Εκπομπή της «Φωνής της Αλήθειας» με τραγούδια του αντιδικτατορικού αγώνα

Επετειακά καθυστερημένος εφέτος, δανείζομαι έστω την τελευταία στιγμή από τον 902gr, μέσω του οικοδόμου, το αφιέρωμα που ακολουθεί.

Στο ίδιο μπλογκ, εδώ, μπορείτε και αξίζει να δείτε ένα ακόμα αφιέρωμα που φιλοξενεί:  ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΄73: Έξι αφίσες, έξι ποιητές και πολλαπλάσιες μνήμες.

*

*

Τι μπορεί καλύτερα να μεταδώσει το κλίμα μιας εποχής εκτός από τη φωνή της; Πώς μπορεί να γεφυρωθεί το παρόν με το παρελθόν; Να συνδεθούν και να γίνουν αυτό που είναι; Μια αδιάσπαστη πορεία που δεν τελειώνει ποτέ; Αυτό το κλίμα, την αγωνιστική ανάταση που επικρατούσε στους κόλπους του λαού, αποτυπώνει το ντοκουμέντο που πρωτοδημοσιεύτηκε πέρσυ, από το πόρταλ «902.gr».

Πρόκειται για τα κείμενα μιας εκπομπής του ραδιοσταθμού του ΚΚΕ «Η Φωνή της Αλήθειας» που βγήκε στον «αέρα» των βραχέων στις 5 Σεπτέμβρη 1973. Αυτά τα κείμενα προλογίζουν έξι τραγούδια που μεταδόθηκαν τότε από το σταθμό. Έξι ξεχωριστά τραγούδια που γράφτηκαν και τραγουδήθηκαν από μέλη της ΚΝΕ μέσα στην πιο σκληρή και αδυσώπητη χρονική περίοδο της δικτατορίας. Όταν έβλεπε το λυκόφως της εξουσίας της.

Ηχογραφήθηκαν και στάλθηκαν όπως λέει ο ένας από τους δύο εκφωνητές «σε μια λιλιπούτεια ταινία μαγνητοφώνου, τυλιγμένη σε ένα χιλιοτσαλακωμένο χαρτί» Και οι κνίτες υπόσχονται να στείλουν και άλλες και με σεμνότητα που διακρίνει τους κομμουνιστές, ακόμα και στις πιο ηρωικές τους στιγμές, ζητούν τη γνώμη των ακροατών, την κρίση τους.

Τα τραγούδια συνόδεψαν και συνοδεύουν την πάλη του λαού. Το «Ήρωες», το «Εβίβα Λιμπερτά» και άλλα που συγκλονίζουν με την απλότητα που συνοδεύεται από την ομορφιά της απόφασης για αγώνα ασυμβίβαστο και ανυπότακτο, που παίρνεται μια για πάντα.

Αυτό το κείμενο με αυτά τα τραγούδια προσπαθήσαμε να διασκευάσουμε ηχογραφώντας το, με όλη την ευθύνη που περικλείει ένα τέτοιο εγχείρημα, γιατί πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να το παρουσιάσεις μικρότερο ή και μεγαλύτερο από αυτό που είναι. Το παρουσιάζουμε, ελπίζοντας ότι συμβάλαμε στη σκληρή προσπάθεια να κρατηθεί η μνήμη των αγώνων του χθες ζωντανή και να μιλήσει «σαν ζωντανή προς ζωντανούς» στους αγώνες του σήμερα.

Παρακάτω παρατίθενται τα κείμενα που εκφώνησαν οι παρουσιαστές στο σταθμό του ΚΚΕ και στο τέλος της σελίδας σε φωτογραφίες τα ντοκουμέντα από τα κείμενα της εκπομπής.

«5.9.73

Ταινία: Το μέρος των εγχόρδων που παίζει το μοτίβο «Εβίβα Λιμπερτά».

Εκφωνητής Α’:

ΕΒΙΒΑ ΛΙΜΠΕΡΤΑ

Εκφωνητής Β’:Ο ραδιοφωνικός σταθμός “Η Φωνή της Αλήθειας” σας παρουσιάζει ένα μουσικό πρόγραμμα με επαναστατικά τραγούδια που έγραψαν, που μελοποίησαν και τραγουδούν ανώνυμοι δημιουργοί: Οι νέοι αγωνιστές της Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδας (ΚΝΕ) που αντιμάχονται γεμάτοι φλόγα και αυταπάρνηση τη νεοφασιστική τυραννία.

Εκφωνητής Α’:Τούτες τις μέρες έφτασε στα χέρια μας μια λιλιπούτεια ταινία μαγνητοφώνου, τυλιγμένη σ’ ένα χιλιοτσαλακωμένο χαρτί. Το περιτύλιγμα της ταινίας ήταν μαζί και γράμμα. Σας το διαβάζουμε.

Εκφωνητής Β’:“Αγαπητή Φωνή της Αλήθειας. Στη μικρή αυτή ταινία που σου στέλνουμε, μαζί με τους θερμούς αδερφικούς, επαναστατικούς μας χαιρετισμούς, είναι ηχογραφημένα και 6 τραγούδια. Στίχοι, μουσική και εκτέλεση είναι όλα έργο δικό μας: Των νέων αγωνιστών – μελών της Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδας.

Σε παρακαλούμε να τα μεταδώσεις, να τ’ ακούσουν οι ακροατές σου. Κι’ ελπίζουμε να τους αρέσουν. Πολύτιμη βοήθεια θα ‘ταν για μας η κρίση τους, η γνώμη τους.

Όσο για μας, σου υποσχόμαστε να σου στείλουμε σύντομα κι άλλα τραγούδια.

Και πάνω απ’ όλα σ’ ευχαριστούμε

Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς

Μέλη της ΚΝΕ».

Εκφωνητής Α’:Βάλαμε την ταινία στο μαγνητόφωνο να παίζει. Κι αναρριγήσαμε από χαρά και συγκίνηση. Οι νέοι της ΚΝΕ μας πρόσφεραν αυτή τη μεγάλη συγκίνηση. Η ταινία τους ήταν ένα πολύτιμο, ένα ανεκτίμητο δώρο.

Γιατί, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η πιο ζωοδότρα, η πιο παρήγορη κι ελπιδοφόρα φωνή που έχει κρατήσει στη μνήμη της η ιστορία στο μακραίωνο, πολύβουο και πολυτάραχο κλωθογύρισμά της είναι αυτή η ίδια κραυγή που μας στέλνουν και σήμερα οι νέοι της ΚΝΕ: “Εβίβα Λιμπερτά”.

Ταινία: Το τραγούδι “Εβίβα Λιμπερτά”

Εκφωνητής Α’: (απαγγέλλει):

“Χωριάτισσα μάνα, εργάτη Λαέ,
αγρότη πατέρα, νεκρέ αδερφέ,
το αίμα ως το γόνα, στα χέρια φωτιά
εμπρός στον αγώνα, εμπρός στη Λευτεριά…».

Εκφωνητής Β’:Απ’ τα πανάρχαια χρόνια ο Παιάνας συντρόφευε την κάθε έφοδο των λαών για τη Λευτεριά. Δε γίνεται μάχη χωρίς τραγούδι.

Κι είναι δεκάδες λαοί που τα παλιά θούρια των επαναστατικών παραδόσεών τους τα ‘χουνε κάνει σήμερα επίσημους εθνικούς ύμνους. Τι είναι η “Μαρσεγιές” των Γάλλων; Τι είναι το “Εμπρός της Γης οι κολασμένοι” για τα εκατοντάδες εκατομμύρια των κομμουνιστών όλου του κόσμου;

“Εμπρός στον αγώνα, εμπρός στη Λευτεριά”, – τραγουδούν, λοιπόν, σήμερα και οι νέοι της ΚΝΕ.

Ταινία: “Χωριάτισσα μάνα, εργάτη Λαέ”.

Εκφωνητής Α’:Ατόφιο τον επαναστατικό δυναμισμό των συνειδητών νέων του καιρού μας κι ακόμα τη φλόγα της ανυποχώρητης αυταπάρνησης για την ελευθερία του λαού που πυρπολεί τα στήθια τους εκφράζει και το επόμενο από τα 6 τραγούδια που μας έστειλαν οι νέοι της ΚΝΕ. Ακούστε το, αγαπητοί ακροατές!

Ταινία: “Στην κορφή του κόσμου θ’ ανέβω ψηλά”

Εκφωνητής Β’:Με τον πικρό συμβολισμό της “Εβδομάδας των Παθών” παρουσιάζουν το δράμα του λαού κάτω από την μπότα της δικτατορίας οι νέοι της ΚΝΕ στο επόμενο τραγούδι τους. Απ’ τη Μεγάλη Δευτέρα, που ο λαός βρέθηκε κάτω απ’ τη ρομφαία της τυραννίας, ως τη Μεγάλη Παρασκευή όπου τον καρφώσαν και με το καρφί της προδοσίας, -να ο Γολγοθάς μας σαν λαού και σαν έθνους.

Μα στην ψυχή των νέων κομμουνιστών δεν υπάρχει θέση για απαισιοδοξίες και μοιρολόγια. Απ’ τη Μεγάλη Τρίτη κιόλας η Λευτεριά αρχίζει “στη γειτονιά να σκάει μύτη”, ώσπου να φτάσει το Σαββάτο του λαού το αναστάσιμο.

Αυτό είναι το πρωτότυπο τραγουδάκι που σκαρώσανε με τη θαυμαστή έμπνευσή τους οι νέοι της ΚΝΕ.

Ας το ακούσουμε, λοιπόν.

Ταινία: “Μεγάλη Δευτέρα” κλπ.

Εκφωνητής Α’:Οι νέοι αγωνιστές της ΚΝΕ είναι από τους πιο φυσικούς και γνήσιους κληρονόμους των ηρωικότερων και των ιερότερων μαζί αγωνιστικών παραδόσεων αυτού του λαού.

Είναι η φύτρα που έλκει απ’ ευθείας, «εξ αίματος” την καταγωγή από την αθάνατη, την ηρωική δρακογενιά που ‘γραψε με το αίμα της και τη θυσία της την ένδοξη εποποιία της Εθνικής Αντίστασης.

Είναι η γενιά που έχει όχι μόνο στο αίμα της, μα και στην ψυχή της εκείνους τους μυριάδες επώνυμους και ανώνυμους ήρωες και μάρτυρες, που νίκησαν ακόμη και τον ίδιο το χάρο, καθώς ανυψώθηκαν άπαρτα, πελώρια κάστρα, γίγαντες “στην κορφή της αρετής φτασμένοι”, όπως τους είπανε κι οι ποιητές.

Αυτές τις μορφές των ζωντανών και των νεκρών ηρώων όλων των εθνικοαπελευθετικών και των κοινωνικών αγώνων του λαού μας ανακαλούν απ’ τον καιρό με το ακόλουθο τραγούδι τους οι νέοι της ΚΝΕ.

Ταινία: “Ήρωες, άπαρτα βουνά…”

Εκφωνητής Β’:Οι νέοι της ΚΝΕ είναι παιδιά της εργατικής τάξης, γόνοι της αδικημένης αγροτιάς, γέννημα και θρέμμα των πιο αγνών, των πιο προοδευτικών, των πιο πατριωτικών δυνάμεων αυτού του τόπου. Είναι η γενιά που εξ απαλών ονύχων μεστώνει με την παραδοσιακή διδαχή ότι το πιο ακριβοαγόραστο αγαθό της ζωής είναι η Ελευθερία.

Ταινία: “Έι οικοδόμοι, έι εργατιά».

Εκφωνητής: Ακούσατε μια σειρά από επαναστατικά τραγούδια που έγραψαν και τραγούδησαν νέοι αγωνιστές – μέλη της ΚΝΕ».

27538122753813275381427538152753816

902

Advertisements

Το «τείχος», η «ειρηνική συνύπαρξη» και η «άμιλλα των δυο συστημάτων»

25 χρόνια συμπληρώθηκαν αυτές τις μέρες από την πτώση του τείχους που χώριζε στα δυο το Βερολίνο, την πτώση που «σηματοδότησε» και «σηματοδοτεί» την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην ανατολική Ευρώπη και την ΕΣΣΔ. Με αφορμή αυτή την επέτειο, που τους αρνητικούς της καρπούς γεύονται καθημερινά οι λαοί, είπα να γράψω κι εγώ την άποψή μου, ή την αποψάρα μου – ανάλογα με το πώς θα την εκτιμήσει ο καθένας- ή, έστω, απλώς κάποιες σκέψεις.

Εισαγωγικά παραθέτω τους συνδέσμους προς τη σχετική αρθογραφία του προχθεσινού κυριακάτικου Ριζοσπάστη:

65 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΓΛΔ – 25 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Η σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα «στοιχειώνει» τους εφιάλτες των αστών!

Πώς φτάσαμε στις δύο Γερμανίες;

Η ανέγερση του «προστατευτικού τείχους»

Για τα θύματα του τείχους

Τα παραπάνω άρθρα δίνουν μια περιγραφή των πραγματικών ιστορικών – πολιτικών όρων που μεταπολεμικά οδήγησαν στις δυο Γερμανίες, στα δυο Βερολίνα και στην εδαφική ύπαρξη του ενός από αυτά όχι εντός της δικής του αλλά εντός της άλλης Γερμανίας, και στην ανέγερση το 1961 του τείχους ως αμυντικού  μέτρου της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας απέναντι στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα που ακατάπαυστα εκδηλωνόταν με στρατιωτικοπολιτικά και οικονομικά μέσα, και ως αυτονόητη θεμελίωση διακριτών κρατικών συνόρων από την πλευρά της.

Με τα παραπάνω το ζήτημα εξαντλείται στις βασικές του γραμμές τουλάχιστον από την άποψη του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς νομιμότητας, από την άποψη μιας σειράς αναγκαίων όρων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης απέναντι στην ιμπεριαλιστική υπονόμευση και από την άποψη της αποκατάστασης της ιστορικής αλήθειας απέναντι στις διαστρεβλώσεις της τότε και της σύγχρονης ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας.

Έτσι όσα ακολουθούν σε αυτή την ανάρτηση προφανώς και δεν αφορούν τα παραπάνω που με την παρατιθέμενη αρθρογραφία εξαντλούνται στις βασικές τους γραμμές.

*

Στο σύνολό της η όποια άποψη εκφράζεται στις παρακάτω σειρές, έχει την αφετηρία της στην εκτίμηση του τείχους ως μιας λύσης απέναντι σε ένα πρόβλημα που παρουσιαζόταν με ένταση, αλλά ως μιας λύσης μη-βιώσιμης καθαυτής. Γιατί, φυσικά και η θεμελίωση διακριτών κρατικών συνόρων είναι αυτονήτη συνθήκη σε επίπεδο διεθνών – διακρατικών σχέσεων, για τη ζωή όμως του πληθυσμού μιας πόλης δεν είναι συνθήκη αυτονόητη και, με άλλα λόγια, δεν είναι συνθήκη αφομοιώσιμη η ύπαρξη ενός τείχους που σαν σύνορο χωρίζει την πόλη σε δυο διαφορετικά κράτη: Ουσιαστικά, βέβαια, από αυτό το τελευταίο (την κρατική διαίρεση της πόλης) προέρχεται και σε αυτό έγκειται εν προκειμένω το μη-αυτονόητο, όμως είναι το τείχος που του έδινε υλική μορφή.

