«διαβάζοντας τη διακήρυξη»: επιλεγόμενα

Σε σχέση με προηγούμενη ανάρτηση, μου δημιουργήθηκε η ανάγκη ορισμένων παρατηρήσεων, που διατυπώνονται παρακάτω:

1] Το περιεχόμενο της παρέκβασης της σχετικής με την «καθοδήγηση» της Κομμούνας, έχει μια γενικότερη σημασία για την κατανοηση της σχέσης ανάμεσα σε αυτό που ο Ένγκελς ονομάζει «πνευματικό παιδί» και στην πρακτική του καθοδήγηση.

Εννοείται, νομίζω, ότι γενικά η δεύτερη απαιτεί την άμεση παρουσία εκεί όπου διαδραματίζονται τα καθημερινά γεγονότα, ιδιαίτερα σε χρονικές περιόδους όπως αυτή της Κομμούνας όπου οι ανάγκες της αντιμετώπισης κατάστασεων, οι συσχετισμοί της πάλης κλπ μεταβάλλονται από μέρα σε μέρα ή ακόμα και αρκετές φορές καθημερινά. Κι είναι φυσικό ότι πολύ περισσότερο με τα επικοινωνιακά μέσα της εποχής μια τέτοια συμβολή από απόσταση στην πρακτική καθοδήγηση των καθημερινών εξελιξεων θα ήταν ακόμα πιο δυσχερής απ’ ό,τι σήμερα.

Σε κάθε περίπτωση πάντως αυτό που έχει γενική σημασία είναι η κατανοηση της διαφοράς ανάμεσα στις δυο αυτές «λειτουργίες», από τις οποίες η πρώτη αποτελεί καρπό μιας μακρόχρονης δουλειάς, ενώ η δεύτερη σχετίζεται με τη συγχρονισμένη παρέμβαση στην εξέλιξη των γεγονότων.

2] Η Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς γράφτηκε από τον Μαρξ. Πάνω σ’ αυτό αξίζει να παρατηρήσει κανείς την απλότητα, την κατανοητή στον πιο «αμόρφωτο» άνθρωπο με την οποία είναι δυνατό να εκφράζεται ο πολιτικός λόγος όσο πιο βαθιά είναι η γνώση και η αφομοίωση της επαναστατικής – επιστημονικής θεωρίας. Στις φράσεις για το κεντρικό περιεχόμενο της αστικής και της εργατικής πολιτικής οικονομίας (ζήτημα που αργότερα αποτέλεσε αντικείμενο ατελείωτων θεωρητικών έως σχολαστικών αντιπαραθέσεων), ή για τους «απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη» κλπ, δεν υπάρχει ίχνος «υψηλής» θεωρίας, είναι διατυπωμένες έτσι που μπορεί «να τις καταλαβαίνει κάθε εργάτης, κάθε τσοπάνης, κάθε πλύστρα … και στις πιο μακρινές γωνιές του τόπου» (Λένιν, Τα κομμουνιστικά κόμματα και ο κοινοβουλευτισμός).

Είναι διδακτικό το πώς από τη μια μεριά για την τέτοια απλότητα των διατυπώσεων απαιτείται ένα τεράστιο επιστημονικό – θεωρητικό υπόβαθρο, και το πώς από την άλλη μεριά το ίδιο αυτό υπόβαθρο  δεν «προδίδεται» ούτε σε μια συλλαβή, το πώς η διατύπωση των θέσεων δεν επιτρέπει ούτε στιγμή στην αναλυτική διαδικασία να επικυριαρχήσει πάνω στο τελικό συμπέρασμα και την απλότητα της έκφρασής του που το καθιστά οικειοποιήσιμο.

Κι είναι αυτή η απλότητα που διασφαλίζει την ικανότητα «γονέων» όπως η Διεθνής να γεννάνε «πνευματικά παιδιά» σαν την Κομμούνα…

3] Στην ανάρτηση εκείνη, υπάρχει ηλεκτρονική παραπομπή σε άρθρο του Ριζοσπάστη σχετικό με τη διάλυση της Διεθνούς (1876)…

…Η αποστολή της, πράγματι, «είχε πια επιτελεστεί – και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο» όπως αναφέρεται στο άρθρο του «Ρ», και «με την παλιά της μορφή, είχε πια ξεπεραστεί» (στο ίδιο, γράμμα του Ένγκελς στον Ζόργκε), εφόσον δούμε την αποστολή της από την άποψη ενός ιστορικού κύκλου. Ένας, όμως, σημαντικός πρακτικός, άμεσος λόγος της διάλυσής της (εντός των γενικότερων συνθηκών που είχαν σχέση με την τοτινή πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη) ήταν και η αδυναμία συνέχισης της ενιαίας λειτουργίας της εξαιτίας  των αντιπαρατιθέμενων ιδεολογικών, πολιτικών, οργανωτικών τάσεων που αναδύθηκαν στο εσωτερικό της. Από αυτή την άποψη θα μπορούσε να πει κανείς ότι η «αποστολή της θα επιτελούνταν», μέχρι τέλους, αν ακριβώς δεν ήταν αναγκασμένη να διαλυθεί, αν ήταν σε θέση να συνεχίσει τη λειτουργία της συμβάλλοντας με αυτή και στην στερέωση σε εθνικό επίπεδο των πολιτικών κομμάτων της εργατικής τάξης.

Δεν είμαι βέβαιος κατά πόσο «νομιμοποιούμαι» ιστορικά-θεωρητικά, παρ’ όλα αυτά «αποτολμώ» την εκτίμηση, ότι αποτελώντας η ίδια η Α΄Διεθνής ως κόμμα της εργατικής τάξης τη συνένωση της επιστημονικής θεωρίας με το εργατικό κίνημα, υπό τους συγκεκριμένους (αλλά και πρακτικά αναγκαστικούς) όρους με τους οποίους πραγματώθηκε η (και γι’ αυτό αναπόφευκτη) διάλυση της Α΄Διεθνούς, η διάλυση αυτή συνιστούσε σε έναν βαθμό και ορισμένο ρήγμα σε αυτήν ακριβώς τη συνένωση, ρήγμα που σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να κατανοηθεί ως ταυτόσημο με το «σχίσμα» ανάμεσα στις πολιτικές ομάδες που κατά ένα επιπόλαιο «τεκμήριο» θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως «εκφραστές» της μιας και της άλλης πλευράς της διαλεκτικής αυτής ενότητας. Και ακόμα πιο συγκεκριμένα, δεν θα έπρεπε το όποιο «ρήγμα» ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και την επαναστατική επιστημονική θεωρία να γίνει αντιληπτό ως ταυτόσημο με το πολιτικό-οργανωτικό «σχίσμα» ανάμεσα στον κομμουνισμό του Μαρξ και τον αναρχισμό του Μπακούνιν ή τον προυντονισμό ή τον τρεϊντγιουνισμό, λόγου χάρη: Το πολύ-πολύ, το δεύτερο («σχίσμα») να αποτελούσε «διαθλασμένη» έκφραση του πρώτου («ρήγμα»), όμως είναι αυτονόητο πως δεν χωρά οποιαδήποτε μηχανική ταύτιση λ.χ. της «θεωρίας» με τον Μαρξ και του «κινήματος» με τον Μπακούνιν κλπ.

