αν η αποχή μπορούσε ν’ αλλάξει τα πράγματα κλπ

Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα όπου οι εκλογικοί κατάλογοι των ευρωεκλογών του Μάη 2019 περιλαμβάνουν 10.074.898 εγγεγραμμένους, η συμμετοχή 5.920.404 ψηφισάντων  εμφανίζει ένα ποσοστό αποχής σχεδόν 42%, για την ακρίβεια 41,24%.

10.074.898 εγγεγραμμένοι είναι όμως υπερβολικός αριθμός για μια χώρα που στην απογραφή του 2011 εμφάνισε συνολικό «μόνιμο πληθυσμό» 10.816.286 ατόμων και «νόμιμο πληθυσμό» 9.904.286. Με αυτά τα πληθυσμιακά δεδομένα, και επίσης με το δεδομένο ότι στον παραπάνω «μόνιμο πληθυσμό» οι ηλικίες 0-19 ετών ανέρχονταν το 2011 σε 2.122.544 ανθρώπους, θα μπορούσε να εκτιμηθεί ότι όσοι πραγματικά έχουν δικαίωμα ψήφου (από 17 ετών και άνω) ανέρχονται σε περίπου 8.200.000 άτομα, και ότι συνεπώς το πραγματικό ποσοστό της αποχής είναι περίπου 28%. Δεν πρόκειται για προσπάθεια «υποτίμησης», αλλά για προσπάθεια αναγνώρισης των πραγματικών διαστάσεων της αποχής. Άλλωστε, με τα παραπάνω δεδομένα, ένα ποσοστό αποχής 28% σημαίνει αμέσως-αμέσως ότι σχεδόν 2.300.000 άτομα απείχαν από τις ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου.

Παραπέρα, για την αναγνώριση του πραγματικού ποσοτικού μεγέθους της αποχής, αλλά και για την αναγνώριση του πολιτικού «περιεχομένου» αυτού του μεγέθους, των τάσεων και διακυμάνσεών του, πιο χρήσιμος και πιο ασφαλής από την αναφορά σε ποσοστά είναι ο δείκτης των απόλυτων αριθμών που προκύπτουν από τη διαφορά του αριθμού των ψηφισάντων ανάμεσα στο εκάστοτε προηγούμενο και επόμενο εκλογικό αποτέλεσμα.

Βάσει των αποτελεσμάτων των εθνικών εκλογών από το 1993 έως και το 2015 προκύπτει ο ακόλουθος «δείκτης»:

Το 1993 ψήφισαν 7.019.925 (με εμφανιζόμενο ποσοστό συμμετοχής 79,21%).

Το 1996 η συμμετοχή μειώθηκε κατά 239.876 (6.780.049 ψηφίσαντες).

Το 2000 οι ψηφίσαντες αυξάνονται κατά 87.962 και το 2004 αυξάνονται κατά 705.357 φτάνοντας τους 7.753.368, τον υψηλότερο αριθμό της περιόδου 1993-2015.

Το 2007 οι ψηφίσαντες μειώνονται κατά 218.491, το 2009 μειώνονται ξανά κατά 310.205 άτομα, το Μάιο του 2012 ψηφίζουν ακόμα 567.929 λιγότεροι και τον Ιούνιο 2012 ο αριθμός των ψηφισάντων μειώνεται κατά ακόμα 260.315 άτομα.

Τον Ιανουάριο 2015 ο αριθμός των ψηφισάντων αυξάνεται κατά 113.890.

Τέλος, τον Σεπτέμβριο 2015 ψηφίζουν συνολικά 5.567.483, δηλαδή  762.835 λιγότεροι σε σύγκριση με τον Ιανουάριο.

***

Αν θεωρούσαμε σταθερό κάθε πληθυσμιακό δεδομένο θα συμπεραίναμε ότι από το 1993 έως τον Σεπτέμβριο του 2015 η αποχή αυξήθηκε κατά (7.019.925 – 5.567.483 =) 1.452.442 ανθρώπους και αν η σύγκριση γίνει με το 2004 τότε προκύπτουν (7.753.368 – 5.567.483 =) 2.186.355 άτομα που απείχαν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, ένας αριθμός που προσεγγίζει τους περίπου 2.300.000 που υπολογίσαμε με βάση τα πληθυσμιακά δεδομένα.

Αν το πολιτικό περιεχόμενο της εκλογικής αποχής συνίστατο στην αφαίρεση της νομιμοποίησης του αστικού πολιτικού συστήματος, αυτός ο αριθμός θα ήταν πολιτικά «τρομακτικός».

Αν όμως επιχειρήσουμε να εντάξουμε αυτόν τον ίδιο αριθμό μέσα στην πολιτική κίνηση και εξέλιξη αυτών των 22 χρόνων (1993-2015), τότε παίρνουμε σαν αποτέλεσμα έναν αριθμό «τρομακτικό» απλά και μόνο για το μέγεθος της πολιτικά παθητικής και αδρανούς μάζας που αντιπροσωπεύει.

***

Το να συναρτήσουμε μηχανικά την ποσοτική διακύμανση της εκλογικής αποχής με το κεντρικό ή το κυρίαρχο πολιτικό ζήτημα που έφερνε ή υποτίθεται ότι έφερνε στο προσκήνιο η εκάστοτε εκλογική μάχη, είναι ίσως αδύνατο και αποπροσανατολιστικό. Μπορούμε όμως να καταστρώσουμε το περίγραμμα μιας «ιστορίας της εκλογικής αποχής» αυτών των 22 χρόνων ενταγμένης στη γενικότερη πολιτική ιστορία της ίδιας περιόδου:

Π.χ., Το 1993 «ξαναφεύγει η δεξιά» και ξαναεπιστρέφει το ΠΑΣΟΚ. Στο μεταξύ έχει ψηφιστεί («από όλους»; όχι από όλους!) η Συνθήκη του Μάαστριχτ και ο μονόδρομος – σοκάκι της ΕΟΚ έχει γίνει μονόδρομος – λεωφόρος της ΕΕ.

Τρία χρόνια μετά, το 1996, η χρονική απόσταση δεν είναι ακόμα αρκετή για πολιτικές μεταστροφές. Άλλωστε είναι η στιγμή που τον Παπανδρέου διαδέχεται ο Σημίτης στην προεδρία του ΠΑΣΟΚ και την Πρωθυπουργία. Κάθε μέλος της οικογένειας αποκτά το κινητό του τηλέφωνο. Η κινητή αυξάνει την ταχύτητα και τον θόρυβο της επικοινωνίας και, μαζί, την ταχύτητα και τον θόρυβο της «ανάπτυξης». Τα τραπεζικά επιτόκια πέφτουν. Αντί να αποταμιεύεις καλύτερα να δανείζεσαι. Ας δούμε τι θα γίνει, ας δούμε τι θα κάνει και ο Σημίτης, ο μεταρρυθμιστής. «Πίστωση χρόνου». Το σκηνικό μάλλον δεν οδηγεί σε εκλογική εγρήγορση. 239.876 λιγότεροι αυτοί που θα πάνε να ψηφίσουν.

Το 2000 στασιμότητα της εκλογικής συμμετοχής με μικρή αύξησή της κατά 87.962. Το 95% τάσσεται στατιστικά κατά του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία κλπ, το «ΠΑΣΟΚ στην εξουσία» ήδη 7 συνεχόμενα χρόνια (τα τέσσερα με Σημίτη), η θέση των εργαζομένων πολιτικά υπονομεύεται, αλλά οι δείκτες του χρηματιστηριακού τζόγου βρίσκονται στο ζενίθ (χάρη και στα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων). Τι να σου κάνει το 95% κατά του πολέμου ενώ και οι ΝΑΤΟϊκοί «χερσαίοι» διέρχονται από το ελληνικό έδαφος; Τι να σου κάνει και 7 χρόνια «πράσινη» κυριαρχία όταν και οι «γαλάζιοι» φοβούνται μην κάνουν κανένα λάθος και χαλάσουν τους «δείκτες της Σοφοκλέους»; Τίποτα να μην αλλάξει! Ούτε και η εκλογική συμμετοχή! ΠΑΣΟΚ και πάλι λοιπόν, αλλά πριν αλέκτωρ λαλήσει επέρχεται το χρηματιστηριακό κραχ. Δεν μας τόλεγες πριν τις εκλογές να σε μαυρίσουμε; Καθοδόν προς το ευρώ.

Τέσσερα χρόνια υπομονή. Αντίο δραχμούλα κλπ κλπ. Αλλά με το που έρχεται η στιγμή της κάλπης (2004) οι εξαπατημένοι επενδυτές παίρνουν εκδίκηση. Αύξηση ψηφισάντων κατά 705.357 και «απαλλαγή» από την αφόρητη κυβέρνηση Σημίτη. (Στο μεταξύ, ολυμπιακά έργα και ανάπτυξη, εθελοντισμός και θυσίες των εργαζομένων για την εθνική υπόθεση, μόνο που τα λεφτά τελειώνουν: θα πέσει κανένα δάνειο να ολοκληρωθεί η λεωφόρος Μαραθώνος ως την ολυμπιάδα, ή θα μείνουμε με τα μπάζα; Ο Καραμανλής το παίρνει το δάνειο τελικά. Ανακούφιση).

