1985: Η γαλλική διανόηση και οι ερευνητικές κατευθύνσεις των ΗΠΑ

Μια παραπομπή στη σελ. 127 της ΚΟΜΕΠ 1/2020 αποτέλεσε το έναυσμα για την ενασχόληση με την «εκκαθαρισμένη» και αποχαρακτηρισμένη (το 2011) «ερευνητική εργασία» (research paper) της CIA, χρονολογούμενη από τον Δεκέμβριο 1985, με τον τίτλο «Γαλλία: αποστασία των αριστερών διανοούμενων» [1].

Παρά τον τίτλο του, το εν λόγω έγγραφο ασχολείται συνολικά με τη γαλλική διανόηση, «αριστερή» και «δεξιά». Η ιδιαίτερη αναφορά του τίτλου στους «αριστερούς» και την «αποστασία» τους, οφείλεται μάλλον στην εκτίμηση του εγγράφου για την – συγκριτικά προς την παραδοσιακή «συντηρητική» διανόηση – «μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην υπονόμευση του Μαρξισμού» εκ μέρους «εκείνων των διανοούμενων που εμφανίστηκαν σαν αληθινοί πιστοί για να εφαρμόσουν τη Μαρξιστική θεωρία στις κοινωνικές επιστήμες αλλά τελείωσαν με τον αναστοχασμό και την απάρνηση   ολόκληρης της παράδοσης». Ή, με άλλα λόγια, στην εκτίμηση του εγγράφου για τον «ρόλο κλειδί» που έπαιξαν οι διανοούμενοι της «νέας αριστεράς» και της «νέας φιλοσοφίας» σε αυτό που το έγγραφο αποκαλεί «ιστορική μεταβολή» στη γαλλική πνευματική ζωή.

Η ιδιαίτερη σημασία που εξαρχής το έγγραφο της ΚΥΠ των ΗΠΑ αποδίδει στη γαλλική διανόηση, ανάγεται ακριβώς στις ιδεολογικές παραδόσεις της Γαλλικής Επανάστασης:   

«Η σημασία των διανοούμενων στη Γαλλία είναι ίσως η μεγαλύτερη απ’ ό,τι στις περισσότερες δυτικές δημοκρατίες» «Οι Γάλλοι διανοούμενοι (ο όρος συμπεριλαμβάνει δημοσιογράφους, καλλιτέχνες, συγγραφείς, και εκπαιδευτικούς) έχουν χαράξει για τον εαυτό τους τον ειδικό ρόλο των ερμηνευτών της πολιτικής παράδοσης, ιδιαίτερα των συνεπειών και επιπτώσεων (consequences and implications) της Γαλλικής Επανάστασης…».

Στην ολοκλήρωση της «έρευνας» γίνεται φανερό, ότι στο κέντρο των στόχων της βρίσκεται η εξάλειψη των επαναστατικών παραδόσεων ως την απώτατη αφετηρία τους…

Στις παραμονές των τελικών αντεπαναστατικών ανατροπών του 20ου αιώνα, οι «συνέπειες και επιπτώσεις» της Γαλλικής Επανάστασης, η «ερμηνεία» τους, αποκτούν κεντρική σημασία, που όμως δεν περιορίζεται στο «άμεσο καθήκον», την ανατροπή του σοσιαλισμού. Η αντεπανάσταση δεν περιορίζεται σε «ημίμετρα». Ο σύγχρονος καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός, σαν πολιτική «αντίδραση σε όλη τη γραμμή» [2], τραβάει την αντεπανάσταση ως το τέλος της, ως την ανατροπή των ίδιων των «δικών του» ιδεολογικών αφετηριών. Το γεγονός αυτό, που θα γίνει εμφανέστερο στη συνέχεια του κειμένου, ορίζει και το πλαίσιο επικαιρότητας του εγγράφου σε αυτή τη συνεχιζόμενη ιστορική διαδικασία, στον σημερινό της «σταθμό», 35 χρόνια μετά τη σύνταξή του.

*

Το έγγραφο καταπιάνεται με ιδεολογικά ζητήματα που βρίσκονταν και βρίσκονται στο επίκεντρο της κοινωνικής – ταξικής αντιπαράθεσης, εξεταζόμενα από τη σκοπιά των συντακτών και των αποδεκτών του υπό τους όρους ενός εσωτερικού εγγράφου που επιτρέπουν  σ’ αυτή τη σκοπιά να καθίσταται ιδιαίτερα έκδηλη.

Στην ανάλυσή του εντοπίζονται κρίκοι που διαχρονικά συναρθρώνουν την ιδεολογική στρατηγική των ΗΠΑ ως ηγεμονεύουσας δύναμης του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Πρόκειται, γενικότερα, για κρίκους της ιδεολογικής στρατηγικής του μονοπωλιακού κεφαλαίου, εκφραζόμενης εν προκειμένω από τις ΗΠΑ και για τις ΗΠΑ.

Την επικαιρότητα του εγγράφου επαυξάνει και ορισμένη διεθνής αναλογία ανάμεσα στο τότε και στο τώρα: Η επιθετικότητα του μονοπωλιακού κεφαλαίου με τους τοτινούς όπως και με τους τωρινούς όρους βρισκόταν και βρίσκεται σε φάση ολόπλευρης έξαρσης: Τότε ήταν ο Ρήγκαν και η Θάτσερ που προσωποποιούσαν την επιθετική επιδίωξη του κεφαλαίου να γκρεμίσει κάθε εθνικό και διεθνή φραγμό στην ανάπτυξή του. Τώρα είναι τα αποτελέσματα αυτής της «χωρίς φραγμούς» ανάπτυξης που, με τη μορφή της καπιταλιστικής κρίσης, έχουν μετατραπεί σε φραγμό της εντείνοντας (πάνω και στη βάση του σύγχρονου τεχνολογικού «άλματος»)  τις σύγχρονες μορφές επιθετικότητας του κεφαλαίου.

Τότε έμπαινε σε κίνηση η οριστική πράξη της αντεπανάστασης σε ΕΣΣΔ και ανατολική Ευρώπη. Τώρα βρίσκονται σε κίνηση οι «προληπτικές» μέθοδοι απέναντι στις λαϊκές αντιδράσεις που γεννιόνται από τα κοινωνικά αδιέξοδα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, οι μέθοδοι της κατάπνιξης, της αφομοίωσης, της εκτροπής τους από την κατεύθυνση της επαναστατικής ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου.

*

Πλάι στις διεθνείς αναλογίες δεν περνάνε απαρατήρητες και ορισμένες πολιτικές αναλογίες ανάμεσα στη Γαλλία του 1985 και την Ελλάδα του 2020: Και στις δυο περιπτώσεις πρόκειται για χρονική συγκυρία (όπως ως προς το γαλλικό 1985 με αρκετή έμφαση στέκεται το έγγραφο της CIA), όπου μόλις έχει «αποτύχει» η «κυβέρνηση της αριστεράς» και όπου η «αποτυχία» αυτή επιχειρείται να μετατραπεί σε εφαλτήριο μιας αντιδραστικής «δεξιάς» αντεπίθεσης με όχι περιορισμένο αλλά με στρατηγικά ευρύ πολιτικό περιεχόμενο. 

Η υπηρέτηση αυτής της στρατηγικής, η υλοποίησή της στο παρόν και στο μέλλον, τότε όπως και τώρα, εκεί όπως και εδώ, συνδέεται αναγκαία με μια αναθεώρηση της ιδεολογικής και πολιτικής «παράδοσης» των κοινωνιών, ακόμα και της ίδιας της κυρίαρχης ιδεολογίας και των ιστορικών της αφετηριών.

Πρόκειται και στις δυο περιπτώσεις για την αστική τάξη που «επανεκτιμά» τα μακρινά ίχνη του ιστορικά προοδευτικού παρελθόντος της από την οπτική γωνία του ιστορικά αντιδραστικού πλέον ρόλου της.

Πρόκειται και στις δυο περιπτώσεις για σταθμούς της ιστορικής διαδρομής «από τη φεουδαρχία στην πλουτοκρατία», με τον ειδικό – στην ελληνική περίπτωση – ιστορικό τύπο της διαδρομής «από την τουρκοκρατία στην πλουτοκρατία». Και αν στην περίπτωση της γαλλικής ιστορικής παράδοσης (Γαλλική Επανάσταση) η «νοηματοδότηση» αυτής της διαδρομής προσδίδει στη γαλλική διανόηση εμφανώς ευρύτερο ιδεολογικό ρόλο, δεν παύει και η ελληνική διανόηση να κατέχει στα περισσότερο «στενά» όρια της επιρροής της τον ειδικό ρόλο που της αναλογεί ενόψει, μάλιστα, και των αναγκών «νοηματοδότησης» που θέτει η «στρογγυλή» 200στή επέτειος από το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης [3].

*

Σημειώνεται ότι η αρκετά εκτεταμένη παρουσίαση δεν αποσκοπεί στην «υιοθέτηση» μιας ανάλυσης, που άλλωστε μπορεί να υιοθετηθεί κατά λέξη μόνο απ’ την οπτική γωνία από την οποία προέρχεται ή στην οποία απευθύνεται, με στόχο (της «ερευνητικής εργασίας») όχι μόνο να «περιγράψει» αλλά και να επιδράσει ενεργά στο αντικείμενο της περιγραφής, να το αφομοιώσει στις επιδιώξεις της.

Από τη γαλλική επανάσταση στην «αριστερή πνευματοκρατία»…

Σύμφωνα με την εισαγωγική αφήγηση του εγγράφου, από τον 19ο αιώνα ως και τις 3 πρώτες δεκαετίες του 20ου, στη Γαλλία, οι πνευματικές δυνάμεις παρέμεναν σε ισορροπία μεταξύ «αριστεράς» και «δεξιάς». Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος απαξίωσε τον γαλλικό συντηρητισμό, όχι μόνο για τον «ξενοφοβικό εθνικισμό, τον αντι-εξισωτισμό και την ερωτοτροπία του με το φασισμό στα προπολεμικά χρόνια, αλλά και για τη συμμετοχή πολλών ηγετικών εκπροσώπων του στο δοσιλογικό (collaborating) καθεστώς του Βισύ». Αντίθετα, η «αριστερά» [4] αντιτάχθηκε συντεταγμένα στον φασισμό και την κατοχή. Αποτέλεσε  «τη ραχοκοκαλιά και το μεγαλύτερο μπλοκ μαχητών της Αντίστασης, μεταξύ των οποίων οι Κομμουνιστές έπαιξαν ηγετικό ρόλο»«αν και συχνά αυτοαναφορικό (self-serving)» όπως θέλει το έγγραφο να «στιγματίσει» ειδικά τον ρόλο των κομμουνιστών στην Αντίσταση… Για την Αντίσταση η Σοβιετική Ένωση αποτέλεσε λαμπρό παράδειγμα.  Τη στιγμή που η γαλλική «δεξιά» συντρίφτηκε πνευματικά από τον πόλεμο, η «αριστερά» βρέθηκε σε ετοιμότητα να διεκδικήσει τους καρπούς των επιτυχιών της στην Αντίσταση και «την πίστη όσων αγαπούσαν την ελευθερία και την ισότητα». Κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ενώ η «δεξιά» διατηρούσε την «εξουσία» (hold on power), η «αριστερά» βρισκόταν στη θέση της αντιπολίτευσης και οι αριστεροί διανοούμενοι έγιναν ειδικοί στην εκπόνηση «σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών συνταγών» μετασχηματισμού της γαλλικής κοινωνίας και στην αδιάκοπη κριτική της πολιτικής «επιτυχημένων συντηρητικών κυβερνήσεων». Μέσα από την εκδοτική τους δραστηριότητα και την συνδικαλιστική οργάνωση σε πανεπιστημιακή και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το Σοσιαλιστικό και το Κομμουνιστικό Κόμμα «προσπάθησαν να εδραιώσουν αυτό στο οποίο μια πρόσφατη (σ.σ. 1985) κριτική έδωσε τον τίτλο τής αριστερής “πνευματοκρατίας” (“intellocracy”)».

*

Πρόκειται, βέβαια, για την απαρχή του ιδεολογήματος, που 30-35 χρόνια αργότερα βρήκε την ελληνική του μετάφραση στον τίτλο της «αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας»: Ίδιες αιτίες – ίδια αποτελέσματα, θα μπορούσαμε να πούμε, αν η παραπάνω διαπίστωση περί «αριστερής πνευματοκρατίας» αντικατόπτριζε επακριβώς την πραγματικότητα και δεν αποσκοπούσε «εργαλειακά» στη χειραγώγησή της.

Το τι είναι αυτό που, στην πραγματικότητα, ως το τέλος του, περιγράφει ο «τίτλος» της «αριστερής πνευματοκρατίας», θα το δούμε στη συνέχεια.

Για την ώρα αρκούμαστε στο ότι μέσω αυτού ήδη έχει τοποθετηθεί στο στόχαστρο, τότε όπως και τώρα,  το περιεχόμενο της πανεπιστημιακής και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η παιδεία, η συνδικαλιστική οργάνωση και τα δικαιώματα του σχολικού και πανεπιστημιακού εκπαιδευτικού προσωπικού, η ιστορική ερμηνεία και νοηματοδότηση, η κατανόηση του κοινωνικού παρόντος και της ιστορικής κίνησής του:  «…Η διαρκής δημόσια συζήτηση (debate) των διανοούμενων για το νόημα της ιστορίας τους αποτελεί για τους Γάλλους μια βάση κατανόησης της γαλλικής κοινωνίας», επισημαίνει το έγγραφο και τηρουμένων των αναλογιών η επισήμανση αφορά προφανώς κάθε κοινωνία και κάθε λαό. Και μάλλον, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, δικαιούμαστε να υποθέσουμε, ότι για τους συντάκτες και αποδέκτες της «ερευνητικής εργασίας» σε αυτό βρίσκεται ακριβώς και το πρόβλημα: Στην κατανόηση της κοινωνίας και στις βάσεις αυτής της κατανόησης [5].

…Και από την «ιστορική μεταβολή» στην πνευματική ύφεση (decline)

«Ο Ραϋμόν Αρόν εργάστηκε αρκετά χρόνια για να απαξιώσει τον παλιό του κολεγιακό συγκάτοικο Σαρτρ και, μέσω αυτού, το πνευματικό οικοδόμημα του Γαλλικού Μαρξισμού. Ακόμα πιο αποτελεσματικοί στην υπονόμευση του Μαρξισμού, όμως, ήταν εκείνοι οι διανοούμενοι που εμφανίστηκαν σαν αληθινοί πιστοί για να εφαρμόσουν τη Μαρξιστική θεωρία στις κοινωνικές επιστήμες αλλά τελείωσαν με τον αναστοχασμό και την απάρνηση   ολόκληρης της παράδοσης».

***

Στο έδαφος της, κατ’ αρχήν, αντικειμενικής ιστορικής ερμηνεία της αποκαλούμενης «αριστερής πνευματοκρατίας» ή (στα ελληνικά) «αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας», το έγγραφο αναζητά και βρίσκει αντερείσματα σε «ψυχολογικές» ερμηνείες.

 Το ενδιαφέρον του στρέφεται προς τον Ραϋμόν Αρόν, έναν «από τους λίγους σημαντικούς διανοητές που αντιστάθηκαν στην απορρόφηση, αποδοκίμασε  την έλξη των συνομηλίκων του προς την αριστερά».

Σύμφωνα με το έγγραφο, κύρια σημεία της κριτικής του Ρ. Αρόν στους αριστερούς διανοούμενους της γενιάς του, είναι: «δουλικότητα» (για την «αποδοχή τέτοιων αισχών όπως οι σταλινικές εκκαθαρίσεις και η συντριβή της ουγγρικής εξέγερσης») και «υποκρισία» (για την «υπεράσπιση ψευδών όπως η προσωπολατρία του Στάλιν»), ενώ κατά τον ίδιο το «φαινόμενο αιτιολογείται  με την επιτυχία της σύγχρονης αριστεράς, ιδίως των κομμουνιστών, να ικανοποιήσει δυο βαθιές εσωτερικές ανάγκεςεπιβεβαίωσε στους διανοούμενους την  αρμοδιότητά τους (relevance) στο πολιτικό προτσές, οργάνωσε και διοχέτευσε σε μια ορισμένη κοίτη (gave ful rein) την απεριόριστη ροπή τους στην κριτική» [6].

Στο σημείο αυτό οι ερμηνείες – ιστορικές ή ψυχολογικές – της «αριστερής πνευματοκρατίας» τελειώνουν και το έγγραφο, μπαίνοντας στο θέμα του, στέκεται σε αυτό που αποκαλεί «ιστορική μεταβολή» των προηγούμενων συσχετισμών:

*

Το 1981 «οι σοσιαλιστές αναλαμβάνουν την εξουσία» και εμφανίζεται η αδυναμία τους να προσεταιριστούν τους διανοούμενους. Η «σιωπή» της διανόησης είναι ανησυχητική για τις σχέσεις της κυβέρνησης με τους πνευματικούς της συμμάχους, ενώ μέρος της «αριστερής» διανόησης επικεντρώνει την κριτική της «ιδίως στην απόφαση της κυβέρνησης να εμπιστευτεί τέσσερα υπουργεία σε κομμουνιστές» [7]. Λίγοι μόνο διανοούμενοι με κάποιο κύρος (Μαξ Γκαλό, Ρεζί Ντεμπραί, Αντουάν Μπλανκά) δέχονται θέσεις που τους προσφέρονται στην κυβέρνηση Μιτεράν. Την «αποτυχία της επεκτατικής οικονομικής πολιτικής» των σοσιαλιστών, ακολουθούν κυβερνητικές προσπάθειες προσέλκυσης της διανόησης σε έναν «δημόσιο διάλογο», όχι μόνο για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, αλλά και για τις «επιδόσεις της σε πολιτικά ζητήματα όπως η τρομοκρατία και το έγκλημα». Μέσα από τη «σιωπή» της η «αριστερή διανόηση» έδωσε την απάντηση ότι θα ήταν προτιμότερο για την κυβέρνηση να μην ανοίξει το στόμα της.

*

Ως σημαντικός λόγος για την κυβερνητική αποτυχία στην προσέλκυση της διανόησης, ξεχωρίζεται η επίδραση που είχε ασκήσει ένας «όμιλος νεαρών πνευματικών δαυλών», οι «αυτοαποκαλούμενοι “Νέοι Φιλόσοφοι”, οι οποίοι για περισσότερο από μια δεκαετία  είχαν κάνει πλατιάς δημοσιότητας προσηλυτισμό ανάμεσα στους αριστερούς αγωνιστές, επιτιθέμενοι στη γαλλική αριστερά ως επικίνδυνη και σιωπηρά ολοκληρωτική».

Το έγγραφο αναγνωρίζει τους «περισσότερους» από τους «νέους φιλόσοφους» ως «πρώην κομμουνιστές που έφυγαν από το κόμμα μετά τα τραυματικά γεγονότα του Μάη 1968»: Φοιτητικά οδοφράγματα και συγκρούσεις στο Παρίσι, 7 εκατομμύρια απεργοί εργάτες (που προχωρούν σε καταλήψεις εργοστασίων), κλονισμός της δεκάχρονης κυβέρνησης Ντεγκώλ… «…Οι μαρξιστές φοιτητές»κατά το έγγραφο«προσέβλεπαν στο Κομμουνιστικό Κόμμα  για την ηγεσία και την ανακήρυξη προσωρινής κυβέρνησης, όμως οι ηγέτες του ΓΚΚ επιχειρούσαν ήδη την αναχαίτιση της εργατικής εξέγερσης και κατήγγελλαν τους ριζοσπάστες φοιτητές για αναρχική σύγχυση. Πολλοί φοιτητές συμπέραναν ότι το ΓΚΚ είχε έρθει σε συμφωνία με τον Ντεγκώλ, ο οποίος τελικά κατέστειλε τις ταραχές».

Σύμφωνα με αυτή την περιγραφή, το πολιτικό τραύμα που μετέτρεψε τους «πρώην κομμουνιστές» σε «νέους φιλόσοφους» συνίσταται στο ότι ένα εξ ορισμού επαναστατικό κόμμα αποποιήθηκε τα επαναστατικά του καθήκοντα. Το αντιφατικό στοιχείο, στο σημείο αυτό, συνίσταται στις ιδεολογικές και πολιτικές θέσεις που ανέπτυξε στη συνέχεια ο «όμιλος» της «νέας φιλοσοφίας», θέσεις κάθε άλλο παρά επαναστατικές, στην καλύτερη ίσως περίπτωση κριτικές θέσεις συχνά ασαφείς ή κοινωνικά περιορισμένες, ακόμη περισσότερο θέσεις που αποτέλεσαν συστατικό της κυρίαρχης ιδεολογίας. Το έγγραφο προσπερνά αυτή την αντίφαση, αρκείται στα όσα είναι ικανά να προσδώσουν στη «νέα φιλοσοφία» χαρακτηριστικά αριστερής αυθεντικότητας. Από την άποψη της «ιδεολογίας προς διάδοση» που φέρει το έγγραφο, αυτό είναι και το σημαντικό: Η «αποτελεσματικότητα στην υπονόμευση του Μαρξισμού» εκ των έσω, εξ οικείων, όπως θα λέγαμε.

Όσο για την ίδια την αντίφαση στην πραγματικότητα, θα μπορούσε να αποτελεί ένα δείγμα μεταστροφής της «επαναστατικής απογοήτευσης» σε συντηρητισμό ή σε αντιδραστικές θέσεις. Δείγμα μεταστροφής σε θέσεις που, αν προϋπήρχαν, δεν θα δικαιολογούσαν κανενός είδους «επαναστατική απογοήτευση». Με τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της άρχουσας τάξης πρόθυμους να «αγκαλιάσουν», να αφομοιώσουν αυτή τη μεταστροφή, ίσως ακόμα και να αφομοιωθούν από αυτήν.

*

Θα ήταν αντικείμενο άλλης μελέτης, όχι χωρίς ενδιαφέρον και πάντως «εκκαθαρισμένης» από τον τρόπο σκέψης των «εμπειρογνωμόνων» της CIA,  μια εκτίμηση των δεσμών ανάμεσα στο μαρξισμό και τη φιλοσοφία του Σαρτρ, που ο Ραϋμόν Αρόν – σαν εκπρόσωπος της παραδοσιακής συντηρητικής διανόησης – «εργάστηκε αρκετά χρόνια για να τον απαξιώσει» και «μέσω αυτού να απαξιώσει τον μαρξισμό», σύμφωνα με το έγγραφο.

Σημαντικότερη ως προς το θέμα του εγγράφου είναι η διαπίστωση για την ανώτερη αποτελεσματικότητα, στην υπονόμευση του μαρξισμού, εκείνων των διανοούμενων που εμφανίστηκαν σαν «αληθινοί πιστοί» για να «αποστατήσουν» στη συνέχεια.

Ακόμα σημαντικότερο είναι το πώς αξιολογούνται από το έγγραφο τα επιτεύγματα αυτής της «αποτελεσματικής υπονόμευσης».

Σχετικά με την ακρίβεια των εκτιμήσεων του εγγράφου για πρόσωπα και καταστάσεις, γενικά μπορεί (ή και – κατά περίπτωση – δεν μπορεί) να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και προσεγγίσεις. Το «αποκαλυπτικό», σε τελική ανάλυση, βρίσκεται στην απαρίθμηση του οφέλους που αποκομίζουν οι ΗΠΑ από την περιγραφόμενη στο έγγραφο δραστηριότητα της «νέας φιλοσοφίας» και «νέας αριστεράς», σε συνάρτηση με την παράλληλη  δραστηριότητα της «νέας δεξιάς» κλπ.

Από γενική άποψη πρόκειται για αποτελέσματα της επίδρασης που ασκεί η διανόηση πάνω στην κοινωνική συνείδηση. Στην οποία επίδραση οι συντάκτες του εγγράφου αποδίδουν «πραγματιστικά» τη δέουσα αναγνώριση και σημασία, κατά τη θριαμβολογική απαρίθμηση των «αποτελεσμάτων της υπονόμευσης»:

α) Το ιδεολόγημα του «ολοκληρωτισμού». Αντισοβιετισμός.

Η «λεγόμενη νέα δεξιά», ως «ανανέωση της συντηρητικής πνευματικής δραστηριότητας» κατά το έγγραφο, διέθετε ήδη μια παράδοση «πολεμικής ενάντια στα ηθικά γυμνάσματα υπεράσπισης της ΕΣΣΔ από τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ» και «έκθεσης της ρηχότητας της Κομμουνιστικής πνευματικής ζωής».

«Τώρα» (σ.σ. 1985), οι εκπρόσωποί της ανέλαβαν «το μεγαλύτερο έργο να αναπροσανατολίσουν τον πνευματικό λόγο από την παραδοσιακή του εστίαση στο “δεξιά κατά αριστεράς” στο “ολοκληρωτισμός κατά ελευθερίας”».

*

Δεν πρόκειται, βέβαια, για τον «ολοκληρωτισμό» που δεσπόζει στη βάση των κοινωνικών σχέσεων του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ούτε για τον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό «ολοκληρωτισμό». Πρόκειται, αντίθετα για τη γενική ερμηνευτική μαύρη τρύπα, την ικανή να καταπιεί και να εξαφανίσει μέσα της κάθε στοιχειακή πραγματική αντίθεση και, πρωταρχικά, την αντίθεση ανάμεσα στις εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής και τους όρους εξάλειψής τους. Την ικανή, επίσης, να χρησιμεύσει  για την πλαστή ιδεολογική εξομοίωση της πιο απροκάλυπτης εκμεταλλευτικής βαρβαρότητας και του ιστορικού εγχειρήματος της οριστικής ανατροπής του  συστήματος της εκμετάλλευσης, για την – μέσω αυτής της εξομοίωσης – ιδεολογική νομιμοποίηση της πρώτης και ποινικοποίηση του δεύτερου.

Από τότε (1985) ως τώρα, όσο περισσότερο η πια «ανεμπόδιστη» καπιταλιστική ανάπτυξη έρχεται αντιμέτωπη με τα κοινωνικά αδιέξοδα που παράγει, τόσο περισσότερο το ιδεολόγημα της αντίθεσης μεταξύ «ολοκληρωτισμού και ελευθερίας» επανέρχεται σαν ιστορικός μπαμπούλας  και τόσο περισσότερο τα καπιταλιστικά κοινωνικοπολιτικά αδιέξοδα το οδηγούν σε χρεοκοπία.

*

Ο «αναπροσανατολισμός της συντηρητικής σκέψης» στη φιλοτέχνηση του «αντιολοκληρωτικού» ιδεολογήματος βρίσκει, κατά τη γενική περιγραφή του εγγράφου, το έδαφος προετοιμασμένο για πάνω από μια δεκαετία από τη «νέα φιλοσοφία» και κάποιους εκπροσώπους της:

«Ακαδημαϊκές σπουδές και έντυπη αρθρογραφία για τη χρεοκοπία του Μαρξισμού στη Γαλλία αξίωσαν τους Νέους Φιλόσοφους με έναν κεντρικό ρόλο στο να πειστεί μια ολόκληρη γενιά Γάλλων διανοούμενων ότι: 

— Το Σοβιετικό κράτος είναι απόδειξη πως “η Μαρξιστική Επανάσταση είναι μύθος”, κυνική απάτη, μακριά από το μαρασμό του κράτους, επιβάλλει μια τερατώδη αντιδραστική μηχανή.

— Το τελειότερο σημάδι πνευματικής διάκρισης και ελευθερίας στον σύγχρονο κόσμο είναι το να έχεις ένα αξιοπρεπές μίσος για τη Σοβιετική Ένωση»

Σε «δημοφιλή βιβλία» τους «δυο ηγέτες του 1968», οι Μπερνάρ-Ανρί Λεβί και Αντρέ Γκλουκσμάν, «υποστήριξαν ότι δεν υπήρχε σοσιαλισμός στη Γαλλία που να μην είναι σιωπηρά (implicity, ανεπιφύλακτα) μαρξιστικός και ότι όλη η μαρξιστική σκέψη είναι σε τελική ανάλυση ολοκληρωτική».

Ήδη στην εισαγωγική συνόψιση των κύριων σημείων του εγγράφου γίνεται λόγος για τον «ρόλο κλειδί» που «έπαιξαν οι αριστεροί διανοούμενοι για περισσότερο από μια δεκαετία … στη σκλήρυνση της στάσης του κοινού απέναντι στο μαρξισμό και τη Σοβιετική Ένωση», για την «απόρριψη του μαρξισμού και ανάπτυξη βαθειάς αντιπάθειας προς τη Σοβιετική Ένωση» εκ μέρους πολλών «Νέων Αριστερών»διανοούμενων «υπό την καθοδήγηση ομάδας αποστατών από τις κομμουνιστικές γραμμές που αυτοαποκαλούνται Νέοι Φιλόσοφοι». Ως αποτέλεσμα, «ο αντισοβιετισμός έγινε, πρακτικά, η λυδία λίθος της πνευματικής νομιμότητας».

Προς τεκμηρίωση, το έγγραφο επιστρατεύει και παραθέτει την τοποθέτηση του «Νέου Αριστερού Διανοητή και αποστάτη του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος Χόρχε Σεμπρούν»  που «καθρέφτισε τη σκέψη της σύγχρονης γενιάς απαντώντας σε ερώτηση του πνευματικού περιοδικού Le debat:

LD. Τι σημαίνει να είσαι αριστερός (διανοούμενος) στη Γαλλία σήμερα;

Σ. Σήμερα, η Λυδία λίθος της αριστερής σκέψης είναι μια κριτική στάση προς την ΕΣΣΔ, μια από τις συνέπειες της οποίας είναι η απόρριψη των κομμάτων που προέρχονται από την παράδοση της Κομιντέρν [το ΓΚΚ]… Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι η βαρβαρότητα του Πινοσέτ, ούτε η κατεδάφιση της βιομηχανίας ατσαλιού της Λοραίνης, ούτε ακόμα κι η αυτοκρατορική ανασύνταξη του Ρήγκαν. Το θεμελιακό (fundamental) ζήτημα  είναι αυτό της στάσης απέναντι στην ΕΣΣΔ».

Η θριαμβολογία απογειώνεται με την «αναγνώριση» της κοινής συμβολής «νέας δεξιάς» και «νέας (“αριστερής”) φιλοσοφίας» (με «αποτελεσματικότερη» τη δεύτερη, σύμφωνα με το έγγραφο), στο να αποτελέσουν «ο αντι-μαρξισμός και ο αντι-σοβιετισμός μέρος της γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας».

Τόσο πολύ, ώστε μετά από αυτό, «οι Νέοι Φιλόσοφοι δεν φαίνονται πια να έχουν κάτι νέο να πουν»

*

Με αυτά και μ’ αυτά, εφόσον στη «σκέψη της σύγχρονης γενιάς» ξεκαθαρίζεται τι είναι και τι δεν είναι «πνευματική νομιμότητα και ορθοδοξία», ποιο δεν είναι και ποιο είναι «το θεμελιακό ζήτημα», το έγγραφο της CIA είναι σε θέση να συνοψίσει, «να κάνει τάλιρα» τα οφέλη της πολιτικής των ΗΠΑ από την αναγόρευση του αντισοβιετισμού σε μέρος της «γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας», σε «λυδία λίθο της αριστερής σκέψης»και, κατά συνέπεια, της «πνευματικής νομιμότητας» γενικά. Συνοπτικά:

—  Ένα «νέο κύμα πραγματικά φιλοαμερικανικού αισθήματος», στη Γαλλία.

— Σκλήρυνση της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής έναντι της ΕΣΣΔ.

— Δημιουργία, διεθνώς, ευνοϊκών ιδεολογικών συνθηκών αποδοχής «της πολιτικής των ΗΠΑ στην Κεντρική Αμερική, για παράδειγμα».

— Αποδυνάμωση του δυτικοευρωπαϊκού κινήματος ειρήνης, του κινήματος για τον αφοπλισμό, ενάντια στους πυρηνικούς εξοπλισμούς.

Όμως απέναντι σε κάθε τυπική συνόψιση, σαν την παραπάνω, η γλαφυρή γλώσσα του εγγράφου είναι ασυναγώνιστη:

***

«Ο αντισοβιετισμός» αποδυναμώνει «τον παραδοσιακό αντιαμερικανισμό των αριστερών διανοούμενων» και επιτρέπει «στην αμερικανική κουλτούρα – κι επίσης την οικονομία και πολιτική – να γνωρίσει μια νέα δημοφιλία»«Αντιμαρξισμός και αντισοβιετισμός επέτρεψαν στη νεώτερη γενιά των γάλλων διανοούμενων να υιοθετήσουν πιο ανοιχτή στάση προς τις ΗΠΑ. Αυτό με τη σειρά του μεγάλωσε ένα νέο κύμα πραγματικά φιλοαμερικανικού  αισθήματος, με ρίζες στην μόδα της αμερικανικής δημοφιλούς (popular) κουλτούρας, στο σεβασμό για την αμερικανική οικονομική ζωτικότητα του 80, και στο θαυμασμό για την νέα εικόνα αυτοπεποίθησης που προβάλλουν τώρα οι ΗΠΑ στον κόσμο»

Ενώ προηγουμένως, σύμφωνα με μια κάπως «στοχευμένη» ή «κατευθυντήρια» περιγραφή, «ο αντιαμερικανισμός … θεωρούνταν σημάδι πνευματικού στάτους, που διαχώριζε τους διανοητές από τον κοινό λαό (ο οποίος ήταν γενικά ύποπτος πως κρύβει καλή γνώμη για τις ΗΠΑ ακόμα και στην περίοδο του Βιετνάμ)», τώρα «μόνο το αντίθετο είναι αληθές.. η ανεύρεση αρετών στην Αμερική – ακόμα και η αναγνώριση καλών πραγμάτων στην κυβερνητική πολιτική των ΗΠΑ  – αντικρίζεται   ως ένδειξη οξυδέρκειας»… Ο αντιαμερικανισμός «δεν είναι πια της μόδας». Ιδίως «ο σπασμωδικός αντι-αμερικανισμός – που οι διανοούμενοι της Νέας Αριστεράς αποκαλούσαν “πρωτόγονο αντι-αμερικανισμό”  – τώρα ταυτίζεται με την καθημερινή Κομμουνιστική Ουμανιτέ και θεωρείται κακή μορφή (bad form… Το «νέο κλίμα στη γνώμη της γαλλικής διανόησης», το «πνεύμα αντιμαρξισμού και αντισοβιετισμού, … κάνει δύσκολη την κινητοποίηση αξιοσημείωτης πνευματικής αντίθεσης προς την πολιτική των ΗΠΑ»«Οι απόπειρες κάποιων να αναβιώσουν σημαντική και ευρεία κριτική κατά της πολιτικής των ΗΠΑ θεωρούνται ως διαφανείς προσπάθειες εκτροπής της κριτικής από τον νόμιμο στόχο τους, τις δραστηριότητες της Σοβιετικής Ένωσης».

*

Στο πεδίο άσκησης της γαλλικής πολιτικής, «αν και η αμερικανική πολιτική ποτέ στη Γαλλία δεν είναι απρόσβλητη στην κριτική, είναι καθαρά η Σοβιετική Ένωση αυτή που τώρα αμύνεται στους διανοούμενους της Νέας Αριστεράς – και είναι πιθανό ότι θα παραμείνει σε αυτή τη θέση τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα. Η αξιοσημείωτη ψυχρότητα του Προέδρου Μιτεράν προς τη Μόσχα εκπορεύεται, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, από αυτή τη διαβρωτική (pervasive) στάση»«Αυτό το αντιολοκληρωτικό και αντισοβιετικό συναίσθημα μεταξύ των Γάλλων διανοουμένων θα αντιστρατευτεί κάθε σημαντική τροποποίηση της ήδη σκληρής κυβερνητικής γραμμής έναντι της Μόσχας. Ήδη, πρακτικά, οι περισσότεροι σοσιαλιστές ηγέτες πρέπει να υπολογίσουν ότι μια σκληρή γραμμή έναντι Μόσχας και ΓΚΚ είναι ο μόνος τρόπος για να γαλβανίσουν την υποστήριξη των διανοούμενων στις βουλευτικές εκλογές του 1986. Οι διανοούμενοι επίσης θα καταστήσουν και για  κάθε δεξιά κυβέρνηση δύσκολο το να κατασκευάσει μια επανάληψη της “ειδικής σχέσης” με την Μόσχα που χαρακτήριζε την προεδρία του Βαλερί Ζισκάρ Ντεσταίν».

*

Ως προς το πεδίο της διεθνούς πολιτικής, «στη μεταπολεμική περίοδο, οι Γάλλοι διανοούμενοι βοήθησαν σημαντικά στη δημιουργία και το σχηματισμό μιας διεθνούς εχθρότητας στην πολιτική των ΗΠΑ σε Ευρώπη και Τρίτο Κόσμο. Από τη Βυρηττό ως τη Λισαβόνα και το Μέξικο Σίτυ, διανοούμενοι με επιρροή άκουγαν και μιμούνταν τη σκέψη και τις προκαταλήψεις σοφών (savants) του καφενείου όπως ο Ρεζί Ντεμπραί».

Πια, «αυτό το κλίμα πνευματικής γνώμης σχεδόν σίγουρα θα καταστήσει για οποιονδήποτε πολύ δύσκολο το να κινήσει σημαντική αντίθεση μεταξύ των πνευματικών ελίτ για την πολιτική των ΗΠΑ στην Κεντρική Αμερική, για παράδειγμα» [8]

Επιπλέον, «οι Γάλλοι διανοούμενοι δεν είναι πιθανό να παραχωρήσουν το κύρος τους, όπως έκαναν πριν, σε άλλους δυτικοευρωπαίους συναδέλφους τους που βρέθηκαν σε εχθρότητα προς τις ΗΠΑ για μείζονα ζητήματα όπως ο αφοπλισμός»«Αυτό το κλίμα πνευματικής γνώμης … πιθανό να στερήσει από τους άλλους Ευρωπαίους διανοούμενους – ιδιαίτερα σε Σκανδιναβία και Δυτική Γερμανία –  εχθρικούς προς την πολιτική και τα συμφέροντα των ΗΠΑ – την ισχυρή ηγεσία που προηγουμένως απολάμβαναν από τους Γάλλους (στην περίοδο της ανάμιξης [σ.σ. sic] των ΗΠΑ στο Βιετνάμ) και την υποστήριξη που χρειάζονται τώρα για την οικοδόμηση μιας κοινής Δυτικοευρωπαϊκής συναίνεσης σε διεθνή ζητήματα όπως ο αφοπλισμός. Η εξημμένη (heated) δημόσια συζήτηση στη Δυτική Γερμανία μεταξύ του Γκλουκσμάν και ηγετικών Γερμανών διανοούμενων για τον φιλειρηνισμό και την Συνθήκη για τις Πυρηνικές Δυνάμεις (INF basing) παρείχε παραστατικές αποδείξεις για την απόσταση μεταξύ των δυο πλευρών και για την ικανότητα και ετοιμότητα [σ.σ. !!!] των Γάλλων διανοούμενων της Νέας Αριστεράς στην πειστική αμφισβήτηση στάσεων που εξυπηρετούν (play into the hands) τους Σοβιετικούς».