Εξακολουθώντας να μην είμαι βέβαιος για την ιστορική-θεωρητική μου «νομιμοποίηση», θα προεκτείνω την παραπάνω σκέψη ως το σημείο της ίδρυσης της Β΄Διεθνούς, που ναι μεν αποτέλεσε την διεθνή επανένωση του εργατικού κινήματος από οργανωτική άποψη, όμως δεν στάθηκε ικανή να κλείσει το παραπάνω «ρήγμα» σε όλη του την έκταση. Το μαρτυρεί αυτό, με τον τρόπο της, η συνεχής προσπάθεια του Ένγκελς να αντιπαλέψει τον οπορτουνισμό τον αναπτυσσόμενο στους κολπους της Β΄Διεθνούς, ο οποίος όσο κι αν εξέφραζε σε ορισμένο βαθμό τη σύνθεση και το χαρακτήρα της σοσιαλδημοκρατικής, τότε, εργατικής τάξης, επικυριαρχούνταν και εκπροσωπούνταν πρώτιστα από θεωρητικές κορυφές του «ακαδημαϊκού μαρξισμού». Η ίδια, άλλωστε, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία, σαν κύρια δύναμη της Β΄Διεθνούς, είχε στην  ιδρυτική της βάση το «Προγραμα της Γκότα» (1875), από το οποίο ο Μαρξ και ο Ένγκελς ήσαν «ολότελα αμέτοχοι (…) και [δεν είχαν] καμία σχέση μ’ αυτό (…)», μη αναγνωρίζοντας (κατά την τοποθέτηση του Μαρξ) «έστω και με διπλωματική σιωπή, ένα πρόγραμμα που κατά την πεποίθησή μου πρέπει να αποριφθεί ολοκληρωτικά και που διαφθείρει το κόμμα» (Μαρξ, Γράμμα στον Μπράκε, από Κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα, σελ. 4-5, ΣΕ).

Θα χρειαστεί η ιστορική εξέλιξη να φτάσει ως την «κόψη» των διλημμάτων του  παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου, ώστε τα πολιτικά κόμματα της εργατικής τάξης να συνενωθούν πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά στην τρίτη, Κομμουνιστική Διεθνή με την ηγεσία του Λένιν, κάνοντας ένα νέο μεγάλο βήμα στη διαδικασία συνένωσης του εργατικού κινήματος με την επαναστατική θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού, αποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό η ιστορία για μια ακόμα φορά την αντιφατικότητα της πραγματικής κίνησής της όπου απότομα άλματα προς τα εμπρός διαδέχονται μικρότερα ή μεγαλύτερα βήματα πότε προς την πρόοδο και πότε προς την οπισθοχώρηση, βήματα στα οποία κάποτε αυτή η ίδια αντίφαση αποτελεί συστατικό τους στοιχείο.


M. Bookchin – K. Marx, «ηθικότητα» της διαλεκτικής και «αναπόφευκτο» του σοσιαλισμού

Διαβάζω στο βιβλίο του Murray Bookchin «Ιστορία Πολιτισμός Πρόοδος, Περίγραμμα μιας Κριτικής του Σύγχρονου Σχετικισμού» (σελ. 62 – 63 εκδόσεις Ισνάφι 2005 – 1η έκδοση του πρωτότυπου 1996):

«…Ο ισχυρισμός του Μαρξ πως ανακάλυψε τους «φυσικούς νόμους της καπιταλιστικής παραγωγής» ήταν παράλογος, αλλά το να διακηρύσσεις τον σχετικισμό ως εναλλακτική πρόταση σ’ αυτόν τον ισχυρισμό είναι εξίσου παράλογο. Σε μια νεότερη, πιο ευέλικτη ηλικία, ο Μαρξ με οξύνοια ισχυρίστηκε πως «δεν είναι αρκετό η σκέψη να αναζητά την ενεργό πραγμάτωσή της.. πρέπει και η ενεργός πραγματικότητα καθεαυτήν να μοχθεί προς την κατεύθυνση της σκέψης». Η σκέψη qua διαλεκτικός λόγος, γίνεται μετασχηματιστική όσον αφορά στη διάπλαση του παρόντος και του μέλλοντος, όσο η ανθρώπινη ορθολογική πράξις αντικειμενικά εμπραγματώνει το λανθάνον. Σήμερα που ο υποκειμενισμός δεσποζει υπέρτατα και όταν η συνηθισμένη απάντηση ακόμα και σε σημαδιακά γεγονότα είναι η διαγραφή κάθε νοήματος και συνεκτικότητας από την Ιστορία, τον Πολιτισμό και την Πρόοδο, προβάλλει μια απεγνωσμένη ανάγκη για μια αντικειμενικότητα που είναι εκτενέστατα ευρύτερη από αυτήν της φυσικής επιστήμης και των «φυσικών νόμων» αφενός και από την έμφαση στο ιδιότροπο, στο «φαντασιακό» και στο συμπτωματικό αφετέρου. Αν οι χυδαίοι μαρξιστές χρησιμοποίησαν την «επιστήμη» για να μετατρέψουν την ηθική αξίωση πως «ο σοσιαλισμός είναι αναγκαίος» στον τελεολογικό ισχυρισμό πως «ο σοσιαλισμός είναι αναπόφευκτος», οι σημερινοί «μετα-μαρξιστές» κριτικοί επαναλαμβάνουν μια παρόμοια χυδαιότητα εγκωμιάζοντας καυστικά την ασυναρτησία στον χώρο της κοινωνικής θεωρίας. Ο ισχυρισμός για το αναπόφευκτο του σοσιαλισμού ήταν χοντροκομμένα ντετερμινιστικός.. ο ισχυρισμός για την αναγκαιότητά του ήταν μια έλλογη και ηθική επεξήγηση…»

*

Ο «ισχυρισμός του Μαρξ» περί «ανακάλυψης των φυσικών νόμων της καπιταλιστικής παραγωγής», είναι μια φράση που μου δημιουργεί την ανάγκη παραπομπής «στην πηγή». Τέτοια παραπομπή όμως δεν υπάρχει στο κείμενο, και μια που είναι δύσκολο να ανατρέξει κανείς στο συνολικό έργο του Μαρξ προκειμένου να ανακαλύψει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία ενός τέτοιου «ισχυρισμού», περιορίζομαι σε αυτό που μου είναι γνωστό από την δική μου προσέγγιση του έργου αυτού: Δεν πρόκειται λοιπόν για την ανακάλυψη κάποιων «φυσικών» νόμων, αλλά για την ανακάλυψη των οικονομικών νόμων της καπιταλιστικής παραγωγής, και πιο, συγκεκριμένα των οικονομικών νόμων που διέπουν την «κίνησή της».