Αφόρητος ο Σημίτης το 2004, αλλά γρήγορα αφόρητος κι ο Καραμανλής. Τουλάχιστον μας δίνουν καταναλωτικά δάνεια αντί για μισθό, χρέη αντί για δικαιώματα. Νάναι καλά οι τράπεζες, γιατί αν περιμένεις απ’ τους πολιτικούς… Καλύτερα πρόωρες εκλογές, σκέφτεται ο Καραμανλής. Άραγε φταίει που τελικά είναι «ίδιοι όλοι» και το 2007 πάνε να ψηφίσουν 218.491 λιγότεροι από ό,τι το 2004; Ή είναι που τα γκάλοπ δεν προβλέπουν ακόμα «αλλαγή»;

Αλλά και το 2009 που οι ψηφίσαντες ξαναλιγοστεύουν κατά 310.205 με την «αλλαγή» επί θύραις (Γιώργος!), τι να φταίει; Μάλλον που είναι «όλοι ίδιοι»; Πρόωρες εκλογές ξανά: Σιγά μην κάτσω να πέσει πάνω μου η καταιγίδα που προειδοποιεί η Παπαρήγα, λέει ο Καραμανλής, ο οποίος και έχει προλάβει σε πέντε χρόνια να γίνει επίσης αφόρητος συνεχίζοντας από εκεί που είχε τελειώσει ο Σημίτης. Στο μεταξύ όμως, «λεφτά υπάρχουν», το κλίμα λένε αλλάζει άρδην με το Γιώργο που αμέσως «απελευθερώνει τους σταζιέ από την ομηρία» (απολύει). Και πριν προλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ να επαναλάβει για 12η φορά την πρόταση της προοδευτικής του συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ, η καταιγίδα ξεσπά: Βρε να κάνει πρόωρες ο Καραμανλής. Τώρα θα ερχόμουν σαν σωτήρας. Ενώ αντ’ αυτού φεύγω ξένος για πάντα ξένος, τώρα φεύγω.

Ο μονόδρομος της ΕΕ πέφτει με φόρα στα κατσάβραχα της καπιταλιστικής κρίσης και των μνημονίων. Κεραμίδα στο κεφάλι, πτώση από τα σύννεφα, ξύλο στους πολιτευτές μας, αγανάκτηση. 567.929 λιγότεροι ψηφίζουν το Μάη 2012 και ακόμα 260.315 λιγότεροι τον Ιούνιο 2012, παρ’ όλη την καυτή άνοδο ΣΥΡΙΖΑ το Μάη, τον καταποντισμό του ΠΑΣΟΚ, την έλλειψη αυτοδυναμίας και τις διερευνητικές εντολές, την «μητέρα όλων των μαχών» στις εκλογές του Ιουνίου  που στοιχίζει 257.878 ψηφοφόρους στο ΚΚΕ γιατί δεν ήθελε να σχίσει το μνημόνιο με τη συμφωνία αλλά χωρίς τη συμφωνία των εταίρων, την αντικατάσταση του Παπαδήμου από το Σαμαρά και του Καρατζαφέρη από τον Κουβέλη με ΝΔ και ΠΑΣΟΚ σταθερά στην «εξουσία» και τους νεοναζί στη βουλή.

Δεν πάει άλλο, πρέπει νάρθει ο ΣΥΡΙΖΑ να καταργήσει τα μνημόνια με ένα νόμο και ένα άρθρο.  113.890 περισσότεροι ψηφοφόροι έρχονται στις κάλπες τον Ιανουάριο 2015, κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (Καισαριανή και Κούγκι αντίστοιχα), αλλά φευ! οι εταίροι δεν συμφωνούν να σχίσουμε μνημόνιο. Διαπραγμάτευση και κάπιταλ κοντρόλ, τον ΣΥΡΙΖΑ πια τον κλαιν κι οι ρέγκες στα καφενεία, οπότε: δημοψήφισμα με στημένη ερώτηση και αίτηση για τρίτο μνημόνιο μια βδομάδα πριν (προτείνω ΟΧΙ αλλά κάνε θεούλη μου να βγει ΝΑΙ με 1-2% διαφορά). Ο «νεανικός και αγνός ενθουσιασμός» πανηγυρίζει στο Σύνταγμα, αλλά οι πολιτικοί αρχηγοί των «δημοκρατικών κομμάτων» ερμηνεύουν το αποτέλεσμα σαν «ΝΑΙ στην Ευρώπη» και ακυρώνουν τα έγκυρα. Το έγκυρο άκυρο του ΚΚΕ κάπου στο 3%. Η μείωση των ψηφισάντων κατά 762.835 στις εκλογές Σεπτεμβρίου 2015 είναι μάλλον η πιο ερμηνεύσιμη από όλες τις ως τώρα μεταβολές της εκλογικής συμπεριφοράς:

Οι εκλογές που θα αλλάζαν τα πάντα, άλλαξαν μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ… Τίποτα δε μπορεί ν’ αλλάξει με τις εκλογές…

Μάλλον τίποτα δεν αλλάζει με τίποτα, αν κρίνει κανείς απ’ την εξαφάνιση αυτών των 762.835 (και ακόμα περισσότερο των 2.186.355 ολόκληρης της υπερ-20ετίας) όχι μόνο από τις εκλογές αλλά σε γενικές γραμμές από παντού: Αν τέτοιοι αριθμοί είχαν πολιτική παρουσία, μάλλον θα γινόταν αισθητή.

***

Εφόσον κριτήριο της αλήθειας είναι η πράξη, η παραπάνω καταγραφή μάλλον αναδείχνει την αποχή σαν εκλογική αποτύπωση όχι «απονομιμοποίησης» του αστικού πολιτικού συστήματος, αλλά αντίθετα εν λευκώ νομιμοποίησής του με τη μορφή του πολιτικού αναχωρητισμού. Η όποια «απαξίωση του πολιτικού συστήματος» βρίσκει τα όριά της στην ατομική εκλογική συμπεριφορά, αντιστρεφόμενη σε πολιτική αυτοαπαξίωση. Και το σύνολο αυτών των ατομικών εκλογικών συμπεριφορών εμφανίζεται αθροιστικά με τη μορφή μιας μάζας, για την οποία η εκλογική αποχή συνιστά ίσως αφετηρία ίσως συμπλήρωμα ίσως κατάληξη της γενικής πολιτικής αποχής της. Αφού «είναι όλοι ίδιοι», τίποτα δεν μπορεί να κάνει τη διαφορά. Κι αν οι εκλογές μπορούσαν ν’ αλλάξουν τα πράγματα θα ήταν παράνομες…

Το ότι «αν οι εκλογές μπορούσαν ν’ αλλάξουν τα πράγμα θα ήταν παράνομες», είναι ένα αληθινό και βαρυσήμαντο απόφθεγμα, που όμως, σαν κάθε γενική αλήθεια, διατρέχει τον κίνδυνο μετατροπής του σε γενική κοινοτοπία, σε «κλισέ» χρήσιμο για πολλών λογιών διαφορετικές και αντιτιθέμενες επιδιώξεις, και του οποίου τη μηχανιστικά «συνεπέστερη» πολιτική έκφραση αποτελεί η θεωρητική απολογητική της αποχής:

Η πράξη είναι κριτήριο ακόμα και της αλήθειας τής εμπειρικά και θεωρητικά «γνωστής»,  ακόμα και της «πασίγνωστης» αλήθειας ότι «αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα, θα ήταν παράνομες».

Της αλήθειας αυτής, της τόσο «πασίγνωστης» ώστε, εκτός από «ριζοσπαστικών» αξιώσεων θεωρητική «θεμελίωση» της αποχής, να χρησιμεύει και για το ακριβώς αντίθετο: σαν θεωρητική «θεμελίωση» τής συμμετοχής τής εγκλωβισμένης στο καθεστώς της πολιτικής εξαγοράς, των «πελατειακών σχέσεων», των προσωπικών εξαρτήσεων, του ρουσφετιού κλπ. Γιατί όχι, αφού οι εκλογές δεν μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα καθώς αν μπορούσαν θα ήταν παράνομες κλπ κλπ; Όμως οι αλλαγές στις συνειδήσεις μπορούν να αποτυπωθούν εκλογικά μόνο εφόσον και επειδή οι εκλογές μπορούν να αλλάξουν κάτι, έστω κι αν αυτό το κάτι «περιορίζεται» (που δεν περιορίζεται) στην αποτύπωση της αλλαγής των συνειδήσεων. Ο εγκλωβισμός των συνειδήσεων στα «πράγματα» για τον λόγο ότι οι εκλογές «δεν μπορούν να τα αλλάξουν», δεν επιτρέπει ούτε την αλλαγή των συνειδήσεων ούτε φυσικά την εκλογική αποτύπωση μιας τέτοιας αλλαγής, και αποτελεί την αυτοεκπληρούμενη εγγύηση της αδυναμίας των «πραγμάτων» να αλλάξουν είτε με εκλογές είτε με οποιοδήποτε τρόπο.

