και το εθνικό κυριαρχικό δικαίωμα στις λιγνιτικές μονάδες;

Όχι, λέει το ευρωπαϊκό δικαστήριο, και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εφαρμόζει το «δίκαιο» της ΕΕ ψηφίζοντας το νομοσχέδιο για το ξεπούλημα των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ σε Φλώρινα και Μεγαλόπολη.

Γιατί, βλέπετε, σύμφωνα με το «δίκαιο» της ΕΕ, οτιδήποτε μπορεί να θυμίζει κοινωνικό έλεγχο πάνω στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις, οτιδήποτε – και εν προκειμένω η κρατική ιδιοκτησία στις μονάδες παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας – διατηρεί έστω και μόνο των «τύπο» των προϋποθέσεων για την μετατροπή του από συλλογική ιδιοκτησία του κεφαλαίου σε συλλογική ιδιοκτησία των εργαζομένων, οτιδήποτε έστω και μόνο κατά τον «τύπο» δεν είναι ανοιχτά και άμεσα παραδομένο στην εμπορευματοποίηση, την αγορά, την καπιταλιστική κερδοφορία, τη συσσώρευση κεφαλαίου, οτιδήποτε τέτοιο – σύμφωνα με το «δίκαιο» της ΕΕ – είναι «μονοπώλιο» και το «δίκαιο» της ΕΕ δεν επιτρέπει το… μονοπώλιο.

Αν η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ανήκει – έστω «τυπικά» – στο «κοινωνικό σύνολο», τότε αυτό το κοινωνικό σύνολο «μονοπωλεί» την ηλεκτρική ενέργεια, πράγμα απαράδεκτο σύμφωνα με το «δίκαιο» της ΕΕ. Ενώ αν η παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας περάσει άμεσα στα χέρια – λέω τυχαία δυο φίρμες – της Ζήμενς, της  Τζένεραλ Ελέκτρικ ή του Τάδε Ταδόπουλου, τότε δεν πρόκειται για μονοπώληση από τον όποιον Τάδε Ταδόπουλο της ηλεκτρικής ενέργειας, που έχει τον προορισμό να υπηρετεί τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου… Τότε πρόκειται για «υγιή ανταγωνισμό», για πραγμάτωση της «ελευθερίας ανταγωνισμού των κεφαλαίων» (που κάθε περιορισμός της – «έστω και συγκαλυμμένος» – απαγορεύεται, ως γνωστόν, από το «δίκαιο» της ΕΕ).

Η ιδιωτικοποίηση της ηλεκτρικής ενέργειας, που συνεχίζεται με το ξεπούλημα των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, διασφαλίζει ότι προορισμός της παραγωγής της δεν θα είναι η υπηρέτηση των αναγκών του κοινωνικού συνόλου αλλά η υπηρέτηση της  συσσώρευσης κεφαλαίου. Στο στάδιο αυτό της όλο και πιο παρασιτικής, αντικοινωνικής ανάπτυξης του καπιταλισμού, όταν κάθε κοινωνικό χρηματικό απόθεμα (ασφαλιστικά ταμεία, συντάξεις, κονδύλια κοινωνικών δαπανών) «οφείλει» να περιοριστεί ως το ελάχιστο και κάτω από το ελάχιστο προκειμένου το μέγιστο μέρος του να μετατραπεί σε κεφάλαιο, σε «αυτοαξιοποιούμενη αξία», δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετική μεταχείριση το άμεσα παραγωγικό κοινωνικό απόθεμα, όπως είναι τα λιγνιτορυχεία  και οι λιγνιτικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής.

Φυσικά δεν αρχίζει τώρα, έχει αρχίσει από καιρό το «μεγάλο έργο» της εμπορευματοποίησης της ηλεκτρικής ενέργειας (και, βέβαια, της ενέργειας γενικά), της καπιταλιστικής μονοπώλησης της ηλεκτροπαραγωγής, της απόσπασής της από τις γενικές ανάγκες έστω της καπιταλιστικής κοινωνίας και της υπαγωγής της άμεσα, «ανοιχτά και χωρίς περιστροφές», στις ανάγκες του καπιταλιστικού κέρδους, με την εργαζόμενη κοινωνία σε ρόλο είλωτα, δουλοπάροικου, για την κρατικά εξασφαλισμένη (με άλλα λόγια κρατικοδίαιτη) κερδοφορία  των καπιταλιστικών μονοπωλιακών ομίλων.

Η ίδια, άλλωστε, η πάλαι ποτέ 100% κρατική ΔΕΗ, που εν ονόματι του «κοινωνικού συνόλου» μονοπωλούσε το 100% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, παρότι τυπικά ήταν εκπρόσωπος αυτού του κοινωνικού συνόλου, δεν έπαυε να λειτουργεί όχι με κοινωνικούς όρους αλλά με όρους «ιδιωτικής οικονομίας», σαν συλλογική ιδιοκτησία όχι γενικά της κοινωνίας αλλά γενικά του κεφαλαίου. Δεν θα μπορούσε να λειτουργεί διαφορετικά εφόσον το αστικό κράτος δεν είναι ο «συλλογικός πολίτης», όπως θέλει να εμφανίζεται, αλλά ο συλλογικός καπιταλιστής.

Από αυτή την άποψη, η «κρατική ΔΕΗ», η «κρατική ηλεκτρική ενέργεια», έφερνε και, σαν «ιδέα», φέρνει στο προσκήνιο της ιδολογικής και πολιτικής πάλης το ίδιο το ζήτημα του κράτους, σαν όργανωση  της πολιτικής κυριαρχίας της τάξης των καπιταλιστών είτε της εργατικής τάξης. Το ίδιο ζήτημα που – στην οικονομική του διάσταση – συνίσταται στην «ανοιχτή και χωρίς περιστροφές» κατοχή της κοινωνίας πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις που έχουν τόσο αναπτυχθεί ώστε η μόνη διεύθυνση που επιδέχονται είναι η διεύθυνση της κοινωνίας.

Ενώ από την άποψη της σημερινής περιόδου, όπου μετά την αντεπανάσταση εμφανίζεται  και πάλι ένα «αρχετυπικό» ιδεολογικό φαινόμενο: χαρακτηρίζουν σοσιαλιστικό και αυτόν ακόμα τον αστικό φιλελευθερισμό, σοσιαλιστικό τον αστικό διαφωτισμό, σοσιαλιστική και την αστική δημοσιο-οικονομική μεταρρύθμιση, σοσιαλιστικό να γινει ένας σιδηρόδρομος όπου υπήρχε κιόλας μια διώρυγα, σοσιαλιστικό το να υπερασπίζεις τον εαυτό σου με μπαστούνι όταν σου επιτίθενται με σπαθί[1] και σοσιαλιστική, θα πρόσθετα, την 100% κρατική ΔΕΗ και 100% κρατική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, από την άποψη λοιπόν αυτής της ιστορικής περιόδου, το ξεπούλημα των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, σαν μια ακόμη σκηνή του έργου: «απελευθέρωση» του εμπορεύματος «ηλεκτρισμός», φέρνει στο προσκήνιο την εντεινόμενη αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνική φύση της παραγωγής και στην ατομική καπιταλιστική της ιδιοποίηση. Φέρνει στο προσκήνιο το μεγεθυνόμενο χάσμα ανάμεσα στη ζωή των εργαζόμενων κοινωνικών στρωμάτων και στους υλικούς παραγωγικούς όρους της κοινωνικής ζωής συνολικά. Φέρνει στο προσκήνιο την όλο και πιο εχθρική σχέση ανάμεσα στους παραγωγούς του κοινωνικού πλούτου και στον πλούτο που παράγουν.

Κατά τα άλλα, βέβαια, η μισοκρατική – μισοϊδιωτική ΔΕΗ Α.Ε., η κυβέρνηση που τη διαχειρίζεται, μπορεί να ξεπουλά της λιγνιτικές μονάδες που η ελληνική αστική τάξη κληρονόμησε από τον παπούλη της, αλλά – για λογαριασμό της ίδιας αυτής αστικής τάξης – επεκτείνει το δίκτυό της προς τα Βαλκάνια, εξαγοράζοντας μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες της ΠΓΔΜ...

Έτσι ακριβώς όπως γενικά συμβαίνει με τα «εθνικά» κυριαρχικά δικαιώματα στην εποχή του ιμπεριαλισμού, είτε με μεθόδους ιμπεριαλιστικής ειρήνης είτε με μεθόδους ιμπεριαλιστικού πολέμου, και πάντα με μεθόδους παζαριών, ανταλλαγμάτων, διανομής και αναδιανομής σφαιρών επιρροής, με μεθόδους κυριαρχίας των καπιταλιστικών μονοπωλίων, μεθόδους περιθωριοποίησης των λαών και ισοπέδωσης των λαϊκών δικαιωμάτων.

Γιατί να εξαιρούνταν από αυτές τις μεθόδους το εθνικό κυριαρχικό δικαίωμα στις λιγνιτικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος;

Και γιατί να πρόκειται για εθνικό κυριαρχικό δικαίωμα υποδεέστερης σημασίας από τα υπόλοιπα, που η «θεαματική» ειδησεογραφική τους επίφαση μονοπωλεί την καθημερινή επικαιρότητα;

[1] Μαρξ, 18η Μπριμέρ, σελ. 79, θεμέλιο 1967, όπου και σημειώνεται: «Και αυτό δεν ήταν απλώς τρόπος του λέγειν, μόδα ή κομματική ταχτική. Η αστική τάξη είχε τη σωστή άποψη πως όλα τα όπλα που είχε σφυρηλατήσει ενάντια στη φεουδαρχία στρέψανε την αιχμή τους ενάντια στην ίδια, πως όλα τα εκπαιδευτικά μέσα που είχε δημιουργήσει επαναστατούσαν ενάντια στον ίδιο της τον πολιτισμό, πως όλοι οι θεοί που είχε πλάσει την είχαν εγκαταλείψει». Τηρουμένων των αναλογιών, υπό παρόμοιους όρους δεν πρόκειται για «απλώς τρόπο του λέγειν, μόδα ή κομματική ταχτική» ούτε και σήμερα.