Δεν πρόκειται για «κίνηση» με την έννοια μόνο των επαναλαμβανόμενων κύκλων της καπιταλιστικής παραγωγής: Κάτι τέτοιο θα θύμιζε τον μηχανιστικό υλισμό τον οποίο τροφοδότησε η αρχική ανάπτυξη των φυσικών επιστημών και την θεώρησή του της φύσης, ως στατικά επαναμβανόμενης κίνησης. Θα είχε επίσης μια «στρουκτουραλιστική» διάσταση, πράγμα όχι αθέμιτο γενικά, αταίριαστο όμως προς το αντικείμενο της μελέτης, δηλαδή την καπιταλιστική παραγωγή, που δεν αποτελεί στατική «δομή», αλλά «δομή» που κάποτε γεννιέται, μέσα από τους κύκλους της ανάπτυξής της εξελίσσεται, και μέσα από την εξέλιξή της οδηγείται στον θάνατό της και στην αντικατάστασή της από μια άλλη «δομή». Πρόκειται λοιπόν για την «κίνηση» της καπιταλιστικής παραγωγής με αυτήν την έννοια της: από την αρχική εμφάνιση της καπιταλιστικής παραγωγής μέχρι το τελικό της «ωρίμασμα».

Το ερώτημα τώρα, είναι κατά πόσο αυτή η διευκρίνιση (όχι «φυσικούς», αλλά οικονομικούς νόμους), θα ήταν αρκετή για να αποκατασταθεί από τη σκοπιά του συγγραφέα  ο «παράλογος» χαρακτήρας του σχετικού «ισχυρισμού» του Μαρξ. Κάτι τέτοιο είναι μάλλον αβέβαιο, καθώς κατά πάσα πιθανοτητα η ένσταση του Bookchin δεν αφορά ειδικά τον «φυσικό» χαρακτήρα των νόμων της καπιταλιστικής παραγωγής, αλλά γενικότερα την αντικειμενική -την πέρα από ανθρωπινες προθέσεις- διάστασή τους είτε αυτή ονομαζόταν «φυσική» είτε «οικονομική». Η γενική ιστορική αντίληψη που διέπει το βιβλίο αυτό του Bookchin είναι η αντίληψη της ιστορικής προόδου ως αποτέλεσμα της αντίθεσης ανάμεσα στην εξουσία και την ιεραρχία, από την μια, και τον ορθολογισμό και την ελευθερία από την άλλη. Και από αυτήν καταρχήν τη σκοπιά προέρχεται, τόσο η κριτική του στον σχετικισμό και τον υποκειμενισμό, στην διαγραφή του νοήματος και την ασυναρτησία, στο ιδιότροπο, το «φαντασιακό» και το συμπτωματικό, που πράγματι επικρατούν στο χώρο της κοινωνικής θεωρίας, όσο επίσης και στη «χυδαια» όπως την ονομάζει εκδοχή του μαρξισμού για τον «ντετερμινισμό» της, απέναντι στον οποίο καθώς φαίνεται αντιτάσσει ένα ηθικό πρόταγμα: από τη σκοπιά όπως είδαμε της -συναρτημένης με τον ορθολογισμό- ελευθερίας [1].

Σε σχέση με το ορθολογικό και ηθικό πρόταγμα του Bookchin, η «συμπτωση» βρίσκεται στο γεγονός, ότι πράγματι η ταξική πάλη, ενώ σε κάθε ιστορική περίοδο διεξάγεται (και το περιεχόμενο της καθορίζεται) στη βάση του αντικειμενικού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών σχέσεων και δυνάμεων και των αντικειμενικών οικονομικών νόμων που τις διέπουν, η ίδια αυτή πάλη δεν μπορεί παρά επίσης να εμφανίζεται ως σύγκρουση ανάμεσα σην καταπίεση και την ελευθερία, ως σύγκρουση του παραλογισμού (του «καταλοίπου» μιας προγενέστερης λογικής που έχει ιστορικά ξεπεραστεί) με τον ορθολογισμό, της ανηθικότητας με την ηθική. Είναι όμως ένα άλλο ζήτημα, το αν ένα «ιδεαλιστικό» (έστω και «αντικειμενικό», όπως κατά τη γνώμη μου είναι) ελευθεριακό – ορθολογικό – ηθικό κοινωνικό πρόταγμα είναι επαρκές για την ανακάλυψη και επιστράτευση του συνόλου των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών όρων των ικανών και αναγκαίων για την μετατροπή του σε πράξη,  εφόσον δεν αναζητά το ίδιο αυτό πρόταγμα την γνωσιολογική του θεμελίωση στη μελέτη των νόμων κίνησης της ιστορίας, χωρίς την οποία κινδυνεύει να αντιστραφεί σε μια από τις πολυποίκιλες μορφές σχετικισμού, υποκειμενισμού, «εναλλακτικής» ενσωμάτωσης (ατομικής ή συλλογικής), στις οποίες με ιδιαίτερη ένταση ασκεί την πολιτική κριτική του ο Bookchyn, από την ίδια πάντα «ηθική» και, σε τελική ανάλυση, «τελεολογική» (αν και όχι «ντετερμινιστική») σκοπιά.

Στο πεδίο, περαιτέρω, της κριτικής του Bookchyn κατά του «εκχυδαϊσμένου» μαρξισμού, η αναζήτηση και εξεύρεση «συμπτώσεων» απαιτεί έναν κάπως συνθετότερο «εκλεπτυσμό»:

Καταρχήν, αν και η αντικατάσταση του καπιταλισμού από τον σοσιαλισμό έχει και ηθική διάσταση από τη σκοπιά της εργατικής τάξης, καθώς και από της σκοπιά γενικά της ανθρωπότητας (ώστε την ηθική αυτή διάσταση να μπορεί να την οικειοποιηθεί κάθε άνθρωπος, ανεξάρτητα απ’ την από ατομική άποψη «τυχαία» ταξική του θέση, εφόσον επιτρέπει στην κοσμοθεώρησή του να επικρατείται από οπτική γωνία ανθρώπινη κι όχι ταξική), ωστόσο ο Μαρξ στη μελέτη του συνειδητά αποφεύγει κάθε ηθική προσέγγιση του αντικειμένου του (χωρίς αυτό να σημαίνει πως απουσιάζει από το έργο του  η ανάδειξη πλευρών της πραγματικότητας των οποίων η επίκληση έχει και ηθική διάσταση), και συνειδητά η έρευνά του συγκεντρώνεται γύρω από τις αντικειμενικές οικονομικές νομοτέλειες της καπιταλιστικής παραγωγής χωρίς ίχνος «ηθικού» τύπου παράκαμψης των πραγματικών όρων που εξετάζει, χωρίς ίχνος οποιασδήποτε απόπειρας «ηθικής» δικαιολόγησης των συμπερασμάτων του.

