Οι «120 δόσεις» και η χθεσινη ανακοίνωση του ΚΚΕ

Στην προηγούμενη ανάρτηση του μπλογκ παρουσιάσαμε το ζήτημα των χρεών προς το δημόσιο τοποθετημένο στο όχι ιδεατό αλλά εντελώς πραγματικό και εντελώς προσωπικό πεδίο των οφειλών που συσσωρεύτηκαν στις πλάτες ενός αυτοαπασχολούμενου, κατά κύριο λόγο από τη ληστρική φορολόγηση του εισοδήματος μετά την κατάργηση του αφορολόγητου ορίου των 12.000 ευρώ και τη θέσπιση του «τέλους επιτηδεύματος», κατά το χρονικό διάστημα 2012-2017.

Συνοψίζοντας τα στοιχεία αυτών των 6 χρόνων:

Πραγματικό μέσο ετήσιο εισόδημα = 3238,7 ευρώ. 

Μέσο ετήσιο «τεκμαρτό εισδόδημα» = 7880 ευρώ.

Μέσος ετήσιος φόρος εισοδήματος (μαζί και με το «τέλος επιτηδέυματος») = 3075,61 ευρώ. 

Μέσος ετήσιος φόρος που παρακρατήθηκε «αυτόματα» = 1010,84 ευρώ.

Μέσο ετήσιο χρέος από φορολόγηση του εισοδήματος (χωρίς τις μετέπειτα προσαυξήσεις) = 1445,4 ευρώ. 

Σημερινές οφειλές, όπως εμφανίζονται στο «TAXIS»:

Από φόρο εισοδήματος (και «τέλος επιτηδεύματος»), σύνολο 15486,23 ευρώ, εκ των οποίων το αρχικό χρέος χωρίς τις προσαυξήσεις = 11770,62 ευρώ.

Σύνολο οφειλών (εισόδημα/»τέλος επιτηδεύματος», ΕΕΤΗΔΕ/ΕΝΦΙΑ, «τέλη κυκλοφορίας») 19494,34, εκ των οποίων το αρχικό χρέος (με τον διπλασιασμό του απλήρωτου τέλους κυκλοφορίας και χωρίς τις άλλες προσαυξήσεις) = 14744,20. 

Δεν θα κάνω περισσότερα σχόλια, τα σχόλια έχουν κατά βάση γίνει στην προηγούμενη ανάρτηση. Όποιος έχει μάτια βλέπει κι όποιος ξέρει ανάγνωση μπορεί να συγκρίνει τα ποσά του εισοδήματος, της φορολόγησης και του χρέους. Κι όποιος ξέρει απλή αριθμητική μπορεί να τοποθετήσει αυτά τα δεδομένα  πάνω από τον παρονομαστή των φοροληστρικών μέτρων (κατάργηση αφορολόγητου ορίου και επιβολή «τέλους επιτηδεύματος»)  και να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα για την κατάσταση αυτή στο σύνολό της, και όχι στο 90 80 ή 70% της, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στο συγκεκριμένο προσωπικό δείγμα που εκτίθεται στην προηγούμενη και σε αυτή την ανάρτηση προς τέρψη του αναγνωστικού κοινού. [1]

***

Σχετικά με το ζήτημα των «120 δόσεων» για χρέη στο δημόσιο (και στα ασφαλιστικά ταμεία) εκδόθηκε χθες ανακοίνωση του Τμήματος ΕΒΕ της ΚΕ του ΚΚΕ.

Μέσα σε όλα τα σωστά που περιλαμβάνει (άμεση επαναφορά του αφορολόγητου ορίου για τους αυτοαπασχολούμενους στα 12.000 ευρώ, προσαυξανόμενο κατά 3.000 ανά προστατευόμενο μέλος, κατάργηση χαρατσιών όπως ο ΕΝΦΙΑ και το τέλος επιτηδεύματος και τα υπόλοιπα), η ανακοίνωση αυτή βάζει σαν «αίτημα» και την «κατάργηση του 30% του χρέους για αυτοαπασχολούμενους με εισόδημα έως 12.000 ευρώ».

Πρώτο και γενικό ερώτημα: Τι σχέση έχει αυτό το «αίτημα» με την πάλη για την ανάκτηση όλων των απωλειών που είχαν οι εργαζόμενοι στα χρόνια της «κρίσης» και των «μνημονίων»;

Οι απώλειες των αυτοαπασχολούμενων κατά την προηγούμενη δεκαετία, περιλαμβάνουν όλους τους φόρους που επιβλήθηκαν και όλες τις οφειλές που συσσωρεύτηκαν λόγω της κατάργησης του αφορολόγητου όριου και της θέσπισης «τελών» όπως το τέλος επιτηδεύματος και το ΕΕΤΗΔΕ/ΕΝΦΙΑ.

Ένα «αίτημα», λοιπόν, όπως η «κατάργηση του 30% του χρέους» – ακόμα και με τη διαγραφή των προσαυξήσεων, όπως διατυπώνεται στην ανακοίνωση – δεν ισοδυναμεί παρά με «αίτημα» ανάκτησης των απωλειών κατά… 30%.

Ισοδυναμεί επίσης με την κατά 70% αναγνώριση και «νομιμοποίηση» αυτών των απωλειών και της φοροληστρικής πολιτικής που ακολουθήθηκε τα προηγούμενα χρόνια από όλες τις κυβερνήσεις  που τσαλαπάτησαν και τσαλαπατούν τη ζωή των εργαζομένων για να αυξηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου και να στερεωθεί η εξουσία του.

Και αλήθεια, όταν η αφετηρία αυτών των απωλειών βρίσκεται στις συγκεκριμένες «ρυθμίσεις» (κατάργηση αφορολόγητου ορίου, «τέλος επιτηδεύματος», ΕΕΤΗΔΕ/ΕΝΦΙΑ κλπ) και όταν αυτές οι απώλειες αποτελούν συνέπεια των συγκεκριμένων «ρυθμίσεων», ποια πολιτική ή άλλη λογική υπαγορεύει την παράκαμψη της αφετηρίας του προβλήματος και την αντιμετώπισή του με τη μορφή «παζαριού», 30% κλπ, για τις απώλεις που θα «ανακτηθούν» και τις απώλειες που επί της ουσίας «νομιμοποιούνται»;

Και ποια λογική υπαγορεύει ακόμα και τον συγκεκριμένο καθορισμό του «αιτήματος», δηλαδή το συγκεκριμένο ποσοστό «ανάκτησης των απωλειών»; Γιατί 30%; Γιατί όχι 20% ή 40%; Απάντηση σε αυτό δεν μπορεί να δοθεί… Και δεν μπορεί να δοθεί γιατί το ίδιο το «αίτημα» δεν υπακούει σε καμία συνέπεια, η οποία και θα υπαγόρευε ένα καθορισμένο διεκδικητικό περιεχόμενο. Κι αφού δεν υπακούει σε καμία διεκδικητική συνέπεια δεν απομένει παρά ένα «αίτημα» πρόσφορο στην διαπραγμάτευση της κολοκυθιάς: 30 τοις εκατό! Και γιατί 30 τοις εκατό; Αμ πόσο τοις εκατό;