β) Αντιμαρξισμός

Αντισοβιετισμός και αντιμαρξισμός «πάνε μαζί» στα περισσότερα σημεία του εγγράφου, οπότε τα γενικά ζητήματα που αφορούν τον «αντιμαρξισμό» έχουν ήδη περιγραφεί.

Ωστόσο, ο αντιμαρξισμός διατηρεί στο έγγραφο ορισμένη διακριτή υπόσταση. Και, αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι η θριαμβολογία για τον αντισοβιετισμό περιοριζόταν σε «γεωπολιτικού» τύπου αντιθέσεις  μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, η ξεχωριστή ικανοποίηση για τον αντιμαρξισμό ως συστατικό της «γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας» υποδηλώνει κάτι διαφορετικό: Εδώ δεν πρόκειται για «γεωπολιτικά ζητήματα» αλλά για στοχοπροσήλωση  ενάντια στην θεωρητική και πρακτική άρνηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, για την ιδεολογική «νομιμοποίηση» των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων, πράγμα που στη συνέχεια θα επιχειρηθεί να επισφραγιστεί σε ακόμα μεγαλύτερο ιστορικό και ιδεολογικό βάθος…

*

Οι συντάκτες της έκθεσης εστιάζουν στο περιεχόμενο των πανεπιστημιακών σπουδών και επιχαίρουν για την «εξάλειψη (defunct) των Μαρξιστικών Σπουδών (scholarship) στις Κοινωνικές Επιστήμες».

Επιχαίρουν για την «απάρνηση της μέχρι σήμερα μαρξιστικής θεωρίας της ιστορικής προόδου», για την επίκληση της «μαρξιστικής παράδοσης» μόνο ως  «κριτικού αφετηριακού σημείου για την ανακάλυψη των πραγματικών μοτίβων της κοινωνικής ιστορίας», για την «εκτέλεση της ίδιας αποστολής» από την «σημαντικής επιρροής (influential) στρουκτουραλιστική σχολή συνδεμένη με τους Κλωντ Λεβί-Στρώς, Φουκώ και άλλους, στο πεδίο της ανθρωπολογίας», για την «κριτική κατεδάφιση της Μαρξιστικής επιρροής στις κοινωνικές επιστήμες», που «είναι πιθανό να διαρκέσει ως μια βαθιά συνεισφορά στις σύγχρονες σπουδές τόσο στη Γαλλία όσο και αλλού στην Δυτική Ευρώπη».

Το έγγραφο, όμως, δεν επιχαίρει μόνο για την «εξάλειψη των μαρξιστικών σπουδών από τις κοινωνικές επιστήμες». Επιχαίρει για την αποδυνάμωση των κοινωνικών επιστημών γενικά,  για την εγκατάλειψη των κοινωνικών επιστημών ως επιλογής σπουδών από τη γαλλική νεολαία: «Η Γαλλική νεολαία, που κάποτε συμμετείχε σε κάθε πρόσκαιρη πνευματική μόδα (fad), τώρα σκέφτεται καριέρες σε θετικές επιστήμες και επιχειρήσεις»

Επιχαίρει, με άλλα λόγια, το έγγραφο, για τον αυξημένο βαθμό απομάκρυνσης της νεολαίας από τις «βάσεις κατανόησης»  της κοινωνίας και της ιστορίας όπου μετέχει, για την κατεύθυνσή της να αποτελέσει γρανάζι μιας κοινωνίας και μιας ιστορίας που δεν κατανοεί. Είδαμε παραπάνω [5] και τη σύγχρονη, εγχώρια αναπαραγωγή αυτής της κατεύθυνσης.

«…Η διαρκής δημόσια συζήτηση (debate) των διανοούμενων για το νόημα της ιστορίας τους αποτελεί για τους Γάλλους μια βάση κατανόησης της γαλλικής κοινωνίας», εκτιμούσε το έγγραφο στις εισαγωγικές του γραμμές… Πλέον, η «εξάλειψη του μαρξισμού» και η εγκατάλειψη των κοινωνικών επιστημών, συνιστά μια ενθαρρυντική «βάση» για μια πιο περιορισμένη κατανόηση της γαλλικής κοινωνίας από τους Γάλλους και, γενικότερα, της κάθε κοινωνίας από τον κάθε λαό, θα μπορούσαμε να σχολιάσουμε.

*

Και, μετά τη συντριβή του μαρξιστικού υλισμού, σειρά στο έγγραφο έχει «η Ιδέα», ακόμη κι αυτή που έχει στην ιστορία καταγραφεί ως «αστική».

γ) Αντιεξισωτισμός (antiegalitarianism)…

Ο περιορισμός των θριαμβολογιών του εγγράφου της CIA στον αντισοβιετισμό θα μπορούσε να αποδοθεί, απλώς, στις γεωπολιτικές αντιθέσεις του «ψυχρού πολέμου». Η επέκταση της θριαμβολογίας στον «αντιμαρξισμό» προδίδει βαθύτερους και απώτερους κοινωνικοπολιτικούς στόχους, αφορά τον ιδεολογικό (και οργανωτικό, πρακτικό) αφοπλισμό των εργαζομένων απέναντι στο σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Όταν φτάνουμε στον «αντιεξισωτισμό» οι στόχοι ολοκληρώνονται. Στο κέντρο τους βρίσκεται η προάσπιση του εκμεταλλευτικού συστήματος «γενικά και αφηρημένα», όχι μόνο η υλιστική του αμφισβήτηση αλλά και η «ιδεαλιστική». 

Οι πνευματικές ανησυχίες της αστικής διανόησης δεν την αφήνουν να εφησυχάσει με την επικράτηση του αντισοβιετισμού και του αντιμαρξισμού ως «λυδίας λίθου της αριστερής σκέψης», της «πνευματικής νομιμότητας», ως «μέρους της πνευματικής ορθοδοξίας» [9]. Κάπου «βαθύτερα» πρέπει να αναζητηθεί το «λάθος»… Η σύγχρονη αντιδραστική μονοπωλιακή – ιμπεριαλιστική αστική τάξη ανακαλύπτει το «λάθος» στην ίδια την ιστορία «της»… Και η διανόησή της, αυτή που στη Γαλλία  «έχει χαράξει για τον εαυτό της τον ειδικό ρόλο του ερμηνευτή της πολιτικής παράδοσης, ιδιαίτερα των συνεπειών και επιπτώσεων της Γαλλικής Επανάστασης», πραγματοποιεί για λογαριασμό της πρώτης την μεγάλη πνευματική κατάδυση αντιμέτωπη πλέον με τις «συνέπειες» και «επιπτώσεις» της «πολιτικής της παράδοσης», της Γαλλικής Επανάστασης…

*

Είδαμε ότι η απόρριψη του «ολοκληρωτισμού» αποτέλεσε κοινό τόπο της γαλλικής «νέας δεξιάς» και «νέας αριστεράς».

Αποστολή που εκτέλεσε η δεύτερη, σύμφωνα με τα εύσημα που αποδίδει το έγγραφο της CIA, ήταν η ταύτιση της ΕΣΣΔ και του μαρξισμού με την έννοια του «ολοκληρωτισμού» και η αναγόρευση αυτής της θέσης σε «αριστερή» ιδεολογική «λυδία λίθο», σε «μέρος της γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας» και της «πνευματικής νομιμότητας». Το ότι αυτή της η υπηρεσία κατέστησε και την ίδια τη «νέα αριστερά» και «νέα φιλοσοφία» τμήμα αυτής της «πνευματικής ορθοδοξίας», δηλαδή της αστικής, κυρίαρχης ιδεολογίας, συνιστά και ερμηνευτική πτυχή της διαπίστωσης του εγγράφου, ότι αν και η επίδρασή της θα είναι σχετικά μακρόχρονη, δεν έχει ωστόσο και κάτι άλλο να πει.

Όσο για τη «νέα δεξιά» διανόηση, επιχειρώντας, στο παράδειγμα του Ρήγκαν και της Θάτσερ (αρχές δεκαετίας ’80), να επεξεργαστεί τον γαλλικό δρόμο αλλά και τη… γενική «ουσία» του φιλελευθερισμού, έφτασε να ανακαλύψει το κέντρο του   προβλήματος γενικά: Η ΕΣΣΔ και ο μαρξισμός ως «απλές παραστάσεις της εμπειρίας», θα λέγαμε, ίσως δεν της αρκούσαν. Το λάθος έπρεπε να βρεθεί στην Ιδέα:

Η «οικονομικά επεκτατική» τριετία της κυβέρνησης Μιτεράν απέδειξε την «αποτυχία του σοσιαλισμού» [10]. Το «ελιξίριο που χρειαζόταν η Γαλλία για να αναρρώσει από τη σοσιαλιστική κακοδιαχείριση» ήταν η «αναβίωση του κλασικού φιλελευθερισμού (liberalism. Η «συντηρητική ιατρική συνταγή για τις νόσους της γαλλικής κοινωνίας» ήταν η «μείωση του ρόλου της κυβέρνησης και η ώθηση των ανθρώπων (people) να γίνουν πιο αυτάρκεις». «Οι νεαροί συντηρητικοί πολιτικοί έπιασαν το ρεφρέν, υποστήριξαν στον τύπο και σε συζητήσεις με διπλωμάτες των ΗΠΑ ότι η δεξιά θα έπρεπε να οδηγήσει τους Γάλλους σε μεγαλύτερη αυτονομία». «Πρωταρχικό έργο μιας συντηρητικής κυβέρνησης θα ήταν να συρρικνώσει τον δικό της ρόλο – είτε φορολογικό είτε διαχειριστικό, διοικητικό, διευθυντικό είτε ως προς τις δαπάνες. Σύμμαχοι σε αυτή την κυβερνητική αντίληψη, οι νέοι φιλελεύθεροι επιδοκιμάζουν την αποκέντρωση των συμπαγώς συγκεντρωτικών δυνάμεων και πόρων της Γαλλικής Κυβέρνησης σε περιφερειακές (subnational) κυβερνήσεις [11], μια αργή διεργασία που πρόσφατα κέρδισε δυναμική και στους σοσιαλιστές».

«Αυτάρκεια των ανθρώπων», «αυτονομία των Γάλλων», (άλλο θέμα ότι για τους εργαζόμενους αυτονομία μπορεί να υπάρχει μόνο εφόσον οι ίδιοι είναι κάτοχοι των κοινωνικών όρων της ύπαρξής τους δηλαδή των μέσων παραγωγής), είναι το ελκυστικό ιδεολογικό περιτύλιγμα της στρατηγικής αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου, που ακολούθησε τα επόμενα χρόνια (όχι μόνο στη Γαλλία), έχοντας βέβαια στην άλλη της όψη τη στρατηγική αποδιάρθρωση των εργαζομένων. Είναι η γαλλικά «ελκυστική» εκδοχή του θατσερικού δόγματος ότι «δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνο άτομα και οικογένειες».

Παραπέρα, από εκπροσώπους της «νέας δεξιάς» υποστηρίχτηκε «ότι η πολιτισμική ύφεση στην Γαλλία συνδέεται άμεσα με τον εξισωτισμό (egalitarianism) – με τη, θεωρούμενη ως ανόητη, άρνηση της ουσιαστικής υπεροχής κάποιων ανθρώπων και την επιβολή της δρομαίας (maninthestreet) μετριοκρατίας (mediocracy) στη Γαλλική κοινωνία». Η δε «προτίμηση της Νέας Δεξιάς για τον κλασικό φιλελευθερισμό» [12] συνίσταται, κατά το έγγραφο, «στο όραμα μιας κοινωνίας στην οποία η κυβέρνηση αρνείται να επιβάλει μια τεχνητή ισότητα στους πολίτες και στην οποία τα άτομα είναι ελεύθερα να πραγματώσουν τα πλήρη πλεονεκτήματα των ταλέντων τους».

Η κοινωνική ανισότητα, λοιπόν, η «ουσιαστική υπεροχή κάποιων ανθρώπων» και η μειονεκτική θέση των υπόλοιπων, είναι ζήτημα ατομικών «ταλέντων».  Κάθε μετριασμός της ανισότητας είναι «τεχνητός», πόσο μάλλον οι προϋποθέσεις της κατάργησής της. Δεν είναι η ισότητα «φυσική», αλλά «φυσική» είναι η ανισότητα. Στο σημείο αυτό η πνευματική δραστηριότητα φτάνει στο τέλος της:

 «Κάποιοι Νέοι Δεξιοί διανοούμενοι υποστηρίζουν επίσης ότι, επειδή η ισότητα είναι τεχνητή, απαιτεί από την κυβέρνηση έναν ισχυρό ρόλο εξαναγκαστικής επιβολής. Αυτό, πιστεύουν, είναι η πηγή του ολοκληρωτισμού».

Επιτέλους βρέθηκε. Ακολουθώντας ανάποδα, προς τα πίσω, την ιστορική πλημμυρίδα του «ολοκληρωτισμού», φτάσαμε στην πηγή της: την ισότητα [13].

*

Στο πλαίσιο του «αντιολοκληρωτικού» κοινού τόπου «νέας αριστεράς» και «νέας δεξιάς», όπως φαίνεται στο έγγραφο, η πρώτη έκανε αρκετή προσπάθεια για την ιδεολογική «καθιέρωση» της ταύτισης κομμουνισμού – φασισμού, ΕΣΣΔ – χιτλερικής Γερμανίας, Στάλιν – Χίτλερ, μέχρι που πια «δεν είχε κάτι άλλο να πει».

Η «νέα δεξιά», κοιτώντας πραγματικά τη δουλειά της, ικανή για ακόμα ένα βήμα στη «σκέψη» της πριν την τελική της αυτοκατάργηση, αναγορεύει σε πηγή του ολοκληρωτισμού την ισότητα.

Τι σχέση έχει όμως με την ισότητα ο φασισμός, ο ναζισμός, ο χιτλερισμός, η «ιδεολογία» της ανώτερης φυλής που θέλει να εγκαθιδρυθεί ως η «ιδεολογία» της ανώτερης κοινωνικής τάξης, της κοινωνικής ταξικής διαίρεσης και εκμετάλλευσης, ως η «ιδεολογία» της εξαναγκαστικής επιβολής των όρων της κοινωνικής ανισότητας σε συνθήκες διακινδύνευσης της «φυσικής» τους διατήρησης;

Εδώ οι δυνατές απαντήσεις είναι δυο: Είτε η ιστορική διαστρέβλωση που, αντιστρέφοντας την πραγματικότητα, θα εμφανίζει τον ναζισμό ως «εξισωτικό κίνημα» είτε η αναγόρευση του «ολοκληρωτισμού» ως αποκλειστικά κομμουνιστική ιδιότητα.

«Στα δημοφιλή βιβλία τους οι Γκλουκσμάν και Λεβί υποστηρίζουν ότι η μηχανή τρέφεται από την εύπιστη ανθρωπότητα εν μέρει μέσω των σοφιστειών διεφθαρμένων διανοούμενων. Στην πραγματικότητα, λέει ο Λεβί, “Η μόνη επιτυχής επανάσταση αυτού του αιώνα είναι ο ολοκληρωτισμός”, του οποίου το Σοβιετικό κράτος αποδείχθηκε ο ανθεκτικός και τέλειος κύριος. Ως εκ τούτου, επίσης, η εξίσωση των Νέων Φιλοσόφων εκλαϊκεύτηκε από τον Γκλουκσμάν, “Χίτλερ = Στάλιν, Στάλιν = Χίτλερ.”»

Όπως φαίνεται, ο Χίτλερ δεν γνώριζε την  μυστική πηγή του «ολοκληρωτισμού», την ισότητα, γι’ αυτό και δεν κατάφερε να μακροημερεύσει. Αντίθετα με την ΕΣΣΔ, που χάρη στην επίγνωση αυτού του μυστικού όπλου είχε φτάσει μετά από σχεδόν 60 χρόνια ύπαρξης (και τι ύπαρξης) να αναγορεύεται από την «νέα φιλοσοφία» ως «ο ανθεκτικός και τέλειος κύριος του ολοκληρωτισμού».

Στην οικονομική και κοινωνική ισότητα των ανθρώπων πρέπει, λοιπόν, να αναζητήσουν την «ανθεκτικότητα και τελειότητά» τους οι μελλοντικές επαναστάσεις (οι, επομένως, εξ ορισμού «ολοκληρωτικές», τουλάχιστον σύμφωνα με τα πορίσματα της γαλλικής «νέας δεξιάς»), ενάντια στην «ουσιαστική υπεροχή κάποιων»: υπεροχή όχι λόγω «ταλέντου», βέβαια, αλλά λόγω της ιδιοποίησης του κοινωνικού παραγωγικού πλούτου. Ενάντια σε αυτή την «ουσιαστική υπεροχή κάποιων», η οποία αποτελεί (τι να κάνουμε;) την κοινή «ηθική» αρχή τόσο της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας όσο και του φασισμού, τον κοινό «ηθικό» παρονομαστή των δυο αυτών ιστορικών πολιτικών μορφών της δικτατορίας του κεφαλαίου στην εποχή του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού.

***

Η Γαλλική Επανάσταση αντιμετώπισε την εκκλησία και τη θρησκεία σαν πνευματική εγγύηση της φεουδαρχικής ανισότητας. Η σύγχρονη αστική τάξη, στον «κολοφώνα» της σκέψης της, -πληροφορούν οι συντάκτες του εγγράφου τους αποδέκτες του -, μέσω εκπροσώπων της «νέας δεξιάς» διανόησης τίθεται αντιμέτωπη με τον χριστιανισμό ως «πηγή της εξισωτικής (egalitarian) εξασθένισης του ευρωπαϊκού πολιτισμού»

Για τον δουλοπάροικο αγρότη του 18ου αιώνα η χριστιανική ισότητα των ανθρώπων έναντι του «θεού» αποτελούσε εμπόδιο για την πραγματική κοινωνική ισότητα που, τότε, ταυτιζόταν με την απαλλοτρίωση της φεουδαρχικής ιδιοκτησίας. Για την σύγχρονη μονοπωλιακή, ιμπεριαλιστική αστική τάξη η χριστιανική ισότητα έναντι του «θεού» αποτελεί ανεπιθύμητο ιδεολογικό ίχνος που της φέρνει στον νου την μελλοντική της εξαφάνιση. Όντως διδακτικό για το περιεχόμενο των «αστικών εκσυγχρονισμών» στην αναντίστρεπτα αντιδραστική εποχή της αστικής τάξης… Διδακτικό για το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης και των συμβιβασμών του σκοταδιστικού πλέον, ψευδοεπιστημονικού «ορθολογισμού» της με τους μηχανισμούς του ανορθόλογου θρησκευτικού σκοταδισμού [14].

Ο οποίος τελευταίος, άλλωστε, κατά έναν τρόπο προβάλλεται ταυτόχρονα ως πηγή πολιτισμικής αναγέννησης:

 «Η πιο εσωτερική (esoteric) πλευρά της διανόησης της Νέας Δεξιάς επικέντρωσε εκπληκτική ενέργεια σε αναζήτηση μιας πολιτισμικής ανανέωσης, υποστηρίζοντας πως ό,τι είναι ουσιαστικά λάθος στη Γαλλία, είναι πως ο πολιτισμός της (culture) διαβρώθηκε από εξωτερικές επιρροές και υποβαθμίστηκε λόγω παραμέλησης. Συντηρητικοί συγγραφείς, πολλοί από αυτούς συνδεδεμένοι με τα Group for Research and Study of European Civilization (GRECE) και Horloge Club [15]  … ενθάρρυναν την δεξιά ανθρωπολογία, η οποία πέρα από την Επανάσταση βλέπει τον Χριστιανισμό ως πηγή της εξισωτικής (egalitarian) εξασθένισης του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Οι Πάουελς και Μπενουά πολλές φορές εγκωμίασαν τον “οξυδερκή (perceptive) ελιτισμό” των προχριστιανικών Ευρωπαϊκών κοινωνιών ως πηγή πολιτισμικών (cultural) αρετών στις οποίες οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι θα έπρεπε να στραφούν για αναβίωση (revival) και ανανέωση».

*

Η μάχη είναι, βέβαια, σκληρή: «Ο ελιτισμός [16] στη σκέψη της Νέας Δεξιάς είναι σχεδόν σίγουρα ένας σημαντικός λόγος που λίγοι διανοούμενοι έκαναν τη διαδρομή από την αριστερά στην GRECE. Κατά την άποψή μας, υπάρχει μικρή πιθανότητα να την κάνουν πολλοί στο μέλλον, παρά τις περιστασιακές ομοιότητες και συμμαχίες ως προς την οπτική γωνία. Πρόσφατα, διανοούμενοι της Νέας Δεξιάς υποβάθμισαν τα αντιεξισωτικά και ακόμα και αντίχριστιανικά στοιχεία της σκέψης GRECE/Horloge, αλλά οι αριστεροί διανοούμενοι και οι συντηρητικοί όπως ο Ρεβέλ που θεωρούν τους εαυτούς τους “ανθρώπους της αριστεράς” είναι ακόμα σφιχτά δεμένοι με την ισότητα ως την ουσία της δημοκρατικής-ρεπουμπλικανικής παράδοσης στη Γαλλία. Οι συντηρητικοί πολιτικοί αποφεύγουν ευκαιρίες ευαρέσκειας προς τους πιστούς των λειτουργιών της Horloge, και ακόμη και ο Πάουελς σπάνια τώρα αναμασά τις αρετές του παγανισμού και των ελίτ».

 «Ο Ραϋμόν Αρόν, ο σεβαστός πρύτανης της σύγχρονης φιλοσοφικής σκέψης στη Γαλλία, εξέφρασε απέχθεια κατά των διανοούμενων της Νέας Δεξιάς, συχνά εξισώνοντας τον ελιτίστικο αντιεξισωτισμό τους με τις χειρότερες αντιδημοκρατικές τάσεις στον Γαλλικό συντηρητισμό. Η Άνι Κρίγκελ συνενώθηκε με τον Αρόν στον φόβο ότι  ελλοχεύουν ρατσιστικά και φασιστικά συναισθήματα στην εχθρότητα της Νέας Δεξιάς προς τις ξένες πολιτισμικές (cultural) επιρροές και στη σκέψη τους για τη γενετική, την κληρονομικότητα, την εθνολογία…»

Τίποτα, ωστόσο, δεν κρίθηκε ακόμη: «…Αλλά ο Αρόν είναι νεκρός, ο Ντεμπραί [17] δεν λαμβάνεται στα σοβαρά ως διανοητής, και η Κρίγκελ δεν κατάφερε ποτέ να την ακολουθήσει ένα μεγάλο κοινό. Εναντίον αυτών των κριτικών οι Νέοι Δεξιοί μπορούν να επικαλεστούν τη δόξα του Μισέλ Φουκώ, του εμβριθέστερου και με την μεγαλύτερη επιρροή διανοητή της Γαλλίας. Ο  Φουκώ τους εγκωμίασε για το ότι, μεταξύ άλλων, υπενθύμισαν στους φιλόσοφους τις “αιματηρές” συνέπειες που έρρευσαν από την ορθολογιστική κοινωνική θεωρία του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα και της Επαναστατικής περιόδου».  

Με άλλα λόγια, ο αντιεξισωτισμός δεν έχει αποτελέσει συστατικό της γαλλικής «πνευματικής ορθοδοξίας» και «νομιμότητας», όμως ποτέ δεν είναι αργά.

***

Πέρα από την γενική περιγραφή της αδυναμίας ιδεολογικής επικράτησης ενός θεωρητικού – πολιτικού λόγου που όχι απλώς θα ήταν αλλά και θα φαινόταν ότι είναι «δεξιός», η «εργαλειακή» χρησιμότητα της ορολογίας περί «αριστερής πνευματοκρατίας» ή «αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας»  αφορά σε πρώτο πλάνο ανάγκες της «εντός των τειχών» διπολικής ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης και, σε δεύτερο πλάνο, – όχι πάντως «δεύτερο» με την ειδική έννοια της χρονικής διαδοχής -, στοχεύει τον ιδεολογικό-πολιτικό λόγο που απειλεί τα ίδια τα «τείχη» της εξουσίας του κεφαλαίου.

Όμως, σαν αποτέλεσμα όλης της παραπάνω ανάπτυξης, οι συντάκτες του εγγράφου (για λογαριασμό και χρήση των αποδεκτών του), διαπερνώντας τα περιβλήματα των «ευκαιριακών», «συγκυριακών» πολιτικών μορφών και χρήσεων του ιδεολογήματος,  φτάνουν στον πυρήνα της «πνευματοκρατίας» που τους απασχολεί: στον «εξισωτισμό», το τελευταίο της προπύργιο…

Η «ερευνητική εργασία» αρχίζει με τη γαλλική επανάσταση και τον «ειδικό ρόλο» που λόγω αυτής κατέχει η γαλλική διανόηση, και καταλήγει με την τοποθέτηση της γαλλικής επανάστασης και των κεντρικών ιδεολογικών αρχών της στο στόχαστρο.

*

Το καθεστώς της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης επιδιώκει την οριστική ιδεολογική του ασφάλεια με τη νομιμοποίηση και αποδοχή της κοινωνικοοικονομικής ανισότητας που αποτελεί βάση και προϊόν των εκμεταλλευτικών σχέσεων. Επιδιώκει να ξεριζώσει από την κοινωνική συνείδηση την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι «γεννιούνται ίσοι», ότι ο βαθμός της μεταξύ τους ανισότητας αποτελεί μέτρο ιστορικής παρέκκλισης από το σκοπό της ανθρώπινης ύπαρξης και δραστηριότητας, ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα αποσκοπεί στην πραγματοποίηση των κοινωνικοοικονομικών προϋποθέσεων της ισότητας των ανθρώπων.

Αυτή η συγκεκριμένη, η εξισωτική «πνευματοκρατία», αυτή η «ιδεολογική ηγεμονία» του «εξισωτισμού», αποτελεί  τελική ουσία και τελικό στόχο των επιτυχιών του «αντισοβιετισμού» και του «αντιμαρξισμού», αναγορευόμενη για τις ανάγκες της πνευματικής «ορθοδοξίας και νομιμότητας» σε πηγή του «ολοκληρωτισμού».

Αυτή, επίσης, αποτελεί την πηγή κάθε πνευματικής ζωτικότητας και η άρνησή της έχει ως «ανεξήγητη» συνέπεια την πνευματική «ύφεση».

δ) …και ύφεση (decline) της πνευματικής ζωής

Το έγγραφο χρησιμοποιεί σαν προμετωπίδα την φράση:

«Υπάρχει ένας λήθαργος στην πνευματική ζωή αυτής της χώρας, και μάλιστα θεαματικός. Ποτέ πριν δεν γνώρισα τέτοια σιωπή, τέτοιο κενό. Είναι σαν οικογένεια στην όποια πέθανε κάποιος. Αλέν Τουρέν»

Συμπτώματα αυτού του «λήθαργου» περιγράφονται στο έγγραφο εκτενώς.

Ανάμεσά τους  μπορούμε να εντάξουμε και την επισήμανση της ουσιαστικής εξάντλησης του λόγου των «νέων φιλοσόφων» στον αντιμαρξισμό και τον αντισοβιετισμό: Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 «άνοιγαν δρόμο», αλλά από τότε, αντιμαρξισμός και αντισοβιετισμός «συνέχισαν τη δική τους ζωή και έγιναν τόσο πολύ μέρος της Γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας που οι Νέοι Φιλόσοφοι (σσ. ως Νέοι Ορθόδοξοι πλέον…) δεν φαίνονται πια να έχουν κάτι νέο να πουν».

*

Οι «νέοι φιλόσοφοι», κατά τα άλλα, «αντιστάθμισαν τον συχνά δυσνόητο λόγο τους με το να γίνουν συναρπαστικές προσωπικότητες των μμε, υπερασπιζόμενοι τις απόψεις τους στα πολύωρα πνευματικού περιεχομένου τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά προγράμματα που ορέγονται οι Γάλλοι». Εκτός από τον αντιμαρξισμό και τον αντισοβιετισμό, την «σαρωτική καταγγελία της τυφλότητα της αριστεράς, όπως την αποκάλεσε ο Λεβί», δεν έπαυαν να πρεσβεύουν «συνεχή αντιπάθεια για τον Γκωλισμό και μια αποδοχή του καπιταλισμού μόνο ως το μικρότερο κακό», ωστόσο «η επιρροή τους ήταν πρωτίστως αρνητική, από τη στιγμή που λίγα είχαν να προσφέρουν με μορφή πρακτικών προτάσεων για ένα νέο πρόγραμμα».

Αναφορικά προς την παρουσία τους στα μμε,  ο Ρεζί Ντεμπραί, στις «διατριβές του εναντίον των σύγχρονων πνευματικών αποστατών, τους καταλογίζει εγκατάλειψη του γραπτού λόγου προκειμένου να γίνουν ετοιμόλογες προσωπικότητες των μμε (glib media personalities) (mediatics). Κατηγορεί ειδικά τους αριστερούς Νέους Φιλόσοφους ότι έχουν αναμορφωθεί πνευματικά από την TV σε ρηχές ομιλούσες κεφαλές ανίκανες για ακριβολογημένη φιλοσοφική συγγραφή».

*

Δύσκολα μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι το έγγραφο επιχαίρει για ορισμένα συμπτώματα του «λήθαργου», της «ύφεσης της πνευματικής ζωής».

— Σαφώς επιχαίρει όταν, μάλλον ως «έμφαση στο δευτερεύον», περιλαμβάνει σε υποσημείωση την πληροφορία, ότι «η πλατιάς δημοσιότητας επίθεση του Λανγκ στον “αμερικάνικο πολιτιστικό ιμπεριαλισμό” το 1981 και κατόπιν η σύγκληση μιας διεθνούς διάσκεψης  αριστερών διανοουμένων, επέσυρε αιχμηρές κριτικές, ιδιαίτερα από την Wall Street Journal, για την παρούσα ένδεια της γαλλικής πολιτιστικής παραγωγής, ειδικά σε σύγκριση με τα αμερικανικά επιτεύγματα. Αυτές οι κατηγορίες προκάλεσαν μια μεγάλη προσφορά αυτοκριτικής εκ μέρους Γάλλων διανοούμενων, όπως οι Μπεζανσόν και Ριγκλέ». Η «πνευματική ύφεση» οδήγησε μέρος της γαλλικής διανόησης στα πρόθυρα της μετάνοιας…

— Επιχαίρει, επίσης, για τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών, από τις οποίες εκλέχτηκε μεγάλος αριθμός «μη-ιδεολογικοποιημένων είτε συντηρητικών» εκπροσώπων.

— Παρομοίως, για τον δείκτη αυξανόμενης αβεβαιότητας ως προς την επαγγελματική αποκατάσταση των εκπαιδευτικών: «Η επαγγελματική σταδιοδρομία των διανοούμενων, στο παρελθόν σχεδόν εγγυημένη για όσους φοιτούσαν σε σχολές της ελίτ, καθώς φαίνεται δεν είναι πια διασφαλισμένη. Η κυβέρνηση Φαμπιούς, για παράδειγμα, εξήγγειλε πρόσφατα ένα πρόγραμμα ανεύρεσης εργασίας στα τοπικά και εθνικά κυβερνητικά όργανα  (local and national governments) και στις επιχειρήσεις για τους άνεργους απόφοιτους της ENS», δηλαδή της «Ecole Normale Superieure», της «γαλλικής σχολής με το μεγαλύτερο γόητρο για την εκπαίδευση διδασκόντων και διανοητών». «Οι σοσιαλιστές επίσης κινήθηκαν για τον αποκλεισμό των αλλοδαπών κατοίκων από εκπαιδευτικά επαγγέλματα χαμηλής βαθμίδας, κατά πάσα πιθανότητα για να ελευθερώσουν δυσεύρετες θέσεις για Γάλλους δασκάλους».

— Τη ίδια στιγμή, «οι νεώτεροι αδελφοί και αδελφές των ταραχοποιών ξεχειλίζουν τις αίθουσες διδασκαλίας των επιχειρηματικών σπουδών και των θετικών επιστημών ακόμα και σε πρώην κόκκινα πανεπιστήμια…».

«Άλλωστε, υπήρξε μια δημοφιλής τάση φυγής από την ιδεολογία προς μια πιο πραγματιστική (pragmatic) προσέγγιση των πολιτικών προβλημάτων, κι αυτό έτεινε να υπονομεύσει το ανάστημα των διανοουμένων κάθε κατεύθυνσης» [18].

— Φυσικό, κατά τα άλλα, να επιχαίρει το συγκεκριμένο έγγραφο, για την εκτίμησή του, ότι «η αποστασία των νέων διανοουμένων από το Μαρξισμό και το ΓΚΚ άφησε τους ηλικιωμένους Μαρξιστές μανδαρίνους μόνο στήριγμα της παράδοσης. Οι Σαρτρ, Ρολάν Μπαρτ, Ζακ Λακάν, Λουί Αλτουσέρ – η τελευταία κλίκα Κομμουνιστών  σοφών [19] – βρέθηκαν υπό τα αμείλικτα πυρά των πρώην προστατευόμενων, αλλά κανείς δεν είχε τα κότσια για μια άμυνα οπισθοφυλακής υπέρ του Μαρξισμού. Οι κριτικοί – με προεξέχοντες μεταξύ τους τούς Νέους Φιλοσόφους – είχαν μεγάλη επιτυχία στο να πείθουν την παρούσα γενιά για την “ανοησία” (foolishness) του Σαρτρ, τα κακά του Μαρξισμού και τη βαρβαρότητα του Σοβιετικού Κομμουνισμού …». Ως αποτέλεσμα, η Κομμουνιστική Νεολαία  αποδυναμώνεται, ακόμα και στα πανεπιστήμια. «Τώρα, κανένας διανοούμενος κύρους δεν ανήκει και δεν στηρίζει το ΓΚΚ» [20].

*

Οι συζητήσεις των Γάλλων διανοούμενων, πλέον (1985), αν πιστέψουμε το έγγραφο, περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό τους και την αδυναμία τους να παραγάγουν πνευματικό λόγο. Οι ερμηνείες που δίνονται διάφορες: Ένα «είδος νωθρότητας» πολλών αριστερών διανοούμενων χαρακτηρίζεται (από το έγγραφο) ως επακόλουθο της εκ μέρους τους «σθεναρής απόρριψης της ιδεολογίας και του κομματικού δεσμού»

Η «γενική πτώση του πνευματικού αναστήματος» αποδίδεται από κάποιους διανοούμενους «στην άνοδο μιας τεχνολογικά υψηλής οικονομίας και κοινωνίας στη Γαλλία», παρά τα πάσης φύσεως ιδεολογικά ζητήματα που γεννά η άνοδος της τεχνολογίας, σημειώνουμε.

Ενώ κάποιοι διανοούμενοι υποστηρίζουν ότι η διανόηση (κυρίως η «αριστερή») απλώς «γεμίζει μπαταρίες», άλλοι «σημειώνουν ύφεση (decline)  της πνευματικής ζωτικότητας» και (σ.σ. μάλλον ταυτολογικά) αποδίδουν την αδυναμία των Γάλλων διανοούμενων «να κινητοποιηθούν και να συμμετέχουν σε μια ζωντανή συζήτηση», στο ότι «δεν είναι πια τόσο ικανοί όσο κάποτε» ως αποτέλεσμα «μιας δεκαετούς πολιτισμικής αδράνειας που ήρθε να χαρακτηρίσει τη Γαλλία», «ενός κύκλου πολιτισμικής ύφεσης (decline)», αφού «πράγματι δεν υπάρχουν Φλωμπέρ, Προυστ, Μποντλαίρ» και «δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε τέτοιους σύντομα»

 «Τον περασμένο χρόνο στο Παρίσι ένα συνέδριο, οργανωμένο για να εξεταστεί το ζήτημα της “Γαλλικής ταυτότητας”, γρήγορα στράφηκε στον λήθαργο των Γάλλων διανοούμενων και τις επιπτώσεις του στον μελλοντικό πολιτικό ρόλο τους». Υπήρξε γενική συμφωνία – αριστερών και δεξιών – ότι δεν βλέπουν μέλλον. Απογοητευμένοι μαρξιστές οδηγήθηκαν σε «ουδετερότητα» ενώ και οι φιλελεύθεροι («λιγότερη κυβέρνηση – περισσότερη ατομική αυτάρκεια») δεν πολυεπηρεάζουν την πνευματική είτε την κοινή γνώμη, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις και αναφορές των μμε [21].

*

Όλα τα περιγραφόμενα συμπτώματα της «πνευματικής ύφεσης» συνιστούν, ουσιαστικά, την διάδοχη κατάσταση αυτής «που μια πρόσφατη κριτική την αποκάλεσε αριστερή πνευματοκρατία».

Είναι όμως παράδοξο που την λεγόμενη «αριστερή πνευματοκρατία», κάτω από τον τίτλο της οποίας εννοείται εν προκειμένω επίσης μια ιστορική περίοδος όπου ο μαρξισμός και η υπεράσπιση της ΕΣΣΔ δεν είχαν υπαχθεί  εκτός πνευματικής «ορθοδοξίας και νομιμότητας», διαδέχθηκε η «πνευματική ύφεση»;

Η έκθεση, στα εισαγωγικά «κύρια σημεία» της, επισημαίνει μια (εμφανιζόμενη ως) χρονική σύμπτωση που όμως δεν είναι απλώς χρονική και δεν είναι απλώς σύμπτωση:

«Η ευρεία αποδοχή αυτής της περισσότερο κριτικής προσέγγισης στο μαρξισμό και τη Σοβιετική Ένωση συνοδεύτηκε από μια γενική ύφεση (decline)  της πνευματικής ζωής στη Γαλλία…».

Η σύνδεση, έστω αθέλητα διατυπωμένη, είναι σαφής.