Δε νομίζω ότι χρειάζεται επιχειρηματολογία για το μη-αφομοιώσιμο ενός «τείχους» στη ζωή μιας πόλης. Ούτε το θέμα περιορίζεται στις συγγενικές και φιλικές σχέσεις. Αρκεί κανείς να υποθέσει νοερά την περίπτωση μιας Αθήνας που λόγω της έκβασης του οποιουδήποτε κοσμοϊστορικού γεγονότος θα διαιρούνταν  στα δυο από ένα τείχος κατά μήκος πχ του άξονα Βουλιαγμένης – Βασιλίσσης Σοφίας – Κηφισίας. Ποιος θα μπορούσε να «αφομοιώσει» το γεγονός ότι κατοικώντας στους Αμπελόκηπους δεν θα μπορούσε πλέον να επισκεφτεί ξανά το Παγκράτι, παρά μόνο εκτός αν είχε εκεί συγγενείς αλλά και τότε με ειδικές διαδικασίες κλπ κλπ. Ποιος θα μπορούσε να αποδεχτεί σαν μόνιμη μια τέτοια τοπική συνθήκη στη ζωή της πόλης στο όνομα των ανώτερων γεωπολιτικών συνθηκών που την επιβάλλουν, στο όνομα της νομιμότητάς της από διεθνή άποψη κλπ.

Κι αν στο Βερολίνο του 1961 η ένταση βρισκόταν σε τόσο υψηλό σημείο ώστε μια κρίσιμη μάζα του λαού μπορούσε να αποδεχτεί το τείχος σαν άμεση λύση στα προβλήματα του παρόντος, πόσο θα μπορούσε χρονικά να διαρκέσει αυτή η αποδοχή, και ποιό θα μπορούσε να ειναι το ανώτατο χρονικό περιθώριο ως την αντικατάσταση της κρίσιμης μάζας αποδοχής από μια κρίσιμη μάζα αμφισβήτησης και αντίθεσης απέναντι στη συγκεκριμένη υλική συνθήκη. Κατά τη γνώμη μου, το χρονική αυτό περιθώριο δεν θα μπορούσε παρά με μαθηματική βεβαιότητα να είναι ελάχιστο. Πόσο μάλλον που με την ανέγερση του τείχους η ιμπεριαλιστική τακτική των προκλήσεων θα έδινε τη θέση της σε μια νέα τακτική προσαρμοσμένη όχι στην ανυπαρξία διακριτού συνόρου αλλά στην ύπαρξη του τείχους που στη ζωή του βερολινέζικου πληθυσμού εξ αντικειμένου θα ήταν για πάντα στοιχείο «παρά φύσει».

Από τη στιγμή λοιπόν που χτίστηκε το τείχος, το ερώτημα δεν ήταν αν κάποια μέρα θα έπεφτε. Το ερώτημα ήταν πότε και κάτω από ποιους όρους. Και εφόσον οι όροι αυτοί επέρχονταν (όπως και επήλθαν) κάτω από συσχετισμούς που θα «σηματοδοτούσαν» την αφετηρία της διαδικασίας ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος σε ανατολική Ευρώπη και ΕΣΣΔ, εφόσον -με άλλα λόγια ή από άλλη άποψη- οι όροι αυτοί καθιστούσαν (μεταφυσικά κατά τη γνώμη μου) το τείχος σε αγκωνάρι πάνω στο οποίο στηριζόταν η ύπαρξη ολόκληρου του σοσιαλιστικού συστήματος, τότε θα ήταν (και πράγματι ήταν) εξαιρετκά δυσανάλογη και εξαιρετικά ουτοπική η απαίτηση από τον λαό ή ευρύτερα τον πληθυσμό του Βερολίνου να σηκώσει σαν τιτάνας στους ώμους του ολόκληρο το σοσιαλιστικό στερέωμα αποδεχόμενος στωικά την ύπαρξη του τείχους εως τη στιγμή εκείνη όπου «νομοτελειακά» η «οικονομική άμιλλα» μεταξύ των δυο συστημάτων θα έγερνε την πλάστιγγα υπέρ του σοσιαλισμού.

*

Αντίθετα με μια άποψη που συχνά εκφράζεται, το πρόβλημα (το υποκειμενικό πρόβλημα) δεν εντοπίζεται ιστορικά στο σοσιαλιστικό κρατικό δόγμα της «ειρηνικής συνύπαρξης». Αυτό το δόγμα, στη γενικότητά του, αποτελούσε για το σοσιαλισμό αναγκαστικό μονόδρομο από τα πρώτα χρόνια ύπαρξης της ΕΣΣΔ, αμέσως μετά την ήττα της ιμπεριαλιστικής επέμβασης για το άμεσο πνίξιμο της επανάστασης. Και σαν δόγμα σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής κρατικής πολιτικής δεν μπορούσε παρά να έχει την έννοια της ειρηνικής συνύπαρξης ανάμεσα σε κράτη διαφορετικών συστημάτων έως τη στιγμή όπου η ανάπτυξη της ταξικής πάλης στις καπιταλιστικές χώρες (και κάτω από τις ευνοϊκές συνθήκες που συνιστούσε για αυτήν η ύπαρξη του σοσιαλιστικού στρατοπέδου) θα οδηγούσε και σε αυτές στην εγκαθίδρυση του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής.

Είναι αργότερα, που ενώ το «δόγμα» της κρατικής πολιτικής έμεινε ονομαστικά το ίδιο, το περιεχόμενό του είχε ριζικά μεταβληθεί και πλέον κεντρική θέση σε αυτό δεν είχε η ταξική πάλη αλλά η «οικονομική άμιλλα» των δυο συστημάτων, άσχετα αν ονομαζόταν «ταξική πάλη» και αυτή.

Όμως έτσι, αν με το ένα ουσιαστικό περιεχόμενο του «δόγματος» η ταξική πάλη εύρισκε στην «ειρηνική συνύπαρξη» ευνοϊκές συνθήκες ανάπτυξής της, με την άλλη ουσιαστική έννοια η «ειρηνική συνύπαρξη» έτεινε να αποτελεί μια «ευνοϊκή συνθήκη» την οποία η ταξική πάλη υπήρχε φόβος να βλάψει…

Ριζική μετατροπή στο περιεχομενο της «γενικής έννοιας» ομολογουμένως σιωπηρή από πολιτική άποψη. Δεν γνωρίζω αν είναι δυνατόν να βρεθεί πολιτικό ντοκουμέντο που να τη διατυπώνει ρητά. Όμως, αφενός, η πράξη αποτελεί το «δοκιμαστήριο» και  την τελική αποτύπωση ή αποκρυστάλλωση κάθε θεωρίας. Και, αφετέρου, πώς αλλιώς αν όχι με αυτόν τον τρόπο μπορεί να ερμηνευτεί η θεωρητική επεξεργασία ενός ανώτατου επιστημονικού φορέα της ΕΣΣΔ όπως το Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας, όταν στον 5ο τόμο της πεντάτομης «Πολιτικής Οικονομίας»  της Οικονομικής του Σχολής (έκδοση του Υπουργείου Παιδείας της ΕΣΣΔ, ελληνική έκδοση Gutenberg) το τελευταίο της κεφάλαιο έχει τον τίτλο «ΤΟ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΜΙΛΛΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ»;

Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να ερμηνευτεί μια άποψη σαν αυτή, προερχόμενη εν προκειμένω από την ίδια τη ΓΛΔ, για το «άλμα από τον ψυχρό πόλεμο στη συνύπαρξη του Ελσίνκι»  ως «επίτευγμα των επαναστατικών δυνάμεων» και για τη συνακόλουθη «αντικατάσταση των οδοφραγμάτων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων».

 Για να είμαι ξεκάθαρος και απέναντι σε ορισμένα «δευτερεύοντα» ζητήματα, τιμώ την μνήμη του πρόσφατα φευγάτου Μάνφρεντ Βέκβερτ, που το 1977 αποτέλεσε εκφραστή αυτής της -κάθε άλλο παρά προσωπικής υποθέτω- άποψης και επίσης δεν μπορώ να πω ότι με κάποιον τρόπο συμμερίζομαι την σημερινή πολιτική στάση του συμπατριώτη του Βολφ Μπίρμαν ούτε και ότι μπορώ να ταυτιστώ πλήρως με το σύνολο των αλλοτινών ποιητικών του θέσεων όπως τις γνωρίζουμε από τη μελοποίηση του Μικρούτσικου.

Παρ’ όλα αυτά δεν μπορώ να παραβλέψω, αλλά ούτε και να «τακτοποιήσω» λογικά – ακροβατικά, το γεγονός ότι η παραπάνω άποψη για «επαναστατικό επίτευγμα», «άλμα από τον ψυχρό πόλεμο στη συνύπαρξη», «αντικατάσταση των οδοφραγμάτων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων» διατυπώνεται σε μια έκδοση του 1977, ενώ ένα χρόνο πριν ο Μπίρμαν (που σε «οριστική» διάσταση από τα παραπάνω τραγουδούσε «από τα στόμια βγαίνει η δύναμη κι όχι από τα στόματα») βρέθηκε «εγκλωβισμένος» εκτός ΓΛΔ.   Πόσο μάλλον: Ο Βολφ Μπίρμαν τραγουδούσε επίσης για την «πόλη που στα δυό έχει σχιστεί» ενώ ο Μάνφρεντ Βέκβερτ σαν φορέας της -ε όσο να ‘ναι επισημότερης από του Μπίρμαν- άποψης για «αντικατάσταση των οδοφραγμάτων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων» φαινόταν σαν να μην βλέπει από πάνω του τη σκιά του μεγαλύτερου οδοφράγματος της ιστορίας, του οδοφράγματος των οδοφραγμάτων που έσχιζε στα δυο το Βερολίνο…

Σε ποια λοιπόν από τις δυο απόψεις, κρίνοντάς τες εντελώς αποπροσωποποιημένα (όπως σε τελική ανάλυση πρέπει να κρίνεται κάθε άποψη), βρίσκεται η ρεαλιστική προσέγγιση της πραγματικότητας και σε ποια η «αιρετικότητα»; Σε αυτή που κάτω από το «τείχος» μιλά για «αντικατάσταση των οδοφραγμάτων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων»  και στο τειχος δεν βλέπει κανένα «οδόφραγμα» ή σε αυτήν που υπενθυμίζει από πού «βγαίνει η δύναμη» και δεν ντρέπεται ρητά να στρέφει το βλέμμα προς το «τείχος» και το «σχίσιμο της πόλης στα δυό»;

Μια ερώτηση στην οποία ακόμα και η απάντηση του είδους «καμία από τις δυο απόψεις» απαιτεί πειστική αιτιολόγηση.

*

Όλα τα παραπάνω υποστηρίζουν μια άποψη (η οποία σίγουρα δεν στηρίζεται σε κανέναν «πραγματισμό»), ότι το αυτονόητο της ανέγερσης του τείχους εξαντλεί την ισχύ του στα όρια κατά τα οποία αποτελεί μια έγκυρη απάντηση στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα του «χθες» και στην ιμπεριαλιστική προπαγάνδα του «σήμερα». Ότι, δηλαδή, έξω από αυτά τα όρια και εντός του πεδίου που αφορά τους υποκειμένικούς όρους ύπαρξης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος μεταπολεμικά το ζήτημα τίθεται με διαφορετικούς όρους.

Εντός αυτού του πεδίου τα ερωτήματα που γεννιόνται όχι για την ανέγερση του τείχους, αλλά για το «γιατί καθυστέρησε από την πλευρά των Σοβιετικών και των Ανατολικογερμανών να θεμελιώσουν για τη ΓΛΔ το αυτονόητο, το δικαίωμα ύπαρξής της», τίθενται με διαφορετικό τρόπο.

Με τρόπο ο οποίος διατηρεί στο προσκήνιο των ιδεολογικών προβληματισμών (τουλάχιστον των δικών μου βέβαια) σαν πιθανή απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα για την «αργοπορια» αλλά και για την τελική απόφαση, την απάντηση που σχετίζεται τόσο με το πρωταρχικά (στο επίπεδο των «φυσικών νόμων της ζωής» ή ακριβέστερα στο επίπεδο των νόμων που διέπουν την κοινωνική ζωή μιας πόλης) μη αφομοιώσιμο αυτού του «θεμέλιου», όσο και (σε συνάρτηση με αυτό) με τους όρους τακτικής που επιβάλλει το ένα ή το άλλο ουσιαστικό περιεχόμενο του (στη γενικότητά του αναγκαίου) κρατικού δόγματος της «ειρηνικής συνύπαρξης».

Υποστηρίζουν, τα παραπάνω, την άποψη (ή τουλάχιστον υποστηρίζουν ότι το ιστορικό ερώτημα δεν είναι «λυμμένο»), ότι η ύπαρξη του «τείχους», όλο το «προτσές» από την ανέγερσή του ως την πτώση του, καθορίστηκε από τη στροφή και την εμπέδωση της «ειρηνικής συνύπαρξης» όχι ως δόγματος βασισμένου στην ταξική πάλη αλλά βασισμένου στο ιδεολόγημα της «οικονομικής άμιλλας» και της «αναπόφευκτης» έκβασής της. Διαφορετικά το «τείχος» είτε δεν θα είχε ανεγερθεί και θα είχαν επιλεγεί διαφορετικές (όχι ανώδυνες βέβαια, αλλά ούτε και το «τείχος» ήταν «ανώδυνο», ενώ το ποσοτικό μέγεθος του «πραγματισμού» είναι κάποτε αντιστρόφως ανάλογο προς το μέγεθος του ρεαλισμού: όσο λιγότερο από τον πρώτο τόσο περισσότερο από τον δεύτερο) μορφές αντιμετώπισης των προβλημάτων που προκαλούσε η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, είτε η πτώση του δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να «σημάνει» (ερήμην ακόμα και της πλειοψηφίας του πλήθους που πανηγύριζε) την αλυσιδωτή  διαδικασία ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος ελλείψει, πλέον, «θεμελίου»…

«Αποψάρα» σίγουρα: τόσο ως προς την ταπεινότητα του εκφραστή της όσο και ως προς (και πόσο μάλλον σε σύγκριση προς) το ιστορικό μέγεθος του αντικειμένου της.  Από μόνα τους αυτά, όμως, δεν είναι αρκετά και για να την αναιρούν.

*

ΥΓ1 Την πτώση του «τείχους» στο Βερολίνο την ακολούθησε η ανέγερση πολλαπλών εθνικών και ταξικών, ακόμα και ρατσιστικών, τοίχων και συρματοπλεγμάτων στην Ευρώπη και τον Κόσμο. Έτσι όπως είχαν τα πράγματα: δίνεις ένα – παίρνεις δέκα από αυτά…

ΥΓ2 Σαν κατακλείδα: Προς όσους ως αριστεροί, δημοκράτες, εναλλακτικοί κ.ο.κ. πανηγύρισαν και εξακολουθούν να πανηγυρίζουν για την «πτώση του τείχους» και τη νίκη της δήθεν δημοκρατίας τους, μια υπενθύμιση της προτροπής που διατυπώθηκε καλλιτεχνικά έναν χρόνο πριν από από όλα αυτά. Προτροπή που, νομίζω, είναι ικανή να αναδείξει την τουλάχιστον αφέλεια αυτών των πανηγυρισμών:

Παιδιά, το Μανχάταν πρώτα, κι ύστερα το Βερολίνο…


Καθ’ οδόν προς τα τηλεπαράθυρα το «αντιρατσιστικό νομοσχέδιο»

Το λεγόμενο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο,  το οποίο η κυβέρνηση είχε «παγώσει» για 4 μήνες, βρίσκεται ξανά από την Πέμπτη για συζήτηση στην Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης της Βουλής.