***

100-30=70 και, επιστρέφοντας εντός παρενθέσεως στο πραγματικό προσωπικό μας δείγμα, 70% των σημερινών συνολικών οφειλών εισοδήματος (χωρίς τις προσαυξήσεις) ύψους 11770,62 ευρώ, μας κάνει 8249,43 ευρώ. Αποτελεί λοιπόν «αίτημα» η αναγνώριση ενός συνόλου οφειλών εισοδήματος, κατασκευασμένου μέσα σε μια εξαετία, το οποίο σύνολο υπερβαίνει το μέσο ετήσιο «τεκμαρτό» εισόδημα αυτής της εξαετίας και είναι υπερδιπλάσιο από το μέσο ετήσιο πραγματικό εισόδημα αυτής της εξαετίας!

Και σε σχέση με τις συνολικές οφειλές αυτής της εξαετίας,  ύψους (χωρίς τις προσαυξήσεις) 14744,20 ευρώ, αποτελεί «αίτημα»  η αναγνώριση – στα καλά καθούμενα – του 70% αυτής της συνολικής «οφειλής», δηλαδή ενός χρέους 10320,94 ευρώ,  που  ξεπερνά το 130% του μέσου ετήσιου «τεκμαρτού» εισοδήματος και είναι υπερτριπλάσιο από το μέσο ετήσιο πραγματικό εισόδημα αυτής της εξαετίας.

***

«Ο γάιδαρος δεν πετάει όσοι νόμοι κι αν προβλέπουν το αντίθετο», γράφαμε στην προηγούμενη ανάρτηση, και εδώ επιμένουμε σε αυτή τη θέση που έχει ισχύ καθολικού νόμου.

Δεν υπάρχει άλλο πραγματικά (και όχι ευκαιριακά και τυχαία) καθορισμένο διεκδικητικό περιεχόμενο από την ανάκτηση όλων των απωλειών της προηγούμενης δεκαετίας, και αυτό το πραγματικά καθορισμένο διεκδικητικό περιεχόμενο εν προκειμένω εξειδικεύεται αποκλειστικά και μόνο στην ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ για όλους του αφορολόγητου όριου των 12000 ευρώ (προσαυξημένου για κάθε προστατευόμενο μέλος) και μάλιστα ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ από τη στιγμή της κατάργησής του, στην επίσης αναδρομική κατάργηση των τελών και χαρατσιών, στο ΣΒΗΣΙΜΟ των «οφειλών» που προέρχονται από την κατάργηση του αφορολόγητου και τα χαράτσια, και στην ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ τους (σε 120 δόσεις!) σε όσους τις έχουν πληρώσει όλες ή μέρος τους.

***

Αγωνιστικά με τα ψηφοδέλτια του ΚΚΕ στις κάλπες, μαχητικά και χωρίς εκπτώσεις στους καθημερινούς διεκδικητικούς αγώνες!

=========================================

[1] Μένει ίσως να γίνει λόγος για τη «νομοτέλεια». Αν θεωρηθεί ότι στα δεδομένα που παραθέτουμε αντικατοπτρίζεται η νομοτέλεια χωρίς διαθλάσεις και άλλες παραμορφώσεις, πρέπει ωστόσο να υπογραμμιστεί το εξής: Αν κάπου αντικατοπτρίζεται η νομοτέλεια, είναι στο ύψος των εισοδημάτων. Τα ποσά των φόρων και των οφειλών δεν αντικατοπτρίζουν τη «νομοτέλεια» αλλά τη σκόπιμη πολιτική υλοποίηση των στόχων της εξουσίας των μονοπωλίων, η οποία ως φαίνεται δεν έχει εμπιστοσύνη στη… νομοτέλεια ή έστω στην ταχύτητα πραγμάτωσής της και επιβάλλει το περιεχόμενό «της» με τη γνωστή μέθοδο του προκρούστη.

 


Σε 120 δόσεις να τα ΣΒΗΣΟΥΝΕ

Ειρωνεία και εμπαιγμό συνιστά η προετοιμαζόμενη ρύθμιση για πληρωμή σε 120 δόσεις των χρεών προς το δημόσιο, όπως ειρωνεία και εμπαιγμό συνιστά και ο χαρακτηρισμός της ως «ιδιαίτερα γενναιόδωρης».

Για την κατανόηση αυτής της πραγματικότητας δεν αρκούν οι κατά τα άλλα χρήσιμες  απεικονίσεις της ποσοτικής κατανομής οφειλετών και ληξιπρόθεσμων χρεών. Τα αφηρημένα ποσοτικά μεγέθη δεν απεικονίζουν την συγκεκριμένη πραγματικότητα όπως αυτή προσωποποιείται – σε ένα μάλλον τυπικό δείγμα – ως εξής:

Επάγγελμα δικηγόρος, αυτοαπασχολούμενος, με έναρξη το 2005.

Εισοδήματα των ετών 2006, 2007, 2008, 2009: 5294.20, 5314.60, 6209.46 και 9933.83 ευρώ αντίστοιχα. [1]

Μέχρι τότε ισχύει το αφορολόγητο όριο των 12000 ευρώ και επομένως ο φόρος εισοδήματος είναι μηδενικός. Φυσικά, όπως είναι αυταπόδεικτο από το ύψος των παραπάνω εισοδημάτων, αυτά ξοδεύονται εξ ολοκλήρου για πραγματικές και «ανελαστικές» καταναλωτικές ανάγκες, και επομένως – αν και «αφορολόγητα» – φορολογούνται εξ ολοκλήρου μέσω του ΦΠΑ και των λοιπών φόρων και τελών κατανάλωσης (καυσίμων, καπνού, καρτοκινητής κ.ο.κ.)

Για το 2010, με πραγματικό εισόδημα 5664.13 ευρώ και «τεκμαρτό» 7400, επιβάλλεται φορολόγηση 61,50 ευρώ. Το ποσό έχει ήδη παρακρατηθεί οπότε, για την ώρα, οφειλή μηδέν…

Για το εισόδημα του 2011 (4153.17 ευρώ πραγματικό και 7400 «τεκμαρτό») τα πράγματα σοβαρεύουν: Στον φόρο εισοδήματος των 240,90 ευρώ προστίθενται και τα 400 ευρώ του κεφαλικού «τέλους επιτηδεύματος», που η επιβολή του συνοδεύει την κατάργηση του αφορολόγητου όριου των 12000 ευρώ… Και πάλι όμως, το συνολικό ποσό των 640,90 ευρώ έχει ήδη παρακρατηθεί, οπότε κι αυτή τη χρονιά: Οφειλές μηδέν…

Εισόδημα 2012: 2110 ευρώ. «Τεκμαρτό»: 7400 ευρώ. Φόρος: 285 ευρώ + «τέλος επιτηδεύματος»: 650 ευρώ = 935 ευρώ. Καθώς 316,50 ευρώ έχουν ήδη παρακρατηθεί, η «παρθενική» οφειλή ανέρχεται στο ποσό 618,02 ευρώ.

