το δικαίωμα στην εργασία και ο κόσμος από την σκοπιά του

«…Στο πρώτο σχέδιο συντάγματος που καταρτίστηκε πριν από τις μέρες του Ιούνη, βρισκόταν ακόμα το «droit au travail», το δικαίωμα στην εργασία, η πρώτη αδέξια διατύπωση όπου συνοψίζονται οι επαναστατικές αξιώσεις του προλεταριάτου. Αυτό μετατράπηκε στο droit al’ assistance, στο δικαίωμα να παίρνει βοήθημα απ’ το δημόσιο. Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο; Το δικαίωμα στην εργασία είναι, με την αστική έννοια, ένας παραλογισμός, ένας άθλιος, ευσεβής πόθος. Πίσω όμως απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους. Πίσω από το «δικαίωμα στην εργασία» βρισκόταν η εξέγερση του Ιούνη. Η συντακτική συνέλευση, που έθετε ουσιαστικά το επαναστατικό προλεταριάτο εκτός νόμου, ήταν για λόγους αρχής υποχρεωμένη να βγάλει τη διατύπωση του δικαιώματος της εργασίας απ’ το σύνταγμα, αυτό το νόμο των νόμων, ήταν υποχρεωμένη να ρίξει το ανάθεμα στο «δικαίωμα στην εργασία»…»

(Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, ΣΕ, σελ. 78-79)

***

Μάλλον σαν αποτύπωση πολιτικών συσχετισμών στο πεδίο της ιδεολογίας, στο μεταπολιτευτικό σύνταγμα του 1975 όπως ισχύει και σήμερα, διακηρύχτηκε, στο άρθρο 22, ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

Βέβαια τι «δικαίωμα», αφού με την αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 του ίδιου αυτού συντάγματος η διάταξη σύμφωνα με την οποία, για τους υπαλλήλους του δημοσίου που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου «απαγορεύεται»  η από το νόμο μονιμοποίησή τους ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό, τουλάχιστον για την ώρα , γιατί τι άλλο αν όχι ευτελισμός της έννοιας του «συντάγματος» είναι η πρόστυχη εισαγωγή μιας διάταξής του σαν κι αυτής, που «απαγορεύει τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου»;  Το 2001, άλλωστε, είναι μια χρονιά όπου ήδη η ελληνική άρχουσα τάξη είχε αρχίσει να στενεύεται από το σύνταγμά της: Δυο μόλις χρόνια πριν η κυβέρνηση Σημίτη το είχε παραβιάσει κατάφορα επιτρέποντας χωρίς  νόμο ψηφισμένο από τη βουλή (άρθρο 27) τη διέλευση των «χερσαίων» της «συμμαχίας» που επέδραμε κατά της Γιουγκοσλαβίας, ενώ στην αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε επίσης (στο άρθρο 28) και η «ερμηνευτική δήλωση» που καθιερώνει σαν υπέρτερο έναντι του εθνικού το δίκαιο της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και θεσμοθετεί την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας ως «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Και έμελε, σε λιγότερο από μια δεκαετία, να έρθει και η ώρα που το ίδιο αυτό άρθρο 28 θα  ανασκολοπιζόταν διαδοχικά από τις κυβερνήσεις Παπαδήμου, Σαμαρά και Τσίπρα, κάθε φορά που ψήφιζαν χωρίς  την προβλεπόμενη πλειοψηφία των 3/5 την εκχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων στους «θεσμούς» των μνημονίων. Βέβαια πρέπει να αναγνωρίσουμε στην «πρώτη φορά αριστερά» ότι το 3ο μνημόνιο είναι από αυτήν την άποψη και το μόνο «συνταγματικό», αφού με αστική ευγένεια μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ το υπερψήφισαν επίσης η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, οπότε εν προκειμένω ουδείς λόγος ενεργοποίησης του  «πατριωτισμού των Ελλήνων»…

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας: Λέγαμε λοιπόν ότι το άρθρο 22 αναγνωρίζει την εργασία σαν δικαίωμα και ότι παραβλέπουμε σαν ευτελισμό του συντάγματος την «απαγόρευση μετατροπής συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου».  Αυτό που όμως δεν μπορούμε να  παραβλέψουμε, είναι ότι απέναντι στο δικαίωμα της εργασίας του άρθρου 22 ορθώνεται η προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17, στην οποία βέβαια περιλαμβάνεται και η προστασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (αυτής της ίδιας που  αποθεώνεται με τις «ελευθερίες» της συνθήκης του Μάαστριχτ), η οποία ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποτελεί και το άκρο αντίθετο του δικαιώματος στην εργασία. Το λέει η επιστήμη, το λέει ο Μαρξ: «Πίσω απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους». Και οφείλουμε στην πολιτική οικονομία να είμαστε μαρξιστές με την ίδια έννοια που στις φυσικές επιστήμες είμαστε οπαδοί του Νεύτωνα. Το λέει ο Τσε.

Τι κάνουμε λοιπόν τώρα, που το δικαίωμα στην εργασία του άρθρου 22 προσκρούει στην προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17; Ευτυχώς για την «αστική νομιμότητα» οι ιδεολογικοί συσχετισμοί της μεταπολίτευσης άφησαν κι εδώ τη σφραγίδα τους: Διότι ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 17 «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους», αλλά συνεχίζει το ίδιο άρθρο: «τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».  Και πόσο «γενικό συμφέρον» δεν είναι το (και συνταγματικά προβλεπόμενο) δικαίωμα στην εργασία, ώστε να μη μπει φραγμός (να ασκηθεί «βία») στα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και μάλιστα κατά τρόπο που να αφήνει αδιατάρακτη την υφιστάμενη «αστική νομιμότητα»!!! Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα!

Να λοιπόν πεδίο δόξας για τον πατριωτισμό του λαού, στον οποίο «επαφίεται η τήρηση» (άρθρο 120) του δικαιώματος στην εργασία (άρθρο 22) και η «βία» εναντίον των  δικαιωμάτων και «ελευθεριών» που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ασκούνται σε βάρος του δικαιώματος στην εργασία δηλαδή «σε βάρος του γενικού συμφέροντος» δηλαδή αντικοινωνικά (άρθρο 17). Αν μπορούνε, άλλωστε, ας ασκηθούνε κι αλλιώς. 

***

Το 1848-1850 η αντεπανάσταση μετέτρεψε το «δικαίωμα στην εργασία» σε «δικαίωμα σε βοήθημα». Το 2015-2017 ο ΣΥΡΙΖΑ μετέτρεψε το «ψωμί – παιδεία – ελευθερία» σε «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» ή σε «κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης», όπως το μετονόμασε νομίζοντας ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ελάχιστη εγγυημένη εξαθλίωση και στο κοινωνικό επίδομα εξαθλίωσης…

«Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο;»

Ο Τσίπρας, προχθές είπε στον Κουτσούμπα, ότι καλή βέβαια και η Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά τώρα «πάμε μπροστά»… Όμως ήταν το 1850, δηλαδή πριν 167 ολόκληρα χρόνια, τότε που ο Μαρξ μιλούσε για «σύγχρονο κράτος». Οπότε, και το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, δεν εξαρτάται από τη χρονολογία αναφοράς. Οι χρονολογίες διαδέχονται η μια την άλλη και χωρίς εμάς. Το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, εξαρτάται από τις απαιτήσεις που έχει κανείς σήμερα από ένα «σύγχρονο κράτος». Και εαν εν έτει 2012 θεωρεί κανείς «σύγχρονο» το κράτος που (ήδη από το 1850) «τρέφει τους απόρους του», τότε αυτός δεν μας οδηγεί «μπροστά» αλλά στο «βάθος του χρόνου», και το βάθος του χρόνου βρίσκεται πάντοτε στο ιστορικό παρελθόν, δε φτάνουμε εκεί «πηγαίνοντας μπροστά» αλλά οπισθοδρομώντας ιστορικά, αυτός δεν είναι ο δρόμος της ιστορικής προόδου αλλά ο δρόμος της ιστορικής αντίδρασης.