Ίσως ο τίτλος της ανάρτησης ξενίζει δίνοντας μια εντύπωση  υποτίμησης του προβλήματος του ρατσισμού και των μέτρων εναντίον του. Όμως δε θα έπρεπε να ξενίζει με δεδομένο το γεγονός ότι το συγκεκριμένο νομοσχέδιο δεν έρχεται να καλύψει κάποιο υποτιθέμενο νομικό κενό, αφού νόμος που τιμωρεί ποινικά πράξεις ή ενέργειες που αποσκοπούν σε φυλετικές διακρίσεις υπάρχει από το 1979.  Ενώ το σημερινό λεγόμενο «αντιρατσιστικό νομοσχέδιο», όχι μόνο ως προς το υποτιθέμενο αντικείμενό του δεν προσθέτει τίποτα σε σχέση με τον ισχύοντα νόμο, αλλά αντίθετα: πρώτον, αφαιρεί από αυτόν την χωρίς περιστροφές καταδίκη της ρατσιστικής ρητορικής και, δεύτερον, κατά τρόπο αντιδραστικό και επικίνδυνο «παιχνιδίζοντας» ουσιαστικά με την ιδεολογία της εξομοίωσης των «άκρων» ποινικοποιεί τις «συμπεριφορές που εκδηλώνονται με αφορμή την επιδοκιμασία ή την κακόβουλη άρνηση ή τον ευτελισμό της σημασίας του Ολοκαυτώματος, των εγκλημάτων γενοκτονίας, των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και των εγκλημάτων πολέμου ή αυτών του ναζισμού», ενσωματώνοντας σχετική Απόφαση – Πλαίσιο της ΕΕ.

Μια προσπάθεια ανάλυσης του νομοσχεδίου είχα κάνει πριν τέσσερις μήνες στην ανάρτηση που μπορείτε να δείτε εδώ. Συνοψίζοντας (και εν μέρει συμπληρώνοντας) το περιεχόμενο εκείνης της ανάρτησης, το ζήτημα έχει ως εξής:

1] Με τον ισχύοντα νόμο διώκεται αυτεπάγγελτα και τιμωρείται η προτροπή σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων μόνο και μόνο για τη φυλετική ή εθνική καταγωγή τους ή τη θρησκεία τους. Επίσης η σύσταση ή συμμετοχή σε οργανώσεις που επιδιώκουν οργανωμένη προπαγάνδα και γενικά δραστηριότητα που τείνει σε φυλετικές διακρίσεις. Και, τέλος, η έκφραση ιδεών προσβλητικών κατά προσώπου, ή ομάδας προσώπων, μόνο και μόνο για τη φυλετική ή εθνική καταγωγή τους ή τη θρησκεία τους.

Αντίθετα, με το νομοσχέδιο (που συν τοις άλλοις απαλείφει το αξιόποινο των ρατσιστικών προσβολών, δηλαδή της έκφρασης ιδεών προσβλητικών μόνο και μόνο για τη φυλετική καταγωγή κλπ), το παραπάνω βασικό έγκλημα της προτροπής σε φυλετικές διακρίσεις, μίσος και βία αναγνωρίζεται σαν αξιόποινο, άν η προτροπή αυτή γίνεται “κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη, ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων”.

Για να το πούμε με άλλα λόγια, το λεγόμενο «αντιρατσιστικό νομοσχέδιο» έρχεται να αναγνωρίσει σαν «νόμιμο» τον ρατσισμό αν «δεν εκθέτει» σε κίνδυνο τη «δημόσια τάξη» ή «δεν ενέχει» απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα. Δέχεται ότι υπάρχει ρατσιστική προτροπή σε διακρίσεις, μίσος και βία που μπορεί να «μην εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη» και αυτού του είδους τη ρατσιστική προτροπή τη νομιμοποιεί. Και ταυτόχρονα έμμεσα εξειδικεύει τη γενική νομική ρήτρα της «δημόσιας τάξης» αναγνωρίζοντας σαν συστατικό μέρος της τη ρατσιστική προτροπή σε διακρίσεις, μίσος και βία ως το μέτρο (λες και μπορεί να υπάρχει τέτοιο μέτρο!) που «δεν την εκθέτει σε κίνδυνο»!

Τόσο «αντιρατσιστικό»…

Αλλά φαίνεται ότι «μια σοβαρή Χρυσή Αυγή», σαν αυτή που επιθυμούν οι «σοβαροί» απολογητές της σύγχρονης κοινωνικής και ιστορικής αντίδρασης και οπισθοδρόμησης, πρέπει να συνοδεύεται κι από έναν εξίσου «σοβαρό» ρατσισμό, ο οποίος και θεσμοθετείται με το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο.

2] Εκτός όμως από την αποποινικοποίηση του ρατσισμού καθεαυτού και τον περιορισμό του αξιόποινου στη «διακινδύνευση» της «δημόσιας τάξης», το νομοσχέδιο προσθέτει και την πρόβλεψη τιμωρίας για τον “δημόσιο εγκωμιασμό ή άρνηση εγκλημάτων”, σε βάρος δηλαδή όποιου “επιδοκιμάζει, ευτελίζει ή κακόβουλα αρνείται τη σοβαρότητα εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, του Ολοκαυτώματος και των εγκλημάτων του ναζισμού και η συμπεριφορά αυτή στρέφεται κατά ομάδας προσώπων που προσδιορίζεται με βάση τη φυλή, το χρώμα τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή ή την αναπηρία κατά τρόπο που μπορεί να υποκινήσει βία ή μίσος, ή ενέχει απειλητικό, ή προσβλητικό ή υβριστικό χαρακτήρα κατά μιας τέτοιας ομάδας ή μέλους της”.

Σε αυτή την προσθήκη, ας σημειώσουμε, κανένας «νομοπαρασκευαστής»  δεν έσπευσε να βάλει σαν πρϋποθεση του αξιόποινου τη «διακινδύνευση της δημόσιας τάξης» κλπ, αντίθετα με την «πρεμούρα» που γίνεται εμφανής ως προς τη νομιμοποίηση των «ακίνδυνων» για τη «δημόσια τάξη» ρατσιστικών προτροπών.

Εδώ πολύ απλά και χωρίς περιστροφές, η ολοκληρωτική φρίκη του ναζιστικού ολοκαυτώματος χρησιμοποιείται πρόστυχα και ευτελιστικά προκειμένου να προωθηθεί η δια νόμου επιβολή της ιστορίας κατά τον τρόπο που θέλει να την γράψει σήμερα ο ιμπεριαλισμός, και για να επιβληθεί η ποινικοποίηση κάθε άποψης διαφορετικής από την άποψη του ιμπεριαλισμού για την ιστορία του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος.

Θα έλεγε κανείς ότι μπορεί και να μην είναι έτσι. Όμως, εκτός των άλλων, η πολύ πρόσφατη (Νοέμβριος του 2013) θωράκιση του αντιλαϊκού νομικού οπλοστασίου με την ψήφιση του άρθρου 458Α του Ποινικού Κώδικα που προβλέπει ότι “Όποιος με πρόθεση παραβιάζει κυρώσεις ή περιοριστικά μέτρα, που έχουν επιβληθεί σε βάρος κρατών ή οντοτήτων ή οργανισμών ή φυσικών ή νομικών προσώπων, με κανονισμούς της Ε.Ε. τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών…”, δεν επιτρέπει  περιθώρια αμφιβολίας για το ποια ιστορικά γεγονότα θα απαγορεύεται να μην θεωρούνται   εγκλήματα γενοκτονίας, πολέμου και κατά της ανθρωπότητας και ποια ιστορικά γεγονότα θα απαγορεύεται να θεωρούνται ως τέτοια.

*

Κλείνω το θέμα εδώ, με ένα απόσπασμα από μια παλιότερη ανάρτηση του μπλογκ (πριν από σχεδόν ένα χρονο αλλά παρ’ όλα αυτά επίκαιρο):

«Στο εσωτερικό μέτωπο η [τότε] τρικομματική κυβέρνηση επιχειρεί να προβεί με το “αντιρατσιστικό νομοσχέδιο” σε εξωραϊσμό της παρθενοραφής της. Ποιός; Η κυβέρνηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης και του “ξένιου δία”, η κυβέρνηση που προΐσταται ενός κρατικόύ μηχανισμού τμήματα του οποίου αποτελούν πραγματικούς θύλακες του “δικτύου” που χρησιμοποιεί το ρατσισμό σαν πολιορκητικό κριό ενάντια στο εργατικό – λαϊκό κίνημα. Έτσι πλέον τα σύγχρονα ρατσιστικά “λάγκερ” θα συνοδεύονται από νομοθεσία ποινικοποίησης της “αμφισβήτησης του ολοκαυτώματος” μιας άλλης ιστορικής περιόδου, ώστε τα σημερινά ολοκαυτώματα (ρατσιστικά – ταξικά – αντιλαϊκά) να διαδραματίζονται κάτω από το αραχνοΰφαντο πέπλο της υποκριτικής πολιτικής τους “ορθότητας”. Ούτε λογος βέβαια, ότι μοναδικό “αντιρατσιστικό νομοσχέδιο” θα ήταν αυτό που θα νομιμοποιούσε τους μετανάστες που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα, που θα διασφάλιζε τα εργατικά και κοινωνικά τους δικαιώματα, που θα ακύρωνε τη Σένγκεν και τη Δουβλίνο ΙΙ, που θα καταργούσε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που θα δημιουργούσε χώρους υποδοχής δημοσιους και ανοιχτούς για τη διαβίωση, τη σίτιση, την ιατρική φροντίδα, τη νομική υποστήρξη των ναυαγισμένων του σύγχρονου ιμπεριαλιστικού κόσμου που φτάνουν στον τόπο μας ταξιδεύοντας πάνω στην κόψη των θεόρατων κι αλλεπάλληλων μεταναστευτικών και προσφυγικών κυμάτων, ένα “νομοσχέδιο” που θα συγκρούονταν συνολικά με τη στρατηγική των καπιταλιστικών μονοπωλίων επιβάλλοντας μια πολιτική οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης υποταγμένη στην ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών: ψωμί, δουλειά, μόρφωση, στέγαση, υγεία, εργατικά κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματα, τέτοια πράγματα».


Κωστή Μοσκώφ, Ο ελληνικός κόσμος στα πρόθυρα της επανάστασης

Το (επετειακό) κείμενο της ανάρτησης «Ο ελληνικός κόσμος στα πρόθυρα της επανάστασης», του Κωστή Μοσκώφ, προέρχεται από την έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής»: Η Επανάσταση του Εικοσιένα, Επιστημονικό Συμπόσιο 21-23 Μάρτη 1981, Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών.

Στην ανάρτηση το πολυτονικό μετατράπηκε σε μονοτονικό και κατά τα άλλα διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου.

Πέρα από την αξία του κειμένου που ακολουθεί, την οποία ο καθένας μπορεί να εκτιμήσει ή να αμφισβητήσει, από την πλευρά μου θεωρώ σκόπιμη μια έμφαση στο ότι θα ήταν αποπροσανατολισμένη και αποπροσανατολιστική η ανάγνωσή του μέσα από τους «φακούς» των σημερινών κοινωνικών – οικονομικών σχέσεων, όπως και αντίστροφα, μια ανάγνωσή του η οποία θα μετέφερε μηχανιστικά στο παρόν την περιγραφή και τα συμπεράσματα του συγγραφέα για την εποχή που εξετάζει.

***

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΑ ΠΡΟΘΥΡΑ ΤΗΣ  ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 ΚΩΣΤΗ ΜΟΣΚΩΦ 

Ιστορικού

 

     1. ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

     Ο χώρος αποτελεί στοιχείο του χρόνου – της ιστορίας, κινείται μέσα της με τη δική του βέβαια αργόσυρτη ταχύτητα. Ο ελλαδικός χώρος όπως υπάρχει την εποχή της Επανάστασης του 1821 είναι προϊόν των ανακατατάξεων της ελληνικής κοινωνίας που πηγάζουν από την μεγάλη αυτή φεουδαρχική αντεπίθεση που αποτελεί τη βαθύτερη έκφραση της οθωμανικής κατάκτησης. Η Ελλάδα από τα 1500 και ως τα μέσα ακόμα του περασμένου αιώνα δεν έχει επίκεντρο τα παράλια, τη θάλασσά της, αλλά τον άλλο πόλο της διαλεκτικής του χώρου της, το βουνό. Ο ελλαδικός πληθυσμός εκεί έχει μετοικήσει – εποικίζοντας τις χέρσες ή δασοσκεπείς τους εκτάσεις, εγκαθιστώντας μακριά από τη νο­μική ανασφάλεια και τις επαχθείς φεουδαλικές παραγωγικές σχέσεις έναν κόσμο καινούργιο που συνεχίζει την βασική, κοι­νωνική δομή του παραδοσιακού ελληνικού χώρου – τον βασισμένο στον κοινωνικό εμπορευματικό χαρακτήρα της οικονομίας του, στην εκμετάλλευση των προϊόντων, τη διαφοροποιη­μένη του υπόσταση που επιτάσσει την ανταλλαγή και την διαλεκτική έτσι εντατικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων…

     Οι ευρωπαίοι περιηγητές, οι μεγάλοι αυτοί κοινωνιολόγοι του καιρού τους- αν και πράκτορες συχνά της ηγεμονίας και των συμφερόντων της πατρίδας τους- διαβλέπουν με οξυδέρκεια την τέτια πραγματικότητα-οι κάμποι έχουν ερημωθεί και οι κοιλάδες ή χώρα που περιγράφουν είναι μιά έρημη στεπώδης χώρα… Με­ταξύ Πόλης και Ανδριανούπολης σε μιά έκταση 300 χλμ. ο ταξιδιώτης συναντά δυό μικρές πολιτείες και επτά χωριά, μεταξύ Θεσσαλονίκης και Βέροιας, σε μιά απόσταση 80 χλμ. συναντά τέσσερις συνοικισμούς, εννέα ανάμεσα στα 200 τόσα χλμ. που χωρίζουν τη Λάρισσα από τη Θεσσαλονίκη.