Το 2013, εισόδημα 1545 ευρώ και «τεκμαρτό» 7400. Στον φόρο των 1924 ευρώ και το «τέλος επιτηδεύματος» των 650 ευρώ έρχονται να προστεθούν και 826,45 ευρώ ως «προκαταβολή» του φόρου της επόμενης χρονιάς (2014). Σύνολο 3400,45 ευρώ, δηλαδή το υπερδιπλάσιο του πραγματικού και σχεδόν το μισό του «τεκμαρτού» εισοδήματος. Η ετησία εκκαθάριση, με την αφαίρεση του παρακρατημένου φόρου, προσθέτει στην περσινή οφειλή άλλα 3168,70 ευρώ.

2014, εισόδημα 3071,80 και «τεκμαρτό» 7400, φόρος 1924 ευρώ, «τέλος επιτηδεύματος» 650, προκαταβολή για το 2015 718,88, σύνολο 3292.88 και οφειλή κατά την εκκαθάριση άλλα 2127,11 ευρώ.

2015, εισόδημα 6090 ευρώ και «τεκμαρτό» 8360 ευρώ [2], φόρος 1840,23 ευρώ, «τέλος επιτηδεύματος» 650, προκαταβολή για το 2016 484.18, σύνολο 2974.41πρόσθετη οφειλή κατά την εκκαθάριση 1359,54 ευρώ.

2016, εισόδημα 3758 ευρώ και «τεκμαρτό» 8360 ευρώ, φόρος 1839,20 ευρώ, «τέλος επιτηδεύματος» 650, προκαταβολή για το 2017 1445.55, σύνολο 3934.75, πρόσθετη οφειλή κατά την εκκαθάριση 3056,92 ευρώ.

Και το 2017, εισόδημα 2857,40 ευρώ, «τεκμαρτό» 8360 ευρώ, φόρος 1839,20 ευρώ, «τέλος επιτηδεύματος» 650, προκαταβολή για το 2018 1426.95, σύνολο 3916.15 και πρόσθετη οφειλή κατά την εκκαθάριση 2058.35 ευρώ.

***

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, σήμερα στο «taxis μου» εμφανίζεται «ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο οφειλών 14744,20 €», «προσαυξήσεις, τόκοι, τέλη 4750,14 €», και «συνολικό ποσό οφειλών εκτός ρύθμισης 19494,34 €».

Από αυτό το συνολικό ποσό, κατασκευασμένο ολόκληρο μες στην παραπάνω χρονική περίοδο, από το 2012 ως σήμερα, τα 15486,23 ευρώ αντιστοιχούν (με τις προσαυξήσεις) σε οφειλόμενο «φόρο εισοδήματος»1088,52 ευρώ είναι ΕΝΦΙΑ, 439,11 ευρώ είναι ΕΕΤΗΔΕ (για όποιον δεν θυμάται: ο «πρόγονος» του ΕΝΦΙΑ, που ερχόταν με το λογαριασμό του ρεύματος) και 2171,48 ευρώ είναι τέλη κυκλοφορίας. [3]

Οφειλές 19494,34 ευρώ, κατασκευασμένες μέσα σε ένα χρονικό διάστημα έξι και παραπάνω χρόνων [4] με την προκρούστεια φοροληστρική μέθοδο που περιγράφτηκε, ώσπου έρχεται η κυβέρνηση με την «ιδιαίτερα γενναιόδωρη» ρύθμισή της να απαιτήσει την καταβολή των ληστρικών μες στην επόμενη δεκαετία, λες κι αν μπορείς να πληρώσεις τις οφειλές κοντά 10 χρόνων μέσα στα 10 χρόνια που θάρθουν δε θα μπορούσες να τις έχεις πληρώσει και στα 10 χρόνια που πέρασαν, κι αν δεν μπορούσες να τις πληρώσεις στα 10 χρόνια που πέρασαν θα μπορείς να τις πληρώσεις στα 10 χρόνια που θάρθουν και μάλιστα με τον «αυτονόητο» όρο της «καταβολής των τρεχουσών» φοροληστρικών βαρών!

19494,34 ευρώ σε 120 δόσεις μας κάνουν 162,45 ευρώ κάθε μήνα ή 1949,40 ευρώ το χρόνο για δέκα χρόνια, όταν στα προηγούμενα έξι χρόνια ο ετήσιος μέσος όρος της σήμερα ληξιπρόθεσμης (χωρίς τις προσαυξήσεις)  οφειλής μόνο του εισοδήματος ανέρχεται στο  ποσό των 1961,77 ευρώ και της συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής που δημιουργήθηκε μεταξύ των ετών 2012-2017 ανέρχεται στο ποσό των 2457,37 ευρώ. 

Ιδιαίτερα γενναιόδωρο: Αφού δεν μπορούσες τα προηγούμενα έξι χρόνια να πληρώνεις κάθε χρόνο 2457,37 ευρώ, πλήρωνε τότε κάθε χρόνο και για τα επόμενα δέκα χρόνια 1949,40 ευρώ και μην αμελήσεις ταυτόχρονα να είσαι «συνεπής» με τις φοροληστρικές κυβερνητικές απαιτήσεις της επόμενης δεκαετίας που προστιθέμενες από φέτος κιόλας στα ποσά των ετήσιων «δόσεων» πολύ απλά θα τα διπλασιάζουν και θα τα υπερδιπλασιάζουν δείχνοντάς σου χειροπιαστά τι θα πει «έξοδος από τα μνημόνια» και «ανάπτυξη που έρχεται».

***

Το θέμα δεν εξαντλείται εδώ, το θέμα είναι σε τελική ανάλυση ότι ο γάιδαρος δεν πετάει όσοι νόμοι κι αν προβλέπουν το αντίθετο, το θέμα – όπου όπως και όποτε κι αν καταλήξουν τα σχετικά παζάρια κυβέρνησης και «θεσμών» – δεν βρίσκεται ούτε στις «120 δόσεις» ούτε στις «1200 δόσεις», βρίσκεται στην ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ για όλους του αφορολόγητου όριου των 12000 ευρώ τουλάχιστον, και μάλιστα ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ από τη στιγμή της κατάργησής του, στο ΣΒΗΣΙΜΟ των «οφειλών» που προέρχονται από την κατάργησή του και στην ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ τους σε όσους τις έχουν πληρώσει όλες ή μέρος τους.

