συμπυκνωμένη η εθνική μας ανυποληψία

Η είδηση από τον Ριζοσπάστη:

Τον περασμένο Οκτώβρη ο πρέσβης των ΗΠΑ Τζέφρι Πάιατ, επισκεπτόμενος την Αλεξανδρούπολη, είχε συναντηθεί με τον πρόεδρο του Επιμελητηρίου Εβρου και τού είχε εκφράσει έντονη δυσαρέσκεια για το θέμα της αδελφοποίησης με το Επιμελητήριο της Συμφερόπολης στην Κριμαία. Η συμφωνία αυτή είχε υπογραφεί το 2016 και ο Αμερικανός πρέσβης την είχε χαρακτηρίσει «απαράδεκτη», προσθέτοντας μάλιστα ότι «είναι ένα θέμα που πρέπει να λυθεί». Στη φετινή τους συνάντηση, ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου ανακοίνωσε στον Πάιατ πως το ζήτημα λύθηκε, με τον πρέσβη να δηλώνει στον προσωπικό του λογαριασμό στο «Twitter» ικανοποιημένος «για την απόφαση του Επιμελητηρίου να διαλύσει τη σχέση του με το Επιμελητήριο της Συμφερόπολης στην παράνομα κατεχόμενη Κριμαία».

*

Ποιοί ιστορικοί δεσμοί; ποιά συμφωνία; ποιά αδελφοποίηση και ποια φιλία; Τι είδους θέση στη διεθνή πολιτική, τι διεθνή αξιοπιστία, τι είδους διεθνή υπόληψη της Ελλάδας καθρεφτίζει και συμπυκνώνει αυτό το μικρό περιστατικό, όπου ένα τοπικό ελληνικό επιμελητήριο υπόσχεται το 2016 αμοιβαία αδελφοσύνη με το αντίστοιχο μιας ξένης χώρας, ακολουθεί το 2018 η «κατσάδα» του πρέσβη των ΗΠΑ, και το 2019 «το ζήτημα λύνεται» με τη διάλυση της «αδελφοσύνης» του Επιμελητηρίου Έβρου με το Επιμελητήριο Συμφερόπολης…

Η «τοπική» διάσταση των γεγονότων δεν συσκοτίζει την ουσία των φαινομένων. Στην πραγματικότητα η διάσταση μόνο τοπική δεν είναι, και το «τοπικό» περιστατικό συμπυκνώνει όλη τη διεθνή «μας» ανυποληψία, την ανυποληψία της διεθνούς πολιτικής της ελληνικής αστικής  τάξης για να ακριβολογούμε, μόνο που η κυριαρχία της τελευταίας καθιστά την ανυποληψία αυτή «εθνική», και είτε εντός είτε εκτός εισαγωγικών σε ανυποληψία δική μας για όσο η αστική τάξη είναι κυρίαρχη τάξη της ελληνικής κοινωνίας και για όσο ο ελληνικός λαός παραμένει ζεμένος στο άρμα αυτής της κυριαρχίας.

Δεν έχει υπόληψη, βρίσκεται στα κατώτατα επίπεδα του εξευτελισμού του ένας άνθρωπος είτε ένας λαός ολόκληρος, που τη μια μέρα δίνει το χέρι σε μια συμφωνία αμοιβαίας αδελφότητας και την άλλη μέρα παίρνει το λόγο του πίσω συμμορφούμενος με τις υποδείξεις του προαγωγού του, εν προκειμένω του πρέσβη των ΗΠΑ.

Και βέβαια το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη διοίκηση του Επιμελητηρίου του Έβρου, παρά τις δικές της ευθύνες για αυτή την ντροπιαστική μεθόδευση. Το πρόβλημα στην ολότητά του αφορά την ίδια την κυβέρνηση  που ανέχεται τέτοιες παρεμβάσεις του πρέσβη των ΗΠΑ. Αφορά τη σημερινή κυβέρνηση που «επί των ημερών της» ολοκληρώθηκε αυτό το «μικρό» αισχρό περιστατικό. Αφορά την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που τον Οκτώβρη του 2018, αν διατηρούσε ίχνος στοιχειώδους αξιοπρέπειας, όφειλε δημόσια να χαρακτηρίσει ανεπιθύμητες αυτού του είδους τις δραστηριότητες και παρεμβάσεις του πρέσβη των ΗΠΑ, τις υποδείξεις του για το ποια και ποια φιλία θα έχει και δεν θα έχει το κάθε τοπικό επιμελητήριο της χώρας, όφειλε να χαρακτηρίσει ανεπιθύμητο και τον ίδιο τον πρέσβη που ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητα μέσα στην ελληνική επικράτεια.

Και στο κάτω-κάτω για ποιον πρέσβη μιλάμε; Μιλάμε για αυτόν τον πρέσβη που πριν έρθει να αξιοποιήσει την επαγγελματική του εμπειρία στην Ελλάδα, υπήρξε ο διπλωματικός προϊστάμενος όλης της ιμπεριαλιστικής ραδιουργίας που οδήγησε στην πραξικοπηματική ανατροπή της νόμιμης ουκρανικής κυβέρνησης, με χρησιμοποίηση ελεύθερων σκοπευτών-δολοφόνων στην υπηρεσία του κατοπινού «νέου συνασπισμού εξουσίας», με την ανάδειξη του φασιστικού πολιτικού συρφετού στο πολιτικό προσκήνιο, με ειδεχθή εγκλήματα όπως η μαζική δολοφονία δεκάδων ανθρώπων στην Οδησσό, με διεθνείς συνέπειες που οδήγησαν μια περιοχή της ευρωπαϊκής ηπείρου σε συνθήκες πολέμου ικανού ανά πάσα στιγμή να ενταθεί και να γενικευθεί σαν συστατικό της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών…

…Μιλάμε για την ανεπιθύμητη πολιτική των ΗΠΑ και για ένα πρόσωπο που στην σταδιοδρομία του συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά που καθιστούν ανεπιθύμητη την παρουσία του και τη δραστηριότητά του, όπως εκφράστηκε και με τις απαράδεκτες και «αναρμόδιες» αξιώσεις του προς το Επιμελητήριο Έβρου.

*

Το τοπικό περιστατικό είναι ενδεικτικό της συνολικής εθνικής ανυποληψίας της χώρας μας. Δεν υπάρχει ευκολότερο πράγμα από μια αναδρομή σε παρόμοια «κεντρικά» κρούσματα των τελευταίων δεκαετιών. Να θυμηθούμε την ελληνική συμμετοχή στη ΝΑΤΟϊκή πολεμική μηχανή κατά του λαού της Σερβίας; Να θυμηθούμε τη διέλευση των ΝΑΤΟϊκών «χερσαίων» προς τη Σερβία για χάρη της οποίας διέλευσης τα κόμματα της πλουτοκρατίας κουρέλιασαν κι αυτό το ίδιο το σύνταγμά «τους»; Να θυμηθούμε τη φρεγάτα που από τον αποκλεισμό της Σερβίας στην Αδριατική «έσπευδε» στα Δωδεκάνησα σε μια – επιτέλους – «εθνική» αποστολή αποσώβησης των χειρότερων στα Ίμια; Να θυμηθούμε την παράδοση του Οτσαλάν στους Τούρκους πράκτορες στο Ναϊρόμπι; Να θυμηθούμε τις αλλεπάλληλες  εξοπλιστικές «αγορές του αιώνα» που για τις ΝΑΤΟϊκές επιθετικές κι όχι τις εθνικές αμυντικές ανάγκες υποθηκεύουν οικονομικά και πολιτικά τη χώρα για αιώνες;  Να θυμηθούμε τον τραγέλαφο της αγοράς των S-300 που αντί για τον προορισμό τους στην Κύπρο καταχωνιάστηκαν στην Κρήτη και σήμερα χρησιμοποιούνται σε ιμπεριαλιστικές πρόβες πολέμου κατά του… Ιράν; Να θυμηθούμε το ξεπούλημα των ναυπηγείων με έτοιμες κρατικές παραγγελίες και με αντίτιμο το «υποβρύχιο που γέρνει»; Να θυμηθούμε τη «στρατηγική» του «καλού παιδιού» των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ για να «δώσουν» στην ελληνική άρχουσα τάξη το «όνομα» της Μακεδονίας και τι πήρε τελικά η ελληνική άρχουσα τάξη με αυτή της τη «στρατηγική»; Να θυμηθούμε την επανένταξη στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ πέντε μόλις χρόνια μετά την ΝΑΤΟϊκή μεθόδευση της τουρκικής εισβολής. Να θυμηθούμε την ίδια την προδοσία της Κύπρου από τα «εξαπατημένα» γιουσουφάκια των αμερικανο-ΝΑΤΟϊκών προστατών της αστικής τάξης;

Και είναι ακόμα μακρύς ο κατάλογος των όσων προηγήθηκαν και των όσων έπονται.

*

Την πολιτική της εθνικής μας ανυποληψίας τη «δικαιολογούν» όλα αυτά τα χρόνια, κι ακόμα περισσότερο σήμερα, σαν πανάκεια για τη λύση των «εθνικών» θεμάτων της χώρας. Αν είναι δυνατόν, οποιαδήποτε χώρα, να προασπίσει τα «εθνικά» της θέματα με μια πολιτική εξευτελισμού τέτοια που μόνο τον διεθνή εμπαιγμό θα άξιζε και όχι οτιδήποτε άλλο! Και σήμερα, καθώς τα εθνικά θέματα γίνονται αντικείμενο των μονοπωλιακών συμφερόντων που λυμαίνονται τον ορυκτό πλούτο της περιοχής, ήδη προετοιμάζουν το ιδεολογικό έδαφος της εχώρησης εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων επιστρατεύοντας επιπλέον την απατηλή «επικοινωνιακή» διάχυση τυπολογικών σχημάτων περί δημογραφικών πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων, περί συσχετισμών υπεροπλίας (παρά τις τόσες «αγορές του αιώνα» στη διάρκεια τριών-τεσσάρων μόνο δεκαετιών) κ.ο.κ.