Αντιμαρξισμός και αντισοβιετισμός, ως συστατικά της πνευματικής «ορθοδοξίας και νομιμότητας», αποτελούν την ονομαστική μορφή του αποκλεισμού – από αυτήν την «ορθοδοξία και νομιμότητα» – του κεντρικού ιστορικού προβλήματος της εποχής: της απελευθέρωσης της εργασίας και του κόσμου από τον ζυγό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Τι πιο φυσικό, όμως, από την πνευματική παρακμή, όταν το «πνεύμα» αποστρέφεται  το κεντρικό ιστορικό πρόβλημα  της εποχής του, με όλες τις θεωρητικές, ιδεολογικές, ηθικές ή όποιες άλλες «πνευματικές» προεκτάσεις του;

Αντισοβιετισμός και αντιμαρξισμός δεν μπορεί παρά να αποτελούσαν και να αποτελούν κεντρικά συστατικά της κυρίαρχης, αστικής ιδεολογίας και της «πνευματικής ορθοδοξίας» της, μόνο που πέρα από αυτά τα συστατικά δεν υπάρχει ουσιαστικός πνευματικός λόγος ικανός να αρθρωθεί. Παραφράζοντας ελαφρά  μια πρόταση του εγγράφου, πέρα από αυτά τα συστατικά, «δεν φαίνεται πια να υπάρχει κάτι νέο να ειπωθεί». 

Πέρα από αυτά τα συστατικά μένει μόνο, αφενός, ο τετραγωνισμός του κύκλου: η «παραδοσιακή» ιδέα της ισότητας πάνω στο πραγματικό έδαφος των σύγχρονων εκμεταλλευτικών σχέσεων, έστω και «αποδεκτών μόνο ως το μικρότερο κακό».

Μένει, αφετέρου, ως ασφαλιστική δικλείδα της οριστικής αυτοαναίρεσης του πνεύματος, η συνεπάγωγη ρητή ή άρρητη απόρριψη της ίδιας του της ιστορικής «ιδεαλιστικής» αφετηρίας: της ισότητας, έχοντας το «πνεύμα» ανακαλύψει σε αυτήν την αιτία της «εξασθένισής» του…

Δυστυχώς για την πνευματική ζωή που περιγράφει το έγγραφο της CIA, ευτυχώς για την πνευματική ζωή γενικά, εκεί που πεθαίνει το πνεύμα της ισότητας, εκεί που αρχίζει η απολογητική των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων, ακόμα και με τη μορφή του «μικρότερου κακού», εκεί πεθαίνει το πνεύμα γενικά. Εκεί που δεν επικρατεί αυτό το πνεύμα, δεν υπάρχει κανένα άλλο πνεύμα παρά μόνο το «πνεύμα» της αντιπνευματικότητας για να επικρατήσει.

———————————————-

[1] –>https://www.cia.gov/library/readingroom/docs/CIA-RDP86S00588R000300380001-5.PDF

[2] Λένιν, Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, σελ. 129, ΣΕ

[3] Εύλογο, επομένως, και το σύγχρονο ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την ελληνική επανάσταση και τη «νοηματοδότησή» της:

Ριζοσπάστης 21-8-2020: «…ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Τζ. Πάιατ, …συναντήθηκε και με την υπουργό Πολιτισμού, Λ. Μενδώνη, με θέματα τις εκδηλώσεις για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821…».

–>https://www.rizospastis.gr/story.do?id=10899007

 [4] Με τον όρο «αριστερά» το έγγραφο εννοεί βασικά τους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές.

Πέρα από το τι εννοεί το έγγραφο, τότε ακόμα (1985), η διάκριση ως ένα βαθμό εξακολουθούσε, τουλάχιστον θεωρητικά-τυπικά, να διατηρεί την «παραδοσιακή» της έννοια, αντιπροσωπεύοντας αντίστοιχα τη ρεφορμιστική και την επαναστατική ιδεολογία και πολιτική στο εργατικό κίνημα.

Ωστόσο, επίσης σε έναν βαθμό, οι έννοιες είχαν σημειώσει ορισμένη «υποχώρηση»: Η δεκαετία του ’80 ήταν ίσως αυτή στην οποία ο «ρεφορμισμός», τουλάχιστον στην Ευρώπη,  ταυτίστηκε οριστικά – μέχρις σημείου εξαφάνισής του «ως τέτοιου» – με έναν από τους πόλους διαχείρισης του καπιταλισμού. Ενώ την ίδια ώρα, με τη συμβολή και του «ευρωκομμουνισμού», η έννοια της σοσιαλιστικής επανάστασης διαποτιζόταν θεωρητικά και πολιτικά από τη δογματική «βουλησιαρχία» του «ειρηνικού δρόμου».

[5] Ο πρόσφατος περιορισμός και κατάργηση του μαθήματος της κοινωνιολογίας (όπως άλλωστε και των καλλιτεχνικών μαθημάτων) από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αποτελεί δείγμα της επίθεσης στο περιεχόμενο των σπουδών, σε «αρμονία» με την ιδεολογική  στρατηγική που εκπορεύεται από το έγγραφο της ΚΥΠ των ΗΠΑ.

Η επίθεση στην «βάση της κατανόησης της κοινωνίας», δηλαδή – σύμφωνα με το έγγραφο της CIA – η επίθεση στο «νόημα της ιστορίας», συμπληρώνεται με  τη σχετικά πρόσφατη (2018) «αποκήρυξη», από τον σημερινό πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, του ενδιαφέροντος της νεολαίας για την ιστορία: «Πείτε μου τώρα, το παιδί των 17 ετών που θα ψηφίσει για πρώτη φορά, που τον ενδιαφέρει πως θα είναι η Ελλάδα το 2030. Αν τον ενδιαφέρει το τι έγινε το 1963».

–>https://nd.gr/nea/synenteyxi-toy-proedroy-tis-nd-k-kyriakoy-mitsotaki-ston-tileoptiko-stathmo-skai-0

Αλλά και  η εξαγγελία εισαγωγής στο νηπιαγωγείο, όχι της γνωριμίας με την ύπαρξη ξένων γλωσσών και ξένων πολιτισμών γενικά, όχι της γνωριμίας με τη μητρική γλώσσα του τυχόν μετανάστη και πρόσφυγα συμμαθητή των μικρών παιδιών, αλλά της διδασκαλίας τής μιας και μόνης παιδαγωγικά «κατάλληλης» για το νηπιαγωγείο ξένης γλώσσας: της αγγλικής, επιτείνει την «εντύπωση» ότι η εξεταζόμενη «ερευνητική εργασία» θα μπορούσε να χρησιμεύει σαν κυβερνητικό εγχειρίδιο για την υλοποίηση μιας ιδεολογικής – πολιτισμικής στρατηγικής όχι απλώς του κεφαλαίου γενικά, αλλά και των ΗΠΑ ειδικότερα.

[6] Ο σύγχρονος εγχώριος ψυχολογισμός, σε μια εμφανή έκπτωσή του συγκριτικά με τον γαλλικό των δεκαετιών του ’50 – ’60, για τις ανάγκες αντιμετώπισης του «φαντάσματος» της «αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας», εκτός από παρόμοια αναμασήματα, καταφεύγει (από… εντελώς ανιδεόληπτες και ψυχικά στέρεες θέσεις) στο «ερμηνευτικό» σχήμα των «αριστερών ιδεοληψιών» ή ακόμα και της «ψυχικής νόσου» π.χ. των αντιχουντικών αγωνιστών.

Σύμφωνα με την, σημερινή, Υφυπουργό Εργασίας Δόμνα Μιχαηλίδου (29-3-2018):

 «Είχαμε μια αγιοποίηση του αγώνα, του αγώνα της δικτατορίας, η οποία ουσιαστικά έγινε επειδή δεν έγινε ο αγώνας την ώρα που έπρεπε να γίνει. Άρα τι έχουμε; Έχουμε μια σχέση η οποία καταρρίπτει τις διαστάσεις που της ανήκουν, αυτή της αντίστασης, και παίρνει διαστάσεις υπερβολής όπως αυτή της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου. Το δεύτερο κομμάτι της πρότασης …  έχει σχέση με τη μετατροπή σε βαθιά ψυχική νόσο, οποία πολύ φοβάμαι ότι είναι μια μετατροπή σε μια συλλογική ψυχική νόσο … διότι έχει δημιουργηθεί αυτό το συλλογικό αφήγημα μέσα από τη συλλογική μνήμη, αυτής της ιστορικότητας. Ακούω συνέχεια, «ιστορικό στέλεχος της αριστεράς», «ιστορικός αγώνας», κι αναρωτιέμαι, για ποια ιστορία μιλάμε; ποιος έγραψε αυτή την ιστορία; Την έγραψαν αυτοί οι άνθρωποι των οποίων η απώλεια του αισθήματος της δικτατορίας είναι αντίστοιχο με μια απώλεια δικού τους ανθρώπου; Και ποιοι; Αυτοί ακριβώς οι οποίοι είναι οι ψυχικά νοσούντες; … Η έκβαση αυτή της συλλογικής μνήμης φοβάμαι ότι φανερώνει μια συλλογική ψυχική νόσο παρά μια μεμονωμένη».

–>https://www.dailymotion.com/video/x7cybou

Ενδιαφέρουσα, στα παραπάνω, και η «επιμελώς» μονόπλευρη θεώρηση της Ιστορίας ως «γραφής», όχι ως πράξης…

 [7] Η πολιτική αντίθεση προς την «ενότητα της αριστεράς» και την κυβερνητική συνεργασία  σοσιαλιστών – κομμουνιστών αναδείχνει ένα ζήτημα πολιτικών «συνωνύμων»:

Αφενός, εν προκειμένω, πρόκειται για την πολιτική θέση που καταδικάζει το σοσιαλιστικό κόμμα γι’ αυτή τη συνεργασία. Η οποία θέση συναντά την αμερικανική επιδοκιμασία χωρίς άλλους, εμφανείς στο έγγραφο, υπολογισμούς για τις συνέπειες αυτής της «ενότητας» και συνεργασίας στα συνεργαζόμενα κόμματα και τους γενικούς πολιτικούς συσχετισμούς. Στη θέση τέτοιων πολιτικών υπολογισμών βρίσκεται στο έγγραφο η ίδια η περιγραφή της ονομαζόμενης «ιστορικής μεταβολής».

Αφετέρου, πρόκειται για την πολιτική αντίθεση από την άποψη του συνεπούς ρόλου ενός ΚΚ που δρα σε καπιταλιστική χώρα.

Είναι δυο διαφορετικά πράγματα η κριτική στους «σοσιαλιστές» για τη συμμετοχή κομμουνιστών στην κυβέρνησή τους και η κριτική στους κομμουνιστές για τη συμμετοχή τους σε μια «σοσιαλιστική» κυβέρνηση. 

Η κριτική της «αριστερής διανόησης» και της «νέας φιλοσοφίας», όπως εμφανίζεται στο έγγραφο, προέρχεται από την πρώτη αφετηρία.

[8] Ενδεικτικά, ως προς την πολιτική των ΗΠΑ στην Κεντρική Αμερική, μόλις πριν δυο χρόνια, 1983, είχε γίνει η στρατιωτική εισβολή των ΗΠΑ στη Γρενάδα, ενώ όλη τη δεκαετία του ’80 βρίσκεται σε εξέλιξη η πολιτική και υλική επεμβατική ενίσχυση (συνδεμένη και με το γνωστό σκάνδαλο «Ιρανγκέιτ») του πολέμου των «κόντρας» ενάντια στην επανάσταση των σαντινίστας στη Νικαράγουα.

Τα σχετικά αποσπάσματα του εγγράφου προϊδεάζουν για το τι εκτιμήσεις θα μπορούσε να διαβάζουμε μετά από λίγες δεκαετίες σε αποχαρακτηρισμένα έγγραφα που γράφονται σήμερα, για το βαθμό διευκόλυνσης που παρέχει π.χ. η στάση της ελληνικής διανόησης στην πολιτική των ΗΠΑ σε Μέση Ανατολή, ΝΑ Μεσόγειο, Βαλκάνια, ΒΑ Ευρώπη και, βεβαίως, Ελλάδα.

[9] Δεν είναι αβάσιμες, βέβαια, οι θριαμβολογίες του εγγράφου της ΚΥΠ των ΗΠΑ για το «νέο» στίγμα της «γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας» και την «λυδία λίθο της πνευματικής νομιμότητας», ούτε και αφορούν αφηρημένα την «σκέψη». Οι καρποί αυτής της «πνευματικής ορθοδοξίας» και «νομιμότητας» έγιναν εμφανείς στη διάρκεια των βομβαρδισμών της Γιουγκοσλαβίας, όταν η «νέα» γαλλική διανόηση, «αριστερή» και «δεξιά», στήριξε την ιμπεριαλιστική επίθεση έως το βαθμό της ιδεολογικής κακοποίησης των «συναδέλφων» της που αντιτάχθηκαν στη ΝΑΤΟϊκή επέμβαση.

Σύμπτωμα αυτής της «ορθοδοξίας» και «λυδίας λίθου» συνιστά και η αντιμετώπιση που δέχθηκε ο Ιγνάσιο Ραμονέ μετά την έκδοση του βιβλίου του «Φιντέλ Κάστρο. Βιογραφία σε δύο φωνές ή Εκατό ώρες με τον Φιντέλ»,  καρπός πέντε χρόνων καταγραφής και δουλειάς, και εκατοντάδων ωρών συζητήσεων με τον ηγέτη της κουβανικής επανάστασης. Ύστερα από τη γαλλική έκδοση του βιβλίου (2007), και απροσχημάτιστα εξαιτίας αυτής,  τερματίστηκε το ραδιοφωνικό του πρόγραμμα στη δημόσια γαλλική ραδιοφωνία, παύτηκε από διδάσκων στο πανεπιστήμιο Παρίσι 7, διώχθηκε από τη διεύθυνση της Le  Monde diplomatique και διακόπηκε γενικά η συνεργασία του με αυτήν. Έναν χρόνο πριν, μετά την πρώτη (ισπανική) έκδοση του βιβλίου (2006) είχε για τον ίδιο λόγο διακοπεί η συνεργασία του από τις εφημερίδες El Paíκαι Φωνή της Γαλικίας. Το ότι ο ίδιος ο Ιγνάσιο Ραμονέ αμύνεται απέναντι στους διώκτες του χαρακτηρίζοντας «σταλινικές» τις πρακτικές τους, ενδεχομένως πιστώνεται στους ίδιους ως μια ακόμη ιδεολογική «νίκη», αποτελώντας πτυχή της ίδιας «πνευματικής ορθοδοξίας», μέσω της οποίας το -περιβεβλημένο με δημοκρατικό τύπο – καθεστώς της δικτατορίας του  μονοπωλιακού κεφαλαίου πραγματώνεται στο πεδίο της ιδεολογίας.

Βλ., Ραμονέ: Ακριβά το πλήρωσα που έδωσα φωνή στον Φιντέλ Κάστρο

–>http://prensa-rebelde.blogspot.com/2016/12/blog-post_70.html

Ignacio Ramonet, Caro pagué por dar voz a Fidel Castro, Periódico La Jornada
Viernes 9 de diciembre de 2016, p. 48

–>https://www.jornada.com.mx/2016/12/09/mundo/048n1mun

[10] Τρία χρόνια (1981-1984) χρειάστηκε ο «σοσιαλισμός» για να «αποτύχει» στη Γαλλία. Στην Ελλάδα «απέτυχε» αυθημερόν (στις 18 σοσιαλισμός!) αν και η ζωή του παρατάθηκε για περίπου 30 χρόνια (1981-2010) με μικρά «καπιταλιστικά» διαλείμματα. Ενώ και η «αριστερά» της «1ης φοράς» χρειάστηκε μόνο λίγους μήνες από τον Ιανουάριο ως τον Αύγουστο του 2015 για να περάσει από τις «αυταπάτες» του «σχισίματος των μνημονίων με τη συμφωνία των εταίρων» στον πραγματισμό του 3ου μνημονίου και της επισφράγισης των δυο προηγούμενων, βοηθούμενη από την κοινοβουλευτική «αστική ευγένεια» των δεξιών «αντιπάλων» της.

[11] Στην κατεύθυνση της περιφερειακής («υποεθνικής» κατά το έγγραφο) διοικητικής («κυβερνητικής») κατάτμησης των εθνικών κρατών εντάσσονται και οι εγχώριες μεταρρυθμίσεις «Καποδίστριας», «Καλλικράτης» κλπ. Αυτή η «υποεθνική» κατάτμηση αποτελεί, ταυτόχρονα, οργανικό εξάρτημα της «υπερεθνικής»  πολιτικής κυριαρχίας των μονοπωλίων μέσω διακρατικών ιμπεριαλιστικών ενώσεων όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση κ.ά.

[12] Βέβαια ο «κλασικός» φιλελευθερισμός – της εποχής του ελεύθερου καπιταλιστικού συναγωνισμού – δεν είναι καθόλου «κλασικός» στην εποχή των μονοπωλίων. Η αντιγραφή και επικόλλησή του από τη μια εποχή στην άλλη ουσιαστικά συνεπάγεται ένα κοινωνικό τέρας που συνδυάζει την απάλειψη των κοινωνικών «πλεονεκτημάτων» του με τη διόγκωση των κοινωνικών αδιεξόδων του.

[13] Το ζήτημα αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία και από το γεγονός ότι η «νέα» (αν και… προπολεμική σύμφωνα με την εισαγωγική αφήγηση του εγγράφου) γαλλική «σκέψη» του 1985 αποτελεί και τη «σύγχρονη», «φρέσκια», «άφθαρτη», «νέα» κυβερνητική «σκέψη» της Ελλάδας του σήμερα.

Από το βήμα της 82ης Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, το 2017, ο (σημερινός πρωθυπουργός) Κυριάκος Μητσοτάκης,  αφού χαρακτήρισε «τεράστια πληγή» την «διεύρυνση των ανισοτήτων τα τελευταία χρόνια», αμέσως στη συνέχεια αναγόρευσε τις ανισότητες σε συστατικό της ανθρώπινης φύσης, λέγοντας επί λέξει:  «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση και όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη Δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα». Ιδού λοιπόν ο «εξισωτισμός» (το ιδεολογικό θεμέλιο της Γαλλικής Επανάστασης, το ουσιαστικό συστατικό κάθε δημοκρατίας που δεν έχει μετατραπεί σε άδειο κοινοβουλευτικό πουκάμισο) ως πηγή του «ολοκληρωτισμού».

–>https://nd.gr/nea/omilia-toy-proedroy-tis-neas-dimokratias-k-kyriakoy-mitsotaki-stin-82i-deth

Για μια ακριβέστερη καταγραφή των πραγματικών πολιτικο-ιδεολογικών συσχετισμών, σημειώνουμε ότι σε απάντησή του ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας δεν αμφισβήτησε τον ουσιαστικό πυρήνα του ιδεολογήματος Μητσοτάκη («δε ξέρω που το ‘χουν βρει αυτό γραμμένο»), αλλά υπεραμύνθηκε των «κατακτήσεων του σύγχρονου πολιτισμού μας» όπως «η αναδιανομή του πλούτου, η κοινωνική προστασία, η στήριξη των μικρών απέναντι στους μεγάλους, των ανίσχυρων απέναντι στους ισχυρούς».

–>https://www.avgi.gr/arheio/253719_al-tsipras-eimaste-edo-gia-na-kinisoyme-pros-ta-mpros-ton-troho-tis-istorias-video

Τον είχε όμως προλάβει ο αντίπαλός. Την «αντιεξισωτική» διακήρυξή του ο κ. Μητσοτάκης είχε αμέσως συμπληρώσει με την «διευκρίνιση» ότι «το μέρισμα ευημερίας πρέπει να μοιραστεί με όσο το δυνατόν πιο δίκαιο τρόπο», με διαβεβαιώσεις ότι «για εμάς η αλληλεγγύη είναι η άλλη όψη της ελευθερίας» και για την «αναγνώριση της κοινής μοίρας που δένει όλες τις Ελληνίδες και όλους τους Έλληνες»: μικρούς και μεγάλους, ανίσχυρους και ισχυρούς, όπως θα έλεγε και ο κ. Τσίπρας. Η κοινωνικοοικονομική ισότητα «αντίθετη στην ανθρώπινη φύση», καταστατικός κοινωνικός θεσμός επομένως «οι μικροί και οι μεγάλοι», οι «ανίσχυροι και οι ισχυροί»… Δε μένει παρά η δήθεν αντιπαράθεση για την «προστασία» και τη «στήριξη» των δε απέναντι στους μεν, για την «αλληλεγγύη» των δεύτερων προς τους πρώτους…

Απομένει επίσης το ερώτημα του κ. Τσίπρα,  «που το ‘χουν βρει αυτό γραμμένο». Ενδεχομένως το έχουν βρει γραμμένο στην έκθεση της CIA του 1985 για τη γαλλική διανόηση. Στη συνέχεια της οποίας, μάλιστα, εμφανίζονται ορισμένες επιφυλάξεις για τον «ελιτισμό» μιας ευθείας διακήρυξης του «αντιεξισωτισμού». Ωστόσο, στην κοινωνικο-οικονομική «ελίτ» απευθυνόταν ο κ. Μητσοτάκης με τη συγκεκριμένη ομιλία του στη ΔΕΘ. Επομένως, και «ολίγος ελιτισμός» εν προκειμένω δεν αντενδείκνυται.

[14] Στο περιεχόμενο μιας τέτοιου είδους αντιπαράθεσης, συνδεμένης με εντεινόμενες ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και επιδιώξεις, εντάσσεται πρόσφατα και η ηχηρή στοχοθέτηση θρησκευτικών αισθημάτων των μουσουλμανικών πληθυσμών εντός και εκτός Γαλλίας.

Η γαλλική άρχουσα τάξη, ενώ εξοστρακίζει την ισότητα από την πνευματική της «ορθοδοξία» και «νομιμότητα», ανεμίζει υπό όρους φάρσας τη σημαία της «ελευθερίας του (“ορθόδοξου” και “νόμιμου”) λόγου», εφόσον βέβαια δεν πρόκειται για  την εναντίωση στον βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας ή για τις συζητήσεις με το Φιντέλ.

Η κατασκευή του χρήσιμου εχθρού κρίνεται προφανώς «ωφέλιμη» για την προώθηση των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων στο εξωτερικό και την ένταση της αντιλαϊκής, αντεργατικής (αντιεξισωτικής!) καταστολής στο εσωτερικό.

Η «έμψυχη», – άθρησκη ή θρησκευόμενη, χριστιανική ή μουσουλμανική -, πρώτη ύλη της βιομηχανίας του ιμπεριαλιστικού πολέμου,  πρέπει να πειστεί, ότι ο καυγάς δεν αφορά ενεργειακά κοιτάσματα και αγωγούς, αλλά τα γένια του προφήτη και τη ζωγραφική τους. Ότι πρόκειται για αναβίωση του πολέμου μεταξύ εικονολατρίας και εικονομαχίας, κι όχι για την αρπαγή των πηγών του κοινωνικού πλούτου.

[15] «Ομάδα Έρευνας και Μελέτης Ευρωπαϊκού Πολιτισμού» και «Λέσχη του Ρολογιού». Οργανισμοί της «νέας δεξιάς» διανόησης προσδιοριζόμενοι ως «δεξαμενές σκέψης» με ακροδεξιό (αν και «μεταμοντέρνο») θεωρητικό λόγο και πρακτική «εισοδισμού» στα κέντρα άσκησης της αστικής πολιτικής.

[16] Εν προκειμένω, όταν διαβάζουμε «ελιτισμός» μπορούμε να εννοήσουμε και τα μη ελκυστικά για τις μάζες ιδεολογήματα, τα οποία ναι μεν εκφράζουν την ταξική αλήθεια των εκφραστών τους, αλλά δημιουργούν ορισμένη δυσκολία στην ιδεολογική ενσωμάτωση των εργαζομένων καθώς και του τμήματος της διανόησης που υπηρετεί – με τις απόψεις του – τη λειτουργία αυτής της ενσωμάτωσης.

Έτσι και στη συνέχεια του κειμένου, η μεταφυσική χριστιανική ισότητα ενώπιον του Θεού δεν προκαλεί πρακτικές πολιτικές δυσκολίες, επομένως δεν συντρέχει άμεσος λόγος μεταφυσικών ιδεολογικών μετώπων που ενδεχομένως προσκρούουν σε «προλήψεις» του βασικού συντηρητικού target group, παρότι, στο δευτερεύον «αριστερό» target group ενδεχομένως θα ασκούσαν μια απατηλή γοητεία.

Συχνά, άλλωστε, είναι για τον κυρίαρχο αστικό λόγο αποδοτικότερη η ανάπτυξη των θεωρητικών ιδεολογημάτων στη βάση ενός σιωπηρού αλλά ήδη διατυπωμένου θεμελιακού υπόβαθρου, παρά η εξασθένηση της επίδρασης των ιδεολογημάτων χάριν επαναλαμβανόμενης εμμονής στο υπόβαθρο που προκαλεί δυσάρεστα ιδεολογικά αντανακλαστικά.

Κατά τα άλλα ο «τελικός στόχος» είναι διατυπωμένος: κάποιοι «υπερέχουν ουσιαστικά» από τους υπόλοιπους, πράγμα το οποίο η κοινωνία οφείλει να  αναγνωρίσει πολιτικά. Η «ουσιαστική υπεροχή» της «ελίτ» στο κοινωνικό βασίλειο, δεν προτίθεται πάντως να αφήσει χάρισμα στα κατώτερα όντα ούτε την «βασιλεία των ουρανών»: Όχι η «τεχνητή ισότητα» αλλά η «ουσιαστική υπεροχή κάποιων» οφείλει να εξουσιάζει τόσο την πολιτική και την οικονομία όσο και το κοινωνικό πνεύμα…

[17] Στο προηγούμενο παράθεμα, πριν την αναφορά στον Ρ. Αρόν, αφαιρέσαμε μια αναφορά του εγγράφου στον Ρ. Ντεμπραί κρίνοντάς την, στο σημείο εκείνο, εμβαλωματική και ικανή να προκαλέσει σύγχυση, αφού η κριτική του Ντεμπραί αφορά όχι τη «νέα δεξιά», που είναι εκεί το θέμα, αλλά τη «νέα αριστερά» και τους «νέους φιλοσόφους» της. Την παραθέτουμε στο μέρος το σχετικό με την «ύφεση της πνευματικής ζωής».

[18] «Εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει κι η μοναξιά», ήταν η ελληνική (ορθόδοξη και «πνευματώδης») εκδοχή της «φυγής από την ιδεολογία» την ίδια χρονική περίοδο, στην οποία αναφέρεται το έγγραφο. Η αντίστροφη τοποθέτηση, «εκτός από τη μοναξιά υπάρχει κι ο ιμπεριαλισμός», προφανώς δεν διέθετε ποτέ «ορθόδοξα» πιστοποιητικά, τουλάχιστον από αυτά που εκδίδουν έγγραφα σαν και αυτό. Φυσικά, την «φυγή από την ιδεολογία» ακολουθεί είτε, κατ’ εξαίρεση, ο ατομικός αναχωρητισμός είτε, κατά κανόνα, ο «πραγματισμός» της ατομικής προσαρμογής και της (επιτυχούς ή ανεπιτυχούς) επιδίωξης ατομικού οφέλους από την πραγματικότητα, όποια κι αν είναι αυτή. 

[19] «Σοφοί», «savants», με πλάγια έμφαση στο πρωτότυπο, όπως και στα σημεία όπου υπάρχουν αναφορές στον Ρεζί Ντεμπραί. Διακινδυνεύοντας μια ερμηνεία,  ίσως να πρόκειται για επιτηδευμένη εννοιολογική απόχρωση της αγγλικής ή της αμερικάνικης αγγλικής, μια απόχρωση (savant) πολιτισμικά πιο «αρχαϊκή» από ό,τι του διανοούμενου (intellectual), και η έμφαση να ανταποκρίνεται στον ενεργό ιδεολογικό ρόλο του εγγράφου: Οι κομμουνιστές, οι αντίπαλοι του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού,  μπορούν να είναι «πολύξεροι», μπορούν να είναι «σοφοί του καφενείου», το να κατέχουν όμως τον «υψηλό» τίτλο του «διανοούμενου» προσκρούει στην «πνευματική ορθοδοξία και νομιμότητα» που «λυδία λίθος» και μέρος της είναι ο αντικομμουνισμός, ο αντισοβιετισμός, ο «αντιολοκληρωτισμός».

[20]. Παρά το συζητήσιμο πλευρών αυτού του σημείου, όπως και άλλων στο έγγραφο, στις πραγματικές αιτίες των πραγματικών φαινομένων, θα πρέπει, πέραν και της ιδεολογικής «πίεσης» που σημασιοδοτούν οι όροι πνευματική «ορθοδοξία» και «νομιμότητα»,   να υπολογιστούν και άλλοι παράγοντες,  όπως ο οπορτουνισμός, η τάση «σοσιαλδημοκρατικοποίησης» μέσω του ευρωκομμουνισμού, επομένως ορισμένος βαθμός άρρητης οικειοποίησης των βάσεων της πολεμικής.

[21] Το έγγραφο δεν παραλείπει μια εκτίμηση για «ζητήματα που μπορούν να κρατήσουν τους διανοούμενους σε τριβή»: Τέτοια είναι: Η ανάμιξη στην πολιτική – χαρακτηριστικό των αριστερών – αλλά όχι κομματική ή ιδεολογική ανάμιξη. Το ιδεολογικό ζήτημα της Γαλλικής πολιτιστικής ταυτότητας, «στενά δεμένης με τα συναισθηματικά ζητήματα των ξένων επιρροών στη Γαλλία, της μετανάστευσης και του ρατσισμού»«Αντι-μεταναστευτική ρητορική και ρατσισμός συνδεμένα με την άνοδο του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου γαλβάνισαν  πολλούς αριστερούς διανοούμενους στη δράση, κυρίως σε διαμαρτυρίες στους δρόμους οργανωμένες από μια αντιρατσιστική ομάδα αποκαλούμενη ΣΟΣ Ρατσισμός».

Κατά τα άλλα (το έγγραφο) ψυχρά παραθέτει τι μπορεί να ενδιαφέρει την πολιτική των ΗΠΑ σε σχέση με τη γαλλική πολιτική και την μελλοντική επιρροή της «νέας αριστεράς» σ’ αυτήν: Στήριξη προσπάθειας μετριοπαθών σοσιαλιστών για κεντροαριστερή συμμαχία και αντίθεση σε κάθε προσπάθεια σκληρής γραμμής σοσιαλιστών για «ενότητα της αριστεράς» (εντός εισαγωγικών στο πρωτότυπο) με το κομμουνιστικό κόμμα στις επικείμενες εκλογές. Η δραστηριότητα της νέας αριστεράς πιθανά θ’ αυξήσει τις διαφωνίες μεταξύ των δυο αριστερών κομμάτων και στο εσωτερικό του  Σοσιαλιστικού Κόμματος καθώς και την εκλογική αποστασία από αμφότερα τα στρατόπεδα, σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό.


Κοιμήσου ήσυχος

Στα «Νέα», την εφημερίδα του «μέσου άνθρωπου», κατά τη διάρκεια του φετινού αντικομμουνιστικού μήνα Αύγουστου, εμφανίστηκαν ορισμένες οδηγίες ασφαλούς επιβίωσης αυτού του «μέσου άνθρωπου» υπό ναζιστικό καθεστώς κατά το πρότυπο που ίσχυε στη ναζιστική Γερμανία (πηγή).

Σύμφωνα λοιπόν με τις αντιλήψεις του συντάκτη:  «Στη ναζιστική Γερμανία σε γενικές γραμμές, μπορούσες να κοιμάσαι σχετικά «ήσυχος», αν δεν είχες τέσσερις ιδιότητες, εκ των οποίων η πρώτη αποκτάτο αυτοβούλως, ενώ οι άλλες ήταν, λίγο – πολύ, γονιδιακά προκαθορισμένες: Αφενός μεν, δηλαδή, αν δεν ήσουν δημόσια αντιφρονών, αφετέρου δε αν δεν ήσουν Εβραίος, Τσιγγάνος ή ομοφυλόφιλος».

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με αυτές τις αντιλήψεις, κάτω από ένα ναζιστικό καθεστώς ο «μέσος άνθρωπος» δεν χρειάζεται παρά να παραμείνει «μέσος άνθρωπος» προκειμένου να «κοιμάται σχετικά ήσυχος».

Γιατί, ίσως δεν το πρόσεξε ο συντάκτης, αλλά οι ιδιότητες που περιγράφει, δεν είναι παρά ιδιότητες του (παροιμιώδους) «μέσου άνθρωπου», ο οποίος είναι τέτοιος («μέσος») εφόσον, αφενός, «αυτοβούλως» φροντίζει να μην είναι «δημόσια αντιφρονών» και, αφετέρου, δεν έχει την «λίγο-πολύ γονιδιακά προκαθορισμένη» ατυχία να ανήκει σε κάποια κατηγορία που να τον αποκλείει από την κατηγορία του «μέσου άνθρωπου»: Εβραίος, τσιγγάνος, ομοφυλόφιλος τότε, όπως κατηγοριοποιεί ο συντάκτης τους «γονιδιακά» ανασφαλείς, μετανάστης και πρόσφυγας θα μπορούσαμε να προσθέσουμε σήμερα, χωρίς με αυτά να εξαντλείται ο κατάλογος ούτε ως προς το τότε ούτε ως προς το σήμερα.

Σύμφωνα λοιπόν με τον συντάκτη των οδηγιών, ο «μέσος άνθρωπος» με αυτές τις ιδιότητες μπορούσε κάτω από το ναζιστικό καθεστώς «να κοιμάται σχετικά ήσυχος». Άλλωστε μόνο «σχετικά ήσυχος» μπορεί να κοιμάται ο «μέσος άνθρωπος» γενικά: Το όνειρο τού «εντελώς ήσυχου» ύπνου για τον «μέσο άνθρωπο», γνωστό αυτό, δεν αφορά αυτήν εδώ τη ζωή… Κι έπειτα, είναι τόσο πολλοί αυτοί (οι άλλοι) και τόσο πολλά τα κοινωνικά ερεθίσματα που θέλουν να σου χαλάσουν την ησυχία, ώστε και μόνο εξαιτίας της προσπάθειας να τα αποφύγεις είναι αδύνατον να κοιμηθείς «εντελώς ήσυχος». Αλλά μήπως, στο κάτω κάτω της γραφής, δεν είναι ο φασισμός αυτός που σου υπόσχεται να πατάξει κάθε είδους «άλλον» και κάθε είδους κοινωνικό ερέθισμα, όλα αυτά που σου χαλάνε την ησυχία και τα δείχνει κι η τηλεόραση,  έτσι ώστε για σένα τον «μέσο άνθρωπο» να γίνει πράξη ο «εντελώς ήσυχος ύπνος» και μάλιστα σε αυτήν εδώ τη ζωή…;;;

*

Όμως τα πράγματα δεν είναι όπως τα φαντάζεται ο συντάκτης των οδηγιών ασφαλούς επιβίωσης σε ναζιστικό καθεστώς.

«Γονιδιακοί λίγο-πολύ προκαθορισμοί» που να αποκλείουν έναν «σχετικά ήσυχο ύπνο» μπορούν να ανευρεθούν και στο σύγχρονο «δημοκρατικό» πολίτευμα, τουλάχιστον αν κρίνουμε από τον αριθμό των έγκλειστων στα σημερινά «δημοκρατικά» στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών και προσφύγων, ακόμα κι αν δεν επεκταθούμε στον «ύπνο» που επιφυλάσσει το σημερινό «δημοκρατικό» καθεστώς, γενικά σε όσους διαθέτουν κάποιο από τα χίλια πρόσωπα της «λίγο – πολύ γονιδιακά προκαθορισμένης» ιδιότητας της φτώχιας.

Αλλά και η σύγχρονη ελληνική ιστορία, από το βενιζελικό ιδιώνυμο του 1929 μέχρι έστω την μεταπολίτευση του 1974, υποδεικνύει ότι και η «αυτόβουλη» ιδιότητα «να μην είσαι δημόσια αντιφρονών» μπορεί να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για έναν υποτιθέμενο «σχετικά ήσυχο ύπνο» τόσο κάτω από φασιστικό δικτατορικό καθεστώς όσο και κάτω από καθεστώς αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: Ήταν «δημοκρατική» η βία, οι απαγορεύσεις, οι φυλακίσεις, οι εκτοπίσεις, οι δολοφονίες του βενιζελικού ιδιώνυμου. Όπως «δημοκρατικές» ήταν και οι δηλώσεις νομιμοφροσύνης που επί δεκαετίες αρκούσαν για να γλιτώσει κανείς «αυτοβούλως» από το εκτελεστικό απόσπασμα, τις γιούρες και τα μακρονήσια  ή απαιτούνταν για μια θέση εργασίας.

Ο συντάκτης της εφημερίδας, ατυχώς γι’ αυτόν, περιγράφει με τις οδηγίες του την «δημοκρατία» του παρελθόντος της. Αυτήν την «δημοκρατία» που τόσο στην προπολεμική όσο και στην μεταπολεμική φάση της εγκαινιάστηκε  από τους ίδιους της τους ταγούς: Από τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως πρωθυπουργό του «ιδιώνυμου» και τον Γεώργιο Παπανδρέου ως πρωθυπουργό της σφαγής των δεκάδων άοπλων διαδηλωτών στις 3 και στις 4 Δεκέμβρη του 1944. Από τους εμβληματικούς ταγούς της αστικής δημοκρατίας, οι οποίοι κήρυξαν τον πόλεμο σε όσους δεν φρόντισαν «αυτοβούλως» να αποκτήσουν την ιδιότητα «να μην είναι δημόσια αντιφρονούντες». Και οι οποίοι, πάντοτε, απέναντι στην «εξίσωση των άκρων» και απέναντι στην «εξομοίωση φασισμού – κομμουνισμού» ήξεραν πάντοτε τι να διαλέξουν και με ποιο «άκρο» να πάνε.

(Έως και πρόσφατα άλλωστε, οπότε περίσσεψαν οι «αστικοδημοκρατικές» ευχαριστίες προς την ναζιστική ΧΑ, οι επικλήσεις μιας «σοβαρής» ναζιστικής ΧΑ, μέχρι και οι απόπειρες συγκάλυψης των νεοναζιστικών εγκλημάτων της παρουσιαζόμενων πότε σαν «αντιποίηση αρχής» και πότε σαν καυγάδες για το ποδόσφαιρο…)

*

Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται, λοιπόν, και μια ουσιαστική ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στον φασιναζισμό και την αστική δημοκρατία. Μια διαφορά που ο συντάκτης των οδηγιών αδυνατεί να αναγνωρίσει, λόγω της (όχι εντελώς παράδοξης) σύγχυσής του των ειδικών χαρακτηριστικών   του ναζισμού και των χαρακτηριστικών της αστικής δημοκρατίας, που είτε υποβόσκουν σε αυτήν είτε βρίσκονται άμεσα στο προσκήνιό της. Κι η διαφορά βρίσκεται στο ότι, εκεί που η αστική δημοκρατία για τον «σχετικά ήσυχο ύπνο» του «μέσου πολίτη» αρκείται στην φροντίδα της για το πώς αυτός «αυτοβούλως» δεν θα εκδηλώνεται δημόσια ως αντιφρονών εναντίον του συστήματος της εκμετάλλευσης και των συνεπειών του, ο ναζισμός για τον «σχετικά ήσυχο» ύπνο του «μέσου ανθρώπου» απαιτεί από αυτόν την πολιτική στράτευσή του στην υπηρεσία του εκμεταλλευτικού συστήματος.

