημερινή γλώσσα, γίνονταν προτάσεις εκλογής, απορρίψεις και έλεγχοι υποψηφιοτήτων, συναγωνισμός υποψηφίων και ιδεών. Συνολικά εκλέχθηκαν 150 αντιπρόσωποι, που αρχικά ονομάστηκαν «Συνέλευση των αντιπροσώπων». Αργότερα τους ονόμαζαν «Σοβιέτ των εξουσιοδοτημένων στο Ιβάνοβο-Βοζνιεσένσκ» και ύστερα «Σοβιέτ των Εργατών Αντιπροσώπων». Τα δύο τρίτα των 150 εργατών αντιπροσώπων ήταν μπολσεβίκοι. Εκλέχθηκαν 17 γυναίκες. Στις 15 Μαΐου, σ’ ένα μικρό μονώροφο κτίριο της τοπικής διοίκησης της μικροαστικής συνοικίας, έγινε η πρώτη συνεδρίαση του Πρώτου Σοβιέτ Εργατών Αντιπροσώπων του Ιβάνοβο-Βοζνιεσένσκ. Σε αυτή τη συνεδρίαση εκλέχτηκε το Προεδρείο του Σοβιέτ και επίσης οργανώθηκαν τα εξής τμήματα: Το τμήμα για τη φύλαξη της πόλης, το οποίο διέθετε εργατική πολιτοφυλακή (η εργατική πολιτοφυλακή τηρούσε την τάξη σε συγκεντρώσεις, συλλαλητήρια και διαδηλώσεις, δεν επέτρεπε την εργασία στις επιχειρήσεις δίχως σχετική άδεια του Σοβιέτ). Το οικονομικό τμήμα, στα καθήκοντα του οποίου εντάσσονταν η αναζήτηση μέσων και η παροχή υλικής βοήθειας στους εργάτες που βρίσκονταν σε ανάγκη και τις οικογένειές τους. Συνολικά, στο διάστημα της στάσης εργασίας, μέσα από το οικονομικό τμήμα πέρασαν 13 χιλιάδες ρούβλια. Ο τρόπος παροχής βοήθειας ήταν ο εξής: οι εργάτες που βρίσκονταν σε ανάγκη απευθύνονταν άμεσα στον αντιπρόσωπό τους και εκείνος μετά από μελέτη της υπόθεσης παρουσίαζε αναφορές στο οικονομικό τμήμα. Τα χρήματα δίνονταν ως προκαταβολή σε ένα σύνδεσμο καταναλωτών και από εδώ οι εργάτες έπαιρναν προϊόντα με αποδείξεις πληρωμής (σ.μ. τσεκ, επιταγές) του οικονομικού τμήματος. Για το γάλα για παιδιά ηλικίας ως τριών ετών, οι γονείς έπαιρναν χρήματα. Οργανώθηκαν ομάδες κάλυψης τυπογραφικών μέσων, καταναλωτικών συνεταιρισμών, λαϊκού δικαστηρίου κ.ά.

Το Σοβιέτ δήλωσε στον κυβερνήτη και στους εργοστασιάρχες ότι εγγυάται την ηρεμία στην πόλη υπό τον όρο της μη επέμβασης του στρατού και της αστυνομίας στη διαδικασία της απεργίας. Με αυτό τον τρόπο το Σοβιέτ έφτασε να αποκτήσει κύρος όχι μόνο μέσα στην πόλη, αλλά και πέρα από τα όριά της. Ενώ εκλέχτηκε θα έλεγε κανείς μόνο για διαπραγματεύσεις, εντούτοις πολύ σύντομα έφτασε να διευθύνει όλη τη ζωή και την πάλη. Στην πόλη πρακτικά διαμορφώθηκε μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας. Αργότερα, περιγράφοντας αυτές τις πρώτες εμπειρίες, ο Βλαντίμιρ Ιλίτς έγραφε: «Τα όργανα αυτά δημιουργούνταν αποκλειστικά από τα επαναστατημένα στρώματα του πληθυσμού, δημιουργούνταν έξω από κάθε λογής νόμους και κανόνες, ολοκληρωτικά με επαναστατικό τρόπο, σαν προϊόν της πηγαίας λαϊκής δημιουργικότητας, σαν εκδήλωση αυτενέργειας του λαού που λυτρώθηκε ή λυτρώνεται από τα παλιά αστυνομικά δεσμά. Τέλος, αυτά ήταν ακριβώς όργανα εξουσίας, παρ’ όλο τον εμβρυώδη, αυθόρμητο, αδιαμόρφωτο και ασαφή χαρακτήρα της σύνθεσης και της λειτουργίας τους.