Σ’ αυτή τη βάση, ούτε ο «ισχυρισμός» για την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού αποτελεί επεξήγηση «ηθική» και όχι «ντετερμινιστική», ούτε είναι «τελεολογικός» και λιγότερο έλλογος ο «ισχυρισμός» για το αναπόφευκτό του.

Ο «ισχυρισμός» για το αναπόφευκτο του σοσιαλισμού προκύπτει σαν συμπέρασμα της μελέτης των αντικειμενικών οικονομικών όρων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, οι οποίοι από όροι δικοί της και εξαιτίας αυτής, εξαιτίας της ωριμασμένης αντίφασης ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική της ιδιοποίηση, μετατρέπονται αναπόφευκτα σε αντικειμενικούς οικονομικούς όρους που καθιστούν τον σοσιαλισμό οικονομική – ιστορική αναγκαιότητα, μετατρέπονται αναπόφευκτα σε οικονομικούς όρους με τους οποίους συγκρούεται η ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής, σε οικονομικούς όρους που αντικειμενικά την έχουν ξεπεράσει ιστορικά, σε οικονομικούς όρους που ήδη μέσα στους κολπους των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων αποτελούν την υλική βάση των σχέσεων της κοινωνικοποιημένης παραγωγής. Και αυτό δεν συνιστά «τελεολογικό» ισχυρισμό, δεν αποτελεί «ισχυρισμό» υποταγμένο στην υπηρεσία της «σκοπιμότητας», αλλά επιστημονικό συμπέρασμα της οικονομικής ανάλυσης των νομοτελειών της καπιταλιστικής παραγωγής στη βάση της ιστορικής – διαλεκτικής υλιστικής αρχής που αντιμετωπίζει και τον καπιταλισμό  ως κοινωνικοοικονομικό σύστημα με αρχή και τέλος, ως καθορισμένη κοινωνικοοικονομική μορφή μιας περιόδου της ιστορικής εξέλιξης, η οποία «αναπόφευκτα» διαδέχθηκε μια προγενέστερη μορφή και την οποία μια συγκεκριμένη νέα μορφή (ο σοσιαλισμός) αναπόφευκτα θα την διαδεχθεί. Και με την ίδια αντικειμενική και όχι ηθική έννοια, είναι ο σοσιαλισμός αναγκαίος, ως ο μοναδικός και όχι ως ο οποιοσδήποτε άλλος κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός που είναι ικανός να διαδεχθεί τον καπιταλιστικό όταν αυτός έχει φτάσει στα όρια της ανάπτυξής του που πια δεν του επιτρέπουν (από την άποψη των αντικειμενικών κοινωνικών – γενικών οικονομικών όρων του) να είναι αναπτυσσόμενος γενικά χωρίς κάθε τόσο η ανάπτυξή του να προσκρούει στα ίδια της τα γενικά όρια.

Το «αναπόφευκτο» λοιπόν του σοσιαλισμού δεν οφείλεται στον «εκχυδαϊσμένο» μαρξισμό ως «ισχυρισμός» ιστορικός, ως ισχυρισμός δηλαδή εναποκείμενος στην ταξική πάλη, η ιστορία της  οποίας είναι όλη η ως τώρα ανθρώπινη ιστορία (όπως «ισχυρίζεται» ο μαρξισμός που δεν έχει «εκχυδαϊστεί», δηλαδή ο μαρξισμός που παραμένει μαρξισμός). Και στην οποία μέχρι τώρα ανθρώπινη ιστορία κάθε σύγκρουση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις τις αναπτυσσόμενες πέρα από τα όρια των παραγωγικών σχέσεων που τους αντιστοιχούσαν  μέχρι χθες και στις παραγωγικές σχέσεις που γι’ αυτό έχουν πια ξεπεραστεί, επιλύεται με την αντικατάσταση των παλιών παραγωγικών σχέσεων από νέες που αντιστοιχούν στο νέο επίπεδο της υλικής ανάπτυξης. Και η οποία επίλυση στην μέχρι τώρα ανθρώπινη ιστορία αποτελεί καθαυτή μια επανάσταση η πραγμάτωση της οποίας απαιτεί επίσης μια σειρά μεγάλων και μικρότερων επαναστάσεων για την ανατροπή της εξουσίας της κοινωνικής τάξης που εκφράζει τις παλιές παραγωγικές σχέσεις από την κοινωνική τάξη που εκφράζει τις νέες.

Δεν οφείλεται λοιπόν ο «ισχυρισμός» για το αναπόφευκτο του σοσιαλισμού σε κάποιον «εκχυδαϊσμένο» μαρξισμό. Σε κάποιον όμως εκχυδαϊσμένο «μαρξισμό» οφείλεται η θεωρητική μετάθεση του συμπεράσματος για την αναπόφευτη αντικατάσταση του καπιταλισμού από τον σοσιαλισμό, από το πεδίο της ιστορικής – υλιστικής νομοτέλειας στο πεδίο της μεταφυσικής (ανιστορικής) οικονομικής θεωρίας, η -με άλλα λόγια- απόσπαση της οικονομικής θεωρίας, της μελέτης των οικονομικών νόμων κίνησης της καπιταλιστικής παραγωγής, από τις γενικές νομοτέλειες της ιστορικής κίνησης, η θεωρητικά αυθαίρετη για μαρξιστές μετατροπή της ανθρώπινης ιστορίας, από σήμερα και στο εξής, από ιστορία ταξικών αγώνων σε ιστορία μηχανικής δήθεν προσαρμογής των παραγωγικών σχέσεων στις παραγωγικές δυνάμεις, που γι’ αυτό η ανάπτυξή τους καθιστά τάχα τον σοσιαλισμό «αναπόφευκτο» χωρίς ταξικούς αγώνες, χωρίς προλεταριακή επανάσταση, χωρίς την επαναστατική ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, χωρίς την επαναστατική δικτατορία της εργατικής τάξης, χωρίς το πέρασμα στην κατοχή της κοινωνίας των ωριμασμένων για την αποκλειστικά κοινωνική διεύθυνση παραγωγικών δυνάμεων, χωρίς όλα αυτά που χωρίς αυτά θα παραμένει «αναπόφευκτη»  η συνέχιση της όλο και πιο βαθιάς και καταπιεστικής εκμετάλλευσης των εργαζομένων από το κεφάλαιο, η συνέχιση της καπιταλιστικής ανάπτυξης ως ανάπτυξης όλο και πιο στρεβλής από κοινωνική άποψη, η συνέχισή της ως ανάπτυξης που κάθε τόσο καταβροχθίζει τον εαυτό της για να τραφεί .