Δεν πρόκειται για αυτά. Πρόκειται για την ίδια τους την πολιτική: τη διαρκή, σταθερή, μόνιμη, διαχρονική πολιτική τους και την μοναδική δυνατή της προέκταση, την μοναδική δυνατή της συνέχιση με οποιαδήποτε μέσα, τα μοναδικά δυνατά της αποτελέσματα… «Ο πόλεμος είναι συνεχιση της πολιτικής με άλλα μέσα», αλλά εδώ δεν γίνεται λόγος για τον πόλεμο. Γίνεται λόγος για την πολιτική, της οποίας ο πόλεμος αποτελεί συνέχιση με βίαια μέσα. Γίνεται λόγος για τις επιδιώξεις και τα αποτελέσματα της πολιτικής, που προδιαγράφουν τις επιδιώξεις και τα τα αποτελέσματα οποιασδήποτε «συνέχισής» της.  Γίνεται λόγος για τις επιδιώξεις και τα αποτελέσματα της πολιτικής μιας κοινωνικής τάξης ούτως ή άλλως ανίκανης να εμφανιστεί ότι προασπίζεται την εθνική κυριαρχία χωρίς να την έχει ήδη μετατρέψει σε εξάρτημα της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, και πάντως ικανότατης στο να ενισχύει ξανά και ξανά τους όρους κερδοφορίας της πάνω σε εθνικά συντρίμμια και σε εθνική οδύνη για το λαό.

Πρόκειται, στον «ιστορικό καθορισμό» της, για την «εθνική» πολιτική  της δικής μας ανυποληψίας  και του δικού μας εξευτελισμού, κι αυτή είναι η δική τους «εθνική» πολιτική. Ίσως φαντάζει παράδοξο μια τέτοια πολιτική να ονομάζεται «εθνική». Αλλά ποια θα μπορούσε να είναι η «εθνική» πολιτική μιας τάξης που υψώνει και υποστέλλει τη σημαία ανάλογα με τους συντελεστές της φορολόγησής της, ανάλογα με το εργατικό «κόστος» και τις διεθνείς εργολαβίες της, και που αρέσκεται στα «εθνικά» κηρύγματά της να επικαλείται το «έθνος» και τις «ανάγκες του» φορώντας  σημαία Αντίγκουα και Λιβερίας, την ίδια ώρα που απεργάζεται δεινά  για το λαό μας και τους λαούς της περιοχής; 

 

 

 

 

 

Advertisements

ΝΑΤΟ και ΕΕ: Το μόνο σαφές μεταξύ των «ασαφειών» της συμφωνίας Τσίπρα – Ζάεφ

ΑΡΘΡΟ 2

…. α. Το Δεύτερο Μέρος [σ.σ. ΠΓΔΜ] θα επιδιώξει ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ υπό το όνομα και της ορολογίες του Άρθρου 1 της παρούσης Συμφωνίας. Η προσχώρηση στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ θα λάβει χώρα υπό το ίδιο όνομα και ορολογίες.

β. Με τη λήψη της γνωστοποίησης της κύρωσης της παρούσας Συμφωνίας από το Κοινοβούλιο του Δεύτερου Μέρους, το Πρώτο Μέρος [σ.σ. Ελλάδα] χωρίς καθυστέρηση:

(i) θα γνωστοποιήσει στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της ΕΕ ότι υποστηρίζει την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων του Δεύτερου Μέρους στην ΕΕ υπό το όνομα και τις ορολογίες του Άρθρου 1 της παρούσας Συμφωνίας.

(ii) θα γνωστοποιήσει στο Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ ότι υποστηρίζει να απευθυνθεί από το ΝΑΤΟ προς το Δεύτερο Μέρος πρόσκληση προσχώρησης. Η εν λόγω υποστήριξη εκ μέρους του Πρώτου Μέρους τελεί υπό τους όρους, πρώτον, της έκβασης δημοψηφίσματος συνάδουσας με την παρούσα Συμφωνία, εάν το Δεύτερο Μέρος αποφασίσει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος και, δεύτερον, της ολοκλήρωσης των συνταγματικών τροποποιήσεων, που προβλέπονται στην παρούσα Συμφωνία. Με τη λήψη της γνωστοποίησης από το Δεύτερο Μέρος αναφορικά με την ολοκλήρωση όλων των εσωτερικών νομικών διαδικασιών του για τη θέση σε ισχύ της παρούσας Συμφωνίας, περιλαμβανομένου ενδεχόμενου εθνικού δημοψηφίσματος με έκβαση συνάδουσα με την παρούσα Συμφωνία και με την ολοκλήρωση των τροποποιήσεων στο Σύνταγμα του Δεύτερου Μέρους, το Πρώτο μέρος θα κυρώσει το Πρωτόκολλο προσχώρησης του Δεύτερου Μέρους στο ΝΑΤΟ. Η εν λόγω κυρωτική διαδικασία θα ολοκληρωθεί μαζί με τη διαδικασία κύρωσης της παρούσας Συμφωνίας.

***

Το άρθρο 2 θα ήταν υπεραρκετός λόγος για την καταψήφιση της συμφωνίας Τσίπρα – Ζάεφ, όπως και αν «βαφτιζόταν» η ΠΓΔΜ…

Συμφωνία ένταξης του «Δεύτερου Μέρους» στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ: Αυτό είναι το πραγματικό αντικείμενο της συμφωνίας, και όχι όσα αναφέρονται στην επικεφαλίδα της.

Υπεραρκετός λόγος: όχι βέβαια για το ΝΑΤΟϊκό, Ευρωενωσιακό, καπιταλιστικό πολιτικό «τόξο». Όχι για τους υπηρέτες του ΝΑΤΟ, της ΕΕ, των καπιταλιστικών μονοπωλίων. Όχι για τους πολιτικούς διαχειριστές της τρέχουσας ιμπεριαλιστικής στρατηγικής, ούτε για αυτούς που προσφέρονται σαν «εναλλακτικοί» διαχειριστές της είτε σαν διαχειριστές  μιας «εναλλακτικής» ιμπεριαλιστικής στρατηγικής. Αλλά υπεραρκετός λόγος για όσους στέκονται απέναντι στον ιμπεριαλισμό από θέσεις κυριαρχίας των λαών πάνω στις πηγές και τους καρπούς της παραγωγικής τους δραστηριότητας, από θέσεις φιλίας, αλληλεγγύης, κοινής πάλης των λαών ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τα μονοπώλια.

***

Υπεραρκετός λόγος επίσης, ώστε οι «δημιουργικές ασάφειες» που περιλαμβάνει η συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ, να αποτελούν εργαλείο στα χέρια των ιμπεριαλιστών, χρήσιμο στην κάθε περίπτωση όπου για την «λύση» των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών  θα χρησιμοποιηθούν οι αντιθέσεις μεταξύ των αστικών κρατών, μεταξύ των «εθνικών» αστικών τάξεών τους. Και δεν έχει νόημα η αντίθετη επιχειρηματολογία υπό τύπο «εκτιμήσεων» για την υπέρτερη ή μη ισχύ του ενός και του άλλου κράτους, για την «υπέρτερη» ή «υποδεέστερη» θέση τους στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα… Μια τέτοια επιχειρηματολογία, εκτός του ότι «παίζει με τις πιθανότητες» (οι οποίες όμως είναι ευμετάβλητες όσο και οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί), κατά τα άλλα απλώς αναγνωρίζει την ύπαρξη τέτοιων «ασαφειών»: «Εκτιμά» μεν ότι δεν θα αποτελέσουν παράγοντα «αστάθειας» στο μέλλον, πλην όμως τις αναγνωρίζει…

«Ασάφειες» σημαίνει εν προκειμένω, αναντιστοιχίες μεταξύ όρων της συμφωνίας και όρων της αντικειμενικής πραγματικότητας. Αναντιστοιχίες που δεν επιτρέπουν ούτε καν ταυτολογικούς ορισμούς των εννοιών. Σύμφωνα με μια τέτοια «αδιάσειστη» – μαοϊκού τύπου («λαϊκός στρατός είναι  ο στρατός του λαού») – ταυτολογία, «μακεδονικός λαός είναι ο λαός της Μακεδονίας» και «μακεδονική γλώσσα είναι η γλώσσα της». Στο έδαφος της αντικειμενικής πραγματικότητας, όμως, αυτές οι ταυτολογίες είναι ανίσχυρες. Οι σχετικοί όροι της συμφωνίας δεν αντιστοιχούν στην αντικειμενική πραγματικότητα, η οποία – σημειωτέον – αντικειμενική πραγματικότητα αποτελεί και το θεμέλιο ολόκληρου του θεωρητικού έργου του Λένιν, θεμέλιο – εντός αυτού – και των επεξεργασιών του για την εθνική αυτοδιάθεση, που μόνο κάποιος σαν τον Τσίπρα θα μπορούσε να την αντιλαμβάνεται σαν ένα κάποιο δικαίωμα υποκειμενικού αυτοπροσδιορισμού. Άλλωστε, ένας τέτοιου είδους κατά Τσίπρα «αυτοπροσδιορισμός», την ολοκλήρωσή του τη βρίσκει ως έκφραση του πιο «ακραίου» εθνικισμού: αυτού που στην άλλη πλευρά των συνόρων θα επιδίωκε την εδαφική «αντιστοίχηση» της παραπάνω ταυτολογίας με την αντικειμενική πραγματικότητα, εκείνου που στην από εδώ πλευρά «αυτοπροσδιορίζεται» με κρωγμούς περί «προαιώνιας ελληνικής γης της Μακεδονίας η οποία κατέχεται» και επιδιώκει να τους καταστήσει  επίσημο εθνικό αυτοπροσδιορισμό «μας».