…Ως προς τον κοινωνικοπολιτικό τους χαρακτήρα ήταν, σε εμβρυακή μορφή, δικτατορία των επαναστατικών στοιχείων του λαού»5.

ΚΟΙΝΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ

Πρέπει να σημειώσουμε ότι οι κύριοι ιδιοκτήτες των φαμπρικών και των εργοστασίων και ο κυβερνήτης, σαν άνθρωποι έξυπνοι, από τις πρώτες κιόλας μέρες της ίδρυσης του Σοβιέτ κατανόησαν τον κίνδυνο που σήμαινε μια τέτοια οργάνωση και κατέθεσαν πρόταση για ετοιμότητα άμεσης διεξαγωγής διαπραγματεύσεων, αλλά με τον όρο ότι ο κάθε εργοστασιάρχης θα κάνει τις διαπραγματεύσεις με τους δικούς του αντιπροσώπους. Οι εργάτες όμως υποστήριζαν με έμφαση τη φόρμουλα «όλοι με όλους», καταλαβαίνοντας ότι αν τους σπάσουν σε κομμάτια αναπόφευκτα θα τους μπερδέψουν, θα τους εξαπατήσουν, θα τους τρομοκρατήσουν, θα τους εξαγοράσουν.

Το Σοβιέτ των εξουσιοδοτημένων, στηριζόμενο σε όλη την εργατική μάζα, δεν επέτρεπε την κατάτμηση των δυνάμεων και κρατούσε γερά την καθοδήγηση στα χέρια του. Υποχρέωσε όχι μόνο τους εργοστασιάρχες, αλλά και τον κυβερνήτη, να συνδιαλλαγούν μαζί του. Ετσι, ο κυβερνήτης Λεόντιεφ βρέθηκε πολλές φορές αναγκασμένος να ζητήσει από το Σοβιέτ των εργατών αντιπροσώπων, να του επιτρέψει να βάλει μερικούς ανθρώπους στο τυπογραφείο για την έκδοση ανακοινώσεων ακόμη και των ίδιων των δικών του εγκυκλίων, ως κυβερνήτη.

Και οι εργοστασιάρχες απευθύνονταν στο Σοβιέτ με το αίτημα να επιτραπεί να περάσουν από κάποιες τεχνολογικές διαδικασίες εκείνα τα εμπορεύματα που είχαν μείνει σε ανολοκλήρωτη μορφή και μπορούσαν να χαθούν. Το Σοβιέτ το επέτρεπε αυτό, αν συμφωνούσαν να πάνε στη δουλειά οι ίδιοι οι εργάτες, αλλά μόνο με τον όρο ότι ο μισθός τους θα έμπαινε στο απεργιακό ταμείο.

Το μέγεθος της αναστάτωσης που προκάλεσε η στάση μεταξύ των καπιταλιστών, το εκφράζει άμεσα και ανοιχτά ο εργοστασιάρχης Μπουρίλιν σε ένα γράμμα του σε συγγενικό του πρόσωπο: «Αυτό που συνέβη δεν είναι δυνατό να περιγραφεί. Η εικόνα των γεγονότων είναι πρωτοφανής… Δεν έχω πια αμαξά, φτιάχνω μόνος μου το τσάι, πήραν απ’ τη φάμπρικα μέχρι και τον τελευταίο φύλακα, εγώ ο ίδιος φυλάω τη φάμπρικα. Οι επικεφαλής της διοίκησης έχουν εξαφανιστεί. Οι δικοί μας δεν έχουν ενιαία γνώμη (σ.σ. από εδώ και κάτω η υπογράμμιση δική μας). Η δική μου ειλικρινής πεποίθηση είναι ότι πρέπει να προχωρήσουμε όσο το δυνατό γρηγορότερα σε κάποιες μικρές υποχωρήσεις στα εργατικά αιτήματα. Μας απειλούν κολοσσιαίες ζημιές… Μου είναι γνωστό από αξιόπιστες πηγές ότι οι καθοδηγητές της απεργίας είναι άνθρωποι που έχουν έρθει από άλλα μέρη, είναι μορφωμένοι και διοικούν με πολύ γερό τρόπο. Είναι αισθητή η ύπαρξη μιας δυαδικής εξουσίας στην πόλη. Οι εργάτες δε θέλουν να διαπραγματευτούν ξεχωριστά στις φάμπρικές τους, θέτουν κοινά αιτήματα».