***

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στο ψωμί, στην παιδεία, στην ελευθερία. Δεν είναι το δικαίωμα των απόρων σε βοήθημα. Είναι η αναγνώριση της εργασίας σαν πρωταρχικού πόρου και του δικαιώματος της κοινωνίας να μην τρέφει άπορους γιατί δεν διαθέτει άπορους.

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στην ικανοποίηση της πιο πρωταρχικής ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, της ανάγκης της παραγωγής από τον άνθρωπο των όρων της ίδιας του της ύπαρξης. Ανάγκη που η ικανοποίησή της αποτελεί ταυτόχρονα και όρο του εξανθρωπισμού του ανθρώπου, όρο που καθιστά τον άνθρωπο δημιουργό της ζωής του και τη ζωή του – τον ίδιο του τον εαυτό – δικό του δημιούργημα. Ο αποκλεισμός από το δικαίωμα στην εργασία ισοδυναμούσε και ισοδυναμεί πάντα με κοινωνικό εξοστρακισμό, ακόμη κι αν κάθε «σύγχρονο» κράτος τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο…

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον καταναγκασμό στην απλήρωτη υπερεργασία και γι’ αυτό είναι κοινωνικό και ατομικό δικαίωμα των εργαζόμενων στον καρπό της εργασίας τους. Ο καταναγκασμός στην απλήρωτη υπερεργασία είναι συνέπεια της εμπράγματης άρνησης του δικαιώματος στην εργασία, είναι συνέπεια του χωρισμού των μέσων της εργασίας από τον εργάτη, συνέπεια της αποστέρησης από τον εργάτη των μέσων της εργασίας του και της περιέλευσής τους στον κάτοχο των μέσων παραγωγής. Χωρίς αυτόν τον χωρισμό, χωρίς αυτήν την περιέλευση, δεν θα ήταν δυνατή η άρνηση της εργασίας σαν δικαιώματος και η αντικατάστασή της από το αντίθετό της:  από τον καταναγκασμό στην απλήρωτη εργασία ή στην ανεργία. Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με τον καταναγκασμό στην υποδούλωση: χωρίς την άρνηση του δικαιώματος στην εργασία δεν θα μπορούσε να υπάρχει καταναγκασμός στην υποδούλωση και μόνο από τον καταναγκασμό στην υποδούλωση μπορεί να προέλθει η άρνηση του δικαιώματος στην εργασία.

***

Η ταξική, εκμεταλλευτική κοινωνία στη θέση της ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, που με το δικαίωμα στην εργασία απαιτεί την ικανοποίησή της, εγκαθιστά τον ταξικό καταναγκασμό. Στη θέση της εργασίας σαν αναγκαίας φυσικής ελεύθερης κοινωνικής ανθρώπινης δραστηριότητας εγκαθιστά την εργασία σαν καταναγκαστική ταξική υποδούλωση.

Η κυρίαρχη ιδεολογία της ταξικής, εκμεταλλευτικής κοινωνίας περιφρονεί το δικαίωμα στην εργασία. Η εργασία γι’ αυτήν είναι άλλωστε «σήμα» του υπόδουλου. Για την κυρίαρχη ιδεολογία στην πρώτη θέση βρίσκεται το δικαίωμα στην αεργία που η εμπράγματη βάση και ολοκλήρωσή του συνίσταται στο δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής της κοινωνίας σαν όρο χρησιμοποίησης και εκμετάλλευσης ξένης εργασίας. Στην κορυφή της αξιακής κοινωνικής ιεραρχίας η κοινωνικά κυρίαρχη ταξική ιδεολογία δεν τοποθετεί το δικαίωμα στην εργασία αλλά, με την ονομασία «δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής», τοποθετεί το δικαίωμα στην αεργία και στην ιδιοποίηση της ξένης εργασίας, ως όρο αυτεπίγνωσης της κυρίαρχης τάξης και ταυτόχρονα ως όρο ιδεολογικής αλλοτρίωσης της υπόδουλης τάξης. Το δεύτερο στη βάση ήδη του γεγονότος ότι ο κοινωνικός καταναγκασμός με τη μορφή της υποδουλωμένης εργασίας επικαλύπτει και συγκαλύπτει την εργασία σαν πρωταρχική ανθρώπινη ζωτική ανάγκη, συνιστά άρνησή της.

Το δικαίωμα στην εργασία και η διεκδίκησή του βρίσκεται σε αντίθεση με την εμπράγματη και ιδεολογική αλλοτρίωση των εργαζομένων, των απαλλότριων από τα μέσα παραγωγής, των προλετάριων.

***

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με το καθεστώς αγοραπωλησίας του εμπορεύματος «εργατική δύναμη»: Κανένα  εμπόρευμα δεν πωλείται «δικαιωματικά», δικαιωματικά απλώς διατίθεται προς πώληση, αλλά αυτή εξαρτάται από την προσφορά και την ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Δικαίωμα στην εργασία σημαίνει τον κοινωνικό σχεδιασμό στη θέση της τυφλής κυριαρχίας της προσφοράς και ζήτησης των εμπορευμάτων, σημαίνει την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης στη θέση της πολιτικής οικονομίας του κεφαλαίου.

ΓΕΦΥΡΑ-ΑΦΙΣΣΑ-1

κινητοποιηση-δουλεια-για-ολους-20170625

 

 

 

Advertisements

Σε αυτές τις «μη επαναστατικές» συνθήκες που ζούμε

Άσχετα από τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ο καθένας το ότι ζούμε και δρούμε σε «μη επαναστατικές» συνθήκες, το γεγονός ότι οι συνθήκες είναι «μη επαναστατικές» δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση πολιτικής ανταπόκρισης στο ερώτημα το διατυπωνόμενο από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων εργαζόμενων στρωμάτων: τι κυβέρνηση έχει ανάγκη η χώρα. Ερώτημα που καταρχήν δεν σημαίνει «ποιο κόμμα» θα ασκεί την κυβερνητική πολιτική, αλλά ποια κυβερνητική πολιτική πρέπει να ασκηθεί.

Πόσο μάλλον που οι υπάρχουσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, δεν έχουν σαν σύνολο την παραμικρή σχέση με συνθήκες στις οποίες «οι πάνω» διαθέτουν τη βεβαιότητα ότι μπορούν να ζουν  «όπως παλιά», ότι μπορούν «να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους» και στις οποίες «οι κάτω θέλουν να ζουν όπως παλιά». Τέτοιες συνθήκες ήταν οι υπάρχουσες μέχρι το 2010 και έχουν παρέλθει. Από τότε διατηρείται μια κατάσταση διαρκούς «επιδείνωσης, μεγαλύτερης από την συνηθισμένη, της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων». Από τότε, επίσης, είναι εμφανής η αδυναμία μιας οριστικής αναδιάταξης του αστικού πολιτικού σκηνικού τέτοιας που να ενσωματώνει αποτελεσματικά τις εργαζόμενες τάξεις και στρώματα, και μάλιστα σε συνθήκες «ρευστότητας» των διεθνών ανταγωνισμών εντός των οποίων οφείλουν να εντάσσονται και οι βλέψεις της εγχώριας άρχουσας τάξης. Από τότε επίσης, εμφανίστηκε, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της, μια διετής περίοδος «σημαντικού ανεβάσματος της δραστηριότητας των μαζών», διαφορετική από την περίοδο όπου οι μάζες «αφήνονται ήσυχα να τις ληστεύουν». Το ότι αυτή η δραστηριότητα δεν απέκτησε τα χαρακτηριστικά «αυτοτελούς ιστορικής δράσης», καθώς και το γιατί δεν τα απέκτησε, το ότι εκείνη η άνοδος της δραστηριότητας δεν είχε συνέχεια καθώς και το γιατί δεν είχε συνέχεια, το ότι εκείνη η «σύντομη» άνοδος της δραστηριότητας των μαζών έχει δώσει τη θέση της σε μια στάση αναμονής και «απάθειας» αλλά όχι προσαρμογής, το ότι τα προηγούμενα επιδρούν «θετικά» στη δυνατότητα της άρχουσας τάξης να διατηρεί και να επιζητά την αναδιάταξη των μορφών της κυριαρχίας της, αυτά είναι αλήθεια. Αλλά όλα τα παραπάνω μαζί παρμένα, όσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση ύπαρξης επαναστατικών συνθηκών, άλλο τόσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση των συνθηκών σαν τέτοιες που τυπικά και με βάση όλα τους τα γνωρίσματα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «μη επαναστατικές συνθήκες».