[1] «…Αν και η ευρύτερη αντικειμενικότητα που η διαλεκτική συλλογιστική συναγάγει δεν υπαγορεύει πως ο ορθός λόγος θα επικρατήσει, υπαινίσσεται πως θα όφειλε να επικρατήσει και εξ αυτού συγχωνεύει την ηθικότητα με την ανθρώπινη δραστηριότητα και δημιουργεί τη βάση για έναν αληθινά αντικειμενικό ηθικό σοσιαλισμό ή αναρχισμό. Ως τέτοια, η διαλεκτική δεν είναι απλώς μια οντολογική αιτιοκρατία.. είναι επίσης μία ηθικότητα -μια πτυχή της διαλεκτικής φιλοσοφίας που δεν τονίστηκε ποτέ επαρκώς. Ο διαλεκτικός λόγος επιτρέπει μια ηθικότητα στην ιστορία προτάσσοντας την ορθολογική επιρροή «αυτού-που-όφειλε-να-είναι» ενάντια σε «αυτό-που-είναι». Η Ιστορία ως το διαλεκτικά ορθολογικό ασκεί μια πιεστική «αξίωση» στους κανόνες συμπεριφοράς μας και στην ερμηνεία μας για τα γεγονότα. Χωρίς αυτήν την απελευθερωτική κληρονομιά και μια ανθρώπινη πρακτική που να υποθάλπει την εκδιπλωσή της, δεν έχουμε απολύτως καμία βάση, εκτός από την προσωπική προτίμηση, για να κρίνουμε τι είναι δημιουργικό ή στάσιμο, ορθολογικό ή ανορθολογικό, καλό ή κακό, σε οποιαδήποτε συγκυρία πολιτισμικών φαινομένων. Σε αντιδιαστολή με την περιορισμένη αντικειμενικότητα της επιστήμης, η αντικειμενικότητα του διαλεκτικού νατουραλισμού είναι ηθική από την ίδια της τη φύση, λόγω του είδους της κοινωνίας που αναγνωρίζει ως ορθολογική, μιας κοινωνίας που είναι η ενεργός πραγματοποίηση των δυνατοτήτων της ανθρωπότητας. Αίρει τη στενόμυαλη αντικειμενικότητα της επιστήμης για να προάγει, μέσω οθολογικών συμπερασμών αντλημένων από την αντικειμενική φύση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, μια κοινωνία που αυξανόμενα εμπραγματώνει αυτές τις δυνατότητες. Και το κάνει αυτό στη βάση του τι θα όφειλε να υπάρχει ως η εκπλήρωση του ορθολογικού, δηλαδή εδραζόμενη στην ορθολογική γνώση του «Αγαθού» και σε μια εννοιακή συνταύτιση ανάμεσα στο Καλό και το κοινωνικά ορθολογικό που μπορεί να ενσαρκωθεί σε ελεύθερους θεσμούς…» (στο ίδιο σελ. 64-65)


μια κουταλιά κατράμι σ’ ένα βαρέλι μέλι

Το 1999 εκδόθηκε από τη Σύγχρονη Εποχή το βιβλίο «Β.Ι. Λένιν, Παρατηρήσεις στο βιβλίο του Ν.Ι.Μπουχάριν «Η οικονομία της μεταβατικής περιόδου».

Το βιβλίο περιλαμβάνει τις σημειώσεις – παρατηρήσεις του Λένιν, τις γραμμένες το 1920, στο περιθώριο του βιβλίου του Μπουχάριν «Η οικονομία της μεταβατικής περιόδου», από το οποίο στη συγκεκριμένη έκδοση παρατίθενται τα αποσπάσματα δίπλα στα οποία υπάρχουν οι σημειώσεις του Λένιν.

Το κείμενο του βιβλίου μεταφράστηκε, όπως μας πληροφορεί το αρχικό σημείωμα του εκδότη, από τον 40ο τόμο της Λενινιστικής Συλλογής, έκδοσης 1985, και έγινε αντιπαραβολή με το αντίστοιχο κείμενο που παρατίθεται στον 11ο τόμο της Λενινιστικής Συλλογής, έκδοση 1929.

Στην εισαγωγή της παρούσας έκδοσης αναφέρεται επίσης, ότι ο 11ος αυτός τόμος του 1929 «εκδόθηκε σε μικρό τιράζ» και σε αυτόν πρωτοδημοσιεύτηκε το ντοκουμέντο αυτό. Η δε εισαγωγή, σύμφωνα με σημείωση του μεταφραστή, φέρει την υπογραφή του Ινστιτούτου Μαρξισμού- Λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ και δημοσιεύτηκε στο 40ο τεύχος της Λενινιστικής Συλλογής, που κυκλοφόρησε το 1985 από τις εκδόσεις «Πολιτική Φιλολογία» της Μόσχας.  Το ίδιο, υποθέτω, πρέπει να ισχύει και για τις σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου, αφού ήδη στην πρώτη από αυτές γίνεται αναφορά στην διαγραφή του Μπουχάριν το 1937 για αντικομματική δραστηριότητα, επομένως δεν πρόκειται για σημειώσεις του 1929 αλλά, μάλλον, για μετάφραση των σημειώσεων από την σοβιετική έκδοση του 1985.

Κατά τη γνώμη μου το ουσιαστικό ενδιαφέρον της έκδοσης εκτείνεται σε τρεις πλευρές:

Η πρώτη και η δεύτερη πλευρά αποτελούν κατά κάποιο τρόπο μια «ενότητα»: Η πρώτη πλευρά αφορά τα παρατιθέμενα αποσπάσματα του  Μπουχάριν, η δεύτερη αφορά τις παρατηρήσεις του Λένιν στο περιθώριο των σελίδων και η μεταξύ τους «ενότητα» συνίσταται στην αντιπαραβολή τους.

Η τρίτη πλευρά αφορά ορισμένα σημεία της εισαγωγής (που όπως είδαμε είναι μετάφραση της σοβιετικής του 1985), καθώς και των σημειώσεων (για τις οποίες μάλλον ισχύει το ίδιο) , αφορά δηλαδή όχι το «κυρίως σώμα» του βιβλίου, όχι τις «παρατηρήσεις του Λένιν», αλλά τις «παρατηρήσεις» του σοβιετικού εκδοτικού του 1985 (εφόσον φυσικά και οι σημειώσεις του τέλους  προέρχονται -όπως η εισαγωγή- από την σοβιετική έκδοση του 1985 και δεν είναι προσθήκες της ελληνικής έκδοσης).