Ακόμα πιο εξειδικευμένα χρησιμεύει, και στην πραγματικότητα ευθέως στοχεύει, η «πασίγνωστη» αυτή αλήθεια σαν θεωρητική απολογία της αποχής από την υπερψήφιση των κομμάτων που στόχο τους έχουν ακριβώς την αλλαγή των πραγμάτων. Με άλλα λόγια, σαν θεωρητική απολογία της αποχής από την υπερψήφιση του ΚΚΕ: «Οι εκλογές, λέμε, δεν αλλάζουν τα πράγματα. Και θα πας να ψηφίσεις ακριβώς αυτό; την αλλαγή των πραγμάτων;»

Ας βάλουμε όμως το ερώτημα:

***

Αν το ΚΚΕ δεν βρισκόταν στη βουλή για να καταψηφίσει, μόνο αυτό, τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η έλλειψη αυτή θα αποτελούσε ή όχι απόσυρση της ταξικής αντίθεσης και πάλης από το πολιτικό προσκήνιο και εν λευκώ παραχώρησή του στην μονοφωνία της ολοκληρωτικής αστικής κυριαρχίας ;

Το ίδιο αυτό «στιγμιότυπο» της καταψήφισης του Μάαστριχτ από το ΚΚΕ αποτέλεσε ή όχι μορφή εισδοχής της ταξικής πάλης στο πολιτικό προσκήνιο έχοντας αφήσει από τότε ως τώρα έντονο αποτύπωμα σε όλες τις μορφές ανάπτυξής της;

Αν ναι, αποτελεί ή όχι αυτό το «στιγμιότυπο» και το διαρκές του αποτύπωμα μια επαρκή απόδειξη της συμβολής των εκλογών στην «αλλαγή των πραγμάτων» ακόμα κι αν αυτές οι ίδιες «δεν μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα»;

Αποτελεί ή όχι μια απόδειξη που μόνο η «συμμετοχή» και όχι η «αποχή» θα μπορούσε να την προσκομίσει, και που τόσο πιο βαθιά θα χάραζε το ίχνος της στη μετέπειτα κοινωνικοπολιτική εξέλιξη, όσο πιο ισχυρή θα ήταν η κοινοβουλευτική δύναμη του ΚΚΕ την στιγμή εκείνη;

Πόσο βαθιά έχει ή δεν έχει χαράξει την παγκόσμια ιστορία η κοινοβουλευτική παρουσία ενός μόνο ανθρώπου, του Καρλ Λίμπκνεχτ, τη στιγμή που – ηρωικά – καταψήφιζε τις πολεμικές πιστώσεις του γερμανικού κράτους στις απαρχές του ιμπεριαλιστικού πολέμου;

Την ίδια περίοδο ήταν η «αποχή» ή η «συμμετοχή» των μπολσεβίκων βουλευτών στη ρωσική δούμα, – που εξορίστηκαν γιατί κατήγγειλαν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, δίνοντας έτσι παράδειγμα και κατεύθυνση στο λαό της Ρωσίας -, αυτή που μπορούσε να μην συμβάλει ή να συμβάλει στην άνοδο της εργατικής λαϊκής πάλης;

***

Αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν «τα πράγματα», «τον κόσμο», θα ήταν παράνομες, και υπήρξαν πολλές φορές παράνομες ακριβώς λόγω της δυνατότητάς τους να συμβάλουν στην ωρίμανση των προϋποθέσεων αλλαγής «των πραγμάτων» και «του κόσμου».

Η εκλογική παραίτηση δεν αποτελεί παρά παραίτηση από τη δυνατότητα αυτής της συμβολής.

Αποτελεί μορφή πολιτικής παραίτησης από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης έως το σημείο στο οποίο οι δυο αντιτιθέμενες πλευρές της έρχονται αντιμέτωπες η καθεμιά με τις δικές της οριστικές επιλογές καθώς και με τις οριστικές επιλογές της αντίπαλης κοινωνικής τάξης.

Advertisements

Η ιστορία τηs Κ

πηγή: 902gr

Του Στάθη Δρογώση, τραγουδοποιού

Η Κ μεγάλωσε σε μια μικρή πόλη κοντά στην Αθήνα. Από φτωχή οικογένεια, δεν κατάφερε να περάσει σε Πανεπιστήμιο, αλλά έπειτα από τρελό ψάξιμο δούλεψε γραμματέας με μπλοκάκι σε ΤΕΙ. Της άρεσε η Αθήνα και στα 25 της βρέθηκε άνεργη αφού η θέση της καταργήθηκε. Δεν ήθελε να γυρίσει πίσω και έμενε με τον αδερφό της σε μια γκαρσονιέρα στα Πατήσια. 250 ευρώ ενοίκιο και άγχος. Έστειλε παντού βιογραφικά. Σε μια αλυσίδα φούρνων τη δέχτηκαν. Η δουλειά ήταν πραγματικά σκληρή. Η σύμβαση ήταν για 8ωρη απασχόληση με βασικό μισθό. Τελικά έφτασε να δουλεύει 11 ώρες χωρίς να πληρώνεται υπερωρίες. Απαγορευόταν η πρόσβαση στην τουαλέτα και μάθαινε τις βάρδιές της την προηγούμενη μέρα με συνέπεια να μην μπορεί να κάνει κάτι άλλο στη ζωή της αφού δεν υπήρχε κανονικότητα. Φυσικά είχε κρυφτεί πολλές φορές όταν ερχόταν η Επιθεώρηση Εργασίας.

Το πιο σκληρό που θυμάται ήταν οι προϊστάμενοι. Για 50 ευρώ παραπάνω ούρλιαζαν όλη τη μέρα στους υπαλλήλους. Ορθοστασία, αγένεια και παράνοια.

Όμως έπρεπε να δουλέψει. Γιατί ο αδερφός της ήταν φαντάρος και τον ζούσε μόνη της.

Μην τα πολυλογώ, μια μέρα δεν παρέδωσε το κινητό της όπως έλεγε ο κανονισμός. Ήταν ο πατέρας της στο νοσοκομείο και ανησυχούσε. Την έπιασαν από τις κάμερες να το κοιτάζει. Και την έδιωξαν ύστερα από δύο μέρες. Ψάχνει δουλειά ακόμη και παίρνει μειωμένο επίδομα ανεργίας γιατί το αφεντικό της έβαζε λιγότερα ένσημα.

Μια απορία έχω μόνο. Ποιο κόμμα, ποιος πολιτικός νοιάζεται για την Κ; Ψήφισε η Κ; Για αυτήν δάκρυσαν οι ΣΥΡΙΖΑίοι εκείνη τη νύχτα με τη διαφορά στο 10%; Για αυτή θα νοιαστούν οι νικητές;

Και ναι, αν σας φαίνεται ουτοπία το να βρει μια ανθρώπινη δουλειά χωρίς να τη διαλύουν τα αφεντικά της, χωρίς να την κλέβουν και να την εξευτελίζουν, τότε ψηφίστε τα κόμματα που τσακώνονται στα κανάλια, αλλά συμφωνούν τελικά μεταξύ τους. Υπάρχουμε πολλοί ανένταχτοι αριστεροί που θα στηρίξουμε ΚΚΕ γιατί ακριβώς το ΚΚΕ υπερασπίζεται την Κ…

Το άρθρο αναδημοσιεύεται από την εφημερίδα «Τα Νέα», 3/6/2019. 


Οι «120 δόσεις» και η χθεσινη ανακοίνωση του ΚΚΕ

Στην προηγούμενη ανάρτηση του μπλογκ παρουσιάσαμε το ζήτημα των χρεών προς το δημόσιο τοποθετημένο στο όχι ιδεατό αλλά εντελώς πραγματικό και εντελώς προσωπικό πεδίο των οφειλών που συσσωρεύτηκαν στις πλάτες ενός αυτοαπασχολούμενου, κατά κύριο λόγο από τη ληστρική φορολόγηση του εισοδήματος μετά την κατάργηση του αφορολόγητου ορίου των 12.000 ευρώ και τη θέσπιση του «τέλους επιτηδεύματος», κατά το χρονικό διάστημα 2012-2017.

Συνοψίζοντας τα στοιχεία αυτών των 6 χρόνων:

Πραγματικό μέσο ετήσιο εισόδημα = 3238,7 ευρώ. 

Μέσο ετήσιο «τεκμαρτό εισδόδημα» = 7880 ευρώ.

Μέσος ετήσιος φόρος εισοδήματος (μαζί και με το «τέλος επιτηδέυματος») = 3075,61 ευρώ. 

Μέσος ετήσιος φόρος που παρακρατήθηκε «αυτόματα» = 1010,84 ευρώ.

Μέσο ετήσιο χρέος από φορολόγηση του εισοδήματος (χωρίς τις μετέπειτα προσαυξήσεις) = 1445,4 ευρώ. 

Σημερινές οφειλές, όπως εμφανίζονται στο «TAXIS»:

Από φόρο εισοδήματος (και «τέλος επιτηδεύματος»), σύνολο 15486,23 ευρώ, εκ των οποίων το αρχικό χρέος χωρίς τις προσαυξήσεις = 11770,62 ευρώ.

Σύνολο οφειλών (εισόδημα/»τέλος επιτηδεύματος», ΕΕΤΗΔΕ/ΕΝΦΙΑ, «τέλη κυκλοφορίας») 19494,34, εκ των οποίων το αρχικό χρέος (με τον διπλασιασμό του απλήρωτου τέλους κυκλοφορίας και χωρίς τις άλλες προσαυξήσεις) = 14744,20. 

Δεν θα κάνω περισσότερα σχόλια, τα σχόλια έχουν κατά βάση γίνει στην προηγούμενη ανάρτηση. Όποιος έχει μάτια βλέπει κι όποιος ξέρει ανάγνωση μπορεί να συγκρίνει τα ποσά του εισοδήματος, της φορολόγησης και του χρέους. Κι όποιος ξέρει απλή αριθμητική μπορεί να τοποθετήσει αυτά τα δεδομένα  πάνω από τον παρονομαστή των φοροληστρικών μέτρων (κατάργηση αφορολόγητου ορίου και επιβολή «τέλους επιτηδεύματος»)  και να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα για την κατάσταση αυτή στο σύνολό της, και όχι στο 90 80 ή 70% της, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στο συγκεκριμένο προσωπικό δείγμα που εκτίθεται στην προηγούμενη και σε αυτή την ανάρτηση προς τέρψη του αναγνωστικού κοινού. [1]

***

Σχετικά με το ζήτημα των «120 δόσεων» για χρέη στο δημόσιο (και στα ασφαλιστικά ταμεία) εκδόθηκε χθες ανακοίνωση του Τμήματος ΕΒΕ της ΚΕ του ΚΚΕ.