Ο γνωστός λενινιστικός ορισμός των επαναστατικών συνθηκών, περιέχει σαν αντίστροφη όψη του και έναν ορισμό των μη επαναστατικών συνθηκών: 1) Οι κορυφές μπορούν να ζουν όπως παλιά, μπορούν να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους.  2) Τα κάτω στρώματα θέλουν να ζουν όπως παλιά. 3) Η ανέχεια και η αθλιότητα των καταπιεζόμενων τάξεων παραμένει η συνηθισμένη, χωρίς επίδείνωσή της. 4) Οι μάζες αφήνονται να τις ληστεύουν ήσυχα, το επίπεδο της δραστηριότητάς τους είναι αυτό των «ειρηνικών» εποχών.

Δεν είναι τέτοιες οι σημερινές συνθήκες, συνολικά παρμένες, όπως δεν είναι και αντίθετες. Είναι «μη επαναστατικές συνθήκες» μόνο σχετικά, δηλαδή μόνο από την άποψη ότι δεν είναι επαναστατικές, όχι όμως από την άποψη της «απόλυτης τιμής» των συνθηκών που θα ορίζονταν ως «μη επαναστατικές». Από την άποψη αυτής της «απόλυτης τιμής» οι υπάρχουσες συνθήκες δεν είναι «μη επαναστατικές». Και ειδικά γύρω από τον καταλυτικό παράγοντα της δραστηριότητας των καταπιεζόμενων τάξεων, το χαμηλό επίπεδο αυτής της δραστηριότητας οφείλεται σε έναν μεγάλο βαθμό  στην  έλλειψη ενός συγκεκριμένου και καθοδηγητικού γι’ αυτές πολιτικού στόχου, τέτοιου που α) να απαντά με γενικό τρόπο στις ανάγκες τους και β) να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι μη-επαναστατικές  αλλά δεν είναι και επαναστατικές, και δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες «ανεξάρτητα από τη θέληση ορισμένων χωριστών ομάδων και κομμάτων, αλλά και από τη θέληση ορισμένων χωριστών τάξεων». Ενός συγκεκριμένου καθοδηγητικού πολιτικού στόχου που να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες, αλλλά είναι συνθήκες γενικού μετεωρισμού ανάμεσα σε μια «παλιά» κατάσταση πραγμάτων και σε μια νέα «ακαθόριστη» στο περιεχόμενό της.

Κι είναι αυτό το «ακαθόριστο» που επιδρά αποφασιστικά στο να διατηρείται σε χαμηλό επίπεδο η δραστηριότητα των μαζών. Που δεν επιτρέπει την ανοδική ανάπτυξη της δραστηριότητάς τους όσο ο γενικός στόχος αυτής δραστηριότητας, τέτοιος που να αντιστοιχεί στις παρούσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, παραμένει ακαθόριστος. Δηλαδή παραμένει τέτοιος που δεν κινητοποιεί σε δραστηριότητα η οποία συνεπάγεται ανατροπή των όρων προσαρμογής των ατόμων στις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις, σε δραστηριότητα η οποία προϋποθέτει θυσία αυτής της προσαρμογής για χάρη ενός πολιτικού στόχου άμεσου, αναγκαίου και γι’ αυτό ικανού να συνεγείρει.  Και ένας τέτοιος πολιτικός στόχος σήμερα ανάγεται άμεσα στο γενικό ζήτημα της κυβέρνησης που έχει ανάγκη η χώρα, δηλαδή της κυβερνητικής πολιτικής που μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων στρωμάτων: σήμερα που, ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων, οι συνθήκες δεν είναι επαναστατικές. Σήμερα που, εντός «μη επαναστατικών» συνθηκών, και επίσης ανεξάρτητα από την ίδια αυτή θέληση, μόνο μια κυβερνητική πολιτική με επαναστατικό περιεχόμενο μπορεί να ανταποκριθεί στις εργατικές – λαϊκές ανάγκες. Και που μόνο ο στόχος μιας τέτοιας πολιτικής μπορεί να ανεβάσει τη δραστηριότητα των μαζών στο ύψος των περιστάσεων, και σε ακόμα ανώτερο ύψος όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν.

Κι αυτός είναι ο στόχος μιας κυβερνητικής πολιτικής η οποία, μαζί με το κρατικό χρέος και τα «μνημόνια», μαζί με τις επαχθείς για το λαό δεσμεύσεις της χώρας στην ΕΕ των μονοπωλίων, αναγκαστικά θα καταργήσει και το ΕΣΠΑ και τον κρατικό δανεισμό… Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά και (για άλλη μια φορά) «ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων», θα πρέπει – στη θέση αυτών – να «δεσμεύσει» τον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο και τις πηγές του στην ικανοποίηση των εργατικών-λαϊκών αναγκών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να διαθέτει την ικανότητα να καθυποτάξει την αντίδραση των σημερινών εγχώριων και ξένων σφετεριστών του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου και των πηγών του, την αντίδραση των καπιταλιστών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να στηρίζεται στην λαϊκή οργάνωση και κινητοποίηση, να αποτελεί εμπνευστή και εκφραστή αυτής της οργάνωσης και κινητοποίησης. Μια κυβερνητική πολιτική την οποία μπορούν να υλοποιήσουν μόνο πολιτικές δυνάμεις, «ομάδες και κόμματα», ταγμένες από την ύπαρξή τους στην υπηρεσία των εργατικών-λαϊκών συμφερόντων ενάντια στην οικονομική και πολιτική εξουσία των εκμεταλλευτών και καταπιεστών του λαού και ενάντια στην πολιτική των κομμάτων τους.

Το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από τη θέση της κυβέρνησης είτε από τη θέση της αντιπολίτευσης, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από την άποψη της λαϊκής κινητοποίησης για την απόκρουση της αντιλαϊκής επίθεσης είτε από την άποψη της λαϊκής αντεπίθεσης για την υλοποίησή του, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι τέτοιος που η διεκδίκησή του φέρνει την αστική τάξη αντιμέτωπη με τις «δικές της» πολιτικές ελευθερίες, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος απαιτεί ουσιαστικά την ίδια οργάνωση του λαού και την ίδια «αυτοτελή ιστορική δράση» του που απαιτεί και κάθε μορφή «απλώς» αντίστασής του στην αντιλαϊκή λαίλαπα, το ότι στο τέλος του αυτός ο πολιτικός στόχος οδηγεί στην αντικατάσταση των οικονομικών και πολιτικών ελευθεριών και της εξουσίας του κεφαλαίου από την οικονομική και πολιτική ελευθερία και εξουσία του εργαζόμενου λαού, στην αντικατάση της οργανωμένης κυριαρχίας των εκμεταλλευτών από την οργανωμένη κυριαρχία του λαού, όλα αυτά μένει να εξηγηθούν. Και καλύτερα από το κάθε τι, τα εξηγεί η ίδια η ανάπτυξη της λαϊκής δραστηριότητας από τη στιγμή που θέτει άμεσα μπροστά της αυτόν τον πολιτικό στόχο και στο κάθε της βήμα για την τελική του πραγμάτωση.