Σε σχέση με τις παρατηρήσεις του Λένιν, αυτές στο περιθώριο τον σελίδων συνίστανται τόσο σε αρνητικές όσο και σε θετικές κρίσεις. Το ενδιαφέρον βέβαια επικεντρώνεται καταρχήν στις αρνητικές: αυτή άλλωστε είναι και η ουσία κάθε κριτικής, εκτός αν δεχτούμε ότι συνιστά κριτική και η αλληλοαπονομή συγχαρητηρίων και επαίνων. Οι παρατηρήσεις συνοψίζονται στην τελική φράση «Μιά κουταλιά κατράμι σ’ ένα βαρέλι μέλι». Από όσο γνωρίζω, αυτή είναι μια «παροιμιώδης» ρωσική έκφραση. Προσωπικά για να μου γινόταν με απόλυτη ακρίβεια αντιληπτό το νόημά της , ως μη-Ρώσος που είμαι, θα έπρεπε να γνωρίζω τις φυσικές ιδιότητες της ανάμιξης μιας κουταλιάς κατραμιού σε ένα βαρέλι μέλι: παραμένει η κουταλιά το κατράμι συγκεντρωμένη σ’ ένα σημείο οπότε μπορεί να αφαιρεθεί ή διαλύεται μες στο μέλι σαν το αλάτι μες στο νερό οπότε είναι κι όλο το βαρέλι για πέταμα;

Μη γνωρίζοντας την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, είναι προτιμότερη η αναδρομή στην περιληπτική συνολική κριτική του Λένιν, μετά το τέλος των παρατιθέμενων αποσπασμάτων του Μπουχάριν και των σημειώσεων του Λένιν στο περιθώριο των σελίδων:

«Η σημείωση 2 στην παράγραφο 33 είναι απλοϊκή, σχεδόν παιδικά απλοϊκή, ο Μπουχάριν «πήρε τους όρους» με τη σημασία που τους χρησιμοποιεί ο συν. Α. Μπογκντάνοφ —-και δε σκέφτηκε πως και οι όροι και η σημασία τους «βασίζονται» (ας με συγχωρεί ο ακαδημαϊκός-συγγραφέας, αυτό είναι γελοίο—-λόγια) στη φιλοσοφία του Μπογκντάνοφ, φιλοσοφία του ιδεαλισμού και του εκλεκτικισμού. Γι’ αυτό πολύ συχνά, πάρα πολύ συχνά ο συγγραφέας πέφτει στον αντιτιθέμενο στο διαλεκτικό υλισμό (δηλαδή το μαρξισμό) σχολαστικισμό των όρων (αγνωστικισμός, Χιουμο-καντιανισμός ως προς τις φιλοσοφικές βάσεις του), σε ιδεαλισμό («λογική», «άποψη» κλπ. έξω από την επίγνωση της προέλευσής τους από την ύλη, από την αντικειμενική πραγματικότητα) κλπ. Από εδώ ακριβώς απορρέουν μια σειρά από θεωρητικές (προς τι η αξίωση για «γενική θεωρία»;) ανακρίβειες, επιστημονικά σκουπίδια, ακαδημαϊκές ανοησίες. Το βιβλίο θα ήταν εξαιρετικό, αν ο συγγραφέας αφαιρούσε στη δεύτερη έκδοση τον υπότιτλο, αφαιρούσε κάπου 20-30 σελίδες σχολαστικισμού και ασυνείδητα-ιδεαλιστικών (από φιλοσοφική άποψη) και εκλεκτικιστικών ασκήσεων στην ορολογία, αντικαθιστώντας τες με 20-30 σελίδες γεγονότων (από την πλούσια βιβλιογραφία που παραθέτει). Τότε η φουσκωμένη, η άρρωστη βάση του βιβλίου θα ανάρρωνε, θα αδυνάτιζε, θα δυνάμωνε με κόκαλα, θα έχανε αντιμαρξιστικό λίπος κι έτσι θα «θεμελίωνε» πιο γερά (χα-χα!) το θαυμάσιο τέλος του βιβλίου.

Όταν ο συγγραφέας βασίζεται αποκλειστικά στο κεφάλι του, όλα είναι πολύ χαριτωμένα και εύθυμα και μη σχολαστικά. Όταν, όμως, μιμούμενος τυφλά τους μπογκτανοφικούς «όρους» (στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου «όροι», αλλά φιλοσοφικά λάθη) στην αρχή του βιβλίου του, για χάρη της σπουδαιότητας, για χάρη του ακαδημαϊσμού, συχνά στηρίζεται στο κεφάλι του, για να κατρακυλήσει μετά και να βασιστεί στα πόδια, όλα γίνονται αμέσως σχολαστικά και άκαιρα.

Θε-μι-τό να ελ-πί-ζου-με ότι στη δεύ-τε-ρη έκ-δο-ση κλπ., κλπ.

Στις παραγράφους 131 και 133 «προβάλλει» καθαρά ο μαρξισμός σε διάκριση με τον «μπογκντανοφισμό» 31/V 1920″

Ας σημειωθεί πάντως, παρενθετικά, ότι και στις παραγράφους αυτές (131-133) όπου «προβάλλει καθαρά ο μαρξισμός», δεν λείπουν και από αυτές ορισμένες κριτικές παρατηρήσεις του Λένιν (η «παρένθεση» αποσκοπεί στο να υπογραμμιστεί η έννοια και ο χαρακτήρας της κριτικής γενικά).

Κλείνοντας τέλος την αναφορά στην συνολική κριτική του Λένιν, πρέπει να πούμε ότι μετά την παραπάνω περιληπτική συνολική κριτική, ακολουθεί ένα επίσης περιληπτικό σχέδιο δημοσιεύσιμης «ακαδημαϊκής βιβλιοκρισίας», όπου η παραπάνω κριτική τοποθετείται στο πλαίσιο των αρετών του βιβλίου, και η οποία καταλήγει επίσης με την ελπίδα ότι στις επόμενες εκδόσεις θα απαλειφθεί το «μικρό ελάττωμα αυτού του υπέροχου βιβλίου», που συνίσταται πρώτον στην ανεπαρκή τεκμηρίωση των αξιωμάτων του συγγραφέα «με σημαντικό, έστω συνοπτικό, αποδεικτικό υλικό, που το κατείχε στην εντέλεια από τη βιβλιογραφία» και, δεύτερον, ότι αυτή η ανεπάρκεια οδηγεί συχνά τον συγγραφέα σε εννοιολογικό σχολαστικισμό, «χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι πολλές ανεπιτυχείς διατυπώσεις και όροι κυκλοφορούν στη φιλοσοφία, πέφτοντας με το πρόσχημα των «θεμελιακών ιδεών» στη γραμμή του φιλοσοφικού ιδεαλισμού ή του αγνωστικισμού: (πολύ συχνά απερίσκεπτα και άκριτα δανεισμένου από άλλους), καθόλου του υλισμού».