Αν και μια σειρά εργοστασιάρχες πρότειναν να γίνουν ορισμένες υποχωρήσεις, η πλειοψηφία τους σε συνεννόηση με τον κυβερνήτη αρνήθηκε να ικανοποιήσει τα αιτήματα των απεργών. Στο πλαίσιο αυτό χρησιμοποιήθηκαν επινοήματα όπως για παράδειγμα το ότι «η διάρκεια της εργάσιμης μέρας εξετάζεται μόνο στο επίπεδο όλου του κράτους». Τα σημεία για τον κατώτατο μισθό και την κατάργηση των προστίμων και των σωματικών ελέγχων απορρίφθηκαν δίχως καμιά αιτιολογία και στο αίτημα για τη διαμόρφωση βρεφικών σταθμών τα αφεντικά απάντησαν: «Το βρίσκουμε εξαιρετικά δύσκολο». Στα σημεία που αναφέρονταν στην κατάργηση της εργοστασιακής αστυνομίας, των φυλακών (χώρων εγκλεισμού) μέσα στις φάμπρικες, της μη επέμβασης της διοίκησης και του στρατού στις υποθέσεις των εργατών, της πολιτικής ελευθερίας και του δικαιώματος να ενώνονται σε σωματεία, της διαμόρφωσης εργατικών ταμείων αλληλοβοήθειας, οι εργοστασιάρχες απαντούσαν: «Δεν εμπίπτει της δικής μας αρμοδιότητας».

Είναι ενδιαφέρον ότι σε αυτή τη φάση οι εργάτες ήδη ζητούσαν τον εορτασμό της 1ης Μάη, κάτι για το οποίο τα αφεντικά απάντησαν: «Εξαιτίας του μεγάλου αριθμού γιορτών στη χώρα μας, βρίσκουμε μη βολικό τον εορτασμό της 1ης Μάη».

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΗΣ

Στη συνέχεια οι αρχές προχωράνε στην εφαρμογή βίαιων μεθόδων, κινητοποιώντας τάγματα πεζικού και λόχους κοζάκων που τους στάλθηκαν από την πρωτεύουσα. Γίνονται συγκρούσεις και συλλήψεις. Οι εργάτες απευθύνονται με αναφορά τους στον υπουργό Εσωτερικών. Το Σοβιέτ δεν είχε κανενός είδους ψευδαισθήσεις, ωστόσο όμως η έκκληση αυτή ξεσκέπασε την τσαρική κυβέρνηση σαν πιστό υπερασπιστή των συμφερόντων των μεγαλογαιοκτημόνων και των καπιταλιστών. Εγινε σε όλους ξεκάθαρο ότι η κυβέρνηση του Νικολάου του Ματοβαμμένου κάθε άλλο παρά είναι ταγμένη στο πλευρό του λαού.