 

Advertisements

έκαναν καλά ή όχι αυτοί;

Εντός της ελληνικής επικράτειας καθένας μπορεί να τοποθετεί την ελληνική σημαία όπου θέλει.

Το δικαίωμα υπάρχει. Το αν κάνει καλά ή όχι όποιος την τοποθετεί ή δεν την τοποθετεί, είναι άλλο θέμα.

*

Η φασιστική χούντα 67-74 είχε ανακηρύξει «εθνική εορτή» την 21-4. Τα μπαλκόνια των σπιτιών ήταν για επτά χρόνια κάθε τέτοια  μέρα «σημαιοστολισμένα».  Εκτός από μερικά. Εκτός από εκείνων που έκαναν καλά.

Περιττό να ειπωθεί ότι κάθε 25-3 και 28-10, ήταν «σημαιοστολισμένα» όλα τα μπαλκόνια. Αυτό έλειπε, να μη βάζαν σημαία, τέτοιες μέρες, οι πολιτικοί επίγονοι των Νενέκων και των Ράλληδων, οι επιζώντες γερμανοτσολιάδες της κατοχής.

Εωσότου, 17-11-73, πάνω από τη σημαία πέρασαν οι ερπύστριες του ΝΑΤΟϊκού τανκ, στο πλευρό του οποίου ήταν βέβαια σταμπαρισμένη και η σημαία.

 

Τη σημαία τη βάζει ο καθένας όπου θέλει . Ιδίως στην ιδιοκτησία του.

Εκεί όπου ένα βουνό, μια θάλασσα, ανήκει σε όλους εξίσου, συνήθως δεν υπάρχει σημαία. Κι έχει κανείς εκεί, χωρίς σημαία, την αδιαπραγμάτευτη αίσθηση ότι «εκεί είναι Ελλάδα» για τον απλό λόγο ότι εκείνο το μέρος ανήκει εξίσου σε όλους.

Αν τυχόν τώρα το ίδιο μέρος εκχωρηθεί σε ένα μικρό ή μεγάλο επιχειρηματικό συμφέρον, ένα ξενοδοχείο ή μια καντίνα ας πούμε,  τότε κατά πάσα πιθανότητα θα ξεφυτρώσει εκεί και μια σημαία για να σημάνει εμφατικά, βίαια, την επιβολή του ψέμματος σαν αλήθεια. Το ξενοδοχείο μου, η καντίνα μου, η γαιοπρόσοδος του φραπέ και της ξαπλώστρας,  «είναι Ελλάδα». Εσύ, που παραμένεις εκεί όπου τίποτα δεν ανήκει σε κανέναν και καθετί ανήκει εξίσου σε όλους, είσαι αλλού, είσαι ήδη εξόριστος, σε κάποιο είδος προσωρινής τοποθεσίας «τράνζιτ», και τα όρια του τόπου της εξορίας σου, ακόμα κι αυτά, στενεύουν καθημερινά, όσο η «Ελλάδα» της εκχώρησης επελαύνει με τις σημαίες της.

*

Ακόμα δεν μπήκες στο θέμα. ‘Εκαναν καλά ή όχι αυτοί;

Είπαμε, εντός της ελληνικής επικράτειας καθένας μπορεί να τοποθετεί την ελληνική σημαία όπου θέλει, και το αν κάνει καλά ή όχι είναι άλλο θέμα.

Ιδίως στην περίπτωση όπου η τοποθέτηση του συμβόλου επαφίεται στην κυριαρχία πολιτικών σχέσεων και δεσμεύσεων εχθρικών, και όπου έτσι πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την επικύρωση αυτής της κυριαρχίας.

Τέτοιες, εχθρικές, είναι οι δεσμεύσεις και οι σχέσεις της εκχώρησης συνολικά, της ιμπεριαλιστικής αναδιανομής των σφαιρών επιρροής και των ζωνών εκμετάλλευσης, της υπαγωγής στους όρους της μέσω της ευθυγράμμισης με τη ΝΑΤΟϊκή και ΕυρωΕνωσιακή στρατηγική, οι σχέσεις και δεσμεύσεις των «ανταλλαγμάτων», της κυριαρχίας του κεφαλαίου που «πουλά» ό,τι «δεν ανήκει σε κανέναν» κι «αγοράζει» τις πηγές της δικής του καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Σ΄αυτές, τις τελευταίες, θα σε πάνε ακόμα και με το ζόρι να τους μπήξεις τη σημαία. Τα υπόλοιπα, που «δεν ανήκουν σε κανέναν», είναι έτσι κι αλλιώς γκρίζα. Όχι τα Ίμια και οι Ανθρωποφάδες. Τα βουνά και οι (γκρίζες, όχι πια γαλάζιες) θάλασσες του ΤΑΙΠΕΔ.

*

Όμως έκαναν καλά ή όχι αυτοί;

Το ζήτημα δεν είναι ο οποιοσδήποτε άδολος ή δόλιος συναισθηματισμός. Το ζήτημα είναι ότι στο πρόσφατο παρελθόν, χωρίς την τοποθέτηση μιας σημαίας υπό τύπο «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», δεν θα είχε η κυβέρνηση την ευκαιρία να «ευχαριστήσει τις ΗΠΑ».

Επομένως, τι σημαίνει η «τοποθέτηση» της σημαίας εντός του καθεστώτος και κάτω από το καθεστώς της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», της εκχώρησης, των ανταλλαγμάτων, των εχθρικών προς το λαό πολιτικών δεσμεύσεων και σχέσεων, της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και του ΤΑΙΠΕΔ;

Τι σημαίνει η σημαία εντός αυτού του καθεστώτος, κάτω από το καθεστώς; Και, το ζήτημα είναι, αν υπάρχει περίπτωση να αποκτήσει και να ολοκληρώσει  η σημαία τη σημασία της, χωρίς οι σημαιοφόροι της να αναδειχθούν σαν τέτοιοι στην πρώτη γραμμή του πολέμου ενάντια σε αυτό το καθεστώς. Το καθεστώς της εξουσίας των μονοπωλίων, το καθεστώς της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

*

Το σπίτι σου «είναι Ελλάδα», είναι φανερό αυτό από τη σημαία στο μπαλκόνι. Την έβαλες εκεί να μη στο πάρουν οι Τούρκοι. Μπορεί να μη στο πάρουν οι Τούρκοι. Μπορεί να στο πάρουν, μαζί με τη σημαία, οι τράπεζες και η εφορία, το κεφάλαιο και το κράτος του, στο όνομα του ελληνικού λαού.

Τελικά δε μας είπες αν έκαναν καλά ή όχι αυτοί.

 


ΒΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ

Στον πάτο της θάλασσας του κόλπου της Ελευσίνας βρίσκεται από την Παρασκευή η πλωτή δεξαμενή Νο1 των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά. Η δεξαμενή, η οποία είχε δυνατότητα να «σηκώσει» πλοία έως 80 χιλιάδες τόνους, «φαγωμένη» πλέον από τη σκουριά λόγω υποσυντήρησης, είχε αρχίσει να βουλιάζει από το πρωί της Πέμπτης, καθώς δεν άντεξε τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή. Μαζί της παρασύρθηκαν και δύο μεγάλοι γερανοί του Ναυπηγείου. Η εξέλιξη αυτή είναι ένα ακόμα δείγμα των συνεπειών που έχει ο καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης σε βάρος των εργαζομένων και υποδομών που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών.

Υπενθυμίζεται ότι τα αραβογερμανικά μονοπώλια που εκμεταλλεύονται το Ναυπηγείο μέχρι και το 2014 («Privinvest» και «Thyssen»), αφού εισέπραξαν το σύνολο σχεδόν των συμβάσεων των υποβρυχίων (4 καινούργια και 3 μετασκευαζόμενα), ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ, κατήγγειλαν τις συμβάσεις με το Δημόσιο, χωρίς να παραδώσουν τίποτα από το σύνολο του έργου. Αποδεκάτισαν τις θέσεις εργασίας, αφήνοντας περίπου 850 εργαζόμενους, από 2.000. Από το 2012 μέχρι σήμερα δεν έχουν καταβάλει κανένα μισθό, ενώ από την ίδια χρονιά έως το 2014 επέβαλαν στους εργαζόμενους εκ περιτροπής εργασία με μία μέρα δουλειά τη βδομάδα. Ρήμαξαν τις εγκαταστάσεις του εμπορικού τμήματος, πούλησαν τη δεξαμενή Νο3 (60.000 dwt) σε επιχειρηματικό όμιλο της Τουρκίας και τώρα, με την αβάντα της κυβέρνησης, κάνουν παζάρια για την πώληση του Ναυπηγείου, αξιώνοντας κι άλλο «ζεστό» χρήμα και προνόμια.