(σημείωση δική μου:  η φράση «θεμελιακών ιδεών» αποτελεί δική μου απόδοση του γερμανικού «Grundgedanken» που χρησιμοποιεί ο Λένιν. Ο μεταφραστής της έκδοσης τη λέξη αυτή αποδίδει με την ελληνική λέξη «βαθύνοια». Μεταγενέστερη σημείωση 14-9-12, 19.38: Κάποιος φίλος μού επισήμανε ότι η λέξη δεν σημαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλά σημαίνει: «βασικές σκέψεις»).

***

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε, ίσως, να είχε ολοκληρωθεί μια (σίγουρα ανεπαρκής) βιβλιοπαρουσίαση της συγκεκριμένης έκδοσης, αν δεν έμενε μια εκκρεμότητα σε σχέση με την παρουσίαση ορισμένων ζητημάτων στην εισαγωγή της σοβιετικής έκδοσης του 1985 και στις σημειώσεις του τέλους, μάλλον από την ίδια έκδοση.

Ας δούμε πρώτα το μάλλον πιο «ασήμαντο», την εισαγωγή:

Σύμφωνα με αυτήν, «…Η ψευδής, λαθεμένη αντίληψη της διαλεκτικής του αντικειμενικού και του υποκειμενικού, η άρνηση του αντικειμενικού χαρακτήρα των οικονομικών νόμων του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής οδήγησαν τον Μπουχάριν στην άρνηση της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού ως επιστήμης. Η επισήμανση του Λένιν ότι οι οικονομικοί νόμοι, έχοντας αντικειμενικό χαρακτήρα, θα ισχύουν και στον κομμουνισμό, καταφέρνει ισχυρό πλήγμα σ’ αυτή τη λαθεμένη, επιζήμια αντίληψη».

Όμως αυτό που επισημαίνει ο Λένιν, στο περιθώριο των σελίδων του βιβλίου του Μπουχάριν, δεν είναι ότι «οι οικονομικοί νόμοι, έχοντας αντικειμενικό χαρακτήρα, θα ισχύουν και στον κομμουνισμό». Ο Λένιν φυσικά πουθενά δεν αρνείται ότι στον κομμουνισμό θα ισχύουν οι οικονομικοί νόμοι που έχουν αντικειμενικό χαρακτήρα. Αυτό όμως που συγκεκριμένα «επισημαίνει» πλάι στη φράση του Μπουχάριν (παράγραφος 7 του βιβλίου του) «…Έτσι, το τέλος της καπιταλιστικής-εμπορευματικής κοινωνίας θα είναι και το τέλος της πολιτικής οικονομίας…», είναι η παρατήρηση: «ανακριβές. Ακόμα και στον καθαρό κομμουνισμό τουλάχιστον η σχέση Iv + m προς IIc; και η συσσώρευση;». Με άλλα λόγια ο Λένιν, χαρακτηρίζει  «ανακριβή», δηλαδή μη-ακριβή, την θέση περί «τέλους της πολιτικής οικονομίας», και «επισημαίνει» όχι ότι γενικά οι οικονομικοί νόμοι έχουν αντικειμενικό χαρακτήρα οπότε θα ισχύουν και στον κομμουνισμό, αλλά ότι «τουλάχιστον» οι νόμοι μιας καθορισμένης αναλογίας ανάμεσα στην παραγωγή μέσων παραγωγής και την παραγωγή μέσων κατανάλωσης, καθώς και της συσσώρευσης, ισχύουν και στον «καθαρό κομμουνισμό», προφανώς διότι ο «αντικειμενικός χαρακτήρας» των συγκεκριμένων οικονομικών νόμων δεν αναιρείται από τις κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής .

Όσον αφορά επίσης την άποψη της εισαγωγής του βιβλίου, ότι  «η άρνηση του αντικειμενικού χαρακτήρα των οικονομικών νόμων του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής οδήγησαν τον Μπουχάριν στην άρνηση της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού ως επιστήμης», αυτή δεν προκύπτει πουθενά, ούτε στα παρατιθέμενα αποσπάσματα του Μπουχάριν, ούτε στις παρατηρήσεις και την περιληπτική συνολική κριτική του Λένιν.  Είναι αλήθεια ότι στην παράγραφο 7 του βιβλίου του ο Μπουχάριν γράφει: «…μόνο τότε θα έχουμε μια οργανωμένη κοινωνική (οι δυο αυτές λέξεις υπογραμμισμένες από τον Λένιν)   οικονομία, όταν εκλείψουν τα βασικά «προβλήματα» της πολιτικής οικονομίας…». Στο σημείο αυτό δεν υπάρχουν σημειώσεις – παρατηρήσεις του Λένιν πέρα από την υπογράμμιση των δυο λέξεων. Και είναι κατά την γνώμη μου προφανές, ότι δεν πρόκειται βέβαια για «άρνηση της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού ως επιστήμης», αλλά για μία θέση που υπογραμμίζει τα «οργανωμένα κοινωνικά» χαρακτηριστικά της σοσιαλιστικής οικονομίας σε σύγκριση με την αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής και των οικονομικών νόμων της, όπως αποτυπώνονται στην  πολιτική οικονομία του καπιταλισμού.

Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου για την ίδια διάκριση που διατυπώνεται από τον Μαρξ στην Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών: Την πολιτική οικονομία της αστικής τάξης αποτελεί η τυφλή κυριαρχία των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης, και την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης ο έλεγχος της κοινωνικής παραγωγής από την κοινωνική πρόβλεψη.

Πρόκειται λοιπόν εν προκειμένω, όχι για «παρατηρήσεις του Λένιν», αλλά για «παρατηρήσεις» της σοβιετικής έκδοσης του 1985.

Το ίδιο φαινόμενο, με ιδιαίτερα εντονότερη μορφή και σημασία εμφανίζεται και στις σημειώσεις του τέλους του βιβλίου:

Σύμφωνα με τη σημείωση 1 (σελ. 85 στην έκδοση της ΣΕ), «…Η οικονομία της μεταβατικής περιόδου και του σοσιαλιστικού συστήματος της οικονομίας, υποστήριζε ο Μπουχάριν, δε γνωρίζουν αντικειμενικές νομοτέλειες, αυτές αναπτύσσονται κατά τη βούληση του προλεταριακού κράτους. Μετά τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης, παύει δήθεν να υφίσταται η ανάγκη μελέτης των οικονομικών νομοτελειών ανάπτυξης της κοινωνίας, γι’ αυτό εκλείπει και η πολιτική οικονομία. Ο Μπουχάριν, διατυπώνοντας την εσφαλμένη θεωρία του «εξωοικονομικού εξαναγκασμού», (υπογράμμιση δική μου), τασσόταν συγχρόνως υπέρ της αποδέσμευσης από οποιεσδήποτε κατευθυντήριες αρχές στον τομέα της οικονομικής πολιτικής. Στις σημειώσεις του ο Λένιν κατέκρινε δριμύτατα την ανοιχτή προπαγάνδιση της βουλησιαρχίας…»