Στη μαζικά οργανωμένη πολιτική πάλη των εργατών κάτω από την καθοδήγηση των μπολσεβίκων, κάποια αναρχικά στοιχεία, υποστηριζόμενα από τις αρχές, προσπάθησαν να αντιπαραθέσουν την ατομική τρομοκρατία, την απαλλοτρίωση [σ.μ. εννοεί τη βίαιη ατομική απαλλοτρίωση, δηλαδή τις κλοπές, τις ληστείες κλπ.], τη συμμορίτικη κραυγή: «Λήστεψε, χτύπα, σφάξε!». Σε αυτό οι μπολσεβίκοι ανταπαντούσαν ότι φυσικά είναι ευκολότερο να επιτεθείς στο μικρομαγαζάτορα και να ληστέψεις ένα ιδιωτικό διαμέρισμα, από το να διεξάγεις οργανωμένη ταξική πάλη ενάντια σε ολόκληρη την τάξη των καπιταλιστών και των μεγαλογαιοκτημόνων. Είναι πιο εύκολο να επιτεθείς σε ένα μεμονωμένο πράκτορα της τσαρικής εξουσίας, από το να επιτεθείς στην τσαρική απολυταρχία στο σύνολό της και να οργανώσεις τις μάζες για την ανατροπή του τσαρισμού.

Οι προσπάθειες να απαξιώσουν την εργατική στάση, να την παρουσιάσουν σαν κάποιου είδους «αταξία» (σ.μ. «αναταραχή», «έλλειψη, κατάλυση της τάξης»), η οποία πρέπει να κατασταλεί με τη βοήθεια ένοπλης δύναμης, ως επί το πλείστον, απέτυχαν. Πάνω σε αυτό ο Φ. Σαμοΐλοφ έγραφε: «Στην πόλη αυτό το διάστημα παρατηρούνταν τόση ευταξία, όση δεν υπήρχε ποτέ πριν την απεργία. Δεν κυκλοφορούσαν μεθυσμένοι, δεν παρατηρούνταν ούτε καυγάδες ούτε σκανδαλώδεις καταστάσεις, ούτε τυχερά παιχνίδια, τα οποία το Σοβιέτ είχε επίσης απαγορεύσει». Με βάση σχετική εγκύκλιο του Σοβιέτ έκλεισαν όλα τα μαγαζιά με αλκοολούχα ποτά στην πόλη.

Στο βαθμό που η διεξαγωγή συγκεντρώσεων στην πόλη είχε γίνει δυσκολότερη, οι εργάτες συγκεντρώνονταν έξω από την πόλη, στο ποτάμι Τάλκα, οργανώνοντας εκεί ένα ισχυρά συσπειρωμένο προλεταριακό στρατόπεδο με τη δική του διοίκηση και πειθαρχία, οι παραβάτες της οποίας υποβάλλονταν σε σκληρή ποινή: την έκθεσή τους στο βήμα ενώπιον ολόκληρης της μάζας και την εξέταση εκεί του παραπτώματος που είχαν κάνει. Αυτή η τιμωρία θεωρούνταν πολύ αυστηρή και οι άνθρωποι φοβούνταν σαν τη φωτιά την επίπληξη απ’ όλους μπροστά στη μάζα που παρακολουθούσε.

Το στρατόπεδο στο ποτάμι Τάλκα μετατράπηκε σε ένα ιδιόμορφο εργατικό πανεπιστήμιο, όπου από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ διεξαγόταν εκπαιδευτικό μάθημα, συζητήσεις, η εργασία του Σοβιέτ και των τμημάτων του κ.ο.κ. Υπήρχαν και οι ώρες του ελεύθερου χρόνου, κατά τις οποίες οι εργάτες τραγουδούσαν και μεταξύ των τραγουδιών υπήρχαν και επαναστατικά τραγούδια. Σ’ ένα από τα πιο δημοφιλή τέτοια τραγούδια, που ονομαζόταν «Ζίμουσκα», υπήρχαν οι παρακάτω στροφές:

Στο στύλο κρέμεται η κορώνα

ο Νικόλαος Β΄ – η κουρούνα

ο Πρόεδρος όλων των ηλιθίων

ο Νικόλαος Β΄ ο Ρομανόφ

από τα Αλτάια ως το Δούναβη

δε βρίσκεται πιο βλάκας απ’ το Νικόλαο,

σε όλη τη Ρωσία έφτασε η φήμη:

ο Νικόλαος τρελάθηκε.

Από ποιητικής άποψης το παραπάνω μπορεί να πει κανείς δεν είναι και κανένα αριστούργημα. Ωστόσο τα λόγια δείχνουν καθαρά ότι από την παλιά πίστη των εργατών στον πατερούλη τσάρο δεν είχε μείνει τίποτα πια.