Δεκτή και η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ τους (αφού είναι έτσι) με μια ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΗ ρύθμιση: Σε 120 δόσεις.

======================================

[1] α) Τα ποσά αυτά, όπως και στη συνέχεια, προκύπτουν από τα υποχρεωτικά διπλότυπα των δικαστικών παραστάσεων, καθρεφτίζουν εν προκειμένω την αληθινή και όχι κάποια εικονική πραγματικότητα και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις την ξεπερνούν. β) Για την δήλωση αυτών των εισοδημάτων, και όσων ακολουθούν στη συνέχεια, δεν έχουν υπολογιστεί καθόλου επαγγελματικά έξοδα, πράγμα το οποίο θα ήταν άχρηστο για δυο λόγους: Ο πρώτος, ότι όσο ίσχυε το αφορολόγητο όριο των 12.000 ευρώ τα «έσοδα» ούτως ή άλλως υπολείπονταν του ορίου. Ο δέυτερος ότι, μετά την κατάργηση των αφορολόγητου ορίου, τα «έσοδα» υπολείπονται του «τεκμαρτού εισοδήματος» βάσει του οποίου ούτως ή άλλλως υπολογίζεται η φορολογία. γ) Για το «αλατοπίπερο» της υπόθεσης: Σε αυτά τα χρόνια της «ευμάρειας» (τής τόσο προφανούς στα παραπάνω εισοδήματα…) το πρόσωπο που χρησιμοποιούμε σαν «δείγμα» είχε κλεισει τ’ αυτιά στις αδιάκοπες σειρήνες του τραπεζικού καταναλωτικού δανεισμού, προκειμένω να μην υποθηκεύσει τη ζωή του στα χρέη. Διαφορετική όμως γνώμη είχε ο καπιταλιστικός – μονοπωλιακός προκρούστης (και οι πολιτικοί του υπάλληλοι των διαδοχικών κυβερνητικών κομμάτων): Έτσι μού ‘σαι; Πας να ξεφύγεις από την υποτέλεια; Πάρε με το ζόρι χρέη για την υπόλοιπη ζωή τη δική σου και των παιδιών σου!

[2] Για όσους αγαπούν τη λεπτομέρεια, τη χρονιά εκείνη το «τεκμαρτό» ανέβηκε από τα 7400 στα 8360, διότι πέθανε ο θείος του δείγματός μας και από «ψιλός» έγινε «πλήρης κύριος» στο διαμέρισμα των 48 τμ που του είχε δωρήσει όταν ζούσε παρακρατώντας ο ίδιος την «επικαρπία» του. Το δε «τεκμαρτό» εισόδημα των 8360 ευρώ, προκύπτει από το άθροισμα του «τεκμηρίου διαβίωσης», του τεκμηρίου δαπανών λόγω ενός αυτοκινήτου 1400 cc του 1996, και της ιδιοκτησίας πάνω σ’ ένα διαμέρισμα 48 τμ στο Γαλάτσι και ένα διαμέρισμα 45 τμ στον Πύργο, κατασκευής 1975 και 1976 αντίστοιχα.

Φυσικά μιλώντας για «τεκμήριο διαβίωσης», προκύπτει και το ερώτημα: καλά με εισόδημα πχ 1545 ευρώ και πώς ζεις; Μα βέβαια, από τη σύνταξη του μπαμπά και της μαμάς, την μειωμένη όσο μειώθηκαν όλες οι συντάξεις, και την αναγκασμένη εκτός από τους ίδιους να καλύπτει και ανάγκες των «παιδιών» και των εγγονιών. «Η πείνα είναι ντροπή», όπως λέει η ελληνική τουλάχιστον μετάφραση των στίχων του Μπρεχτ ή όπως λεν οι στίχοι του Άκη Πάνου: «τη φτώχεια που μας έχει γονατίσει τη βρίσκω μεγαλύτερη ντροπή».

[3] Αυτά τα τελευταία, τα τέλη κυκλοφορίας, δεν θα είχα αντίρρηση να τα πληρώσω με μια ρύθμιση 120 δόσεων, μάς λέει το πρόσωπο που χρησιμοποιούμε σαν «δείγμα τυπικό» σε αυτή την ανάρτηση. «Τέλη κυκλοφορίας» είναι αυτά… Κι ας κυκλοφορεί το αυτοκίνητο τις 65 από τις 365 μέρες του χρόνου… Κι ας μετριέται και φορολογείται και πληρώνεται επακριβώς η «κυκλοφορία» του με τα τέλη επί του καυσίμου που ανέρχονται γύρω στο 70% της τιμής του…

[4] «Τι άλλο να θυμηθώ γι’ αυτά τα χρόνια…», λέει ο φίλος μας. «Ότι την ώρα που μου βάζουν φόρο 2 και 3 και 4 χιλιάδες το χρόνο, την ίδια ώρα τρέχω να βρω πώς θα πληρώσω το φως, το νερό, το τηλέφωνο και τα ναύλα μου; Ότι όλα αυτά τα χρόνια όπως και τα επόμενα δεν έχει ανάψει στο σπίτι καλοριφέρ; Ότι το ρεύμα έφτασε να κοπεί από τις οφειλές, κι ότι ενώ το ταξίμετρο της φορολογίας δεν παύει να γράφει 2 και 3 και 4 χιλιάρικα το χρόνο, την ίδια ώρα ανακηρύσσομαι κατάλληλος για κοινωνικό τιμολόγιο και «επίδομα αλληλεγγύης» 10 ευρώ το μήνα;  Ότι πλάι στα 20 χιλιάρικα των φορολογικών «οφειλών» υπάρχουν άλλα τόσα από οφειλές ασφαλιστικές; Αλλά μήπως τα χρόνια αυτά τέλειωσαν; Μήπως δεν συνεχίζονται και σήμερα κι αύριο;»


ποντικοφάρμακο για τους μεγάλους και μουρουνόλαδο για τα παιδιά [*]

Θυμάμαι (αλλά «δεν έχω βίντεο»), παραμονές της εισβολής αμερικανών και λοιπών «προθύμων» στο Ιράκ, εκείνον εκεί τον «ευπατρίδη» συγγραφέα στην τιβί, να τον ρωτάνε πώς σχολιάζει την αρνητική γνώμη των ελλήνων για την επικείμενη εισβολή, και να απαντάει αυτός υπεροπτικά με τα σπαστά ελληνικά του: «θέλω να ντει αυτούς τους έλληνος μετά, όταν θα βάζουν φθηνή μπεντζίνη στα ρεζερβουάρ τους, αν θα λένε το ίντιο».