Τέτοιες αλληλοτροφοδοτούμενες επιδιώξεις συντηρούνται με τις «ασάφειες» της συμφωνίας Τσίπρα – Ζαεφ, πράγμα φυσικό βέβαια για μια συμφωνία που ως αντικείμενό της έχει την ένταξη τής ΠΓΔΜ («Βόρειας Μακεδονίας») στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, όχι φυσικό όμως για μια συμφωνία που θα αποσκοπούσε στην εξάλειψη κάθε τέτοιας «ασάφειας» και στην ειρηνική συνύπαρξη των λαών της περιοχής.

***

Τέτοιες απαράδεκτες και επικίνδυνες θέσεις, περί «προαιώνιας ελληνικής γης της Μακεδονίας, η οποία κατέχεται», είναι «επόμενο» να συμπληρώνονται με κατηγορίες περί «εθνικής προδοσίας», η ανεδαφικότητά τους όμως δεν αναιρεί το ότι οι ίδιες αυτές θέσεις συντηρούνται και τρέφονται από το «παιχνίδι» που επιτρέπει (και που παίζει) η συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ με τις έννοιες του «μακεδονικού» λαού, γλώσσας και «nationality». Η από τέτοιες θέσεις απόρριψη της συμφωνίας (ουσιαστικά, δηλαδή, επειδή δεν αναγνωρίζει ότι η ΠΓΔΜ «είναι ελληνική»), χρησιμοποιείται – αντίστροφα – από τον Τσίπρα σαν «απόδειξη» της ορθότητας των επιλογών του. Εφόσον ο εθνικισμός και στις δυο χώρες τάσσεται για «αντίθετους» (στην πραγματικότητα ταυτόσημους, αντικαθρεφτιζόμενους) λόγους εναντίον της συμφωνίας, «άρα», λέει ο Τσίπρας, η συμφωνία του είναι αυτή που έπρεπε να είναι. Προφανώς και ο εθνικισμός, και στις δυο χώρες, είναι σε θέση να εγκρίνει μόνο τις «λύσεις» που ο ίδιος υποστηρίζει. Και προφανώς η συμφωνία δεν περιλαμβάνει και δεν του προσφέρει αυτές τις «λύσεις». Περιλαμβάνει και του προσφέρει μόνο το υπόβαθρο, δηλ. τη σχετική αναντιστοιχία μεταξύ όρων της συμφωνίας και αντικειμενικής πραγματικότητας, ώστε να διατείνεται – ο εθνικισμός – ότι για την άρση αυτής της αναντιστοιχίας απαιτούνται οι δικές του «λύσεις».

Από την άλλη, η δήθεν απόδειξη της ορθότητας κατ’ επίκληση του «συμψηφισμού» (και της αλληλοαναίρεσης) των «αντιτιθέμενων» αρνήσεων, μια «απόδειξη» χαρακτηριστική της «κεντρώας» ιδεολογικής αντίληψης που αντλεί την δήθεν ορθότητά της από το γεγονός ότι βρίσκεται στο εκάστοτε υποτιθέμενο «κέντρο» της οποιασδήποτε αντιπαράθεσης, – όποια κι αν είναι αυτή, – θα μπορούσε στην πραγματικότητα να χρησιμοποιηθεί για την δήθεν δικαίωση πολλαπλών (οποιωνδήποτε) θέσεων, αφού κάθε θέση, ίσως χωρίς εξαίρεση, μπορεί να αυτοτοποθετειται μεταξύ δυο αντιτιθέμενων (ή και δήθεν αντιτιθέμενων) «άκρων» που ως τέτοια κατά μια πλαστή συνέπεια την επαληθεύουν. Μόνο που οι «ιδέες», και αφετηριακά και σε τελική ανάλυση, δεν επαληθεύονται από τη θέση τους μεταξύ άλλων ιδεών, αλλά από την πιστότητα με την οποία εκφράζουν την αντικειμενική πραγματικότητα. Και εν προκειμένω, η μόνη αντικειμενική πραγματικότητα την οποία η συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ εκφράζει με απόλυτη πιστότητα, είναι η ΝΑΤΟϊκή και Ευρωενωσιακή επέκταση στο έδαφος της ΠΓΔΜ. Όλα τα άλλα, οι «ασάφειές» της, οι αναντιστοιχίες της με την αντικειμενική πραγματικότητα, οι επακόλουθες «διασαφηνίσεις» των ασαφειών της  κ.ο.κ, οφείλονται σε αυτό, αποκτούν «θεσμική» μορφή γι αυτό, συγκλίνουν σε αυτό, υπηρετούν αυτό, και αφομοιώνονται σε αυτό: την ένταξη της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ.

***

Η πρόστυχη και επηρμένη, εκ μέρους του Τσίπρα, απευθυνόμενου προς το ΚΚΕ, «επίκληση» (υποβίβαση στο επίπεδο της δικής του χυδαιότητας) των θέσεων του Λένιν για την εθνική αυτοδιάθεση, δηλαδή για το δικαίωμα των εθνών στον σχηματισμό ανεξάρτητου κράτους, υποδηλώνουν – μεταξύ άλλων – και την ιδέα που έχει ο Τσίπρας για το έργο του: χάρη σε αυτόν, -φαίνεται να πιστεύει και να υπαινίσσεται, – το έθνος της γειτονικής χώρας απέκτησε κρατική υπόσταση και πραγμάτωσε το δικαίωμα του στην εθνική του αυτοδιάθεση. Στην πραγματικότητα, η κρατική υπόσταση της γειτονικής χώρας έχει αναγνωριστεί ως τέτοια – ως κρατική υπόσταση – εδώ και πολλά χρόνια στο όνομα της ΠΓΔΜ. Τότε, δηλαδή, που όταν εμφανιζόταν ως ζήτημα ακριβώς αυτό, η «εθνική αυτοδιάθεση», ο πολιτικός χώρος του Τσίπρα συγκαταλεγόταν στους αρνητές αυτού του δικαιώματος, συντασσόμενος με διαφορετικά σενάρια ιμπεριαλιστικής αναδιανομής των Βαλκανίων, τα οποία τότε, – μετά τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας, – βρίσκονταν στο προσκήνιο.

Στην πραγματικότητα, επίσης, – παρά την γενική ισχύ του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των εθνών που η άσκησή του ή όχι (όπως και κάθε δικαιώματος) εναπόκειται πάντοτε στα ίδια τα έθνη (όχι ως «κατασκευές» υποκειμενικά «αυτοπροσδιοριζόμενες», αλλά ως αντικειμενικά υφιστάμενοι κοινωνικοί-ταξικοί σχηματισμοί), – η ανεξάρτητη κρατική υπόσταση της ΠΓΔΜ δεν επήλθε παρά σαν προϊόν μιας ιστορικά αντιδραστικής διαδικασίας, του διαμελισμού της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Μιας ιστορικά αντιδραστικής διαδικασίας που συνεχίζεται για την ολοκλήρωση ενός κύκλου της με την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ.

Στην πραγματικότητα, λοιπόν, ο πολιτικός χώρος στον οποίο ανήκει ο Τσίπρας, κατά τη στιγμή που η αντιδραστική διαδικασία διαμελισμού της Γιουγκοσλαβίας βρισκόταν σε εξέλιξη, και την αποδέχθηκε και αντιδραστικά τάχθηκε εναντίον της «εθνικής αυτοδιάθεσης» της ΠΓΔΜ και με τον τρόπο αυτό τάχθηκε υπέρ μιας ταχείας ιμπεριαλιστικής συνέχισης τής τότε εξελισσόμενης διαδικασίας στην οποία επενδύονταν (και επενδύονται) βλέψεις του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου. Και στη συνέχεια, αφότου τα ιμπεριαλιστικά σενάρια άλλαξαν μορφή και προτεραιότητες, ευρισκόμενα σε μια από τις κορυφώσεις τους εδώ και τώρα, συμβάλλει αποφασιστικά στην ολοκλήρωση ενός μεγάλου κύκλου αυτής της ιστορικά αντιδραστικής διαδικασίας με την συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ που προβλέπει την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, η οποία και διαφημίστηκε, με μια χαρακτηριστική για τον Τσίπρα πολιτικο-ιδεολογική χυδαιότητα, σαν πραγμάτωση, δήθεν, του δικαιώματος εθνικής αυτοδιάθεσης της ΠΓΔΜ.

***

Μέσα σε αυτό ιδίως το πλαίσιο (των κύκλων της μιας και ενιαίας αντιδραστικής διαδικασίας ενσωμάτωσης της περιοχής στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, των «ασαφειών» και «αναντιστοιχιών» που με τη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ αφομοιώνονται σε αυτή τη διαδικασία και αυτά τα σχέδια), ακόμα και η αντικατάσταση του ονόματος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας από το όνομα της «Βόρειας Μακεδονίας» σηματοδοτεί συμβολικά – και όχι μόνο – τον σταθμό ανάμεσα στην ολοκλήρωση ενός αντιδραστικού κύκλου και την αφετηρία ενός επόμενου. Το όνομα της ΠΓΔΜ, με το οποίο η Γιουγκοσλαβική Μακεδονία απέκτησε την κρατική της υπόσταση, σηματοδοτούσε την (πρώην) Γιουγκοσλαβία. Το όνομα με το οποίο ο ευρωατλαντικός ιμπεριαλισμός επεκτείνεται στα Δυτικά Βαλκάνια σηματοδοτεί την (πρώην) ΠΓΔΜ. Με τον εθνοτικό προσδιορισμό «Γιουγκοσλαβική» και «Πρώην Γιουγκοσλαβική», άλλωστε, και η «Μακεδονία» σαν όρος αποκτούσε γεωγραφική υπόσταση και ο Γιουγκοσλαβικός-Μακεδονικός λαός μπορούσε σε αυτόν να αναγνωρίσει τον εθνική του ταυτότητα και αυτά τα δυο μαζί βρίσκονταν σε ορισμένη αντιστοιχία με την αντικειμενική πραγματικότητα. Η ένταξη του κράτους της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, αντίθετα, συνοδεύεται κι επισφραγίζεται με την εγκαθίδρυση του βαθμού ασάφειας και αναντιστοιχίας προς την αντικειμενική πραγματικότητα, του ικανού ώστε ούτε ο γεωγραφικός προσδιορισμός (η γεωγραφική «ταυτότητα») του όρου «Μακεδονία» ούτε και η εθνική ταυτότητα του λαού της «Βόρειας Μακεδονίας» να μην εμπεδώνονται.