     Κόσμος του βουνού, ναι αλλά όχι και ενιαίος κόσμος. Το πρώτο κίνητρο των πληθυσμών πού καταφεύγουν στα ορεινά είναι η ασφάλεια, το δυσπρόσιτο από τους μεγάλους δρόμους, η κρυμμένη πλαγιά του ψηλού λόφου-σε δεύτερη μοίρα έρχεται η ευφορία της γης όχι όμως και η ανυπαρξία του νερού, νερού πόσιμου για τον εαυτό τους και τα ζώα, αλλά ιδίως νερού βιομηχανικού, κύρια πηγή ενέργειας για τη βιοτεχνία του καιρού αυ­τού, επίσης πηγή άρδευσης και προώθησης μιας εντατικής ακρι­βού προϊόντος καλλιέργειας…

     Στην περίπτωση δυνατότητας επιλογής προτιμούνται οι με­σημβρινές αποκλίσεις για την ηλιοφάνειά τους στα όρια μεταξύ του δάσους και της ήδη από παλαιότερη βοσκή ή άλλη χρήση αποψιλωμένης πλαγιάς – το δάσος εκτός από ένα πρόσθετο κατα­φύγιο προσθέτει τα δικά του προϊόντα – ξυλεία, κάστανα, κυνήγι… Η πρώτη γενιά που εποικίζει το βουνό αποδεκατίζεται ως να το εκχερσώσει – ακόμα όμως οι νέοι πληθυσμοί θα έχουν εγκλιματιστεί και θα κινητοποιήσουν στο έσχατο όριό τους τις διαθέ­σιμες ποικίλες παραγωγικές δυνατότητες, ενώ η ελευθερία από τον ανατολικό δεσποτισμό και από τη φεουδαρχική καταπίεση θα δόσουν δυνατότητες μιάς κεφαλαιουχικής συσσώρευσης δυναμι­κής.

     Η πείνα ενδημεί στην Ελλάδα του 16ου  αιώνα, αλλά από το 17ο αιώνα πραγματοποιείται ήδη μιά πρώτη οικονομική απογείωση, στηριγμένη στη διαφοροποίηση της παραγωγής, στην ανάπτυξη της ανταλλαγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ορεινή παραθαλάσσια χώρα από το Τρίκερι ως τον Κίσαβο – όπου η καλλιέργεια της ελιάς ανύπαρκτη ως τα 1600 γενικεύεται μετά τα 1650 — το λάδι γίνεται το πρώτο εισόδημα μιας δασοσκέπαστης πριν και αραιά κατοικημένης περιοχής. Έναν αιώνα αργότερα το λάδι θα δόσει την κυριαρχική θέση του στην καλ­λιέργεια της μουριάς, και στη συνακόλουθη παραγωγή μεταξιού.

     Ανάλογα με την ταχύτητα του εποικισμού που κορυφώνεται γύρω στα 1800 η καλλιεργημένη γη θα εκτείνεται σε απόσταση μισής ως και μιάς ώρας από το χωριό καλύπτοντας από 2.000 ως 10.000 κάποτε και ως 20.000 στρέμματα τόπου, μοιρασμένα ανά οικογένεια κατά 30-40 στρέμματα, δημητριακών, όπου ανάλογα με την υφή τού τόπου προστίθενται οι καστανιές ή οι ελιές, το περιβόλι με τις μουριές, δύο τρία στρέμματα αμπέλι, μισό στρέμμα περιβόλι για λαχανικά. Μέσα στα όρια του σημερινού ελληνικού κράτους παράγονται μια γενιά ήδη πριν την επανάσταση. 300.000 τόννοι σιτηρά, 12.000 εκατόλιτρα σταφίδας, 9.000 τόννοι καπνού, 3.000 τόννοι μεταξιού, 10.000 τόννοι ελαιολάδου, θρέφονται 12.000.000 γιδοπρόβατα – και ίσως το κυριότερο – έχει αναπτυχθεί μιά βιοτεχνία νημάτων και υφασμάτων βασισμένη στη γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή του τόπου.

     Τα 70% της παραγωγής αυτής πραγματοποιείται στα ορεινά, εδώ έχει καταφύγει το 70% του πληθυσμού της χώρας (κεφάλαιο περισσότερο από 50 εκ. χρ. φρ., προϊόν κάπου 30 εκ. χρ. φρ. το χρόνο – τα 20% της συνολικής παραγωγής του ελλαδικού κό­σμου, μιά διάρθρωση ανάλογη με κείνη της Μεσευρώπης της ίδιας εποχής).

     Στην Πελοπόννησο ο ορεινός και ημιορεινός πληθυσμός αποτελεί τα 60% του συνολικού, στη Ρούμελη τα 65%, στη Θεσ­σαλία τα 70%, στην Ήπειρο τα 90%, στη Μακεδονία τα 60%.

     Τα νησιά είναι ο άλλος στόχος της φυγής αλλά και της νεοελληνικής αναγέννησης. Άλλα στο χρώμα της ώχρας του ξηρού τοπίου τους, άλλα πιό εύφορα αυτά στο χρώμα της ελιάς, θα λειτουργήσουν με τον ίδιο με τα βουνά τρόπο. Η Σάμος π.χ. κατοικείται από λίγους μόνο βοσκούς στα χρόνια του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, η Λέσβος του αθηναϊκού λαδιού, η Ρόδος επίκεντρο του ελληνιστικού κόσμου θα κατοικούνται στον ίδιο αυτό 16ο  αιώνα από 10.000 πανόμοιους αγρότες.

     Η κατάσταση μέσα από τον εποικισμό θα αλλάξει το 18ο αιώνα… Δεν θα είναι ωστόσο τα πλούσια αυτά ελαιοφόρα νησιά αλλά τα άλλα, τα ξεχασμένα ως τότε, πού θα βγουν τώρα θριαμβευτικά στο προσκήνιο της ιστορίας. Η Ύδρα, οι Σπέτσες, τα Ψαρά, αλλά και ο Πόρος, και η Μύκονος, και η Σύμη και η Σκιάθος, όλα τα βράχια του Μυρτώου και του Αιγαίου ακατοίκητα, συγκεντρώνουν στα 1800 έναν πληθυσμό που φτάνει στα 30% του συνολικού ελλαδικού, και όπου αντίστοιχα με τη βιοτεχνία του ορεινού κόσμου, έχει αναπτυχθεί μιά ναυτιλία που απασχολεί περισσότερο από 300 καράβια, συνολικού εκτοπίσματος 61.500 τόννων στα 1820, κεφάλαια 100 εκ. χρ. φρ. επενδυμένα τα μισά σε εμπόρευμα και χρήμα, τα μισά στα καράβια.

     Ένας άλλος ελάσσων πόλος της νεολληνικής ανάπτυξης είναι ό φεουδαρχικός και εμπορευματικός αυτός κόσμος που απλώνεται σε όλη τη βόρεια και τη δυτική πλευρά της Πελοπον­νήσου από την Κόρινθο ως την Καλαμάτα. Ο παράκτιος κάμπος, αλλού στενός, όπως από το Κιάτο ως την Πάτρα, όπου το πλάτος του δεν ξεπερνάει τα Ι-3 χλμ. αλλού πλατύτερος όπως στην Αχαΐα, την Ήλιδα, τη Μεσσηνία ή κυματιστός και λοφώδης όπως στην Τριφυλία όπου το πλάτος του φτάνει τα 20-30 χλμ., είναι στα χρόνια αυτά του ‘2Ι, πυκνό δάσος από πεύκα στα ξηρό­τερα, από πλατάνια στα πιό υγρά εδάφη – η δεντρώδης αυτή βλάστηση διακόπτεται υπό βάλτους και έλη – σποραδικά μόνο συναντά κανείς ένα ξέφωτο ξεχερσωμένο στις δραστήριες στιγ­μές κάποιου τσιφλικά.

     Οι καλλιέργειες αρχίζουν στα ενδότερα – στους πρόποδες των βουνών όπου το έδαφος είναι πιό υγρό και πρόσφορο – και όπου η ελιά, το αμπέλι, η συκιά δίνουν σταδιακά τη θέση τους στη σταφίδα – τα 5 ή 6 καράβια φόρτωμα που αποτελούν την παραγωγή στο 17ο αιώνα γίνονται εκατοντάδες, εκατό χρόνια μετά, στα Ι800 ένα προϊόν αξίας 4.000.000 χρ. φρ. κατευθύνεται κάθε χρόνο προς τα ευρωπαϊκά λιμάνια και τα βρετανικά νησιά.

     Κυρίαρχος εδώ είναι ο χριστιανός ή μουσουλμάνος κοτζαμπάσης-γαιοκτηματίας, έμπορος και φοροεισπράκτορας μαζί, σαράφης και προύχοντας της κοινότητάς του. Στα 1820 μετριούνται σε εκατοντάδες οι πλούσιοι αυτοί εμπορευματικοί φεουδαρχικοί άρχοντες στο δυτικό Μωριά – μεταξύ τους μοιράζονται κεφάλαια αξίας πάνω από 20.000.000 χρ. φρ., η Πελοπόννησος αυξάνει κατά 250% τον πληθυσμό, τριπλασιάζει το εισόδημα της – ανάμεσα 1687 και 1719 στα χρόνια που αποσείει τις ανατολικές φεουδαρχικές δομές με τη βενετική κατοχή – η αύξηση συνεχίζε­ται μέσα στο 18ο αιώνα για να φτάσει από τα 97.118 άτομα του 1687 στα 504.000 άτομα στα 1820.

     Η γεωργία δίνει τα 64% του εισοδήματος από τα οποία το μισό περίπου εiναι εμπορευματοποιημένο, η κτηνοτροφία άλλα 20%, η βιοτεχνία κάπου από 20% στην Πελοπόννησο του 1800 – ­το συνολικό προϊόν αξίας 200 εκ. χρ. φρ. στα Ι800 από αυτό το δημόσιο ιδιοποιείται τα 13%, η μεγάλη γαιοκτησία τα 12%, η χριστιανική εκκλησία τα 3%, άλλα 5% οι κεφαλαιούχοι – στον παραγωγό μένει το 60-65% του προϊόντος του. Μιά τέτια κατά­σταση ωστόσο δεν είναι ομοιογενής – στο φεουδαλικό κάμπο, στην Κ. Μακεδονία, στην Α. Μακεδονία, στη Θεσσαλία, στους κάμπους του Μωριά και της Ρούμελης η θέση της γαιοκτησίας είναι πολύ πιό ενισχυμένη – απορροφά το 20-35%, του προϊόντος.

     Μιλήσαμε για πολλούς ελλαδικούς κοινωνικούς κόσμους – τον κόσμο του εποικισμένου βουνού που βασίζεται στην ισόμετρη ανάπτυξη της αγροτικής, της βιοτεχνικής παραγωγής και του εμπορίου στον όμοιας γένεσης κόσμο των ναυτιλιακών νησιών όπου πρυτανεύει η ναυτιλία και το εμπόριο, στον κόσμο του εμπορευματικού φεουδαρχικού κόσμου της δυτικής `Ελλάδας, στον φεουδαρχικό κόσμο των μεγάλων κάμπων του κέντρου και του βορρά, στον καθυστερημένο παλιό ορεινό χώρο ακόμα των πατριαρχικών σχέσεων. Την ελλαδική κοινωνία την συνθέτουν όλοι αυτοί οι κόσμοι στην αλληλοσύνδεση – την ενότητα που εiναι ωστόσο και η ετερότητά τους. Και ακόμα η σχέση της με τον άλλο ελληνικό κόσμο της Διασποράς…

     Τίποτα δεν χαρακτηρίζει τόσο την διάχυση της ελληνικής δομής από την ανάπτυξη πού παίρνει η παροικιακή εξάπλωση του ελληνισμού σε όλο το χώρο της οικονομικής του δράσης – ανάπτυξη που παρακολουθεί την ελληνική οικονομική απογείωση του 18ου αιώνα. Το φαινόμενο δεν αποτελεί βέβαια παρά έξαρση μιάς κατάστασης που ενυπάρχει στις ελλαδικές κοινωνίες από τον πρωταρχικό σχηματισμό τους, φτάνει όμως τη φορά αυτή σε τέτιο μέγεθος που τείνει να γίνει ένα από τα κυριαρχικά στοιχεία του ελλαδικού κοινωνικού συστήματος στα μετά τα 1750 χρόνια…

     Η παροικία στην αρχή είναι το αποτέλεσμα μιάς φυγής – άλλη μορφή στο ίδιο φαινόμενο που προκαλεί τον εποικισμό του ελλαδικού βουνού. Με την ανάπτυξη των αστικών παραγωγικών σχέσεων η λειτουργία της παροικίας θα αλλάξει ωστόσο – τα μέλη της γίνονται οι προσωπικοί φορείς της επαφής της ελληνικής αγοράς με τον εξωτερικό χώρο, αλλά και οι φορείς της ακτινοβολίας προς τον εσωτερικό χώρο του «νεωτερικού πνεύμα­τος»…

     Παροικίες της Βόρειας ‘Ιταλίας, της Μεσευρώπης, της Μαύρης Θάλασσας οι αιγυπτιώτικες παροικίες ακόμα δεν έχουν αναπτυχθεί αυτά τα χρόνια – ό παροικιακός ελληνισμός είναι μια ενότητα και πάλι ωστόσο στην έντονη ετερότητά της.

     Στα βορεινά Βαλκάνια, στην ακτή της Μαύρης Θάλασσας και στο εσωτερικό της Μικρασίας – οι ακτές της αυτή την εποχή αποτελούν ακόμη εθνικό χώρο του ελληνισμού – η παροικία αποκτά μια λειτουργία διττή, πρακτορεύει, διαμεσοποιεί, από τη μία πλευρά, τις ανταλλαγές με τον ελλαδικό χώρο αλλά από την άλλη πλευρά γίνεται ο διοργανωτής της αγοράς μέσα σε κοινω­νίες ακόμα οικονομικά καθυστερημένες, που διανύουν το πα­τριαρχικό ή το πρώτο φεουδαρχικό τους στάδιο ανάπτυξης…

     Και ακόμα. Οι παροικίες δημιουργούνται λίγο πολύ από πάροικους κοινής τοπικής προέλευσης. Το μικροπολιτιστικό φορτίο που θα μεταφέρει από τις ιδιομορφίες του γενέθλιου τόπου του, το πολιτιστικό κλίμα της χώρας όπου θα λειτουργήσει σαν πάροικος, η οικονομική του τοποθέτηση και υπόσταση θα διαφοροποιήσουν παραπέρα τη λειτουργία του.

     Έτσι στα πριν από την επανάσταση χρόνια το παροικιακό είναι ακόμα ένα νέο φαινόμενο – οι παλαιότεροι πάροικοι – προσφυγικής γένεσης – μόνο μετά τα 1750 θα αποκτήσουν μιά οικονομική υπόσταση, θα λειτουργήσουν έτσι μέσα στο συλλο­γικό ελληνικό χώρο. Ως τις αρχές του 19ου αιώνα και καθώς η εγκατάσταση καινούργιων παροίκων ή η δημιουργία καινούρ­γιων παροικιών συνεχίζεται – οι πάροικοι ανήκουν γενικά στο στρώμα των μικρεμπόρων, φορείς γενικότερα ενός νεωτερικού πνεύματος, πού βρίσκεται ωστόσο τόσο περισσότερο διαφοροποιημένο όσο διαφορετικής γεωγραφικής προέλευσης είναι οι παροικιακοί πληθυσμοί.

     Έτσι στα λιμάνια της Αδριατικής – Βενετία, Τεργέστη, Αγκώνα – οι παροικίες αποτελούνται κατά κύριο λόγο από Επτανησιώτες ή Μεσολογγίτες, στις μεσευρωπαϊκές πόλεις – Λειψία, Βιέννη, Βουδαπέστη, Ζέμουν από Μακεδόνες – στις παραδουνάβιες χώρες από Ελληνοβλάχους, ενώ οι Χιώτες θα αποτελέσουν ιδιαίτερη παροικία μέσα στον κατά μεγάλο μέρος παλιό ελληνικό πληθυσμό της Σμύρνης… Οι Πόντιοι πάλι, ιδίως των περιοχών δυτικά της Τραπεζούντας, θα εγκατασταθούν στα­διακά σε όλα τα παράλια του Καυκάσου, της Αζοφικής και της Κριμαίας, ενώ στα πιό μεγάλα κέντρα βέβαια – στην Οντέσσα π.χ. οι πάροικοι θα είναι μικτής προέλευσης.