Βέβαια μετά την εισβολή η τιμή της βενζίνης εκτινάχτηκε στο θεό, κι έμεινε από τότε εκεί, διαψεύδοντας την πολιτική «οξύνεια» του συγγραφέα, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα, το θέμα είναι ο αμερικανοτραφής «πραγματισμός» που θέλει τον άνθρωπο να εκτιμά τη δολοφονία εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων ανάλογα με την τιμή της βενζίνης που μπαίνει στο ρεζερβουάρ του.  Ο πόλεμος; Είναι απλώς μια επένδυση κεφαλαίου σε αίμα. Κατόπιν το εμπόρευμα-αίμα ανταλλάσσεται με εμπόρευμα-βενζίνη που διατίθεται στον καταναλωτή σε «φιλική» τιμή. Αν πάρουμε την σειρά της ανταλλαγής προς τα πίσω, τα ρεζερβουάρ μας γεμίζουν με φθηνό αίμα: δεν πρέπει να νιώθουμε ευτυχείς;

Αλλά αυτός, τουλάχιστον, δεν ήταν παρά ένας συγγραφέας. Δεν ήταν ούτε γραμματέας της κοινοβουλευτικής ομάδας του κυβερνώντος κόμματος, ούτε και υπουργός εθνικής άμυνας. Ο πρόστυχος «πραγματισμός» του δεν «αντλούσε νομιμοποίηση» ούτε από τον τοίχο της Καισαριανής ούτε από το Κούγκι.

Δεν μίλαγε στο όνομα των 200 εκτελεσμένων κομμουνιστών της Καισαριανής, όπως ο Τσίπρας όταν χαρακτήριζε «επωφελή για το δημόσιο» την πώληση 100-300.000 βλημάτων στη Σαουδική Αραβία… Δεν μίλαγε στο όνομα των ανατιναγμένων στο Κούγκι, όπως ο Π. Καμμένος όταν ισχυριζόταν ότι «δεν θα πουλήσουμε σε όσους εξοντώνουν παιδιά» αλλά στη Σαουδική Αραβία που «είμαστε στον ίδιο άξονα»… Όπως ο συνωνόματός του βουλευτής των ΑΝΕΛ και αντιπρόεδρος της Βουλής Δ. Καμμένος, όταν έλεγε ότι είναι «σαν να πουλάμε κόκα κόλα, αβοκάντο ή φράουλες», αφού μάλιστα «έχουμε και το ΟΚ των αμερικανών»… Όπως ο γραμματέας της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ Κ. Ζαχαριάδης, όταν έλεγε: «Θεωρώ προτιμότερο να πάρουμε ένα όφελος πουλώντας κάποια όπλα παρά να κάνουμε μια ρίψη σε ένα πεδίο βολής και να τα διαλύσουμε», αφού «έτσι κι αλλιώς» δεν «θα υπάρξει ειρήνη στην περιοχή»

Δεν μίλαγε, ο συγγραφέας, στο όνομα εκείνων που δεν υποτάχτηκαν σε «άξονες» ούτε στο όνομα εκείνων που έγιναν ολοκαύτωμα «χωρίς το ΟΚ των αμερικανών», όταν έταζε στον «λαουντζίκο» φθηνή βενζίνη από το αίμα του ιρακινού λαού, όπως τούτοι εδώ που μιλώντας για «ένα όφελος», για συμφωνίες «επωφελείς για το δημόσιο», για «κόκα κόλα, αβοκάντο και φράουλες», τάζουν «κοινωνικό μέρισμα» από τον λιμό και τη χολέρα στην Υεμένη, από το θάνατο ενός παιδιού κάθε 10 λεπτά από ασθένειες που μπορούν να αποφευχθούν σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της Γιούνισεφ, που διαψεύδει μ’ αυτόν τον τρόπο τον υπουργό εθνικής άμυνας:

Ανήκουστο!Είναι δυνατόν να εξοντώνονται παιδιά από τον «άξονα» στον οποίο συμμετέχουμε ΕΜΕΙΣ;

***

ΜΕΤΑ από όλα αυτά, «παγωμένη» χαρακτήρισε τη συμφωνία πώλησης όπλων στη Σαουδική Αραβία ο κυβερνητικός εκπρόσωπος και συνάρτησε την τύχη της από τις αποφάσεις της ΕΕ για τυχόν εμπάργκο πώλησης όπλων στην αραβική χώρα. Σε αυτή την περίπτωση, δήλωσε, η κυβέρνηση θα συμμορφωθεί και θα την ακολουθήσει κατά γράμμα.

Αλίμονο αν δεν συμμορφωνόταν! Αφού, «όποιος με πρόθεση παραβιάζει κυρώσεις ή περιοριστικά μέτρα, που έχουν επιβληθεί σε βάρος κρατών ή οντοτήτων ή οργανισμών ή φυσικών ή νομικών προσώπων, με κανονισμούς της Ε.Ε. τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών» (άρθρο 458Α του Ποινικού Κώδικα)! Φυλάκιση μέχρι δυο ετών είπατε; Αυτά είναι για τους 200 της Καισαριανής και για το Κούγκι, όχι για τον Τσίπρα και τον Καμμένο.

Αλλά, για να καταλάβουμε, αν τυχόν η ΕΕ δεν κάνει «τυχόν εμπάργκο» στη Σαουδική Αραβία (το άλλο με τον Τοτό το ξέρετε;), τότε η κυβέρνηση θα νιώθει υποχρεωμένη να μας μοιράσει «κοινωνικό μέρισμα» από το λιμό και τη χολέρα του «άξονά» μας;

[*] Ο τίτλος από ένα τραγούδι του Ν. Άσιμου.

 


και πάλι για τον νόμο περί «ταυτότητας φύλου»

Ένας άντρας άλλαξε «ταυτότητα φύλου» και έγινε «γυναίκα». Μια γυναίκα άλλαξε κι αυτή «ταυτότητα φύλου» κι έγινε «άντρας». Κατόπιν παντρευτήκανε και κάνανε παιδί, που μπαμπάς του είναι η «γυναίκα» και μαμά του ο «άντρας».  Μήπως, όμως, πρέπει να «οριστεί» ως μπαμπάς του ο «άντρας» που όμως φέρει τα θηλυκά βιολογικά χαρακτηριστικά και ως μητέρα του η «γυναίκα» με τα ανδρικά βιολογικά χαρακτηριστικά; Και καλά, αυτοί οι δυο παντρευτήκανε, το παιδί τους γεννήθηκε «εντός γάμου» και, ας πούμε, το ποιος από τους δυο είναι ο μπαμπάς και ποιος η μαμά ας  το βρούνε μεταξύ τους (ενήλικοι είναι) ή ας το βρει το παιδί, μόνο του ή με τη «βοήθεια» τους: «ο μπαμπάς νιώθει γυναίκα κι η μαμά νιώθει αντρας, αγαπούλα μου, γι’ αυτό είναι μπαμπάς σου η μαμά και ο μπαμπάς είναι μαμά σου, κατάλαβες αγαπούλα μου;»

…Αν όμως πάλι υποθέσουμε ότι το παιδί τους γεννιέται «εκτός γάμου», ποια συμβολαιογραφική πράξη και ποιο ληξιαρχείο θα  «ορίσει» την μητέρα και τον πατέρα και ποιο σοφό δικαστήριο θα αναλάβει να βγάλει απόφαση σχετική με αναγνώριση της πατρότητας του παιδιού, εφόσον π.χ. η «μητέρα» θέλει να διεκδικήσει από τον «πατέρα» διατροφή για το ανήλικο παιδί τους;

Πρόκειται βέβαια απλώς για σενάριο, αλλά για σενάριο που οι προϋποθέσεις υλοποίησής του υφίστανται ήδη στον νόμο που ψηφίστηκε μόλις πρόσφατα.