Να εξηγούμαστε για να μην παρεξηγούμαστε

Σύμφωνα με την «αφήγηση» των δημοσιογράφων του ραδιοσταθμού «Βήμα FΜ», στην προχθεσινή τους συνέντευξη με τον Δ. Κουτσούμπα, «ο ΣΥΡΙΖΑ πήγε σ’ ένα δημοψήφισμα και πήρε «Οχι» και μετά το γύρισε την επόμενη μέρα στο «Ναι», βλέποντας ότι δεν υπάρχει περιθώριο η χώρα να φύγει από την ΕΕ, γιατί έρχεται φτώχεια».

Ξεχνάει, όμως, αυτή η «αφήγηση» μια μικρή λεπτομέρεια… Το δημοψήφισμα του «ΟΧΙ» που έγινε «ΝΑΙ» πραγματοποιήθηκε στις 5-7-2015. Αλλά πέντε μέρες νωρίτερα, στις 30 Ιουνίου, η κυβέρνηση είχε ήδη υποβάλει στον «Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας» το αίτημά της για τη νέα δανειακή σύμβαση και το 3ο μνημόνιο.

Το οποίον πεντακάθαρα και περίτρανα αποδεικνύει, ότι οι εξελίξεις -χωρίς τυμπανοκρουσίες βέβαια- είχαν δρομολογηθεί πριν από την Κυριακή του δημοψηφίσματος, ότι η κυβέρνηση  μέσα στο θόρυβο της τελευταίας τότε προεκλογικής εβδομάδας κατάφερε να πνίξει τον κρότο  του αιτήματός της για 3ο μνημόνιο, ότι ήδη από τις 30 Ιουνίου τόσο το ΝΑΙ όσο και το ΟΧΙ της επόμενης Κυριακής πια δεν θα σήμαιναν παρά «3 μνημόνιο»,  ότι ο λαός είχε ήδη πριν την Κυριακή του δημοψηφίσματος πέσει θύμα μιας ωμής πολιτικής απάτης χωρίς ιστορικό προηγούμενο, και ότι αυτά τα «ο ΣΥΡΙΖΑ πήγε σε δημοψήφισμα», «ο ΣΥΡΙΖΑ βλέποντας ότι δεν υπάρχει περιθώριο» κλπ, δεν αποτελούν παρά την προέκταση στο σήμερα της τακτικής που ακολούθησε τότε ο ΣΥΡΙΖΑ για να «συγκεράσει» τα τότε προεκλογικά «πεντοζάλια» του με τα μετεκλογικά του πένθιμα εμβατήρια.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ποτέ του δεν ανακάλυψε «ότι δεν υπάρχει περιθώριο η χώρα να φύγει από την ΕΕ», και δεν το «ανακάλυψε» για τον απλούστατο λόγο ότι από την αρχή και πάντοτε, χωρίς παρέκκλιση, μοναδική σταθερά του προγράμματός του ήταν η παραμονή της χώρας στην ΕΕ, και σε αυτή την προγραμματική σταθερά του, την διάσωση -με άλλα λόγια-  του ευρωμόνοδρομου των μονοπωλίων, οφείλεται άλλωστε και η κατάρρευση  κάθε «αντιμνημονιακής» προγραμματικής του εξαγγελίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανακάλυψε. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξαρχής υπηρέτησε την ευρωενωσιακή στρατηγική επιλογή του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου με τον μόνο τρόπο που μπορούσε πια να υπηρετηθεί ύστερα από τη χρεοκοπία του «παραδοσιακού» δικομματισμού: με την τερατώδη διάσταση ανάμεσα στην «αριστερή» ρητορική από τη μια  και την ολοκληρωτική υποταγή στην πολιτική των μονοπωλίων από την άλλη.

Απέναντι λοιπόν σε αυτήν την πραγματικότητα, την οποία συγκαλύπτει και συσκοτίζει η δημοσιογραφική ερώτηση, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στο σκέλος της απάντησης του Δ. Κουτσούμπα ότι: «Αν αποσπαστείς από την ΕΕ και είναι οι ίδιοι στην κυβέρνηση, έχουν οι ίδιοι την εξουσία, την οικονομία και το κράτος – το καπιταλιστικό κράτος – και δεν έχει αλλάξει τίποτε ή δεν πάρεις μέτρα, βεβαίως θα είναι χειρότερα τα πράγματα…»

…Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι η ΕΕ και το καθεστώς ένταξης σε αυτήν συγκροτεί και αποτελεί σήμερα  την μοναδική υπαρκτή, συγκεκριμένη, ιστορικά καθορισμένη πολιτικο-οικονομική μορφή κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου και τσακίσματος των λαϊκών δικαιωμάτων. Ο μοναδικός υπαρκτός ελληνικός καπιταλισμός είναι ο καπιταλισμός της ενταγμένης στην ΕΕ Ελλάδας και κάθε μάχη με έναν άλλο υποθετικό, πιθανό καπιταλισμό εκτός από αυτόν είναι ή κινδυνεύει να μετατρέπεται σε σκιαμαχία με έναν καπιταλισμό της θεωρητικής αφαίρεσης.

Ο καθένας μπορεί να κατανοήσει το ότι η πάλη ενάντια στον υπαρκτό δρόμο καπιταλιστικής «ανάπτυξης» (και κοινωνικής υπανάπτυξης) διεξάγεται όχι για την αντικατάστασή του από έναν άλλο καπιταλιστικό δρόμο ανύπαρκτο σήμερα, όχι σαν μάχη ανάμεσα σε πιθανές ή υπαρκτές αντιτιθέμενες επιλογές «καπιταλιστικών δρόμων» μεταξύ  τμημάτων του κεφαλαίου, αλλά για την κατάργηση του καπιταλιστικού δρόμου γενικά. Και είναι για τον καθένα προφανές ότι η κατάργηση του καπιταλιστικού δρόμου γενικά δεν μπορεί να διεξάγεται παρά μόνο σαν πάλη για την κατάργηση του υπαρκτού καπιταλιστικού δρόμου:

Σαν πάλη της ικανοποίησης των αναγκών της εργαζόμενης κοινωνίας ενάντια  στην ελευθερία του μονοπωλιακού ανταγωνισμού και της αγοράς, σαν πάλη της «πεζούλας» ενάντια στο κεφάλαιο και την ελευθερία της κίνησής του, σαν πάλη ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των 14 αεροδρομίων και την καταναγκαστική αργία των ναυπηγείων του Σκαραμαγκά λογουχάρη, σαν πάλη για την περιέλευση του κοινωνικού πλούτου στην κατοχή της κοινωνίας και την υπαγωγή της λειτουργίας του στην ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, σαν πάλη ενάντια στη φορολογική ασυλία των μονοπωλίων και την αντιλαϊκή φοροληστεία, σαν πάλη για κοινωνική ασφάλιση και δικαιώματα, μισθό, ωράριο και δουλειά, σαν πάλη για εξωτερική πολιτική και διεθνείς σχέσεις ανταποκρινόμενες στις λαϊκές ανάγκες και την πάλη των λαών, δηλαδή σαν πάλη ενάντια στην κυριαρχία των μονοπωλίων στην οποία δεσμεύει τη χώρα των πλέγμα των ευρωενωσιακών συνθηκών, κανόνων, μνημονίων, μηχανισμών κλπ, σαν πάλη για  την αποδέσμευση από την υπαρκτή ΕΕ των μονοπωλίων και από την κυριαρχία των μονοπωλίων γενικά.