Αλλά ο συντάκτης των οδηγιών ασφαλούς επιβίωσης σε ναζιστικό καθεστώς φαντάζεται, ονειρεύεται, τον ναζισμό σαν την αστική δημοκρατία. Προκειμένου να εξομοιώσει τον ναζισμό με τον κομμουνισμό, προκειμένου μάλιστα να αποδείξει τον κομμουνισμό σαν «χειρότερο», εξομοιώνει εν τέλει τον ναζισμό με την «δημοκρατία» του. Εξομοιώνει το να «κάθεσαι στ’ αυγά σου» όσο επικρατεί η «κανονικότητα» των κατεστημένων εκμεταλλευτικών σχέσεων, με το «να κάθεσαι στ’ αυγά» σου όταν επικρατεί η πιο ωμή εγκληματική έκφραση αυτών των σχέσεων, η οποία άλλωστε αποτελεί μόνιμο συστατικό τού πυρήνα τους. Μόνο που τότε, το «να κάθεσαι στα αυγά σου» σημαίνει και απαιτεί τη δημόσια συνενοχή σου στο έγκλημα.

Είναι αδιόρατα εκλεπτυσμένη η ιδεολογική του υπηρεσία προς τον φασισμό εκ μέρους και στο όνομα της «δημοκρατίας», και αδιόρατα ολοκληρωμένες οι ιδεολογικές προϋποθέσεις του για μια επίσης αδιόρατη ιδεολογική μετάβαση από την δεύτερη προς τον πρώτο. Όσο «αδιόρατα» αποσκοπεί εξ ορισμού και η ιδεολογική εξίσωση κομμουνισμού και φασισμού στην ιδεολογική και πολιτική ποινικοποίηση του πρώτου και στη νομιμοποίηση του δεύτερου, σε συνθήκες όπου η καπιταλιστική δημοκρατία αντιμετωπίζει ένα φάσμα αβεβαιότητας σχετικά με τον «μέσο άνθρωπο» και την «αυτόβουλη» ιδιότητα του «να μην είναι δημόσια αντιφρονών».

 


«Πιο ελεύθεροι στον κομμουνισμό»

Από Το Περιοδικό αναδημοσιεύω τη συνέντευξη του Milan Kohout που, όπως μαθαίνω κι εγώ, «μαζί με τον Kundera ήταν οι πιο προβεβλημένοι καλλιτέχνες της Άνοιξης της Πράγας». Δεν θα μπορούσα, βέβαια, να συμφωνήσω με την κάθε λέξη, ίσως ούτε και με την γενική «γραμμή» που προτείνεται για το σήμερα βασισμένη λ.χ. στο επίθετο «δυτικός» δίπλα στη λέξη ιμπεριαλισμός,  ή στο ότι το λάθος στρατόπεδο είναι η «Δύση» και όχι ο καπιταλισμός. Δεν θα συμμεριζόμουν, επίσης, την αίσθηση του «παράδοξου» για το γεγονός ότι στα χρόνια του «ψυχρού πολέμου» η «Δύση» προωθούσε σαν ομάδα αντικομμουνιστών μια ομάδα που «στην πραγματικότητα ήταν υποστηρικτές αριστερών αξιών»… Στην πραγματικότητα εκείνα τα χρόνια η «Δύση» χρησιμοποιούσε σαν ιδεολογική αιχμή του αντικομμουνισμού το «αριστερό» σύνθημα «ούτε ΝΑΤΟ ούτε Βαρσοβία», ακόμα και σε περιπτώσεις κρατών όπως η Ρουμανία, η Γιουγκοσλαβία ή και το Ιράκ κ.ά., τα οποία αμέσως μόλις έγινε η δουλειά βρέθηκαν πρώτα-πρώτα στο ιμπεριαλιστικό στόχαστρο.  Οπότε και τα όσα περιγράφονται στη συνέντευξη που ακολουθεί δεν είναι παρά καρποί του γεγονότος ότι η «αριστερη» αντιπολίτευση αυτής της κατεύθυνσης έπιασε το πλάνο της κατά 50% μόνο… Όμως πρόσφατα το ξαναείπαμε: Manhattan first

Κατά τα άλλα, δεν θέλω να είμαι άδικος: Η ανατροπή του σοσιαλιστικού συστηματος στην Ανατολική Ευρώπη κατά τη γνώμη μου δεν προήλθε κατά κύριο λόγο από τους «διαφωνούντες», αλλά μέσα από το ίδιο του το πολιτικό εποικοδόμημα, μέσα από τους κόλπους της κομματικής και της κρατικής ηγεσίας, δηλαδή, κατά μία έννοια, από τους «συμφωνούντες». Κι αν υπήρχαν οι κοινωνικοπολιτικές δικλείδες ώστε τέτοιου είδους «συμφωνούντες» να μην επικρατούσαν στο τιμόνι της εξουσίας των σοσιαλιστικών χωρών, τότε θα ήταν ζήτημα και το αν κάποιες «διαφωνίες» π.χ. γύρω από την «πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες ή σε ορισμένα πολιτιστικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων ταινιών» θα μπορούσαν να ενσωματωθούν στην αντικομμουνιστική στρατηγική του ιμπεριαλισμού ή θα μπορούσαν με όρους αντιπαράθεσης να αποτελέσουν στοιχεία αναπαραγωγής στη σφαίρα της της αισθητικής, της ιδεολογίας, της πολιτικής μέσα στα πλαίσια του σοσιαλιστικού συστηματος.

Διότι όπως αποδείχνεται, όταν η υπεράσπιση του «κύριου» κάποτε γίνεται (αναγκαστικά;) σε βάρος μιας πλειάδας «δευτερευόντων», τότε ενδέχεται να έρθει μια στιγμή που αυτά τα δευτερεύοντα μετατρέπονται από ποσότητα σε ποιότητα και, σαν τέτοια, σε «κύριο». Με το πραγματικά κύριο να παίρνει τη θέση του «δευτερεύοντος» τουλάχιστον για τόσο όσο χρειάζεται ώστε να επισφραγιστεί από «νέες» σχέσεις εξουσίας ο εξοβελισμός του. Μπερδεμένο;

Εν πάση περιπτώσει η αναδημοσίευση αφιερωνεται στην «αριστερά» της «Δύσης», που όχι μόνο αρνείται επίμονα να αποδεχτεί τα «στοιχειώδη» συμπεράσματα που διατυπώνονται στη συνέντευξη, αλλά δεν παραλείπει και να πλειοδοτεί στη συκοφάντηση των κατακτήσεων της εργατικής τάξης που υλοποιήθηκαν από το σοσιαλιστικό σύστημα στην Ανατολική Ευρώπη και την ΕΣΣΔ στη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Ακολουθεί η συνέντευξη:

******

Γράφει: Andre Vltchek. Μετάφραση: Ιωάννα Προκόπη – Γιώργος Μιχαηλίδης – ΑΝΘΡΩΠΟΙ, Συνεντεύξεις – 03/12/2014

O Milan Kohout μαζί με τον Kundera ήταν οι πιο προβεβλημένοι καλλιτέχνες της Άνοιξης της Πράγας. To περιοδικό counterpunch δημοσίευσε μία συνέντευξή του με τον Andre Vltchek*, την οποία μεταφράσαμε και αναδημοσιεύουμε, κυρίως γιατί εκφράζει μια άποψη που δεν είναι εύκολο να διαβάσει κάποιος αλλού. 

Ο Milan Kohout είναι στοχαστής, καλλιτέχνης, και καθηγητής. Γεννήθηκε στην Τσεχοσλοβακία, όπου και έζησε πριν από την υπογραφή της «Χάρτας του 77», μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου και έγινε πολιτογραφημένος πολίτης των ΗΠΑ. Ο Kohout απογοητεύτηκε πλήρως με τον καπιταλισμό, και το Δυτικό καθεστώς. Για δεκαετίες κάνει παρουσιάσεις σε όλο τον κόσμο, έρχεται αντιμέτωπος με τον δυτικό ιμπεριαλισμό, τον ρατσισμό, τον καπιταλισμό και όλες τις θρησκείες του κόσμου, ιδιαίτερα τον Χριστιανισμό.

Η συζήτηση έλαβε χώρα στις 12 Οκτωβρίου 2014, στο Klikarov, ένα μικρό χωριό στη Δυτική Βοημία. Ο Vltchek ήρθε στην Τσεχία, προκειμένου να δώσει μία πολιτική διάλεξη στη Σχολή Φιλοσοφίας και Τέχνης στην πόλη του Πίλσεν, όπου ο Kohout διδάσκει. Και οι δύο τους κατευθύνθηκαν σε ένα μικρό και απομακρυσμένο χωριό της Klikarov, στη Δυτική Βοημία, όπου κάθονταν δίπλα σε μια λίμνη, και συνομίλησαν για την τοξικότητα του Δυτικού ιμπεριαλισμού, του καπιταλισμού και της Ευρωπαϊκής/ Αμερικανικής προπαγάνδας.

***

ANDRE VLTCHEK (AV): Είστε από τους λίγους καλλιτέχνες στη Δύση που έχετε ¨δράση¨ κατά του δυτικού ιμπεριαλισμού, του αχαλίνωτου καπιταλισμού, και ενάντια στις θρησκείες. Πώς και πότε επιλέξατε αυτή τη συγκεκριμένη μορφή τέχνης;

MILAN KOHOUT (MK): Προφανώς από τότε που ήμουν μέρος της λεγόμενης «Δεύτερης Κουλτούρας»,  της Τσεχικής UNDERGROUND, η εποχή που ονομάστηκε από τη Δύση «ολοκληρωτικό σύστημα» ή, τo Τσεχοσλοβακικό Σοσιαλιστικό σύστημα. Η «Δεύτερη Κουλτούρα» ήταν το κίνημα που διαμόρφωσε τη δική μας δημιουργικότητα καθώς και την έννοια της τέχνης. Εκείνες τις ημέρες είχαμε «εκδιωχθεί» από την επίσημη κουλτούρα, ή από την «Πρώτη Κουλτούρα». Γι” αυτό και επαναστατήσαμε. Ήταν ένα βαθύ πολιτικό κίνημα εξ ορισμού, το οποίο παρήγαγε πολιτική τέχνη.

AV: Λέτε συχνά, και πολύ σωστά, ότι όσοι από εσάς υπέγραψαν την «Χάρτα του 77″, και συμμετείχαν στο underground / αντιπολιτευτικό κίνημα κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ήταν στην πραγματικότητα σοσιαλιστές, ακόμη και κάποιοι μαρξιστές. Αυτό περιλαμβάνει και εσάς. Σίγουρα είστε ένας αριστερός διανοούμενος. Αυτό είναι παράδοξο: η Δύση σας «πουλούσε», σας προωθούσε σαν ομάδα αντι-κομμουνιστών. Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για αυτό το παράδοξο;

MK: Υπήρξε, βέβαια, αυτό το παράδοξο, ένα μεγάλο παράδοξο, επειδή οι περισσότεροι από το underground κίνημα, της «δεύτερης κουλτούρας», ήταν στην πραγματικότητα υποστηρικτές αριστερών αξιών. Για παράδειγμα, μοιραζόμασταν τα πάντα αντί να συλλέγουμε πράγματα. Πιστεύαμε στην κοινή ιδιοκτησία της περιουσίας και των μέσων παραγωγής. Αλλά ποτέ δεν το σκεφτήκαμε από μια θεωρητική οπτική γωνία – δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ότι φιλοσοφικά οι αξίες μας ήταν πραγματικά αριστερές. Έτσι, ενώ παλεύαμε ενάντια στην λεγόμενη κομμουνιστική κυβέρνηση, ήμασταν στην πραγματικότητα κομμουνιστές! Παρεμπιπτόντως, όταν το λέω αυτό στους συντρόφους/συναδέλφους μου της «Χάρτας του 77» που δεν εγκατέλειψαν ποτέ τη χώρα τσαντίζονται πολύ – δεν θέλουν να το παραδεχτούν.

AV: Ακόμη έχετε πει ότι ο Vaclav Havel, ο οποίος μετά από κάποιο σημείο ξεπουλήθηκε τελείως και άρχισε να υποστηρίζει τον Δυτικό ιμπεριαλισμό – πήγε στην Ουάσιγκτον, όπου έδωσε δουλοπρεπείς ομιλίες με αντάλλαγμα καλύτερα σχόλια από τους εκπροσώπους του καθεστώτος –  ακόμα και ο Havel, όταν ήταν μέλος του κινήματός σας, στην πραγματικότητα μοιραζόταν  τα ίδια αριστερά ιδεώδη.

MK: Μα φυσικά! Μερικές από τις φιλοσοφικές απόψεις του ήταν πραγματικά μαρξιστικές!

AV: Τι συνέβη λοιπόν; Πώς και άνθρωποι σαν κι αυτόν άλλαξαν πραγματικά;

MK: Μετά την επανάσταση ήμουν πολύ περήφανος για τον Βάτσλαβ Χάβελ, γιατί διακήρυξε δημοσίως ότι δεν επρόκειτο να ζήσει στο προεδρικό μέγαρο. Ζούσε στο σεμνό διαμέρισμά του, οδηγούσε καθημερινά το αυτοκίνητό του στο γραφείο του … ένιωσα ότι είχε γίνει ένα θαυμάσιο πρότυπο…

AV: Οδηγούσε ακόμη και το ποδήλατό του γύρω από το Προεδρικό μέγαρο…

MK: Ναι … Έγινε κάτι σαν αληθινός «λαϊκός ήρωας», ή «Πρόεδρος του λαού». Μετά κάτι άλλαξε στο μυαλό του … Ίσως να ευθύνεται μερικώς το γεγονός ότι ιστορικά ήταν από μια αστική οικογένεια.

AV: Μία από τις πλουσιότερες στην Πράγα …

MK: Ναι, από μια πολύ, πολύ πλούσια αστική οικογένεια … Και φυσικά συνήθιζε να λέει ότι «δεν θέλω να ανακτήσω την περιουσία και την κοινωνική θέση της πρώην οικογένειας μου», αλλά κάτι άλλαξε. Υποθέτω ότι οι σύμβουλοι, αφού έγινε Πρόεδρος, άρχισαν να του «βάζουν» ιδέες ότι αν συνεχίσει να ζει με αυτό τον «αριστερό τρόπο ζωής», θα παρεμβαίνει στην καπιταλιστική κατεύθυνση που κινείται η χώρα. Πιθανότατα να του είπαν ότι θα θεωρηθεί υπονομευτής της «ελευθερίας» και της «οικονομικής ανάπτυξης» … Και, επίσης, η υψηλή πολιτική θέση διαφθείρει… Και έτσι άρχισε να αλλάζει, αργά αλλά σταθερά. Άρχισε να μαζεύει όλες τις πρώην ιδιοκτησίες της οικογένειάς του, από τις λεγόμενες «επιστροφές». Άρχισε να υποστηρίζει την υποστήριξη της ιμπεριαλιστικής εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, γεγονός που βρήκα εξαιρετικά ντροπιαστικό … Στη συνέχεια, κάτι ακόμα πιο παράξενο συνέβη: έχασε την επαφή με την πραγματικότητα: άρχισε να ζει σε ένα θερμοκήπιο των επίλεκτων, ή κάτι τέτοιο.

AV: Και έρχομαι τώρα στο θέμα που συζητήσαμε και νωρίτερα: ανεξάρτητα από τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Τσεχοσλοβακία στη Σοβιετική εποχή, η χώρα ήταν στο πλευρό των καταπιεσμένων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Οι Τσέχοι και Σλοβάκοι μηχανικοί, γιατροί, δάσκαλοι – έκαναν απίστευτη δουλειά για την ανθρωπότητα, για τους ανθρώπους στην Αφρική, την Ασία …

MK: Όπως κάνουν οι Κουβανοί…

AV: Ναι. Αλλά τώρα, κοιτώντας πίσω, κατά τη διάρκεια της κομμουνιστικής εποχής φαίνεται ότι ένα μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων, στην πραγματικότητα, ονειρευόταν να ενωθεί με την Δύση και έμμεσα ή ακόμα και άμεσα, να γίνει μέρος του παγκόσμιου καταπιεστικού μηχανισμού. Τώρα, όταν τόσοι πρώην προοδευτικοί διαφωνούντες μεταστράφηκαν, όπως έκανε Havel, τώρα που η χώρα χωρίστηκε στα δύο, τώρα που εντάχθηκαν με αποφασιστικότητα στις δυτικές ιμπεριαλιστικές και οικονομικές δομές, είναι προφανές ότι πια η Τσεχία και η Σλοβακία δεν κάνουν απολύτως τίποτα θετικό για τον κόσμο. Είναι οι άνθρωποι ευχαριστημένοι; Είναι αυτό που πραγματικά ήθελαν;

MK: Ακόμη και εδώ, γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τις «ξένες επενδύσεις». Πραγματικά δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει στο μυαλό των ανθρώπων εδώ στην Τσεχία. Φυσικά, ορισμένα «επιλεγμένα τμήματα της κοινωνίας», αυτοί που κατέχουν κάτι, οι λεγόμενοι επιτυχημένοι στις επιχειρήσεις, αυτοί που έχουν γίνει πολύ πλούσιοι, είναι φυσικά πολύ ευχαριστημένοι με αυτή την κατεύθυνση. Και αυτοί οι άνθρωποι κατέχουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και προωθούν αυτό το δεξιό σύστημα. Αλλά νομίζω ότι οι φτωχοί άνθρωποι αρχίζουν να ξυπνούν από το όνειρό τους, ότι «εάν μπορούσαν να απελευθερωθούν από το ολοκληρωτικό σύστημα», θα ζούσαν μια «ελεύθερη ζωή», θα ήταν μια «χαρούμενη ύπαρξη». Κανένα από αυτά τα όνειρα δεν έχει πραγματοποιηθεί.  Για τους περισσότερους, η ζωή τώρα είναι πολύ πιο φρικτή από ό, τι ήταν στο σοσιαλισμό.

AV: Όταν λέτε φρικτή, πρέπει να θυμόμαστε ότι η Τσεχία εξακολουθεί να είναι μια πολύ πλούσια χώρα. Και αυτό, τουλάχιστον για τους ίδιους τους πολίτες της, προσφέρει ένα είδος Σοσιαλδημοκρατικού στρώματος, ένα μαξιλάρι … Υπάρχει δωρεάν ιατρική φροντίδα σχετικά υψηλής ποιότητας, δωρεάν παιδεία, επιδοτούμενος πολιτισμός, άριστη και φθηνή δημόσια συγκοινωνία σε όλη τη χώρα. Τι άλλαξε προς το χειρότερο;

MK: Πριν από τη λεγόμενη «Βελούδινη Επανάσταση», οι άνθρωποι παραπονιούνταν ότι δεν έχουν πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες ή σε ορισμένα πολιτιστικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων ταινιών. Δεν είχαν τη δυνατότητα να ταξιδέψουν στο εξωτερικό όποτε ήθελαν και τα λοιπά. Αλλά δεν συνειδητοποιούν ότι η αξιοπρέπεια της ζωής τους ήταν πολύ, πολύ καλύτερη τότε από ό, τι είναι σήμερα. Δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι όταν εισερχόταν ο καπιταλισμός, θα άρχιζαν να αισθάνονται άγχη/αγωνίες, πολύ βαθιές υπαρξιακές αγωνίες… Θα άρχιζαν να τρομοκρατούνται ότι θα χάσουν τη δουλειά τους.

Τώρα αναγκάζονται να πουλήσουν την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας τους. Τώρα πρέπει να φιλήσουν τους κώλους των αφεντικών τους, πολύ περισσότερο από ό, τι έπρεπε με τον κομμουνισμό. Είναι πολύ ενδιαφέρον, οι άνθρωποι που είχαν ορισμένα πλεονεκτήματα, τα οποία φυσικά δημιουργήθηκαν, χτίστηκαν και καθορίστηκαν από το σοσιαλιστικό κίνημα σε όλη την ιστορία… κάπως ξεχάστηκαν,  αυτές οι αξίες και τα πλεονεκτήματα, ότι…

AV: Τα πήραν ως δεδομένα..

MK: Όντως τα πήραν ως δεδομένα… Δεν συνειδητοποιούν καν ότι είχαν κάποια σπουδαία πράγματα, ότι είχαν καλή ζωή. Ξαφνικά, όταν άρχισαν να τα χάνουν, συνειδητοποίησαν ότι κάτι πηγαίνει τρομερά λάθος. Μερικοί άνθρωποι είναι τώρα πολύ απογοητευμένοι. Πέρασα ένα χρόνο στη Μοραβία με τη σύζυγό μου. Έχει το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στη χώρα, και μπορείτε να ακούσετε πολλά παράπονα εκεί. Είναι πολύ ενδιαφέρον: αυτή η μετάβαση από ένα σοσιαλιστικό καθεστώς σε ένα καπιταλιστικό σύστημα. Στο σοσιαλισμό, η Τσεχοσλοβακία παρήγαγε κυριολεκτικά τα πάντα, από βελόνες μέχρι αμαξοστοιχίες.

AV: Πυρηνικούς αντιδραστήρες, αεροπλάνα, μεγάλα ποταμόπλοια…

MK: Ναι! Τα πάντα … Από πυρηνικούς αντιδραστήρες μέχρι ρούχα: τα πάντα παράγονταν εδώ. Τα τρόφιμα παράγονταν εδώ. Ήταν μια αυτοσυντηρούμενη χώρα.Τώρα όλα έχουν αλλάξει! Όλες οι εθνικές βιομηχανίες έχουν φύγει. Έχουν πωληθεί ή κλαπείαπό εκείνους…

AV: ή υποβαθμιστεί. Η αεροπορική βιομηχανία έχει φύγει. Εργοστάσια πουχρησιμοποιούνταν για την εξαγωγή μηχανών σε όλο τον κόσμο έχουν αγοραστεί απότη Δυτικές πολυεθνικές και παράγουν τώρα βαγόνια…

MK: Ναι… Τα πάντα έχουν φύγει, και αφού έχουν ιδιωτικοποιηθεί, η παραγωγή μεταφέρθηκε στα ανατολικά, και η λεγόμενη Δυτική «επένδυση» εγκαταστάθηκε στη χώρα, δημιουργώντας «εργάτες-σκλάβους» και τεράστιες αίθουσες παραγωγής όπου οι άνθρωποι εργάζονται όπως στις ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν, όπως στην ταινία «Μοντέρνοι Καιροί». Και είναι στ” αλήθεια κρίμα που οι άνθρωποι δεν κατανόησαν τι σημαίνει η λέξη “ελευθερία”.

AV: Υποστηρίζετε ότι υπήρχε περισσότερη ελευθερία εδώ, 30 χρόνια πριν απ” ότι τώρα;

MK: Εξαρτάται για ποιον. Αλλά συνήθιζα να λέω στους φοιτητές μου στο πανεπιστήμιο Tufts στη Βοστόνη, όταν με ρωτούσαν “πότε ένιωθα πιο ελεύθερος”…λοιπόν, πάντοτε τους έλεγα: “Κατά τη διάρκεια του “ολοκληρωτικού συστήματος” στην Τσεχοσλοβακία!”

AV: Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, κατά τη διάρκεια του επονομαζόμενου ολοκληρωτικού συστήματος… Βλέπουμε τα ίδια στην Κίνα, τώρα. Εσείς δώσατε παραστάσεις στην Κίνα και η δουλειά μου επίσης, προβάλλεται συχνά εκεί. Υπό πολλές έννοιες, οι καλλιτέχνες εκεί είναι πιο ελεύθεροι απ” ότι στη Δύση. Στο Πεκίνο, οι καλλιτέχνες καταπιάνονται με αρκετά πιο σημαντικά ζητήματα και έχουν τεράστια επίδραση στην κοινωνία, σε σχέση με αυτούς που δουλεύουν στο Λονδίνο ή τη Νέα Υόρκη.

MK: Ναι, το γνωρίζω αυτό κι από τη δική μου εμπειρία. Ήμουν επιμελητής σε ένα μεγάλο φεστιβάλ τεχνών του θεάματος στο Πεκίνο πριν 4 χρόνια. Είχα μείνει έκπληκτος με το πόσο κριτικό ήταν μέρος των όσων παρουσιάστηκαν εκεί. Ταυτόχρονα διάβαζα στα δυτικά μήντια ότι η κομμουνιστική Κίνα λογοκρίνει, στέλνει ανθρώπους στη φυλακή εξαιτίας των κριτικών τους φωνών κλπ. Όλα αυτά ήταν αρκετά διαφορετικά απ” αυτά στα οποία έγινα μάρτυρας εκεί.

AV: Επίσης, απ” την εμπειρία μας στην Τσεχοσλοβακία… προσπαθώ να ενώσω αυτά τα κομμάτια… Στην Τσεχοσλοβακία, όπως επισημάνατε νωρίτερα, οι άνθρωποι διαμαρτύρονταν ότι μερικά είδη πληροφορίας δεν ήταν διαθέσιμα. Αλλά επίσης, την ίδια στιγμή, η πληροφορία στην κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία είχε σημασία. Τη σημερινή ημέρα, στη φιλο-δυτική και καπιταλιστική Τσεχική Δημοκρατία, η πληροφορία σημαίνει πολύ λίγα και οι άνθρωποι μπορούν στην πραγματικότητα ν” αλλάξουν πολύ λίγα, ακόμα κι αν έχουν πρόσβαση στην πληροφορία.

MK: Στον σοσιαλισμό, που η Δύση ονόμαζε “ολοκληρωτικό σύστημα” οι άνθρωποι διαμαρτύρονταν… Εμείς διαμαρτυρόμασταν… Αλλά πάντοτε βρίσκαμε έναν τρόπο να βρούμε τις πληροφορίες που ψάχναμε. Και ήμαστε πολύ ενεργητικοί στη λήψη πληροφοριών. Κι έπειτα δίναμε αξία σ” αυτό που λαμβάναμε. Στ” αλήθεια μελετούσαμε την πληροφορία, την επεξεργαζόμασταν στ” αλήθεια. Κι είχαμε άφθονο χρόνο. Είχαμε την αληθινή πολυτέλεια του χρόνου, στο σοσιαλιστικό σύστημα. Κι έτσι μπορούσε ν” απολαύσεις την ανάγνωση βιβλίων, την ακρόαση μουσικής, την παρακολούθηση ταινιών…

AV: Μερικές φορές ακόμα και στον χώρο εργασίας -γιατί απ” ό,τι φαίνεται κανείς δεν εργαζόταν πολύ σκληρά.

[Γέλια κι απ’ τους δυο]

MK: Λοιπόν, το νόημα της ζωής δεν είναι κάποιου είδους εργασία τύπου σκλαβιάς, έτσι δεν είναι; Θεωρητικά, ήταν κομμάτι εκείνου του σοσιαλιστικού ή κομμουνιστικού συστήματος – να ανεβάσει το επίπεδο της ζωής. Έτσι, όλα ήταν περί της ποιότητας της ζωής, αλλά όχι απαραίτητα για την ποσότητα των αγαθών που καταναλώνονταν. Από την άλλη πλευρά, το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα βασίζεται στις “αγορές”. Οι ιδεολόγοι του λένε ότι ένα τέτοιο σύστημα παρέχει περισσότερα αγαθά. “Πράματα”, ξέρετε… Ναι, μόνο που το τίμημα είναι ότι η ποιότητα της ζωής μειώνεται δραματικά.

AV: Και τότε έχει 3 αμάξια, 5 τηλέφωνα αλλά δεν τα χρειάζεσαι πραγματικά.

MK: Δεν τα χρειάζεσαι, και δεν έχει χρόνο για να ζήσεις. Είσαι μονίμως τρομοκρατημένος μη χάσεις τη δουλειά σου ή πολλά άλλα πράγματα.

AV: Κι έτσι πολεμάς όλα αυτά τα πράγματα, και χρησιμοποιείς την τέχνη σου, τις παραστάσεις σου για να επιτεθείς στην ανοησία της ζωής στον καπιταλισμό. Επίσης, επιτίθεσαι στα θρησκευτικά δόγματα τα οποία συνδέονται πολύ στενά με όλο αυτό -με την εξουσία, την εκμετάλλευση, την καταπίεση… Και επιτίθεσαι στον ιμπεριαλισμό. Τι ανταπόκριση παίρνεις απ” όλη την υφήλιο, επειδή δεν δίνεις παραστάσεις μόνο εδώ, αλλά επίσης στις ΗΠΑ, σε όλη την Ευρώπη, την Κίνα, το Ισραήλ και πολλά άλλα μέρη. Γεμίζεις ένα κενό; Νιώθεις ότι οι άνθρωποι προσδοκούν μια τέτοια τέχνη, τέτοιες πολιτικές και “ταμένες” παραστάσεις;

MK: Έτσι νομίζω. Έχω πάρει πολλές θετικές ανταποκρίσεις, ένα γεγονός που βασικά μου δίνει την ώθηση για να συνεχίσω. Μερικές φορές οι άνθρωποι απλά με πλησιάζουν στο δρόμο και λένε: “Η τέχνη σου είναι σπουδαία. Διευρύνει την αντίληψή μας σχετικά μ” αυτή και μ” εκείνη την ανοησία!” Ούτε που ξέρω πόσοι άνθρωποι επηρεάζονται απ” τα κομμάτια μου…

Οι παραστάσεις μου, η τέχνη μου, είναι επίσης αποτέλεσμα της επονομαζόμενης “δεύτερης κουλτούρας”. Είναι μια μορφή τέχνης, που δεν απαιτεί μεγάλη χρηματοδότηση. Δεν απαιτεί μόνιμους τόπους, όπως θέατρα, όπου να προβάλλεται. Είναι μια μορφή τέχνης, η οποία χρησιμοποιεί κυρίως το ίδιο σου το θέμα, κι έχεις το σώμα σου διαθέσιμο για σένα πάντα. Η παράσταση δίνεται στο πλαίσιο της ίδιας της ζωής: στους δρόμους ή σε σιδηροδρομικούς σταθμούς. Έτσι, είσαι μέρος αυτής της ζωής και δημιουργείς καταστάσεις, ευαισθητοποιείς σχετικά με κάτι, επικρίνεις κάτι άλλο, και μετά οι αληθινοί άνθρωποι αρχίζουν ν” αντιδρούν… οι άνθρωποι γύρω σου μετατρέπονται σε συμμετέχοντες… Ενώ στο αληθινό θέατρο, υπάρχει ο θεατής κι υπάρχει και το κοινό κι υπάρχει κι αυτός ο “πέμπτος τοίχος” όπως τον αποκαλούν. Κατά τη διάρκεια των παραστάσεών μου, δεν υπάρχει κανένας τοίχος. Είναι μια άμεση τέχνη. Είναι σαν μία συγχώνευση της τέχνης και της ζωής.

Πάντα λέω: στο θέατρο, ο ηθοποιός υποκρίνεται ότι πονάει ενώ ο εκτελεστής/performer σαν εμένα στ” αλήθεια νιώθει τον πόνο. Η τέχνη τύπου performance είναι στ” αλήθεια υπέροχη. Υπάρχει από τις απαρχές του ανθρωπίνου είδους.

AV: Μίλαν, αναλαμβάνεις άμεση δράση σε πολλά μέρη του κόσμου. Επιτίθεσαι στο Ισραήλ για την αντιμετώπιση των Παλαιστινίων. Επιτίθεσαι στους Τσέχους για την αντιμετώπιση των Ρομά. Σχεδόν μόνος σου βοήθησες να κατεδαφιστεί αυτό το τείχος της ντροπής που είχε ανεγερθεί στο Usti nad Labem, προκειμένου να χωρίσει τους Τσέχους από τους Τσιγγάνους/Ρομά… Πετάς ωμό κρέας στους παπάδες στις εκκλησίες, για να τονίσεις τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν απ” τον χριστιανισμό. Μπουκάρεις στα πολυκαταστήματα και τα mall, υποκρινόμενος ότι προσεύχεσαι στον Θεό του Μαμμωνά. Κάνεις πολλά πράγματα που άλλοι άνθρωποι δεν θα τολμούσαν να κάνουν ποτέ. Συλλαμβάνεσαι ποτέ, εκφοβίζεσαι ή σου επιτίθενται;   

MK: Α ναι, πολλές φορές! Έχω συλληφθεί πολλές φορές. Με πήγαν ακόμα και στα δικαστήρια, όταν έκανα εκείνο το διάσημο μια παρέμβαση στη Βοστόνη, στο ξεκίνημα του σκανδάλου με τα στεγαστικά δάνεια. Όταν οι τράπεζες πουλούσαν αυτά τα δάνεια κι οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να τα πληρώσουν και κατέληγαν ν” αυτοκτονούν. Κι έτσι αποφάσισα να δώσω μια παράσταση μπροστά στα κεντρικά γραφεία της Τράπεζας της Αμερικής, το οποίο ήταν ένα απ” τα πιο απαίσια, αηδιαστικά ιδρύματα εκείνη την εποχή, που εξαπατούσε τους ανθρώπους… Έτσι, τοποθέτησα μια σειρά θηλιές μπροστά απ” την τράπεζα κι έβαλα μια υπογραφή: “Θηλιές προς πώληση”. Το μήνυμά μου ήταν: “Αν έρθεις εδώ να αιτηθείς ένα δάνειο, αγόρασε και μια θηλιά.”

AV: Απλά στην περίπτωση που…

MK: Μόνο στην περίπτωση που! Αλλά ήρθε η αστυνομία, με συνέλαβαν, το πήραν πάρα πολύ σοβαρά… Η πόλη μού έκανε καταγγελία κι έπρεπε να πηγαίνω σε δικαστικές ακροάσεις για αρκετούς μήνες. Η υπόθεση ήταν “Πόλη της Βοστόνης εναντίον Milan Kohout”. Και ανακάλυψαν έναν νόμο 150 ετών που έλεγε ότι δεν μπορείς να πουλάς κάτι μπροστά από μια τράπεζα. Αυτός ο νόμος έχει εφαρμοστεί μόνο μια φορά σε αυτά τα 150 χρόνια. Αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι προσπαθούσαν να βρουν κάτι να μου προσάψουν… Στο τέλος αθωώθηκα. Η υπόθεσή μου τράβηξε τεράστια προσοχή από τα ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένου και του Δημόσιου Εθνικού Ραδιοφώνου.

AV: Μίλαν, ταξιδεύουμε κι οι δυο μας εντατικά σε όλο τον κόσμο. Βλέπεις ξεκάθαρα τον κίνδυνο που προέρχεται από τον δυτικό ιμπεριαλισμό. Λαμβάνεις αυτή την απειλή σοβαρά; Συμφωνείς ότι ο δυτικός ιμπεριαλισμός ελέγχει όλο και περισσότερο τον πλανήτη, ένα γεγονός που θα μπορούσε να έχει εξαιρετικά τραγικές επιπτώσεις; 

MK: Απολύτως! Έχω ζήσει στις ΗΠΑ επί 26 έτη, κι έτσι έχω γίνει μάρτυρας της περιόδου που η εξουσία των ΗΠΑ έγινε ιδιαίτερα επιθετική. Και συνειδητοποίησα ότι ήταν πολύ λογικό και συνδεδεμένο με την αποσύνθεση του Ανατολικού Μπλοκ. Μετά την πτώση του Κομμουνιστικού μπλοκ, η Δύση ξαφνικά δεν είχε κανένα εμπόδιο και γέμισαν το κενό άμεσα με τα επιθετικά τους επιχειρηματικά συμφέροντα, γιατί είναι ξεκάθαρο ότι στην “κορυφή της πυραμίδας” υπάρχει μια οικονομική δικτατορία. Ξαφνικά υπήρξε μια τρομερή ευκαιρία να υποδουλώσουν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Και το έκαναν!

AV: Κι αυτή η χώρα – η Τσεχική Δημοκρατία – απ” όπου συζητάμε για τον κόσμο αυτή τη στιγμή, είναι ξαφνικά μέρος του Δυτικού καθεστώτος… Συνεργάζεται μαζί του ξανά.

MK: Μα φυσικά…

AV: Δεν είναι ένα θύμα, πλέον, όπως ήθελε να τη βλέπουν κατά το παρελθόν… Είναι κομμάτι του club των καταπιεστών. Το συνειδητοποιούν αυτό οι άνθρωποι; Υπάρχει καμία συζήτηση, καμία δημόσια συζήτηση γύρω απ” αυτό το ζήτημα;

MK: Είμαι χαρούμενος να πω ότι μερικοί άνθρωποι, των ακαδημαϊκών συμπεριλαμβανομένων, αρχίζουν να το συνειδητοποιούν. Όμως αυτή είναι μια πολύ πρόσφατη εξέλιξη. Εν τω μεταξύ,αυτό το επιθετικό καπιταλιστικό καθεστώς έχει καταλάβει όλα τα μέσα παραγωγής, όπως και τα ΜΜΕ. Και κάνουν πλύση εγκεφάλου στους ενήλικες, όπως και στα νεαρά παιδιά. Τους τρομοκρατούν μονίμως με απόλυτα ψέμματα για την εποχή του Κομμουνισμού, κι αυτοί οι νεαροί εγκέφαλοι φυσικά πιστεύουν αυτά που τους λένε γιατί αυτή η πληροφόρηση τους δίνεται. Και έχουν κάνει τέτοια, μα τέτοια πλύση εγκεφάλου, σ” αυτά τα νεαρά παιδιά, που είναι σχεδόν απίστευτο! Η προπαγάνδα έχει δημιουργήσει μερικά Οργουελικά δόγματα όπως ότι “τις μέρες του Κομμουνισμού όλοι οι άνθρωποι φόραγαν γκρι ρούχα και περπατούσαν στους δρόμους αργά σαν ζόμπι” …Απόλυτες ανοησίες! Δεν ήταν καθόλου έτσι! Γιατί πολλές πτυχές της ζωής στον Κομμουνισμό ήταν πολύ πιο ελεύθερες απ” ότι τώρα!