πηγή


το δικαίωμα στην εργασία και ο κόσμος από την σκοπιά του

«…Στο πρώτο σχέδιο συντάγματος που καταρτίστηκε πριν από τις μέρες του Ιούνη, βρισκόταν ακόμα το «droit au travail», το δικαίωμα στην εργασία, η πρώτη αδέξια διατύπωση όπου συνοψίζονται οι επαναστατικές αξιώσεις του προλεταριάτου. Αυτό μετατράπηκε στο droit al’ assistance, στο δικαίωμα να παίρνει βοήθημα απ’ το δημόσιο. Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο; Το δικαίωμα στην εργασία είναι, με την αστική έννοια, ένας παραλογισμός, ένας άθλιος, ευσεβής πόθος. Πίσω όμως απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους. Πίσω από το «δικαίωμα στην εργασία» βρισκόταν η εξέγερση του Ιούνη. Η συντακτική συνέλευση, που έθετε ουσιαστικά το επαναστατικό προλεταριάτο εκτός νόμου, ήταν για λόγους αρχής υποχρεωμένη να βγάλει τη διατύπωση του δικαιώματος της εργασίας απ’ το σύνταγμα, αυτό το νόμο των νόμων, ήταν υποχρεωμένη να ρίξει το ανάθεμα στο «δικαίωμα στην εργασία»…»

(Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, ΣΕ, σελ. 78-79)

***

Μάλλον σαν αποτύπωση πολιτικών συσχετισμών στο πεδίο της ιδεολογίας, στο μεταπολιτευτικό σύνταγμα του 1975 όπως ισχύει και σήμερα, διακηρύχτηκε, στο άρθρο 22, ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

Βέβαια τι «δικαίωμα», αφού με την αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 του ίδιου αυτού συντάγματος η διάταξη σύμφωνα με την οποία, για τους υπαλλήλους του δημοσίου που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου «απαγορεύεται»  η από το νόμο μονιμοποίησή τους ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό, τουλάχιστον για την ώρα , γιατί τι άλλο αν όχι ευτελισμός της έννοιας του «συντάγματος» είναι η πρόστυχη εισαγωγή μιας διάταξής του σαν κι αυτής, που «απαγορεύει τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου»;  Το 2001, άλλωστε, είναι μια χρονιά όπου ήδη η ελληνική άρχουσα τάξη είχε αρχίσει να στενεύεται από το σύνταγμά της: Δυο μόλις χρόνια πριν η κυβέρνηση Σημίτη το είχε παραβιάσει κατάφορα επιτρέποντας χωρίς  νόμο ψηφισμένο από τη βουλή (άρθρο 27) τη διέλευση των «χερσαίων» της «συμμαχίας» που επέδραμε κατά της Γιουγκοσλαβίας, ενώ στην αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε επίσης (στο άρθρο 28) και η «ερμηνευτική δήλωση» που καθιερώνει σαν υπέρτερο έναντι του εθνικού το δίκαιο της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και θεσμοθετεί την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας ως «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Και έμελε, σε λιγότερο από μια δεκαετία, να έρθει και η ώρα που το ίδιο αυτό άρθρο 28 θα  ανασκολοπιζόταν διαδοχικά από τις κυβερνήσεις Παπαδήμου, Σαμαρά και Τσίπρα, κάθε φορά που ψήφιζαν χωρίς  την προβλεπόμενη πλειοψηφία των 3/5 την εκχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων στους «θεσμούς» των μνημονίων. Βέβαια πρέπει να αναγνωρίσουμε στην «πρώτη φορά αριστερά» ότι το 3ο μνημόνιο είναι από αυτήν την άποψη και το μόνο «συνταγματικό», αφού με αστική ευγένεια μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ το υπερψήφισαν επίσης η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, οπότε εν προκειμένω ουδείς λόγος ενεργοποίησης του  «πατριωτισμού των Ελλήνων»…

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας: Λέγαμε λοιπόν ότι το άρθρο 22 αναγνωρίζει την εργασία σαν δικαίωμα και ότι παραβλέπουμε σαν ευτελισμό του συντάγματος την «απαγόρευση μετατροπής συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου».  Αυτό που όμως δεν μπορούμε να  παραβλέψουμε, είναι ότι απέναντι στο δικαίωμα της εργασίας του άρθρου 22 ορθώνεται η προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17, στην οποία βέβαια περιλαμβάνεται και η προστασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (αυτής της ίδιας που  αποθεώνεται με τις «ελευθερίες» της συνθήκης του Μάαστριχτ), η οποία ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποτελεί και το άκρο αντίθετο του δικαιώματος στην εργασία. Το λέει η επιστήμη, το λέει ο Μαρξ: «Πίσω απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους». Και οφείλουμε στην πολιτική οικονομία να είμαστε μαρξιστές με την ίδια έννοια που στις φυσικές επιστήμες είμαστε οπαδοί του Νεύτωνα. Το λέει ο Τσε.

Τι κάνουμε λοιπόν τώρα, που το δικαίωμα στην εργασία του άρθρου 22 προσκρούει στην προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17; Ευτυχώς για την «αστική νομιμότητα» οι ιδεολογικοί συσχετισμοί της μεταπολίτευσης άφησαν κι εδώ τη σφραγίδα τους: Διότι ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 17 «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους», αλλά συνεχίζει το ίδιο άρθρο: «τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».  Και πόσο «γενικό συμφέρον» δεν είναι το (και συνταγματικά προβλεπόμενο) δικαίωμα στην εργασία, ώστε να μη μπει φραγμός (να ασκηθεί «βία») στα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και μάλιστα κατά τρόπο που να αφήνει αδιατάρακτη την υφιστάμενη «αστική νομιμότητα»!!! Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα!

Να λοιπόν πεδίο δόξας για τον πατριωτισμό του λαού, στον οποίο «επαφίεται η τήρηση» (άρθρο 120) του δικαιώματος στην εργασία (άρθρο 22) και η «βία» εναντίον των  δικαιωμάτων και «ελευθεριών» που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ασκούνται σε βάρος του δικαιώματος στην εργασία δηλαδή «σε βάρος του γενικού συμφέροντος» δηλαδή αντικοινωνικά (άρθρο 17). Αν μπορούνε, άλλωστε, ας ασκηθούνε κι αλλιώς. 

***

Το 1848-1850 η αντεπανάσταση μετέτρεψε το «δικαίωμα στην εργασία» σε «δικαίωμα σε βοήθημα». Το 2015-2017 ο ΣΥΡΙΖΑ μετέτρεψε το «ψωμί – παιδεία – ελευθερία» σε «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» ή σε «κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης», όπως το μετονόμασε νομίζοντας ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ελάχιστη εγγυημένη εξαθλίωση και στο κοινωνικό επίδομα εξαθλίωσης…

«Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο;»

Ο Τσίπρας, προχθές είπε στον Κουτσούμπα, ότι καλή βέβαια και η Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά τώρα «πάμε μπροστά»… Όμως ήταν το 1850, δηλαδή πριν 167 ολόκληρα χρόνια, τότε που ο Μαρξ μιλούσε για «σύγχρονο κράτος». Οπότε, και το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, δεν εξαρτάται από τη χρονολογία αναφοράς. Οι χρονολογίες διαδέχονται η μια την άλλη και χωρίς εμάς. Το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, εξαρτάται από τις απαιτήσεις που έχει κανείς σήμερα από ένα «σύγχρονο κράτος». Και εαν εν έτει 2012 θεωρεί κανείς «σύγχρονο» το κράτος που (ήδη από το 1850) «τρέφει τους απόρους του», τότε αυτός δεν μας οδηγεί «μπροστά» αλλά στο «βάθος του χρόνου», και το βάθος του χρόνου βρίσκεται πάντοτε στο ιστορικό παρελθόν, δε φτάνουμε εκεί «πηγαίνοντας μπροστά» αλλά οπισθοδρομώντας ιστορικά, αυτός δεν είναι ο δρόμος της ιστορικής προόδου αλλά ο δρόμος της ιστορικής αντίδρασης.

***

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στο ψωμί, στην παιδεία, στην ελευθερία. Δεν είναι το δικαίωμα των απόρων σε βοήθημα. Είναι η αναγνώριση της εργασίας σαν πρωταρχικού πόρου και του δικαιώματος της κοινωνίας να μην τρέφει άπορους γιατί δεν διαθέτει άπορους.

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στην ικανοποίηση της πιο πρωταρχικής ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, της ανάγκης της παραγωγής από τον άνθρωπο των όρων της ίδιας του της ύπαρξης. Ανάγκη που η ικανοποίησή της αποτελεί ταυτόχρονα και όρο του εξανθρωπισμού του ανθρώπου, όρο που καθιστά τον άνθρωπο δημιουργό της ζωής του και τη ζωή του – τον ίδιο του τον εαυτό – δικό του δημιούργημα. Ο αποκλεισμός από το δικαίωμα στην εργασία ισοδυναμούσε και ισοδυναμεί πάντα με κοινωνικό εξοστρακισμό, ακόμη κι αν κάθε «σύγχρονο» κράτος τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο…

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον καταναγκασμό στην απλήρωτη υπερεργασία και γι’ αυτό είναι κοινωνικό και ατομικό δικαίωμα των εργαζόμενων στον καρπό της εργασίας τους. Ο καταναγκασμός στην απλήρωτη υπερεργασία είναι συνέπεια της εμπράγματης άρνησης του δικαιώματος στην εργασία, είναι συνέπεια του χωρισμού των μέσων της εργασίας από τον εργάτη, συνέπεια της αποστέρησης από τον εργάτη των μέσων της εργασίας του και της περιέλευσής τους στον κάτοχο των μέσων παραγωγής. Χωρίς αυτόν τον χωρισμό, χωρίς αυτήν την περιέλευση, δεν θα ήταν δυνατή η άρνηση της εργασίας σαν δικαιώματος και η αντικατάστασή της από το αντίθετό της:  από τον καταναγκασμό στην απλήρωτη εργασία ή στην ανεργία. Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με τον καταναγκασμό στην υποδούλωση: χωρίς την άρνηση του δικαιώματος στην εργασία δεν θα μπορούσε να υπάρχει καταναγκασμός στην υποδούλωση και μόνο από τον καταναγκασμό στην υποδούλωση μπορεί να προέλθει η άρνηση του δικαιώματος στην εργασία.