     Από το 1800 ήδη μπορούμε να διακρίνουμε διαφορετικές τάσεις στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης αυτού του κόσμου των παροικιών, οι πιό δυτικές παροικίες – οι ιταλικές, οι προβιγκιανές, της Τεργέστης-ηγεμονεύονται ιδεολογικά από το Παρίσι, μέσα από τον κύκλο που δημιουργείται γύρω στον Κο­ραή – η επίδραση της γαλλικής πολιτικής και πολιτιστικής ζωής θα είναι άμεση αλλά και μηχανιστική και άκριτη… εδώ θα είναι το προπύργιο της νεωτερικής τάσης στα ελληνικά πράγματα, όχι όμως και του αστικού ριζοσπαστισμού. Αντίθετα στις πιό ανα­τολικές παροικίες – της Μεσευρώπης, της Μαύρης Θάλασσας, ηγεμονεύει το Βουκουρέστι – αν και λιγότερο αποκλειστικά απ’ ό,τι στις δυτικοευρωπαϊκές παροικίες το Παρίσι…

     Αλλά και εδώ, στον πιό ανατολικό αυτό παροικιακό κόσμο η διαμόρφωση τόσο της βάσης όσο και του εποικοδομήματος δεν θα είναι ομοιόμορφη. Τα Βαλκάνια, οι μαυροθαλασσιώτικες ακτές, η Ανατολία ζούσε τότε ακόμα, μέσα στον συγχρωτισμό, στον ίδιο χώρο, διαφορετικής προέλευσης και ιστορίες λαοτή­των, συναγελάζονται έτσι ταυτόχρονα πολλές κοινωνικοοικονο­μικές εποχές… Το παρόν, το μέλλον, το παρελθόν, διαχέονται στον ίδιο τόπο – δεν έχεις παρά να μετακινηθείς από το ένα χωριό στο άλλο, στις πόλεις από τη μιά γειτονιά στην άλλη για να βρεθεί από το ένα στάδιο ιστορικής εξέλιξης σε ένα άλλο – στο καθένα το άτομο, συχνά ακόμα και αν ανήκει στην ίδια εθνότητα, κρατά ωστόσο διαφορετική πολιτιστική στάση. Η παροικία κάτω από μιά τέτια αλληλοεπίδραση πάνω στο σύνολο της των τόσο διαφοροποιημένων μερικών καταστάσεων που την αθροί­ζουν λειτουργεί συχνά δίχως ομοιογένεια, επηρεάζοντας με διαφορετικούς τρόπους το σύνολο του κοινωνικού μας γίγνεσθαι…

     2. ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ

     Ωστόσο από τις αρχές ήδη του 19ου αιώνα οι παροικίες έχουν πιά ενοποιηθεί λειτουργικά, σε σχέση με τον ελλαδικό χώρο ανεξάρτητα από τον τρόπο της γένεσης και την αρχική – άλλοτε μεταπρατική, άλλοτε ριζοσπαστική κοινωνική της επίδραση, τώρα, μετά το 1800, η παροικία τείνει να καταστεί φορέας μιάς μεταπρατικής ιδεολογικής επίδρασης – από αυτές θα ξεκινήσουνε στα χρόνια του αγώνα χιλιάδες οι πάροικοι με τις πιό καλόβουλες προθέσεις – εδώ θα γεννηθεί το γιακοβίνικο πνεύμα, το πνεύμα της Φιλικής – ωστόσο εδώ θα κυριαρχήσει γρήγορα το μεταπρατικό, κοσμοπολίτικο πνεύμα, εδώ θα γεννηθεί η κατε­στημένη λεβαντίνικη ιδεολογία που θα επιβληθεί σε συγχρονισμό με τούς ελλαδικούς μεταπρατικούς κύκλους σαν ηγεμονική ιδεολογία του αγώνα για να κυριαρχήσει πλήρως μετά το 1832…

     Ο Κοραής και ο κύκλος του, ο Α. Γαζής και ο δικός του παράλληλος κύκλος της Βιέννης, οι Σμυρνιοί έμποροι-χιώτικης ή καραμανλίδικης οι περισσότεροι προέλευσης – ο κύκλος της «Νέας Ημέρας» της Τεργέστης, οι Ψυχάρηδες, οι αιγυπτιώτες βαμβακέμποροι μιά γενιά μετά θα είναι οι κυρίαρχοι και πιό εξελιγμένοι φορείς μιάς τέτιας πνοής που θα οικοδομήσει την Ελλάδα σαν μιά κοινωνία εξαρτημένη…

     Ποιός είναι όμως ο «Έλληνας του 1820» – πώς «υπάρχει» ο ελλαδικός άνθρωπος στις παραμονές του μεγάλου σηκωμού; Μνήματα υπάρχουν πολλά της τότε του συνείδησης – το πλούσιο δημοτικό του τραγούδι, την ισχνή ακόμα λόγια ιδεολογική του παραγωγή, την αρχιτεκτονική, την Πράξη μέσα στην ιστορία του – την συνείδηση του όπως διατυπώνεται στο κυρίαρχο ιδεολο­γικό σχήμα της εποχής, τη λαϊκή ανάγνωση της θρησκείας.

     Πάνω σε μιά τέτια διαφοροποιημένη Ελλάδα συγκροτούμενη από τέσσερις ή πέντε διαφορετικής διάρθρωσης κοινωνίες όπου ο ρόλος των γενούμενων αστικών σχέσεων είναι συχνά όχι μόνο διαφορετικός αλλά και εσωτερικά αντιμαχόμενος – πάνω σ’ αυτή την ενότητα ετεροτήτων – οι νέες και οι παλιές παράλληλες διαφοροποιήσεις θα συντρίβουν παραπέρα την κοινωνική ενότητα σε ελάσσονες iαντιθέσεις υποτελείς. Η Ελλάδα του νεοαποικισμένου ορεινού κόσμου ναι αλλά ποιά Ελλάδα – ήδη υπάρχει στα 1800 ο μεγάλος και ο μικρός βιοτέχνης ήδη υπάρχει μιά εργατική δύναμη μικρή βέβαια που πουλά την εργασία της. Η Ελλάδα των παροικιών, η μεταπρατική Ελλάδα των σταφι­δοπαραγωγικών κέντρων, η ναυτιλιακή Ελλάδα, η Ελλάδα του εμπορευματικού συνάμα και φεουδαλοποιημένου κάμπου, η Ελ­λάδα της κλειστής οικονομίας των πιό καθυστερημένων περιοχών, η άλλη Ελλάδα ακόμα των Επτανήσων όπου η ανατολική φεουδαρχία δεν εισήλασε, η Ελλάδα των μεγάλων αστικών κέν­τρων κλπ. όπου συνυπάρχουν οι άλλες όλες μαζί – η Ελλάδα της Κωνσταντινούπολης, η Ελλάδα της Θεσσαλονίκης… παντού η διαφοροποίηση εκτείνεται ήδη, παντού υπάρχουν τα ανώτερα, μεσαία, λαϊκά στρώματα διαφοροποιώντας παραπέρα την κοινω­νία στο εποικοδόμημα όπως και στη βάση.

     Η λαϊκή ιδεολογία έχει ωστόσο κάποια ενότητα βασισμένη στα ιδεολογικά σχήματα πού κατασκευάζει με όλο το φορτίο των χιλιάδων χρόνων του ελλαδικού πολιτισμού, με όλες τις πολιτιστικές μνήμες πού κουβαλάν οι αιώνες πού πέρασαν και όπου το παρόν αντιπαραθέτει τις δικές του καταστάσεις… Επίκεντρο της ιδεολογίας αυτής είναι η διατυπωμένη με τον προφιλοσοφικό τρόπο, δηλαδή τη θεολογική συμβολική, παρουσία τού ανθρώ­που ως συμπράκτη μέσα στην ιστορία – η χριστοκεντρική διατύ­πωση της χριστιανικής ιδεολογίας σε αντίθεση με τη θεοκεν­τρική διατύπωση του κατεστημένου. Πάνω σ’ αυτό το ανθρωποκεντρικό επίκεντρο που στηρίζεται στην ανθρώπινη πράξη με επίκεντρο την προσδοκία μιάς ριζικής αλλαγής θεολογικά ακόμα διατυπωμένη σαν Λαμπρής μιάς και ακόμα δεν μπορεί να διατυ­πωθεί σαν επανάσταση – επιδρούν βέβαια οι γιακοβίνικες επιδράσεις της γαλλικής επανάστασης αλλά και οι διεργασίες πού φέρνει στην ιδεολογία στο επιτόπιο ελλαδικό γίγνεσθαι…

     Το ενιαίο της ιδεολογίας είναι ήδη διασπασμένο κάτω από διαφορετικές αναγνώσεις που πραγματοποιούν τα κοινωνικά στρώματα – η θρησκεία είναι πάντοτε ο προμηθευτής των συμβό­λων της νόησης αλλά η εκκλησία – η κατεστημένη της διατύ­πωση – όλο και πιό συχνά γίνεται το αντικείμενο κριτικής ιδίως μετά τη συντηρητική συσπείρωση που προκαλεί η εγκατάλειψη του διαλόγου με τον Διαφωτισμό που είχε αρχίσει η προστάτις του Πατριαρχείου Αικατερίνη Β΄ της Ρωσίας – για κάποιο διά­στημα το ορθόδοξο κατεστημένο ενστερνίζεται έτσι τις πιό ανώδυνες ροπές τού ευρωπαϊκού διαφωτισμού στο έργο π.χ. του Κύ­ριλλου Λούκαρι.

     Μετά τη στροφή αυτή οι νεωτερικές συνειδήσεις θα αμυνθούνε – είτε από τον πιό ριζοσπαστικό κύκλο των παραδουνάβιων παροίκων – τον κύκλο τού Κανταρτζή – προέρχονται, είτε από τον παρισινό κύκλο του Κοραή-βασικός στόχος όπως δείχνει και ο ανώνυμος Ρωσσοαγγλογάλλος θα είναι το εκκλησιαστικό κατεστημένο και οι κοτσαμπάσηδες.

     Ο λαϊκός άνθρωπος θα υποστεί γρήγορα τις νεωτερικές διεργασίες που επιταχύνει η γαλλική επανάσταση: «μάς άνοιξε τα μάτια, την αισθανθήκαμε ωσάν την σάλπιγκα της Αποκάλυψης, αγγέλουσα όπου τυραννία η ώρα της  Ελευθερίας έφθασε», θα πει ο αρχικαπετάνιος του Μωριά Θόδωρος Κολοκοτρώνης. Προπύργια του νεωτερικού πνεύματος θα γίνουν τα βιοτεχνικά κέντρα από τη μιά πλευρά, οι παροικίες από την άλλη, σπάνιες θά είναι οι νεωτερικές εξάρσεις στα ναυτιλιακά κέντρα ή στα μεταπρατικά αστικά κέντρα του Μωριά ή της Ρούμελης… Οι ελλαδικοί «κόσμοι» θα αντιδράσουν έτσι διαφορετικά…

     Στα βιοτεχνικά κέντρα ή εξέλιξη θα είναι πιό γρήγορη – η λαϊκή ιδεολογία απελευθερωμένη από τον χριστιανικό και τον οθωμανικό φεουδαλισμό έχει συντρίψει νωρίς τη συντηρητική διατύπωση στην ιδεολογία της – είναι ήδη μιά ιδεολογία ανθρωποκεντρική, της Πράξης… στον μεταπρατικό κόσμο ωστόσο ακόμα ιδιότυπα φεουδαλοποιημένο κάτω από την εξουσία του γαιοκτήμονα εμπόρου κοτσαμπάση ή στα ναυτιλιακά νησιά όπου οι δυό γενιές της οικονομικής άνθησης δύσκολα εξωβέλισαν το πατριαρχικό πολιτιστικό εποικοδόμημα που κυριαρχούσε στις ελληνοαρβανίτικες αυτές κοινωνίες – η ταχύτητα ανάμεσα στο νοείν και στο είναι, στην ιδεολογία και στη βάση, θα είναι πολύ διαφοροποιημένη η εξέλιξη θα είναι αργόσυρτη.

     Η δίψα για την απελευθέρωση – όχι μόνο από τον ξένο δυνάστη – θα είναι φανερή στον βιοτεχνικό κόσμο. Στα επίκεντρά του θα έχουν διοργανωθεί τα πρώτα σημαντικά σχολειά – στο Καρπενήσι στα 1642, στα Γιάννενα στα 1677, στον Τύρναβο στα 1702. Στα 40 σχολειά που υπάρχουν στα 1750 – δίπλα στα πατε­ρικά κείμενα θα διδάσκονται ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, οι φυσικές επιστήμες – ήδη – οι εκδόσεις 228 κείμενα από τα 1700 ως τα 1730 φτάνουν σε 290, από τα 1760 ως τα 1770, σε 310 από τα 1780 στα 1790- οι θρησκευτικές από τα 80% αρχικά μένουν τα 50% στο τέλος του 18ου  αιώνα…

     Ανάμεσά τους συγγράφονται ήδη τα πρώτα σημαντικά νεοελληνικά – π.χ. η Νεωτερική Γεωγραφία στα 1791 όπου οι συγγραφείς της – οι καλόγηροι Δημ. Δ. Φιλιππίδης και Γ. Κων­σταντάς διακηρύττουν πως «στην σωστή ζωή συμβάλουν πρώτα απ’ όλα οι σωστοί νόμοι» και τόνιζαν πως «η ανεξιθρησκία είναι αρετή»…

     Το γαλλικό θέατρο – παίζεται στα Αμπελάκια στα 1790 – στον ίδιο χώρο επίκεντρο της νεογέννητης -και βραχύβιας αλίμονο- ελληνικής αστικής τάξης, ανθούν δύο ελευθεροτεκτονικές στοές ενώ οι πιό σημαντικοί από τούς εμπόρους του είναι και οι εκδότες των κλασικών…

     Ο ριζοσπαστικός κόσμος των βιοτεχνικών κέντρων και της Διασποράς είδε έγκαιρα τη γιακωβίνικη ιδεολογία στην ουσιαστική της πλευρά σαν μιά ιδεολογία όπου πηγάζει από την απελευθερωτική πάλη ενάντια σε κάθε καταπίεση και επιζητεί να διοργανώνει την κοινωνία πάνω σε μιά νέα αυτόνομη από εξωτερικό και εσωτερικό κυρίαρχο τάση – σαν το ριζοσπαστικό ευαγγέλιο που επιτρέπει την προέλαση των δυνάμεων του ανθρώπου στην οικονομία, στην πολιτική, στην ιδεολογία μέσα στα μέτρα της εποχής αυτής όπου δεν υπήρχε ακόμα μέσα στην ιστορία ή εργατική τάξη και η καθολικά απελευθερωτική δική της παρου­σία.