Και ο μεν νόμος μπορεί να θεσμοθέτησε τον προσδιορισμό της «ταυτότητας φύλου» σύμφωνα με το «ατομικό βίωμα», την «ατομική αίσθηση του σώματος», μπορεί να θεσμοθέτησε τον «ορισμό» του φύλου ως ιδιωτική επιλογή του ατόμου που το φέρει. Όμως, σε πείσμα του «νόμου του κράτους», οι νόμοι της φύσης δεν παύουν να υπαγορεύουν την διάκριση των φύλων βασισμένη στο ποιο από τα δυο κυοφορεί και γεννά και στο ποιο από τα δυο συμβάλλει απλώς στη γονιμοποίηση, και στη βάση αυτής της φυσικής διάκρισης (που υποθέτω δεν πρόκειται απλώς για «δική μας», ανθρώπινη, «αναλυτική κατηγορία») ονομάζουμε το φύλο που κυοφορεί και γεννά «θηλυκό», το άτομο του θηλυκού γένους «γυναίκα» και την γυναίκα που γεννά «μητέρα». Και ως προς το άλλο φύλο, όπως υπαγορεύει την μεταξύ τους διάκριση η φυσική πραγματικότητα, δίνουμε αντίστοιχα τις ονομασίες: «αρσενικό», «άνδρας», «πατέρας».

Ο νόμος λοιπόν και οι «ορισμοί» του, η φιλοσοφία που τον διέπει, έρχεται σε αντίφαση ή τουλάχιστον αγνοεί τις υπαγορεύσεις της φυσικής πραγματικότητας ως προς το ζήτημα της διάκρισης των φύλων. Και καθώς, παραπέρα, αυτές οι υπαγορεύσεις υφίστανται σαν  τέτοιες επειδή έχουν μια εκάστοτε ιστορικά καθορισμένη κοινωνική σημασία, χωρίς την οποία σημασία δεν θα υπήρχε καν η ανάγκη οποιασδήποτε «υπαγόρευσης», ο νόμος τουλάχιστον αγνοεί ή και έρχεται σε σύγκρουση με την κοινωνική σημασία της φυσικής διάκρισης και των «ορισμών» που υπαγορεύονται και από τη μια και από την άλλη και, κυρίως, από την μεταξύ τους σχέση.

Αν είμασταν απλώς ζώα, μπορούμε να θεωρήσουμε (ως άνθρωποι βέβαια) , ότι δεν θα είχαμε ανάγκη καμιάς σχετικής «υπαγόρευσης» και κανενός σχετικού «ορισμού»: η φυσική διάκριση των φύλων θα υφίστατο – υποθέτω – ανεξάρτητα από την συνείδησή μας: ως λέοντες θα την βγάζαμε αραχτοί ενόσω η λιονταρίνα θα πήγαινε για κυνήγι προκειμένου να τραφούν τα λιονταράκια της, ως βασίλισσες των μελισσών θα δεχόμασταν τον κατάλληλο για τη γονιμοποίησή μας κηφήνα και ως κηφήνες άχρηστοι πια θα δεχόμασταν στωικά τον θάνατό μας, ως κοκόρια θα φουσκώναμε περήφανα χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο, απλώς γιατί έτσι είναι το σουλούπι μας. Θα φέραμε το φύλο μας χωρίς καμιά ανάγκη να το «ορίσουμε».

Μακάρι να φτάσει (και λέω: θα φτάσει) κάποτε ο άνθρωπος σ’ εκείνη την ανώτερη ιστορική-κοινωνική βαθμίδα, που θα μπορεί να φέρει όχι μόνο το φύλο του αλλά όλη την ύπαρξή του χωρίς ανάγκη «ορισμού» της.  Όμως, στο προκείμενο θέμα, δεν πρόκειται καθόλου για κάτι τέτοιο. Ίσα-ίσα, με μια έννοια, πρόκειται ακριβώς για το αντίθετο…

Όμως, καλώς ή κακώς, ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν είμαστε  απλώς ζώα, αλλά ζώα του ανθρώπινου είδους, και γι’ αυτό η φυσική διάκριση των φύλων αποκτά κοινωνική-ιστορική σημασία, και γι’ αυτό υπαγορεύει «ορισμούς» οι οποίοι αποτελούν τον δεσμό ανάμεσα  στην υλική πραγματικότητα και τη συνείδησή μας και ανάμεσα στα φυσικά και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του είδους μας, και για αυτό επίσης οι εκάστοτε-ιστορικά-καθορισμένες κοινωνικές ανάγκες υπαγορεύουν, αντίστροφα, τους «ορισμούς» που είναι κατάλληλοι ώστε να αποτελούν τον δεσμό ανάμεσα  στις κοινωνικές σχέσεις και την φυσική πραγματικότητα και, εν προκειμένω, τον δεσμό ανάμεσα στις κοινωνικές σχέσεις των δυο φύλων και την φυσική τους διάκριση. Και επίσης κατάλληλοι να αποτελούν, οι «ορισμοί» αυτοί, τον δεσμό στο εσωτερικό των κοινωνικών σχέσεων δηλαδή, εν προκειμένω, δεσμό των σχέσεων ανάμεσα στα δυο φύλα και της σχέσης αυτών των σχέσεων με τις συνολικές κοινωνικές σχέσεις. «Των σχέσεων της σχέσης με τις σχέσεις», αλλά με λίγο νηφάλια ανάγνωση βγαίνει συγκεκριμένο νόημα…