Σαν πάλη της «φτώχειας που έρχεται» εξαιτίας της θέσης της χώρας εντός της ΕΕ των μονοπωλίων,  ενάντια στον «λαϊκό» δημοσιογραφικό λόγο για την «φτώχεια που έρχεται» αν η «χώρα φύγει από την ΕΕ». Σαν πάλη των πραγμάτων που καθημερινά χειροτερεύουν, ενάντια στα πράγματα «που βεβαίως θα είναι χειρότερα αν αποσπαστείς χωρίς να πάρεις μέτρα» κλπ.


«είπαμε να είσαι αριστερός, όχι όμως να είσαι και ΚάπαΚάπα, να είσαι και ΚάπαΚάπα, ΚάπαΚάπα, ΚάπαΚάπα, Κα

Πάνε καμιά δεκαριά χρόνια από τότε που ένας φίλος μού αφηγήθηκε το εξής περιστατικό, που έμεινε στη μνήμη μου (από τη δική του μνήμη έσβησε) :

Σε οικογενειακή εκδρομή κάθισε για φαΐ σε ταβέρνα στο Γραμματικό Αττικής, που η περιοχή του προοριζόταν ήδη για ΧΥΤΑ. Εκεί, στην ταβέρνα, καθόταν κι ένας τύπος που είχε πάει για δουλειά του. Συγκεκριμένα, είχε πάει να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση ως προς την προοπτική να κερδοσκοπήσει με τις τιμή της γης στην περιοχή: Ν’ αγοράσει τώρα φτηνά ενόψει χωματερής, να ποντάρει ότι η χωματερή θα ματαιωθεί και, τέλος, να πουλήσει κατόπιν ακριβά. Χαρακτηριστικός τύπος «μαύρου» καπιταλιστή, από εκείνους που φέρουν το ταξικό τους συμφέρον ωμό κι απογυμνωμένο από κάθε πολιτικό κι ιδεολογικό περικάλυμμα (με το όποιο τέτοιο περικάλυμμα να προορίζεται αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των ατομικών τους και ευρύτερα ταξικών τους υποθέσεων), ο τύπος λοιπόν δεν αρκούνταν  στις εμπορικές του βολιδοσκοπήσεις, αλλά στην ταβέρνα που καθόταν έβγαζε και «λόγο» εκθειάζοντας τον εαυτό του και τις σχέσεις του με σημαίνοντα πολιτικά πρόσωπα, προεκτεινόταν στην πολιτική γενικά και κατέληγε  στην εξής στομφώδη «εθνική», ως εκ της ιδιότητας του σαν προσωποποιημένη επιτομή του καπιταλιστή, τοποθέτηση γύρω από την υποδεικνυόμενη κατεύθυνση και τα όρια ανοχής τα προοριζόμενα για όσους δεν είχαν και δεν έχουν τόσο ξεκάθαρες αντιλήψεις όσο οι δικές του:

«Είπαμε να είσαι αριστερός. Όχι όμως να είσαι και ΚάπαΚάπα».

Από τότε, και ιδίως από την επέλευση της καπιταλιστικής κρίσης,  έως και σήμερα, αυτό το ρεζουμέ του λογυδρίου που εκφώνησε μιά «καπιτάλα» πριν περίπου δέκα χρόνια σε μια ταβέρνα στο Γραμματικό,  αποτελεί την «πεμπτουσία» τής μιας από της δυο (αλληλένδετες βέβαια) επιτελικές τακτικές της άρχουσας τάξης, για την υλοποίηση του στόχου της να αποφύγει κλυδωνισμούς της κυριαρχίας της διοχετεύοντας μέσα από δικλείδες εγγυημένης ασφάλειας τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Και σήμερα, εν μέσω κρίσης, όχι μόνο να διατηρήσει τον πολιτικό και κοινωνικό έλεγχο επί του λαού, αλλά ταυτόχρονα να πετύχει μια αντιδραστική στροφή προς την ιστορική οπισθοδρόμηση εδραιώνοντας βαθύτερα την εξουσία της. Η μιά από αυτές τις δυο τακτικές είναι η ενίσχυση του φασισμού και η ανάδειξή του σε εφεδρεία της αστικής διαχείρισης. Η άλλη είναι η  τακτική «πριμοδότησης» μιας «αριστεράς» υπό τον όρο ότι από αυτήν θα έχει επιμελώς αφαιρεθεί  η κάθε κοινωνική – ταξική – επαναστατική αιχμή την οποία οργανωτικά, ιδεολογικά και πολιτικά εκφράζει το ΚΚΕ.

Δυο τακτικές αλληλένδετες: Δύο, έτσι ώστε καθεμιά από αυτές να απευθύνεται και να προορίζεται στο κατάλληλο «target group». Δύο, επίσης, έτσι ώστε η μια από αυτές να εκφράζει αυτό ακριβώς που είναι ο ίδιος ο «καπιτάλας», να αποτελεί την εικόνα του και την ομοίωσή του. Κι ώστε η άλλη να αποτελεί όχι την αντίθεσή της αλλά την αντίστροφη όψη του ίδιου νομίσματος, την «πολιτική κοινωνία» που βρίσκεται έξω από την κοιλιά του «καπιτάλα» και που σκοπεύει αφού την μαγειρέψει να την καταβροχθίσει κι αυτή, όπως ένα «ΝΑΙ» που καταβροχθίζει ένα ολόκληρο κοπάδι «ΟΧΙ». Δυο αλληλένδετες τακτικές, έτσι ώστε η μια να μετατρέπει την «αμφισβήτηση» σε ενσωμάτωση μη παύοντας να την εμφανίζει σαν αμφισβήτηση, και η άλλη την στράτευση υπέρ της απόλυτης εξουσίας της τάξης των εκμεταλλευτών να τη μετατρέπει και να την εμφανίζει σαν «ριζοσπαστισμό» εναντίον της ενσωματωμένης «αμφισβήτησης».

Δυο τακτικές αλληλένδετες, δυο, σαν μέρη μιας ενιαίας τακτικής που στην μια της όψη βρίσκεται η «απομόνωση» του ΚΚΕ απέναντι σ’ ένα «εθνικό» μέτωπο  που χωράει, εκτός αυτού, τους πάντες υπό τη μορφή αλλεπάλληλων ομόκεντρων κύκλων:

Στο κέντρο του κύκλου είναι το κενό. Το κενό «οφείλει» να καταλαμβάνει τη θέση του ΚΚΕ… Το κενό «οφείλει» να καταλαμβάνει τη πολιτική θέση του έθνους των καταπιεζόμενων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, των οποίων η θέση στο κέντρο του κύκλου «οφείλει» να παραμείνει ακριβώς κενή: Αυτή είναι η μοναδική εγγύηση ότι το έθνος τον καταπιεζόμενων δεν θα καταλάβει ολόκληρο τον κύκλο επεκτεινόμενο ως τα άκρα της περιφέρειάς του.