Μέσα σε όλα τα σωστά που περιλαμβάνει (άμεση επαναφορά του αφορολόγητου ορίου για τους αυτοαπασχολούμενους στα 12.000 ευρώ, προσαυξανόμενο κατά 3.000 ανά προστατευόμενο μέλος, κατάργηση χαρατσιών όπως ο ΕΝΦΙΑ και το τέλος επιτηδεύματος και τα υπόλοιπα), η ανακοίνωση αυτή βάζει σαν «αίτημα» και την «κατάργηση του 30% του χρέους για αυτοαπασχολούμενους με εισόδημα έως 12.000 ευρώ».

Πρώτο και γενικό ερώτημα: Τι σχέση έχει αυτό το «αίτημα» με την πάλη για την ανάκτηση όλων των απωλειών που είχαν οι εργαζόμενοι στα χρόνια της «κρίσης» και των «μνημονίων»;

Οι απώλειες των αυτοαπασχολούμενων κατά την προηγούμενη δεκαετία, περιλαμβάνουν όλους τους φόρους που επιβλήθηκαν και όλες τις οφειλές που συσσωρεύτηκαν λόγω της κατάργησης του αφορολόγητου όριου και της θέσπισης «τελών» όπως το τέλος επιτηδεύματος και το ΕΕΤΗΔΕ/ΕΝΦΙΑ.

Ένα «αίτημα», λοιπόν, όπως η «κατάργηση του 30% του χρέους» – ακόμα και με τη διαγραφή των προσαυξήσεων, όπως διατυπώνεται στην ανακοίνωση – δεν ισοδυναμεί παρά με «αίτημα» ανάκτησης των απωλειών κατά… 30%.

Ισοδυναμεί επίσης με την κατά 70% αναγνώριση και «νομιμοποίηση» αυτών των απωλειών και της φοροληστρικής πολιτικής που ακολουθήθηκε τα προηγούμενα χρόνια από όλες τις κυβερνήσεις  που τσαλαπάτησαν και τσαλαπατούν τη ζωή των εργαζομένων για να αυξηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου και να στερεωθεί η εξουσία του.

Και αλήθεια, όταν η αφετηρία αυτών των απωλειών βρίσκεται στις συγκεκριμένες «ρυθμίσεις» (κατάργηση αφορολόγητου ορίου, «τέλος επιτηδεύματος», ΕΕΤΗΔΕ/ΕΝΦΙΑ κλπ) και όταν αυτές οι απώλειες αποτελούν συνέπεια των συγκεκριμένων «ρυθμίσεων», ποια πολιτική ή άλλη λογική υπαγορεύει την παράκαμψη της αφετηρίας του προβλήματος και την αντιμετώπισή του με τη μορφή «παζαριού», 30% κλπ, για τις απώλεις που θα «ανακτηθούν» και τις απώλειες που επί της ουσίας «νομιμοποιούνται»;

Και ποια λογική υπαγορεύει ακόμα και τον συγκεκριμένο καθορισμό του «αιτήματος», δηλαδή το συγκεκριμένο ποσοστό «ανάκτησης των απωλειών»; Γιατί 30%; Γιατί όχι 20% ή 40%; Απάντηση σε αυτό δεν μπορεί να δοθεί… Και δεν μπορεί να δοθεί γιατί το ίδιο το «αίτημα» δεν υπακούει σε καμία συνέπεια, η οποία και θα υπαγόρευε ένα καθορισμένο διεκδικητικό περιεχόμενο. Κι αφού δεν υπακούει σε καμία διεκδικητική συνέπεια δεν απομένει παρά ένα «αίτημα» πρόσφορο στην διαπραγμάτευση της κολοκυθιάς: 30 τοις εκατό! Και γιατί 30 τοις εκατό; Αμ πόσο τοις εκατό;

***

100-30=70 και, επιστρέφοντας εντός παρενθέσεως στο πραγματικό προσωπικό μας δείγμα, 70% των σημερινών συνολικών οφειλών εισοδήματος (χωρίς τις προσαυξήσεις) ύψους 11770,62 ευρώ, μας κάνει 8249,43 ευρώ. Αποτελεί λοιπόν «αίτημα» η αναγνώριση ενός συνόλου οφειλών εισοδήματος, κατασκευασμένου μέσα σε μια εξαετία, το οποίο σύνολο υπερβαίνει το μέσο ετήσιο «τεκμαρτό» εισόδημα αυτής της εξαετίας και είναι υπερδιπλάσιο από το μέσο ετήσιο πραγματικό εισόδημα αυτής της εξαετίας!

Και σε σχέση με τις συνολικές οφειλές αυτής της εξαετίας,  ύψους (χωρίς τις προσαυξήσεις) 14744,20 ευρώ, αποτελεί «αίτημα»  η αναγνώριση – στα καλά καθούμενα – του 70% αυτής της συνολικής «οφειλής», δηλαδή ενός χρέους 10320,94 ευρώ,  που  ξεπερνά το 130% του μέσου ετήσιου «τεκμαρτού» εισοδήματος και είναι υπερτριπλάσιο από το μέσο ετήσιο πραγματικό εισόδημα αυτής της εξαετίας.

***

«Ο γάιδαρος δεν πετάει όσοι νόμοι κι αν προβλέπουν το αντίθετο», γράφαμε στην προηγούμενη ανάρτηση, και εδώ επιμένουμε σε αυτή τη θέση που έχει ισχύ καθολικού νόμου.

Δεν υπάρχει άλλο πραγματικά (και όχι ευκαιριακά και τυχαία) καθορισμένο διεκδικητικό περιεχόμενο από την ανάκτηση όλων των απωλειών της προηγούμενης δεκαετίας, και αυτό το πραγματικά καθορισμένο διεκδικητικό περιεχόμενο εν προκειμένω εξειδικεύεται αποκλειστικά και μόνο στην ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ για όλους του αφορολόγητου όριου των 12000 ευρώ (προσαυξημένου για κάθε προστατευόμενο μέλος) και μάλιστα ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ από τη στιγμή της κατάργησής του, στην επίσης αναδρομική κατάργηση των τελών και χαρατσιών, στο ΣΒΗΣΙΜΟ των «οφειλών» που προέρχονται από την κατάργηση του αφορολόγητου και τα χαράτσια, και στην ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ τους (σε 120 δόσεις!) σε όσους τις έχουν πληρώσει όλες ή μέρος τους.

***

Αγωνιστικά με τα ψηφοδέλτια του ΚΚΕ στις κάλπες, μαχητικά και χωρίς εκπτώσεις στους καθημερινούς διεκδικητικούς αγώνες!

=========================================

[1] Μένει ίσως να γίνει λόγος για τη «νομοτέλεια». Αν θεωρηθεί ότι στα δεδομένα που παραθέτουμε αντικατοπτρίζεται η νομοτέλεια χωρίς διαθλάσεις και άλλες παραμορφώσεις, πρέπει ωστόσο να υπογραμμιστεί το εξής: Αν κάπου αντικατοπτρίζεται η νομοτέλεια, είναι στο ύψος των εισοδημάτων. Τα ποσά των φόρων και των οφειλών δεν αντικατοπτρίζουν τη «νομοτέλεια» αλλά τη σκόπιμη πολιτική υλοποίηση των στόχων της εξουσίας των μονοπωλίων, η οποία ως φαίνεται δεν έχει εμπιστοσύνη στη… νομοτέλεια ή έστω στην ταχύτητα πραγμάτωσής της και επιβάλλει το περιεχόμενό «της» με τη γνωστή μέθοδο του προκρούστη.

 


Ανακοίνωση του ΚΚΕ για τις εξελίξεις με την ΠΓΔΜ

Ανακοίνωση του ΚΚΕ για τις εξελίξεις με την ΠΓΔΜ

Οι εμπρηστές των Βαλκανίων – ΝΑΤΟ, ΗΠΑ, ΕΕ – δεν θέλουν να δώσουν λύση υπέρ των λαών!

Το ΚΚΕ καλεί τον ελληνικό λαό, που δικαιολογημένα ανησυχεί για τις εξελίξεις με την ΠΓΔΜ, να δει την ουσία του προβλήματος, το “δάσος” και όχι το “δέντρο”. Να ξεπεράσει τον αποπροσανατολισμό και τις ψεύτικες διαχωριστικές γραμμές, που καλλιεργούν τόσο η κυβέρνηση όσο και εκείνες οι δυνάμεις που επενδύουν στον εθνικισμό κι αλυτρωτισμό.

Και οι δύο πλευρές, ανεξάρτητα από την τοποθέτησή τους, αναγορεύουν σε κύριο ζήτημα το όνομα και κρύβουν το επικίνδυνο σκηνικό που στήνεται. Κρύβουν τη συμφωνία τους με τη ΝΑΤΟική ομπρέλα, κάτω από την οποία διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις, με στόχο την ένταξη της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ.

Οι εξελίξεις δεν αφορούν μόνο τις σχέσεις Ελλάδας – ΠΓΔΜ. Είναι κομμάτι των συνολικότερων σχεδιασμών που προωθούνται από το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ, την ΕΕ, προκειμένου να ενισχύσουν την οικονομική – πολιτική – στρατιωτική παρουσία τους στα Δυτικά Βαλκάνια και την ευρύτερη περιοχή.

Να βγουν πιο ενισχυμένες στο σφοδρό ανταγωνισμό με άλλες δυνάμεις, όπως η Ρωσία, η Κίνα, με επίκεντρο τον έλεγχο ενεργειακών πηγών και δρόμων, τα μερίδια των αγορών.

Γι’ αυτό καίγονται τα ΝΑΤΟικά επιτελεία, η ελληνική κυβέρνηση και η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ. Γι’ αυτό και ως ορίζοντας για την επίτευξη συμφωνίας καθορίζεται η Σύνοδος του ΝΑΤΟ τον Ιούλη.

Οι εξελίξεις προμηνύουν νέα δεινά για τους λαούς!