Στη θέση αυτής της υπαγόρευσης, που εκφράζει έναν δεσμό ανάμεσα στη φυσική πραγματικότητα και τις κοινωνικές σχέσεις και ταυτόχρονα ανάμεσα στις κοινωνικές σχέσεις τις ίδιες, ο νόμος που μόλις ψηφίστηκε αναγνωρίζει το φύλο ή, με δικά του λόγια, την «ταυτότητα φύλου» ως ατομική επιλογή (στηριγμένη κατά τους βουλευτές της πλειοψηφίας στο «βίωμα» και την «αίσθηση του σώματος»), θέτοντας ως μοναδικές προϋποθέσεις για αυτή την επιλογή την «δικαιοπρακτική ικανότητα» (δηλαδή την ηλικία των 18) και την ανυπαρξία – έως τότε – γάμου. Και αποτελεί, αυτό το τελευταίο, ένα σαφές δείγμα της αντίληψης που διέπει συνολικά το νομοθέτημα… Ένα σαφές δείγμα μιας αντίληψης προσανατολισμένης όχι προς την εξάλειψη του καταναγκασμού των κοινωνικών «ορισμών», αλλά αντίθετα προσανατολισμένης προς την αναγόρευση αυτών των «ορισμών» σε κοινωνική οντολογία: Και το ερώτημα δεν είναι γιατί ο νόμος βάζει αυτήν την προϋπόθεση (να μην είναι έγγαμο το άτομο που αλλάζει «ταυτότητα φύλου» ) ενώ τάχα θα έπρεπε να μην έχει ούτε αυτήν…

…Το ερώτημα είναι γιατί ο νόμος, με τις πρϋποθέσεις που θέτει, θεωρεί ως «ορίζουσα» κοινωνική πραγματικότητα τον νομικό θεσμό (δηλαδή τον γάμο), ενώ αγνοεί ως «ορίζουσα» την υλική πραγματικότητα της μητρότητας και, συνακόλουθα, της πατρότητας, που βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν προϋποθέτουν τον «γάμο» (το αντίστροφο ισχύει δυνητικά και νομοπαραγωγικά) και σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί ο γάμος τη μοναδική μορφή νομικής αναγνώρισής τους.

Το ερώτημα, το ίδιο το «νομικό γεγονός», προδίδει απλώς την ολοκληρωτική αποστροφή του πρόσφατου νόμου προς την υλική φυσική και κοινωνική πραγματικότητα: Στη θέση τού μεταξύ τους δεσμού, στη θέση τού «ορισμού» τής μεταξύ τους σχέσης, ο νόμος εγκαθιστά, με τους δικούς του «ορισμούς», ένα πλέγμα «ατομικού βιώματος» (ως «θετικής» υποκειμενικής προϋποθεσης) και νομικών τύπων (ο «γάμος», ως αρνητική προϋποθεση: να μην είναι το άτομο έγγαμο), φαινομενικά αγνοώντας (αλλά στην πραγματικότητα συγκρουόμενος) με την την φυσική πραγματικότητα και την διάστασή της ως πραγματικότητας κοινωνικής, σαν οι ρυθμίσεις του να αφορούν μεν τον νομικό τύπο του «γάμου» αλλά να είναι άσχετες με το πραγματικό, φυσικό και κοινωνικό γεγονός της μητρότητας (και συνακόλουθα της πατρότητας).

*

Και έτσι, στη βάση της αντίληψης που τον διέπει και των τυπικών προϋποθέσεων που λόγω αυτής θεσπίζει, ο πρόσφατος νόμος εκπληρώνει τις προϋποθέσεις, οι οποίες επιτρέπουν την πραγμάτωση σεναρίων όπως το περιγραφόμενο στην αρχή του κειμένου. Δεν έχει, εν προκειμένω, σημασία η στατιστική «απιθανότητά» ενός τέτοιου σεναρίου. Σημασία έχει, «στενά» βλέποντας το ζήτημα, η θέσπιση των νομικών προϋποθέσεων της πραγμάτωσής του. Ευρύτερα, σημασία έχει ο λειτουργικός ρόλος του συγκεκριμένου νόμου στην κατεύθυνση της αποδόμησης, της αποσυγκρότησης των πραγματικών (και όχι νομικών-τυπικών) κοινωνικών σχέσων, οι οποίες είναι σχέσεις ατόμων που τις βιώνουν πραγματικά και όχι «υποκειμενικά». Σημασία έχει ο λειτουργικός του ρόλος  στην κατεύθυνση της αποδόμησης των κοινωνικών σχέσεων, όχι προς τον αντικειμενικό σκοπό της αντικατάστασής τους από κοινωνικές σχέσεις μιας ανώτερης ιστορικής βαθμίδας, αλλά με μόνο αντικειμενικό σκοπό την αποσυγκρότησή τους  καθεαυτές, δηλαδή την αποσυγκρότηση – αποδόμηση των ατόμων που τις βιώνουν: που δρουν πραγματικά εντός αυτών και που υφίστανται το αποτύπωμα της πραγματικότητάς τους. Διότι «βίωμα» σημαίνει, είναι, μια τέτοια διαδικασία και όχι η παθητική πρόσληψη του ενός ή του άλλου εύπλαστου «αισθήματος»…

Άλλωστε, μιλώντας για την αποδόμηση-αποσυγκρότηση των κοινωνικών σχέσεων γενικά, πρέπει να θυμόμαστε, ότι η αντικατάστασή τους από σχέσεις μιας ανώτερης ιστορικής βαθμίδας δεν επέρχεται σαν αποτέλεσμα αυτής της αποδόμησης. Επέρχεται σαν αποτέλεσμα της συγκρότησης, εντός των παλιών, των νέων σχέσεων που θα τις αντικαταστήσουν, σαν αποτέλεσμα της συγκρότησης των νέων σχέσεων ενάντια στην αποσυγκρότηση των παλιών και παρά τις ατομικές-κοινωνικές «συμπεριφορές» που αυτή η αποσυγκρότηση «αυθόρμητα» επιβάλλει, ενάντια και στις ίδιες τις παλιές σχέσεις που η εσωτερική δυναμική του σχηματισμού τους οδήγησε στην δική τους αποσυγκρότηση. Η ίδια η αποσυγκρότησή τους δεν οδηγεί στην ιστορικά προοδευτική αντικατάστασή τους, αλλά στην αναπαραγόμενη σε όλο και μεγαλύτερο βάθος αποσύνθεση του σχηματισμού τους. Αποσύνθεση που «βιώνεται» και ατομικά, σε αντίστοιχο βάθος. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερο «βάθος» από το σημείο σύζευξης της σχέσης ανθρώπου – φύσης και της σχέσης του ανθρώπου με τον εαυτό του. Καθεαυτή η «αποσυγκρότηση» των κοινωνικών σχέσεων δεν οδηγεί στην αντικατάστασή τους από ιστορικά νέες, αλλά στη διαιώνιση  των όρων που επιβάλλουν ως κυρίαρχες σχέσεις τις παλιές και ως κυρίαρχη την ίδια τους την αποσυγκρότηση…

Γνωστό από την εποχή του θατσερισμού: «δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα και οικογένειες». Η αποσυγκρότηση των κοινωνικών σχέσεων, μέχρι το σημείο της οριστικής ιδεολογικής άρνησής τους, ως στρατηγική αρχή διαιώνισης των εκμεταλλευτικών σχέσεων και εμβάθυνσης των σχέσεων εξουσίας του υπάρχοντος κοινωνικο-ιστορικού σχηματισμού…

*

Ας επιστρέψουμε, λίγο πριν το τέλος, στο σενάριο της αρχής: Ο «άντρας» η μαμά, η «γυναίκα» ο μπαμπάς, ή όπως αλλιώς μπορούν να συνδυαστούν οι φυσικές ιδιότητες και οι «έννοιες». Μπορεί κάποιος να ρωτήσει: «Γιατί όχι»; Κι επίσης: «Γιατί να υπάρχουν »μπαμπάς» και »μαμά»; Να υπάρχουν απλώς »γονείς»; Αλλά ίσως ούτε και »γονείς». Γιατί όχι;»

«Καλή ερώτηση», αλλά αυτός που ρωτάει θα όφειλε ο ίδιος να απαντήσει στην ερώτηση «γιατί ναι;».