Στις αρχές του Ιούνη τα αφεντικά κήρυξαν λοκ-άουτ (σ.μ. ανταπεργίες). Στις 3 Ιουνίου με τις δυνάμεις των κοζάκων και του πεζικού προχώρησαν σε αιματηρό χτύπημα στο στρατόπεδο του Τάλκα, μετά από το οποίο η αντίσταση πέρασε στην ανοιχτή αντιπαράθεση με τη χρήση των οδοφραγμάτων, του λιθόστρωτου (σαν όπλου του προλεταριάτου), κάποιου οπλισμού που παρότι ήταν λίγος και παλιός, εν τούτοις το προλεταριάτο διέθετε και τέτοιον (βασικά επρόκειτο για τα ρεβόλβερ «μπουλντόγκ», απαρχαιωμένου τύπου), των εμπρησμών εργοστασίων, καθώς επίσης και αγροκτημάτων και επαύλεων που ανήκαν στους εργοστασιάρχες.

Συναντώντας τόσο μεγάλη αντίσταση, στις 11 Ιουνίου ο κυβερνήτης επέτρεψε και πάλι τις συνελεύσεις στον Τάλκα. Στις 13 Ιουνίου οι εργοστασιάρχες προχώρησαν στην πρόταση επιμέρους οικονομικών υποχωρήσεων: μισθολογική αύξηση 10%, 10ωρη εργάσιμη μέρα, συν ακόμη κάποια πράγματα, αλλά μικρότερης σημασίας.

Στις 16 Ιουνίου ο κυβερνήτης αναφέρει στον υπουργό Εσωτερικών: «Με βάση τις αναφορές πρακτόρων που έλαβα, οι αγκιτάτορες και καθοδηγητές των συγκεντρώσεων μη όντας σε θέση να διατηρήσουν την αλληλεγγύη του πλήθους με τα οικονομικά αιτήματα και μόνον, τις τελευταίες δυο μέρες έκαναν πολιτικές και αντικυβερνητικές ομιλίες που προς το παρόν συναντούν τη συμπάθεια της μάζας των απεργών. Θεωρώ αδύνατη τη διενέργεια συλλήψεων των αγκιτατόρων για όσο διάστημα το πλήθος είναι τόσο συσπειρωμένο».

Από αυτό το σημείωμα φαίνεται ότι στην πορεία ανάπτυξης της απεργίας αυξήθηκε τόσο η συσπείρωση των εργατών, όσο και η πολιτικοποίησή τους. Οι μάζες περνούσαν το πανεπιστήμιο της πάλης.

Ωστόσο οι δυνάμεις των απεργών είχαν εξαντληθεί και στις 27 Ιουνίου το Σοβιέτ των εξουσιοδοτημένων εκδίδει την απόφαση: «Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι 47 μέρες απεργίας εξάντλησαν τις δυνάμεις μας… αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στη δουλειά, με στόχο, αφού ενισχύσουμε τις δυνάμεις μας να ξεκινήσουμε εκ νέου την πάλη για τα δικαιώματά μας…».

Στις διάφορες φάμπρικες οι εργαζόμενοι επέστρεψαν στην εργασία τους σε διαφορετικές ημερομηνίες, αφού μερικοί εργοστασιάρχες δεν ήθελαν να προβούν ούτε καν σε αυτές τις τόσο άθλιες υποχωρήσεις που είχαν συμφωνηθεί. Επίσημη ημέρα λήξης της στάσης εργασίας θεωρείται η 23η Ιουλίου. (Η δουλειά ξεκίνησε ξανά σε όλες τις φάμπρικες εκτός από τις φάμπρικες του Φόκιν, του Π. Ντερμπένιεφ, του Μπακούλιν και τα δύο εργοστάσια του Γιαμάνοφ). Ακόμη και με βάση τα στοιχεία του ανώτατου εργοστασιακού επιθεωρητή του κυβερνείου του Βλαντίμιρ, η στάση εργασίας κατέλαβε 34 επιχειρήσεις, διήρκεσε 72 μέρες και έλαβαν μέρος σε αυτή, μόνο στο κέντρο της περιφέρειας, 29.068 εργάτες, μεταξύ των οποίων 11.277 γυναίκες και 2.482 ανήλικοι. Συνολικά δε σε όλο το κυβερνείο συμμετείχαν σε διάφορα στάδια της στάσης πάνω από 70 χιλιάδες εργάτες.