Αποτελεί ανιστόρητη κοροϊδία ότι η ένταξη αυτών των χωρών σε ΝΑΤΟ – ΕΕ θα διασφαλίσει την ειρήνη και τη σταθερότητα, ότι θα αποτρέψει κινδύνους απέναντι στη χώρα μας.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν οι ΝΑΤΟικές δυνάμεις που:

  • Πρωτοστάτησαν στη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας και στη δημιουργία του προβλήματος.
  • Επαναχάραξαν τους χάρτες των Βαλκανίων, δημιούργησαν κράτη – προτεκτοράτα για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους.
  • Αξιοποιούν υπαρκτά και ανύπαρκτα μειονοτικά ζητήματα, υποδαυλίζουν εθνικισμούς κι αλυτρωτισμούς, για να «διαιρούν» τους λαούς.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις αποδεικνύουν πως η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ, όχι μόνο δεν εξασφαλίζει την ειρήνη και την εδαφική ακεραιότητα, αλλά αντίθετα αποτελεί παράγοντα όξυνσης των προβλημάτων, αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η ίδια η πορεία άλλων βαλκανικών χωρών προς το ΝΑΤΟ και την ΕΕ συνυπάρχει με αμφισβήτηση συνόρων, παραβιάσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων, ανακίνηση ακόμα και ανύπαρκτων μειονοτικών ζητημάτων.

Ακόμη και αν υπάρχει κάποιος συμβιβασμός, είναι βέβαιο ότι αυτός θα είναι εύθραυστος, ότι όταν ο συσχετισμός αλλάξει, θα αναζητηθούν νέες συμφωνίες και γεωπολιτικές ισορροπίες, που επιτυγχάνονται είτε με πόλεμο είτε με το πιστόλι στον κρόταφο των λαών.

Η «ονοματολογία» συγκαλύπτει τα ιμπεριαλιστικά σχέδια, τα πραγματικά προβλήματα

Το ΚΚΕ, από το 1992, όταν τέθηκε το ζήτημα της ονομασίας του γειτονικού κράτους, μετά τη διάλυση της πρώην ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, τοποθετήθηκε από θέσεις αρχών, με στόχο την προώθηση της φιλίας των λαών, ενάντια στα σχέδια των ιμπεριαλιστών και την αλλαγή συνόρων στην περιοχή.

Πήγε κόντρα στο κυρίαρχο εθνικιστικό ρεύμα που καλλιεργούσαν όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα.

Ανάμεσά τους και το κόμμα του Συνασπισμού (μετέπειτα ΣΥΡΙΖΑ), που μαζί με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, υπέγραφε τα κοινά ανακοινωθέντα και επιτίθονταν στο ΚΚΕ, τροφοδοτώντας την αντικομμουνιστική υστερία.

Το ΚΚΕ στηρίζει τις θέσεις του πάνω στο αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η Μακεδονία είναι μια μεγάλη γεωγραφική περιφέρεια, που έχει μοιραστεί μεταξύ τεσσάρων βαλκανικών χωρών, με βάση τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, που υπέγραψε ο Βενιζέλος το 1913. Τότε πήραν: η Ελλάδα το 51%, η Σερβία το 39% (ΠΓΔΜ), η Βουλγαρία το 9,5% και η Αλβανία το 0,5%.

Η αμφισβήτηση αυτής της πραγματικότητας, με το σύνθημα “η Μακεδονία είναι μόνο ελληνική“, εννοώντας όλη τη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας, ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου. Τροφοδοτεί τον εθνικισμό και τον αλυτρωτισμό. Δίνει πάτημα σε όσους ορέγονται αναθεώρηση Διεθνών Συνθηκών, όπως η άρχουσα τάξη της Τουρκίας, με την αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάνης. Έτσι θα ανάψει το φιτίλι στην μπαρουταποθήκη των Βαλκανίων.

Το ΚΚΕ θεωρεί ότι το κυριότερο είναι η διασφάλιση των σχέσεων ειρηνικής συνεργασίας, διασφάλισης του απαραβίαστου των συνόρων των δύο χωρών, αλλαγή του Συντάγματος της γειτονικής χώρας, αποφυγή κάθε αλυτρωτικής προπαγάνδας.

Μόνο έτσι μπορεί να ακυρωθεί όλη εκείνη η βάση που στηρίζει την ανιστόρητη θεωρία περί «Μακεδονικού έθνους». Μόνο έτσι μπορεί να διασφαλισθεί ο αποκλειστικά γεωγραφικός προσδιορισμός, αν καταληχθεί ότι στο όνομα της γειτονικής χώρας θα περιλαμβάνεται ο όρος “Μακεδονία” ή παράγωγό του.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έχει αναλάβει ρόλο “σημαιοφόρου” του ΝΑΤΟ

Η κυβέρνηση, μέσω της πολιτικής της λεγόμενης “γεωστρατηγικής αναβάθμισης“ προωθεί τη συμμετοχή του ελληνικού κεφαλαίου στο πλιάτσικο που διεξάγεται στην περιοχή. Είναι η άλλη όψη της αντιλαϊκής πολιτικής.

Η ελληνική αστική τάξη προσδοκά να επανακάμψει πιο ισχυροποιημένη στα Βαλκάνια, να κερδίσει θέσεις σε κλάδους που ιεραρχεί, επωφελούμενη από την ένταξη αυτών των χωρών στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ.

Γι’ αυτό προστρέχει με προθυμία να κλείσει ζητήματα για λογαριασμό του κεφαλαίου, άσχετα αν ανοίγει παράθυρα μεγάλων κινδύνων και για τον ελληνικό λαό και τους άλλους λαούς της περιοχής.

Όχι στο δηλητήριο της πατριδοκαπηλίας και στον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου

Το ΚΚΕ καλεί το λαό να απομονώσει εκείνες τις εθνικιστικές, φασιστικές δυνάμεις που εκμεταλλεύονται τη δικαιολογημένη ανησυχία του για να σπείρουν το δηλητήριο του εθνικισμού, της πατριδοκαπηλίας. Ανάμεσά τους η εγκληματική Χρυσή Αυγή, ο πολιτικός απόγονος του ναζισμού, στην περίοδο της κυριαρχίας του οποίου η ελληνική Μακεδονία ήταν υπό βουλγαρική κατοχή.

Η ΝΔ και άλλα κόμματα έχουν τεράστια ευθύνη, γιατί με τη στάση τους ψαρεύουν στα θολά νερά του εθνικισμού, αθωώνουν τέτοιες δυνάμεις. Την ίδια στιγμή δίνουν “πάσα στην κυβέρνηση να παρουσιάζει τα επικίνδυνα ευρωατλαντικά σχέδια, με τον μανδύα της “προοδευτικότητας”.

Οι λαοί μπορούν να βαδίσουν το δικό τους ελπιδοφόρο δρόμο.

Η κοινή πάλη και η αλληλεγγύη είναι το όπλο τους ενάντια στα σχέδια του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστών

Oι εξελίξεις επιβάλλουν επαγρύπνηση, ένταση της εργατικής-λαϊκής πάλης και της διεθνιστικής αλληλεγγύης, ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και τους πολέμους. Αυτή η πάλη είναι αναπόσπαστα δεμένη με τον αγώνα για τα σύγχρονα λαϊκά δικαιώματα. Είναι δεμένη με τον αγώνα ενάντια σε όλες τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, όπως το ΝΑΤΟ, η ΕΕ, ενάντια στο ίδιο το καπιταλιστικό εκμεταλλευτικό σύστημα και την εξουσία του κεφαλαίου.

πηγή


το δικαίωμα στην εργασία και ο κόσμος από την σκοπιά του

«…Στο πρώτο σχέδιο συντάγματος που καταρτίστηκε πριν από τις μέρες του Ιούνη, βρισκόταν ακόμα το «droit au travail», το δικαίωμα στην εργασία, η πρώτη αδέξια διατύπωση όπου συνοψίζονται οι επαναστατικές αξιώσεις του προλεταριάτου. Αυτό μετατράπηκε στο droit al’ assistance, στο δικαίωμα να παίρνει βοήθημα απ’ το δημόσιο. Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο; Το δικαίωμα στην εργασία είναι, με την αστική έννοια, ένας παραλογισμός, ένας άθλιος, ευσεβής πόθος. Πίσω όμως απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους. Πίσω από το «δικαίωμα στην εργασία» βρισκόταν η εξέγερση του Ιούνη. Η συντακτική συνέλευση, που έθετε ουσιαστικά το επαναστατικό προλεταριάτο εκτός νόμου, ήταν για λόγους αρχής υποχρεωμένη να βγάλει τη διατύπωση του δικαιώματος της εργασίας απ’ το σύνταγμα, αυτό το νόμο των νόμων, ήταν υποχρεωμένη να ρίξει το ανάθεμα στο «δικαίωμα στην εργασία»…»

(Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, ΣΕ, σελ. 78-79)

***

Μάλλον σαν αποτύπωση πολιτικών συσχετισμών στο πεδίο της ιδεολογίας, στο μεταπολιτευτικό σύνταγμα του 1975 όπως ισχύει και σήμερα, διακηρύχτηκε, στο άρθρο 22, ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