Γύρω από αυτό το «κενό», -και είπαμε τίνος τη θέση αποτελεί αυτό το «κενό»-. και απέναντί του, κλείνει ο πρώτος ομόκεντρος κύκλος. Είναι ο κύκλος τον οποίο εκπροσωπεί η «αριστερά – όχι – όμως – και – Κάπα – Κάπα».  Όση εκλογική μαζικότητα κι αν διαθέτει αυτή, θα είναι πάντοτε στριμωγμένη στον πρώτο, τον μικρότερο «εθνικό» ομόκεντρο κύκλο, γιατί η εξωτερική περιφέρεια του γενικού κύκλου καταλαμβάνεται και ορίζεται -και μαζί της ορίζεται κι όλο το εσωτερικό του κύκλου- από τις αφτιασίδωτες δυνάμεις του εκμεταλλευτικού συστήματος, από αυτές τις δυνάμεις που δε λένε «διαφωνούμε με αυτή την κατάσταση, είμαστε όμως οι καλύτεροι διαχειριστές της», αλλά λένε: «αυτή η κατάσταση είναι η κατάσταση της κυριαρχίας μας, είναι κατάσταση υπό την εκμεταλλευτική εξουσία μας, κι η εξουσία μας είναι το α και το ω αυτής της κατάστασης, το α και το ω κάθε μας κριτηρίου».

Στο εσωτερικό του αυτός ο απώτατος κύκλος κλείνει έναν μικρότερο ομόκεντρο κύκλο, τον φασισμό: Τελευταία του εσωτερική άμυνα εναντίον του «κενού» κέντρου στην πιθανότητα της επέκτασής του και, ταυτόχρονα, πολεμική εμπροσθοφυλακή του για επελάσεις εναντίον του μισητού «κενού» στο κέντρο του «εθνικού» κύκλου, για επελάσεις εναντίον του έθνους των καταπιεζόμενων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων  που αποκτώντας συνείδηση του εαυτού τους και δρώντας για τον εαυτό τους  γεμίζουν – ως μη «οφείλουν» –  αυτό το «κενό» του κέντρου. Επελάσεις προορισμένες να παρασύρουν κάθε «μεσαίο χώρο» στο πέρασμά τους.

Η τακτική αυτή πήρε σάρκα και οστά στις πλατείες τις ενωμένες από την «αγανάκτηση».  Την αγανάκτηση «όλων». Σε αυτές το «κενό» αντιπροσωπευόταν από την απουσία του ΚΚΕ. Η απουσία του βρισκόταν πάντα στο επίκεντρο. Στο επίκεντρο βρισκόταν και η παρουσία του: Αντιπροσώπευε, τότε, την οργανωτική μορφή του έθνους των καταπιεζόμενων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, ή, αλλιώς, αντιπροσώπευε την παρουσία τους με μια πρόταση δικής τους οργανωτικής μορφής, αντιπροσώπευε την πρόταση της παρουσίας τους με δική τους οργανωτική μορφή, αντιπροσώπευε αυτό που «όφειλε» να μην αντιπροσωπεύει. Η παρουσία του αποτελούσε παραβίαση του «κενού» στο κέντρο του κύκλου, παραβίαση ολόκληρου του «κενού» κύκλου, Από μόνη της η παρουσία του καταλάμβανε το χώρο του κύκλου ο οποίος της ανήκει, το κέντρο του, όμως το κέντρο «όφειλε» να παραμένει κενό, και γι’ αυτό κι η παρουσία του βρισκόταν στο επίκεντρο με τη μορφή αιτήματος αποκατάστασης του διαταραγμένου κενού…

Η τακτική αυτή πήρε σάρκα και οστά στις πλατείες της αγανάκτησης «όλων» και έφτασε στο στάδιο της ολοκλήρωσής της το βράδυ του δημοψηφίσματος του Ιουλίου, το βράδυ της ψήφισης του 3ου μνημονίου τον δεκαπενταύγουστο (τι πιο εθνικό;), το βράδυ των εκλογικών αποτελεσμάτων του Σεπτέμβρη. Ο κόσμος της αγανάκτησης, «όλοι», συνενώθηκαν σε έναν κόσμο «ρεαλισμού». «Όλοι». Και στο κέντρο του κύκλου που «οφείλει» να μένει κενό, η θέση του ΚΚΕ, η θέση του έθνους  των καταπιεζόμενων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων με συνείδηση του εαυτού του, συνείδηση του εαυτού τους, με τις οργανωτικές μορφές που αρμόζουν σε αυτή τη συνείδηση. Στη θέση που «οφείλει» να παραμένει κενή μόνο του το ΚΚΕ και απέναντί του το ενιαίο μέτωπο του «έθνους». «Όλοι»: Επιτέλους αριστεροί, όχι όμως και ΚάπαΚάπα. Το ΚΚΕ «απομονώθηκε», η προφητεία εκπληρώθηκε, η μια τακτική, -η μια όψη της ενιαίας τακτικής,- ολοκληρώθηκε.

Μένει μόνο η εκκρεμότητα της κατασκευής μιας «νέας» αριστεράς, μιας αριστεράς τέτοιας που να  μπορείς να «είσαι» αριστερός χωρίς όμως να είσαι και ΚάπαΚάπα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επαναλαμβανόμενη, περιοδική ανακύκλωση της ίδιας τακτικής εωσότου χάσει αυτή πια κάθε χρησιμότητα τείνοντας, δηλαδή, στο μηδέν.

*

Η άλλη όψη της ενιαίας τακτικής βρίσκεται σε εξέλιξη. Πρόκειται, είπαμε, για την τακτική κατά την οποία η εξουσία των εκμεταλλευτών εμφανίζει την προσωπική σωματοφυλακή της σαν «ριζοσπαστισμό» ενάντια στην ενσωματωμένη «αμφισβήτηση», για να την σαρώσει μαζί με κάθε τι προκειμένου -όπως θα ήθελε- να εγκατασταθεί η ίδια η εξουσία των εκμεταλλευτών στο κέντρο του κύκλου, να ξεμπερδέψει επιτέλους με αυτό το «κενό», να ξεμπερδέψει επιτέλους -όπως θα ήθελε- με τον κίνδυνο αυτής της οργανωτικής μορφής που ενδέχεται, που είναι ικανή, να προσδώσει υλική, πολιτική, προσωπική υπόσταση στο έθνος των καταπιεζόμενων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων.

Δεν αποκλείεται και αυτή η όψη της τακτικής των εκμεταλλευτών να μπορεί να παρασταθεί με ομόκεντρους κύκλους και ούτω καθεξής, μόνο που κανείς εδώ δεν έχει άλλο όρεξη για ομόκεντρους κύκλους.

Το ζήτημα βρίσκεται στο αντίθετο: Στην έξοδο από τους κύκλους τακτικής της τάξης των εκμεταλλευτών. Στο ακόνισμα της ταξικής, ιδεολογικής, πολιτικής, οργανωτικής αιχμής του έθνους των καταπιεζόμενων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων. Στην απαλλοτρίωση των συνειδήσεων από τους απαλλοτριωτές τους, στη μετατροπή της κερδισμένης συνείδησης σε υλική δύναμη της ιστορίας.

kok-sfina_cebbceb9cf83ceafcf84cf83cebaceb9


«καθηγητάδες» του κομμουνισμού

το βίντεο μέσω fadomduck2


Εκπομπή της «Φωνής της Αλήθειας» με τραγούδια του αντιδικτατορικού αγώνα

Επετειακά καθυστερημένος εφέτος, δανείζομαι έστω την τελευταία στιγμή από τον 902gr, μέσω του οικοδόμου, το αφιέρωμα που ακολουθεί.

Στο ίδιο μπλογκ, εδώ, μπορείτε και αξίζει να δείτε ένα ακόμα αφιέρωμα που φιλοξενεί:  ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΄73: Έξι αφίσες, έξι ποιητές και πολλαπλάσιες μνήμες.

*

*

Τι μπορεί καλύτερα να μεταδώσει το κλίμα μιας εποχής εκτός από τη φωνή της; Πώς μπορεί να γεφυρωθεί το παρόν με το παρελθόν; Να συνδεθούν και να γίνουν αυτό που είναι; Μια αδιάσπαστη πορεία που δεν τελειώνει ποτέ; Αυτό το κλίμα, την αγωνιστική ανάταση που επικρατούσε στους κόλπους του λαού, αποτυπώνει το ντοκουμέντο που πρωτοδημοσιεύτηκε πέρσυ, από το πόρταλ «902.gr».