AV: Κι ήταν και πολύ πιο διασκεδαστικά…

MK: Πολύ πιο διασκεδαστικά! Η ποιότητα ζωής, όπως αναφέραμε, ήταν πολύ υψηλότερη, ειδικά άμα τη συγκρίνουμε με αυτή την καπιταλιστική σκλαβιά!

AV: Τώρα όμως υπάρχει μια παγκόσμια αντιπολίτευση, μία συμμαχία κρατών που αντιστέκεται στις υποδείξεις της Δύσης: υπάρχει η Λατινική Αμερική, η Ρωσία, η Κίνα, η Νότια Αφρική, το Ιράν, ακόμα και μερικές μικρές χώρες όπως η Ερυθραία. Κι αυτή η αντιπολίτευση γίνεται πολύ ισχυρή, γιατί μετρούν αρκετά σπουδαία μυαλά και ΜΜΕ που διαρκώς δυναμώνουν. Κι οι δυο μας ανήκουμε σ” αυτή την αντιπολίτευση. Οι άνθρωποι εδώ, στην Τσεχική Δημοκρατία, συνειδητοποιούν ότι κατέληξαν στο λάθος στρατόπεδο παίρνοντας το μέρος της Δύσης;

MK: Μερικοί άνθρωποι μάλλον ναι, ήδη, αλλά όχι ακόμα η πλειονότητα.

Όμως ας γυρίσουμε στην τέχνη: το μεγάλο της καθήκον είναι οι καλλιτέχνες να δημιουργήσουν μια τέτοια ευαισθητοποίηση. Οι καλλιτέχνες πρέπει να διδάξουν τους ανθρώπους. Να πάει να γαμηθεί όλο αυτό το αισθητικό, εμπειρικό, εννοιολογικό προφίλ των έργων τέχνης! Ας γυρίσουμε πίσω στην στρατευμένη, πολιτική τέχνη, γιατί υπάρχει μια τρομακτική ανάγκη γι” αυτή, στις μέρες μας. Υπάρχει ακόμα ελπίδα ότι αυτή η καταστροφή που λαμβάνει χώρα τα τελευταία 30 χρόνια μπορεί ν” αντιστραφεί. Για μας, το να παλέψουμε τώρα σημαίνει να παλέψουμε για την ίδια την επιβίωση της Γης!

Πηγή: http://www.counterpunch.org/2014/10/24/freest-under-czech-communism/  (έκδοση 24-26 Οκτώβρη, 2014)

Andre Vltchek είναι ένας νοβελίστας, κινηματογραφιστής και ερευνητής δημοσιογράφος. Κάλυψε πολέμους και συγκρούσεις σε πολλές χώρες. Αποτέλεσμα της δουλειάς του είναι το τελευταίο του βιβλίο: «Fighting Against Western Imperialism». Το ‘Pluto’ δημοσίευσε τη συζήτησή του με τον Νόαμ Τσόμσκι [«On Western Terrorism» -δείτε παρακάτω το τρέιλερ]. Το θρυλικό του πολιτικό μυθιστόρημα Point of No Return έχει επανεκδοθεί. Το βιβλίο του «Oceania» αποτελεί τη ματιά του πάνω στον Δυτικό ιμπεριαλισμό στο Νότιο Ειρηνικό. Το προκλητικό του βιβλίο για την μετά-Σουχάρτο Ινδονησία και το μοντέλο φονταμενταλισμού της αγοράς λέγεται «Indonesia – The Archipelago of Fear». Το ντοκυμανταίρ του “Rwanda Gambit” σχετίζεται με την ιστορία της Ρουάντα και τη λεηλασία της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό. Αφού έζησε πολλά χρόνια στη Λατινική Αμερική και την Ωκεανία, ο Vltchek κατοικεί στο παρόν και εργάζεται στην Ανατολική Ασία και την Αφρική. Αυτή είναι η ιστοσελίδα τουhttp://andrevltchek.weebly.com/  και ο λογαριασμός του στο twitter https://twitter.com/AndreVltchek 


«όλοι μαζί» ή «εναντίον όλων»; (τόλμη και γοητεία)

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 25-5-2014 δεν καταγράφει κανέναν «κυρίαρχο λαό». Καταγράφει έναν λαό που αδυνατεί να εμφανιστεί σαν κυρίαρχος, που αδυνατεί να ασκήσει ακόμα κι αυτήν την τυπική «κυριαρχία» του, την «κυριαρχία» που του επιτρέπεται «μια φορά στα τέσσερα χρόνια», την «κυριαρχία» την υποταγμένη στην άλλη, την πραγματική κυριαρχία των συγκεντρωμένων μονοπωλιακών οικονομικών συμφερόντων, των καθημερινών κι αδιατάρακτων εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής και του πολιτικού τους εποικοδομήματος, από την οποία πραγματική κυριαρχία πρέπει ο λαός να χειραφετηθεί προκειμένου να γίνει ο ίδιος πραγματικά κυρίαρχος. Το εκλογικό αποτέλεσμα καταγράφει έναν λαό που στην πλειοψηφία του εμφανίζεται ότι δεν θέλει να κυβερνιέται έτσι και που την ίδια στιγμή, επίσης στην πλειοψηφία του, κατά την σχεδιασμένη «εκπαίδευσή» του καθημερινά από τους μηχανισμούς διαμόρφωσης της συνείδησης και την αυθόρμητη «εκπαίδευσή» του από τις πραγματικές σχέσεις της ζωής στην καπιταλιστική κοινωνία, παραδέρνει ανάμεσα σε καταναλωτικού και θεαματικού τύπου «πολιτικές προσφορές» ικανές να διασφαλίσουν ότι, παρ’ όλα αυτά, έτσι θα συνεχίσει να κυβερνιέται και μάλιστα μέσω της εκμαίευσης της τυπικής  «θέλησής» του γι’ αυτό, δηλαδή της εκλογικής θέλησής του που όμως δεν είναι η θέλησή του.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, στην οποία η προεκλογική προσφορά και ζήτηση ελπίδας και υποσχέσεων ικανοποίησής της μετεκλογικά μετατρέπεται σε αναγκαστικό καθεστώς θυσίας στο βωμό του καπιταλιστικά ιδιοποιούμενου κέρδους και υποταγής στη βούληση των μονοπωλητών του, απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα που μετατρέπει τις λαϊκές πολιτικές επιλογές σε τυχερό παιχνίδι όπου μόνος κερδισμένος είναι πάντοτε η λοταρία, μόνη σταθερή πολιτική αξία είτε «αρέσει» είτε όχι και με τις όποιες αδυναμίες καλείται να παραμερίσει μέσα στην καθημερινή πάλη παραμένει το ΚΚΕ, παραμένει η θέση του για αποδέσμευση από την «οικονομία της ανοιχτής αγοράς» της συνθήκης του Μάαστριχτ και για δέσμευση στην οικονομία των ανοιχτών κοινωνικών, εργατικών-λαϊκών αναγκών. Η θέση του για αποδέσμευση από την «ελευθερία κίνησης των κεφαλαίων» της συνθήκης του Μάαστριχτ και για δέσμευση στην κατοχή των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας από την κοινωνία. Η θέση του για αποδέσμευση από την υποχρεωτικότητα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού της συνθήκης του Μάαστριχτ και για δέσμευση της κοινωνικής παραγωγής στον κοινωνικό σχεδιασμό. Η θέση του για αποδέσμευση από την ευρωενωσιακή κοινή πολιτική εξωτερικών και «ασφάλειας» και για δέσμευση στους  «απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη». Η άρνησή του να υποσχεθεί οποιαδήποτε λύση στα εργατικά λαϊκά προβλήματα ανεξάρτητη από τη δραστηριότητα των ίδιων των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας, οποιαδήποτε λύση ανεξάρτητη από την πάλη ανάμεσα στους παραγωγούς και τους μονοπωλητές του κοινωνικού πλούτου. Παραμένει σταθερή πολιτική αξία το ΚΚΕ κι οι θέσεις του, γύρω από τις οποίες συσπειρώθηκε το 6,09% του εκλογικού πληθυσμού, χωρίς όμως κι αυτό το «6,09%» να έχει «δοθεί» στο ΚΚΕ με  «απόφαση του λαού»: Το «6,09%» που «πήρε» το ΚΚΕ δεν είναι «θέληση του λαού». Ίσα-ίσα πρόκειται για ένα τμήμα του λαού που συσπειρώθηκε γύρω από αυτές τις θέσεις παρά κι ενάντια στις αυταπάτες, τις ψευδαισθήσεις, τα εκβιαστικά διλήμματα, τη σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό που κυριαρχεί στις επιλογές της λαϊκής πλειοψηφίας.

Από το εκλογικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών είναι αδύνατο να εξαχθούν συμπεράσματα που αφορούν τον λαό και τη θέλησή του σαν σύνολο: Αν σε αυτές τις εκλογές ο λαός «έκανε» κάτι, αυτό είναι ότι περιόρισε τα κόμματα της συγκυβέρνησης στο 30-31%, πράγμα που σημαίνει ότι μόνο ένα 30-31% του πληθυσμού εκδήλωσε την συναίνεσή του να συνεχίσει να κυβερνιέται όπως κυβερνιέται. Και αυτό ο λαός το «έκανε» χάρη στο γεγονός ότι ένα 11% του εκλογικού πληθυσμού (4% από το ΠΑΣΟΚ και 7% από τη ΝΔ) απέσυρε την συναίνεση του από τα κόμματα της συγκυβέρνησης χωρίς όμως η βούλησή του να συγκεντρώνεται σε μια εναλλακτική επιλογή για τον τρόπο με τον οποίο θα απαιτούσε ή θα συναινούσε να κυβερνηθεί, όπως συνολικά και ένα 70% του εκλογικού πληθυσμού γυρνά την πλάτη του στη συγκυβέρνηση χωρίς όμως να συγκεντρώνει το βλέμμα του προς μια ενιαία κατεύθυνση. Δεν είναι «ο λαός» αυτός που «αποφάσισε» να διατηρήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην ελαφρώς φθίνουσα στασιμότητα του εκλογικού ποσοστού του ούτε ο λαός αυτός που «αποφάσισε» να ανακηρύξει τον ΣΥΡΙΖΑ πρώτο σε εκλογική δύναμη κόμμα μέσω της απώλειας 11 μονάδων από τα κόμματα της συγκυβέρνησης και ιδιαίτερα 7 μονάδων από τη ΝΔ. Οι 11 μονάδες «αποχώρησαν» από ΠΑΣΟΚ και ΝΔ χωρίς να συναρτώνται με τις κυβερνητικές φιλοδοξίες του ΣΥΡΙΖΑ, οι 26,58 ποσοστιαίες μονάδες που συγκέντρωσε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συνιστούν «απόφαση του λαού» αλλά αποτελούν το τμήμα του που επενδύει τις όποιες ελπίδες αλλαγής της ζωής του στον «ρεαλισμό» της ακόμα και ρητορικής οπισθοχώρησης και διολίσθησης του ΣΥΡΙΖΑ προς την τελική του συνάντηση με «αυτό που υπάρχει». Δεν είναι «ο λαός» αυτός που αποφάσισε να «τιμωρήσει» την ΔΗΜΑΡ για τις παλινωδίες της μεταξύ κυβέρνησης και «αντιπολίτευσης» και ταυτόχρονα  να «επιβραβεύσει» το ΛΑΟΣ  για τις παρόμοιες δικές του. Κι ακόμα, δεν είναι «ο λαός» αυτός που αποφάσισε ότι στο «Ποτάμι» πρέπει να ανήκει ένα  εκλογικό ποσοστό 6,60% ή ότι η ΧΑ πρέπει να ενισχυθεί με 2,5 μονάδες ώστε το ποσοστό της να φτάσει στο 9,40%.  Πρόκειται απλώς για το 9,40% του εκλογικού πληθυσμού που στην δεύτερη περίπτωση υπόκυψε στην πολιτική συσκευασία της «τόλμης» και για το 6,60% που υπέκυψε στην πολιτική συσκευασία της «γοητείας». Πρόκειται για τμήματα του λαού που υπέκυψαν στην πολιτική προσφορά της «τόλμης» και την πολιτική προσφορά της «γοητείας», οι οποίες αυτές «πολιτικές προσφορές», όντας οι πιο καινοφανείς και «επαναστατικές» με την έννοια που χρησιμοποιεί τον όρο η διαφήμιση για τα απορρυπαντικά που εμφανίζονται σε νέα συσκευασία, συγκεντρώνουν κατά κάποιο τρόπο την περιέργεια και την προσοχή.

*

Η «τόλμη» με την οποία οικοδομεί η φασιστική ΧΑ την ταυτότητά της στο πεδίο του πολιτικού θεάματος και της πολιτικής κατανάλωσης είναι η «τόλμη» των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων απαλλαγμένων από την εξωραϊστική ηθική και θρησκευτική τους συγκάλυψη από τη στιγμή και στο βαθμό που αυτός ο πολύπλευρος εκπαιδευτικός εξωραϊσμός καθίσταται πλέον ανίκανος να συγκαλύπτει την ουσία τους και που ένα τμήμα των καταπιεζόμενων κοινωνικών στρωμάτων δεν έχει πλέον συμφέρον να υιοθετεί αυτόν τον εξωραϊσμό υποκριτικά. Για τον χωριάτη που πήγε κάποτε μετανάστης στις ΗΠΑ κι αφού έπλυνε χιλιάδες πιάτα έγινε τελικά ιδιοκτήτης αλυσίδας εστιατορίων, η ύπαρξη του θεού ή η αλήθεια της θεωρίας για το σύμπαν που συνωμοτεί προκειμένου να πραγματοποιήσει τις ατομικές επιθυμίες, είναι πράγματα αυταπόδεικτα. Για τον χωριάτη που η μοίρα του τον πέταξε στο σταθμό του Μονάχου, αντίθετα, η ζωή του τού αποδείχνει ότι ούτε το σύμπαν συνωμοτεί για χάρη του ούτε και υπάρχει (τουλάχιστον γι’ αυτόν) κανένας θεός. Ο πρώτος ενδεχομένως εξαγοράζει την επιτυχία του ανταποδίδοντας στον θεό ή το σύμπαν το αντίτιμο της φιλανθρωπίας. Ο δεύτερος ανακαλύπτει ότι καμιά φιλανθρωπία δεν μπορεί να τον σώσει – κι ίσως επίσης ότι καμιά «φιλανθρωπία» δεν είναι φιλανθρωπία.

Στις πρώτες συνειδησιακές συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης ανήκει η κατάρρευση του πλαστού καπιταλιστικού ονείρου (american dream, ισχυρή Ελλάδα κλπ) και η αποκάλυψη στα μάτια των θυμάτων της των καπιταλιστικών σχέσεων όπως πραγματικά είναι, όπως τις έχει περιγράψει ο Μαρξ πριν 150 χρόνια: «Ο καθένας εναντίον του άλλου και ο θεός εναντίον όλων». Ο Μαρξ, βέβαια, απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα αντιπαρατάσσει την κομμουνιστική κοινωνία σαν καρπό της ταξικής πάλης, καρπό νομοτελειακό εφόσον η εργατική τάξη με τα σύμμαχά της κοινωνικά στρώματα δεν παραιτείται από αυτήν.  Αντίθετα, ο φασισμός και εν προκειμένω η ΧΑ αυτήν την πραγματικότητα την μετατρέπει σε σύνθημα υπεράσπισής της: «Χρυσή Αυγή. Εναντίον όλων». Ο καθένας εναντίον του άλλου και η ΧΑ, ο φασισμός, σε ρόλο θεού. Η γενική αρχή που αυθόρμητα επικρατεί στο σύστημα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού (ανάμεσα στους επιχειρηματίες για τις αγορές και το κέρδος, ανάμεσα στους εργαζόμενους για μια θέση δουλειάς, ανάμεσα στους εργαζόμενους και τους άνεργους που «ρίχνουν τα μεροκάματα», ανάμεσα στους «ντόπιους» και τους «ξένους», τους άντρες και τις γυναίκες, τους γονείς και τα παιδιά, τον μεγαλύτερο και τον μικρότερο αδελφό κλπ) διαμορφώνει από μόνη της το ιδεολογικό, ηθικό έδαφος πάνω στο οποίο, με τη συμβολή του φασισμού, και των μηχανισμών της κατανάλωσης και του θεάματος που τον υπηρετούν, είναι δυνατό να αναβαθμιστεί και να γίνει αποδεκτή σαν πολιτικό σύνθημα στράτευσης πια στην  καπιταλιστική κοινωνική ανθρωποφαγία. Αλλά και η αντιπαραβολή του με την υποκριτική και εξωραϊστική ηθική της εκπαίδευσης, της θρησκείας κλπ, δηλαδή με το κοινωνικό ψέμα, δίνει στο σύνθημα χαρακτηριστικά αποκάλυψης της αλήθειας που «μας κρύβουν». Της αλήθειας που αφού μας αποκαλύπτεται, εφόσον δεν συνταχθούμε με τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις της ανατροπής της,  οφείλουμε παθητικά να την ασπαστούμε: εναντίον αυτών  που «μας την κρύβουν», μέχρι να αποδειχθεί ότι «μας την κρύβουν» επειδή κι αυτοί, όπως πλέον κι εμείς, την ασπάζονται. Εναντίον όμως, επομένως, και μέχρι τέλους, των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που παλεύουν για την ανατροπή της.

Το ότι τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι το αποδεικνύουν τα «δείγματα γραφής» της ΧΑ κατά τα τελευταία δυο χρόνια. Μπορεί κατά την ΧΑ η χώρα να έχει πέσει θύμα κάποιων απροσδιόριστων «τοκογλύφων», μπορεί γι’ αυτό να ευθύνονται κάποιοι απροσδιόριστοι «προδότες», μπορεί ανάμεσα σε αυτούς τους «προδότες» να συγκαταλέγονται «όλοι», μπορεί γι’ αυτό η «ΧΑ» να συνθηματολογεί «εναντίον όλων», αλλά στη νεοναζιστική πρακτική της αυτοί οι απροσδιόριστοι «όλοι» προσδιορίζονται απολύτως συγκεκριμένα με τους «προδότες» και τους «τοκογλύφους» να «τιμωρούνται»  στα πρόσωπα των σακατεμένων και δολοφονημένων «ξένων» προλετάριων εργαζόμενων, στα πρόσωπα των συνδικαλιστών του συνεπούς ταξικού εργατικού κινήματος, στα πρόσωπα των κομμουνιστών, των «μαρξιστών», των νέων που δεν υποτάσσονται και δεν συμβιβάζονται με τη βαρβαρότητα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας, που η ΧΑ είναι μαχητικός υπερασπιστής της.

Από εκεί και πέρα δεν απομένει παρά η διαφορά ανάμεσα, από τη μια πλευρά σε όποιον ηθελημένα εξαπατά (είτε ευθέως είτε μέσω της καλλιεργούμενης «επικοινωνιακής» σύγχυσης υπό τον τύπο: «οι μεν ισχυρίζονται, οι δε αντιτείνουν, άρα είναι αδύνατο να μάθουμε την αλήθεια που ίσως μάλιστα και να μην υπάρχει καν»)  και, από την άλλη πλευρά, σε όποιον αθέλητα εξαπατιέται  γύρω από το ζήτημα -λόγου χάρη- αν μέσα στην ρόμπα και την κουκούλα της Κου Κλουξ Κλαν της φωτογραφίας κρύβεται ένας αποκριάτικος και όχι ένας καθημερινός μασκαράς.

party maske4party maske3

***

Ενώ η ιδεολογικοποίηση, η αποθέωση της ωμότητας, οδηγεί κατευθείαν στην πιο βαθιά  κοινωνική βαρβαρότητα, μια ιδέα ανθρωπισμού έστω και αναντίστοιχου προς την κοινωνική πραγματικότητα, έστω και υποκριτικά αναγορευμένου σε κοινωνική πραγματικότητα, μπορεί να γίνει κίνητρο για την κοινωνική πρόοδο, για την εγκαθίδρυση σχέσεων που θα κάνουν πράξη την «ουτοπία». Με την προϋπόθεση, όμως, ότι η πραγματική αναντιστοιχία και μαζί της η υποκρισία της αναγόρευσης θα αποκαλυφθούν, και ενάντια στο δρόμο της υποκρισίας (και της ωμότητας) θα ακολουθηθεί ο δρόμος που οδηγεί στην κατάργηση της αναντιστοιχίας. Η τήρηση αυτής της προϋπόθεσης είναι δρόμος τόλμης έξω από κάθε όρο θεαματικής κατανάλωσης. Η παράκαμψη της προϋπόθεσης, απλώς, θεαματικά γοητεύει.

Το «Ποτάμι» σαν νέο πολιτικό προϊόν ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, σε αυτήν όπου η προϋπόθεση παρακάμπτεται. Τη στιγμή που στη βάση της κοινωνικής πραγματικότητας οι εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις διχάζουν το ανθρώπινο «σώμα» σε τάξη εκμεταλλευτών και τάξη που υπόκειται στην εκμετάλλευση, τη στιγμή που αυτός ο διχασμός βρίσκει την ανώτερη έκφρασή του στις πολιτικές σχέσεις, τις στιγμή που η πραγματικότητα αυτού του διχασμού συγκαλύπτεται ηθικά, ιδεολογικά, πολιτικά με την επίπλαστη προβολή της κοινότητας «όλων μαζί» των ανθρώπων, των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευόμενων,  «όλων μαζί» χωρίς να αίρεται το μεταξύ τους καθεστώς εκμετάλλευσης, την ίδια στιγμή το «Ποτάμι» είναι αυτό που ισχυρίζεται πως «όλους μαζί» μπορεί να μας παρασύρει σε κάποιες εκβολές όπου η κάθε πραγματική αντίθεση, νοούμενη σαν λάθος, σαν αποτέλεσμα κάποιας έλλειψης συνεννόησης, ενός επικοινωνιακού ελλείμματος, θα φαίνεται πια μακρινή.

Τη στιγμή που ο ίδιος αυτός πραγματικός, γενικός κοινωνικός διχασμός, πραγματώνεται σαν εσωτερικό χαρακτηριστικό και του κάθε ατομικού ανθρώπου, καθώς και σαν αποξένωση του ατομικού ανθρώπου από τον κοινωνικό κόσμο, το «Ποτάμι» απευθύνεται στο φυσικό ατομικό ένστικτο που δυσφορεί απέναντι στο πραγματικό κοινωνικό γεγονός της διάστασης ανάμεσα στην πολιτική φύση του ατόμου και την αυτονόμηση της πολιτικής σαν λειτουργία πέρα από το άτομο, που δυσφορεί απέναντι σε αυτό το πραγματικό γεγονός και καθώς δεν είναι σε θέση το άτομο να συνενώσει την πολιτική φύση του με την κοινωνική πολιτική λειτουργία (πράγμα που μόνο μέσα στην ταξική πάλη και χάρη στα αποτελέσματα της ταξικής πάλης μπορεί να πραγματοποιηθεί, αν και αυτό είναι μια γενική φράση), και καθώς επίσης δεν είναι σε θέση να απαρνηθεί την πολιτική φύση του (δηλαδή τον εαυτό του), τείνει προς το να απαρνηθεί την κοινωνική πολιτική λειτουργία, να την καταργήσει αν αυτό είναι δυνατόν την ίδια, δηλαδή κάθε μορφή της που φαίνεται πως αυτονομείται από την «ατομική φύση».  Απλή σύμπτωση πως στην ίδια επιδίωξη, με διαφορετικές μεθόδους και διαφορετικές προδιαγραφές θεάματος,  κατατείνει κι ο φασισμός. Οι κατεστημένες κοινωνικές σχέσεις μπορούν σε τελική ανάλυση και μετά από χίλιες (στην πραγματικότητα αναφαίρετες) αφαιρέσεις να υπάρχουν και χωρίς πολιτική, με άλλα λόγια οι σχέσεις της εκμετάλλευσης δεν χρειάζονται την πολιτική για να διαιωνίζονται, γενικά μιλώντας έχουν την ικανότητα να «αυτορυθμίζονται» από μόνες τους, αυτό άλλωστε διακηρύσσει κι ο «ακραίος» νεοφιλελευθερισμός (η ανοιχτή αγορά κατανέμει αποτελεσματικά τους πόρους, σύμφωνα και με τη συνθήκη του Μάαστριχτ), κι από αυτή επίσης την άποψη η κοινωνικά «αυτονομημένη» πολιτική λειτουργία δεν είναι απολύτως απαραίτητη για τη διαιώνιση του εκμεταλλευτικού συστήματος· είναι όμως απολύτως απαραίτητη για την ανατροπή του και την αντικατάστασή του με το σύστημα των συνεταιρισμένων άμεσων παραγωγών, αλλά όσο υπάρχει η πολιτική «αυτονόμηση» που αποσκοπεί στην ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης είναι κι αυτό αναγκασμένο να παίζει στο έδαφος μιας «αυτονομημένης» και φαινομενικά υπερταξικής πολιτικής λειτουργίας «από όλους» και «για όλους».

Να λοιπόν ένα ελκυστικό «κοινωνικό συμβόλαιο»: Καταργώντας κάθε «αυτονομημένη» πολιτική  λειτουργία εξαφανίζεται ο κίνδυνος ανατροπής του εκμεταλλευτικού συστήματος και μαζί κι η ανάγκη από μέρους του για τη δική του αυτονομημένη πολιτική λειτουργία. Τέρμα η διάσταση ανάμεσα στην ατομική φύση και την κοινωνική της αυτονόμηση, τέρμα η πολιτική διαφθορά, τέρμα οι «κλέφτες πολιτικοί», τέρμα οι «επιδοτήσεις των κομμάτων», αρκεί μόνο να συμφωνήσετε κι εσείς ότι δεν θα οργανώνεστε πολιτικά με σκοπό την ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης, κάτω λοιπόν τα κόμματα εφόσον καταργήσετε το κόμμα σας, κι ας κάτσουμε πια «όλοι μαζί» , «σαν άνθρωποι», να βρούμε το σωστό και καλύτερο «για όλους» κ.ο.κ., το «λογικό» σε έναν κόσμο όμως «παράλογο» στην κοινωνική του βάση, σε έναν κόσμο δηλαδή που για να γίνει επιδεκτικός λογικών λύσεων (και ως τέτοιων αποδεκτών «από όλους») απαιτείται η ανατροπή της «παράλογης» κοινωνικής βάσης του και η αντικατάστασή της από μια κοινωνική βάση ικανή να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της «κοινής» λογικής. Δεν είναι παράξενο το ότι στη διάρκεια των προεκλογικών «εκκλησιών του δήμου» με πρωταγωνιστή τον νέο «χαρισματικό» ηγέτη του «Ποταμιού» (Το «Ποτάμι» Είμαι Εγώ), μέσα σε ώρες ανούσιας φλυαρίας στην πραγματικότητα αποκλειστικά γύρω από το στυλ, που σαν στυλ «ανθρώπινο» αποκαθιστά θεαματικά την «βιωσιμότητα» της πρότασης, ή μάλλον την καταναλωσιμότητα της «πολιτικής προσφοράς», οι μόνες ουσιαστικές εξάρσεις ήταν οι λαϊκίστικες κοινοτοπίες (που είναι λαϊκίστικες όταν χρησιμοποιούνται για να αποτραπεί η μετατροπή σε κοινό τόπο του αιτιακού τους πυρήνα, των κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης) σχετικά με το δημόσιο χρήμα που ξοδεύεται προεκλογικά από τα κόμματα (ενώ προφανώς θα έπρεπε να ξοδεύεται αποκλειστικά χρήμα των μονοπωλιακών επιχειρηματικών ομίλων επιχορηγούμενο προς τα κόμματα που υπηρετούν τα συμφέροντά τους), κάποια δήθεν αυθόρμητα ξεσπάσματα «ειρήσθω εν παρόδω εν τη ρύμη του λόγου» με τα οποία υποστηρίζονταν τρέχουσες πολιτικές αιχμής όπως η αγοραία αξιολόγηση της εκπαίδευσης ή πολιτικοί προγραμματισμοί πιο «φιλόδοξοι» όπως η «αποχώρηση» των πολιτικών παρατάξεων από τα πανεπιστήμια: Η κατάργηση της πολιτικής στο όνομα της πολιτικής φύσης του ατόμου. Σχετικά πολιτισμένος στόχος συγκριτικά με την κατάργηση της πολιτικής στο όνομα της ζωώδους φύσης του ατόμου.

*

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ακόμα κι αν και η τελευταία πολιτική παράταξη είχε «αποχωρήσει», η «εκκλησία του δήμου» είναι ίσως κατάλληλη μορφή για την επίλυση των κοινών προβλημάτων της τάξης των ελεύθερων ανθρώπων, αλλά εντελώς ανεπαρκής για την επίλυση από κοινού των προβλημάτων ελεύθερων και δούλων, ακριβώς γιατί τα προβλήματά τους δεν είναι κοινά. Για την ακρίβεια: μόνο κοινά δεν είναι.


Η νεολαία της Ευρώπης, ενάντια στην ΕΕ, για μια ζωή με δικαιώματα!

Κοινή ανακοίνωση Κομμουνιστικών Νεολαιών από χώρες της Ευρώπης μπροστά στις Ευρωεκλογές 
«Η νεολαία της Ευρώπης, ενάντια στην ΕΕ, για μια ζωή με δικαιώματα!»

Κομμουνιστικές Νεολαίες (ΚΝ) από την Ευρώπη, με κοινή τους ανακοίνωση με τίτλο «Η νεολαία της Ευρώπης, ενάντια στην ΕΕ, για μια ζωή με δικαιώματα!», τοποθετούνται για τις επικείμενες Ευρωεκλογές. Καλούν «τους νέους και τις νέες της εργατικής τάξης, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων να στηρίξουν τα Κομμουνιστικά και Εργατικά Κόμματα που καταδικάζουν την ΕΕ», όπως σημειώνουν μεταξύ άλλων.

Με πρωτοβουλία της ΚΝΕ και άλλων ΚΝ υπογράφουν την κοινή ανακοίνωση μέχρι στιγμής οι εξής 16 οργανώσεις νεολαίας:

1. Κομμουνιστική Νεολαία Αυστρίας (KJOe)

2. Κομμουνιστική Νεολαία Βρετανίας (YCL)

3. Σοσιαλιστική Γερμανική Εργατική Νεολαία (SDAJ)

4. Νέοι Κομμουνιστές Δανίας (UKD)

5. ΚΝΕ

6. Κίνημα Νεολαίας Κόνολι – Ιρλανδία (CYM)

7. Ένωση Κομμουνιστικής Νεολαίας Ισπανίας (UJCE)

8. Κολεκτίβες Νέων Κομμουνιστών – Ισπανία (CJC)

9. Μέτωπο Κομμουνιστικής Νεολαίας – Ιταλία (FGC)

10. Κομμουνιστική Νεολαία Λουξεμβούργου (CYL)

11. Νέοι Κομμουνιστές Νορβηγίας (UKN)

12. Αριστερό Μέτωπο Νεολαίας Ουγγαρίας (Baloldali Front)

13. Επαναστατική Κομμουνιστική Ένωση Νεολαίας (Μπολσεβίκοι) – Ρωσία (RKSMb)

14. Ένωση Νέων Κομμουνιστών Γιουγκοσλαβίας – Σερβία (SKOJ)

15. Νεολαία Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκίας (yTKP)

16. Κομμουνιστική Ένωση Νεολαίας Τσεχίας (KSM)

Ολόκληρη η κοινή ανακοίνωση:

«Η νεολαία της Ευρώπης, ενάντια στην ΕΕ, για μια ζωή με δικαιώματα!

Στις Ευρωεκλογές του Μάη καλούμε τους νέους και τις νέες από όλη την Ευρώπη που στερούνται τα σύγχρονα δικαιώματά τους στη δουλειά, τη μόρφωση, τη ζωή, να δυναμώσουν την πάλη τους ενάντια στην ΕΕ: Έχουμε πείρα, που μας έχει δείξει ότι η ΕΕ φτιάχτηκε για να εξυπηρετεί το ευρωπαϊκό μεγάλο κεφάλαιο και την κερδοφορία του. Ήταν και θα είναι ασυμβίβαστη με τα συμφέροντα του λαού. Είναι η ΕΕ των 30 εκατομμυρίων ανέργων, του 60% ανεργίας στους νέους, των 120 εκατομμυρίων ανθρώπων στο όριο της φτώχειας. Η ΕΕ όπου καταργούνται θεμελιώδη δικαιώματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων και η παιδεία, η υγεία, ο πολιτισμός, ο αθλητισμός, η αναψυχή είναι εμπόριο και προνόμιο λίγων. Η ΕΕ των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, με πιο πρόσφατα παραδείγματα τις επεμβάσεις στην Ουκρανία και στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Η αντικομμουνιστική ΕΕ, που ποινικοποιεί κομμουνιστικά κόμματα, νεολαίες και σύμβολα, που εξισώνει το φασισμό με τον κομμουνισμό, που υποστηρίζει τους φασίστες, όπως έγινε με τη νέα κυβέρνηση της Ουκρανίας. Η ΕΕ που είναι ορκισμένος εχθρός της πάλης των λαών, αφού η κατάργηση της εκμετάλλευσης σημαίνει τέλος και για τις λυκοσυμμαχίες των καπιταλιστών, όπως είναι η ΕΕ.

Καλούμε τους νέους και τις νέες των εργατικών – λαϊκών στρωμάτων να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, διεκδικώντας σταθερή δουλειά με πλήρη δικαιώματα, δημόσια – δωρεάν υγεία, παιδεία, πρόνοια, δικαίωμα στον πολιτισμό, στον αθλητισμό. Να ταχθούν ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις. Nα παλέψουν για το δικαίωμα κάθε λαού να επιλέγει κυρίαρχα το δρόμο ανάπτυξής του, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αποδέσμευσης από την ΕΕ, καθώς και της επιλογής του σοσιαλισμού. Να υποστηρίξουν τη δουλειά που κάνουν κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα από την Ευρώπη στην κατεύθυνση του συντονισμού της δράσης τους, της συγκέντρωσης δυνάμεων κατά της ΕΕ, με αιχμή τις Ευρωεκλογές του Μάη, αλλά και τις επόμενες πολιτικές μάχες που έρχονται.

Καλούμε τους νέους και τις νέες των εργατικών – λαϊκών στρωμάτων της Ευρώπης να μην εγκλωβιστούν στο αδιέξοδο του ευρωμονόδρομου. Να μην ξεγελαστούν από τα ευρωπαϊκά κόμματα, που φτιάχτηκαν από την ΕΕ και στηρίζουν την πολιτική της, από τις δυνάμεις που τους καλούν να στρατευτούν πίσω από έναν «πιο ανθρώπινο καπιταλισμό»: Ο δρόμος αυτός κινείται μέσα στα πλαίσια της ίδιας ιμπεριαλιστικής ΕΕ, που δεν θα αλλάξει αλλάζοντας τον πρόεδρο της Κομισιόν ή τους ηγέτες των θεσμικών οργάνων. Δεν γίνεται η ΕΕ να γίνει φιλολαϊκή με την ενίσχυση των δυνάμεων εκείνων που χρόνια τώρα στηρίζουν τους καπιταλιστές, συνεργάζονται με αυτούς σε διάφορα κυβερνητικά πόστα, καταπατούν τα εργατικά – λαϊκά δικαιώματα για να υπηρετήσουν τα συμφέροντα των εργοδοτών, δίνουν όρκους πίστης στην ΕΕ. Τους καλούμε να μη στοιχηθούν πίσω από τις επιδιώξεις των καπιταλιστών, να μην περιμένουν από τη δική τους κερδοφορία ευημερία γι’ αυτούς και τις οικογένειές τους. Αλλά και να μην πέσουν στην παγίδα των δυνάμεων που ασκούν κριτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά επί της ουσίας οι θέσεις τους είναι υπέρ της διατήρησης του εκμεταλλευτικού συστήματος, υπέρ του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.

Καλούμε τους νέους και τις νέες της εργατικής τάξης, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων να στηρίξουν τα Κομμουνιστικά και Εργατικά Κόμματα που καταδικάζουν την ΕΕ, να εγκαταλείψουν τις δυνάμεις που στηρίζουν την ΕΕ και την πολιτική της, να δυναμώσουν την πάλη για τα δικαιώματά τους, για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, για το σοσιαλισμό».

902


ΣΟΒΙΕΤ: ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

komunism_XPWM

Με την επετειακή αφορμή των 96 χρόνων από την Μεγάλη  Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση του 1917, αναδημοσιεύω από το τεύχος 1/2008 της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης» το άρθρο του Βίκτορα Τιούλκιν «Σοβιέτ: μαχητική οργάνωση».

*

«Το Σοβιέτ των εργατών βουλευτών

δεν είναι εργατικό κοινοβούλιο

ούτε όργανο προλεταριακής αυτοδιοίκησης,

γενικά δεν είναι όργανο αυτοδιοίκησης,

αλλά μια μαχητική οργάνωση

για την επίτευξη ορισμένων στόχων»1

Tο Μάιο του 2005 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη μέρα ίδρυσης του Πρώτου Σοβιέτ Εργατών Αντιπροσώπων στο Ιβάνοβο-Βοζνιεσένσκ.

Θα ήταν εύλογο να θεωρήσουμε ότι η Ιστορία των σοβιέτ και η ταξική τους φύση έχουν ήδη μελετηθεί λεπτομερώς και έτσι να περιοριστούμε σε ένα πανηγυρικό επετειακό άρθρο. Ομως όχι! Η σύγχυση όσον αφορά την κατανόηση της ουσίας των σοβιέτ (διάβαζε – της σοβιετικής εξουσίας) είναι εξαιρετικά μεγάλη σήμερα. Στο βαθμό δε που το πραγματικό σοβιετικό (εργατικό) κίνημα στον καιρό μας είναι τόσο αδύναμο όσο και η μέριμνα για την οργάνωσή του από την πλευρά των διαφόρων τμημάτων των κομμουνιστών, θεωρήσαμε πρωταρχική ανάγκη να καταπιαστούμε για ακόμα μια φορά με την ουσία του ζητήματος.

ΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΤΙ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΣΟΒΙΕΤ;

Σήμερα με τον όρο «Σοβιέτ» κάποιος καταλαβαίνει απλά την ονομασία των οργάνων κρατικής εξουσίας με βάση τη μνήμη του (συχνότερα, στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, του 20ού αιώνα). Σε κάποια σημεία διατηρήθηκαν μέχρι και σήμερα οι ονομασίες [όχι Δούμες και Ζακς (σ.μ. πρόκειται για «Νομοθετικά Σοβιέτ»), αλλά Σοβιέτ, όπως για παράδειγμα στο Βλαντίμιρ, το Βολγκογκράντ, στο Οριόλ]. Ως εκ τούτου κάποιοι σύντροφοι νομίζουν ότι στη δική τους περιοχή τα σοβιέτ διατηρήθηκαν. Αλλος βλέπει το τέλος της σοβιετικής εξουσίας στο κανονιοβολημένο από το Γιέλτσιν το 1993 Ανώτατο Σοβιέτ, αν και πάνω σε αυτό κυμάτιζε ήδη η τρίχρωμη βλασοφική σημαία.