***

Η ταξική, εκμεταλλευτική κοινωνία στη θέση της ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, που με το δικαίωμα στην εργασία απαιτεί την ικανοποίησή της, εγκαθιστά τον ταξικό καταναγκασμό. Στη θέση της εργασίας σαν αναγκαίας φυσικής ελεύθερης κοινωνικής ανθρώπινης δραστηριότητας εγκαθιστά την εργασία σαν καταναγκαστική ταξική υποδούλωση.

Η κυρίαρχη ιδεολογία της ταξικής, εκμεταλλευτικής κοινωνίας περιφρονεί το δικαίωμα στην εργασία. Η εργασία γι’ αυτήν είναι άλλωστε «σήμα» του υπόδουλου. Για την κυρίαρχη ιδεολογία στην πρώτη θέση βρίσκεται το δικαίωμα στην αεργία που η εμπράγματη βάση και ολοκλήρωσή του συνίσταται στο δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής της κοινωνίας σαν όρο χρησιμοποίησης και εκμετάλλευσης ξένης εργασίας. Στην κορυφή της αξιακής κοινωνικής ιεραρχίας η κοινωνικά κυρίαρχη ταξική ιδεολογία δεν τοποθετεί το δικαίωμα στην εργασία αλλά, με την ονομασία «δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής», τοποθετεί το δικαίωμα στην αεργία και στην ιδιοποίηση της ξένης εργασίας, ως όρο αυτεπίγνωσης της κυρίαρχης τάξης και ταυτόχρονα ως όρο ιδεολογικής αλλοτρίωσης της υπόδουλης τάξης. Το δεύτερο στη βάση ήδη του γεγονότος ότι ο κοινωνικός καταναγκασμός με τη μορφή της υποδουλωμένης εργασίας επικαλύπτει και συγκαλύπτει την εργασία σαν πρωταρχική ανθρώπινη ζωτική ανάγκη, συνιστά άρνησή της.

Το δικαίωμα στην εργασία και η διεκδίκησή του βρίσκεται σε αντίθεση με την εμπράγματη και ιδεολογική αλλοτρίωση των εργαζομένων, των απαλλότριων από τα μέσα παραγωγής, των προλετάριων.

***

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με το καθεστώς αγοραπωλησίας του εμπορεύματος «εργατική δύναμη»: Κανένα  εμπόρευμα δεν πωλείται «δικαιωματικά», δικαιωματικά απλώς διατίθεται προς πώληση, αλλά αυτή εξαρτάται από την προσφορά και την ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Δικαίωμα στην εργασία σημαίνει τον κοινωνικό σχεδιασμό στη θέση της τυφλής κυριαρχίας της προσφοράς και ζήτησης των εμπορευμάτων, σημαίνει την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης στη θέση της πολιτικής οικονομίας του κεφαλαίου.

ΓΕΦΥΡΑ-ΑΦΙΣΣΑ-1

κινητοποιηση-δουλεια-για-ολους-20170625

 

 

 


Δε βαρέθηκες να τους πληρώνεις;

Η είδηση έχει ως εξής:

Στην υγειά των εργολάβων

Την ώρα που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ προσπαθεί με άθλια προπαγανδιστικά τεχνάσματα να πείσει ότι «μάχεται για να ανακουφίσει τα λαϊκά στρώματα», με αφορμή τις διαπραγματεύσεις για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, φέρνει και ψηφίζει τροπολογία στη Βουλή με την οποία προβλέπεται η αποζημίωση πολλών εκατομμυρίων ευρώ της κοινοπραξίας που έχει αναλάβει την κατασκευή του οδικού άξονα Κόρινθος – Τρίπολη – Καλαμάτα! Ακριβώς αυτό έγινε το βράδυ της Τετάρτης στη Βουλή, όταν κατατέθηκε και ψηφίστηκε τροπολογία που υπογράφεται από τους Χρ. Σπίρτζη και Ευ. Τσακαλώτο και η οποία προβλέπει πως το ελληνικό Δημόσιο, από την τσέπη των εργατικών – λαϊκών στρωμάτων, θα αποζημιώσει την κοινοπραξία στην περίπτωση που τα έσοδα από τα διόδια είναι χαμηλότερα από τα προϋπολογιζόμενα στη σχετική σύμβαση παραχώρησης! Θυμίζουμε ότι η σύμβαση παραχώρησης που είχαν συνάψει με νόμο προηγούμενες κυβερνήσεις, έχει τέτοια πρόβλεψη. Κι επειδή το …«κράτος έχει συνέχεια», ήρθε τώρα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να την ενεργοποιήσει. Και να σκεφτεί κανείς ότι λίγες ώρες πριν, τσακώνονταν στη Βουλή «περί όνου σκιάς», για τα σκάνδαλα και τις εξεταστικές επιτροπές…

Μάλιστα, λέει το κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ, «…στη σύμβαση προβλεπόταν ότι η επιδότηση θα γινόταν με συγχρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ. Ωστόσο, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, επειδή η επιδότηση δεν είναι πλέον «επιλέξιμη» από το ΕΣΠΑ, διότι αφορά λειτουργία και όχι «μελέτη – κατασκευή», το χρήμα θα βγει από το ΠΔΕ» (δηλαδή από το Πρόγραμμα Δημόσιων Επενδύσεων του κρατικού προϋπολογισμού). Ενώ, «το ύψος της αποζημίωσης δεν αποκλείεται να φτάσει τα 300 εκατ. ευρώ».

…Είναι ωραίο να παίρνεις ένα έργο ουσιαστικά χωρίς «ίδια κεφάλαια», πληρωμένο από  επιδοτήσεις της ΕΕ και από δάνεια με κρατική εγγύηση, να σού παραχωρούν την είσπραξη των διοδίων για μερικές δεκαετίες, κι αν από το δρόμο «σου» δεν περνάνε και τόσοι πολλοί «πελάτες»,  τότε να σου δίνουν για «αποζημίωση» μέχρι και 300 εκατομμύρια ευρώ από το ΦΠΑ που πληρώνει ο λαός για τα μακαρόνια του κ. Φίλη και τα γεμιστά της κ. Φωτίου.

Αλλά ας το δούμε λίγο και από λογιστική πλευρά το θέμα:

Έχουμε και λέμε λοιπόν: «μέχρι 300 εκατομμύρια ευρώ» για να μην… χρεοκοπήσει ο κάθε οδικός άξονας.

Τις προάλλες η ΤΡΑΙΝΟΣΕ πουλήθηκε με «προίκα» τουλάχιστον 200 εκατομμύρια ως το 2020, λόγω των «άγονων» σιδηροδρομικών προορισμών, και μετά το 2020 η κρατική επιδότηση θα βγαίνει, λέει, κατόπιν διαγωνισμού ανάμεσα στους ενδιαφερόμενους σιδηροδρομιούχους.

Με το ίδιο «κόλπο», των «άγονων γραμμών», από το 2002 έως και φέτος οι ακτοπλοϊκές εταιρείες έχουν εισπράξει επιδότηση κοντά 2 δισ. ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό (δηλαδή κατά μέσο όρο περισσότερα από 130 εκατομμύρια το χρόνο).

25 δισ. ευρώ «τοποθέτησε» το Δημόσιο στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών το 2013 (τότε που «κουρεύτηκαν» και 8,5 δισ.  από τα ασφαλιστικά ταμεία των εργαζομένων), ενώ από το 2008 έως το 2010 οι κυβερνήσεις Καραμανλή και Παπανδρέου είχαν ήδη «στηρίξει» τις τράπεζες με κρατικές εγγυήσεις 128 δισ.

Κλείνουμε αυτή τη μικρή ανθολόγηση με το «ανυπολόγιστο» χρηματικό ποσό που το κεφάλαιο έχει ήδη εισπράξει από τον ΟΑΕΔ, έτσι ώστε ο «Έλληνας φορολογούμενος» να πληρώνει στους εργοδότες τους μισθούς του προσωπικού τους, με τα κέρδη που βγαίνουν από την εργασία αυτού του προσωπικού να παραμένουν – εννοείται (!!!) – στις τσέπες των εργοδοτών. Για να πάρει κανείς μια ιδέα για αυτό το χρηματικό μέγεθος, αρκεί να πούμε ότι η σχετική νομοθετική ρύθμιση «για την καταπολέμηση της ανεργίας» έχει ήδη ένα βάθος χρόνου 20ετίας (1996),  και ότι μια που από τότε η ανεργία δεν καταπολεμήθηκε και τόσο πολύ, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αποφάσισε τις προάλλες ότι στο εξής οι εργοδότες θα εισπράττουν απευθείας το επίδομα ανεργίας (360 ευρώ το μήνα) των ανέργων που προσλαμβάνουν  και θα πληρώνουν για μισθό μόνο τη διαφορά (226 ή και 151 ευρώ το μήνα).