***

Κατά τα άλλα, για την ώρα, οι «δημιουργικές ασάφειες» της συμφωνίας χρησιμεύουν σαν υλικό για το πρόστυχο κυβερνητικό  «παιχνίδι» με τη «θεωρία», την ορολογία, τις έννοιες και τις λέξεις…

…Αλλά πρόκειται απλώς για υλοποίηση των στόχων του αμερικανικού υπουργείου εξωτερικών για την Ελλάδα, όπως τους διατυπώνει το ίδιο το αμερικανικό ΥΠΕΞ:

«Στόχος της Αποστολής 1.3: Η Ελλάδα να ενισχύσει τον περιφερειακό της ρόλο (…) μέσω και της πλήρους υλοποίησης της συμφωνίας για το όνομα της ΠΓΔΜ και της συνεχιζόμενης στήριξης για την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ.

Σκοπός της Αποστολής 3: (…) να διαμορφωθεί μια νέα γενιά ηγετών φίλα προσκείμενη στις Ηνωμένες Πολιτείες και τις αξίες που οι τελευταίες πρεσβεύουν».

Το «παιχνίδι» λοιπόν του ΣΥΡΙΖΑ, εκπροσώπων και επικοινωνιακών παπαγάλων του, λέγεται παπατζιλίκι. Και επιδίδονται σε αυτό υπηρετώντας τον στόχο  «της ένταξης των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ», τον σκοπό της κατοχύρωσης του Τσίπρα (ε δεν τον πήραν δα και τα χρόνια) σε αυτή τη «νέα γενιά ηγετών» τη «φίλα προσκείμενη στις ΗΠΑ και τις αξίες (sic) που πρεσβεύουν».

Με τέτοιους σκοπούς και στόχους απευθύνεται ο Τσίπρας προς το ΚΚΕ, και ανακατεύει τη «μακεδονική»  γλώσσα με το σλαβομακεδονικό αλφαβητάρι του ΔΣΕ, τον «μακεδονικό» λαό με τους Σλαβομακεδόνες μαχητές του τελευταίου. Έχει άραγε καταλάβει τι ακριβώς συμφώνησε, τι ψήφισε, τη διαφορά ανάμεσα στην ορολογία που πρόστυχα επικαλείται και στην ορολογία που μετέτρεψε σε νόμο του κράτους; Αλλά για ποιο λόγο να έχει καταλάβει;

Για ποιο λόγο ο αριβίστας, ο οποίος – τον καιρό που έφτιαχνε το «ηγετικό» επικοινωνιακό του προφίλ –   δήλωνε ότι «ε δεν διαβάζει και το Αντι-Ντύρινγκ!», την διαφορά ανάμεσα σε  σλαβομακεδόνικο αλφαβητάρι και «μακεδονική γλώσσα», ανάμεσα σε Σλαβομακεδόνες και «μακεδονικό λαό», να την γνωρίζει περισσότερο από όσο του είναι απαραίτητο για μια φτηνή «ιδεολογική» επίθεση υπηρέτησης των σκοπών και των στόχων του αμερικανικού υπουργείου εξωτερικών; Γιατί να γνωρίζει περισσότερα από όσα είναι απαραίτητα για την φτηνή κατάρτιση ενός επαγγελματία αριβίστα; Για ποιο λόγο από αυτά που διάβασε στον Λένιν «όταν ήταν μικρός», να «θυμάται» περισσότερα από όσα είναι απαραίτητα σε έναν πολιτικό παπατζή που παίζει την «αυτοδιάθεση» και τον «αυτοπροσδιορισμό», με τον «παπά» καλά φυλαγμένο στους «σκοπούς και στόχους» των ιμπεριαλιστών που υπηρετεί σαν στέλεχος του πολιτικού τους προσωπικού;

***

 Τις «ερινύες» σίγουρα δεν τις έχουν του χεριού τους (σαν τον Τσίπρα) αυτοί που την ιστορία τους την κουβαλάνε σαν φορτίο πολύτιμο, και που έχουν κάθε λόγο να είναι περήφανοι γι’ αυτήν, περήφανοι ανάμεσα στ’ άλλα και για το «σλαβομακεδονικό αλφαβητάρι που μοίραζαν οι κομμουνιστές στην Τασκένδη στα παιδιά των Σλαβομακεδόνων μαχητών του ΔΣΕ»… Εκείνοι που έχουν διαπαντός ξεμπερδέψει με «ερινύες» και τα τοιαύτα, είναι όσοι έχουν ξεπουλήσει ιστορία, παρελθόν, παρόν και συνείδηση.


Διπλή κοινοβουλευτική παρωδία

«Ο καπιταλισμός (…) οξύνει τον ανταγωνισμό ανά­μεσα στον ιμπεριαλισμό που αρνείται τη δημοκρατία και στις μάζες που τείνουν προς τη δημοκρατία».

Αντί η Βουλή να συζητά την έγκριση ή την απόρριψη της συμφωνίας, που την Κυριακή θα υπογράψουν οι ΥΠΕΞ Ελλάδας και ΠΓΔΜ, συζητά την πρόταση δυσπιστίας της ΝΔ κατά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Όσο παρωδία είναι το τι συζητά η Βουλή, άλλο τόσο παρωδία είναι και το τι δεν συζητά.

Για όλα τα κόμματα του ΝΑΤΟϊκού πολιτικού «τόξου» είναι ανακουφιστική η επιλογή της κυβέρνησης να μην φέρει στη Βουλή τη συμφωνία για κύρωση πριν από την υλοποίηση των διεθνών συνεπειών της, αλλά να την φέρει μόνο τότε που οι συνέπειες αυτές θα έχουν υλοποιηθεί.

Τα  κόμματα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ «εξασφαλίζονται» με το γεγονός ότι η συγκεκριμένη διακρατική συμφωνία τίθεται σε ισχύ χωρίς να έρχεται για κύρωση στην ελληνική Βουλή.

Και όταν λέμε «εξασφαλίζονται», εννοούμε ότι τους δίνεται σε αυτό το κρίσιμο στάδιο η δυνατότητα να εκφράζουν τη «διαφωνία» τους με όλους τους πιθανούς και απίθανους τρόπους και όσο πιο ηχηρά τους το επιτρέπουν οι φωνητικές τους χορδές, με τη «διαφωνία» όμως αυτή να παραμένει περιορισμένη σε φραστικά πλαίσια, χωρίς πολιτικές συνέπειες, και χωρίς εξαιτίας της να διακινδυνεύεται η δρομολόγηση της ένταξης της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ.

Αντί τα κόμματα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ να  βρεθούν εμπρός στο αξεπέραστο δίλημμα της ψήφισης ή της καταψήφισης της συμφωνίας με την οποία «διαφωνούν», και κατ’ επέκταση εμπρός στο αιχμηρό δίλημμα ψήφισης ή καταψήφισης τής ένταξης της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, η κυβέρνηση αναλαμβάνει για χάρη τους την πολιτική ευθύνη μιας διαδικασίας απροκάλυπτου εμπαιγμού και ποδοπατήματος κάθε δημοκρατικής κοινοβουλευτικής διαδικασίας.

Το ότι η συμφωνία, με την υπογραφή της και μόνον, τίθεται μεν σε ισχύ αλλά «υπό αίρεση», δεν αλλάζει σε τίποτα τους παραπάνω χαρακτηρισμούς. Η «υπό αίρεση» ισχύς μιας συμφωνίας παράγει συγκεκριμένες διεθνείς συνέπειες και η παραγωγή αυτών των συνεπειών προϋποθέτει και απαιτεί την προηγούμενη κύρωση της συμφωνίας από τη Βουλή, προϋποθέτει και απαιτεί την κοινοβουλευτική έγκρισή της προκειμένου να επέλθουν οι «υπό αίρεση» συνέπειές της, είτε την κοινοβουλευτική της απόρριψη προκειμένου να μην επέλθει καμία της συνέπεια, ούτε «υπό αίρεση» ούτε χωρίς «αίρεση».

Σύμφωνα λοιπόν με το διαδικαστικό «σχήμα» που «ανακοίνωσε» η κυβέρνηση, οι δυο ΥΠΕΞ θα υπογράψουν τη συμφωνία και κατόπιν: α) Η συμφωνία θα κυρωθεί από τη Βουλή της ΠΓΔΜ. β) Θα ξεκινήσει, με ελληνική υποστήριξη, η διαδικασία ένταξης της ΠΓΔΜ στην ΕΕ. γ) Θα ξεκινήσει, με ελληνική υποστήριξη, η διαδικασία ένταξης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ. δ) Η ΠΓΔΜ θα ολοκληρώσει τη συνταγματική της αναθεώρηση.

Και κατόπιν όλων αυτών θα έρθει η συμφωνία για κύρωση και στην ελληνική Βουλή. Δηλαδή αφού θα έχουν γίνει όλα αυτά, τότε η ελληνική Βουλή θα έχει το «δικαίωμα» να πει ότι τελικά διαφωνεί με αυτή τη συμφωνία, ότι εξαρχής διαφωνούσε, ότι δεν την εγκρίνει, ότι «λυπάται πολύ για την ανάστατωση» αλλά τελικά δεν ενδιαφερόταν ούτε για τη συνταγματική αναθεώρηση στην ΠΓΔΜ, ούτε για την ένταξή της σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, ότι η χώρα με την υπογραφή του ΥΠΕΞ παρήγγειλε μεν το έτοιμο πια «προϊόν» αλλά τελικά η Βουλή δεν προτίθεται να το «αγοράσει». Ότι, τελικά, δεν ήταν «υπό αίρεση» η ισχύς της συμφωνίας στην περίπτωση αθέτησής της από την ΠΓΔΜ, αλλά ήταν «υπό αίρεση» η ένταξη της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, καθώς και η συνταγματική της αναθεώρηση, στην περίπτωση μιας τυχόν εκ των υστέρων απόρριψης της συμφωνίας από την ελληνική Βουλή…

Ο κυβερνητικός τυχοδιωκτισμός, προς διασφάλιση των ΝΑΤΟϊκών σχεδιασμών, προφυλάσσει σ’ αυτό το αρχικό στάδιο με τον καλύτερο τρόπο τα ΝΑΤΟϊκά κόμματα της «αντιπολίτευσης» από την έκθεσή τους στο σκληρό άμεσο δίλημμα της ψήφισης είτε της καταψήφισης της ΝΑΤΟϊκής συμφωνίας.