Βέβαια τι «δικαίωμα», αφού με την αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 του ίδιου αυτού συντάγματος η διάταξη σύμφωνα με την οποία, για τους υπαλλήλους του δημοσίου που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου «απαγορεύεται»  η από το νόμο μονιμοποίησή τους ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό, τουλάχιστον για την ώρα , γιατί τι άλλο αν όχι ευτελισμός της έννοιας του «συντάγματος» είναι η πρόστυχη εισαγωγή μιας διάταξής του σαν κι αυτής, που «απαγορεύει τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου»;  Το 2001, άλλωστε, είναι μια χρονιά όπου ήδη η ελληνική άρχουσα τάξη είχε αρχίσει να στενεύεται από το σύνταγμά της: Δυο μόλις χρόνια πριν η κυβέρνηση Σημίτη το είχε παραβιάσει κατάφορα επιτρέποντας χωρίς  νόμο ψηφισμένο από τη βουλή (άρθρο 27) τη διέλευση των «χερσαίων» της «συμμαχίας» που επέδραμε κατά της Γιουγκοσλαβίας, ενώ στην αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε επίσης (στο άρθρο 28) και η «ερμηνευτική δήλωση» που καθιερώνει σαν υπέρτερο έναντι του εθνικού το δίκαιο της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και θεσμοθετεί την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας ως «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Και έμελε, σε λιγότερο από μια δεκαετία, να έρθει και η ώρα που το ίδιο αυτό άρθρο 28 θα  ανασκολοπιζόταν διαδοχικά από τις κυβερνήσεις Παπαδήμου, Σαμαρά και Τσίπρα, κάθε φορά που ψήφιζαν χωρίς  την προβλεπόμενη πλειοψηφία των 3/5 την εκχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων στους «θεσμούς» των μνημονίων. Βέβαια πρέπει να αναγνωρίσουμε στην «πρώτη φορά αριστερά» ότι το 3ο μνημόνιο είναι από αυτήν την άποψη και το μόνο «συνταγματικό», αφού με αστική ευγένεια μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ το υπερψήφισαν επίσης η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, οπότε εν προκειμένω ουδείς λόγος ενεργοποίησης του  «πατριωτισμού των Ελλήνων»…

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας: Λέγαμε λοιπόν ότι το άρθρο 22 αναγνωρίζει την εργασία σαν δικαίωμα και ότι παραβλέπουμε σαν ευτελισμό του συντάγματος την «απαγόρευση μετατροπής συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου».  Αυτό που όμως δεν μπορούμε να  παραβλέψουμε, είναι ότι απέναντι στο δικαίωμα της εργασίας του άρθρου 22 ορθώνεται η προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17, στην οποία βέβαια περιλαμβάνεται και η προστασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (αυτής της ίδιας που  αποθεώνεται με τις «ελευθερίες» της συνθήκης του Μάαστριχτ), η οποία ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποτελεί και το άκρο αντίθετο του δικαιώματος στην εργασία. Το λέει η επιστήμη, το λέει ο Μαρξ: «Πίσω απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους». Και οφείλουμε στην πολιτική οικονομία να είμαστε μαρξιστές με την ίδια έννοια που στις φυσικές επιστήμες είμαστε οπαδοί του Νεύτωνα. Το λέει ο Τσε.

Τι κάνουμε λοιπόν τώρα, που το δικαίωμα στην εργασία του άρθρου 22 προσκρούει στην προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17; Ευτυχώς για την «αστική νομιμότητα» οι ιδεολογικοί συσχετισμοί της μεταπολίτευσης άφησαν κι εδώ τη σφραγίδα τους: Διότι ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 17 «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους», αλλά συνεχίζει το ίδιο άρθρο: «τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».  Και πόσο «γενικό συμφέρον» δεν είναι το (και συνταγματικά προβλεπόμενο) δικαίωμα στην εργασία, ώστε να μη μπει φραγμός (να ασκηθεί «βία») στα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και μάλιστα κατά τρόπο που να αφήνει αδιατάρακτη την υφιστάμενη «αστική νομιμότητα»!!! Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα!

Να λοιπόν πεδίο δόξας για τον πατριωτισμό του λαού, στον οποίο «επαφίεται η τήρηση» (άρθρο 120) του δικαιώματος στην εργασία (άρθρο 22) και η «βία» εναντίον των  δικαιωμάτων και «ελευθεριών» που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ασκούνται σε βάρος του δικαιώματος στην εργασία δηλαδή «σε βάρος του γενικού συμφέροντος» δηλαδή αντικοινωνικά (άρθρο 17). Αν μπορούνε, άλλωστε, ας ασκηθούνε κι αλλιώς. 

***

Το 1848-1850 η αντεπανάσταση μετέτρεψε το «δικαίωμα στην εργασία» σε «δικαίωμα σε βοήθημα». Το 2015-2017 ο ΣΥΡΙΖΑ μετέτρεψε το «ψωμί – παιδεία – ελευθερία» σε «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» ή σε «κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης», όπως το μετονόμασε νομίζοντας ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ελάχιστη εγγυημένη εξαθλίωση και στο κοινωνικό επίδομα εξαθλίωσης…

«Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο;»

Ο Τσίπρας, προχθές είπε στον Κουτσούμπα, ότι καλή βέβαια και η Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά τώρα «πάμε μπροστά»… Όμως ήταν το 1850, δηλαδή πριν 167 ολόκληρα χρόνια, τότε που ο Μαρξ μιλούσε για «σύγχρονο κράτος». Οπότε, και το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, δεν εξαρτάται από τη χρονολογία αναφοράς. Οι χρονολογίες διαδέχονται η μια την άλλη και χωρίς εμάς. Το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, εξαρτάται από τις απαιτήσεις που έχει κανείς σήμερα από ένα «σύγχρονο κράτος». Και εαν εν έτει 2012 θεωρεί κανείς «σύγχρονο» το κράτος που (ήδη από το 1850) «τρέφει τους απόρους του», τότε αυτός δεν μας οδηγεί «μπροστά» αλλά στο «βάθος του χρόνου», και το βάθος του χρόνου βρίσκεται πάντοτε στο ιστορικό παρελθόν, δε φτάνουμε εκεί «πηγαίνοντας μπροστά» αλλά οπισθοδρομώντας ιστορικά, αυτός δεν είναι ο δρόμος της ιστορικής προόδου αλλά ο δρόμος της ιστορικής αντίδρασης.

***

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στο ψωμί, στην παιδεία, στην ελευθερία. Δεν είναι το δικαίωμα των απόρων σε βοήθημα. Είναι η αναγνώριση της εργασίας σαν πρωταρχικού πόρου και του δικαιώματος της κοινωνίας να μην τρέφει άπορους γιατί δεν διαθέτει άπορους.

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στην ικανοποίηση της πιο πρωταρχικής ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, της ανάγκης της παραγωγής από τον άνθρωπο των όρων της ίδιας του της ύπαρξης. Ανάγκη που η ικανοποίησή της αποτελεί ταυτόχρονα και όρο του εξανθρωπισμού του ανθρώπου, όρο που καθιστά τον άνθρωπο δημιουργό της ζωής του και τη ζωή του – τον ίδιο του τον εαυτό – δικό του δημιούργημα. Ο αποκλεισμός από το δικαίωμα στην εργασία ισοδυναμούσε και ισοδυναμεί πάντα με κοινωνικό εξοστρακισμό, ακόμη κι αν κάθε «σύγχρονο» κράτος τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο…

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον καταναγκασμό στην απλήρωτη υπερεργασία και γι’ αυτό είναι κοινωνικό και ατομικό δικαίωμα των εργαζόμενων στον καρπό της εργασίας τους. Ο καταναγκασμός στην απλήρωτη υπερεργασία είναι συνέπεια της εμπράγματης άρνησης του δικαιώματος στην εργασία, είναι συνέπεια του χωρισμού των μέσων της εργασίας από τον εργάτη, συνέπεια της αποστέρησης από τον εργάτη των μέσων της εργασίας του και της περιέλευσής τους στον κάτοχο των μέσων παραγωγής. Χωρίς αυτόν τον χωρισμό, χωρίς αυτήν την περιέλευση, δεν θα ήταν δυνατή η άρνηση της εργασίας σαν δικαιώματος και η αντικατάστασή της από το αντίθετό της:  από τον καταναγκασμό στην απλήρωτη εργασία ή στην ανεργία. Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με τον καταναγκασμό στην υποδούλωση: χωρίς την άρνηση του δικαιώματος στην εργασία δεν θα μπορούσε να υπάρχει καταναγκασμός στην υποδούλωση και μόνο από τον καταναγκασμό στην υποδούλωση μπορεί να προέλθει η άρνηση του δικαιώματος στην εργασία.

***

Η ταξική, εκμεταλλευτική κοινωνία στη θέση της ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, που με το δικαίωμα στην εργασία απαιτεί την ικανοποίησή της, εγκαθιστά τον ταξικό καταναγκασμό. Στη θέση της εργασίας σαν αναγκαίας φυσικής ελεύθερης κοινωνικής ανθρώπινης δραστηριότητας εγκαθιστά την εργασία σαν καταναγκαστική ταξική υποδούλωση.

Η κυρίαρχη ιδεολογία της ταξικής, εκμεταλλευτικής κοινωνίας περιφρονεί το δικαίωμα στην εργασία. Η εργασία γι’ αυτήν είναι άλλωστε «σήμα» του υπόδουλου. Για την κυρίαρχη ιδεολογία στην πρώτη θέση βρίσκεται το δικαίωμα στην αεργία που η εμπράγματη βάση και ολοκλήρωσή του συνίσταται στο δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής της κοινωνίας σαν όρο χρησιμοποίησης και εκμετάλλευσης ξένης εργασίας. Στην κορυφή της αξιακής κοινωνικής ιεραρχίας η κοινωνικά κυρίαρχη ταξική ιδεολογία δεν τοποθετεί το δικαίωμα στην εργασία αλλά, με την ονομασία «δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής», τοποθετεί το δικαίωμα στην αεργία και στην ιδιοποίηση της ξένης εργασίας, ως όρο αυτεπίγνωσης της κυρίαρχης τάξης και ταυτόχρονα ως όρο ιδεολογικής αλλοτρίωσης της υπόδουλης τάξης. Το δεύτερο στη βάση ήδη του γεγονότος ότι ο κοινωνικός καταναγκασμός με τη μορφή της υποδουλωμένης εργασίας επικαλύπτει και συγκαλύπτει την εργασία σαν πρωταρχική ανθρώπινη ζωτική ανάγκη, συνιστά άρνησή της.