Κι αυτός είναι ο καπιταλισμός, που θέλει λέει και «λιγότερο κράτος», και που οι διάφοροι οικονομικοί και πολιτικοί του εκπρόσωποι βρίζουν τον «κακομαθημένο» λαό που τα «περιμένει όλα από το κράτος». Αυτή είναι η «ιδιωτική πρωτοβουλία» που δεν ανέχεται την «κρατικοδίαιτη» οικονομία και έχει τσακίσει τους εργαζόμενους με την «ανάπτυξή» της και με την «κρίση» της. Αυτή είναι η απάντηση στο ερώτημα «που πήγαν (και πού πάνε) τα λεφτά» κι αυτά είναι τα λεφτά που «όλοι μας» τα χρωστάμε, που «όλοι μαζί τα τρώμε» και που «όλοι μας» πρέπει να θυσιάσουμε τις ζωές μας για να τους τα (ξανα)πληρώσουμε και για να τους τα πληρώνουμε εσαεί από γενιά σε γενιά. Αυτή είναι η τάξη των κεφαλαιοκρατών, η… «ηγέτιδα τάξη«,  που η ιστορία την έχει πια καταστήσει συλλογικό φεουδάρχη της κοινωνίας με τους εργαζόμενους σε καθημερινή αγγαρεία για τη χλιδή των «αφεντάδων»: αγγαρεία για να φτιαχτεί ο δρόμος από τους «τυχερούς» που θα δουλέψουν στην κατασκευή του, αγγαρεία από όλο το λαό για να πληρωθούν τα δάνεια των κατασκευών, αγγαρεία για να πληρωθούν τα διόδια, αγγαρεία για να «αποζημιωθεί» ο «δρόμος» αν δεν του φτάνουν οι «πελάτες», αγγαρεία για τις τράπεζες, αγγαρεία για τις «άγονες γραμμές» των σιδηροδρομιούχων και των εφοπλιστών, αγγαρεία απ’ όλο το λαό για να πληρωθούν στους εργοδότες οι μισθοί των εργατών τους ώστε να αυξάνεται η κερδοφορία και η «ανταγωνιστικότητα» του κεφαλαίου.

Αυτός είναι ο καπιταλισμός που έχει πεθάνει, και που εξακολουθεί να απομυζά κάθε ζωτική δύναμη της κοινωνίας.

Κι αυτός είσαι εσύ, που δειλός, μοιραίος κι άβουλος αντάμα, προσμένεις ίσως κάποιο θαύμα.

 


Σε αυτές τις «μη επαναστατικές» συνθήκες που ζούμε

Άσχετα από τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ο καθένας το ότι ζούμε και δρούμε σε «μη επαναστατικές» συνθήκες, το γεγονός ότι οι συνθήκες είναι «μη επαναστατικές» δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση πολιτικής ανταπόκρισης στο ερώτημα το διατυπωνόμενο από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων εργαζόμενων στρωμάτων: τι κυβέρνηση έχει ανάγκη η χώρα. Ερώτημα που καταρχήν δεν σημαίνει «ποιο κόμμα» θα ασκεί την κυβερνητική πολιτική, αλλά ποια κυβερνητική πολιτική πρέπει να ασκηθεί.

Πόσο μάλλον που οι υπάρχουσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, δεν έχουν σαν σύνολο την παραμικρή σχέση με συνθήκες στις οποίες «οι πάνω» διαθέτουν τη βεβαιότητα ότι μπορούν να ζουν  «όπως παλιά», ότι μπορούν «να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους» και στις οποίες «οι κάτω θέλουν να ζουν όπως παλιά». Τέτοιες συνθήκες ήταν οι υπάρχουσες μέχρι το 2010 και έχουν παρέλθει. Από τότε διατηρείται μια κατάσταση διαρκούς «επιδείνωσης, μεγαλύτερης από την συνηθισμένη, της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων». Από τότε, επίσης, είναι εμφανής η αδυναμία μιας οριστικής αναδιάταξης του αστικού πολιτικού σκηνικού τέτοιας που να ενσωματώνει αποτελεσματικά τις εργαζόμενες τάξεις και στρώματα, και μάλιστα σε συνθήκες «ρευστότητας» των διεθνών ανταγωνισμών εντός των οποίων οφείλουν να εντάσσονται και οι βλέψεις της εγχώριας άρχουσας τάξης. Από τότε επίσης, εμφανίστηκε, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της, μια διετής περίοδος «σημαντικού ανεβάσματος της δραστηριότητας των μαζών», διαφορετική από την περίοδο όπου οι μάζες «αφήνονται ήσυχα να τις ληστεύουν». Το ότι αυτή η δραστηριότητα δεν απέκτησε τα χαρακτηριστικά «αυτοτελούς ιστορικής δράσης», καθώς και το γιατί δεν τα απέκτησε, το ότι εκείνη η άνοδος της δραστηριότητας δεν είχε συνέχεια καθώς και το γιατί δεν είχε συνέχεια, το ότι εκείνη η «σύντομη» άνοδος της δραστηριότητας των μαζών έχει δώσει τη θέση της σε μια στάση αναμονής και «απάθειας» αλλά όχι προσαρμογής, το ότι τα προηγούμενα επιδρούν «θετικά» στη δυνατότητα της άρχουσας τάξης να διατηρεί και να επιζητά την αναδιάταξη των μορφών της κυριαρχίας της, αυτά είναι αλήθεια. Αλλά όλα τα παραπάνω μαζί παρμένα, όσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση ύπαρξης επαναστατικών συνθηκών, άλλο τόσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση των συνθηκών σαν τέτοιες που τυπικά και με βάση όλα τους τα γνωρίσματα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «μη επαναστατικές συνθήκες».

Ο γνωστός λενινιστικός ορισμός των επαναστατικών συνθηκών, περιέχει σαν αντίστροφη όψη του και έναν ορισμό των μη επαναστατικών συνθηκών: 1) Οι κορυφές μπορούν να ζουν όπως παλιά, μπορούν να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους.  2) Τα κάτω στρώματα θέλουν να ζουν όπως παλιά. 3) Η ανέχεια και η αθλιότητα των καταπιεζόμενων τάξεων παραμένει η συνηθισμένη, χωρίς επίδείνωσή της. 4) Οι μάζες αφήνονται να τις ληστεύουν ήσυχα, το επίπεδο της δραστηριότητάς τους είναι αυτό των «ειρηνικών» εποχών.

Δεν είναι τέτοιες οι σημερινές συνθήκες, συνολικά παρμένες, όπως δεν είναι και αντίθετες. Είναι «μη επαναστατικές συνθήκες» μόνο σχετικά, δηλαδή μόνο από την άποψη ότι δεν είναι επαναστατικές, όχι όμως από την άποψη της «απόλυτης τιμής» των συνθηκών που θα ορίζονταν ως «μη επαναστατικές». Από την άποψη αυτής της «απόλυτης τιμής» οι υπάρχουσες συνθήκες δεν είναι «μη επαναστατικές». Και ειδικά γύρω από τον καταλυτικό παράγοντα της δραστηριότητας των καταπιεζόμενων τάξεων, το χαμηλό επίπεδο αυτής της δραστηριότητας οφείλεται σε έναν μεγάλο βαθμό  στην  έλλειψη ενός συγκεκριμένου και καθοδηγητικού γι’ αυτές πολιτικού στόχου, τέτοιου που α) να απαντά με γενικό τρόπο στις ανάγκες τους και β) να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι μη-επαναστατικές  αλλά δεν είναι και επαναστατικές, και δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες «ανεξάρτητα από τη θέληση ορισμένων χωριστών ομάδων και κομμάτων, αλλά και από τη θέληση ορισμένων χωριστών τάξεων». Ενός συγκεκριμένου καθοδηγητικού πολιτικού στόχου που να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες, αλλλά είναι συνθήκες γενικού μετεωρισμού ανάμεσα σε μια «παλιά» κατάσταση πραγμάτων και σε μια νέα «ακαθόριστη» στο περιεχόμενό της.

Κι είναι αυτό το «ακαθόριστο» που επιδρά αποφασιστικά στο να διατηρείται σε χαμηλό επίπεδο η δραστηριότητα των μαζών. Που δεν επιτρέπει την ανοδική ανάπτυξη της δραστηριότητάς τους όσο ο γενικός στόχος αυτής δραστηριότητας, τέτοιος που να αντιστοιχεί στις παρούσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, παραμένει ακαθόριστος. Δηλαδή παραμένει τέτοιος που δεν κινητοποιεί σε δραστηριότητα η οποία συνεπάγεται ανατροπή των όρων προσαρμογής των ατόμων στις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις, σε δραστηριότητα η οποία προϋποθέτει θυσία αυτής της προσαρμογής για χάρη ενός πολιτικού στόχου άμεσου, αναγκαίου και γι’ αυτό ικανού να συνεγείρει.  Και ένας τέτοιος πολιτικός στόχος σήμερα ανάγεται άμεσα στο γενικό ζήτημα της κυβέρνησης που έχει ανάγκη η χώρα, δηλαδή της κυβερνητικής πολιτικής που μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων στρωμάτων: σήμερα που, ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων, οι συνθήκες δεν είναι επαναστατικές. Σήμερα που, εντός «μη επαναστατικών» συνθηκών, και επίσης ανεξάρτητα από την ίδια αυτή θέληση, μόνο μια κυβερνητική πολιτική με επαναστατικό περιεχόμενο μπορεί να ανταποκριθεί στις εργατικές – λαϊκές ανάγκες. Και που μόνο ο στόχος μιας τέτοιας πολιτικής μπορεί να ανεβάσει τη δραστηριότητα των μαζών στο ύψος των περιστάσεων, και σε ακόμα ανώτερο ύψος όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν.

Κι αυτός είναι ο στόχος μιας κυβερνητικής πολιτικής η οποία, μαζί με το κρατικό χρέος και τα «μνημόνια», μαζί με τις επαχθείς για το λαό δεσμεύσεις της χώρας στην ΕΕ των μονοπωλίων, αναγκαστικά θα καταργήσει και το ΕΣΠΑ και τον κρατικό δανεισμό… Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά και (για άλλη μια φορά) «ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων», θα πρέπει – στη θέση αυτών – να «δεσμεύσει» τον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο και τις πηγές του στην ικανοποίηση των εργατικών-λαϊκών αναγκών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να διαθέτει την ικανότητα να καθυποτάξει την αντίδραση των σημερινών εγχώριων και ξένων σφετεριστών του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου και των πηγών του, την αντίδραση των καπιταλιστών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να στηρίζεται στην λαϊκή οργάνωση και κινητοποίηση, να αποτελεί εμπνευστή και εκφραστή αυτής της οργάνωσης και κινητοποίησης. Μια κυβερνητική πολιτική την οποία μπορούν να υλοποιήσουν μόνο πολιτικές δυνάμεις, «ομάδες και κόμματα», ταγμένες από την ύπαρξή τους στην υπηρεσία των εργατικών-λαϊκών συμφερόντων ενάντια στην οικονομική και πολιτική εξουσία των εκμεταλλευτών και καταπιεστών του λαού και ενάντια στην πολιτική των κομμάτων τους.