Ο τυχοδιωκτισμός των κομμάτων της αστικής αντιπολίτευσης αποδέχεται σαν σωτήρια την τυχοδιωκτική προσφορά της κυβέρνησης και – μαζί με τον έναν από τους εταίρους της συγκυβέρνησης, τους ΑΝΕΛ – «ποντάρουν» επίσης τυχοδιωκτικά  στην πιθανότητα απόρριψης της συμφωνίας από τους πολιτικούς θεσμούς της ΠΓΔΜ. Και, ειδικά η ΝΔ,  αρπάζει την ευκαιρία και, με την ευκολία της παράκαμψης του άμεσου ερωτήματος έγκρισης ή απόρριψης της συμφωνίας, ευκολία που της την προσφέρει η κυβέρνηση, μετατρέπει το ερώτημα αυτό σε ένα άλλο: σε ερώτημα «δυσπιστίας» προς την κυβέρνηση, φορώντας στην όλη υπόθεση τα μέτρα που υπηρετούν την ιδιαίτερη δική της πολιτική τακτική.

Όλα αυτά δεν είναι παρά συμπτώματα εκφυλισμού του αστικού πολιτικού συστήματος. Εκφυλισμού που εκφράζεται με τη μορφή συναγωνισμού των αστικών κομμάτων σ’ έναν δίχως αρχές και δίχως όρια τυχοδιωκτισμό. Τα αστικά πολιτικά κόμματα είναι διατεθειμμένα να σφαχτούν «στην ποδιά του ΝΑΤΟ» και για τα μάτια του ΝΑΤΟ. Γι’ αυτά τα μάτια σφάζουν πρώτη και καλύτερη, στο βωμό των ΝΑΤΟϊκών και μαζί των δικών τους δημαγωγικών αναγκών, κάθε  τυπική εγγύηση δημοκρατικής διαδικασίας, κατά τρόπο που εν προκειμένω μετατρέπει τον δικό τους τυχοδιωκτισμό σε τυχοδιωκτισμό και σε ανυποληψία με γενικά εθνικά χαρακτηριστικά, σε τυχοδιωκτισμό και ανυποληψία όχι απλώς δικά τους προς το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, αλλά σε τυχοδιωκτισμό και ανυποληψία της χώρας προς τα έξω.

Η δημοκρατία, αν και «αστική», δεν είναι των αστών και των κομμάτων τους. Είναι και αυτή αντικείμενο σφετερισμού: Η αστική τάξη, όπως σφετερίζεται την παραγωγική δραστηριότητα των εργαζομένων, σφετερίζεται και τη λαϊκή πολιτική δραστηριότητα. Και για τις δυο αυτές μορφές σφετερισμού είναι εξίσου υπόλογη, κοινωνικά και πολιτικά.


Μια κριτική της συμφωνίας Τσίπρα – Ζάεφ

Μια λογική που, με αφορμή τη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ, λέει ότι ότι «δεν χρειάζεται ειδική ονομασία για να έχει ένα κράτος βλέψεις εναντίον κάποιου άλλου», (και εν προκειμένω δεν είναι βέβαια θέμα μόνο «ειδικής ονομσασίας»), είναι λογική που τη συναντάμε και μ’ άλλες μορφές και που, βέβαια, τοποθετημένη στο κενό, μοιάζει με αληθινή: Οι ΗΠΑ μπορούσαν να εκστρατεύσουν στο Ιράκ και χωρίς τα ψέμματα για τα «όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ», μπορούσαν να εκστρατεύσουν στο Αφγανιστάν και χωρίς το χτύπημα στους δίδυμους πύργους, οι ναζί μπορούσαν να επιβάλουν τη δικτατορία τους και χωρίς τον εμπρησμό του ράιχσταγκ, τα ΜΑΤ μπορούν να ψεκάζουν με χημικά και να ξυλοκοπούν μια μάζα δεκάδων χιλιάδων διαδηλωτών ακόμα κι αν δε δεχτούν μερικά μπουκάλια ή πέτρες από κάποιες δεκάδες κουκουλοφόρους. Όμως αυτά ισχύουν μόνο στο θεωρητικό κενό, ενώ στο έδαφος του πραγματικού κόσμου και των πραγματικών σχέσεων για να υλοποιηθούν τέτοιες βλέψεις χρειάζονται ή χρειάστηκαν και τα μπουκάλια των κουκουλοφόρων και ο εμπρησμός του ράιχσταγκ και οι δίδυμοι πύργοι και τα «όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ». Η αναζήτηση και η κατασκευή πρακτικών και θεωρητικών προσχημάτων αποτελεί σε αυτόν τον πραγματικό κόσμο μια από τις προϋποθέσεις κάθε δραστηριότητας που «από μόνη της» και απροσχημάτιστη θα εμφανιζόταν απλώς με το πραγματικό της περιεχόμενο σαν δραστηριότητα άδικη. Κατά τρόπο ανάλογο είναι επίσης αδύνατο,  να αποσυνδεθούν οι βλέψεις των κρατών, δηλαδή των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων τους, καθώς και η υλοποίηση αυτών των βλέψεων, από τις διακρατικές συμφωνίες και τους κρατικούς καταστατικούς «αυτοκαθορισμούς» που τα κράτη συνάπτουν μεταξύ τους ή θεσμοθετούν για τον εαυτό τους.

Οι βλέψεις αυτές, ελληνικές και πρώην γιουγκοσλαβο-μακεδονικές, σε ό,τι αφορά τη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ βρίσκουν τον κοινό τους τόπο σε μια συγκεκριμένη σκοπιμότητα επί της ουσίας ξένη προς το υποτιθέμενο αντικείμενο της συμφωνίας των δυο πρωθυπουργών: κι αυτή η σκοπιμότητα είναι η βαλκανική επέκταση του ΝΑΤΟ με την ένταξη σε αυτό και της ΠΓΔΜ. Και ήδη, από αυτή και μόνο την άποψη, δεν πρόκειται για μια συμφωνία λύσης των οποιωνδήποτε ζητημάτων υφίστανται μεταξύ των δυο χωρών, αλλά για μια συμφωνία σκοπιμότητας, ξένη προς κάθε τέτοια λύση. Εδώ θα μπορούσε και να μπει απλώς μια τελεία. Αλλά θα ήταν παράδοξο, θα αποτελούσε μια σπάνια και συμπτωματική εξαίρεση, αν η συγκεκριμένη κυρίαρχη σκοπιμότητα μπορούσε να αποσυνδεθεί από το περιεχόμενο της  συμφωνίας, αν δεν επιδρούσε πάνω του, αν το άφηνε ανεπηρέαστο, αν – μ’ άλλα λόγια – από αυτήν προέκυπτε μια «συμφωνία λύσης» κι όχι μια «συμφωνία σκοπιμότητας».

Ας προσπαθήσουμε να τα πάρουμε ένα-ένα:

1] Ήδη λοιπόν, από το στάδιο των διαπραγματεύσεων τα χρονικά όρια των συνομιλιών δεν ήταν καθορισμένα από την επεξεργασία  αμοιβαία αποδεκτών λύσεων στα εκκρεμή θέματα, αλλά ήταν καθορισμένα από το χρονοδιάγραμμα ένταξης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ τον ερχόμενο Ιούλιο. Κι αυτά τα όρια δεν αφορούν απλώς το χρονοδιάγραμμα. Αφορούν επί της ουσίας τον τελικό στόχο των συνομιλιών και το τελικό περιεχόμενο της συμφωνίας. Και – κρίνοντας από τις δηλώσεις Τσίπρα – αυτό το τελικό περιεχόμενο αποτυπώνεται ως εξής:

2] Αντί να αποκτά γεωγραφικό προσδιορισμό ο όρος «Μακεδονία» στην ονομασία του γειτονικού κράτους, απλώς προστίθεται πλάι σε αυτόν τον όρο ο γεωγραφικός προσδιορισμός «Βόρεια». Κάθε λογικός άνθρωπος μπορεί να αντιληφθεί ότι στην ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» ο γεωγραφικός προσδιορισμός δε βρίσκεται στη «Μακεδονία» αλλά στο «Βόρεια». Και κάθε λογικός άνθρωπος  μπορεί να αντιληφθεί ότι κατά συνέπεια, και στην ίδια την ονομασία «Βόρεια Μακεδονία», παραμένει άθικτο το «σπέρμα» κάθε «αλυτρωτισμού», είτε του γειτονικού είτε του «δικού μας». Ο εθνικισμός της αστικής τάξης των Σκοπίων κάλλιστα μπορεί να βρει τη διέξοδό του σε κάποιο αίτημα «μακεδονικής ολοκλήρωσης». Ο εθνικισμός της αστικής τάξης των Αθηνών κάλλιστα μπορεί να συνεχίζει την «αυθεντική» ερμηνεία συνθημάτων του είδους «η Μακεδονία είναι Ελλάδα», με τον τρόπο που τη διατύπωσε ο Κασιδιάρης σαν εκπρόσωπος της ναζιστικής «ΧΑ» στη βουλή, όπως έχει καταγραφεί στα πρακτικά της συνεδρίασης της 12-1-2018: Δεν δίστασε στην ομιλία του αυτή ο Κασιδιάρης εκ μέρους της «ΧΑ» να παραδεχτεί ότι τα Σκόπια είναι Μακεδονία… Μόνο που το παραδέχτηκε χαρακτηρίζοντας το έδαφος της ΠΓΔΜ «προαιώνια ελληνική γη της Μακεδονίας η οποία κατέχεται» και εκθέτοντας το «σχέδιο» της «ΧΑ» για την «απελευθέρωσή» της.