Το δικαίωμα στην εργασία και η διεκδίκησή του βρίσκεται σε αντίθεση με την εμπράγματη και ιδεολογική αλλοτρίωση των εργαζομένων, των απαλλότριων από τα μέσα παραγωγής, των προλετάριων.

***

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με το καθεστώς αγοραπωλησίας του εμπορεύματος «εργατική δύναμη»: Κανένα  εμπόρευμα δεν πωλείται «δικαιωματικά», δικαιωματικά απλώς διατίθεται προς πώληση, αλλά αυτή εξαρτάται από την προσφορά και την ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Δικαίωμα στην εργασία σημαίνει τον κοινωνικό σχεδιασμό στη θέση της τυφλής κυριαρχίας της προσφοράς και ζήτησης των εμπορευμάτων, σημαίνει την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης στη θέση της πολιτικής οικονομίας του κεφαλαίου.

ΓΕΦΥΡΑ-ΑΦΙΣΣΑ-1

κινητοποιηση-δουλεια-για-ολους-20170625

 

 

 


Σε αυτές τις «μη επαναστατικές» συνθήκες που ζούμε

Άσχετα από τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ο καθένας το ότι ζούμε και δρούμε σε «μη επαναστατικές» συνθήκες, το γεγονός ότι οι συνθήκες είναι «μη επαναστατικές» δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση πολιτικής ανταπόκρισης στο ερώτημα το διατυπωνόμενο από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων εργαζόμενων στρωμάτων: τι κυβέρνηση έχει ανάγκη η χώρα. Ερώτημα που καταρχήν δεν σημαίνει «ποιο κόμμα» θα ασκεί την κυβερνητική πολιτική, αλλά ποια κυβερνητική πολιτική πρέπει να ασκηθεί.

Πόσο μάλλον που οι υπάρχουσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, δεν έχουν σαν σύνολο την παραμικρή σχέση με συνθήκες στις οποίες «οι πάνω» διαθέτουν τη βεβαιότητα ότι μπορούν να ζουν  «όπως παλιά», ότι μπορούν «να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους» και στις οποίες «οι κάτω θέλουν να ζουν όπως παλιά». Τέτοιες συνθήκες ήταν οι υπάρχουσες μέχρι το 2010 και έχουν παρέλθει. Από τότε διατηρείται μια κατάσταση διαρκούς «επιδείνωσης, μεγαλύτερης από την συνηθισμένη, της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων». Από τότε, επίσης, είναι εμφανής η αδυναμία μιας οριστικής αναδιάταξης του αστικού πολιτικού σκηνικού τέτοιας που να ενσωματώνει αποτελεσματικά τις εργαζόμενες τάξεις και στρώματα, και μάλιστα σε συνθήκες «ρευστότητας» των διεθνών ανταγωνισμών εντός των οποίων οφείλουν να εντάσσονται και οι βλέψεις της εγχώριας άρχουσας τάξης. Από τότε επίσης, εμφανίστηκε, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της, μια διετής περίοδος «σημαντικού ανεβάσματος της δραστηριότητας των μαζών», διαφορετική από την περίοδο όπου οι μάζες «αφήνονται ήσυχα να τις ληστεύουν». Το ότι αυτή η δραστηριότητα δεν απέκτησε τα χαρακτηριστικά «αυτοτελούς ιστορικής δράσης», καθώς και το γιατί δεν τα απέκτησε, το ότι εκείνη η άνοδος της δραστηριότητας δεν είχε συνέχεια καθώς και το γιατί δεν είχε συνέχεια, το ότι εκείνη η «σύντομη» άνοδος της δραστηριότητας των μαζών έχει δώσει τη θέση της σε μια στάση αναμονής και «απάθειας» αλλά όχι προσαρμογής, το ότι τα προηγούμενα επιδρούν «θετικά» στη δυνατότητα της άρχουσας τάξης να διατηρεί και να επιζητά την αναδιάταξη των μορφών της κυριαρχίας της, αυτά είναι αλήθεια. Αλλά όλα τα παραπάνω μαζί παρμένα, όσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση ύπαρξης επαναστατικών συνθηκών, άλλο τόσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση των συνθηκών σαν τέτοιες που τυπικά και με βάση όλα τους τα γνωρίσματα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «μη επαναστατικές συνθήκες».

Ο γνωστός λενινιστικός ορισμός των επαναστατικών συνθηκών, περιέχει σαν αντίστροφη όψη του και έναν ορισμό των μη επαναστατικών συνθηκών: 1) Οι κορυφές μπορούν να ζουν όπως παλιά, μπορούν να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους.  2) Τα κάτω στρώματα θέλουν να ζουν όπως παλιά. 3) Η ανέχεια και η αθλιότητα των καταπιεζόμενων τάξεων παραμένει η συνηθισμένη, χωρίς επίδείνωσή της. 4) Οι μάζες αφήνονται να τις ληστεύουν ήσυχα, το επίπεδο της δραστηριότητάς τους είναι αυτό των «ειρηνικών» εποχών.

Δεν είναι τέτοιες οι σημερινές συνθήκες, συνολικά παρμένες, όπως δεν είναι και αντίθετες. Είναι «μη επαναστατικές συνθήκες» μόνο σχετικά, δηλαδή μόνο από την άποψη ότι δεν είναι επαναστατικές, όχι όμως από την άποψη της «απόλυτης τιμής» των συνθηκών που θα ορίζονταν ως «μη επαναστατικές». Από την άποψη αυτής της «απόλυτης τιμής» οι υπάρχουσες συνθήκες δεν είναι «μη επαναστατικές». Και ειδικά γύρω από τον καταλυτικό παράγοντα της δραστηριότητας των καταπιεζόμενων τάξεων, το χαμηλό επίπεδο αυτής της δραστηριότητας οφείλεται σε έναν μεγάλο βαθμό  στην  έλλειψη ενός συγκεκριμένου και καθοδηγητικού γι’ αυτές πολιτικού στόχου, τέτοιου που α) να απαντά με γενικό τρόπο στις ανάγκες τους και β) να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι μη-επαναστατικές  αλλά δεν είναι και επαναστατικές, και δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες «ανεξάρτητα από τη θέληση ορισμένων χωριστών ομάδων και κομμάτων, αλλά και από τη θέληση ορισμένων χωριστών τάξεων». Ενός συγκεκριμένου καθοδηγητικού πολιτικού στόχου που να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες, αλλλά είναι συνθήκες γενικού μετεωρισμού ανάμεσα σε μια «παλιά» κατάσταση πραγμάτων και σε μια νέα «ακαθόριστη» στο περιεχόμενό της.

Κι είναι αυτό το «ακαθόριστο» που επιδρά αποφασιστικά στο να διατηρείται σε χαμηλό επίπεδο η δραστηριότητα των μαζών. Που δεν επιτρέπει την ανοδική ανάπτυξη της δραστηριότητάς τους όσο ο γενικός στόχος αυτής δραστηριότητας, τέτοιος που να αντιστοιχεί στις παρούσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, παραμένει ακαθόριστος. Δηλαδή παραμένει τέτοιος που δεν κινητοποιεί σε δραστηριότητα η οποία συνεπάγεται ανατροπή των όρων προσαρμογής των ατόμων στις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις, σε δραστηριότητα η οποία προϋποθέτει θυσία αυτής της προσαρμογής για χάρη ενός πολιτικού στόχου άμεσου, αναγκαίου και γι’ αυτό ικανού να συνεγείρει.  Και ένας τέτοιος πολιτικός στόχος σήμερα ανάγεται άμεσα στο γενικό ζήτημα της κυβέρνησης που έχει ανάγκη η χώρα, δηλαδή της κυβερνητικής πολιτικής που μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων στρωμάτων: σήμερα που, ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων, οι συνθήκες δεν είναι επαναστατικές. Σήμερα που, εντός «μη επαναστατικών» συνθηκών, και επίσης ανεξάρτητα από την ίδια αυτή θέληση, μόνο μια κυβερνητική πολιτική με επαναστατικό περιεχόμενο μπορεί να ανταποκριθεί στις εργατικές – λαϊκές ανάγκες. Και που μόνο ο στόχος μιας τέτοιας πολιτικής μπορεί να ανεβάσει τη δραστηριότητα των μαζών στο ύψος των περιστάσεων, και σε ακόμα ανώτερο ύψος όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν.

Κι αυτός είναι ο στόχος μιας κυβερνητικής πολιτικής η οποία, μαζί με το κρατικό χρέος και τα «μνημόνια», μαζί με τις επαχθείς για το λαό δεσμεύσεις της χώρας στην ΕΕ των μονοπωλίων, αναγκαστικά θα καταργήσει και το ΕΣΠΑ και τον κρατικό δανεισμό… Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά και (για άλλη μια φορά) «ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων», θα πρέπει – στη θέση αυτών – να «δεσμεύσει» τον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο και τις πηγές του στην ικανοποίηση των εργατικών-λαϊκών αναγκών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να διαθέτει την ικανότητα να καθυποτάξει την αντίδραση των σημερινών εγχώριων και ξένων σφετεριστών του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου και των πηγών του, την αντίδραση των καπιταλιστών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να στηρίζεται στην λαϊκή οργάνωση και κινητοποίηση, να αποτελεί εμπνευστή και εκφραστή αυτής της οργάνωσης και κινητοποίησης. Μια κυβερνητική πολιτική την οποία μπορούν να υλοποιήσουν μόνο πολιτικές δυνάμεις, «ομάδες και κόμματα», ταγμένες από την ύπαρξή τους στην υπηρεσία των εργατικών-λαϊκών συμφερόντων ενάντια στην οικονομική και πολιτική εξουσία των εκμεταλλευτών και καταπιεστών του λαού και ενάντια στην πολιτική των κομμάτων τους.