Το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από τη θέση της κυβέρνησης είτε από τη θέση της αντιπολίτευσης, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από την άποψη της λαϊκής κινητοποίησης για την απόκρουση της αντιλαϊκής επίθεσης είτε από την άποψη της λαϊκής αντεπίθεσης για την υλοποίησή του, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι τέτοιος που η διεκδίκησή του φέρνει την αστική τάξη αντιμέτωπη με τις «δικές της» πολιτικές ελευθερίες, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος απαιτεί ουσιαστικά την ίδια οργάνωση του λαού και την ίδια «αυτοτελή ιστορική δράση» του που απαιτεί και κάθε μορφή «απλώς» αντίστασής του στην αντιλαϊκή λαίλαπα, το ότι στο τέλος του αυτός ο πολιτικός στόχος οδηγεί στην αντικατάσταση των οικονομικών και πολιτικών ελευθεριών και της εξουσίας του κεφαλαίου από την οικονομική και πολιτική ελευθερία και εξουσία του εργαζόμενου λαού, στην αντικατάση της οργανωμένης κυριαρχίας των εκμεταλλευτών από την οργανωμένη κυριαρχία του λαού, όλα αυτά μένει να εξηγηθούν. Και καλύτερα από το κάθε τι, τα εξηγεί η ίδια η ανάπτυξη της λαϊκής δραστηριότητας από τη στιγμή που θέτει άμεσα μπροστά της αυτόν τον πολιτικό στόχο και στο κάθε της βήμα για την τελική του πραγμάτωση.


η μεγάλη ληστεία των τραίνων

«Η ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. είναι σήμερα πλέον μια κερδοφόρα επιχείρηση. Η διατήρηση των μετοχών της στην κυριότητα του δημοσίου θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικά οφέλη για τα δημόσια ταμεία. Ταυτόχρονα, η εξαγγελθείσα ιδιωτικοποίηση τραυματίζει οποιοδήποτε μελλοντική προσπάθεια για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό στον κλάδο των μεταφορών και ένταξη της χώρας στα δίκτυα του διεθνούς εμπορίου. Τέλος, προωθείται μια εποχή που η μετακίνηση με το τραίνο αναμένεται διεθνώς να αναγεννηθεί τόσο ως μέσου τουριστικής περιήγησης, όσο ως μέσο μαζικής μεταφοράς για τους πολίτες». Γεώργιος Σταθάκης, 2013

***

Στις 18 Ιανουαρίου υπογράφτηκε η σχετική σύμβαση και η ΤΡΑΙΝΟΣΕ πουλήθηκε στην ιταλική Ferrovie dello Stato Italiane έναντι τιμήματος 45 εκατομμυρίων ευρώ.

Όπως συνήθως, στη φιλολογία που ακολούθησε, κυριάρχησε το ύψος του αντιτίμου: Είναι καλή τιμή τα 45 εκατ. ευρώ για την ΤΡΑΙΝΟΣΕ; Μήπως είναι πολύ φτηνά; Και γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ πριν ελάχιστα χρόνια θεωρούσε λίγα και τα περισσότερα, άλλη μια κολοτούμπα λοιπόν, κλπ.

Αλλά όπως συνήθως, το θέμα είναι αρκετά διαφορετικό και πολύ σοβαρότερο από την τιμή πώλησης, η οποία όταν προβάλλεται ως «το» πρόβλημα απλώς νομιμοποιεί το ξεπούλημα και, για την ακρίβεια, εν προκειμένω (για άλλη μια φορά), νομιμοποιεί μια εν ψυχρώ ληστεία δυσθεώρητου ύψους σε βάρος του λαού, για την οποία ληστεία ευθύνονται η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που «πέτυχε» το ξεπούλημα, οι προηγούμενες κυβερνήσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ που πρώτες έβγαλαν την ΤΡΑΙΝΟΣΕ στο σφυρί (βλ. ΤΑΙΠΕΔ), τα ποικιλόμορφα αστικά ΜΜΕ σαν μηχανισμοί συγκάλυψης του αντιλαϊκού εγκλήματος, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο νόμος της τής «ελευθερίας του ανταγωνισμού» τον οποίο περιλαμβάνει η συνθήκη του Μάαστριχτ και τον οποίο υλοποιούν όλες οι κυβερνήσεις από την ψήφιση της συνθήκης το 1992 έως και σήμερα.

***

Η ΤΡΑΙΝΟΣΕ λοιπόν, ξαναλέμε, «πουλήθηκε» για 45 εκατ. ευρώ, «απαλλαγμένη» από χρέη. Αυτά μεταφέρθηκαν στις πλάτες του συνηθισμένου υποζύγιου της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της καπιταλιστικής κρίσης, στις πλάτες των εργαζόμενων.  Σαν μην έφτανε αυτό, ήδη εδώ και ένα χρόνο (πάλι επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) είχε ολοκληρωθεί η νομοθετική ρύθμιση για την ετήσια κρατική χρηματοδότηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ μέχρι το ποσό των 50 εκατ. ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό για το διάστημα 2015 – 2020, για την «εκτέλεση της υποχρεωτικής δημόσιας υπηρεσίας επιβατικών μεταφορών» (κατά το πρότυπο της επιδότησης των εφοπλιστών για τα δρομολόγια της «άγονης γραμμής»…), ενώ από το 2020 και μετά, η παροχή της υποχρεωτικής υπηρεσίας θα ανατίθεται μέσω «διαγωνιστικής διαδικασίας»…

Έτσι η εταιρεία που «αγόρασε» την ΤΡΑΙΝΟΣΕ, δίνοντας 45 εκατ. έχει εξασφαλισμένες κρατικές επιδοτήσεις (2017-2020)  ποσού 200 εκατ. Οπότε τίθεται και το ερώτημα γιατί να πληρώνει 45 εκατ. για την «αγορά» της αντί να εισπράξει απευθείας 200-45=155 εκατ. ευρώ από το κράτος με το που θα παραλάβει την ΤΡΑΙΝΟΣΕ.

Ρητορικό το ερώτημα. Δεν είναι όμως ρητορεία το ότι τις μέχρι χθες κρατικές επιδοτήσεις προς την κρατική ΤΡΑΙΝΟΣΕ  η Ευρωπαϊκή Ένωση τις θεωρούσε «παράνομες ενισχύσεις» οι οποίες παραβίαζαν την απολυταρχία του «ελεύθερου ανταγωνισμού», ενώ οι κρατικές επιδοτήσεις προς ένα καπιταλιστικό μονοπώλιο θεωρούνται από την ίδια όχι απλώς «νομότυπες» αλλά και.. εκ των ουκ άνευ για την «ανάπτυξη» αυτού του όλο και πιο κρατικοδίαιτου μονοπωλιακού καπιταλισμού, που σαν όλο και πιο κρατικοδίαιτος γίνεται την ίδια στιγμή όλο και πιο αντεργατικός, πιο αντιλαϊκός, πιο αντικοινωνικός. Ας θεωρητικολογήσουμε λίγο: Όσο, από τη μια, πιο κοινωνικός γίνεται ο χαρακτήρας της σύγχρονης παραγωγής και όσο, από την άλλη, πιο ατομική γίνεται η ιδιοποίησή της, άλλο τόσο είναι επόμενο ο καπιταλισμός να αποκτά όλο και πιο αντικοινωνικά χαρακτηριστικά.

Κατά τα άλλα ας σημειώσουμε το γεγονός ότι στο όνομα αυτών των «παράνομων» κρατικών ενισχύσεων προς την κρατική ΤΡΑΙΝΟΣΕ, στο όνομα δηλαδή της «παραβίασης της ελευθερίας του ανταγωνισμού» η Ευρωπαϊκή Ένωση απειλούσε την ΤΡΑΙΝΟΣΕ με λουκέτο, αν δεν… ξεπουλιόταν, και ας σημειώσουμε επίσης το γεγονός ότι την απειλή αυτή την επικαλούνται ως «αγωνία» τους οι ίδιοι οι κυβερνητικοί απολογητές της ΕΕ και του Μάαστριχτ για να δικαιολογήσουν το αντιλαϊκό έγκλημα που διέπραξαν ξεπουλώντας την ΤΡΑΙΝΟΣΕ (όπως λίγο νωρίτερα και μερικές δεκάδες αεροδρόμια, το «φιλέτο» του Ελληνικού, όπως βάζουν μπροστά για να συνεχίσουν το ξεπούλημα των λιμανιών, της «ΔΕΔΔΗΕ» κλπ). Ας σημειώσουμε τέλος, κλείνοντας, το κεφάλαιο των «παράνομων ενισχύσεων», ότι με το ίδιο αιτιολογικό «παραβίασης του ελεύθερου ανταγωνισμού» η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε σαν ποινή το λουκέτο στο «εμπορικό τμήμα» των – κρατικών τότε – Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, που παραμένει κλειστό αν και μέσα στις δυνατότητές του είναι και η κατασκευή σιδηροδρομικών βαγονιών, για να επιστρέψουμε με αυτόν τον τρόπο στο κύριο θέμα.