Τίποτα πιο απλό λοιπόν για τον «αλυτρωτισμό» των Σκοπίων και των Αθηνών, στο έδαφος αυτής της ονομασίας και των προσδιορισμών της, να κραυγάζουν ο μεν για «απελευθέρωση της Νότιας» και ο δε για «απελευθέρωση της Βόρειας Μακεδονίας». Και τίποτα πιο φυσικό από αυτό εφόσον πρόκειται για μια ΝΑΤΟϊκή συμφωνία: Θα ήταν «ντροπή» για το ΝΑΤΟ – μαζί και για τις αστικές τάξεις που επενδύουν σε αυτό τις «εθνικές» βλέψεις τους – εάν μια «δική του» συμφωνία αποτελούσε ταυτόχρονα και την καταστατική εξάλειψη των  αμοιβαίων εθνικιστικών «αλυτρωτισμών», αν μια συμφωνία προορισμένη να υπηρετήσει τις τρέχουσες σκοπιμότητές του δεν εξασφάλιζε ταυτόχρονα και τις προϋποθέσεις κάθε πιθανού μελλοντικού ιμπεριαλιστικού σχεδιασμού σε βάρος των λαών.

3] Ο κ. Τσίπρας επιχειρεί να εμφανίσει σαν σπουδαία διπλωματική επιτυχία το γεγονός ότι η ΠΓΔΜ δεν διεκδικεί πλέον ως δική της την πολιτισμική κληρονομιά του Βουκεφάλα. Στο σημείο αυτό η ελληνική κυβερνητική πλευρά πέτυχε ένα αξιοσημείωτο αποτέλεσμα: Τα φύκια τα όποια πουλούσε για μερικές δεκαετίες η προπαγάνδα των σκοπιανού εθνικισμού, τα αγόρασε για μεταξωτές κορδέλες, και στολισμένη με αυτές στρέφεται προς το εσωτερικό της χώρας διαλαλώντας την διπλωματική της «επιτυχία». Ο εθνικισμός της σκοπιανής αστικής τάξης είχε υψώσει τον πήχη της διπλωματίας μέχρι τον Βουκεφάλα και η ελληνική κυβέρνηση κατάφερε και τον πήδηξε!

Σύμφωνα λοιπόν με τα λόγια του Τσίπρα, «στη Συμφωνία που καταλήξαμε, για πρώτη φορά προβλέπεται ότι οι Βόρειοι Γείτονές μας δεν έχουν και δεν μπορούν να διεκδικήσουν στο μέλλον καμία σχέση με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό της Μακεδονίας.  Ο όρος Μακεδόνας της ελληνικής ιστορικής κληρονομιάς, ο οποίος  έλκει την καταγωγή του από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό διαχωρίζεται ρητά και κατηγορηματικά από τον όρο Μακεδόνας όπως τον χρησιμοποιούν και στη βάση του οποίου αυτοπροσδιορίζονται οι πολίτες της γειτονικής μας χώρας».

Το δύστυχημα όμως είναι ότι το ιστορικό και σύγχρονο έδαφος του «αλυτρωτισμού» δεν βρίσκεται στον εθνικιστικό-μυθολογικό κουρνιαχτό για την αρχαιότητα, τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, στο ερώτημα αν οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν Σλάβοι, αλλά βρίσκεται στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και στο ερώτημα αν η Μακεδονία αποτελεί μια γεωγραφική περιοχή που με βάση διεθνείς συνθήκες έχει κατανεμηθεί σε τρία βαλκανικά κράτη-έθνη ή αν πρόκειται για την εδαφική περιοχή στην οποία εκτείνονται τα όρια ενός «έθνους» που φέρει την ονομασία «μακεδονικό». Αυτού του ερωτήματος η αμοιβαία αποδεκτή απάντηση (και όχι βέβαια η απάντηση του «ερωτήματος» της αρχαίας Μακεδονίας) θα μπορούσε πράγματι να αποτελεί μια λύση στις φανερές είτε υποβόσκουσες διαφορές μεταξύ των δυο κρατών, θα μπορούσε να επισφραγίζει την αμοιβαία εγκατάλειψη κάθε εθνικιστικού «αλυτρωτισμού». Δεν ήταν όμως αυτός ο στόχος.

Αυτού του ερωτήματος την απάντηση αφορά, άλλωστε, και ο γεωγραφικός ή μη προσδιορισμός του όρου Μακεδονία: Το ότι η ελληνική Μακεδονία είναι στον μακεδονικό νότο και η Γιουγκοσλαβική Μακεδονία στον μακεδονικό βορά, είναι γνωστό… Όμως η ορολογία περί «Βόρειας Μακεδονίας» και, κατ’ επέκταση, περί «Νότιας Μακεδονίας» δεν καθιστά την «Μακεδονία» γεωγραφικό προσδιορισμό όπως την καθιστούν π.χ. οι όροι «ελληνική Μακεδονία» και «Γιουγκοσλαβική Μακεδονία». (Φυσικά είναι προφανώς αδιανόητο ότι δεν θα υπήρχε αντίστοιχης ή ανάλογης αξίας όρος, εφόσον ο όρος «γιουγκοσλαβική» του παραδείγματος είχε «απορριφθεί» ήδη από τον καιρό του Ευρω-ΝΑΤΟϊκού διαμελισμού της Γιουγκοσλαβίας…).

4] Τα ίδια ισχύουν και για το ζήτημα της γλώσσας: «Η Συμφωνία», λέει ο κ. Τσίπρας, «αναγνωρίζει τις σχετικές αποφάσεις του ΟΗΕ από το 1977 για την καταγραφή της γλώσσας των γειτόνων μας ως Μακεδονικής γλώσσας, με την πρόσθετη, όμως, και σαφή διατύπωση ότι αυτή ανήκει στην οικογένεια των νοτιοσλαβικών γλωσσών,γεγονός που, όπως ρητά αναγνωρίζεται, την διαχωρίζει απολύτως από την ελληνομακεδονική γλωσσική κληρονομιά και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό».

Το ζήτημα «αιχμής», φανερής ή υποβόσκουσας ας το ξαναπούμε, δεν βρίσκεται στο αν η γλώσσα της ΠΓΔΜ έχει ελληνική προέλευση. Ο καθένας γνωρίζει ότι δεν έχει τέτοια προέλευση και ότι «ανήκει στην οικογένεια των νοτιοσλαβικών γλωσσών». Βρίσκεται στον αν αυτή η νοτιοσλαβική-μακεδονική γλώσσα αποτελεί εθνικό χαρακτηριστικό της «Μακεδονίας» στη γενικότητά της ή αποτελεί τη γλώσσα του κυρίαρχου έθνους που τα γεωγραφικά του όρια εκτείνονται ως τα σύνορα της ΠΓΔΜ.

Και σε αυτό το ζήτημα δεν δόθηκε και δεν μπορούσε να δοθεί καμία ΝΑΤΟϊκή «λύση».

5] Με τη συμφωνία επίσης «επιτρέπεται» στην Ελλάδα, τους «Μακεδόνες» πολίτες (και γιατί όχι «Βορειομακεδόνες» άραγε;) να τους ονομάζει «πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας». Η ονομασία του κράτους «erga omnes» αλλά η ονομασία των πολιτών του διπλή…

Προφανώς και σε αυτό το σημείο η πηγή του προβλήματος βρίσκεται στην παράλειψη επιβεβαίωσης των διεθνών συνθηκών που καθορίζουν την εθνογεωγραφική υπόσταση της ΠΓΔΜ και της Μακεδονίας στο σύνολό της, παράλειψη που αποτελεί «παρακαταθήκη»  για τις επιθετικές βλέψεις των αστικών τάξεων όποτε οι ιμπεριαλιστικές διανομές και αναδιανομές των βαλκανικών εδαφών επιτρέψουν και υποδαυλίσουν την έμπρακτη εκδήλωσή τους…

6] Τα παραπάνω είναι μάλλλον αρκετά για να καταδειχθεί ότι, ανεξάρτητα από τις επιμέρους τροποποιήσεις του συντάγματος της ΠΓΔΜ, στις οποίες μάλλον γενικόλογα αναφέρθηκε ο κ. Τσίπρας, το «σπέρμα των αλυτρωτισμών» διατηρείται ανέπαφο στο περιεχόμενο της συμφωνίας Τσίπρα – Ζάεφ.

Όμως, στο τέλος όλων αυτών, αποτελεί ένα ακόμα κεφάλαιο και η διαδικασία υλοποίησης της συμφωνίας των δυο πρωθυπουργών. Συμφωνα με την περιγραφή αυτής της διαδικασίας από τον κ. Τσίπρα, η συμφωνία θα έρθει για ψήφιση στην ελληνική βουλή αφού πρώτα έχει ουσιαστικά υλοποιηθεί… Τα περί «υπό αίρεση» πρόσκλησης της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, στην πραγματικότητα σημαίνουν μόνο ότι η ελληνική βουλή θα κληθεί να επικυρώσει μια σειρά τετελεσμένων διεθνών συνεπειών της συμφωνίας, στην οποία κατέληξαν μεταξύ τους οι δυο πρωθυπουργοί. Το συμπέρασμα από την περιγραφή του Τσίπρα για την όλη διαδικασία, είναι το εξής: Η ελληνική βουλή δεν θα κληθεί να εγκρίνει ή να απορρίψει τη συμφωνία πριν αρχίσει η υλοποίησή της, αλλά θα κληθεί να να την εγκρίνει εφόσον έχει υλοποιηθεί από την ΠΓΔΜ ή να την απορρίψει αν η ΠΓΔΜ δεν την εφαρμόσει…

Τι άλλο μπορεί να σημαίνει επί λέξει το ότι: «Με τον κ. Ζάεφ καταλήξαμε επίσης σε ένα σαφές χρονοδιάγραμμα για την υπογραφή – κύρωση και θέση σε ισχύ της Συμφωνίας. – Η συμφωνία αφού υπογραφεί από τους Υπουργούς Εξωτερικών θα πρέπει να κυρωθεί από την Βουλή των Γειτόνων μας. – Στη συνέχεια η Ελλάδα θα υποστηρίξει απόφαση για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Βόρειας Μακεδονίας, με την ΕΕ στο επικείμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. – Και ταυτόχρονα θα υποστηρίξει την αποστολή πρόσκλησης από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ για ένταξή της στον οργανισμό.Και οι δύο αυτές προσκλήσεις θα τελούν υπό την αίρεση της επιτυχούς ολοκλήρωσης της Συνταγματικής Αναθεώρησης, που κατοχυρώνει την χρήση του ονόματος έναντι όλων. – Με απλά λόγια εφόσον η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν ευδοκιμήσει τότε αυτοδικαίως ακυρώνεται η πρόσκληση για ένταξη στο ΝΑΤΟ και δεν εκκινούν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ. Η Ελλάδα τέλος θα κυρώσει την μεταξύ μας Σύμβαση στο ελληνικό κοινοβούλιο θέτοντας την σε ισχύ, καθώς και το Πρωτόκολλο ένταξης των Γειτόνων μας στο ΝΑΤΟ, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της συνταγματικής αναθεώρησης στη γειτονική χώρα».