Και τέλος υπάρχουν και οι πολύ διάσημοι και αξιότιμοι αριστεροί της αντιπολίτευσης, οι οποίοι θέτουν προγραμματικό τους στόχο την «…κίνηση προς μια κοινοβουλευτική δημοκρατία σοβιετικού τύπου». Υπάρχει όπως βλέπουμε μια γκάμα επιλογών για κάθε γούστο και για οποιονδήποτε πολιτικό προσανατολισμό.

Για να βγάλουμε άκρη, όσον αφορά την ουσία του προβλήματος, προτείνουμε να εξετάσουμε μαζί με τον αναγνώστη, στην αρχή συνοπτικά την ιστορία του ζητήματος και μετά να θυμίσουμε την ιστορία του Πρώτου Σοβιέτ, επιδιώκοντας «να παραθέσουμε το χάρτη της διαδρομής» και μέσω της πρακτικής να βρούμε την αλήθεια.

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Τα σοβιέτ πρέπει να τα κατανοούμε ως την πιο σταθερή απ’ όλες τις γνωστές στην Ιστορία μορφές υλοποίησης της δικτατορίας του προλεταριάτου. Οχι μόνο επειδή διήρκεσαν περισσότερο χρόνο απ’ ό,τι όλες οι άλλες μορφές, αλλά κι επειδή με τις δικές τους πλάτες υλοποιήθηκαν οι πιο σημαντικές ιστορικές ανατροπές, όπως η Οκτωβριανή επανάσταση, η οικοδόμηση της ΕΣΣΔ, η νίκη επί του φασισμού κ.ά.

Είναι πλήρως καθορισμένες οι θεωρητικές αρχές της οικοδόμησης των σοβιέτ, αν και όπως είναι γνωστό, τα σοβιέτ δεν αποτελούν επινόηση, εφεύρεση των μπολσεβίκων. Τα σοβιέτ συνιστούν μορφή οργάνωσης που ανακαλύφθηκε από την ίδια την εργατική τάξη στη διάρκεια των οξύτατων ταξικών μαχών των αρχών του 20ού αιώνα. Από αυτό ειδικά το στοιχείο εξηγείται και η μαχητική τους ουσία.

Το δοσμένο ζήτημα της θεωρίας κατά κάποιο τρόπο ελάχιστα το επισημαίνουν και κατά συνέπεια ούτε το μελετούν και το εφαρμόζουν στην πράξη ούτε οι δικοί μας Ρώσοι αριστεροί ούτε -πολύ περισσότερο- οι κομμουνιστές του εξωτερικού. Και κάτι τέτοιο είναι κρίμα να γίνεται, αφού τα σοβιέτ δεν είναι μόνο μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου, αλλά, ακόμα περισσότερο από αυτό, είναι μορφή πάλης για την εγκαθίδρυση, την κατάκτηση αυτής της προλεταριακής δικτατορίας.

Πολλοί σύντροφοι, δικοί μας και του εξωτερικού, κατανοούν ορθά τον ολέθριο ρόλο της απομάκρυνσης από τη θεωρία του επιστημονικού κομμουνισμού κατά την πρακτική της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ: την άρνηση της αρχής της δικτατορίας του προλεταριάτου, την απομάκρυνση από την αντίληψη του κράτους ως κατ’ εξοχήν ταξικού θεσμού προς την κατεύθυνση κάποιας παλλαϊκής επινοημένης κατασκευής κ.ο.κ. Ωστόσο, δίχως την κατανόηση των μηχανισμών πρακτικής υλοποίησης των αρχών, δίχως τη μελέτη και τον καθορισμό των αρχών οικοδόμησης των σοβιέτ, οι σύντροφοι αυτοί καταλήγουν σε κάποιο θεωρητικό αδιέξοδο. Φτάνουν στο συμπέρασμα ότι για όσο καιρό στο τιμόνι της εξουσίας (ή του κόμματος) βρίσκεται ο ήρωας (ο ευφυής, μεθοδικός, γενναίος Γενικός Γραμματέας) όλα πάνε καλά. Μόλις όμως εκείνος πεθαίνει (συμβαίνουν αυτά) και έρχεται ο άλλος, ο μη κατάλληλος (για κάποιον αυτός είναι ο Χρουστσιόφ, για άλλους ο Μπρέζνιεφ ή ο Γκορμπατσόφ), τότε το πράγμα πάει σύμφωνα με το γνωστό μας δρόμο της διάλυσης, δηλαδή αρχίζει η περεστρόικα.

Προκύπτει το ερώτημα: Πού βρίσκεται η εγγύηση ότι δε θα επαναληφθεί ο εκφυλισμός;

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Οι βασικές αρχές της οικοδόμησης των σοβιέτ, που αναδείχτηκαν στην πρακτική της πάλης της εργατικής τάξης και διατυπώθηκαν από το Λένιν κατά την επεξεργασία του Δεύτερου Προγράμματος του ΡΚΚ (μπ.), είναι οι ακόλουθες.

Πρώτο. Βασική εκλογική μονάδα (περιφέρεια) των σοβιέτ είναι η κολεκτίβα της φάμπρικας, του εργοστασίου, του κολχόζ, του κοζάκικου χωριού, του στρατιωτικού τμήματος κ.ο.κ. Δηλαδή εκείνη η κοινότητα ανθρώπων που είναι συνενωμένη με βάση ένα κοινό έργο (εδώ μπορεί να υπάρξουν και περιπτώσεις στέρησης εκλογικών δικαιωμάτων των τάξεων που έχουν ανατραπεί και των συμμάχων τους).

Εδώ είναι εξαιρετικά σημαντικό να κατανοηθεί ότι ένα τέτοιο σύστημα βασίζεται στην αντικειμενική κατάσταση οργάνωσης των εργαζομένων στο προτσές της παραγωγής. Ακριβώς αυτό το πλεονέκτημα των ανθρώπων της δουλειάς (την οργανωμένη ύπαρξη) προτείνεται να τους δοθεί η δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν στην κρατική οικοδόμηση (εδώ οι άνθρωποι γνωρίζουν καλύτερα ο ένας τον άλλο, τους είναι πιο εύκολο να κρίνουν τα ζητήματα, τους είναι πιο απλό να παίρνουν συλλογικές αποφάσεις).

Δεύτερο. Από την πρώτη αρχή εξάγεται η εύλογη ευκολία και προσβασιμότητα στη διαδικασία ανάκλησης των αντιπροσώπων στην περίπτωση μη δικαίωσης της εμπιστοσύνης των εκλογέων και η αντίστοιχη αντικατάστασή τους στη διάρκεια ζωντανών διαδικασιών, δίχως να χρειάζεται να περιμένει κανείς κάποιες εκλογικές εκστρατείες.

Τρίτο. Οπως ήδη σημειώθηκε στο απόσπασμα μετά την επικεφαλίδα του άρθρου, η πλήρης άρνηση του κοινοβουλευτισμού (δηλαδή της ακατάσχετης φλυαρίας) και ο συνδυασμός στο ίδιο όργανο των νομοθετικών και των εκτελεστικών λειτουργιών (αυτοί που πήραν την απόφαση – οι ίδιοι οργανώνουν και την υλοποίησή της).

Τέταρτο. Η βαθμιαία εκπαίδευση όλων και η προσέλκυση των εργαζομένων στη διοίκηση του κράτους.

Σε αυτό ειδικά το σημείο παρατηρούνταν και παρατηρείται το μέγιστο κύμα των διαφόρων επινοήσεων και της ανοιχτής ψευδολογίας. Ας θυμηθούμε την περίφημη μαγείρισσα του Λένιν. Ενώ ο Βλαντίμιρ Ιλίτς, όντας άριστος διοικητικός, έγραφε στην κυριολεξία τα ακόλουθα: «Δεν είμαστε ουτοπιστές. Ξέρουμε πως κανένας ανειδίκευτος εργάτης, καμιά μαγείρισσα δεν είναι σε θέση να αναλάβουν αμέσως τη διακυβέρνηση του κράτους. Σε αυτό το σημείο συμφωνούμε και με τους καντέτους και με τη Μπερεσκόφσκαγια και με τον Τσερετέλι. Ξεχωρίζουμε όμως από αυτούς τους πολίτες κατά τούτο, ότι εμείς απαιτούμε να μπει αμέσως τέρμα στην προκατάληψη πως δήθεν μόνο οι πλούσιοι υπάλληλοι ή οι υπάλληλοι που προέρχονται από πλούσιες οικογένειες είναι σε θέση να διοικούν το κράτος, να κάνουν τη συνηθισμένη καθημερινή δουλειά διακυβέρνησης. Απαιτούμε οι συνειδητοί εργάτες και στρατιώτες να διδάξουν το έργο της κρατικής διακυβέρνησης και να αρχίσει το έργο αυτό αμέσως, δηλαδή να αρχίσουν αμέσως να μπάζουν στην εκπαίδευση αυτή όλους τους εργαζόμενους, όλη τη φτωχολογιά»2. Σε αυτή τη φράση του Λένιν το κύριο βάρος πέφτει ακριβώς στην απαίτηση άρνησης των αυταπατών ότι δήθεν μόνο υψηλά αμειβόμενοι υπάλληλοι είναι σε θέση να διοικούν το κράτος, το κύριο βάρος πέφτει ακριβώς στην κατάργηση αυτού του αποκλειστικού δικαιώματος της ελίτ να διευθύνει τη ζωή του λαού και της χώρας.

Πέμπτο. Για να υλοποιηθεί η παραπάνω θέση θεσμοθετήθηκε η ανάδειξη και λογοδοσία των υπαλλήλων και των εκτελεστικών προσώπων ενώπιον των σοβιέτ και η καθιέρωση του ανώτατου κομματικού μισθού, δηλαδή ο περιορισμός του μισθού των καθοδηγητών των μελών του κόμματος και άλλων, με βάση το μισθό των ειδικευμένων εργατών (σχετικά με άλλες αρχές μπορεί κάποιος να ανατρέξει στο έργο του Λένιν «Προσχέδιο του προγράμματος», στο κεφάλαιο «Δέκα θέσεις για τη Σοβιετική εξουσία»3). Και τώρα, αφού εξοπλιστήκαμε με κάποια στοιχειώδη σημεία της θεωρίας που φτιάχτηκε μετά πια από το 1905, ας επιστρέψουμε στην ιστορία της γέννησης του Πρώτου Σοβιέτ, από την οποία βασικά προέκυψαν τα παραπάνω συμπεράσματα.

ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΤΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Τα γεγονότα του Γενάρη του 1905 και ο αιματηρός διωγμός των εργατών στην Πετρούπολη υπήρξαν η αφετηρία της πρώτης ρωσικής επανάστασης. Αυτή την εποχή η αυτόνομη (σ.μ. κατά λέξη «εκτός διοικητικής περιφέρειας» ή «μη υπαγόμενη διοικητικά στη διοικητική περιφέρεια» – μορφή της εδαφικής διοικητικής διάρθρωσης της προεπαναστατικής Ρωσίας) πόλη Ιβάνοβο-Βοζνιεσένσκ (της περιφέρειας Σούι του Κυβερνείου του Βλαντίμιρ) ήταν κιόλας γνωστό βιομηχανικό κέντρο και η εργατική της τάξη διέθετε ήδη αρκετή αγωνιστική εμπειρία.

Δεκάδες χιλιάδες εργατών δούλευαν από 11,5 ως 16 ώρες το εικοσιτετράωρο με αμοιβές μεταξύ 7 και 20 ρουβλιών το μήνα. Το νοίκι για ένα δωμάτιο δεν ήταν μικρότερο από 5 ρούβλια, κάτι που ανάγκαζε τους εργάτες να ζουν ασφυκτικά, αφού αρκετές οικογένειες, ακόμη και δεκάδες άνθρωποι έμεναν στον ίδιο χώρο κατοικίας. Οι σχέσεις στη σφαίρα της παραγωγής χαρακτηρίζονταν από την κτηνώδη στάση της διοίκησης των επιχειρήσεων, των αφεντικών, από την ευρεία εφαρμογή του συστήματος των προστίμων στους εργάτες και των χώρων κράτησης των παραβατών μέσα στις επιχειρήσεις, από τις εξαιρετικά άσχημες συνθήκες εργασίας και από μια σκοτεινή ζωή αμάθειας στο χώρο έξω από την παραγωγική διαδικασία.

Αρκεί να ειπωθεί ότι στο ίδιο το Ιβάνοβο, με πληθυσμό 54 χιλ. εργαζομένων, δεν υπήρχε ούτε ένα βιβλιοπωλείο ούτε μια λαϊκή βιβλιοθήκη και κάθε χρόνο περίπου 500 παιδιά δε γίνονταν δεκτά στα σχολεία λόγω έλλειψης θέσεων εκεί (ακόμη μεγαλύτερος αριθμός παιδιών αδυνατούσε να πάει σχολείο εξαιτίας της φτώχειας και της ανάγκης να δουλέψει μέσα στην οικογένεια ή στη φάμπρικα). Από την άλλη πλευρά η κύρια μορφή διασκέδασης και ψυχαγωγίας που είχε οργανώσει η αστική τάξη για τους εργάτες ήταν οι πάνω από 200 ταβέρνες και οινοποτεία που υπήρχαν στην πόλη.

Το 1905 οι εργάτες του Ιβάνοβο διέθεταν ήδη όχι μόνο αγωνιστική εμπειρία, αλλά και μια ισχυρή οργάνωση επαναστατών σοσιαλδημοκρατών υπό την καθοδήγηση των μπολσεβίκων. Στη Βόρεια Ενωση του ΣΔΕΚΡ (μπ.), υπό την επιρροή της οποίας βρίσκονταν τα κυβερνεία του Γιαροσλάβ, της Κοστρομά και του Βλαντίμιρ, δούλευαν διάσημοι επαναστάτες, όπως ο Φ. Σαμοΐλοφ, ο Μ. Φρούνζε, ο Ν. Μπάουμαν, ο Μ. Μπαγκάγεφ, η Ο. Βαρεντσόβα και άλλοι. Ο αριθμός μόνο της οργάνωσης του κέντρου του Ιβάνοβο έφτανε σχεδόν στους πεντακόσιους ενεργούς, καλά οργανωμένους (κατά κύριο λόγο με κριτήριο την παραγωγή) επαγγελματίες επαναστάτες. Μια ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα της οργάνωσης του Ιβάνοβο, την οποία επισήμανε ο Μ. Φρούνζε, ήταν και το ότι σε διάκριση από τις οργανώσεις της πρωτεύουσας, στα καθοδηγητικά κομματικά πόστα εδώ βρίσκονταν κατά κύριο λόγο εργάτες.

Ο Φρούνζε έγραφε: «Γνωρίζοντας ήδη τη ζωή και τη σύνθεση των οργανώσεων της Πετρούπολης και της Μόσχας, δεν διαπίστωσα εκεί παρόμοιο φαινόμενο. Είναι αλήθεια ότι και εκεί αναδεικνύονταν από το εργατικό περιβάλλον μια μάζα πρωτοπόρων και πολύ ενεργών και ταλαντούχων στελεχών, αλλά αυτοί σαν να διαλύονταν και να εξομοιώνονταν δίπλα σε πολυάριθμα στελέχη που σε αυτά τα κέντρα αναδεικνύονταν μέσα από τους διανοούμενους»4.

Ηταν οι μπολσεβίκοι που βοήθησαν να διατυπωθούν και να αναδειχτούν τα 16 αιτήματα προς τους ιδιοκτήτες των εργοστασίων, μεταξύ των οποίων το αίτημα για οκτάωρη εργάσιμη μέρα, για αύξηση του μισθού κατά 60%, για την κατάργηση των προστίμων και των ερευνών σε βάρος των εργατών, για τη δημιουργία βρεφικών σταθμών και διάθεσης χρόνου στις εργαζόμενες μητέρες για το τάισμα των παιδιών, για την ίδρυση επιτροπών για τις εργασιακές διαφορές, για την απόλυση μαστόρων και διευθυντών που φέρονταν πολύ προσβλητικά και άσχημα στους εργάτες κ.ο.κ. Πρέπει να πούμε ότι τα βασικά οικονομικά αιτήματα πολύ σύντομα συμπληρώθηκαν και με πολιτικά: ελευθερίες των συγκεντρώσεων, του τύπου και της διανομής προκηρύξεων, δικαιώματα συνένωσης σε σωματεία, ελευθερία διοργάνωσης στάσεων εργασίας – και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα – και το αίτημα εκλογών για συντακτική συνέλευση και κατάργηση της απολυταρχίας. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων, οι διαθέσεις στην πόλη θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σαν καζάνι που βράζει.

Η ΩΡΑ ΣΗΜΑΝΕ

Στις 12 Μαΐου του 1905, με απόφαση της μπολσεβίκικης οργάνωσης, ανακοινώθηκε το ξεκίνημα της στάσης εργασίας. Τα αιτήματα διατυπώθηκαν με τη μορφή του καλέσματος της Βόρειας Επιτροπής για γενική στάση εργασίας, που απευθυνόταν στους εργάτες του Ιβάνοβο-Βοζνιεσένσκ και στο οποίο περιέχονταν τα ακόλουθα λόγια: «Δεν αντέχουμε να υπομένουμε άλλο! Κοιτάξτε τη ζωή μας, σε ποιο σημείο μας κατάντησαν τα αφεντικά μας! Πουθενά δεν υπάρχει φως στη σκυλίσια ζωή μας! Αρκετά! Η ώρα σήμανε! Σε κανένα δεν μπορούμε να ελπίζουμε εκτός από τον εαυτό μας… Καιρός να καταπιαστούμε με το να πετύχουμε μια καλύτερη ζωή! Σταματήστε τη δουλειά, ενωθείτε με τους απεργούς συντρόφους σας. Θέστε τα 26 αιτήματα (σ.σ. είχαν ήδη συμπληρωθεί), που διατυπώθηκαν από την ομάδα μας. Προσθέστε σε αυτά τα δικά σας τοπικά και ιδιαίτερα αιτήματα! Συνεδριάστε για να καθορίσετε τις ανάγκες σας στην πόλη και στα περίχωρα».

Στις 13 Μαΐου απεργούσαν ήδη 32 χιλιάδες εργάτες. Εγιναν πρωτόγνωρα μαζικές συγκεντρώσεις στο κέντρο της πόλης, στο δημαρχείο. Τα επεξεργασμένα αιτήματα επιδόθηκαν στον ανώτερο εργοστασιακό επιθεωρητή. Αιφνιδιασμένοι από τον τόσο μεγάλο αριθμό κινητοποιημένου λαού, οι εκπρόσωποι της εξουσίας δήλωσαν ότι δεν μπορούν να συζητήσουν αμέσως με όλους. Και τότε οι εργάτες του Ιβάνοβο ξεκίνησαν τις περίφημες συνελεύσεις τους στο λιβάδι του μικρού ποταμού Τάλκα.

Εγινε περαιτέρω επεξεργασία των αιτημάτων που κατατέθηκαν στους εργοστασιάρχες. Τα αιτήματα μπορούμε να τα χωρίσουμε σε πέντε ομάδες: 1) ορισμός κανόνων διευθέτησης του εργάσιμου χρόνου, 2) μισθός (ελάχιστο – 20 ρούβλια μηνιαίως), 3) σχέσεις μεταξύ των εργατών και της εργοστασιακής διοίκησης, 4) συνθήκες καθαριότητας και υγιεινής στην εργασία, 5) αιτήματα γενικού πολιτικού χαρακτήρα.

Μία από τις πρώτες αποφάσεις που λήφθηκαν συλλογικά αφορούσε την ίδρυση χρηματικού ταμείου για τη διεξαγωγή της πάλης με τα αφεντικά των επιχειρήσεων και τις κρατικές αρχές. Ομως το πιο σημαντικό γεγονός που συνέβη ήταν το ότι αφού χωρίστηκαν στο λιβάδι σε κύκλους (και εδώ βρίσκονταν δεκάδες χιλιάδες εργατών και ο κάθε κύκλος σχηματιζόταν με βάση το παραγωγικό κριτήριο, εκφράζοντας τη φάμπρικα ή το συγκρότημα εργοστασίων του τάδε ή του δείνα αφεντικού), σε κάθε κύκλο οι εργάτες προχώρησαν στην εκλογή δικών τους αντιπροσώπων. Η εκλογή γινόταν με ανοιχτή ψηφοφορία, σε αντιστοιχία με τον αριθμό των εργαζομένων σε κάθε συγκεκριμένη επιχείρηση. Κάθε ξεχωριστή υποψηφιότητα κρινόταν αναλυτικά και ολόπλευρα. Χρησιμοποιώντας τη σημερινή γλώσσα, γίνονταν προτάσεις εκλογής, απορρίψεις και έλεγχοι υποψηφιοτήτων, συναγωνισμός υποψηφίων και ιδεών. Συνολικά εκλέχθηκαν 150 αντιπρόσωποι, που αρχικά ονομάστηκαν «Συνέλευση των αντιπροσώπων». Αργότερα τους ονόμαζαν «Σοβιέτ των εξουσιοδοτημένων στο Ιβάνοβο-Βοζνιεσένσκ» και ύστερα «Σοβιέτ των Εργατών Αντιπροσώπων». Τα δύο τρίτα των 150 εργατών αντιπροσώπων ήταν μπολσεβίκοι. Εκλέχθηκαν 17 γυναίκες. Στις 15 Μαΐου, σ’ ένα μικρό μονώροφο κτίριο της τοπικής διοίκησης της μικροαστικής συνοικίας, έγινε η πρώτη συνεδρίαση του Πρώτου Σοβιέτ Εργατών Αντιπροσώπων του Ιβάνοβο-Βοζνιεσένσκ. Σε αυτή τη συνεδρίαση εκλέχτηκε το Προεδρείο του Σοβιέτ και επίσης οργανώθηκαν τα εξής τμήματα: Το τμήμα για τη φύλαξη της πόλης, το οποίο διέθετε εργατική πολιτοφυλακή (η εργατική πολιτοφυλακή τηρούσε την τάξη σε συγκεντρώσεις, συλλαλητήρια και διαδηλώσεις, δεν επέτρεπε την εργασία στις επιχειρήσεις δίχως σχετική άδεια του Σοβιέτ). Το οικονομικό τμήμα, στα καθήκοντα του οποίου εντάσσονταν η αναζήτηση μέσων και η παροχή υλικής βοήθειας στους εργάτες που βρίσκονταν σε ανάγκη και τις οικογένειές τους. Συνολικά, στο διάστημα της στάσης εργασίας, μέσα από το οικονομικό τμήμα πέρασαν 13 χιλιάδες ρούβλια. Ο τρόπος παροχής βοήθειας ήταν ο εξής: οι εργάτες που βρίσκονταν σε ανάγκη απευθύνονταν άμεσα στον αντιπρόσωπό τους και εκείνος μετά από μελέτη της υπόθεσης παρουσίαζε αναφορές στο οικονομικό τμήμα. Τα χρήματα δίνονταν ως προκαταβολή σε ένα σύνδεσμο καταναλωτών και από εδώ οι εργάτες έπαιρναν προϊόντα με αποδείξεις πληρωμής (σ.μ. τσεκ, επιταγές) του οικονομικού τμήματος. Για το γάλα για παιδιά ηλικίας ως τριών ετών, οι γονείς έπαιρναν χρήματα. Οργανώθηκαν ομάδες κάλυψης τυπογραφικών μέσων, καταναλωτικών συνεταιρισμών, λαϊκού δικαστηρίου κ.ά.

Το Σοβιέτ δήλωσε στον κυβερνήτη και στους εργοστασιάρχες ότι εγγυάται την ηρεμία στην πόλη υπό τον όρο της μη επέμβασης του στρατού και της αστυνομίας στη διαδικασία της απεργίας. Με αυτό τον τρόπο το Σοβιέτ έφτασε να αποκτήσει κύρος όχι μόνο μέσα στην πόλη, αλλά και πέρα από τα όριά της. Ενώ εκλέχτηκε θα έλεγε κανείς μόνο για διαπραγματεύσεις, εντούτοις πολύ σύντομα έφτασε να διευθύνει όλη τη ζωή και την πάλη. Στην πόλη πρακτικά διαμορφώθηκε μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας. Αργότερα, περιγράφοντας αυτές τις πρώτες εμπειρίες, ο Βλαντίμιρ Ιλίτς έγραφε: «Τα όργανα αυτά δημιουργούνταν αποκλειστικά από τα επαναστατημένα στρώματα του πληθυσμού, δημιουργούνταν έξω από κάθε λογής νόμους και κανόνες, ολοκληρωτικά με επαναστατικό τρόπο, σαν προϊόν της πηγαίας λαϊκής δημιουργικότητας, σαν εκδήλωση αυτενέργειας του λαού που λυτρώθηκε ή λυτρώνεται από τα παλιά αστυνομικά δεσμά. Τέλος, αυτά ήταν ακριβώς όργανα εξουσίας, παρ’ όλο τον εμβρυώδη, αυθόρμητο, αδιαμόρφωτο και ασαφή χαρακτήρα της σύνθεσης και της λειτουργίας τους.

…Ως προς τον κοινωνικοπολιτικό τους χαρακτήρα ήταν, σε εμβρυακή μορφή, δικτατορία των επαναστατικών στοιχείων του λαού»5.

ΚΟΙΝΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ

Πρέπει να σημειώσουμε ότι οι κύριοι ιδιοκτήτες των φαμπρικών και των εργοστασίων και ο κυβερνήτης, σαν άνθρωποι έξυπνοι, από τις πρώτες κιόλας μέρες της ίδρυσης του Σοβιέτ κατανόησαν τον κίνδυνο που σήμαινε μια τέτοια οργάνωση και κατέθεσαν πρόταση για ετοιμότητα άμεσης διεξαγωγής διαπραγματεύσεων, αλλά με τον όρο ότι ο κάθε εργοστασιάρχης θα κάνει τις διαπραγματεύσεις με τους δικούς του αντιπροσώπους. Οι εργάτες όμως υποστήριζαν με έμφαση τη φόρμουλα «όλοι με όλους», καταλαβαίνοντας ότι αν τους σπάσουν σε κομμάτια αναπόφευκτα θα τους μπερδέψουν, θα τους εξαπατήσουν, θα τους τρομοκρατήσουν, θα τους εξαγοράσουν.

Το Σοβιέτ των εξουσιοδοτημένων, στηριζόμενο σε όλη την εργατική μάζα, δεν επέτρεπε την κατάτμηση των δυνάμεων και κρατούσε γερά την καθοδήγηση στα χέρια του. Υποχρέωσε όχι μόνο τους εργοστασιάρχες, αλλά και τον κυβερνήτη, να συνδιαλλαγούν μαζί του. Ετσι, ο κυβερνήτης Λεόντιεφ βρέθηκε πολλές φορές αναγκασμένος να ζητήσει από το Σοβιέτ των εργατών αντιπροσώπων, να του επιτρέψει να βάλει μερικούς ανθρώπους στο τυπογραφείο για την έκδοση ανακοινώσεων ακόμη και των ίδιων των δικών του εγκυκλίων, ως κυβερνήτη.

Και οι εργοστασιάρχες απευθύνονταν στο Σοβιέτ με το αίτημα να επιτραπεί να περάσουν από κάποιες τεχνολογικές διαδικασίες εκείνα τα εμπορεύματα που είχαν μείνει σε ανολοκλήρωτη μορφή και μπορούσαν να χαθούν. Το Σοβιέτ το επέτρεπε αυτό, αν συμφωνούσαν να πάνε στη δουλειά οι ίδιοι οι εργάτες, αλλά μόνο με τον όρο ότι ο μισθός τους θα έμπαινε στο απεργιακό ταμείο.

Το μέγεθος της αναστάτωσης που προκάλεσε η στάση μεταξύ των καπιταλιστών, το εκφράζει άμεσα και ανοιχτά ο εργοστασιάρχης Μπουρίλιν σε ένα γράμμα του σε συγγενικό του πρόσωπο: «Αυτό που συνέβη δεν είναι δυνατό να περιγραφεί. Η εικόνα των γεγονότων είναι πρωτοφανής… Δεν έχω πια αμαξά, φτιάχνω μόνος μου το τσάι, πήραν απ’ τη φάμπρικα μέχρι και τον τελευταίο φύλακα, εγώ ο ίδιος φυλάω τη φάμπρικα. Οι επικεφαλής της διοίκησης έχουν εξαφανιστεί. Οι δικοί μας δεν έχουν ενιαία γνώμη (σ.σ. από εδώ και κάτω η υπογράμμιση δική μας). Η δική μου ειλικρινής πεποίθηση είναι ότι πρέπει να προχωρήσουμε όσο το δυνατό γρηγορότερα σε κάποιες μικρές υποχωρήσεις στα εργατικά αιτήματα. Μας απειλούν κολοσσιαίες ζημιές… Μου είναι γνωστό από αξιόπιστες πηγές ότι οι καθοδηγητές της απεργίας είναι άνθρωποι που έχουν έρθει από άλλα μέρη, είναι μορφωμένοι και διοικούν με πολύ γερό τρόπο. Είναι αισθητή η ύπαρξη μιας δυαδικής εξουσίας στην πόλη. Οι εργάτες δε θέλουν να διαπραγματευτούν ξεχωριστά στις φάμπρικές τους, θέτουν κοινά αιτήματα».

Αν και μια σειρά εργοστασιάρχες πρότειναν να γίνουν ορισμένες υποχωρήσεις, η πλειοψηφία τους σε συνεννόηση με τον κυβερνήτη αρνήθηκε να ικανοποιήσει τα αιτήματα των απεργών. Στο πλαίσιο αυτό χρησιμοποιήθηκαν επινοήματα όπως για παράδειγμα το ότι «η διάρκεια της εργάσιμης μέρας εξετάζεται μόνο στο επίπεδο όλου του κράτους». Τα σημεία για τον κατώτατο μισθό και την κατάργηση των προστίμων και των σωματικών ελέγχων απορρίφθηκαν δίχως καμιά αιτιολογία και στο αίτημα για τη διαμόρφωση βρεφικών σταθμών τα αφεντικά απάντησαν: «Το βρίσκουμε εξαιρετικά δύσκολο». Στα σημεία που αναφέρονταν στην κατάργηση της εργοστασιακής αστυνομίας, των φυλακών (χώρων εγκλεισμού) μέσα στις φάμπρικες, της μη επέμβασης της διοίκησης και του στρατού στις υποθέσεις των εργατών, της πολιτικής ελευθερίας και του δικαιώματος να ενώνονται σε σωματεία, της διαμόρφωσης εργατικών ταμείων αλληλοβοήθειας, οι εργοστασιάρχες απαντούσαν: «Δεν εμπίπτει της δικής μας αρμοδιότητας».

Είναι ενδιαφέρον ότι σε αυτή τη φάση οι εργάτες ήδη ζητούσαν τον εορτασμό της 1ης Μάη, κάτι για το οποίο τα αφεντικά απάντησαν: «Εξαιτίας του μεγάλου αριθμού γιορτών στη χώρα μας, βρίσκουμε μη βολικό τον εορτασμό της 1ης Μάη».

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΗΣ

Στη συνέχεια οι αρχές προχωράνε στην εφαρμογή βίαιων μεθόδων, κινητοποιώντας τάγματα πεζικού και λόχους κοζάκων που τους στάλθηκαν από την πρωτεύουσα. Γίνονται συγκρούσεις και συλλήψεις. Οι εργάτες απευθύνονται με αναφορά τους στον υπουργό Εσωτερικών. Το Σοβιέτ δεν είχε κανενός είδους ψευδαισθήσεις, ωστόσο όμως η έκκληση αυτή ξεσκέπασε την τσαρική κυβέρνηση σαν πιστό υπερασπιστή των συμφερόντων των μεγαλογαιοκτημόνων και των καπιταλιστών. Εγινε σε όλους ξεκάθαρο ότι η κυβέρνηση του Νικολάου του Ματοβαμμένου κάθε άλλο παρά είναι ταγμένη στο πλευρό του λαού.

Στη μαζικά οργανωμένη πολιτική πάλη των εργατών κάτω από την καθοδήγηση των μπολσεβίκων, κάποια αναρχικά στοιχεία, υποστηριζόμενα από τις αρχές, προσπάθησαν να αντιπαραθέσουν την ατομική τρομοκρατία, την απαλλοτρίωση [σ.μ. εννοεί τη βίαιη ατομική απαλλοτρίωση, δηλαδή τις κλοπές, τις ληστείες κλπ.], τη συμμορίτικη κραυγή: «Λήστεψε, χτύπα, σφάξε!». Σε αυτό οι μπολσεβίκοι ανταπαντούσαν ότι φυσικά είναι ευκολότερο να επιτεθείς στο μικρομαγαζάτορα και να ληστέψεις ένα ιδιωτικό διαμέρισμα, από το να διεξάγεις οργανωμένη ταξική πάλη ενάντια σε ολόκληρη την τάξη των καπιταλιστών και των μεγαλογαιοκτημόνων. Είναι πιο εύκολο να επιτεθείς σε ένα μεμονωμένο πράκτορα της τσαρικής εξουσίας, από το να επιτεθείς στην τσαρική απολυταρχία στο σύνολό της και να οργανώσεις τις μάζες για την ανατροπή του τσαρισμού.

Οι προσπάθειες να απαξιώσουν την εργατική στάση, να την παρουσιάσουν σαν κάποιου είδους «αταξία» (σ.μ. «αναταραχή», «έλλειψη, κατάλυση της τάξης»), η οποία πρέπει να κατασταλεί με τη βοήθεια ένοπλης δύναμης, ως επί το πλείστον, απέτυχαν. Πάνω σε αυτό ο Φ. Σαμοΐλοφ έγραφε: «Στην πόλη αυτό το διάστημα παρατηρούνταν τόση ευταξία, όση δεν υπήρχε ποτέ πριν την απεργία. Δεν κυκλοφορούσαν μεθυσμένοι, δεν παρατηρούνταν ούτε καυγάδες ούτε σκανδαλώδεις καταστάσεις, ούτε τυχερά παιχνίδια, τα οποία το Σοβιέτ είχε επίσης απαγορεύσει». Με βάση σχετική εγκύκλιο του Σοβιέτ έκλεισαν όλα τα μαγαζιά με αλκοολούχα ποτά στην πόλη.

Στο βαθμό που η διεξαγωγή συγκεντρώσεων στην πόλη είχε γίνει δυσκολότερη, οι εργάτες συγκεντρώνονταν έξω από την πόλη, στο ποτάμι Τάλκα, οργανώνοντας εκεί ένα ισχυρά συσπειρωμένο προλεταριακό στρατόπεδο με τη δική του διοίκηση και πειθαρχία, οι παραβάτες της οποίας υποβάλλονταν σε σκληρή ποινή: την έκθεσή τους στο βήμα ενώπιον ολόκληρης της μάζας και την εξέταση εκεί του παραπτώματος που είχαν κάνει. Αυτή η τιμωρία θεωρούνταν πολύ αυστηρή και οι άνθρωποι φοβούνταν σαν τη φωτιά την επίπληξη απ’ όλους μπροστά στη μάζα που παρακολουθούσε.

Το στρατόπεδο στο ποτάμι Τάλκα μετατράπηκε σε ένα ιδιόμορφο εργατικό πανεπιστήμιο, όπου από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ διεξαγόταν εκπαιδευτικό μάθημα, συζητήσεις, η εργασία του Σοβιέτ και των τμημάτων του κ.ο.κ. Υπήρχαν και οι ώρες του ελεύθερου χρόνου, κατά τις οποίες οι εργάτες τραγουδούσαν και μεταξύ των τραγουδιών υπήρχαν και επαναστατικά τραγούδια. Σ’ ένα από τα πιο δημοφιλή τέτοια τραγούδια, που ονομαζόταν «Ζίμουσκα», υπήρχαν οι παρακάτω στροφές:

Στο στύλο κρέμεται η κορώνα

ο Νικόλαος Β΄ – η κουρούνα

ο Πρόεδρος όλων των ηλιθίων

ο Νικόλαος Β΄ ο Ρομανόφ

από τα Αλτάια ως το Δούναβη

δε βρίσκεται πιο βλάκας απ’ το Νικόλαο,

σε όλη τη Ρωσία έφτασε η φήμη:

ο Νικόλαος τρελάθηκε.

Από ποιητικής άποψης το παραπάνω μπορεί να πει κανείς δεν είναι και κανένα αριστούργημα. Ωστόσο τα λόγια δείχνουν καθαρά ότι από την παλιά πίστη των εργατών στον πατερούλη τσάρο δεν είχε μείνει τίποτα πια.

Στις αρχές του Ιούνη τα αφεντικά κήρυξαν λοκ-άουτ (σ.μ. ανταπεργίες). Στις 3 Ιουνίου με τις δυνάμεις των κοζάκων και του πεζικού προχώρησαν σε αιματηρό χτύπημα στο στρατόπεδο του Τάλκα, μετά από το οποίο η αντίσταση πέρασε στην ανοιχτή αντιπαράθεση με τη χρήση των οδοφραγμάτων, του λιθόστρωτου (σαν όπλου του προλεταριάτου), κάποιου οπλισμού που παρότι ήταν λίγος και παλιός, εν τούτοις το προλεταριάτο διέθετε και τέτοιον (βασικά επρόκειτο για τα ρεβόλβερ «μπουλντόγκ», απαρχαιωμένου τύπου), των εμπρησμών εργοστασίων, καθώς επίσης και αγροκτημάτων και επαύλεων που ανήκαν στους εργοστασιάρχες.

Συναντώντας τόσο μεγάλη αντίσταση, στις 11 Ιουνίου ο κυβερνήτης επέτρεψε και πάλι τις συνελεύσεις στον Τάλκα. Στις 13 Ιουνίου οι εργοστασιάρχες προχώρησαν στην πρόταση επιμέρους οικονομικών υποχωρήσεων: μισθολογική αύξηση 10%, 10ωρη εργάσιμη μέρα, συν ακόμη κάποια πράγματα, αλλά μικρότερης σημασίας.