Στο οποίο κύριο θέμα, μετά από όλα αυτά, δεν έχουμε καν μπει.

***

Διότι το κύριο θέμα βρίσκεται στο γεγονός ότι, προκειμένου να «καταφέρνει ο ΟΣΕ να είναι περιζήτητη νύφη για ορισμένους ξένους επενδυτές» και προκειμένου «η σιδηροδρομική σύνδεση Αθήνας – Θεσσαλονίκης να φιγουράρει ανάμεσα στις πιο δελεαστικές ευρωπαϊκές γραμμές», από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 μέχρι και σήμερα έχει πραγματοποιηθεί και συνεχίζει να πραγματοποιείται ένα τεράστιο έργο εκσυγχρονισμού του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας, το οποίο έργο ο λαός το έχει πληρώσει και συνεχίζει να το πληρώνει με πολλά δισεκατομμύρια ευρώ, το έχει φορτωθεί και συνεχίζει να  το φορτώνεται στις πλάτες του σαν χρέος πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ.  Και η ολοκλήρωση του μεγάλου μέρους αυτού του έργου, χάρη στο οποίο π.χ. το ταξίδι  Αθήνα – Θεσσαλονίκη θα γίνεται σε λιγότερο απο 3,5 ώρες, «συμπίπτει» χρονικά με το ξεπούλημα της ΤΡΑΙΝΟΣΕ… Έτσι, λοιπόν, τον Ιανουάριο του 2010 ο προϋπολογισμός των έργων του σιδηροδρομικού άξονα Πάτρα – Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Ειδομενή/Προμαχώνας (ΠΑΘΕΠ) για τα έτη 2000-2015 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 6,2 δισ. ευρώ. Από αυτά,  4,6 δισ. προέρχονται από την ΕΕ (Γ΄ ΚΠΣ & ΕΣΠΑ) και 1,6 δισ. ευρώ προέρχονται από εθνικούς πόρους. Ας προστεθούν τώρα και οι, εθνικοί μόνο, πόροι των δισ. που δαπανήθηκαν κατά την πρώτη τουλάχιστον πενταετία των έργων. Ας προστεθεί και ο προϋπολογισμός των δισ. (με την όποια κατανομή των πόρων σε ευρωενωσιακούς και εθνικούς) για την κατασκευή και επέκταση του «προαστιακού» που επίσης περνά στην εκμετάλλευση του «αγοραστή». Το συμπέρασμα που βγαίνει αβίαστα είναι ότι υπάρχει κάποιος κερατάς, που στενάζει στην καθημερινή του αγγαρεία, που για τα χρέη «του» σέρνεται δεμένος σαν άλλος Έκτορας στο άρμα των «θεσμών», ο οποίος κερατάς από τους πόρους του ιδρώτα του έβγαλε μερικά δισ. για να κατασκευαστούν οι υποδομές οι οποίες τώρα παραχωρούνται στον «αγοραστή» σαν δωρεάν πάγιο κεφάλαιο της καπιταλιστικής του κερδοφορίας.

***

Στην περίπτωση του ξεπουλήματος της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ακολουθήθηκε κάθε διαστροφικό-καπιταλιστικό-οικονομικό πρότυπο που είχε ακολουθηθεί και σε ανάλογες προηγούμενες περιπτώσεις:

Το πρότυπο της ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ όπου τα χρέη  της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» φορτώθηκαν στις πλάτες του λαού, όπως στις πλάτες του λαού φορτώθηκε και η «εξυγείανση» της κρατικής πια ΑΓΕΤ εωσότου έγινε κερδοφόρα, για να ξεπουληθεί τότε στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Πρώτα σε ένα ιταλικό μονοπώλιο την περίοδο που «συνέπιπτε» με την έναρξη των μεγάλων κρατικών έργων της δεκαετίας του 1990 (μετρό, οδικοί άξονες) και σε συνέχεια σε ένα γαλλικό μονοπώλιο την περίοδο που «συνέπιπτε» με την έναρξη των ολυμπιακών έργων, έως τη σημερινή καπιταλιστική κρίση όπου η ιδιοκτήτρια εταιρεία κλείνει μονάδες  της ΑΓΕΤ γιατί πια «δεν την συμφέρουν».

Το πρότυπο του ΟΤΕ, που πρώτα – σαν εταιρεία «μιας μετοχής και αυτής κρατικής» – εκσυγχρόνισε το δίκτυο όλης της χώρας αντικαθιστώντας τα χάλκινα σύρματα με οπτικές ίνες, για να «περάσει» κατόπιν στα χέρια της γερμανικής Ντόιτσε Τέλεκομ.

Το πρότυπο της «αυτοχρηματοδότησης» των οδικών αξόνων, που συνίσταται στο ότι το κράτος πληρώνει την κατασκευή τους και οι μονοπωλιακοί κατασκευαστικοί όμιλοι εισπράττουν τα διόδια, με τη διαφορά στην περίπτωση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ότι τα εισητήρια δεν θα τα κόβει ο κατασκευαστικός όμιλος αλλά ο επιχειρηματικός όμιλος που την «αγόρασε».

Το πρότυπο της Αγροτικής Τράπεζας που τεμαχίστηκε σε «κακή», την οποία φορτώθηκε ο λαός, και σε «καλή» η οποία μεταβιβάστηκε στον όμιλο Σαλά. Το πρότυπο επίσης της ΔΕΗ, η οποία για τις ανάγκες του ξεπουλήματός της και της «ελευθερίας του ανταγωνισμού» τεμαχίστηκε σε φέτες. Άλλη «φέτα» για την παραγωγή του ρεύματος, άλλη για τη διανομή του κ.ο.κ., σε «μεγάλη ΔΕΗ», σε «μικρή ΔΕΗ», σε διάφορες επιχειρήσεις με μυστικιστικά αρκτικόλεξα (ΑΔΜΗΕ, ΔΕΔΔΗΕ κλπ) που κανείς «απλός άνθρωπος» δεν ξέρει τι σημαίνουν τα αρχικά τους και τι κάνουν αυτές οι επιχειρήσεις, τέλειος κοινωνικός αναλφαβητισμός δηλαδή. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν, από το 1996 (όταν μόλις είχαν αρχίσει τα έργα εκσυγχρονισμού του σιδηροδρομικού δικτύου) η κυβέρνηση (ΠΑΣΟΚ) έδεσε τον ενιαίο κρατικό ΟΣΕ στο κρεβάτι του Προκρούστη και άρχισε να τον τεμαχίζει: Από τη μέση και κάτω ΕΡΓΟΣΕ, η επιχείρηση που αναθέτει σε μονοπωλιακούς κατασκευαστικούς ομίλους και πληρώνει τα  έργα κατασκευής των σιδηροδρομικών υποδομών. Από τη μέση και πάνω, το 2005 (ΝΔ), ΤΡΑΙΝΟΣΕ, η επιχείρηση που εκτελεί το συγκοινωνιακό έργο, δηλαδή η επιχείρηση που αξιοποιεί, που εκμεταλλεύεται τις υποδομές που κατασκευάζει η ΕΡΓΟΣΕ…

Όπως είναι φανερό, η ΕΡΓΟΣΕ που πληρώνει την κατασκευή και συντήρηση των υποδομών αποτελεί ας πούμε τον «κακό ΟΣΕ» και η ΤΡΑΙΝΟΣΕ που εκμεταλλεύεται αυτές τις υποδομές αποτελεί τον «καλό ΟΣΕ». Και όπως μπορεί πια και ένα μικρό παιδί να μαντέψει, η ΕΡΓΟΣΕ θα παραμείνει κρατική ενώ η ΤΡΑΙΝΟΣΕ, η «περιζήτητη νύφη», η «δελεαστική», ξεπουλήθηκε. Το 2017 (ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ).

Βρε «πού πήγαν τα λεφτά»… Και πού εξακολουθούν να πηγαίνουν, βεβαίως – βεβαίως!

***

Μετά από όλα αυτά, ας ανατρέξουμε, ένα χρόνο νωρίτερα, σε εκείνη τη συνεδρίαση Επιτροπής της Βουλής, όπου ο υπουργός Μεταφορών, Υποδομών και Δικτύων, Χρ. Σπίρτζης, «επέρριψε ευθύνες στην προηγούμενη κυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ για τον άγονο διαγωνισμό, λέγοντας ότι ‘θα πρέπει να απολογηθούν όσοι σχεδίασαν τον διαγωνισμό γιατί απέτυχε, ενώ ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση θα προωθήσει με αποφασιστικότητα την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας, γιατί ‘αυτό είναι μία δέσμευση όχι μόνο σε σχέση με τους δανειστές αλλά το έχει ζητήσει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή».