Μοναδική «δημοκρατική» πρωτοτυπία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μοναδικό – χωρίς προηγούμενο – ποδοπάτημα κι αυτών των τυπικών αστικοδημοκρατικών διαδικασιών και θεσμών από τη συγκυβέρνηση των λακέδων του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, των «άξιων» πολιτικών υπαλλήλων του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου, και μάλιστα για ένα θέμα που επί δεκαετίες εμφανίζουν σαν θέμα πρωτεύουσας «εθνικής» σημασίας και το οποίο τώρα επιδιώκουν να «περάσουν» στα μουλωχτά μηπώς τυχόν και δεν τους βγει η ΝΑΤΟϊκή πασιέντζα.


«ανησυχητικές πληροφορίες»

Το πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου έκλεισε με την πυραυλική επίθεση του Ισραήλ κατά της Συρίας και το δεύτερο 10ήμερο του Μαΐου ξεκίνησε με την πλήρη κάλυψη των ισραηλινών αυτών επιθέσεων από την ΕΕ: Υπήρξαν «ανησυχητικές πληροφορίες», είπε η επικεφαλής της ευρωενωσιακής διπλωματίας Φεντερίκα Μογκερίνι, σχετικά με ρουκέτες που έπεσαν σε κενό χώρο των ισραηλινών θέσεων (στο κατεχόμενο τμήμα των Υψιπέδων του Γκολάν, ας διευκρινίσουμε), εξ ου και το «αυτονόητο»: «Όπως έχει πει κατ’ επανάληψη η ΕΕ, το Ισραήλ έχει το δικαίωμα στην αυτοάμυνα». Δεν χρειάστηκε για την ΕΕ η επιβεβαίωση ή μη των «ανησυχητικών πληροφοριών» από κάποια «ανεξάρτητη έρευνα» προτού διακηρύξει για μια ακόμα φορά το «δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα».

*

Βέβαια δεν μπορεί να είναι άγνωστη στην ευρωενωσιακή διπλωματία η τεχνολογία παραγωγής «ανησυχητικών πληροφοριών» όταν αναζητείται πρόσχημα βομβαρδισμών και εδραίωσης μιας ενεργού στρατιωτικής παρουσίας. Και δεν έχει σημασία που το ακόλουθο, «παλιό» δείγμα αφορά την Τουρκία και όχι το Ισραήλ. Και στις δυο περιπτώσεις άλλωστε πρόκειται για βομβαρδισμούς ανταγωνιστών επί του ίδιου εδάφους, της Συρίας.

Ποιος πια δε μπορεί να φανταστεί ότι πίσω από «ανησυχητικές πληροφορίες» μπορεί να βρίσκονται ευυπόληπτα πρόσωπα που στήνουν επιθέσεις κατά της χώρας τους για να νομιμοποιήσουν την επίθεσή τους κατά των στόχων τους;

*

Στο μεταξύ βέβαια, δέκα μέρες νωρίτερα είχαν προηγηθεί και οι «ανησυχητικές πληροφορίες Νετανιάχου», ότι «το Ιράν  αναπτύσσει πυρηνικά όπλα», και ακολούθησε, «ώριμα» πια, η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία με το Ιράν. Και στην περίπτωση αυτή για τις ΗΠΑ δεν χρειαζόταν κάποια «ανεξάρτητη έρευνα» προκειμένου να επαληθευτούν ή να διαψευστούν οι «ανησυχητικές πληροφορίες» Νετανιάχου. Τους ήταν από μόνες αρκετές για τη «νομιμοποίηση» των επιλογών τους. Η ΕΕ βέβαια θα προτιμούσε τώρα μια «ανεξάρτητη έρευνα» και θα είχε λόγους γι’ αυτό, αφού ήδη ευρωπαϊκές εταιρίες ανακοινώνουν διακοπή εργασιών στο Ιράν ως συμφερότερη επιλογή από τις σε βάρος τους οικονομικές κυρώσεις των ΗΠΑ. Δίκιο βουνό, αλλά πού να το βρουν οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές.

Άλλωστε και 15 μέρες νωρίτερα ΗΠΑ, Βρετανία και Γαλλία είχαν αρκεστεί σε «ανησυχητικές πληροφορίες» περί χρήσης χημικών όπλων για να εξαπολύσουν, χωρίς «ανεξάρτητη έρευνα», τη δική τους αυτή τη φορά πυραυλική επίθεση κατά της Συρίας, υπό τα χειροκροτήματα και την κατανόηση των «συμμάχων» του ευρωατλαντισμού.

Μάλιστα εν προκειμένω οι «ανησυχητικές πληροφορίες» ήταν τόσο υπεραρκετές, ώστε τα βρετανικά τηλεοπτικά κανάλια αντιμετωπίζανε δηλητηριωδώς όποιον επιχειρούσε να τις αμφισβητήσει. Ακόμα κι αν αυτός ήταν Βρετανός στρατηγός, τον κόβανε στον αέρα με συνοπτικές διαδικασίες.

Και στις 30 Απριλίου το ευρωκοινοβούλιο, ενόψει «ανησυχητικών πληροφοριών» για τις σφεντόνες και τα καμμένα λάστιχα των Παλαιστίνιων διαδηλωτών στη Γάζα, δεν παρέλειψε για μια ακόμη φορά να αναφερθεί στο «δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα», αποκαλώντας έτσι την μαζική εν ψυχρώ δολοφονία 45 σε πρώτη δόση Παλαιστίνιων διαδηλωτών, προτού πέσουν άλλοι 61 νεκροί πλάι σε χιλιάδες τραυματίες από τα ισραηλινά πυρά: αυτη η δεύτερη δόση προκαταβολικά «νομιμοποιημένη» με το προηγούμενο δολοφονικό ψήφισμα της ευρωβουλής.

*

Πολλές οι «ανησυχητικές πληροφορίες» των τελευταίων 40 ημερών.

Και πολλές οι «ανεξάρτητες έρευνες» που πρόκειται να δρομολογηθούν.

Με αυτή την αφορμή θυμηθήκαμε και δυο περιπώσεις «ανεξάρτητων ερευνών» που προφανώς βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη:

Όπως στην πιο κάτω περίπτωση, όπου η κ. Άστον (προκάτοχος της κ. Μογκερίνι στη θέση της επιτρόπου εξωτερικών της ΕΕ), κάνει λόγο για κάτι σαν «ανεξάρτητη έρευνα», όταν ο Εσθονός Υπουργός Εξωτερικών τής μεταφέρει «ανησυχητικές πληροφορίες» για το γεγονός ότι πίσω από τους ελεύθερους σκοπευτές που στοίχισαν στον ουκρανικό λαό δεκάδες νεκρούς, δεν βρισκόταν η κυβέρνηση Γιανούκοβιτς, αλλά σύμφωνα με «όλα τα στοιχεία» βρισκόταν «κάποιος από τον νέο συνασπισμό» εξουσίας.

Όπως, επίσης, στην περίπτωση της μαζικής δολοφονίας των δεκάδων διαδηλωτών  που τους έκαψαν ζωντανούς στην Οδησσό, μέσα στο κτίριο των συνδικάτων. Και τότε, η προκάτοχος της κ. Μογκερίνι είχε ζητήσει «ανεξάρτητη έρευνα» για αυτές τις «ανησυχητικές πληροφορίες».

Ίσως και γι’ αυτό το λόγο, η σημερινή ουκρανική κυβέρνηση («ο νέος συνασπισμός εξουσίας») επιχειρεί να ενοχοποιήσει το Κουμμουνιστικό Κόμμα Ουκρανίας για αυτό το στυγερό έγκλημα, αλλά από μόνο του αυτό το γεγονός συνιστά την ομολογία της δικής της ενοχής.

 


«δικαίωμα στην αυτοάμυνα», σύμφωνα με ΗΠΑ και ΕΕ, οι μαζικές δολοφονίες Παλαιστίνιων από το Ισραήλ

«Πιστεύουμε πράγματι ότι οι Ισραηλινοί έχουν το δικαίωμα στην αυτοάμυνα», δήλωσε τη Δευτέρα 30-4-2018 ο υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ Μάικ Πομπέο, σχολιάζοντας με αυτό τον τρόπο τη δολοφονία 47 Παλαιστινίων τον τελευταίο μήνα από τον ισραηλινό στρατό στη Λωρίδα της Γάζας.

Για την ευρωβουλή πάλι, ο αριθμός των δεκάδων εν ψυχρώ δολοφονημένων από τα ισραηλινά πυρά Παλαιστίνιων είναι δικαιολογημένος, αφού «οι ισραηλινές αρχές ανέφεραν ότι οι ένοπλες δυνάμεις τους δέχτηκαν πέτρες και βόμβες μολότοφ και ότι ορισμένοι διαδηλωτές επιχείρησαν να χαλάσουν και να περάσουν το φράχτη για να εισέλθουν στο έδαφος του Ισραήλ» (φυσικά με το «έδαφος του Ισραήλ» εννοούνται τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη).