Ο μακρύς δύσκολος αγώνας δεν πέρασε δίχως ν’ αφήσει ίχνη. Ατσάλωσε τους εργάτες και τους προετοίμασε για τη μελλοντική ακόμη πιο πεισματώδη πάλη. Οπως έγραφε ο Φ. Σαμοΐλοφ «…υπήρχε η αίσθηση κάτι του νέου, του πρωτόγνωρου. Η προηγούμενη ταπεινωμένη στάση και οι τιποτένιοι τρόποι στην εξωτερική συμπεριφορά του μαζικού εργάτη εξαφανίστηκαν. Αυτό διακρινόταν ιδιαίτερα στη στάση των εργατών προς τους εκπροσώπους της διοίκησης της φάμπρικας…Το κύρος “θεού και τσάρου” των διοικητικών στελεχών, των διευθυντών… κλονίστηκε έντονα… Εξαφανίστηκε τελείως η δειλή δουλοπρέπεια απέναντι σ’ αυτά τα πρόσωπα, οι κάθε είδους βαθιές υποκλίσεις όταν εμφανίζονταν στις οποίες οι τελευταίοι παλιότερα δεν θεωρούσαν απαραίτητο ούτε καν να ανταποκρίνονται».

Οι μπολσεβίκοι πήραν υπόψη τους τα μαθήματα της πάλης των εργατών του Ιβάνοβο στη συνδιάσκεψη της κομματικής οργάνωσης που διεξάχθηκε στην Κοστρομά, το ίδιο εκείνο καλοκαίρι. Και τις μέρες της ένοπλης εξέγερσης του Δεκέμβρη στη Μόσχα οι μαχητικές ομάδες των κλωστοϋφαντουργών του Ιβάνοβο-Βοζνιεσένσκ, του Σούι, της Κόχμα, με επικεφαλής τον Μ. Φρούνζε έδωσαν βοήθεια στους εργάτες της Μόσχας συμμετέχοντας στις μάχες των οδοφραγμάτων.

ΟΙ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΕΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΣΟΒΙΕΤ6

Αν θέλουμε να μιλήσουμε για τη σημασία της εμπειρίας του Πρώτου Σοβιέτ και των Σοβιέτ γενικά σε σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα στη Ρωσία, πρέπει πρώτα απ’ όλα να ξεκινήσουμε από το θλιβερό αλλά πραγματικό γεγονός ότι βασικά σήμερα η αντίσταση ανάγεται για την ώρα στις μαζώξεις στο δρόμο και στις καταθέσεις -σε τακτή βάση- αιτημάτων που απευθύνονται στον πρόεδρο ή την κυβέρνηση. Η οργανωμένη συλλογική πάλη στις φάμπρικες, τα εργοστάσια, άλλες επιχειρήσεις είναι για την ώρα πολύ λίγη (και αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για την πολιτική πάλη). Ακόμη περισσότερο που τα πιο αναπτυγμένα σε περιφέρειες και περιοχές «Σμακοφικά» (σ.μ. πήραν το όνομα τους από τον Σμάκοφ που ηγείται της Ομοσπονδίας) συνδικάτα (Ομοσπονδία Ανεξάρτητων Συνδικάτων Ρωσίας) όχι μόνο συγκρατούν εντός ορίων αυτή την πάλη, αλλά και συνήψαν πολιτικά συμβόλαια με το κόμμα εξουσίας, την «Ενιαία Ρωσία». Από τις πολιτικές δυνάμεις εκείνες που αυτοπροσδιορίζονται αριστερές ή κομμουνιστικές μόνο δυο-τρεις ασχολούνται με την οργάνωση του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος. Κατά πρώτο λόγο πρόκειται για το ΚΕΚΡ-ΕΚΚ και το ταξικό συνδικάτο «Ζαστσίτα». Τις μέχρι στιγμής επιτυχίες τους μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε περιορισμένες.