Αλήθεια, μήπως εν προκειμένω δεν πρέπει να απολογηθεί, απέναντι στο λαό, η προηγούμενη κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ για την «αποτυχία» της, αλλά η σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για την «επιτυχία» της;

***

Η «μεγάλη ληστεία των τραίνων», ληστεία δισεκατομμυρίων ευρώ, δεν είναι άλλη από το ξεπούλημα της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, τελεία και παύλα. Το θέμα θα μπορούσε να ολοκληρωθεί εδώ. Παρ’ όλα αυτά ας δώσουμε μια παράταση για κάποιες «επιμέρους» πλευρές του, που μπορεί με τον ένα άλλο τρόπο να απασχολούν:

Πρώτη τέτοια πλευρά: Το ζήτημα των «κοινοτικών», ευρωενωσιακών ενισχύσεων για την κατασκευή των σιδηροδρομικών υποδομών. Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε, ότι το πιο δύσκολο θέμα στην διαδικτυακή αναζήτηση, για τις ανάγκες αυτού του κειμένου, ήταν να «ανακαλυφθεί» το συνολικό κόστος των έργων και η κατανομή αυτού του κόστους. Κι όμως θα έπρεπε να είναι πανεύκολα προσβάσιμη κάθε πληροφορία αυτού του είδους. Έτσι π.χ. δεν μπόρεσα να βρω το ποσό που δαπανήθηκε από ΟΣΕ – ΕΡΓΟΣΕ για την περίοδο 1995-2000, πριν δηλαδή αρχίσει η ευρωενωσιακή συγχρηματοδότηση των έργων. Όπως δεν μπόρεσα να βρω και την κατανομή των ποσών για την κατασκευή του «προαστιακού», ο οποίος από το 2007 «απορροφήθηκε» από την ΤΡΑΙΝΟΣΕ, και ο οποίος το 2003 φέρεται να έχει κοστίσει «περίπου ένα δισ. ευρώ», ενώ η επέκτασή του συνεχίζεται και σήμερα. Εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέρθηκε ήδη, το 2010 ο προϋπολογισμός των έργων του σιδηροδρομικού άξονα Πάτρα – Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Ειδομενή/Προμαχώνας (ΠΑΘΕΠ) ανερχόταν, για τα έτη 2000-2015, στο συνολικό ποσό των 6,2 δισ. ευρώ. Και από αυτά,  4,6 δισ. προέρχονται από την ΕΕ (Γ΄ ΚΠΣ & ΕΣΠΑ) και 1,6 δισ. ευρώ προέρχονται από εθνικούς πόρους.

Θα πρέπει όμως να ξεκαθαριστεί το εξής: Δεν μπαίνουμε εδώ βαθύτερα στο πραγματικό ερώτημα  πόσα μάς δίνει και πώς μας τα δίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε πόσα μάς παίρνει και πώς μας τα παίρνει. Περιοριζόμαστε στο εξής: Όσο υπόλογη είναι απέναντι στον ελληνικό λαό η ελληνική κυβέρνηση (και διαχρονικά οι ελληνικές κυβερνήσεις) για τη ληστεία σε βάρος του την οποία αποτελεί το ξεπούλημα της ΤΡΑΙΝΟΣΕ (και φυσικά: όχι μόνο), άλλο τόσο υπόλογη είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι και στον ελληνικό και σε κάθε λαό των κρατών-μελών της. Όσο οφείλουν οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις και τα ελληνικά κόμματα του καπιταλιστικού-ευρωπαϊκίστικου «τόξου» να «εξηγήσουν» στον «Έλληνα φορολογούμενο» πώς και γιατί τον βάζουν να πληρώσει πολύ περισσότερα από 1,6 δισ. για τις ράγες που πάνω της θα τσουλήσουν τα… ταμεία της οποιασδήποτε καπιταλιστικής επιχείρησης, άλλο τόσο οφείλει η Ευρωπαϊκή Ένωση να εξηγήσει το ίδιο πράγμα στον Γερμανό, τον Γάλλο, τον Ιταλό, τον Ισπανό, τον «ευρωπαίο φορολογούμενο» για τα 4,6 δισ. που τον χρεώνει προκειμένου να συσσωρεύονται κέρδη στα ταμεία των επιχειρηματικών ομίλων.

Δεύτερη πλευρά: Η «Ferrovie dello Stato Italiane», η εταιρεία που «αγόρασε» την ΤΡΑΙΝΟΣΕ είναι ιταλική κρατική σιδηροδρομική εταιρεία. «Κρατική». Επομένως;

Επομένως, αναδεικνύεται ο ρόλος που επιτελεί το κράτος της δικτατορίας των μονοπωλίων, στην γενική επιβολή των όρων του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Η σύμφυση του τραπεζικού και του εμποροβιομηχανικού κεφαλαίου σε ένα «ενιαίο» χρηματιστικό κεφάλαιο  συμπληρώνεται με τη σύμφυση του καπιταλιστικού κράτους με τα καπιταλιστικά μονοπώλια. Και αυτός είναι ο μονοπωλιακός, δηλαδή ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός. Αναδεικνύεται επίσης ένα μέρος των σχέσεων ανάμεσα σε κράτη, οι σχέσεις της μεταξύ τους ανισομετρίας, οι τέτοιες μεταξύ τους σχέσεις που «στην εποχή του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού γίνονται γενικό σύστημα, αποτελούν μέρος του συνόλου των σχέσεων του ‘μοιράσματος του κόσμου’, μετατρέπονται σε κρίκους της αλυσίδας των πράξεων του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου» (Λένιν, Ιμπεριαλισμός, σελ. 101). Είναι λοιπόν μια «κρατική επιχείρηση» αυτή που εν προκειμένω βάζει τους καρπούς του κοινωνικού εργατικού, λαϊκού μόχθου στην τροχιά της «ανοιχτής αγοράς», της «ελευθερίας κίνησης των κεφαλαίων», της «ελευθερίας του ανταγωνισμού», της κερδοφορίας των μονοπωλίων και της εξουσίας που πηγάζει από αυτήν και που τη στηρίζει.

Αλλά μήπως και ο ελληνικός κρατικός ΟΤΕ δεν έκανε  στα Βαλκάνια «μπίζνες» παρόμοιες με της ιταλικής σιδηροδρομικής εταιρείας, μέχρι να πουληθεί στην επίσης κρατική γερμανική εταιρία; Αλλά μήπως, επίσης, και η ίδια αυτή η κρατική ιταλική εταιρεία δεν βρίσκεται ήδη στο δρόμο της ιδιωτικοποίησης, μήπως δεν χαρακτηρίζεται ήδη ως «κρατική εταιρεία υπό ιδιωτικοποίηση», η οποία: «υλοποιεί εκτεταμένο πλάνο ανάπτυξης ώστε να δημιουργήσει τις καλύτερες συνθήκες μέσα στις οποίες θα πραγματοποιήσει την αποκρατικοποίησή της. Στοχεύει δηλαδή σε initial public offering, δηλαδή σε εισαγωγή στο χρηματιστήριο με πώληση μέρους των μετοχών της. Το πλάνο αφορά στην περίοδο 2014-2017 και προβλέπει έσοδα 9,5 δισ. ευρώ και λειτουργικά κέρδη EBITDA 2,5 δισ. ευρώ. Ήδη η εταιρεία έκλεισε το 2015 με έσοδα 8,6 δισ. ευρώ. Με την εξαγορά της ΤΡΑΙΝΟΣΕ θα προσθέσει τζίρο 125 εκατ. ευρώ, με κόστος μόλις 45 εκατ. ευρώ»; Μήπως τώρα δεν είναι πιο «χειροπιαστό» τι σημαίνει «κρίκοι της αλυσίδας των πράξεων του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου»;

Τρίτη και τελευταία πλευρά: Μερικά πράγματα είναι τόσο ξένα προς την «κοινή λογική», που φαντάζουν απίστευτα. Πώς μπορεί η «κοινή λογική» να «χωνέψει» π.χ. στην περίπτωση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ότι είναι «οικονομία» να πληρώνει ένα κράτος κάμποσα δισ. για να φτιάξει ράγες και ηλεκτροδότηση εκατοντάδων χιλιομέτρων, γέφυρες, σήραγγες κλπ, και κατόπιν να εγκαταστεθείς πάνω σε αυτές τις ράγες εσύ ή εγώ και να κόβεις εισητήρια για λογαριασμό σου. Και πώς μπορεί η «κοινή λογική» να χωνέψει ότι έχει δίκιο αυτή και όχι οι «μορφωμένοι άνθρωποι», οι «ειδικοί» πάνω σε αυτά τα ζητήματα, τα οποία στο κάτω-κάτω ίσως είναι πολύ πιο περίπλοκα από όσο φαίνονται…

Κι όμως μερικά πράγματα μπορούν στ’ αλήθεια να τα καταλάβουν και τα παιδιά του δημοτικού… Όσο καλά μπορούν, για παράδειγμα, τα παιδιά δημοτικού να καταλάβουν ότι «η καλή μας αγελάδα βόσκει κάτω στη λιακάδα μικρά χόρτα και μεγάλα για να κατεβάσει γάλα», την ίδια ώρα που επιστήμονες με διδακτορικά στην υπηρεσία του καπιταλιστικού κέρδους μπορούν να ταΐζουν την αγελάδα με τα οστεάλευρα της μαμάς της…

Και απλώς, αν είναι τόσο μεγάλη η διάσταση ανάμεσα σε αυτό που μπορούν και τα μικρά παιδιά να το καταλάβουν και στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τα πράγματα οι επιστημονικοί και πολιτικοί διαχειριστές των υποθέσεων του μονοπωλιακού κεφαλαίου, αυτό μάλλον οφείλεται στο οριστικό «διαζύγιο» του καπιταλιστικού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού  από οτιδήποτε σε αυτόν θα μπορούσε να αποτελεί λειτουργία που να υπηρετεί τις κοινωνικές σχέσεις. Κι αυτό το «διαζύγιο» δεν εκφράζεται μόνο στην περίπτωση της διατροφής των αγελάδων αλλά και στο πεδίο της οικονομικής διαχείρισης.

Στις παραμονές της γαλλικής επανάστασης, όταν οι φεουδαρχικές σχέσεις είχαν πια οριστικά ξεπεραστεί από την τότε ανάπτυξη του χαρακτήρα της παραγωγής, η Μαρία-Αντουανέτα είπε, λένε, για τους φτωχούς «αν δεν έχουν ψωμί ας φάνε παντεσπάνι». Μια πρόταση ανήκουστη για τη λογική των φτωχών, όμως για τη Μαρία-Αντουανέτα και τη δική της αντίληψη των πραγμάτων μια πρόταση απόλυτα λογική. Απλή διάσταση απόψεων…