Πρόκειται για τα κείμενα μιας εκπομπής του ραδιοσταθμού του ΚΚΕ «Η Φωνή της Αλήθειας» που βγήκε στον «αέρα» των βραχέων στις 5 Σεπτέμβρη 1973. Αυτά τα κείμενα προλογίζουν έξι τραγούδια που μεταδόθηκαν τότε από το σταθμό. Έξι ξεχωριστά τραγούδια που γράφτηκαν και τραγουδήθηκαν από μέλη της ΚΝΕ μέσα στην πιο σκληρή και αδυσώπητη χρονική περίοδο της δικτατορίας. Όταν έβλεπε το λυκόφως της εξουσίας της.

Ηχογραφήθηκαν και στάλθηκαν όπως λέει ο ένας από τους δύο εκφωνητές «σε μια λιλιπούτεια ταινία μαγνητοφώνου, τυλιγμένη σε ένα χιλιοτσαλακωμένο χαρτί» Και οι κνίτες υπόσχονται να στείλουν και άλλες και με σεμνότητα που διακρίνει τους κομμουνιστές, ακόμα και στις πιο ηρωικές τους στιγμές, ζητούν τη γνώμη των ακροατών, την κρίση τους.

Τα τραγούδια συνόδεψαν και συνοδεύουν την πάλη του λαού. Το «Ήρωες», το «Εβίβα Λιμπερτά» και άλλα που συγκλονίζουν με την απλότητα που συνοδεύεται από την ομορφιά της απόφασης για αγώνα ασυμβίβαστο και ανυπότακτο, που παίρνεται μια για πάντα.

Αυτό το κείμενο με αυτά τα τραγούδια προσπαθήσαμε να διασκευάσουμε ηχογραφώντας το, με όλη την ευθύνη που περικλείει ένα τέτοιο εγχείρημα, γιατί πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να το παρουσιάσεις μικρότερο ή και μεγαλύτερο από αυτό που είναι. Το παρουσιάζουμε, ελπίζοντας ότι συμβάλαμε στη σκληρή προσπάθεια να κρατηθεί η μνήμη των αγώνων του χθες ζωντανή και να μιλήσει «σαν ζωντανή προς ζωντανούς» στους αγώνες του σήμερα.

Παρακάτω παρατίθενται τα κείμενα που εκφώνησαν οι παρουσιαστές στο σταθμό του ΚΚΕ και στο τέλος της σελίδας σε φωτογραφίες τα ντοκουμέντα από τα κείμενα της εκπομπής.

«5.9.73

Ταινία: Το μέρος των εγχόρδων που παίζει το μοτίβο «Εβίβα Λιμπερτά».

Εκφωνητής Α’:

ΕΒΙΒΑ ΛΙΜΠΕΡΤΑ

Εκφωνητής Β’:Ο ραδιοφωνικός σταθμός “Η Φωνή της Αλήθειας” σας παρουσιάζει ένα μουσικό πρόγραμμα με επαναστατικά τραγούδια που έγραψαν, που μελοποίησαν και τραγουδούν ανώνυμοι δημιουργοί: Οι νέοι αγωνιστές της Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδας (ΚΝΕ) που αντιμάχονται γεμάτοι φλόγα και αυταπάρνηση τη νεοφασιστική τυραννία.

Εκφωνητής Α’:Τούτες τις μέρες έφτασε στα χέρια μας μια λιλιπούτεια ταινία μαγνητοφώνου, τυλιγμένη σ’ ένα χιλιοτσαλακωμένο χαρτί. Το περιτύλιγμα της ταινίας ήταν μαζί και γράμμα. Σας το διαβάζουμε.

Εκφωνητής Β’:“Αγαπητή Φωνή της Αλήθειας. Στη μικρή αυτή ταινία που σου στέλνουμε, μαζί με τους θερμούς αδερφικούς, επαναστατικούς μας χαιρετισμούς, είναι ηχογραφημένα και 6 τραγούδια. Στίχοι, μουσική και εκτέλεση είναι όλα έργο δικό μας: Των νέων αγωνιστών – μελών της Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδας.

Σε παρακαλούμε να τα μεταδώσεις, να τ’ ακούσουν οι ακροατές σου. Κι’ ελπίζουμε να τους αρέσουν. Πολύτιμη βοήθεια θα ‘ταν για μας η κρίση τους, η γνώμη τους.

Όσο για μας, σου υποσχόμαστε να σου στείλουμε σύντομα κι άλλα τραγούδια.

Και πάνω απ’ όλα σ’ ευχαριστούμε

Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς

Μέλη της ΚΝΕ».

Εκφωνητής Α’:Βάλαμε την ταινία στο μαγνητόφωνο να παίζει. Κι αναρριγήσαμε από χαρά και συγκίνηση. Οι νέοι της ΚΝΕ μας πρόσφεραν αυτή τη μεγάλη συγκίνηση. Η ταινία τους ήταν ένα πολύτιμο, ένα ανεκτίμητο δώρο.

Γιατί, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η πιο ζωοδότρα, η πιο παρήγορη κι ελπιδοφόρα φωνή που έχει κρατήσει στη μνήμη της η ιστορία στο μακραίωνο, πολύβουο και πολυτάραχο κλωθογύρισμά της είναι αυτή η ίδια κραυγή που μας στέλνουν και σήμερα οι νέοι της ΚΝΕ: “Εβίβα Λιμπερτά”.

Ταινία: Το τραγούδι “Εβίβα Λιμπερτά”

Εκφωνητής Α’: (απαγγέλλει):

“Χωριάτισσα μάνα, εργάτη Λαέ,
αγρότη πατέρα, νεκρέ αδερφέ,
το αίμα ως το γόνα, στα χέρια φωτιά
εμπρός στον αγώνα, εμπρός στη Λευτεριά…».

Εκφωνητής Β’:Απ’ τα πανάρχαια χρόνια ο Παιάνας συντρόφευε την κάθε έφοδο των λαών για τη Λευτεριά. Δε γίνεται μάχη χωρίς τραγούδι.

Κι είναι δεκάδες λαοί που τα παλιά θούρια των επαναστατικών παραδόσεών τους τα ‘χουνε κάνει σήμερα επίσημους εθνικούς ύμνους. Τι είναι η “Μαρσεγιές” των Γάλλων; Τι είναι το “Εμπρός της Γης οι κολασμένοι” για τα εκατοντάδες εκατομμύρια των κομμουνιστών όλου του κόσμου;

“Εμπρός στον αγώνα, εμπρός στη Λευτεριά”, – τραγουδούν, λοιπόν, σήμερα και οι νέοι της ΚΝΕ.

Ταινία: “Χωριάτισσα μάνα, εργάτη Λαέ”.

Εκφωνητής Α’:Ατόφιο τον επαναστατικό δυναμισμό των συνειδητών νέων του καιρού μας κι ακόμα τη φλόγα της ανυποχώρητης αυταπάρνησης για την ελευθερία του λαού που πυρπολεί τα στήθια τους εκφράζει και το επόμενο από τα 6 τραγούδια που μας έστειλαν οι νέοι της ΚΝΕ. Ακούστε το, αγαπητοί ακροατές!

Ταινία: “Στην κορφή του κόσμου θ’ ανέβω ψηλά”

Εκφωνητής Β’:Με τον πικρό συμβολισμό της “Εβδομάδας των Παθών” παρουσιάζουν το δράμα του λαού κάτω από την μπότα της δικτατορίας οι νέοι της ΚΝΕ στο επόμενο τραγούδι τους. Απ’ τη Μεγάλη Δευτέρα, που ο λαός βρέθηκε κάτω απ’ τη ρομφαία της τυραννίας, ως τη Μεγάλη Παρασκευή όπου τον καρφώσαν και με το καρφί της προδοσίας, -να ο Γολγοθάς μας σαν λαού και σαν έθνους.