Εκ των αντιπολιτευόμενων βουλευτών της Κρατικής Δούμας και αυτοί (σε σύγκριση με τους έξι μπολσεβίκους που ήταν στην τσαρική Δούμα, είναι σήμερα πολύ περισσότεροι – 47 μέλη της παράταξης του ΚΚΡΟ συν 40 από την παράταξη του «Ρόντινα») μόνο δυο-τρεις καταπιάνονται με την οργάνωση της εργατικής αντίστασης. Και όταν κάποιος αποφασίζει ν’ ασχοληθεί με την εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος, βασικά κινείται στο επίπεδο σύνταξης επιστολών, παραπόνων, εκκλήσεων προς το δικαστήριο ή τον εισαγγελέα με αιτήματα τήρησης της νομιμότητας. Με την οργάνωση της αυτοτελούς πάλης των ίδιων των εργατών, των ίδιων των πλατιών μαζών των εργαζομένων η σημερινή αντιπολίτευση στη Δούμα δεν ασχολείται.

Ετσι λοιπόν η εμπειρία του Πρώτου Σοβιέτ πρέπει εμάς, τους κομμουνιστές του 21ου αιώνα, να μας υπαγορεύει και να μας συμβουλεύει:

α) Προσέγγιση στη λύση του ζητήματος: τι θέλουμε να οικοδομήσουμε.

β) Προσέγγιση στη λύση του ζητήματος: πώς να το κάνουμε αυτό.

ΚΑΤΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ

Είναι χρήσιμο εδώ να θυμηθούμε ότι στο πιο γνωστό παράδειγμα ταξικών μαχών της νεότατης ιστορίας της Ρωσίας, στην αντιπαράθεση στο Βίμπορσκ, οι εργάτες του εργοστασιακού συγκροτήματος παραγωγής προϊόντων χαρτιού και κυτταρίνης δεν περιορίστηκαν στην απλή αντίσταση στα αφεντικά, στα μισθολογικά αιτήματα, στα αιτήματα διατήρησης των θέσεων εργασίας και στην εκπλήρωση των υποσχέσεων για επενδύσεις του σχεδίου ιδιωτικοποίησης.

Οι εργαζόμενοι του συγκροτήματος πέρασαν στην επίθεση και ανέλαβαν οι ίδιοι τη λειτουργία της διεύθυνσης της παραγωγής. Πέταξαν τους υποψήφιους ιδιοκτήτες του συγκροτήματος έξω απ’ τις πύλες, εξέλεξαν δικό τους διοικητικό όργανο με επικεφαλής το διευθυντή, ίδρυσαν μια λαϊκή επιχείρηση, ως ιδρυτής της οποίας λειτούργησε η συνδικαλιστική οργάνωση.

Οι εργάτες εισήγαγαν στην παραγωγή μια βασική μηχανή παραγωγής χάρτου, η οποία παρέμενε εκτός παραγωγής περισσότερο από δυο χρόνια, κατάφεραν να οργανώσουν τη χρηματοδότηση με μέσα κυκλοφορίας έναντι μελλοντικών παραδόσεων της παραγωγής, ακόμη και την πώληση του ετήσιου προϊόντος. Εκτός αυτού ξανάρχισε να λειτουργεί η τραπεζαρία του εργοστασίου, σταθεροποιήθηκε η λειτουργία του λεβητοστασίου που παράγει θέρμανση για το συνοικισμό των εργατών που έχει τη συμβολική ονομασία Σοβιέτσκι.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι τοπικές και οι κρατικές αρχές διέκριναν άριστα τον κίνδυνο που σήμαινε αυτού του είδους η οργάνωση των εργαζομένων. Σκέφτηκαν ότι αν σήμερα οι άνθρωποι άρχισαν να αγγίζουν το δικαίωμα να διοικούν το εργοστάσιό τους, αύριο θα θελήσουν να καθορίζουν οι ίδιοι τη ζωή του χωριού τους, της πόλης τους και όλης της χώρας. Θα σκεφτούν και για την επαναφορά στην κρατική ιδιοκτησία των εργοστασίων, των φαμπρικών, των ηλεκτροσταθμών, του συμπλέγματος καυσίμων και ενέργειας, των μεταφορών κ.ο.κ. Και αυτό πια σημαίνει, αλίμονο, ότι η Σοβιετική εξουσία επιστρέφει!