Διαβάζοντας τις παρατηρήσεις και την περιληπτική συνολική κριτική του Λένιν πάνω στο βιβλίο του Μπουχάριν, είναι φανερό ότι η κριτική του Λένιν έχει εντελώς διαφορετικό προσανατολισμό από αυτόν που περιγράφει η παραπάνω σημείωση της έκδοσης. Όμως η σημείωση της έκδοσης δεν αρκείται σε έναν απλώς διαφορετικό προσανατολισμό, αλλά αναφερόμενη στην «εσφαλμένη θεωρία του Μπουχάριν για τον εξωοικονομικό εξαναγκασμό», προχωρά σε μια  κριτική έναντι του Μπουχάριν αντιδιαμετρικά αντίθετη από την κριτική του Λένιν, όπως διατυπώνεται στο συγκεκριμένο βιβλίο:

Το δέκατο κεφάλαιο (παράγραφοι 138-146, σελ. 67-75 εκδ. ΣΕ) του βιβλίου του Μπουχάριν έχει τίτλο «Ο «ΕΞΩΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ» ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΜΟΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ». Αντιγράφω όλες  τις σημειώσεις – παρατηρήσεις του Λένιν στο περιθώριο των σελίδων του συγκεκριμένου κεφάλαιου: «ΝΒ «ορισμός» χάρμα, δε θα ήταν ακριβέστερο αν λέγαμε «κατηγορία»; παράγοντας; (Βία-δύναμη δεν ταιριάζει στα ρωσικά), πολύ καλά!, θα πρέπει να προστεθεί: 1) από την αριθμητική δύναμη 2) από το ρόλο στην οικονομία της χώρας 3) από τη σύνδεση με τη μάζα των εργαζομένων 4) από την οργάνωσή της, πολύ καλά!, σωστά!, σωστά!, οι δυνάμεις του προλεταριάτου γύρω από τη δικτατορία του προλεταριάτου-δεν μπορεί να ειπωθεί έτσι, σωστά!, σωστά!, κατά λέξη!, που γεννιέται, σωστά!, το ζήτημα δεν έγκειται στην «προϋπόθεση» (αυτό είναι ιδεατό) αλλά στο υλικό: δεν υπάρχει αυτή η καθολική ομοιογένεια, σωστά! πολύ καλά!, σωστά!, Ακριβώς!, σωστά!, σωστά!, έπρεπε να πει: παίρνει με πρωτοβουλία του Κόμματος, σωστά!, «ίδιο» (και όχι > ή <), σωστά!, σωστά!, σωστό!, σωστά, Ακριβώς!, πολύ καλά! Αυτό είναι ένα υπέροχο κεφάλαιο!» (η υπογράμμιση δική μου).

Θέλω να πιστεύω, ότι η παραπάνω παράθεση καθιστά προφανές το ότι η συγκεκριμένη σημείωση της έκδοσης δεν αποτελεί πιά απλώς μια δική της «παρατήρηση» πάνω στο βιβλίο του Μπουχάριν, αλλά μια δική της «παρατήρηση» πάνω στις παρατηρήσεις του Λένιν. Και μάλιστα μια δική της παρατήρηση που συνεχίζει και ολοκληρώνει την κατεύθυνση των «ερμηνειών»  της εισαγωγής γύρω από το τι ακριβώς υποστήριξε ο Μπουχάριν και το σε τι ακριβώς άσκησε την κριτική του ο Λένιν.

Η κατεύθυνση της εισαγωγής να υποβάλει ως ορθή την θέση ότι οι οικονομικοί νόμοι της πολιτικής οικονομίας γενικά, ή έστω αόριστα, έχουν γενικά (ανιστορικά) αντικειμενικό χαρακτήρα, και γι’ αυτό γενικά (ή αόριστα) ισχύουν και στον κομμουνισμό, ολοκληρώνεται με τα πυρά που εξαπολύει η πρώτη σημείωση του τέλους της έκδοσης εναντίον της «εσφαλμένης θεωρίας του εξωοικονομικού εξαναγκασμού», σε πλήρη αντίθεση και ολοκληρωτική (ωμή) διαστρέβλωση των παρατηρήσεων του Λένιν στο κεφάλαιο του βιβλίου όπου ο Μπουχάριν πραγματεύεται το συγκεκριμένο ζήτημα.

Κρίνοντας από τη χρονολογία της σοβιετικής έκδοσης (1985) και με γνώση των όσων επακολούθησαν, μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα, ότι αυτό που «ενόχλησε» τους «ακαδημαϊκούς» υπεύθυνούς της δεν είναι βέβαια ο «εξαναγκασμός» γενικά, αλλά ο «εξωοικονομικός» εξαναγκασμός ειδικά: Με τον «ενδοοικονομικό» εξαναγκασμό της τυφλής κυριαρχίας των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης (που συνιστά την πολιτική οικονομία της αστικής τάξης), δεν πρέπει να είχαν πρόβλημα οι υπεύθυνοι της έκδοσης, αντίθετα φρόντισαν από την εισαγωγή να διατυπώσουν την μεταφυσική τους θεώρηση του «αντικειμενικού χαρακτήρα» των οικονομικών νόμων γενικά… Το «πρόβλημα» στο οποίο συγκέντρωσαν τα «θεωρητικά» πυρά τους δεν ήταν άλλο από τον «εξωοικονομικό» εξαναγκασμό της κοινωνικής πρόβλεψης και της κυριαρχίας της πάνω στην κοινωνική παραγωγή (η πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης), «πρόβλημα» ενάντια στο οποίο γρήγορα θα εξαπολύονταν συγκεντρωμένα πυρά διόλου «ακαδημαϊκά», αλλά πυρά πολιτικά και «πραγματικά».

Από αυτή την άποψη η έκδοση της Σύγχρονης Εποχής πλάι στη μεγάλη οικονομική – θεωρητική σημασία της έχει και ιστορική – πολιτική σημασία και  χαρακτήρα… Θα ήταν κατά τη γνώμη μου ολοκληρωμένη, πλέον, σαν έκδοση, εφόσον θα περιείχε ολόκληρο το βιβλίο του Μπουχάριν «Η οικονομία της μεταβατικής περιόδου», εφόσον περιείχε επίσης τις παρατηρήσεις του Λένιν επί του βιβλίου του Μπουχάριν, εφόσον έδινε μια παρουσίαση της αντίληψης (εισαγωγή, σημειώσεις του εκδότη) που χαρακτήριζε την έκδοση των «Παρατηρήσεων του Λένιν» το 1929, και εφόσον, τέλος,  διατηρούσε την εισαγωγή και τις σημειώσεις της σοβιετικής έκδοσης του 1985 σχολιασμένες όμως στη βάση της αντίληψης που προσπάθησα να εκφράσω με το παρόν σημείωμα και η οποία είναι κατά τη γνώμη μου η ορθή.