Το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από τη θέση της κυβέρνησης είτε από τη θέση της αντιπολίτευσης, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από την άποψη της λαϊκής κινητοποίησης για την απόκρουση της αντιλαϊκής επίθεσης είτε από την άποψη της λαϊκής αντεπίθεσης για την υλοποίησή του, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι τέτοιος που η διεκδίκησή του φέρνει την αστική τάξη αντιμέτωπη με τις «δικές της» πολιτικές ελευθερίες, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος απαιτεί ουσιαστικά την ίδια οργάνωση του λαού και την ίδια «αυτοτελή ιστορική δράση» του που απαιτεί και κάθε μορφή «απλώς» αντίστασής του στην αντιλαϊκή λαίλαπα, το ότι στο τέλος του αυτός ο πολιτικός στόχος οδηγεί στην αντικατάσταση των οικονομικών και πολιτικών ελευθεριών και της εξουσίας του κεφαλαίου από την οικονομική και πολιτική ελευθερία και εξουσία του εργαζόμενου λαού, στην αντικατάση της οργανωμένης κυριαρχίας των εκμεταλλευτών από την οργανωμένη κυριαρχία του λαού, όλα αυτά μένει να εξηγηθούν. Και καλύτερα από το κάθε τι, τα εξηγεί η ίδια η ανάπτυξη της λαϊκής δραστηριότητας από τη στιγμή που θέτει άμεσα μπροστά της αυτόν τον πολιτικό στόχο και στο κάθε της βήμα για την τελική του πραγμάτωση.


Να εξηγούμαστε για να μην παρεξηγούμαστε

Σύμφωνα με την «αφήγηση» των δημοσιογράφων του ραδιοσταθμού «Βήμα FΜ», στην προχθεσινή τους συνέντευξη με τον Δ. Κουτσούμπα, «ο ΣΥΡΙΖΑ πήγε σ’ ένα δημοψήφισμα και πήρε «Οχι» και μετά το γύρισε την επόμενη μέρα στο «Ναι», βλέποντας ότι δεν υπάρχει περιθώριο η χώρα να φύγει από την ΕΕ, γιατί έρχεται φτώχεια».

Ξεχνάει, όμως, αυτή η «αφήγηση» μια μικρή λεπτομέρεια… Το δημοψήφισμα του «ΟΧΙ» που έγινε «ΝΑΙ» πραγματοποιήθηκε στις 5-7-2015. Αλλά πέντε μέρες νωρίτερα, στις 30 Ιουνίου, η κυβέρνηση είχε ήδη υποβάλει στον «Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας» το αίτημά της για τη νέα δανειακή σύμβαση και το 3ο μνημόνιο.

Το οποίον πεντακάθαρα και περίτρανα αποδεικνύει, ότι οι εξελίξεις -χωρίς τυμπανοκρουσίες βέβαια- είχαν δρομολογηθεί πριν από την Κυριακή του δημοψηφίσματος, ότι η κυβέρνηση  μέσα στο θόρυβο της τελευταίας τότε προεκλογικής εβδομάδας κατάφερε να πνίξει τον κρότο  του αιτήματός της για 3ο μνημόνιο, ότι ήδη από τις 30 Ιουνίου τόσο το ΝΑΙ όσο και το ΟΧΙ της επόμενης Κυριακής πια δεν θα σήμαιναν παρά «3 μνημόνιο»,  ότι ο λαός είχε ήδη πριν την Κυριακή του δημοψηφίσματος πέσει θύμα μιας ωμής πολιτικής απάτης χωρίς ιστορικό προηγούμενο, και ότι αυτά τα «ο ΣΥΡΙΖΑ πήγε σε δημοψήφισμα», «ο ΣΥΡΙΖΑ βλέποντας ότι δεν υπάρχει περιθώριο» κλπ, δεν αποτελούν παρά την προέκταση στο σήμερα της τακτικής που ακολούθησε τότε ο ΣΥΡΙΖΑ για να «συγκεράσει» τα τότε προεκλογικά «πεντοζάλια» του με τα μετεκλογικά του πένθιμα εμβατήρια.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ποτέ του δεν ανακάλυψε «ότι δεν υπάρχει περιθώριο η χώρα να φύγει από την ΕΕ», και δεν το «ανακάλυψε» για τον απλούστατο λόγο ότι από την αρχή και πάντοτε, χωρίς παρέκκλιση, μοναδική σταθερά του προγράμματός του ήταν η παραμονή της χώρας στην ΕΕ, και σε αυτή την προγραμματική σταθερά του, την διάσωση -με άλλα λόγια-  του ευρωμόνοδρομου των μονοπωλίων, οφείλεται άλλωστε και η κατάρρευση  κάθε «αντιμνημονιακής» προγραμματικής του εξαγγελίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανακάλυψε. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξαρχής υπηρέτησε την ευρωενωσιακή στρατηγική επιλογή του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου με τον μόνο τρόπο που μπορούσε πια να υπηρετηθεί ύστερα από τη χρεοκοπία του «παραδοσιακού» δικομματισμού: με την τερατώδη διάσταση ανάμεσα στην «αριστερή» ρητορική από τη μια  και την ολοκληρωτική υποταγή στην πολιτική των μονοπωλίων από την άλλη.

Απέναντι λοιπόν σε αυτήν την πραγματικότητα, την οποία συγκαλύπτει και συσκοτίζει η δημοσιογραφική ερώτηση, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στο σκέλος της απάντησης του Δ. Κουτσούμπα ότι: «Αν αποσπαστείς από την ΕΕ και είναι οι ίδιοι στην κυβέρνηση, έχουν οι ίδιοι την εξουσία, την οικονομία και το κράτος – το καπιταλιστικό κράτος – και δεν έχει αλλάξει τίποτε ή δεν πάρεις μέτρα, βεβαίως θα είναι χειρότερα τα πράγματα…»

…Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι η ΕΕ και το καθεστώς ένταξης σε αυτήν συγκροτεί και αποτελεί σήμερα  την μοναδική υπαρκτή, συγκεκριμένη, ιστορικά καθορισμένη πολιτικο-οικονομική μορφή κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου και τσακίσματος των λαϊκών δικαιωμάτων. Ο μοναδικός υπαρκτός ελληνικός καπιταλισμός είναι ο καπιταλισμός της ενταγμένης στην ΕΕ Ελλάδας και κάθε μάχη με έναν άλλο υποθετικό, πιθανό καπιταλισμό εκτός από αυτόν είναι ή κινδυνεύει να μετατρέπεται σε σκιαμαχία με έναν καπιταλισμό της θεωρητικής αφαίρεσης.

Ο καθένας μπορεί να κατανοήσει το ότι η πάλη ενάντια στον υπαρκτό δρόμο καπιταλιστικής «ανάπτυξης» (και κοινωνικής υπανάπτυξης) διεξάγεται όχι για την αντικατάστασή του από έναν άλλο καπιταλιστικό δρόμο ανύπαρκτο σήμερα, όχι σαν μάχη ανάμεσα σε πιθανές ή υπαρκτές αντιτιθέμενες επιλογές «καπιταλιστικών δρόμων» μεταξύ  τμημάτων του κεφαλαίου, αλλά για την κατάργηση του καπιταλιστικού δρόμου γενικά. Και είναι για τον καθένα προφανές ότι η κατάργηση του καπιταλιστικού δρόμου γενικά δεν μπορεί να διεξάγεται παρά μόνο σαν πάλη για την κατάργηση του υπαρκτού καπιταλιστικού δρόμου:

Σαν πάλη της ικανοποίησης των αναγκών της εργαζόμενης κοινωνίας ενάντια  στην ελευθερία του μονοπωλιακού ανταγωνισμού και της αγοράς, σαν πάλη της «πεζούλας» ενάντια στο κεφάλαιο και την ελευθερία της κίνησής του, σαν πάλη ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των 14 αεροδρομίων και την καταναγκαστική αργία των ναυπηγείων του Σκαραμαγκά λογουχάρη, σαν πάλη για την περιέλευση του κοινωνικού πλούτου στην κατοχή της κοινωνίας και την υπαγωγή της λειτουργίας του στην ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, σαν πάλη ενάντια στη φορολογική ασυλία των μονοπωλίων και την αντιλαϊκή φοροληστεία, σαν πάλη για κοινωνική ασφάλιση και δικαιώματα, μισθό, ωράριο και δουλειά, σαν πάλη για εξωτερική πολιτική και διεθνείς σχέσεις ανταποκρινόμενες στις λαϊκές ανάγκες και την πάλη των λαών, δηλαδή σαν πάλη ενάντια στην κυριαρχία των μονοπωλίων στην οποία δεσμεύει τη χώρα των πλέγμα των ευρωενωσιακών συνθηκών, κανόνων, μνημονίων, μηχανισμών κλπ, σαν πάλη για  την αποδέσμευση από την υπαρκτή ΕΕ των μονοπωλίων και από την κυριαρχία των μονοπωλίων γενικά.

Σαν πάλη της «φτώχειας που έρχεται» εξαιτίας της θέσης της χώρας εντός της ΕΕ των μονοπωλίων,  ενάντια στον «λαϊκό» δημοσιογραφικό λόγο για την «φτώχεια που έρχεται» αν η «χώρα φύγει από την ΕΕ». Σαν πάλη των πραγμάτων που καθημερινά χειροτερεύουν, ενάντια στα πράγματα «που βεβαίως θα είναι χειρότερα αν αποσπαστείς χωρίς να πάρεις μέτρα» κλπ.