Ακριβώς γι’ αυτό, δηλαδή εξαιτίας του εξαιρετικού κινδύνου για το υπόδειγμα της εξουσίας, τα αφεντικά του συγκροτήματος φέρθηκαν με τόση σκληρότητα απέναντι στη λαϊκή επιχείρηση. Μεταφέρθηκαν εδώ δυνάμεις του αποσπάσματος «Ταϊφούν», που εξειδικεύεται στη μεταφορά ιδιαίτερα επικίνδυνων κρατουμένων και στην καταστολή εξεγέρσεων στις φυλακές. Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της Ρωσίας πυροβόλησαν ενάντια στους εργάτες εδώ στο εργοστασιακό συγκρότημα του Βίμπορσκ, στις 13 Οκτωβρίου 1999. Πυροβόλησαν ενάντια στις εστίες των Σοβιέτ που πήγαιναν να γεννηθούν, δηλαδή ενάντια στο πιο επικίνδυνο για το αστικό σύστημα προτσές της αυτοοργάνωσης της πάλης των εργαζομένων.

ΧΩΡΙΣ ΠΑΛΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΙΚΗ

Στον καιρό του ο Βλαντίμιρ Ιλίτς, ενώ δούλευε πάνω στο δεύτερο Πρόγραμμα του κόμματος, κάνοντας λόγο θεωρητικά για τη δυνατότητα προσωρινών ηττών και παλινδρομήσεων προς τα πίσω, έγραφε: «…Το Κόμμα μας δεν θα αρνηθεί να χρησιμοποιήσει και τον αστικό κοινοβουλευτισμό, αν η πορεία της πάλης μάς ρίξει για ορισμένο χρονικό διάστημα πίσω στην ιστορική εκείνη βαθμίδα που τώρα η επανάστασή μας την έχει ξεπεράσει. Ομως, σε κάθε περίπτωση και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, το Κόμμα θα παλέψει για τη Σοβιετική Δημοκρατία, που είναι ένας ανώτερος από άποψη δημοκρατισμού τύπος κράτους και μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου, για την αποτίναξη του ζυγού των εκμεταλλευτών και την κατάπνιξη της αντίστασής τους»7.

Δίχως πάλη δεν μπορεί να υπάρξει νίκη. Αυτό είναι η βασική εμπειρία των Σοβιέτ της μαχητικής οργάνωσης του προλεταριάτου.

ΣHMEIΩΣEIΣ:

* Ο Β. Α. Τιούλκιν είναι Α΄ Γραμματέας της ΚΕ του ΚΕΚΡ – ΕΚΚ. Το άρθρο ήταν αφιερωμένο στα 100 χρόνια από την ίδρυση του πρώτου σοβιέτ και δημοσιεύτηκε στο «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή», Νο 1-2 (31-32), Κίεβο 2005, σελ. 3-7.

1. Β. Ι. Λένιν: Aπαντα τ. 12, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 130.

2. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 34, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 315.

3. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 36, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 71-73, καθώς και σε άλλες εργασίες.

4. «25 Χρόνια ΠΚΚ (μπ.)». Συλλογή αναμνήσεων των παράνομων του Ιβάνοβο-Βοζνιεσένσκ. 1923.

5. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 12, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή, σελ. 315-316.

6. Σ.μ.: Στα ρωσικά εδώ γίνεται λογοπαίγνιο με τη λέξη «σοβιέτ» που σημαίνει «συμβούλιο». Ομως σημαίνει επίσης και «συμβουλή». Στα ελληνικά δηλαδή κατά λέξη ο τίτλος του κεφαλαίου θα αποδιδόταν ως «Οι συμβουλές του Πρώτου Συμβουλίου».

7. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 36, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 58.