Έτσι λοιπόν το ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου για τη Γάζα, που ψηφίστηκε από τις πολιτικές ομάδες του Λαϊκού Κόμματος, των Σοσιαλδημοκρατών, Φιλελεύθερων, Συντηρητικών – Μεταρρυθμιστών και Πράσινων, εστιάζει στις «πέτρες και τις μολότοφ» που υποτίθεται ότι δέχτηκαν οι πάνοπλοι ισραηλινοί στρατιώτες, και καθαγιάζει (με λαϊκές, φιλελεύθερες, σοσιαλδημοκρατικές, συντηρητικές, μεταρρυθμιστικές και πράσινες ψαλμωδίες), τις βεβαιωμένες θανατηφόρες σφαίρες που τον τελευταίο μήνα αφαίρεσαν τη ζωή από δεκάδες Παλαιστίνιους που διαδηλώνουν ενάντια στην πολύχρονη κατοχή της πατρίδας τους, αποκαλώντας τις δολοφονίες «χρήση αναλογικών μέσων» έναντι «προκλήσεων που αντιμετωπίζει το Ισραήλ σε θέματα ασφαλείας».

Μάλιστα απευθύνουν και συστάσεις «μη βίας» σ’ αυτούς που γαζώνονται από τις ριπές των ισραηλινών όπλων, κουνάνε το δάχτυλο στους δολοφονημένους  ότι «γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης για άλλους σκοπούς»…

Καλεί δηλαδή, το ευρωκοινοβούλιο, τον παλαιστινιακό λαό να υπομένει αδιαμαρτύρητα τη σφαγή του, να παρακολουθεί σιωπηλός τους χιλιάδες κρατούμενους, ανάμεσά τους και παιδιά να λιώνουν στις ισραηλινές φυλακές, την προσφυγιά και τη διαιώνιση της κατοχής και την αρπαγή των παλαιστινιακών εδαφών από τους ισραηλινούς εποικισμούς, τον αργό θάνατό του από τον αποκλεισμό των παλαιστινιακών εδαφών.

Και απέναντι σε μια κραυγαλέα περίπτωση κρατικής τρομοκρατίας από ένα κράτος – τρομοκράτη, το ευρωκοινοβούλιο σαν «συγγραφέας» της προκήρυξης «ανάληψης ευθύνης»,  ανακηρύσσει την πολύπαθη Λωρίδα της Γάζας «κέντρο διεθνώς αναγνωρισμένων τρομοκρατικών οργανώσεων».

Η αθλιότητα, βέβαια, συμπληρώνεται με την καραμέλα του «αντισημιτισμού» που έχουν έτοιμη στο στόμα οι κάθε είδους απολογητές των κρατικών ισραηλινών εγκλημάτων εναντίον όσων τα καταγγέλλουν.

Και ολοκληρώνεται η αθλιότητα, με την πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ,   που ενισχύει την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική συνεργασία της με το Ισραήλ για την αναβάθμιση των γεωστρατηγικών συμφερόντων της ελληνικής αστικής τάξης στην περιοχή.

ΕΕ – ΗΠΑ – ΝΑΤΟ οπλίζουν το δολοφονικό χέρι του ισραηλινού κράτους, είναι συνένοχοι για τα διαρκή εγκλήματα κατά του παλαιστινιακού λαού.


έκαναν καλά ή όχι αυτοί;

Εντός της ελληνικής επικράτειας καθένας μπορεί να τοποθετεί την ελληνική σημαία όπου θέλει.

Το δικαίωμα υπάρχει. Το αν κάνει καλά ή όχι όποιος την τοποθετεί ή δεν την τοποθετεί, είναι άλλο θέμα.

*

Η φασιστική χούντα 67-74 είχε ανακηρύξει «εθνική εορτή» την 21-4. Τα μπαλκόνια των σπιτιών ήταν για επτά χρόνια κάθε τέτοια  μέρα «σημαιοστολισμένα».  Εκτός από μερικά. Εκτός από εκείνων που έκαναν καλά.

Περιττό να ειπωθεί ότι κάθε 25-3 και 28-10, ήταν «σημαιοστολισμένα» όλα τα μπαλκόνια. Αυτό έλειπε, να μη βάζαν σημαία, τέτοιες μέρες, οι πολιτικοί επίγονοι των Νενέκων και των Ράλληδων, οι επιζώντες γερμανοτσολιάδες της κατοχής.

Εωσότου, 17-11-73, πάνω από τη σημαία πέρασαν οι ερπύστριες του ΝΑΤΟϊκού τανκ, στο πλευρό του οποίου ήταν βέβαια σταμπαρισμένη και η σημαία.

 

Τη σημαία τη βάζει ο καθένας όπου θέλει . Ιδίως στην ιδιοκτησία του.

Εκεί όπου ένα βουνό, μια θάλασσα, ανήκει σε όλους εξίσου, συνήθως δεν υπάρχει σημαία. Κι έχει κανείς εκεί, χωρίς σημαία, την αδιαπραγμάτευτη αίσθηση ότι «εκεί είναι Ελλάδα» για τον απλό λόγο ότι εκείνο το μέρος ανήκει εξίσου σε όλους.

Αν τυχόν τώρα το ίδιο μέρος εκχωρηθεί σε ένα μικρό ή μεγάλο επιχειρηματικό συμφέρον, ένα ξενοδοχείο ή μια καντίνα ας πούμε,  τότε κατά πάσα πιθανότητα θα ξεφυτρώσει εκεί και μια σημαία για να σημάνει εμφατικά, βίαια, την επιβολή του ψέμματος σαν αλήθεια. Το ξενοδοχείο μου, η καντίνα μου, η γαιοπρόσοδος του φραπέ και της ξαπλώστρας,  «είναι Ελλάδα». Εσύ, που παραμένεις εκεί όπου τίποτα δεν ανήκει σε κανέναν και καθετί ανήκει εξίσου σε όλους, είσαι αλλού, είσαι ήδη εξόριστος, σε κάποιο είδος προσωρινής τοποθεσίας «τράνζιτ», και τα όρια του τόπου της εξορίας σου, ακόμα κι αυτά, στενεύουν καθημερινά, όσο η «Ελλάδα» της εκχώρησης επελαύνει με τις σημαίες της.

*

Ακόμα δεν μπήκες στο θέμα. ‘Εκαναν καλά ή όχι αυτοί;

Είπαμε, εντός της ελληνικής επικράτειας καθένας μπορεί να τοποθετεί την ελληνική σημαία όπου θέλει, και το αν κάνει καλά ή όχι είναι άλλο θέμα.

Ιδίως στην περίπτωση όπου η τοποθέτηση του συμβόλου επαφίεται στην κυριαρχία πολιτικών σχέσεων και δεσμεύσεων εχθρικών, και όπου έτσι πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την επικύρωση αυτής της κυριαρχίας.

Τέτοιες, εχθρικές, είναι οι δεσμεύσεις και οι σχέσεις της εκχώρησης συνολικά, της ιμπεριαλιστικής αναδιανομής των σφαιρών επιρροής και των ζωνών εκμετάλλευσης, της υπαγωγής στους όρους της μέσω της ευθυγράμμισης με τη ΝΑΤΟϊκή και ΕυρωΕνωσιακή στρατηγική, οι σχέσεις και δεσμεύσεις των «ανταλλαγμάτων», της κυριαρχίας του κεφαλαίου που «πουλά» ό,τι «δεν ανήκει σε κανέναν» κι «αγοράζει» τις πηγές της δικής του καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Σ΄αυτές, τις τελευταίες, θα σε πάνε ακόμα και με το ζόρι να τους μπήξεις τη σημαία. Τα υπόλοιπα, που «δεν ανήκουν σε κανέναν», είναι έτσι κι αλλιώς γκρίζα. Όχι τα Ίμια και οι Ανθρωποφάδες. Τα βουνά και οι (γκρίζες, όχι πια γαλάζιες) θάλασσες του ΤΑΙΠΕΔ.

*

Όμως έκαναν καλά ή όχι αυτοί;

Το ζήτημα δεν είναι ο οποιοσδήποτε άδολος ή δόλιος συναισθηματισμός. Το ζήτημα είναι ότι στο πρόσφατο παρελθόν, χωρίς την τοποθέτηση μιας σημαίας υπό τύπο «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», δεν θα είχε η κυβέρνηση την ευκαιρία να «ευχαριστήσει τις ΗΠΑ».

Επομένως, τι σημαίνει η «τοποθέτηση» της σημαίας εντός του καθεστώτος και κάτω από το καθεστώς της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», της εκχώρησης, των ανταλλαγμάτων, των εχθρικών προς το λαό πολιτικών δεσμεύσεων και σχέσεων, της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και του ΤΑΙΠΕΔ;

Τι σημαίνει η σημαία εντός αυτού του καθεστώτος, κάτω από το καθεστώς; Και, το ζήτημα είναι, αν υπάρχει περίπτωση να αποκτήσει και να ολοκληρώσει  η σημαία τη σημασία της, χωρίς οι σημαιοφόροι της να αναδειχθούν σαν τέτοιοι στην πρώτη γραμμή του πολέμου ενάντια σε αυτό το καθεστώς. Το καθεστώς της εξουσίας των μονοπωλίων, το καθεστώς της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

*

Το σπίτι σου «είναι Ελλάδα», είναι φανερό αυτό από τη σημαία στο μπαλκόνι. Την έβαλες εκεί να μη στο πάρουν οι Τούρκοι. Μπορεί να μη στο πάρουν οι Τούρκοι. Μπορεί να στο πάρουν, μαζί με τη σημαία, οι τράπεζες και η εφορία, το κεφάλαιο και το κράτος του, στο όνομα του ελληνικού λαού.

Τελικά δε μας είπες αν έκαναν καλά ή όχι αυτοί.