Μα στην ψυχή των νέων κομμουνιστών δεν υπάρχει θέση για απαισιοδοξίες και μοιρολόγια. Απ’ τη Μεγάλη Τρίτη κιόλας η Λευτεριά αρχίζει “στη γειτονιά να σκάει μύτη”, ώσπου να φτάσει το Σαββάτο του λαού το αναστάσιμο.

Αυτό είναι το πρωτότυπο τραγουδάκι που σκαρώσανε με τη θαυμαστή έμπνευσή τους οι νέοι της ΚΝΕ.

Ας το ακούσουμε, λοιπόν.

Ταινία: “Μεγάλη Δευτέρα” κλπ.

Εκφωνητής Α’:Οι νέοι αγωνιστές της ΚΝΕ είναι από τους πιο φυσικούς και γνήσιους κληρονόμους των ηρωικότερων και των ιερότερων μαζί αγωνιστικών παραδόσεων αυτού του λαού.

Είναι η φύτρα που έλκει απ’ ευθείας, «εξ αίματος” την καταγωγή από την αθάνατη, την ηρωική δρακογενιά που ‘γραψε με το αίμα της και τη θυσία της την ένδοξη εποποιία της Εθνικής Αντίστασης.

Είναι η γενιά που έχει όχι μόνο στο αίμα της, μα και στην ψυχή της εκείνους τους μυριάδες επώνυμους και ανώνυμους ήρωες και μάρτυρες, που νίκησαν ακόμη και τον ίδιο το χάρο, καθώς ανυψώθηκαν άπαρτα, πελώρια κάστρα, γίγαντες “στην κορφή της αρετής φτασμένοι”, όπως τους είπανε κι οι ποιητές.

Αυτές τις μορφές των ζωντανών και των νεκρών ηρώων όλων των εθνικοαπελευθετικών και των κοινωνικών αγώνων του λαού μας ανακαλούν απ’ τον καιρό με το ακόλουθο τραγούδι τους οι νέοι της ΚΝΕ.

Ταινία: “Ήρωες, άπαρτα βουνά…”

Εκφωνητής Β’:Οι νέοι της ΚΝΕ είναι παιδιά της εργατικής τάξης, γόνοι της αδικημένης αγροτιάς, γέννημα και θρέμμα των πιο αγνών, των πιο προοδευτικών, των πιο πατριωτικών δυνάμεων αυτού του τόπου. Είναι η γενιά που εξ απαλών ονύχων μεστώνει με την παραδοσιακή διδαχή ότι το πιο ακριβοαγόραστο αγαθό της ζωής είναι η Ελευθερία.

Ταινία: “Έι οικοδόμοι, έι εργατιά».

Εκφωνητής: Ακούσατε μια σειρά από επαναστατικά τραγούδια που έγραψαν και τραγούδησαν νέοι αγωνιστές – μέλη της ΚΝΕ».

27538122753813275381427538152753816

902


«για τι σε ψηφίζουν»

Τι κυβερνητική πολιτική έχει ανάγκη η χώρα σήμερα;

Κυβερνητική πολιτική στη γραμμή που χαράζει η κυριαρχία των μονοπωλίων, ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός, ο ευρωενωσιακός «μονόδρομος» που οδήγησε το λαό καρσί στο σημερινό «πουθενά» και τον οδηγεί σ’ ένα παρόμοιο αύριο ακόμα πιο πυκνά συρματοπλεγμένο; Κυβερνητική πολιτική που σε οποιαδήποτε παραλλαγή της υποτάσσει την κοινωνική ανάπτυξη στην προκρούστεια κλίνη της κερδοφορίας μιας χούφτας επιχειρηματικών ομίλων, που καθιστά τις κοινωνικές σχέσεις απότοκο της «προσφοράς και ζήτησης»; Κυβερνητική πολιτική συγκέντρωσης του πλούτου στη μια μεριά και διαχείρισης της απλήρωτης δουλειάς, της ανεργίας, της φτώχιας, της εξαθλίωσης στην άλλη; Κυβερνητική πολιτική δεμένη στο γόρδιο δεσμό των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων;

Ή κυβερνητική πολιτική στη γραμμή που υποτάσσει την οικονομική παραγωγή στην ικανοποίηση των κοινωνικών λαϊκών αναγκών, στη γραμμή της ιδιοποίησης του κοινωνικού πλούτου από αυτούς που τον παράγουν,  στη γραμμή που αποκαθηλώνει την καπιταλιστική ιδιοκτησία από το βάθρο της ιερότητάς της,  στη γραμμή της υπαγωγής των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας στην κοινωνική κατοχή, διεύθυνση και σχεδιασμό; Κυβερνητική πολιτική που γι’ αυτό καταργεί κάθε αντίθετη δέσμευση σε μονοπωλιακές ενώσεις, αποδεσμεύει τη χώρα από την ΕΕ, το ΝΑΤΟ, από κάθε ιμπεριαλιστικό οργανισμό, από το κουβάρι των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών;

Αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπος ο λαός, το πραγματικό δίλημμα που καθορίζει, που οφείλει να καθορίζει, την πάλη του καθημερινά καθώς και την ψήφο του μια φορά στο τόσο: και σε ό,τι αφορά την απάντηση σε αυτό το πραγματικό δίλημμα, δεν έχει σημασία με ποιόν τρόπο θα κατανεμηθούν, βάσει των πιθανοτήτων και των προβλέψεων, οι πολιτικές δυνάμεις στις θέσεις της κυβέρνησης ή της αντιπολίτευσης… Είτε από τη μια θέση είτε από την άλλη η πολιτική που ασκεί κάθε κόμμα καθορίζεται από την απάντησή του σε αυτό το πραγματικό δίλημμα ανάμεσα στις δυο αυτές επιλογές.

Η μια επιλογή είναι η εύκολη, ήταν πάντα η εύκολη, οι γενικές της προϋποθέσεις είναι έτσι κι αλλιώς υπαρκτές και παρούσες, οδήγησε όμως το λαό στα σημερινά αδιέξοδα και με βεβαιότητα θα τον οδηγήσει σε ακόμα βαθύτερα.

Η άλλη επιλογή δεν υπόσχεται καμία ευκολία, υπόσχεται μόνο αγώνα, για την πραγματοποίησή της χρειάζεται να εκπληρωθεί μια σειρά από οικονομικές και πολιτικές προϋποθέσεις, όμως είναι η μόνη που ανοίγει προοπτικές στο λαό και το μέλλον του. Αλλά για την εκπλήρωση αυτών των προϋποθέσεων προαπαιτούμενη είναι η απάντηση σε αυτό το πρωταρχικό δίλημμα, απάντηση που δίνεται με την καθημερινή πάλη σε κάθε μέτωπο της αντιλαϊκής επίθεσης, που δίνεται επίσης με την πολιτική επιλογή απέναντι στο πραγματικό δίλημμα: τι κυβερνητική πολιτική έχει ανάγκη η χώρα σήμερα.

Το ζήτημα λοιπόν καθαυτό δε βρίσκεται στις προϋποθέσεις. Οι ίδιες οι προϋποθέσεις μπαίνουν σε τροχιά εκπλήρωσης, λαογέννητα!, όταν σε αυτό το πραγματικό δίλημμα δίνεται η λαϊκή απάντηση με όρους ειδικά πολιτικούς και με τους γενικούς όρους της ταξικής πάλης ταυτόχρονα.

Η διαλεκτική σχέση δεν είναι σχέση «αρμονίας» αλλά σχέση αντίθεσης.

Γι’ αυτό το λόγο.