     Η ελληνική αστική τάξη ωστόσο που τελικά ηγεμόνευσε στην εποχή δεν ήταν αυτή η ριζοσπαστική αστική τάξη του βιοτεχνικού κόσμου και των ανατολικών του παροικιών, δεν ήταν ο κόσμος της γιακοβίνικης Φιλικής. Αντίθετα ήταν ο άλλος πόλος, της αστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, ο συμβιβασμένος τόσο στην κοινωνική βάση του όσο και στο εποικοδόμημά του μικτός μεταπρατικός κόσμος συνέταιρος της αναπτυγμένης Ευρώπης.

     Μέσα από τη διαλεκτική των αντιφάσεων του εξωτερικού και του εσωτερικού χώρου – των δύο Μεγάλων Δυνάμεων που κυριαρχούν στον εξωτερικό, των μεταπρατικών αστικών που κυριαρχούν στον εσωτερικό κόσμο στηριζόμενες στον εξωτερικό επικυρίαρχο – η αστική ιδεολογία θα πρυτανεύει στον ελλαδικό χώρο τελικά, μετά τα 1826 σαν μιά αστική ιδεολογία ανάπηρη…

     Ο μεταπρατικός αστικός κόσμος θα δει στον γιακοβινισμό μιά ιδεολογία απελευθέρωσης μόνο από τα δεσμά του οθωμανού κυριάρχου και των φεουδαλικών σχέσεων – θα του ξεφύγει όμως η βαθύτερη ύφη τού γιακοβινισμού σαν μιάς ιδεολογίας που αποβλέπει στην αναδιοργάνωση ενός εθνικού χώρου μέσα από την ανάπτυξη και ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς, και έτσι, των παραγωγικών δυνάμεων του τόπου, για την οικοδόμηση μιάς πολιτείας που θα περικλείνει εντός της τους βασικούς παράγον­τες της παραπέρα τους ανάπτυξης…..

     Οι Φιλικοί – αυτοί οι μόνοι Έλληνες γιακοβίνοι – θα υποταχθούν γρήγορα στον ανάπηρο αστισμό του μεταπρατικοί κόσμου που θα κυριαρχήσει. Η διαλεκτική της ελληνικής ανεξαρτησίας πραγματοποιείται έκτοτε μέσα από την χρησιμοποίηση των αντιθέσεων του εξωτερικού χώρου, όπου πρωταγωνιστούν οι λεγόμε­νες προστάτιδες δυνάμεις από τις αντιθέσεις του εσωτερικού χώρου όπου πρωταγωνιστούν κόμματα και κοινωνικές τάξεις…

 

(Κατατέθηκε στο Προεδρείο του Συμποσίου)


άγγλοι σύμμαχοι…

Το έφεραν οι περιστάσεις και στις αναρτήσεις του μπλογκ δημιουργήθηκε ένας μικρός κύκλος που θεματολογικά αναφέρεται σε αυτό που λέει ο τίτλος: «Άγγλοι σύμμαχοι»:

Ζει ανάμεσά μας…………

Μια βραδιά στο Λονδίνο με τον Κρις Γουντχάουζ

“Μια βραδιά στο Λονδίνο”, μέρος δεύτερο. Αναλύοντας μια υπόθεση εργασίας

Με αφορμή το βιβλίο “ΟΠΛΑ Το τιμωρό χέρι του λαού” του Ιάσωνα Χανδρινού

Λέμε λοιπόν να κλείσουμε αυτόν τον μικρό κύκλο (αν και με αφορμή τα τεκταινόμενα γύρω από το νέο «Σχέδιο Ανάν» θα μπορούσαμε και να τον… διευρύνουμε), όπως τον ανοίξαμε. Με  ένα ακόμα μικρό περιστατικό από το βιβλίο “Καπετάν Μπουκουβάλας, Το αντάρτικο ιππικό της Θεσσαλίας” σε καταγραφή Αλέξη Σεβαστάκη (Β΄έκδ. Γ.Χ. Κανελλόπουλος) , σελ. 142-148, αφού πρώτα εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στον βρετανικό λαό που αυτές τις μέρες πλήττεται από τις πλημμύρες:

«(…) Τέλος ’43 – αρχές ’44, οι Γερμανοί είχαν πολλούς λόγους να θέλουν να δημιουργήσουν ένοπλα στηρίγματα μέσα στον ντόπιο πληθυσμό. Το αντάρτικο κίνημα, ύστερα μάλιστα από τον αφοπλισμό των Ιταλών, είχε δυναμώσει και κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο αξιόμαχο. Γι’ αυτούς ήταν ο άμεσος, εσωτερικός, κίνδυνος. Έπρεπε, λοιπόν, να οργανώσουν σώματα Ελλήνων, να εξασφαλίσουν πληροφορίες και πλάτες. (…)

Επιπρόσθετα, εκείνη την εποχή, είχαν φοβερή αιμορραγία στις απέραντες ρωσικές εκτάσεις. Ήταν ανάγκη να εξοικονομούν από παντού δυνάμεις για να κλείνουν τα κενά. Έφτασαν να στέλνουν από τη Λάρισα ακόμα και τραυματίες, με ανοιχτές τις πληγές τους, στο ρωσικό μέτωπο. Πάνω από όλα όμως, η προσπάθεια των Γερμανών είχε ως κύριο στόχο την αρπαγή της επικείμενης σοδειάς. Το στάρι της Θεσσαλίας έπρεπε, με κάθε θυσία, να περάσει στα χέρια τους. Ήταν πιά η εποχή, που οι δυνατότητες εφοδιασμού τους σε σιτηρά είχαν πέσει κατακόρυφα. Ο ρωσικός σιτοβολώνας χάνονταν…

Καταλάβαιναν ότι, χωρίς τη βοήθεια ντόπιων συνεργατών, ήταν αμφίβολη η επιχείρηση της αρπαγής. Έτσι ξεκίνησε η οργάνωση της θεσσαλικής προδοσίας, που αργότερα πήρε δραματικές διαστάσεις και που άπλωσε στη Θεσσαλία τη φωτιά και το μαχαίρι. Την άνοιξη του ’44 παρουσιάστηκαν, αρχικά στο Βόλο κι ύστερα σ’ όλες τις θεσσαλικές πόλεις, Έλληνες ένοπλοι τρομοκράτες στην υπηρεσία των Γερμανών.

Στην αρχή έκαμε την εμφάνισή της, στις πόλεις Βόλο, Τρίκαλα, η οργάνωση «Τρία Έψιλον». (…)

Τον ίδιο καρό αρχίζει η προσπάθεια για την ίδρυση και στη Θεσσαλία Ταγμάτων Ασφαλείας κατά το πρότυπο των ράλληδων. Έτσι, εμφανίζονται τα Εασάδ. (…)

Σ’ αυτή την προσπάθεια είχαν αρκετά χωμένη την ουρά τους και οι Εγγλέζοι. Πολιτική των Εγγλέζων ήταν να δημιουργούν παντού στηρίγματα – αντίβαρα του ΕΛΑΣ. Ύστερα απο τη διάλυση του καπετανάτου του Σούρλα και του αρχηγείου Ανατ. Θεσσαλίας ΕΔΕΣ, που είχαν βιαστικά ανασυστήσει με κάπου τριάντα αξιωματικούς και άλλους μισθοφόρους, είδαν με φρίκη ότι σ’ όλο το θεσσαλικό χώρο έμειναν χωρίς οργανωμένες δυνάμεις. Ούτε υπήρχε η δυνατότητα να συγκροτήσουν άλλα, τέτοιου είδους, τμήματα. (…)

Απ’ τις πρώτες μέρες, λοιπόν, του ’44, αρχίζουν να λειτουργούν τα συγκοινωνούντα αγγεία πρώην εδεσιτών – Εασάδ. Η εγγλέζικη προπαγάνδα, με σύστημα, χρήμα και επιμονή, διέδιδε ότι εμείς, τελικά, θα κατασφάξουμε αυτούς που είχαν εκτεθεί με τις λίρες και τον ΕΔΕΣ, ότι μπροστά στον κίνδυνο δεν ήταν άλλη λύση παρά η ενίσχυση των δυνάμεων των Εασάδ. Αργοτερα, αυτά τα συγκοινωνούντα αγγεία, πήραν πιό επίσημο χαρακτήρα. Όταν ήρθε η ώρα να καταφέρουμε σκληρά πλήγματα στα Εασάδ, πολλοί (πρώην εασαδίτες και εδεσίτες), έφευγαν με εντολή απ’ τη Θεσσαλία, πήγαιναν με γερμανικά αυτοκίνητα, μέσω Μετσόβου, στα Γιάννενα κι από κει στο Ζέρβα. Εκεί, μεταβάλλονταν σε βασανιστές ιδιαίτερα των Θεσσαλών που έπεφταν στα χέρια τους, στα μέρη της Ηπείρου. Μετά τη Βάρκιζα, γύρισαν στη Θεσσαλία και πέρασαν τον κόσμο «διά πυρός και σιδήρου».

Οι Εγγλέζοι δεν σταματούσαν εδώ. Έκαναν και προσπάθειες να διαβρώσουν τα ίδια μας τα τμήματα. Βέβαια, στους δικούς μας δεν έλεγαν να αυτομολούν στα Εασάδ ή στους Γερμανούς, αλλά να φεύγουν στην Ήπειρο, για το Ζέρβα. (…)

(…)

Κινούμαι, πάλι, μαζί με το σύνδεσμο τον Αντάρα κι άλλους δυο ιππείς. Κοντά στο χωριό των Φαρσάλων Ρύζι, είναι μια χαραδρούλα κι αμέσως μετά η σιδηροδρομική γραμμή κι ο αμαξόδρομος. Από δω ήταν ένα από τα περάσματά μας. Καθήσαμε να σκοτεινιάσει. Πάνω στην ώρα, έφτασε ένας Εγγλέζος αξιωματικός, Έβανς νομίζω τον λέγανε, με διερμηνέα έναν Εβραίο. Μας χαιρέτησαν, ξεπέζεψαν. Τους φιλέψαμε ψωμί, τυρί.

-Τι είσαστε; μας ρώτησε.

-Του ιππικού.

-Του Μπουκουβάλα;

-Ναι.

Ούτε μπορούσε να φανταστεί πως ήμουν ο Μπουκουβάλας. Μας ρώτησε αν θέλαμε να βαδίσουμε μαζί, πήγαινε στο Παλιόκαστρο, στην έδρα του, όπου και  έδρα τότε της 16ης ταξιαρχίας πεζικού. Μας ζήτησε να καβαλικέψει σε δικό μας άλογο, γιατί τον είχε πληγιάσει το σαμάρι. Ο Αντάρας πήρε το σαμαριάρικο κι έδωσε το σελλωμένο του. Με το σκοτείνιασμα βγήκε μπροστά ο Αντάρας, έψαξε το δρόμο, σφύριξε και περάσαμε. Είναι καλό φεγγάρι, κατεβαίνουμε να πεζοπορήσουμε, για ξεμούδιασμα.

-Ώστε έτσι! Του Μπουκουβάλα, ε; άρχισε ο Έβανς. Και πού πάτε;

-Σύνδεσμοι για το Γενικό, ταχυδρομείο.

-Λοιπόν, γυρίζοντας, νάρθετε στο Παλιόκαστρο να σας δώσω ιματισμό.

-Ευχαριστούμε, αλλά πού ναρθούμε! Έπειτα, δεν έχουμε κι άδεια.

-Τι άδεια; Για να πάρετε ένα-δυο λίρες θέλετε άδεια; Καλά τόξερα ότι αυτός ο Μπουκουβάλας είναι κακός κι ανάποδος! Ακούς άδεια! Αν οι αρχηγοί σας δεν ήταν τέτοιοι, θα παίρνατε λεφτά και θάχατε εφόδια, ρούχα, όπλα…

Κάνουμε πως τον ακούμε με συμπάθεια. Παίρνει φορα.

-Σας έβαλε ο Μπουκουβάλας και αφοπλίσατε τόσα τμήματα…

Ο Αντάρας είναι έτοιμος να ξεσπάσει. Τον σκουντώ. Εμφανίζομαι στα μάτια του Έβανς ως ο πιο ευάλωτος.

-Πού να ξέραμε πως είστε τέτοιοι καλοί άνθρωποι! Οι καπεταναίοι μάς λένε άλλα και μας γυρίζουν το κεφάλι.

-Να περάσεις να σε βοηθήσω. Και να πεις και στους άλλους αν θέλουν να πολεμήσουν σαν πατριώτες να πάψουν να υπακούουν στον Μπουκουβάλα. Εσύ φαίνεσαι μορφωμένος άνθρωπος και κάθεσαι κι έχεις αρχηγούς αυτούς τους αγροίκους! Κρίμα! Κρίμα! Απορώ.

Φτάσαμε στο τρίστρατο που θα χωρίζαμε. Έψαχνε τις τσέπες του, ήταν στενοχωρημένος που δεν κρατούσε πάνω του λίρες.

-Νάρθεις στο Παλιόκαστρο, θέλω να σε βοηθήσω.

Ο Αντάρας πήρε το άλογό του, έδωσε το σαμαριάρικο.

Ο Έβανς άπλωσε το χέρι να χαιρετιστούμε. Το δίνω το χέρι μου.

-Μπουκουβάλας! λέω ξερά και του κρατώ σφιχτά το χέρι.

Τον συγκρατώ να μην πέσει, τάχει χάσει, τρέμει λίγο. Εγώ του κρατώ το χέρι γερά.

-Ήθελα, ήθελα… να δοκιμάσω την αφοσίωσή σας. Είμαι… είμαι… ευτυχής που έχετε τέτοια σταθερότητα και αφοσίωση… Μου κάνει εντύπωση ο πατριωτισμός και η υπακοή εις τους ηγέτας!…

Γύρισα στον διερμηνέα άγρια:

Πες του ωρέ να σταματήσει! Αυτά τα σάλια του μου μεγαλώνουν την αηδία. Πες του ότι ξέρουμε πως κουβαλήθηκαν για να διχάσουν το έθνος μας. Είναι πληρωμένοι και μας νομίζουν για υποψήφιους πράχτορές τους. Πες του πως και δω θα τους απογοητεύσουμε. Το μόνο που μπορεί να κάνει ειναι να χαθεί απ’ τα μάτια μου. Να μην του αλλάξω τον αδόξαστο…

Πήδηξα στο άλογο. Σ’ ολο το δρόμο είμασταν χολιασμένοι. (…)»


Με αφορμή το βιβλίο «ΟΠΛΑ Το τιμωρό χέρι του λαού» του Ιάσωνα Χανδρινού

Αφορμή για τα όσα ακολουθούν παρακάτω αποτέλεσαν κάποιες προσωπικές συζητήσεις που είχα με κοντινά μου πρόσωπα γύρω από το εξαιρετικό ερευνητικό έργο του Ιάσωνα Χανδρινού που αποτυπώνεται στο βιβλίο του «ΟΠΛΑ Το τιμωρό χέρι του λαού», συζητήσεις οι οποίες έθιγαν κριτικά ορισμένες πλευρές της προσέγγισής του στο θέμα του.