Στις 16 Ιουνίου ο κυβερνήτης αναφέρει στον υπουργό Εσωτερικών: «Με βάση τις αναφορές πρακτόρων που έλαβα, οι αγκιτάτορες και καθοδηγητές των συγκεντρώσεων μη όντας σε θέση να διατηρήσουν την αλληλεγγύη του πλήθους με τα οικονομικά αιτήματα και μόνον, τις τελευταίες δυο μέρες έκαναν πολιτικές και αντικυβερνητικές ομιλίες που προς το παρόν συναντούν τη συμπάθεια της μάζας των απεργών. Θεωρώ αδύνατη τη διενέργεια συλλήψεων των αγκιτατόρων για όσο διάστημα το πλήθος είναι τόσο συσπειρωμένο».

Από αυτό το σημείωμα φαίνεται ότι στην πορεία ανάπτυξης της απεργίας αυξήθηκε τόσο η συσπείρωση των εργατών, όσο και η πολιτικοποίησή τους. Οι μάζες περνούσαν το πανεπιστήμιο της πάλης.

Ωστόσο οι δυνάμεις των απεργών είχαν εξαντληθεί και στις 27 Ιουνίου το Σοβιέτ των εξουσιοδοτημένων εκδίδει την απόφαση: «Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι 47 μέρες απεργίας εξάντλησαν τις δυνάμεις μας… αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στη δουλειά, με στόχο, αφού ενισχύσουμε τις δυνάμεις μας να ξεκινήσουμε εκ νέου την πάλη για τα δικαιώματά μας…».

Στις διάφορες φάμπρικες οι εργαζόμενοι επέστρεψαν στην εργασία τους σε διαφορετικές ημερομηνίες, αφού μερικοί εργοστασιάρχες δεν ήθελαν να προβούν ούτε καν σε αυτές τις τόσο άθλιες υποχωρήσεις που είχαν συμφωνηθεί. Επίσημη ημέρα λήξης της στάσης εργασίας θεωρείται η 23η Ιουλίου. (Η δουλειά ξεκίνησε ξανά σε όλες τις φάμπρικες εκτός από τις φάμπρικες του Φόκιν, του Π. Ντερμπένιεφ, του Μπακούλιν και τα δύο εργοστάσια του Γιαμάνοφ). Ακόμη και με βάση τα στοιχεία του ανώτατου εργοστασιακού επιθεωρητή του κυβερνείου του Βλαντίμιρ, η στάση εργασίας κατέλαβε 34 επιχειρήσεις, διήρκεσε 72 μέρες και έλαβαν μέρος σε αυτή, μόνο στο κέντρο της περιφέρειας, 29.068 εργάτες, μεταξύ των οποίων 11.277 γυναίκες και 2.482 ανήλικοι. Συνολικά δε σε όλο το κυβερνείο συμμετείχαν σε διάφορα στάδια της στάσης πάνω από 70 χιλιάδες εργάτες.

Ο μακρύς δύσκολος αγώνας δεν πέρασε δίχως ν’ αφήσει ίχνη. Ατσάλωσε τους εργάτες και τους προετοίμασε για τη μελλοντική ακόμη πιο πεισματώδη πάλη. Οπως έγραφε ο Φ. Σαμοΐλοφ «…υπήρχε η αίσθηση κάτι του νέου, του πρωτόγνωρου. Η προηγούμενη ταπεινωμένη στάση και οι τιποτένιοι τρόποι στην εξωτερική συμπεριφορά του μαζικού εργάτη εξαφανίστηκαν. Αυτό διακρινόταν ιδιαίτερα στη στάση των εργατών προς τους εκπροσώπους της διοίκησης της φάμπρικας…Το κύρος “θεού και τσάρου” των διοικητικών στελεχών, των διευθυντών… κλονίστηκε έντονα… Εξαφανίστηκε τελείως η δειλή δουλοπρέπεια απέναντι σ’ αυτά τα πρόσωπα, οι κάθε είδους βαθιές υποκλίσεις όταν εμφανίζονταν στις οποίες οι τελευταίοι παλιότερα δεν θεωρούσαν απαραίτητο ούτε καν να ανταποκρίνονται».

Οι μπολσεβίκοι πήραν υπόψη τους τα μαθήματα της πάλης των εργατών του Ιβάνοβο στη συνδιάσκεψη της κομματικής οργάνωσης που διεξάχθηκε στην Κοστρομά, το ίδιο εκείνο καλοκαίρι. Και τις μέρες της ένοπλης εξέγερσης του Δεκέμβρη στη Μόσχα οι μαχητικές ομάδες των κλωστοϋφαντουργών του Ιβάνοβο-Βοζνιεσένσκ, του Σούι, της Κόχμα, με επικεφαλής τον Μ. Φρούνζε έδωσαν βοήθεια στους εργάτες της Μόσχας συμμετέχοντας στις μάχες των οδοφραγμάτων.

ΟΙ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΕΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΣΟΒΙΕΤ6

Αν θέλουμε να μιλήσουμε για τη σημασία της εμπειρίας του Πρώτου Σοβιέτ και των Σοβιέτ γενικά σε σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα στη Ρωσία, πρέπει πρώτα απ’ όλα να ξεκινήσουμε από το θλιβερό αλλά πραγματικό γεγονός ότι βασικά σήμερα η αντίσταση ανάγεται για την ώρα στις μαζώξεις στο δρόμο και στις καταθέσεις -σε τακτή βάση- αιτημάτων που απευθύνονται στον πρόεδρο ή την κυβέρνηση. Η οργανωμένη συλλογική πάλη στις φάμπρικες, τα εργοστάσια, άλλες επιχειρήσεις είναι για την ώρα πολύ λίγη (και αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για την πολιτική πάλη). Ακόμη περισσότερο που τα πιο αναπτυγμένα σε περιφέρειες και περιοχές «Σμακοφικά» (σ.μ. πήραν το όνομα τους από τον Σμάκοφ που ηγείται της Ομοσπονδίας) συνδικάτα (Ομοσπονδία Ανεξάρτητων Συνδικάτων Ρωσίας) όχι μόνο συγκρατούν εντός ορίων αυτή την πάλη, αλλά και συνήψαν πολιτικά συμβόλαια με το κόμμα εξουσίας, την «Ενιαία Ρωσία». Από τις πολιτικές δυνάμεις εκείνες που αυτοπροσδιορίζονται αριστερές ή κομμουνιστικές μόνο δυο-τρεις ασχολούνται με την οργάνωση του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος. Κατά πρώτο λόγο πρόκειται για το ΚΕΚΡ-ΕΚΚ και το ταξικό συνδικάτο «Ζαστσίτα». Τις μέχρι στιγμής επιτυχίες τους μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε περιορισμένες.

Εκ των αντιπολιτευόμενων βουλευτών της Κρατικής Δούμας και αυτοί (σε σύγκριση με τους έξι μπολσεβίκους που ήταν στην τσαρική Δούμα, είναι σήμερα πολύ περισσότεροι – 47 μέλη της παράταξης του ΚΚΡΟ συν 40 από την παράταξη του «Ρόντινα») μόνο δυο-τρεις καταπιάνονται με την οργάνωση της εργατικής αντίστασης. Και όταν κάποιος αποφασίζει ν’ ασχοληθεί με την εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος, βασικά κινείται στο επίπεδο σύνταξης επιστολών, παραπόνων, εκκλήσεων προς το δικαστήριο ή τον εισαγγελέα με αιτήματα τήρησης της νομιμότητας. Με την οργάνωση της αυτοτελούς πάλης των ίδιων των εργατών, των ίδιων των πλατιών μαζών των εργαζομένων η σημερινή αντιπολίτευση στη Δούμα δεν ασχολείται.

Ετσι λοιπόν η εμπειρία του Πρώτου Σοβιέτ πρέπει εμάς, τους κομμουνιστές του 21ου αιώνα, να μας υπαγορεύει και να μας συμβουλεύει:

α) Προσέγγιση στη λύση του ζητήματος: τι θέλουμε να οικοδομήσουμε.

β) Προσέγγιση στη λύση του ζητήματος: πώς να το κάνουμε αυτό.

ΚΑΤΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ

Είναι χρήσιμο εδώ να θυμηθούμε ότι στο πιο γνωστό παράδειγμα ταξικών μαχών της νεότατης ιστορίας της Ρωσίας, στην αντιπαράθεση στο Βίμπορσκ, οι εργάτες του εργοστασιακού συγκροτήματος παραγωγής προϊόντων χαρτιού και κυτταρίνης δεν περιορίστηκαν στην απλή αντίσταση στα αφεντικά, στα μισθολογικά αιτήματα, στα αιτήματα διατήρησης των θέσεων εργασίας και στην εκπλήρωση των υποσχέσεων για επενδύσεις του σχεδίου ιδιωτικοποίησης.

Οι εργαζόμενοι του συγκροτήματος πέρασαν στην επίθεση και ανέλαβαν οι ίδιοι τη λειτουργία της διεύθυνσης της παραγωγής. Πέταξαν τους υποψήφιους ιδιοκτήτες του συγκροτήματος έξω απ’ τις πύλες, εξέλεξαν δικό τους διοικητικό όργανο με επικεφαλής το διευθυντή, ίδρυσαν μια λαϊκή επιχείρηση, ως ιδρυτής της οποίας λειτούργησε η συνδικαλιστική οργάνωση.

Οι εργάτες εισήγαγαν στην παραγωγή μια βασική μηχανή παραγωγής χάρτου, η οποία παρέμενε εκτός παραγωγής περισσότερο από δυο χρόνια, κατάφεραν να οργανώσουν τη χρηματοδότηση με μέσα κυκλοφορίας έναντι μελλοντικών παραδόσεων της παραγωγής, ακόμη και την πώληση του ετήσιου προϊόντος. Εκτός αυτού ξανάρχισε να λειτουργεί η τραπεζαρία του εργοστασίου, σταθεροποιήθηκε η λειτουργία του λεβητοστασίου που παράγει θέρμανση για το συνοικισμό των εργατών που έχει τη συμβολική ονομασία Σοβιέτσκι.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι τοπικές και οι κρατικές αρχές διέκριναν άριστα τον κίνδυνο που σήμαινε αυτού του είδους η οργάνωση των εργαζομένων. Σκέφτηκαν ότι αν σήμερα οι άνθρωποι άρχισαν να αγγίζουν το δικαίωμα να διοικούν το εργοστάσιό τους, αύριο θα θελήσουν να καθορίζουν οι ίδιοι τη ζωή του χωριού τους, της πόλης τους και όλης της χώρας. Θα σκεφτούν και για την επαναφορά στην κρατική ιδιοκτησία των εργοστασίων, των φαμπρικών, των ηλεκτροσταθμών, του συμπλέγματος καυσίμων και ενέργειας, των μεταφορών κ.ο.κ. Και αυτό πια σημαίνει, αλίμονο, ότι η Σοβιετική εξουσία επιστρέφει!

Ακριβώς γι’ αυτό, δηλαδή εξαιτίας του εξαιρετικού κινδύνου για το υπόδειγμα της εξουσίας, τα αφεντικά του συγκροτήματος φέρθηκαν με τόση σκληρότητα απέναντι στη λαϊκή επιχείρηση. Μεταφέρθηκαν εδώ δυνάμεις του αποσπάσματος «Ταϊφούν», που εξειδικεύεται στη μεταφορά ιδιαίτερα επικίνδυνων κρατουμένων και στην καταστολή εξεγέρσεων στις φυλακές. Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της Ρωσίας πυροβόλησαν ενάντια στους εργάτες εδώ στο εργοστασιακό συγκρότημα του Βίμπορσκ, στις 13 Οκτωβρίου 1999. Πυροβόλησαν ενάντια στις εστίες των Σοβιέτ που πήγαιναν να γεννηθούν, δηλαδή ενάντια στο πιο επικίνδυνο για το αστικό σύστημα προτσές της αυτοοργάνωσης της πάλης των εργαζομένων.

ΧΩΡΙΣ ΠΑΛΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΙΚΗ

Στον καιρό του ο Βλαντίμιρ Ιλίτς, ενώ δούλευε πάνω στο δεύτερο Πρόγραμμα του κόμματος, κάνοντας λόγο θεωρητικά για τη δυνατότητα προσωρινών ηττών και παλινδρομήσεων προς τα πίσω, έγραφε: «…Το Κόμμα μας δεν θα αρνηθεί να χρησιμοποιήσει και τον αστικό κοινοβουλευτισμό, αν η πορεία της πάλης μάς ρίξει για ορισμένο χρονικό διάστημα πίσω στην ιστορική εκείνη βαθμίδα που τώρα η επανάστασή μας την έχει ξεπεράσει. Ομως, σε κάθε περίπτωση και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, το Κόμμα θα παλέψει για τη Σοβιετική Δημοκρατία, που είναι ένας ανώτερος από άποψη δημοκρατισμού τύπος κράτους και μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου, για την αποτίναξη του ζυγού των εκμεταλλευτών και την κατάπνιξη της αντίστασής τους»7.

Δίχως πάλη δεν μπορεί να υπάρξει νίκη. Αυτό είναι η βασική εμπειρία των Σοβιέτ της μαχητικής οργάνωσης του προλεταριάτου.

ΣHMEIΩΣEIΣ:

* Ο Β. Α. Τιούλκιν είναι Α΄ Γραμματέας της ΚΕ του ΚΕΚΡ – ΕΚΚ. Το άρθρο ήταν αφιερωμένο στα 100 χρόνια από την ίδρυση του πρώτου σοβιέτ και δημοσιεύτηκε στο «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή», Νο 1-2 (31-32), Κίεβο 2005, σελ. 3-7.

1. Β. Ι. Λένιν: Aπαντα τ. 12, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 130.

2. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 34, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 315.

3. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 36, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 71-73, καθώς και σε άλλες εργασίες.

4. «25 Χρόνια ΠΚΚ (μπ.)». Συλλογή αναμνήσεων των παράνομων του Ιβάνοβο-Βοζνιεσένσκ. 1923.

5. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 12, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή, σελ. 315-316.

6. Σ.μ.: Στα ρωσικά εδώ γίνεται λογοπαίγνιο με τη λέξη «σοβιέτ» που σημαίνει «συμβούλιο». Ομως σημαίνει επίσης και «συμβουλή». Στα ελληνικά δηλαδή κατά λέξη ο τίτλος του κεφαλαίου θα αποδιδόταν ως «Οι συμβουλές του Πρώτου Συμβουλίου».

7. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 36, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 58.


Ο αντιπερισπασμός ενός ξοφλημένου συστήματος ΙΙ

συνέχεια από εδώ

Το σύνθημα για την αντεστραμμένη επανέναρξη της «θεωρίας των άκρων» το έδωσε ο πρωθυπουργός από τις ΗΠΑ, όπου λίγο-πολύ διακήρυξε ότι η εγκληματική, τρομοκρατική, δολοφονική φασιστική δραστηριότητα βρίσκει το «συμμετρικό» της αντίθετο, και επομένως κατ’ αυτόν «ίδιο», στις πολιτικές θέσεις που υποστηρίζουν την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ

…Το νόημα της «θεωρίας των άκρων» σε όλη του τη «μεγαλοπρέπεια»: Μέχρι χθες η νομιμότητα του πολιτικού αγώνα ενάντια σε ΝΑΤΟ και ΕΕ χρησίμευε για τη «νομιμοποίηση» της φασιστικής τρομοκρατίας και των μηχανισμών της. Ξαφνικά από χθες η «αναγνώριση» του εγκληματικού χαρακτήρα  της φασιστικής βίας χρησιμεύει για την «ποινικοποίηση» του πολιτικού αγώνα ενάντια σε ΝΑΤΟ και ΕΕ. Το ότι η ταύτιση, ακόμα και ο απλός «παραλληλισμός», ανάμεσα στους φασιστικούς μηχανισμούς, την αντιανθρώπινη «ιδεολογία» τους και την εγκληματική τους δραστηριότητα (ξυλοδαρμοί, σακατέματα, εμπρησμοί, δολοφονίες κλπ), από τη μια, και στο σύνθημα «ΕΟΚ ΚΑΙ ΝΑΤΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ» και τις πολιτικές (θεωρητικές και πρακτικές) συνέπειες που απορρέουν από αυτό, από την άλλη, είναι ανυπόστατη σε βαθμό γελοιότητας και χλεύης, δεν έχει καμιά σημασία για τους εκφραστές της σύγχρονης «αστικής» ιδεολογίας που αναγκαστικά κινούνται και όλο και περισσότερο θα κινούνται στο δικό τους ξεχωριστό «μήκος κύματος» με τη «λογική» τους να υπαγορεύεται και να οικοδομείται βασισμένη αποκλειστικά στη σκοπιμότητα της διασφάλισης και σταθεροποίησης της ταξικής εξουσίας που υπηρετούν.

 Από εκείνη τη στιγμή μέχρι σήμερα δεν έλειψαν από την πλευρά του κόμματος του πρωθυπουργού οι καταγγελίες κατά του ΣΥΡΙΖΑ ως «ακροαριστερού άκρου» στη βάση ακριβώς αυτής της (ανυπόστατης για τις πολιτικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ) «κατηγορίας»:  Υπηρετείται έτσι, από τη μια, η «μικροκομματική» άμυνα της ΝΔ απέναντι στον κύριο ανταγωνιστή της για της νομή της αστικής διαχείρισης. Υποδεικνύεται, από την άλλη, στον ΣΥΡΙΖΑ, και για λογαριασμό συνολικά της εξουσίας του κεφαλαίου, το όριο το οποίο οφείλει να τηρεί προκειμένου να ελπίζει ότι θα κριθεί αποδεκτός και χρήσιμος διαχειριστής των αντιλαϊκών υποθέσεων του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην περίπτωση που αυτό θα είναι αναγκασμένο στην επιλογή ενός νέου διαχειριστή. Και τέλος παραμένει στο στόχαστρο ο κύριος ουσιαστικός στόχος της στρατηγικής του συστήματος της εκμετάλλευσης: οι πολιτικές δυνάμεις που παλεύουν για την ανατροπή της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, τη ρήξη με τους πολιτικο-οικονομικούς μηχανισμούς κυριαρχίας των μονοπωλίων, την υποταγή της κοινωνικής δραστηριότητας στην ικανοποίηση των αναγκών της εργαζόμενης κοινωνίας κι όχι της χούφτας των εκμεταλλευτών της, την κατάργηση των τελευταίων.

Σχεδόν ταυτόχρονα με τον πρωθυπουργό κι ο υπουργός «προστασίας του πολίτη» εξειδίκευσε τα άμεσα καθήκοντα που απορρέουν από την επικαιροποιημένη εκδοχή της «θεωρίας των άκρων» όπως την προσδιόρισε ο πρωθυπουργός στις ΗΠΑ… Κατ’ αυτόν η «αναγνώριση» της εγκληματικής φασιστικής δραστηριότητας δεν μπορεί παρά -κάτω από τον αφηρημένο κοινό παρονομαστή της «βίας»- να συνιστά την «αναγνώριση» ως «εγκληματικής» κάθε λαϊκής αντίδρασης ενάντια στην πολιτική που συνθλίβει τη ζωή του λαού ανάμεσα στις μυλόπετρες της καπιταλιστικής κρίσης για να την παραδώσει κατόπιν αλεσμένη σαν σκόνη στους φούρνους της επερχόμενης καπιταλιστικής δήθεν ανάπτυξης… Και για να μην παραμείνει έξω από τον κύκλο της «βίας» που έβαλε στο στόχαστρο ο κ. υπουργός ούτε ίχνος λαϊκής αντίδρασης απέναντι σ’ αυτή την πολιτική, στον κατώτατο βαθμό της κλίμακας της «βίας» τοποθέτησε την πιο επιπόλαιη, ανούσια, πολιτικά «καθυστερημένη» και χειραγωγήσιμη μορφή εκδήλωσής «της» όπως είναι το γιαούρτι με το οποίο φιλοδωρεί πού και πού τους αστούς πολιτικούς η προδομένη εκλογική τους πελατεία…

Πράγματι, πόσο απέχει ένα «γιαούρτωμα» από το ναζιστικό ολοκαύτωμα!

***

Έτσι, αφού αρχικά εξαντλήθηκε το «επικοινωνιακό» θέαμα με πρωταγωνιστές τους σιδηροδέσμιους φασίστες ηγήτορες, τα μέσα χειραγώγησης της «κοινής γνώμης» αποδύθηκαν σε μια νέα εκστρατεία που θα μπορούσε να έχει τον τίτλο: «βία, βία, βία, βία, βία, βία, βία, βία, βία και πάλι βία».

Υπό τύπο ιερής εξέτασης οι συναγελαζόμενοι απολογητές του συστήματος της εκμετάλλευσης ζητάνε από τους προσκαλεσμένους τους στα τηλεοπτικά πάνελ δηλώσεις «αποκήρυξης με ναι ή όχι της βίας από όπου και αν προέρχεται».

«Σοβαροί» αρθρογράφοι σαν τον Γιανναρά, στα διαλείμματα των διαλογισμών τους για την Ελλάδα ως κρίκο συνένωσης μιας ανασυσταμένης  οθωμανικής αυτοκρατορίας με την σύγχρονη, ευρωενωσιακή μορφή της «Ιερής Συμμαχίας», επιμένουν ότι τα τελευταία 39 χρόνια την Ελλάδα την κυβερνά η «αριστερά», αδυνατούν να εντοπίσουν την διαφορά ανάμεσα σε όσους «μαχαιρώνουν» και σε όσους δεν «μαχαιρώνουν», και «γκρινιάζουν» για τη νομιμότητα του ΚΚΕ που «καταλύει τη δημοκρατία», την οποία στην πραγματικότητα βαθύτατα περιφρονούν και απεχθάνονται: Στα «όνειρά» τους για την «ελληνορθόδοξη» συνένωση κάποιας νέας οθωμανικής αυτοκρατορίας με τη σημερινή ευρωενωσιακή «Ιερή Συμμαχία» προφανώς δεν χωράει καμία δημοκρατία και, προφανέστερα, κανένα ΚΚΕ…    

Για την αναγόρευση της βίας της εξουσίας σε βία που προφανώς δεν «προέρχεται» από πουθενά, επικαλούνται -όπως ο Πρετεντέρης σε πρόσφατη εκπομπή του– τις «αρχές του διαφωτισμού» που καθιστούν τη βία νομιμοποιημένο κρατικό μονοπώλιο, «νομιμοποιημένο» όμως στο όνομα της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης, τριών λέξεων που πια ο Πρετεντέρης θα δίσταζε να τις προφέρει με την επίγνωση ότι -πρώτον- έχουν γίνει εχθρικές απέναντι στην κοινωνικο-οικονομική τάξη πραγμάτων που υπερασπίζεται και ότι -δεύτερον- η αντιπαραβολή τους με την κοινωνική πραγματικότητα κοστίζει στην επίκλησή τους το αντίτιμο της γελοιοποίησης…

Απλά παραδείγματα τέτοιας τυπικά «νόμιμης» και στην πράξη εχθρικής προς το λαό κρατικής βίας, όπως οι συλλήψεις και εξπρές καταδίκες των μαθητών στη Λαμία,  το βρίσκουν βολικό να τα παρακάμπτουν με φράσεις του είδους: «τι με νοιάζει εμένα τι έγινε στη Λαμία». Στην απλή επισήμανση ότι υπήρξε μια μακρόχρονη περίοδος όπου ήταν παράνομο, και αποτελούσε επομένως «βία», το δικαίωμα στην απεργία -και πόσο μάλλον το απεργιακό δίκαιο της περιφρούρησής της- ενοχλούνται γιατί «τους πάει έναν αιώνα πίσω» τη στιγμή που έναν αιώνα πίσω πάει πραγματικά η κυβερνητική πολιτική τους εργαζόμενους σε όλη την έκταση, τις πλευρές και πτυχές του βίου τους… Στους πιο μοντέρνους, σαν τη Σώτη Τριανταφύλλου, φαίνονται «πολλά τα χρόνια που έχουν περάσει» από το αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ και την «παράνομη» βία που αντέταξε στη «νόμιμη» βία του ιμπεριαλιστικού πολέμου στο Βιετνάμ. Κι όπως ο Πορτοσάλτε στη ραδιοφωνική του συζήτηση με τον Παφίλη, κλείνουν ψυχραμένοι το τηλέφωνο στον καλεσμένο τους όταν αυτός τους θυμίζει τη βαθύτερη δυνατή και υπαρκτή βία, την «προερχόμενη» από την «κανονικότητα» των πραγματικών σχέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας, τη βία της απόλυσης, της ανεργίας, της φτώχιας, του μισθού κάτω από τα όρια της επιβίωσης, της δουλειάς από ήλιο σε ήλιο, χωρίς δικαιώματα…

…Τη βία των πραγματικών σχέσεων για τη διασφάλιση των οποίων είναι θεσμοθετημένη η αστική δημοκρατία. Θεσμοθετημένη –πέρα από την επίδραση που ασκεί πάνω της ο συσχετισμός δύναμης της ταξικής πάλης-  έως το σημείο που αυτή η βία αυτών των πραγματικών σχέσεων και οι ίδιες αυτές πραγματικές σχέσεις δεν τίθενται σε αμφισβήτηση. Σε αμφισβήτηση από τα όργανα πάλης των εργαζομένων, τις μορφές της οργάνωσής τους  που ανταποκρίνονται στην πάλη για την ανατροπή και την αντικατάσταση αυτών των πραγματικών σχέσεων από νέες, και στη διασφάλιση αυτών των νέων πραγματικών σχέσεων από τα ίδια αυτά όργανα πάλης των εργαζομένων που θα έχουν γίνει όργανα της δικής τους δημοκρατίας. Στην ερώτηση αν «καταδικάζετε με ναι ή όχι την βία από όπου κι αν προέρχεται», η απάντηση βρίσκεται σε μια άλλη ερώτηση: «με ναι ή όχι: υπάρχει στην πραγματικότητα ο καπιταλισμός»;


Ο αντιπερισπασμός ενός ξοφλημένου συστήματος Ι

Η «θεωρία των άκρων» δεν είναι βέβαια νέο εφεύρημα. Οι αφετηρίες της ανάγονται στην προπολεμική (πριν τον Β΄ΠΠ) περίοδο και η θεμελίωσή της τουλάχιστον στα «καθ’ ημάς» εντοπίζεται στους τελευταίους μήνες της κατοχής, όταν ο Γ. Παπανδρέου από την «εξορία» του στη Μέση Ανατολή «ταύτιζε» τον λαϊκό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα με τη δράση των δοσιλογικών «ταγμάτων ασφαλείας» αποσκοπώντας στην ποινικοποίηση του πρώτου, τη νομιμοποίηση της δεύτερης και στη μεταπολεμική διασφάλιση της πολιτικής κυριαρχίας της ιμπεριαλιστικής «τάξης πραγμάτων» στη χώρα.

Σε όλες της τις εκδοχές σε αυτό αποσκοπεί η «θεωρία των άκρων», στον πυρήνα της οποίας βρίσκεται η λεκτική ταύτιση του κομμουνισμού με το φασισμό, των αγώνων του λαού για ψωμί, δουλειά, μόρφωση, δικαιοσύνη, ελευθερία με τη δραστηριότητα των μηχανισμών καταστολής, τσακίσματος αυτών των αγώνων, τρομοκράτησης του λαού που αγωνίζεται… Σε όλες της τις εκδοχές αποσκοπεί στην ποινικοποίηση των λαϊκών αγώνων και της κομμουνιστικής προοπτικής, που αποτελεί αντικειμενικά το πολιτικό τους συστατικό, μέσω της (δωρεάν άλλωστε) λεκτικής ταύτισής τους με την εγκληματική δραστηριότητα των στρατιωτικοποιημένων υπερασπιστών του συστήματος της εκμετάλλευσης. Και αντίστροφα, στη νομιμοποίηση  της αντιλαϊκής εγκληματικής δραστηριότητας των δεύτερων μέσω της «ταύτισης» τους με την ιστορικά νόμιμη και νομοτελειακά νικηφόρα ιδεολογία, οργάνωση και δράση του εργατικού κινήματος, με τους αγώνες συνολικά του κινήματος των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας.

Απόδειξη για τα παραπάνω, το ότι κάθε ιστορικός κύκλος της «θεωρίας των άκρων» ως του πολιτικού δόγματος που προσαρμόζουν στις εκάστοτε συνθήκες τα δήθεν «υπεράνω» κάθε κοινωνικοπολιτικής – ταξικής αντιπαράθεσης  πολιτικά επιτελεία της άρχουσας τάξης, καταλήγει τελικά στην αποκάλυψη της δικής τους «ταύτισης» με το ένα «άκρο», αυτό της με κάθε μέσο διασφάλισης του συστήματος της εκμετάλλευσης και της ταξικής εκμεταλλευτικής κυριαρχίας, εναντίον του άλλου «άκρου», του εργαζόμενου λαού που παλεύει για ό,τι δικαιωματικά του ανήκει δηλαδή για τα πάντα. Αυτό συνέβη και στη Γερμανία του μεσοπολέμου με την άνοδο του ναζισμού στην εξουσία, αυτό συνέβη και στον Γ. Παπανδρέου όταν ήρθε από τη Μέση Ανατολή στην  Ελλάδα για να αναλάβει με τη συνεργασία του δοσιλογικού μοναρχοφασιστικού παρακράτους το έργο του τσακίσματος του λαϊκού εθνικοαπελευθερωτικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος. Και στη σύγχρονη ευρωενωσιακή εκδοχή της η «θεωρία των άκρων», με τη μορφή της «ταύτισης» του φασισμού και του κομμουνισμού κάτω από το ιδεολογικό σχήμα του «ολοκληρωτισμού», χρησιμεύει για την απαγόρευση κομμουνιστικών κομμάτων, οργανώσεων και συμβόλων σε μια σειρά χώρες της ΕΕ από τη μια και την αναγόρευση -στις ίδιες χώρες- των συνεργατών του φασισμού σε «υπερασπιστές της δημοκρατίας» από την άλλη.

***

Στην εντελώς πρόσφατη ελληνική της εκδοχή η «θεωρία των άκρων» χρησίμευσε, ιδίως από τις περσινές εκλογές μέχρι και «χθες» , για τη «δικαιολόγηση» και με άλλα λόγια τη «νομιμοποίηση» (και ο όρος, εδώ, δεν χρησιμοποιείται με την στενή τυπική του σημασία) της εγκληματικής δραστηριότητας του ναζιστικού κόμματος – συμμορίας της «χρυσής αυγής». Περισσέψανε όλο αυτό το διάστημα οι «έγκριτες» αναλύσεις για το φυσικό και το αυτονόητο της ύπαρξης ενός μηχανισμού που έχει το «δικαίωμα» να μαχαιρώνει, να σφάζει και να δολοφονεί, να τρομοκρατεί, να καίει, να δέρνει και να σακατεύει, εφόσον η «άλλη πλευρά» έχει το «δικαίωμα» να διαδηλώνει, να απεργεί, να κινητοποιείται, να διεκδικεί τα δικαιώματά της στη δουλειά, τη μόρφωση, την επιβίωση.

…Μέχρις ότου η κλιμάκωση της φασιστικής δραστηριότητας έφτασε σε ένα σημείο όπου η παραπέρα υπόθαλψή της από τους πολιτικούς διαχειριστές και ιδεολογικούς απολογητές της εξουσίας του κεφαλαίου θα ισοδυναμούσε με την χωρίς περιστροφές και συγκαλύψεις αποκάλυψη της ταύτισής τους με αυτήν στο ένα και το αυτό «άκρο» της σύγχρονης ταξικής κοινωνικο-πολιτικής αντιπαράθεσης. Αποκάλυψη όμως πρόωρη και γι’ αυτό προοπτικά επικίνδυνη για τη σταθερότητα της κυριαρχίας τους. Ακολούθησαν λοιπόν τη μοναδική δυνατή επιλογή κάτω από αυτές τις συνθήκες, με τα γνωστά γεγονότα της δικαστικής δίωξης εναντίον στελεχών ή μελών του ναζιστικού κόμματος – συμμορίας.

***

Και μέσα σε μια στιγμή, σαν να έπεσε σύνθημα, το κάλπικο νόμισμα της «θεωρίας των άκρων» γύρισε στην αντίστροφη όψη του.

Ξαφνικά τώρα πια, δεν είναι η δράση του λαϊκού κινήματος, δεν είναι οι αγώνες, οι κινητοποιήσεις, οι διεκδικήσεις των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας που «νομιμοποιούν» την εγκληματική φασιστική δραστηριότητα. Ξαφνικά τώρα είναι η «αναγνώριση» της εγκληματικής δραστηριότητας του φασισμού που χρησιμεύει για την «εγκληματοποίηση», την «ποινικοποίηση» των εργατικών λαϊκών αγώνων

Τα πολιτικά επιτελεία της εκμεταλλευτικής εξουσίας, όντας τα ίδια υπόλογα για τη μακρόχρονη κρατική ανοχή και ιδεολογική κολακεία απέναντι στη φασιστική δραστηριότητα που «μετρά» στο αποτέλεσμά της νεκρούς και σακατεμένους ανθρώπους, αντιλαμβάνονται ότι ακόμα κι αυτός ο στην πραγματικότητα εντελώς επιφανειακός περιορισμός των οργανωτικών μηχανισμών και της δραστηριότητας του φασιστικού παρακράτους (δηλαδή της χωρίς νομικούς περιορισμούς «εκτελεστικής» δύναμης που δρα συμπληρωματικά προς τον αντιλαϊκό κατασταλτικό μηχανισμό του «επίσημου» αστικού κράτους), συνιστά ή μπορεί να καταστεί πραγματικό σύμπτωμα δικής τους οπισθοχώρησης απέναντι στην ανάπτυξη του εργατικού, λαϊκού κινήματος. Κι έτσι η όλο ζήλο από την πλευρά τους «επανεκκίνηση» της «θεωρίας των άκρων» στην αντεστραμμένη της μορφή, εκτός από τυπική λειτουργική προσαρμογή τους και προσαρμογή της σε πολιτικές συνθήκες που από μια ορισμένη άποψη και εξαναγκαστικά γι’ αυτούς άλλαξαν άρδην, εμφανίζεται επίσης σαν αυτό που και πραγματικά είναι: σαν πολιτικά επιθετικός αντιπερισπασμός των πολιτικών διαχειριστών της εκμεταλλευτικής τάξης τη στιγμή που περιέρχονται σε θέση άμυνας…

Κι είναι αυτός ο χαρακτήρας αντιπερισπασμού, που καθιστά την αντεπίθεσή τους, (αντεπίθεση ενός συστήματος που έχει καταδικάσει ολόκληρη κοινωνία σε καθημερινή και χωρίς τέλος αγγαρεία για  τη διατήρηση του πλουτισμού και της εξουσίας μιας φούχτας μονοπωλητών, γι’ αυτό και ενός συστήματος ξοφλημένου), αν και όχι λιγότερο επικίνδυνη, σίγουρα όμως περισσότερο γελοία.

συνεχίζεται


1993-2013, Είκοσι χρόνια από την επέλαση των τανκ στο ρωσικό Κοινοβούλιο

1727_523d116ce2a77e1481ff5dd0b3df368f

Φέτος τον Οκτώβριο έκλεισαν 20 χρόνια από τα γεγονότα του 1993 στη Μόσχα, που ξεκίνησαν από τη στιγμή όπου ο τότε πρόεδρος της Ρωσίας Γιέλτσιν εξέδοσε στις 21 Σεπτέμβρη διάταγμα με το οποίο καταργούσε το ρωσικό κοινοβούλιο και «ολοκληρώθηκαν» δυο βδομάδες μετά με το κτίριο του κοινοβούλιου να καίγεται από τα πυροβόλα της τότε «νέας» ρωσικής «δημοκρατίας» που επισφράγιζε με τον τρόπο αυτό τον χαρακτήρα της σαν πολιτικό σύστημα της δικτατορίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Προκειμένου να μην υπάρχει παρανόηση θα πρέπει να υπογραμμιστεί, ότι το κοινοβούλιο που βομβαρδίστηκε από τα τανκς του Γιέλτσιν, δεν ήταν το «κομμουνιστικό» κοινοβούλιο της σοβιετικής εποχής, αλλά το πρώτο πολυκομματικό ρωσικό κοινοβούλιο που είχε αναδειχθεί στη Ρωσία μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ… Ενώ η πολιτική ανατροπή του σοβιετικού συστήματος (με χαρακτηριστικά πολιτικής – κρατικής κατάρρευσης που δεν μπορούν να παραγνωριστούνε)  είχε συντελεστεί ήδη κατά τη διετία 1989-1991, για την ολοκλήρωση της αντεπανάστασης απέμενε το -από μια άποψη- σημαντικότερο:  η ανατροπή  (και εδώ πρόκειται πράγματι για ανατροπή με όρους και χαρακτηριστικά ανατροπής) των σοσιαλιστικών σχέσεων ιδιοκτησίας… Η κοινωνική –  κρατική ιδιοκτησία της τεράστιας μάζας των παραγωγικών δυνάμεων της Ρωσίας «έπρεπε» να δώσει τη θέση της στην καπιταλιστική ιδιοκτησία τους, κι αυτό «έπρεπε» να γίνει με τους μοναδικούς όρους που ήταν δυνατό να γίνει, δηλαδή με όρους καταλήστευσης: Αν ο καπιταλισμός γενικά οφείλει την ύπαρξή του στην καταλήστευση της μικρής ιδιοκτησίας που έλαβε χώρα πριν από αιώνες κι έμεινε στην οικονομική του ιστορία γνωστή σαν πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου, στη Ρωσία του 1990 η «πρωταρχική καπιταλιστική συσσώρευση» δεν μπορούσε παρά να συνίσταται στην καταλήστευση της κοινωνικής παραγωγικής ιδιοκτησίας.