Πριν μπω στο κύριο θέμα της ανάρτησης αναφέρω επί τροχάδην κάποιες δικές μου επι μέρους κριτικές επιφυλάξεις, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές,  γύρω από εκτιμήσεις του συγγραφέα, όπως π.χ. η «ανάδειξη» της εκτέλεσης των προδοτών «σε μέσο επιβολής και καταξίωσης του ενόπλου αγώνα, σύμφυτο με την πολιτική ατζέντα του ΕΑΜ», που κατά τη γνώμη μου δίνει περισσότερο έμφαση στην «ηθική» πλευρά του ζητήματος παρά στην αμείλικτη αναγκαιότητα που υπαγόρευσε  τη συγκεκριμένη τακτική. Ή η εκτίμηση ότι «η μεγάλη αιματοχυσία της αναμέτρησης στους δρόμους ανάγκασε το ΕΑΜ να εγκαταλείψει την τακτική των παναθηναϊκών συλλαλητηρίων στο κέντρο της πόλης και να στραφεί στη συγκρότηση συνοικιακών βάσεων»: Η θυσία σε αίμα σίγουρα θα επέβαλε ιδιαίτερη προσοχή και φειδώ στην επιλογή των μορφών πάλης, όμως τα μεγάλα παναθηναϊκά συλλαλητήρια πραγματοποιήθηκαν ακριβώς παρά τη θυσία σε αίμα με σκοπό να ματαιώσουν -όπως και το κατόρθωσαν- κεντρικές επιλογές του κατοχικού κράτους όπως η πολιτική επιστράτευση και η επέκταση  της βουλγάρικης κατοχής. Επιπλέον, νομίζω, η «συγκρότηση συνοικιακών βάσεων» δεν αποτέλεσε στροφή από την «τακτική των παναθηναϊκών συλλαλητηρίων», αλλά αντίθετα τα συλλαλητήρια αυτά στήριξαν την επιτυχία τους στις ήδη συγκροτημένες βάσεις των συνοικιών, των χώρων εργασίας και σπουδών.  Τέλος, η αναγωγή της ΟΠΛΑ και του είδους της δράσης της στο «αντάρτικο πόλης» μεταφέρει, κατά τη γνώμη μου, στην οργάνωση και στο είδος δράσης της το μεταγενέστερο «στερεότυπο» που αφενός μόνο φαινομενικά και «φορμαλιστικά» ταυτίζεται με την κύρια αποστολή και δράση της ΟΠΛΑ και, αφετέρου, παραγνωρίζει την οργάνωση, αποστολή, και δράση του ΕΛΑΣ της Αθήνας, που αποτελεί ίσως μοναδική περίπτωση πραγματικού αντάρτικου πόλης – στο βαθμό, βέβαια, που υπάρχει ανάγκη για τέτοιες ταξινομήσεις και στο βαθμό που οι τέτοιες ταξινομήσεις έχουν ιδεολογικές και πολιτικές συνέπειες κάποιας σημασίας. Γύρω από την τελευταία ιδιαίτερα πλευρά θα μπορούσε να γίνει περισσότερη συζήτηση, όμως το κύριο θέμα της ανάρτησης αφορά μια τέταρτη πλευρά, η οποία μου υποβλήθηκε στις προσωπικές συζήτησεις που έγραψα παραπάνω:

Πρόκειται για το γεγονός ότι η αφετηρία δράσης της ΟΠΛΑ ταυτίζεται χρονικά με μια γενικευμένη έξαρση της δραστηριότητας του συνολικού (κατοχικού – δοσιλογικού, κρατικού – παρακρατικού) κατασταλτικού μηχανισμού, τον οποίο διέθετε  η αστική εξουσία εναντίον του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος. Στην ίδια χρονική σύμπτωση εντάσσεται και η οριστική μεταβολή της τροπής του Παγκόσμιου Πόλεμου ύστερα από τις νικές του Κόκκινου Στρατού στο Στάλινγκραντ (2 Φεβρουαρίου 1943) και στο Κουρσκ (23 Αυγούστου 1943), ύστερα επίσης και από την παράδοση της Ιταλίας (8 Σεπτεμβρίου του 1943), μεταβολή η οποία -επιβεβαιώνοντας τη νίκη της ΕΣΣΔ επί της ναζιστικής Γερμανίας- έφερε στο προσκήνιο των ιμπεριαλιστικών ενδιαφερόντων το ζήτημα της εξασφάλισης των θέσεων τους στη μεταπολεμική «τάξη πραγμάτων». Γεγονός το οποίο εξειδικευόμενο στην Ελλάδα, σήμαινε ότι για την Αγγλία η διάταξη των συμμαχιών της που κυριαρχούνταν από τις αναγκαιότητες διεξαγωγής του πολέμου στις οποίες έπαιζαν σημαντικό ρόλο οι πολεμικές επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ, έδωσε τη θέση της στη διάταξη συμμαχιών που απαιτούσαν οι μεταπολεμικές βλέψεις της στην Ελλάδα.

Πρόκειται για ζήτημα με γενικές πολιτικές συνέπειες από τις οποίες δεν εξαιρείται η συγκρότηση και η δράση της ΟΠΛΑ, ζήτημα χωρίς την υπογράμμιση του οποίου είναι αδύνατο να κατανοηθούν ολοκληρωμένα τα διεθνή και εσωτερικά γεγονότα του 1943-1944, αλλά και ζήτημα η παράκαμψη του οποίου επιτείνει μια, όπως και παραπάνω, «φορμαλιστική» αντίληψη για την ΟΠΛΑ και τη δράση της.

***

Γύρω από το συγκεκριμένο αυτό ζήτημα περιορίζομαι στη συνέχεια να αντιγράψω από το βιβλίο του Τριαντάφυλλου Αθ. Γεροζήση «Το Σώμα Των Ελλήνων Αξιωματικών Και Η Θέση Του Στη Σύγχρονη Ελληνική Κοινωνία 1821-1975», ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ, σελ. 662-667:

«[…] Αυτή η αλλαγή ή το ενδυνάμωμα του ΕΛΑΣ οδήγησε τους Άγγλους να επιχειρήσουν με μεγαλύτερη επιμονή:

α. Να διαιρέσουν την Ελληνική Αντίσταση, όσο το δυνατό περισσότερο και βαθύτερα.

β. Να ενισχύσουν κάθε αντ-εαμική και αντι-ελασίτικη οργάνωση, χωρίς να ενοχλούνται αν η οργάνωση αυτή συνεργάζεται με τους Γερμανούς.

γ. Να αρχίσουν «ανεπίσημα» επαφές με τους Γερμανούς , προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον «κομμουνιστικό κίνδυνο».

δ. Να προετοιμάσουν εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των Ελλήνων, για να επιβληθούν πιο εύκολα.

Στο τελευταίο σημείο, οι σκοποί των Άγγλων και των Γερμανών συνέπιπταν ή ήταν παράλληλοι. Αυτό φαίνεται από πολλές αναφορές της Γερμανικής Ομάδας Στρατιών για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, καθώς και του Πληρεξούσιου του Ράιχ για την Ελλάδα Νοϊμπάχερ, καθώς και σε διάφορα αγγλικά έγγραφα, όπως είναι για παράδειγμα η περίφημη αναφορά του ταξίαρχου Μάγερς, σύμφωνα με την οποία οι οπαδοί του ΕΑΜ έπρεπε να καταγγέλονται στις γερμανικές αρχές κατοχής. 1858

Στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1943 ο Νεοζηλανδός λοχαγός Στοτ πέτυχε μαζί με άλλους πέντε κομμάντος-σαμποτέρ να τινάξει τη γέφυρα του Ασωπού, που φυλαγόταν γερά από γερμανικές δυνάμεις, επιχείρηση που το ίδιο το επιτελείο του ΕΛΑΣ είχε χαρακτηρίσει «απραγματοποίητη». Η παράτολμη αυτή επιχείρηση «απραγματοποίητη», που ο Στοτ πραγματοποίησε, τον είχε κάνει «μυθικό ήρωα».

Τον Οκτώβρη του 1943, με διαταγή των προϊσταμένων του, ο Στοτ μπήκε στην Αθήνα, όπου κυκλοφορούσε με τη στολή του και το ιδιαίτερο πλατύγυρο καπέλο των Νεοζηλανδών. Η αποστολή του ήταν να συντονίσει όλες τις αντιεαμικές οργανώσεις στην Αθήνα και κατά κάποιο τρόπο να συνεχίσει την αποστολή του Τσιγάντε. Πραγματικά, ο Στοτ πέτυχε να ξαναφτιάξει τον «Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Συνασπισμό – ΠΑΣ». Στον ΠΑΣ λάβαιναν μέρος η «Χ» του συνταγματάρχη Γρίβα, ο «προδοτικός» ΕΔΕΣ των συνταγματαρχών Παπαγεωργίου και Παπαθανασόπουλου και άλλες οργανώσεις που υπήρχαν, ένοπλες ή όχι, με την ανοχή ή την υποστήριξη των γερμανικών αρχών κατοχής.

Ο Στοτ άρχισε επίσης επαφές με προσωπικότητες των «Ταγμάτων Ασφαλείας», της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής, που όπως είδαμε διοικούσε ο Γερμανός στρατηγός Στροοπ. 1859

Ο συνταγματάρχης Βεντήρης ονομάστηκε αρχηγός της ΠΑΣ και ο συνταγματάρχης Σπηλιωτόπουλος για την περιοχή της Αθήνας. Ο Σπηλιωτόπουλος ήταν ένας από τους μυστικούς εκπροσώπους της κυβέρνησης Καΐρου. Το πιθανότερο είναι ότι οι δυο αγνοούσαν τις κινήσεις του Στοτ ή ακόμα και την ύπαρξή του.

Ο Βεντήρης, που ήταν αξιωματικός μεγάλης επαγγελματικής αξίας, είχε απομακρυνθεί από το στρατό μετά το κίνημα του 1935, αλλά, όπως και πολλοί άλλοι δημοκρατικοί το 1935 αξιωματικοί, έβλεπε τώρα το μέλλον του στο βασιλικό στρατόπεδο. 1860

Όμως ο Στοτ προχώρησε και άλλο με τη μεσολάβηση του δημάρχου της Αθήνας Γεωργάτου, ο λοχαγός Στοτ, ήρθε σε επαφή με το Γερμανό συνταγματάρχη Λοος, αρχηγό της γερμανικής μυστικής στρατιωτικής αστυνομίας για τα Βαλκάνια, καθώς και με άλλους Γερμανούς αξιωματικούς. Οι επαφές αυτές πιθανό να είχαν σαν αντικείμενο μια «σιωπηρή συμφωνία», «άτυπη», σε πλαίσια τοπικά, ανάμεσα στους Γερμανούς και τους Άγγλους, για την περίπτωση αποχώρησης του γερμανικού στρατού από την Ελλάδα και τα Βαλκάνια. 1861

Τελικά, ο Στοτ ανακλήθηκε στο Κάιρο, είτε γιατί ξεπέρασε τα όρια των διαταγών που είχε, πράγμα απίθανο, είτε γιατί Σοβιετικοί και Αμερικανοί πληροφορήθηκαν τη δραστηριότητά του. Άλλωστε η 5η ταξιαρχία του ΕΛΑΣ, με αναφορά χρονολογημένη από 11 Δεκέμβρη του 1943, πληροφορούσε την Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ για τις δραστηριότητες του λοχαγού Στοτ. Αλλά και η σοβιετική εφημερίδα «Πράβδα» είχε κάνει σαφή αναφορά «στις δραστηριότητες Άγγλων πρακτόρων που προσπαθούσαν να υπονομεύσουν την αντιχιτλερική συμμαχία…». 1862

Ο Στοτ ανακλήθηκε από την υπηρεσία του, τη SOE, προάχτηκε σε ταγματάρχη, παρασημοφορήθηκε και στη συνέχεια στάλθηκε στην Ινδονησία, στο νησί Μπορνέο, όπου και σκοτώθηκε το Μάρτη του 1945.  [*] Πράγμα που δείχνει ότι καθόλου δεν είχε ξεπεράσει τις διαταγές που είχε. 1863

Η μικρή αυτή «πτυχή» του πολέμου στην Ελλάδα, η οποία δεν έχει ερευνηθεί σε βάθος και δεν είναι απόλυτα γνωστή, δείχνει την έκταση των συνωμωσιών και των παγίδων στις οποίες βρέθηκε αναμιγμένο ένα μεγάλο μέρος τωυ σώματος των αξιωματικών, που βυθιζόταν στη συνεργασία με τον κατακτητή και την προδοσία, σπρωγμένο από το Θρόνο και τους Άγγλους. Άλλωστε ο ίδιος ο Ράλλης, ο οργανωτής των «Ταγμάτων Ασφαλείας» και των Στρατοδικείων, βρισκόταν σε επαφή με τους Άγγλους. 1864 […]

1858 […] Ο ταξίαρχος Μάγερς κατάγγειλε το 1978 το έγγραφο αυτό σαν πλαστό, κάτι που βέβαια είναι κατανοητό από την πλευρά του. Αλλά το έγγραφο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο δελτίο του Ελληνοαμερικανικού Συμβουλίου της Ν. Υόρκης, τον Οκτώβρη του 1945. Στη συνέχεια δημοσιεύτηκε από τον Φ. Γρηγοριάδη στον τόμο 3, σελ. 230 της ιστορίας του «Το Αντάρτικο» το 1964. Από τότε έγινε μνεία του εγγράφου αυτού πολλές φορές. Ο Μάγερς υποστήριξε ότι έλαβε γνώση του εγγράφου αυτού μόλις το 1978, πράγμα παράξενο από πολλές απόψεις. Υπάρχουν Έλληνες ιστορικοί που θεωρούν το έγγραφο πλαστό και πιστεύουν την άποψη του Μάγερς, άλλοι που το θεωρούν αυθεντικό. Αλλά εκείνο που ειναι αναμφισβήτητη αλήθεια, είναι ότι το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού αντιστοιχεί απόλυτα στην πρακτική και την αλήθεια της αγγλικής πολιτικής όπως αυτή εφαρμόστηκε στην Ελλάδα στην περίοδο 1941-1947. […] Θα μπορούσε να το θεωρήσει κανένας πλαστό, αν δεν υπήρχαν η υπόθεση Στοτ, η δολοφονία του μέλους της Αγγλικής Αποστολής Λώρενς από άλλο μέλος της Αποστολής γιατί δεν συμφωνούσε ακριβώς στις ενέργειες αυτές, αν δεν υπήρχαν οι συνομιλίες Άγγλων-Γερμανών στη Λισσαβώνα και η ανενόχλητη από την πλευρά των Άγγλων, αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, αν δεν υπήρχε η συνεργασία του ΕΔΕΣ Αθήνας και της «Χ» με τις δυνάμεις κατοχής με μοναδικό αντίπαλο το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αν δεν υπήρχε η συνεργασία του Ζέρβα με τους Γερμανούς κάτω από τη μύτη της Αγγλικής Αποστολής και άλλα παραδείγματα […]. Δίνουμε την αναφορά του Μάγερς ολόκληρη [**]:

«Χ – 12 Αυγούστου 1943. Αυστηρά Εμπιστευτική 85-4ΑΣ. […] Σύμφωνα με την τελευταία εμπιστευτική διαταγή σας έδωσα οδηγίες στους Άγγλους και Έλληνες πράκτορες που εργάζονται κάτω από τις διαταγές μου, να υπονομεύσουν το έργο του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ και να εμποδίσουν ώστε οι οργανώσεις αυτές να επιτύχουν να εδραιώσουν τη θέση τους και να αποκτήσουν δεσπόζουσα επιρροή στην Ελλάδα.