Αυτή όμως η επιδίωξη, είτε ως προς το γενικό της περιεχόμενο είτε ως προς τα μέσα της και τους ρυθμούς της, συναντούσε την αντίθεση του ρωσικού κοινοβούλιου το οποίο με τον τρόπο αυτό απηχούσε τις διαθέσεις της λαϊκής πλειοψηφίας. Κι έτσι η εξέλιξη της αντεπανάστασης στη Ρωσία σημαδεύτηκε από το «παράδοξο» γεγονός, ότι ενώ η σοβιετική εξουσία ανατράπηκε χωρίς όπως λένε «να ανοίξει μύτη», για την οριστική δρομολόγηση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στο πεδίο της οικονομίας η «δημοκρατία» αναγκάστηκε να βομβαρδίσει και να κάψει το πολυκομματικό της κοινοβούλιο έχοντας απέναντί της έστω και για λίγες μέρες την ένοπλη αντίσταση των υποστηρικτών του…

…Σε κάθε περίπτωση, το ποια από τις δυο πλευρές αντιπροσώπευε  στην πραγματικότητα  τη δημοκρατία, σαν ερώτημα είναι μάλλον τόσο ρητορικό όσο αυτονόητη είναι και η απάντησή του. Αυτό όμως που ίσως έχει σημασία να μελετηθεί βαθύτερα, είναι το σύνολο των ζητημάτων που αφορούν τη σχέση της πολιτικής με την οικονομία, ειδικότερα τη σχέση μεταξύ πολιτικού δημοκρατισμού και κοινωνικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής,  την ανάπτυξη αυτής της σχέσης στη διάρκεια της ιστορικά πραγματωμένης σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ και τα όρια αυτής της (ιστορικά πραγματωμένης) ανάπτυξης, επίσης την ανάπτυξη της συνείδησης -μαζί και των αυταπατών- των εργαζομένων γύρω από αυτή τη σχέση. Μια τέτοια μελέτη δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να πραγματοποιηθεί παρά μόνο στη βάση της γνωστής φράσης του Ένγκελς για τη λύση της αντίθεσης μέσω της άμεσης και χωρίς περιστροφές κατοχής της κοινωνίας πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις τις ωριμασμένες τόσο ώστε να μην επιδέχονται πια άλλη διεύθυνση εκτός από την κοινωνική: τοποθέτηση που οι συνέπειές της εκτείνονται σε οικονομία, πολιτική, σχέση μεταξύ τους, ανάπτυξη αυτής της σχέσης σαν μέρος της ανάπτυξης του κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού που συγκροτείται με αφετηρία αυτή την πρωταρχική ανατροπή.

Μετά από αυτή την κάπως μακροσκελή και ίσως φιλόδοξη εισαγωγή, ακολουθεί ένα χρονικό των γεγονότων του 1993 από τον Ριζοσπάστη της 5-10-2003. Σημειώνω ότι το χρονικό είναι γραμμένο και δημοσιευμένο πριν από μια δεκαετία, επομένως τα όσα αναφέρονται σε αυτό σε ενεστώτα χρόνο αφορούν το τότε, άσχετο αν διατηρούν ή όχι την επικαιρότητά τους και σήμερα:

***

3-4 ΟΚΤΩΒΡΗ 1993
Δέκα χρόνια από την επέλαση των τανκ στο ρωσικό Κοινοβούλιο

76076

«Ναι, έχετε δίκιο!», λένε ορισμένοι, «πράγματι, ο σοσιαλισμός είχε δώσει τα βασικά στον άνθρωπο, Υγεία, Παιδεία, κατοικία, αλλά τι να τα κάνεις; Αφού δεν υπήρχε δημοκρατία!». Και συνεχίζουν το συλλογισμό τους: «Τώρα βέβαια έχουν πολλά προβλήματα, όπως ανεργία, αβεβαιότητα για το αύριο, αλλά έχουν δημοκρατία, ελευθερία, που δεν είχαν πριν!». Σε ένα άρθρο, σίγουρα δεν μπορούμε να εξετάσουμε όλες τις πτυχές αυτών των συλλογισμών, αλλά με αφορμή και τη συμπλήρωση 10 χρόνων από τα πολύνεκρα γεγονότα της Μόσχας, θα προσπαθήσουμε να δείξουμε πως τα πράγματα σαφώς και δεν είναι έτσι! Κι αυτό γιατί τα γεγονότα που διεξήχθησαν στη Μόσχα, στις 3 και 4 Οκτώβρη 1993, όσο κι αυτά που ακολούθησαν τα επόμενα 10 χρόνια, προσφέρονται για πολλές σκέψεις, συμπεράσματα και δίνουν απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, παρουσιάζοντας ένα μικρό χρονικό των βασικών γεγονότων.

Ενα ακόμη πραξικόπημα με τη στήριξη της «διεθνούς κοινότητας»

21 Σεπτέμβρη 1993 – Ο Μπ. Γιέλτσιν υπογράφει το Προεδρικό Διάταγμα 1400, με το οποίο καταργεί το ρωσικό Κοινοβούλιο, το Συνέδριο των Λαϊκών Βουλευτών και το Ανώτατο Σοβιέτ (ΑΣ), ενώ παύει τα δικαιώματα των βουλευτών. Αργά το βράδυ, το Ανώτατο Σοβιέτ απαντά στην πρόκληση Γιέλτσιν και τον καθαιρεί από τα καθήκοντα του Προέδρου, με το σκεπτικό πως παραβίασε το Σύνταγμα. Στη θέση του, διορίζεται ο Α. Ρουτσκόι, έως τότε αντιπρόεδρος της χώρας.

22 Σεπτέμβρη 1993 – Εξω από το Κοινοβούλιο (το κτίριο του Ανωτάτου Σοβιέτ) αρχίζουν να συρρέουν χιλιάδες λαού, που τάσσονται ενάντια στις πραξικοπηματικές ενέργειες Γιέλτσιν. Ξεσπούν διαδηλώσεις σε Μόσχα, Λένινγκραντ και σε άλλες πόλεις της Ρωσίας. Ο Ρ. Χασμπουλάτοφ – πρόεδρος του ΑΣ, δίνει το βάρος στις αποφάσεις που θα πάρουν τα νομοθετικά όργανα των περιοχών της Ρωσίας. Ο Γιέλτσιν δίνει το βάρος στον έλεγχο των Ενόπλων Δυνάμεων.

23 Σεπτέμβρη 1993 – Το απόγευμα ξεκινούν στη Μόσχα οι εργασίες του Συνεδρίου των Λαϊκών Βουλευτών της Ρωσικής Ομοσπονδίας, με τη συμμετοχή 638 βουλευτών (από τους 941 εκλεγμένους). Ο Γιέλτσιν, που φαίνεται να ελέγχει τις βασικές λειτουργίες του κρατικού μηχανισμού, κόβει τις τηλεφωνικές επικοινωνίες του κτιρίου του ΑΣ. Οι πιστές στο ΑΣ αστυνομικές δυνάμεις και οι ομάδες αυτοάμυνας του ΑΣ που συγκροτήθηκαν από πολίτες εξοπλίζονται. Αργά τη νύχτα, γίνεται μια «περίεργη» επίθεση από ένοπλους στο Αρχηγείο των Ενόπλων Δυνάμεων της ΚΑΚ. Υπάρχουν τραυματίες κι ένας νεκρός. Η επίθεση χαρακτηρίζεται από το ΑΣ ως προβοκάτσια.

24 Σεπτέμβρη 1993 – Ο Γιέλτσιν, επωφελούμενος από την προβοκάτσια, προχωρεί στην περικύκλωση του κτιρίου του ΑΣ με αστυνομικές δυνάμεις. Σε πολλές πόλεις της Ρωσίας, γίνονται διαδηλώσεις, ενώ στη Μόσχα οι διαδηλωτές συγκρούονται με την Αστυνομία. Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ρωσίας ζητά «μηδενική λύση», δηλαδή την επαναφορά της κατάστασης που υπήρχε πριν το αντισυνταγματικό Διάταγμα Γιέλτσιν.

25 Σεπτέμβρη 1993 – «Μάχη» για τον έλεγχο των περιοχών της Ρωσίας. Τα νομοθετικά όργανα σε 75 από τις 89 περιοχές της Ρωσίας υποστηρίζουν το ΑΣ. Ο Γιέλτσιν προχωρά σε «ξήλωμα» όσων εκ των περιφερειαρχών διαφωνούν μαζί του. Οι εκπρόσωποι 28 περιοχών απειλούν να αρχίσουν την παρακράτηση της αποστολής των φόρων προς την κεντρική κυβέρνηση, εάν ο Γιέλτσιν δεν αναιρέσει το πραξικόπημα.

26 Σεπτέμβρη 1993 – Στο Λένινγκραντ πραγματοποιείται Σύνοδος εκπροσώπων 46 περιοχών της Ρωσίας. Οι περισσότεροι τάσσονται ενάντια στη διάλυση του Κοινοβουλίου. Πραγματοποιούνται μαζικές αντιπροεδρικές διαδηλώσεις σε πολλές πόλεις της Ρωσίας, ενώ στη Μόσχα οι υποστηρικτές του Γιέλτσιν επίσης πραγματοποιούν συγκέντρωση.

27 Σεπτέμβρη 1993 – Ο Γιέλτσιν απορρίπτει την έκκληση του Συνταγματικού Δικαστηρίου και εκπροσώπων 60 περιοχών της Ρωσίας, που πρότειναν τη «μηδενική λύση». Οι διαδηλωτές στη Μόσχα συγκρούονται με την Αστυνομία και για λίγο καταφέρνουν να «σπάσουν» το στρατιωτικό κλοιό του κτιρίου του ΑΣ.

28 Σεπτέμβρη 1993 – Δυνάμεις Αστυνομίας και Στρατού ενισχύουν την περικύκλωση του ΑΣ και υψώνουν γύρω από αυτό συρματοπλέγματα. Η κυβέρνηση απαγορεύει την έκδοση της εφημερίδας «Ναρόντναγια Πράβντα» του Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (ΚΕΚΡ) και της εφημερίδας «Ντιεν» της λεγόμενης πατριωτικής αντιπολίτευσης. Νέες συγκρούσεις διαδηλωτών και Αστυνομίας στη Μόσχα, όπου τραυματίζονται πάνω από 200 διαδηλωτές, μερικοί άντρες των ρωσικών ΜΑΤ, ενώ σκοτώνεται ένας αξιωματικός του Στρατού, που συντρίφτηκε από όχημα της Αστυνομίας.

29 Σεπτέμβρη 1993 – Η κυβέρνηση στέλνει τελεσίγραφο, ζητώντας την αποχώρηση από το κτίριο του ΑΣ, τόσο των βουλευτών, όσο και των ένοπλων υπερασπιστών του ΑΣ, που τους υπολογίζει έως 2 χιλιάδες άντρες.

30 Σεπτέμβρη 1993 – Το Συνταγματικό Δικαστήριο κι οι εκπρόσωποι 60 περιοχών της Ρωσίας ζητούν να σταματήσει ο αποκλεισμός του Κοινοβουλίου από τις στρατιωτικές δυνάμεις κι επιμένουν να εφαρμοστεί η «μηδενική λύση». Το κέντρο της Μόσχας, για άλλη μια φορά, μετατρέπεται σε χώρο οδομαχιών.

1 Οκτώβρη 1993 – Το ΑΣ και οι υπερασπιστές του αρνούνται να παραδώσουν τα όπλα, με αντάλλαγμα την επαναφορά στο κτίριο του ρεύματος, της θέρμανσης και των τηλεπικοινωνιών. Νέες συγκρούσεις Αστυνομίας και διαδηλωτών στη Μόσχα.

3 Οκτώβρη 1993 – Η διαδήλωση που είχε προγραμματιστεί από την «Εργαζόμενη Ρωσία» πριν ακόμη την υπογραφή του διατάγματος Γιέλτσιν με κοινωνικο-οικονομικά αιτήματα, παίρνει χαρακτήρα αντι-δικτατορικό, υποστήριξης του ΑΣ. Ξεσπούν συγκρούσεις μεταξύ χιλιάδων διαδηλωτών και αστυνομικών και στρατιωτικών δυνάμεων. Οι διαδηλωτές σπάνε τα μπλόκα και το απόγευμα μπαίνουν στον προαύλειο χώρο του κτιρίου του ΑΣ κι ενώνονται με τις ένοπλες ομάδες αυτοάμυνας του ΑΣ. Οι αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις υποχωρούν. Από το κτίριο της γειτονικής δημαρχίας της Μόσχας ρίχνονται «τυφλοί» πυροβολισμοί προς τους διαδηλωτές. Ομάδα ένοπλων υπερασπιστών του ΑΣ κάνει έφοδο στο κτίριο της δημαρχίας και μετά από σύντομη μάχη αφοπλίζει και συλλαμβάνει ορισμένους ενόπλους. Στην ηγεσία του ΑΣ κυριαρχεί ευφορία, αφού καταφθάνουν πληροφορίες πως μεγάλες στρατιωτικές μονάδες περνούν ή ήδη κιόλας πέρασαν στο πλευρό του ΑΣ. Ο Α. Ρουτσκόι από το μπαλκόνι του ΑΣ δίνει το σύνθημα της αποστολής ένοπλων διαδηλωτών στο κτίριο της ρωσικής τηλεόρασης, με στόχο να καταληφθεί το κτίριο και να ενημερωθεί για τις εξελίξεις και τις θέσεις του ΑΣ ο ρωσικός λαός. Εκατοντάδες διαδηλωτές, ένοπλοι και άοπλοι, ξεκινούν με κάθε μέσο για το σταθμό της τηλεόρασης, ο οποίος όμως φρουρείται από τις ειδικές στρατιωτικές δυνάμεις της ομάδας «Αλφα». Μετά από αδιέξοδες σύντομες συνομιλίες με τους εκπροσώπους του ΑΣ, η ομάδα «Αλφα» ανοίγει πυρ στο «ψαχνό». Δεκάδες νεκροί και τραυματίες διαδηλωτές γύρω από το κτίριο της ρωσικής τηλεόρασης, που παύει τη μετάδοση του προγράμματός της. Αργά το βράδυ, ο Γιέλτσιν καταφέρνει να κινητοποιήσει περίπου 1.000 ένοπλους με πολιτικά (πρόκειται κυρίως για ιδιωτικούς αστυνομικούς, μπράβους και ανθρώπους του υποκόσμου), που συγκεντρώνονται έξω από το κτίριο του Δημοτικού Συμβουλίου της Μόσχας.

4 Οκτώβρη 1993 – Με το που περνάει η 01.00 π.μ., στο κέντρο της Μόσχας, αρχίζουν να εμφανίζονται τεθωρακισμένα οχήματα του ρωσικού στρατού και τανκ, που σιγά – σιγά λαμβάνουν θέσεις γύρω από το κτίριο του ΑΣ. Πρόκειται για ειδικές δυνάμεις του στρατού και των αλεξιπτωτιστών. Πριν ξημερώσει, αρχίζει η στρατιωτική επιχείρηση κατά του ΑΣ. Με ιδιαίτερη βαρβαρότητα και χρησιμοποιώντας κάθε είδους όπλα, οι δυνάμεις του Γιέλτσιν σφυροκοπούν το κτίριο του ΑΣ, που τυλίγεται στις φλόγες. Η αντίσταση των ένοπλων ομάδων των υποστηρικτών του ΑΣ θα διαρκέσει 10 ώρες. Επίσημα οι νεκροί, αρχίζοντας από το απόγευμα της 3ης Οκτώβρη, είναι 147, οι τραυματίες 600, κι άλλοι τόσοι οι συλληφθέντες. Ορισμένες φήμες όμως μιλούν για πάνω από 1.000 νεκρούς, ενώ κάτοικοι γειτονικών σπιτιών κάνουν λόγο για εκτελέσεις των αφοπλισμένων υπερασπιστών του ΑΣ σε μικρό γήπεδο που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το κτίριο του ΑΣ. Γιατροί των «πρώτων βοηθειών» επιβεβαιώνουν πως πολλοί νεκροί είχαν πιστάγκωνα δεμένα τα χέρια τους.

5 Οκτώβρη 1993 – Ο Γιέλτσιν, με διάταγμά του, απαγορεύει την κυκλοφορία 10 ακόμη εφημερίδων της αντιπολίτευσης. Απαγορεύεται επίσης η δράση δεκάδων κομμάτων κι οργανώσεων, όπως η δράση του ΚΕΚΡ, της «Εργαζόμενης Ρωσίας», του Μετώπου Εθνικής Σωτηρίας, της Κομσομόλ, που σύμφωνα με τις αρχές είχαν ηγετικά στελέχη τους, τα οποία συμμετείχαν στις αιματηρές μάχες. Σ’ αυτές τις δυνάμεις θα απαγορευτεί και η κάθοδος στις επόμενες βουλευτικές εκλογές. Επίσης απαγορεύεται η δράση σε κόμματα, όπως το ΚΚΡΟ, που, σύμφωνα με τις αρχές, μέλη τους συμμετείχαν στα γεγονότα, χωρίς όμως την έγκριση της ηγεσίας τους. Στη δεύτερη κατηγορία θα επιτραπεί αργότερα η συμμετοχή στις εκλογές. Με δήλωσή του στο «Ρ», ο Β. Τιούλκιν, ηγετικό στέλεχος του ΚΕΚΡ, σημειώνει: «Το κόμμα μας δεν είναι από εκείνα τα κόμματα που διαλύονται με διατάγματα».

6 Οκτώβρη 1993 – Η «διεθνής κοινότητα» εκφράζει την «ανακούφισή» της για την κατάληξη των γεγονότων, όπως και την υποστήριξή της προς τον Γιέλτσιν. Ο «Ρ» δημοσιεύει μιαν ακόμη ανακοίνωση του ΚΚΕ, με την οποία καταγγέλλεται το καθεστώς Γιέλτσιν, η κατάπνιξη της δημοκρατίας και του θεσμού του Κοινοβουλίου. Στην ανακοίνωση καυτηριάζεται και η στάση των ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΝ, που συντάχθηκαν με τον Γιέλτσιν για το «καλό της προώθησης των μεταρρυθμίσεων». Χαρακτηριστικά, ο ΣΥΝ για άλλη μια φορά επίσημα παίρνει «ίσες αποστάσεις» από το «θύμα» και το «θύτη», ενώ χαρακτηρίζει τους υποστηρικτές του Κοινοβουλίου ως «νοσταλγούς του παρελθόντος», ουσιαστικά υποστηρίζοντας τον Γιέλτσιν.

7 Οκτώβρη 1993 – Η «έπαρση» των υποστηρικτών του Γιέλτσιν είναι τέτοια, που ζητούν τη λήψη μέτρων ακόμη κι ενάντια σε εφημερίδες του …εξωτερικού, όπως ο «Ρ». Ο Γιέλτσιν προκηρύσσει εκλογές για το Δεκέμβρη, που θα διεξαχθούν σε κλίμα λογοκρισίας, αντικομμουνισμού και νοθείας. Μαζί εγκρίνεται και το νέο αστικό Σύνταγμα της χώρας. Για την έγκρισή του, απαιτούνταν η συμμετοχή τουλάχιστον του 50% των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους. Το ΚΕΚΡ καλεί σε αποχή, ενώ το ΚΚΡΟ συμμετέχει (και συγκεντρώνει ποσοστό 12,4%). Στις εκλογές και στο δημοψήφισμα η συμμετοχή φτάνει στο 54,37%, ενώ το υπόλοιπο 45,6% των ψηφοφόρων απέχει! Το 41,56% από αυτούς που συμμετείχαν ψήφισαν ενάντια στην έγκριση του νέου αστικού Συντάγματος! Δηλαδή, αυτό σημαίνει (ακόμη κι αν δεχτούμε πως δεν έγινε νοθεία στο δημοψήφισμα) πως το νέο αστικό Σύνταγμα της Ρωσίας, που ισχύει έως τα σήμερα, είχε (το 1993) την υποστήριξη του 31% των ψηφοφόρων, τη στιγμή που το υπόλοιπο 69% των Ρώσων πολιτών τάχθηκε, με τον έναν ή άλλο τρόπο, ενάντια σ’ αυτό.

Αξίζει να σημειωθεί πως αυτή η αντιπαράθεση Προέδρου – ρωσικού Κοινοβουλίου υπέβοσκε για αρκετούς μήνες και βέβαια δεν αφορούσε σε προσωπικές αντιπαλότητες, αλλά σε σοβαρές διαφωνίες γύρω από τους ρυθμούς της καπιταλιστικοποίησης της Ρωσίας. Ετσι, οι δυνάμεις, εσωτερικές κι εξωτερικές, που εξέφρασε ο Γιέλτσιν σ’ αυτήν τη σύγκρουση, ήθελαν με γοργούς ρυθμούς και χωρίς ενδοιασμούς να δώσουν τα μέσα παραγωγής στους λιγοστούς «μεγαλοκαρχαρίες» και, ταυτόχρονα, να ξεφορτωθούν καθετί που θύμιζε το σοσιαλισμό, ακόμη και το σύστημα των Σοβιέτ, που πλέον μόνο στο όνομα θύμιζε το προηγούμενο σύστημα. Οι δυνάμεις που συσπειρώθηκαν γύρω από το ΑΣ, μέσα κι έξω από αυτό, είχαν διαφορετικούς προσανατολισμούς. Υπήρχαν οι φιλοσοσιαλιστικές δυνάμεις, που είχαν την πλειοψηφία στους δρόμους, όσων ανθρώπων δηλαδή κινητοποιήθηκαν εκείνες τις ημέρες ενάντια στην αντισυνταγματική αυθαιρεσία του Γιέλτσιν και υπήρχαν και οι δυνάμεις που δε διαφωνούσαν με τη συνέχιση της καπιταλιστικοποίησης, αλλά ήθελαν αυτή να έχει πιο αργούς ρυθμούς και με «δικλείδες» κοινοβουλευτικού ελέγχου, αυτές οι δυνάμεις είχαν το έλεγχο της ηγεσίας του ΑΣ. Συνολικά όμως, οι δυνάμεις που ενώθηκαν γύρω από το ΑΣ, αν και είχαν διαφορετικές αφετηρίες και προσανατολισμούς, σ’ εκείνη τη δεδομένη ιστορική στιγμή υπερασπίστηκαν ορισμένες στοιχειώδεις αστικές ελευθερίες, που κουρελιάζονταν με το διάταγμα 1400 του Γιέλτσιν.

76077
Αναπάντητα ερωτήματα

Από τα παραπάνω προκύπτουν ορισμένα εύλογα ερωτήματα για τη στάση πολιτικών δυνάμεων, που, κατά τα άλλα, «διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους» για τη δημοκρατία:

Τελικά, γιατί η «διεθνής κοινότητα», αλλά και όλοι αυτοί που κόπτονταν για τα «δημοκρατικά δικαιώματα» επί ΕΣΣΔ (το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ, ο ΣΥΝ) δεν έβγαλαν «άχνα» σχετικά με την «εκτέλεση» του ρωσικού Κοινοβουλίου ή και υποστήριξαν την αιματηρή καταστολή του;

Γιατί υποστήριξαν ολόψυχα έναν άνθρωπο, τον Πρόεδρο Γιέλτσιν, που κατακουρέλιασε τους αστικούς θεσμούς και πρώτα απ’ όλα το Σύνταγμα της χώρας του, στο οποίο είχε ορκιστεί πίστη;

Γιατί, νωρίτερα, οι ίδιες δυνάμεις, όχι μόνο δε θεώρησαν καταπάτηση της δημοκρατίας, αλλά χαιρέτισαν κιόλας το γεγονός της διάλυσης της ΕΣΣΔ, το 1991, τη στιγμή που το 76% του σοβιετικού λαού, λίγους μόλις μήνες πριν, είχε ταχθεί υπέρ της διατήρησής της; Πόσο «δημοκρατική» είναι μια τέτοια στάση τους;

Γιατί υποστήριξαν την ανατροπή του σοσιαλισμού, όταν οι ηγέτες, όπως ο Γιέλτσιν, που προχώρησαν σ’ αυτήν κέρδισαν τις εκλογές με το σύνθημα «περισσότερος σοσιαλισμός», κι όχι βέβαια με το σύνθημα της «επιστροφής στον καπιταλισμό»;

Γιατί έκλεισαν τα μάτια και βούλωσαν τα αυτιά τους στο όργιο νοθείας που ακολούθησε σε όλες (!!!) τις εκλογικές μάχες πανεθνικής σημασίας, που ακολούθησαν στη Ρωσία από το 1993 έως τα σήμερα;

Σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν έχουν δοθεί, κι ούτε νομίζουμε πως θα μπορέσουν ποτέ οι εκπρόσωποι των παραπάνω πολιτικών δυνάμεων να δώσουν σοβαρές απαντήσεις. Κι αυτό, γιατί η «δημοκρατία» που επαγγέλλονται έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά.

Τι ακριβώς σημαίνει «δημοκρατία» στα πλαίσια του καπιταλισμού, το έδειξε στους Ρώσους εργαζόμενους εκείνο το τριήμερο, 3-5 Οκτώβρη 1993, ο Μπορίς Γιέλτσιν, στέλνοντας τα τανκ στο Κοινοβούλιο, κινητοποιώντας όλα τα ένοπλα αποβράσματα της «νέας» καπιταλιστικής κοινωνίας, απαγορεύοντας πολιτικά κόμματα κι εφημερίδες, καταστέλλοντας την ισχύ δεκάδων άρθρων του Συντάγματος. Ποιος μπορεί να αντικρούσει ότι επρόκειτο για την επικράτηση της «δημοκρατίας» της νεοαστικής τάξης της Ρωσίας, που μόλις είχε αρχίσει να βάζει στο χέρι τον τεράστιο πλούτο της χώρας; Ποιος μπορεί να διαφωνήσει ότι επρόκειτο ακριβώς για τη διαφύλαξη αυτής ακριβώς της «ελευθερίας» της νεοαστικής ρωσικής τάξης να συνεχίσει το πλιάτσικο της δημόσιας περιουσίας; Τα αιματηρά γεγονότα του Οκτώβρη 1993, αλλά και η συμπεριφορά της «διεθνούς κοινότητας» κατέρριψαν για πρώτη φορά στη Ρωσία της καπιταλιστικής παλινόρθωσης το μύθο ότι υπάρχει δήθεν «αμόλυντη» και «καθαρή» δημοκρατία. Εδειξαν, για άλλη μια φορά, πως η δημοκρατία και η ελευθερία έχουν ταξικό, ταξικότατο περιεχόμενο! Πως στην κοινωνία, όπου υπάρχουν ανταγωνιστικές κοινωνικές τάξεις και μάλιστα τη στιγμή που μπαίνει το ερώτημα «ποιος – ποιον;» οι «δημοκρατικές» λογοκοπίες σταματούν και εμφανίζεται κατάματα όλη η κοινωνική πραγματικότητα.

Η ρωσική «δημοκρατία» σήμερα

Τα γεγονότα που εξελίχθηκαν στη Ρωσία τα επόμενα δέκα χρόνια, από τον Οκτώβρη του 1993, επιβεβαίωσαν πως αυτή η «δημοκρατία» είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της διαχείρισης του καπιταλισμού, στην προσπάθεια διαιώνισής του. Ας πάρουμε ορισμένα παραδείγματα, για τα οποία βέβαια όσοι στο παρελθόν φρύαζαν για την καταπάτηση της ελευθερίας από το «απολυταρχικό κομμουνιστικό καθεστώς», τώρα κοιτάζουν αδιάφορα:

1. Στους χώρους εργασίας, σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, απαγορεύτηκαν κι εξακολουθούν να απαγορεύονται οι οργανώσεις βάσεις των πολιτικών κομμάτων. Μέτρο, που ευθέως στράφηκε ενάντια στους κομμουνιστές, τη μόνη πολιτική δύναμη που είχε τη δυνατότητα συγκρότησης ΚΟΒ στους χώρους δουλιάς.

2. Καταργήθηκε το δικαίωμα του συνδικάτου να αποτρέπει απολύσεις και να έχει βαρυσήμαντο λόγο στα σχέδια και τις προτεραιότητες της επιχείρησης.

3. Ολα τα μεγάλα ΜΜΕ, εφημερίδες, περιοδικά, τηλεοράσεις, από δημόσια ιδιοκτησία ή ιδιοκτησία κοινωνικών φορέων που ήταν, πέρασαν στα χέρια ελάχιστων ανθρώπων και φατριών. Από τα μεγάλα ΜΜΕ γίνεται συστηματική αντικομμουνιστική και αντισοσιαλιστική προπαγάνδα, ενώ δε δίνεται καμία ευκαιρία στους εκπροσώπους των ΚΚ να απαντήσουν στις συκοφαντίες και στα ψέματα.

4. Καθιερώθηκε εκλογικό όριο 5% εισόδου στο Κοινοβούλιο, το οποίο από τις επόμενες εκλογές ανεβαίνει στο 7%, ενώ εφαρμόστηκε μονοεδρικό σύστημα για τις μισές έδρες του Κοινοβουλίου. Το τελευταίο, διαπιστωμένα, οδηγεί στην επικράτηση υποψηφίων που έχουν τη δυνατότητα να ξοδέψουν πολύ χρήμα, τραπεζιτών, επιχειρηματιών κλπ.

5. Σε όλες τις εκλογές πανεθνικής σημασίας γίνεται νοθεία μεγάλης κλίμακας. Χαρακτηριστικά, από τις δεκάδες υποθέσεις που εκκρεμούν από τις προηγούμενες εκλογές του 1999, εκδικάστηκε μόνο μία (!), με την οποία «επιστράφηκαν» στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ) 250.000 κλεμμένες ψήφοι από μόνο μια (!) περιοχή της Ρωσίας.

6. Μόλις έγινε προσπάθεια από τους κομμουνιστές (το 2002) να τεθεί σε δημοψήφισμα το πού θα πρέπει να ανήκουν ο φυσικός πλούτος και οι βασικοί τομείς της οικονομίας (σε ιδιώτες ή στο Δημόσιο), έγινε αλλαγή του νόμου και το δικαίωμα του δημοψηφίσματος συρρικνώθηκε στο ελάχιστο, κάνοντας τεχνικά ανέφικτη τη διεξαγωγή του. Η αλλαγή του νόμου έγινε κατά παράβαση του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής. Παρ’ όλα αυτά, το Συνταγματικό Δικαστήριο (με μια ψήφο κατά) ενέκρινε απόφαση, με την οποία νομιμοποιεί αυτήν την αντιδημοκρατική αυθαιρεσία.

7. Πρόσφατα (Αύγουστος 2003) με κυβερνητική εντολή, αφού «καρατομήθηκε» ο διευθυντής της μόνης εναπομείνασας δημόσιας εταιρίας δημοσκοπήσεων, αποφασίστηκε η «ανασυγκρότηση» και η παράδοση αυτής της εταιρίας στους ιδιώτες. Το «λάθος» της ήταν να παρουσιάσει δημοσκόπηση, στην οποία φαινόταν προβάδισμα των κομμουνιστών έναντι του κόμματος «Ενιαία Ρωσία», που στηρίζει ο Πούτιν.

8. Εγκρίθηκε νέος νόμος για τα πολιτικά κόμματα, ο οποίος επιτρέπει την πλήρη διείσδυση των κρατικών υπηρεσιών στο εσωτερικό των πολιτικών κομμάτων, σε όλες τις δραστηριότητές τους. Επίσης κάθε κόμμα, αν θέλει να θεωρείται τέτοιο και να μπορεί να συμμετέχει στις εκλογές, θα πρέπει να παραδώσει στις αρχές τα στοιχεία 10.000 μελών του (ονοματεπώνυμο, αριθμός ταυτότητα, διεύθυνση κλπ.). Οι αρχές δημιουργούν ειδικές υπηρεσίες ελέγχου της φερεγγυότητας των κομμάτων, που, κοντά στα άλλα, υποχρεώνονται κάθε χρόνο να παρουσιάζουν στις αρχές έκθεση για την αυξομείωση των μελών τους, όπως και των οικονομικών τους. Κάθε ενισχυτής του κόμματος, ακόμη και για ευτελές ποσό, πρέπει να είναι επώνυμος, σε διαφορετική περίπτωση το κόμμα υπόκειται κυρώσεις, έως και απαγορεύεται. Είναι φανερό ότι αυτό, όπως και άλλες διατάξεις του συγκεκριμένου νόμου, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για προβοκάτσιες σε βάρος των κομμάτων της αντιπολίτευσης.

9. Εγκρίθηκε νόμος «Για την καταπολέμηση της εξτρεμιστικής δραστηριότητας», που ήδη χρησιμοποιείται ενάντια στα κομμουνιστικά κόμματα και άλλες ριζοσπαστικές οργανώσεις, με στόχο τον περιορισμό και την καταστολή της δράσης τους.

10. Το υπουργείο Δικαιοσύνης της Ρωσίας αρνήθηκε να νομιμοποιήσει το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας – Επαναστατικό Κόμμα των κομμουνιστών, επειδή στον τίτλο του υπήρχε η λέξη (!) «Επαναστατικό». Το κόμμα αυτό μπροστά στον κίνδυνο να μην μπορεί να συμμετέχει στη δημόσια πολιτική ζωή, όπως στις εκλογές, αναγκάστηκε να αφαιρέσει τη συγκεκριμένη λέξη και αναγνωρίστηκε από το παραπάνω υπουργείο ως Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας – Κόμμα Κομμουνιστών της Ρωσίας.

11. Με Προεδρικό Διάταγμα (του Πούτιν), ο πρώην Πρόεδρος Μπ. Γιέλτσιν και όλα τα μέλη της οικογένειάς του (!) απαλλάσσονται από κάθε κατηγορία για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη έκαναν στη διάρκεια της προεδρικής θητείας του Γιέλτσιν.

12. Την ώρα που εγκληματίες του τσετσενικού πολέμου αμνηστεύονται κι επιστρέφουν στην Τσετσενία ως ανώτατοι «κρατικοί λειτουργοί», στη φυλακή βρίσκονται, με βαρύτατες πολυετείς καταδίκες, ορισμένα νέα παιδιά της επαναστατικής Κομσομόλ, που κατηγορούνται από τις αρχές για έκρηξη βόμβας που προκάλεσε μικρές υλικές καταστροφές. Η καταδίκη, όπως καταγγέλλει η επιτροπή υπεράσπισης, έγινε παρά τη σαφή άρνηση των κατηγορουμένων ότι τοποθέτησαν τη βόμβα, χωρίς σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία και κατά παράβαση της υπάρχουσας νομοθεσίας. Να θυμίσουμε πως όταν στο παρελθόν διάφοροι «αντιφρονούντες», όπως ο Σάχαροφ, έμπαιναν από το σοβιετικό καθεστώς σε κατ’ οίκο περιορισμό, τα αστικά ΜΜΕ όλου του «ελεύθερου κόσμου» αφηνίαζαν. Τώρα σιωπούν…

Αυτή η ντουζίνα τρανταχτών παραδειγμάτων είναι αρκετή για να δούμε το τι είδους «δημοκρατία», ή «δημοκρατία» για ποιον, υπάρχει στη σημερινή καπιταλιστική Ρωσία. Αλλά και η σημερινή σιωπή, όσων στο παρελθόν ήταν «λαλίστατοι» και λάβροι κατά της ΕΣΣΔ και σήμερα κατά της Κούβας, για τα ζητήματα της δημοκρατίας, δε δείχνει τίποτα άλλο πέρα από την υποκρισία τους!


καπιταλιστικές σχέσεις – τεχνολογία – σοσιαλισμός

http://vathikokkino.com/2013/03/γιώργος-ρούσης-περί-παραγωγικής-ανασ/

Προσπερνώντας, με ανάμικτες σκέψεις και συναισθήματα, το αν «αιτία της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης είναι η πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους», σαν ερμηνεία που έχει εξαρχής αναχθεί  στην τελική αφαίρεση, μπαίνουμε στο θέμα:

«Αν λοιπόν για τους κλασικούς του μαρξισμού οι επαναστάσεις αποτελούσαν τις ατμομηχανές της ιστορίας για τον Benjamin αυτές θα έπρεπε να λειτουργούν ταυτόχρονα σαν το χειρόφρενο εκείνο του τρένου της ιστορίας, που έχει μπει αλόγιστα στις ράγες της προόδου.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με την κρίση; Αμεσότατη. Και τούτο διότι αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η ανάπτυξη των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων είναι αδύνατον να χωρέσει στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, και ως εκ τούτου, η επιμονή διατήρησης αυτών των σχέσεων , προσδίδει σε αυτήν την ανάπτυξη έναν αρνητικό χαρακτήρα, κυρίως μέσω της ανεργίας που αυτή προκαλεί.

Ταυτόχρονα όμως, πέρα από την αναγκαιότητα της αλλαγής των παραγωγικών σχέσεων και μιας διαφορετικής χρήσης των υπαρχουσών υλικών παραγωγικών δυνάμεων, στα πλαίσια της απαραίτητης παραγωγικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας μας, τίθεται επί τάπητος τόσο ένας ποιοτικά διαφορετικός προσανατολισμός της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, όσο κι’ ένας διαφορετικός ρυθμός, που δεν θα καθορίζονται από το κυνήγι του κέρδους.»

Πέρα από την αγχώδη, παρακάτω, προσπάθεια διαχωρισμού θέσης από «την καθυστερημένη Σοβιετική κοινωνία» (σε 3 λέξεις  ξεκαθαρίστηκαν οι λογαριασμοί με αυτό το «ιστορικό ανέκδοτο», εξασφαλίστηκε η «ελκυστικότητα του σοσιαλισμού», και μαζί της -ας μου επιτραπεί- και μια κάποια έξωθεν καλή μαρτυρία σε προσωπικό επίπεδο, μαζί και με μια ενυπάρχουσα αντίφαση περι «καθυστερημένης κοινωνίας» με «κύριο μέλημα της την κούρσα της τεχνολογικής προόδου» – λες, επίσης, και σε κάθε περίπτωση συνθηκών «πρόσκαιρης» συνύπαρξης με τον ιμπεριαλισμό η τάση μιας ισόμετρης ανάπτυξης που -ακριβώς- δεν υποτάσσεται στο κυνήγι του κέρδους, δεν θα εμφανιζόταν συγκριτικά σαν «καθυστέρηση» σε σχέση με το τελευταίο μοντέλο της μπουγκάτι), πέρα λοιπόν από αυτά, το νόημα είναι ότι οι τεχνική ανάπτυξη δεν χωρά στις καπιταλιστικές σχέσεις που τη γεννάνε, και τη γεννάνε με αυτούς τους ποσοτικούς-ποιοτικούς ρυθμούς και κατευθύνσεις αποκλειστικά λόγω του συναγωνισμού: Δεν χωρά στις παραγωγικές σχέσεις που αναγκαστικά τη γεννάνε, με τέτοια ποσότητα και με τέτοιο τρόπο, και ταυτόχρονα τη γεννάνε στη μια μεριά, με τίμημα την τεχνική ερημιά και καθυστέρηση στην άλλη. Θα «έφτανε» αυτή η «άλλη μεριά» να μην αφεθεί στη «μοίρα» της εγκατάλειψης για να καταστεί η ανάπτυξη ολόπλευρη και ταυτόχρονα να εκπληρώνεται η «προφητεία» για το «χειρόφρενο», μ’ άλλα λόγια να βρεθούν σε αντιστοιχία ρυθμού και προσανατολισμών η ανάπτυξη της τεχνικής κι η πνευματική-ηθική-σωματική ανάπτυξη του ανθρώπου, χωρίς  να σημαίνει ότι όλα αυτά μπορούν να παραδοθούν στον αυτόματο πιλότο των σοσιαλιστικών σχέσεων, που μέρος της φύσης τους είναι ότι -σε αντίθεση με τον αυτόματο πιλότο της αγοράς, του συναγωνισμού κλπ- τέτοιος στο σοσιαλισμό δεν υπάρχει.