Αυτό όμως είναι απίθανο, δεδομένου ότι οι βασιλόφρονες και οι υποστηρικτές της 4ης Αυγούστου δεν έχουν καμία πολιτική δύναμη στη χώρα και οι αρχηγοί τους μισούνται από τον ελληνικό λαό. […]

Θεωρώ ότι θα ήταν χρήσιμο για τους πράκτορές μας να έχουν επαφή με αντιπροσώπους της κυβέρνησης, δηλαδή με ανώτερους αξιωματικούς, αστυνομικούς, με σκοπό το δικαίωμα να καταγγέλουν τους αρχηγούς του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, ώστε να έρθει η στιγμή οι οργανώσεις αυτές να μην μπορούν να βλάψουν τα αγγλικά συμφέροντα. Απ’ αυτή την άποψη η οργάνωση του ΕΔΕΣ έκανε πολλά. Κατάγγειλε στο συνταγματάρχη Ντερτιλή και τον υπουργό Ταβουλάρη πολλά ενεργά πρόσωπα του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ που βρίσκονται τώρα στα χέρια των Γερμανών και γενικά των αρχών κατοχής. […]»

[…]

1863 […] Σε ένα ντοκουμέντο για τις θέσεις του Κεντρικού γραφείου των Αντιφασιστικών Οργανώσεων της Μέσης Ανατολής με ημερομηνία 11 Απρίλη 1944 αναφέρονται τα παρακάτω σχετικά με τον λοχαγό Ντον – Στοτ:

«3. Η προκλητική επέμβαση των αντιδραστικών αγγλικών κύκλων σε ζητήματα καθαρά εσωτερικά Ελληνικά…

4. Εφαρμόζοντας την ίδια πολιτική στην Ελλάδα οι ίδιοι κύκλοι (…) βοήθησαν το Ράλλη και οργάνωσε τα Τάγματα Ασφαλείας και έφτασαν στο αποκορύφωμα της προδοσίας  του συμμαχικού αγώνα στέλνοντας το λοχαγό Ντον – Στοτ στο συνταγματάρχη της Γκεστάπο Λόος με τον οποίο διαπραγματεύθηκε τη συγκρότηση κοινού αντικομμουνιστικού μετώπου!!!»

Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να βρεθεί από ποιον ενημερώθηκαν οι Έλληνες δημοκρατικοί στρατιωτικοί στη Μέση Ανατολή για τη δραστηριότητα του Στοτ. Το έγγραφο αυτό αποδεικνύει ότι ο Στοτ ενήργησε ύστερα από εντολή – Σύντομη Ιστορία ΚΚΕ Σχέδιο: οπ.ανωτ., σελ. 196. Ο Στοτ οργάνωσε σύσκεψη στην οποία παραβρέθηκαν: Αξιωματικός της Γκεστάπο, εκπρόσωπος των Ταγμάτων Ασφαλείας, της Χωροφυλακής, της Αστυνομίας Πόλεων, του προδοτικού ΕΔΕΣ Αθήνας, της «Χ», της ΡΑΝ, της ΕΔΕΝ, της Εθνικής Δράσης και άλλοι που υπόγραψαν ¨Σύμφωνο αντικομμουνιστικής συνεργασίας. […]»

[*] Σημ. του μπλογκ.  Στο «δεξιάς οπτικής» βιβλίο του δημοσιογράφου Γ. Καράγιωργα «Η ΟΠΛΑ χωρίς θρύλο» (1997) παρουσιάζονται λεπτομέρειες για το πώς ο ΕΛΑΣ πληροφορήθηκε τα όσα έγιναν στην Αθήνα με τον Ντον – Στοτ και, επίσης, υποστηρίζεται, ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν Νεοζηλανδός αλλά «γνήσιος» Άγγλος αξιωματικός με όνομα Τζόρνταν (σελ. 137), ευρισκόμενος ακόμα και το 1970 -κατά την ΚΥΠ- στην Ελλάδα. Εκδοχή που βέβαια ίσως ανταποκρίνεται στην αλήθεια ίσως όχι.

[**] Σημ. μπλογκ. Στο βιβλίο από όπου και τα αποσπάσματα η αναφορά παρατίθεται ολόκληρη. Εδώ παρατίθενται μόνο ορισμένες περικοπές.


«Μια βραδιά στο Λονδίνο», μέρος δεύτερο. Αναλύοντας μια υπόθεση εργασίας.

Η υπόθεση εργασίας αφορά το (προαπαιτούμενο για την κατανόηση) περιστατικό που περιγράφεται εδώ.

Ίσως πρέπει -σε σχέση με την υπόθεση εργασίας και την ανάλυση τη βασισμένη σ’ αυτή- να «απολογηθώ» κατά κάποιο τρόπο εκ των προτέρων: Για μένα το ίδιο το περιστατικό με τα βιογραφικά στοιχεία που το συνοδεύουν δεν θα είχε ανάγκη καμιάς «ανάλυσης». Ως προς το θέμα που με απασχολεί θα μιλούσε μόνο του. Ίσως όμως αυτή η άποψη να είναι «υποκειμενική», ίσως να οφείλεται στον δικό μου τρόπο σκέψης, την όποια πολιτική εμπειρία έχω με τον καιρό αποκτήσει, ίσως ακόμα και στον εκ μέρους μου «υπερβολικό» βαθμό εξέτασης όλων των πιθανών πιθανοτήτων (των πιθανών και όχι των απίθανων: δηλαδή όχι των «συνομωσιολογικών» για ζητήματα που, όμως, έτσι κι αλλιώς, αντικειμενικά, αφορούν υποθέσεις «συνομωτικότητας»).

Η υπόθεση εργασίας αφορά την περίπτωση όπου στο εν λόγω περιστατικό ο Περικλής θα δεχόταν την πρόταση του Κρις, τα ονόματα των οποίων δανείζομαι για να προχωρήσω αμέσως στη συνέχεια:

1}  Ο Κρις κάμπτει τους τεχνικούς και τους μαρξιστικούς-λενινιστικούς ενδοιασμούς του Περικλή, ο οποίος έτσι δέχεται την πρόταση του Κρις, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να οργανώσει γύρω του έναν πυρήνα έμπιστων ανθρώπων αποφασισμένων και ικανών να αφιερωθούν σε αυτή τη δραστηριότητα. Ο Κρις του επισημαίνει το από συνομωτική άποψη αυτονόητο: ότι «δεν είναι καθόλου ανάγκη» τα άτομα αυτά να πληροφορηθούν την ανάμιξή του στο όλο εγχείρημα. Ο Περικλής δεν έχει παρά να συμφωνήσει σ’ αυτό (ποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει σε κάτι τόσο αυτονόητο;). Πρακτικά, στη συνέχεια, ενδεχομένως αφήσει να υποψιαστούν κάτι 1-2 από τους πιο κοντινούς του συντρόφους, όμως αναγκαστικά σε επίπεδο ευρύτερης στρατολόγησης θα συνενωθούν άτομα που δεν θα μάθουν απολύτως τίποτα για τη συζήτηση ανάμεσα στον Κρις και τον Περικλή. Το πολύ να «ξέρουν» ότι η δραστηριότητά τους έχει κάποια ισχυρή υποστήριξη από «πάνω», από «μέσα» κ.ο.κ. Με αυτόν τον τρόπο ήδη η θέση του Περικλή έχει γίνει θέση «συνδέσμου» ανάμεσα στον Κρις και τους υπόλοιπους που (οι δεύτεροι) αγνοούν τη σχέση «αμοιβαιότητας» υπό την οποία τελούν. Και όχι μόνο την αγνοούν, αλλά γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο θεωρούν και προσβλητική οποιαδήποτε νύξη με την οποία θα καταγγέλονταν για οποιαδήποτε τέτοια σχέση στη γενικότητά της.

2} Ως προς το καθαυτό οργανωτικό-επιχειρησιακό επίπεδο, ο Κρις λέει στον Περικλή το εξίσου αυτονόητο, ότι, μια που ο ίδιος δεν μπορεί να εγκαταλείψει τις δουλειές του στην Οξφόρδη, ο Περικλής χρειάζεται έναν ακόμα σύνδεσμο ανάμεσα σ’ εκείνον και τον Κρις: Από τις επαφές που έχει διατηρήσει ο Κρις στην Ελλάδα θα διαθέσει στον Περικλή «τον καλύτερό του άνθρωπο» ο οποίος -εκτός των άλλων- έχει και αναπτυγμένο δίκτυο διασυνδέσεων στον κρατικό μηχανισμό, «πράγμα πολύ χρήσιμο για την υπόθεσή μας». «Μιλώντας μαζί του είναι σαν να μιλάς μ’ εμένα», του λέει.  Τον άνθρωπο αυτό ο Περικλής δεν τον γνωρίζει, αλλά εκείνος θα γνωρίσει τον Περικλή και θα έρθει να τον συναντήσει όταν επιστρέψει στην Ελλάδα με τα χαρτιά που θα τον εφοδιάσει ο Κρις («τίποτα ευκολότερο»).

3} Ως προς το ιδεολογικό προφίλ της οργάνωσης ο Κρις απευθύνει την ακόλουθη σύσταση στον Περικλή: «Be yourself!» Ο Κρις δεν θέλει να ποδηγετήσει ιδεολογικά τον Περικλή στο πλαίσιο του «κοινού δημοκρατικού τους αγώνα» και, άλλωστε, είναι και για τον ίδιο προτιμότερο ο δημοκρατικός αυτός αγώνας να εμφανίζεται μέσα από ένα, ας το πούμε έτσι, «μαρξιστικό – λενινιστικό» λεκτικό πρίσμα παρά από το πρίσμα των ευρύτερων επιδιώξεων της βρετανικής αυτοκρατορίας στην υπηρεσία της οποίας ο Κρις εξακολουθεί να διατηρεί μια ορισμένη -χαλαρή έστω- σχέση.

4} Ο Περικλής επιστρέφει στην Ελλάδα και ρίχνεται στη δουλειά κάτω από τους όρους που περιγράψαμε. Η επιλογή των στόχων, η μέθοδος της δράσης, ο εφοδιασμός με τα απαραίτητα λαβαίνουν χώρα με την αμέριστη συμβολή του ανθρώπου που συνάντησε τον Περικλή μετά την επιστροφή του. Στη διάρκεια των 3-4 χρόνων που απομένουν μέχρι την αντικατάσταση της δικτατορίας από τη νέα, μεταπολιτευτική, ΝΑΤΟϊκή φρουρά ο αρχικός πυρήνας της οργάνωσης διευρύνεται από έναν κύκλο νέων ατόμων, που αφενός ακόμα «δοκιμάζονται», αφετέρου είναι σε σχέση με τους παλιότερους ακόμα πιο απομακρυσμένα από το οργανωτικό καθοδηγητικό κέντρο και, τέλος, διακρίνονται για τον μαχητικό επαναστατικών προθέσεων ενθουσιασμό και την πίστη τους στην οργάνωση, της οποίας άλλωστε η δραση «μιλώντας από μόνη της» αποδεικνύει ότι «όλα πάνε καλά».

5} Ώσπου η δικτατορία πέφτει. Τόσο ο Περικλής όσο και ο γύρω από αυτόν αρχικός πυρήνας ανακοινώνει στον Κρις ότι θεωρούν πως η αποστολή τους -με αυτή τη μορφή- έχει λήξει. Ο Κρις υπερθεματίζει: Με τη μορφή αυτή έχει λήξει και η δική του αποστολή. Όπως το 1953 στο Ιράν ο Συνταγματάρχης Γουντχαουζ παρέδωσε τις επαφές του Robin Zaehner στον σταθμάρχη της CIA, ο άνθρωπος του Κρις στην Αθήνα δεν έχει παρά να παραδώσει σε αυτόν που του υποδεικνύεται  (νέος σύνδεσμος!) τις δικές του επαφές, πρώτα απ’ όλα τις «επαφές» του εκείνες που απαρτίζουν τον νεώτερο κύκλο της οργάνωσης. Τα γεμάτα με «επαναστατικό» ενθουσιασμό αυτά άτομα, όσο και απογοητευμένα για τη δήθεν δικαίωση του αγώνα τη στιγμή που τα ίδια -πριν καν δοκιμαστούν σε αληθινά πυρά- ήταν έτοιμα να συμβάλουν με τη δράση τους σε αυτόν, ίσως και στο κατά τη γνώμη τους «ανέβασμά του σε ένα ανώτερο επίπεδο». Υλικό σαν αυτές τις «επαφές» είναι για την βρετανική αυτοκρατορία πολύτιμο -ακόμη κι αν όχι τόσο όσο το πιο πολύτιμο εξωτερικό περιουσιακό της στοιχείο: τα πετρέλαια- και δεν επιτρέπεται να χαθεί. Εξάλλου: Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ! Αυτό το διακηρύσσουν όλοι και πρώτοι απ’ όλους οι μαρξιστές – λενινιστές, ο χειρότερος εχθρός του Κρις από τα παλιά…

Επίλογος

Από τότε ως τώρα είναι πολλά τα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει. Το να προβάλει κανείς αυτούσιο το παραπάνω υποθετικό πρότυπο στη σημερινή περίοδο, είναι βέβαιο πως θα τον οδηγούσε σε παραπλανητικά συμπεράσματα. Έτσι κι αλλιώς ο σκοπός δεν ήταν να συντεθεί ένα πρότυπο που θα μπορούσε «αυτούσιο» να προβληθεί σε οποιαδήποτε περίοδο. Έτσι κι αλλιώς, επίσης, οι μέθοδοι ελέγχου των οποιωνδήποτε «ακαλλιέργητων» επαναστατικών διαθέσεων και δραστηριοτήτων δεν εξαντλούνται στο πρότυπο το στηριγμένο στο περιστατικό που διαμείφθηκε ανάμεσα στον Κρις και τον Περικλή. Είναι πολλών ειδών οι δεσμοί (υλικοί και «ηθικοί») που μπορούν -στην κλίμακα του ενός ή του άλλου μεγέθους- να χρησιμοποιηθούν για την άσκηση ελέγχου, τον εγκλωβισμό, την χειραγώγηση, έως και την εξουδετέρωση… Είναι δηλαδή πολλών ειδών οι παραλλαγές του παραπάνω «αρχετυπικού» υποθετικού προτύπου.

Δεν πρόκειται λοιπόν στην πραγματικότητα παρά για μια (τουλάχιστον ως προς τη φιλοδοξία της) ανάλυση η οποία έχει σαν στόχο να «υποψιάσει» για τις μεθόδους ελέγχου «μορφών πάλης» υπαγορευόμενων κάποτε από συναισθηματικές βεβαιότητες και για τις μορφές πάλης με τις οποίες πραγματικά γράφονται οι αγώνες για την κοινωνική απελευθέρωση.

Πρόκειται επίσης για ανάλυση (εφοσον δεχόμαστε ότι αποτελεί τέτοια), του είδους που μάλλον δεν διαθέτουν οι ποικιλώνυμες αρμόδιες «αντιτρομοκρατικές» υπηρεσίες, τα λογικά συμπεράσματα της οποίας (και όχι μόνο αυτής!) τους υποδεικνύουν τον χώρο όπου θα έπρεπε πρώτιστα να επικεντρώσουν τις έρευνές τους: στο εσωτερικό τους.