Απάντηση που, όμως, δεν μπορεί να δοθεί, για τον λόγο ότι η κοινωνική – ιδεολογική «αφασία» που αποτελεί το περιεχόμενο τής  πρώτης ερώτησης, «γιατί όχι;», είναι ανίκανη να διαθέτει απάντηση και στη δεύτερη, «γιατί ναι;», που θα ήταν και η ουσιώδης ερώτηση. Ανίκανη να διαθέτει απάντηση, όσος βερμπαλισμός και όποιου είδους βερμπαλισμός κι αν  εμφανίζεται σαν τέτοια. Παρ’ όλα αυτά, έχει και ο κάθε τέτοιος βερμπαλισμός την δυνατότητα να επιχειρήσει μια τέτοια απάντηση ακόμα και σε αυτήν εδώ την ανάρτηση.

Όσο για το πρώτο ερώτημα, «γιατί όχι;», η απάντηση είναι: Όχι, γιατί στην περίπτωση της μητρότητας, της πατρότητας, δηλαδή της γονεϊκότητας, τα άτομα αναλαμβάνουν τους αντίστοιχους κοινωνικούς «ρόλους» όπως αυτοί προσδιορίζονται, καταρχήν, από τη φύσική πραγματικότητα, και όπως παραπέρα η φυσική αυτή πραγματικότητα εντάσσεται στους όρους του κάθε κοινωνικο-ιστορικού σχηματισμού. Όπως αυτοί οι όροι εντάσσουν αυτήν τη φυσική πραγματικότητα, και όχι όπως την αγνοούν ή συγκρούνται με αυτήν.  Και αναλαμβάνουν τα άτομα αυτούς τους κοινωνικούς «ρόλους», με αυτές τις φυσικές ιδιότητες που διαθέτουν, και με τις πραγματικές συνέπειες αυτών των φυσικών ιδιοτήτων, όχι λόγω των «ορισμών» του νόμου ή ευρύτερα των ανθρώπινων «αναλυτικών κατηγοριών», αλλά αντίθετα οι «ορισμοί» είναι τέτοιοι όπως οφείλουν να είναι για να ανταποκρίνονται σε αυτήν την φυσική πραγματικότητα και την μεταβαλλόμενη κοινωνική της διάσταση. Το αν αυτή η κοινωνική διάσταση αναδείξει, μεταβαλλόμενη καθώς είναι, νέες μορφές – και ποιες – των σχέσεων που πηγάζουν από τη φυσική πραγματικότητα (με μια λέξη: μητρότητα, με όλα όσα συνεπάγεται και με όλα όσα την συνεπάγουν), αυτό είναι ζήτημα που δεν επιδέχεται όλες τις πιθανές «λύσεις» που μπορεί να γεννήσει η ανθρώπινη φαντασία. Είναι ζήτημα που την λύση του αναδεικνύουν οι ανάγκες, οι αναγκαίες δυνατότητες (νομίζω πως μπορεί να εκφραστεί κανείς έτσι), των κοινωνικών σχέσεων εντός  των οποίων έρχονται μεταξύ τους τα άτομα και εν προκειμένω τα άτομα του «αντίθετου» φύλου σε φυσική (εκτός των άλλων) επαφή. Χωρίς «προφύλαξη»…

*

Θέλω να πιστεύω πως είναι φανερό (και αν δεν είναι φανερό, τότε ρητά δηλώνω), ότι όλα τα παραπάνω δεν αφορούν το υποτιθέμενο (ή οφειλόμενο) αντικείμενο του πρόσφατου νόμου, δηλαδή την αποκατάσταση της όποιας καθοριστικής αντίφασης, σύγκρουσης, ανάμεσα σε ατομικά βιολογικά και ψυχικά χαρακτηριστικά ή ανάμεσα στα ίδια και μόνο τα ατομικά βιολογικά χαρακτηριστικά. Αποκατάσταση για την οποία, άλλλωστε, δεν θα ήταν καθόλου το μοναδικό, το αποκλειστικά αναγκαίο μέσο η  τυπική αναγνώριση μιας ορισμένης «ταυτότητας φύλου».

Όλα τα παραπάνω αφορούν τις προϋποθέσεις που θέτει ο πρόσφατος νόμος, οι οποίες δεν συγκλίνουν σε αυτό το αντικείμενο, αλλά αντίθετα, με το περιεχόμενό τους, και επίσης με την «επικοινωνιακή» τυμπανοκρουσία που τον συνόδευσε, όχι δεν αποκαθιστούν τέτοιες καθοριστικές αντιφάσεις, αλλά εκπληρώνουν οι ίδιες αυτές προϋποθέσεις τούς όρους καθορισμού και αναπαραγωγής ομοειδών αντιφάσεων σε έκταση ευρύτερη από την υπάρχουσα. Εκπληρώνουν όχι τους όρους αναγνώρισης και αποκατάστασης τέτοιων αντιφάσεων,  αλλά όρους χειραγωγημένης εμφάνισής τους «παίζοντας» τόσο με τον ατομικό ψυχισμό ιδιαίτερα στη φάση της συγκρότησής του όσο και με τις κοινωνικές συνθήκες εντός των οποίων συγκροτείται ο ατομικός ψυχισμός, όπως επιχείρησα κάπως «συμπυκνωμένα» να περιγράψω στην προηγούμενη ανάρτηση.

Δεν συγκλίνουν σε αυτό, το παραπάνω αντικείμενο οι προϋποθέσεις που θέτει ο πρόσφατος νόμος, αλλά αντίθετα, «αποκεντρώνονται» στο κοινωνικό πεδίο σαν προϋποθέσεις γενεσιουργές των προβλημάτων που υποτίθεται ότι έρχονται να επιλύσουν, ακόμη και σαν προϋποθέσεις νομιμοποιητικές των αιτιών αυτών των προβλημάτων, στον βαθμό που οι αιτίες αυτές συνιστούν όχι απλώς ατομικές εκδηλώσεις αλλά κοινωνικές πληγές.

 


μια θέση περί επιλογής «ταυτότητας φύλου»

Μέσα στον κόσμο αυτόν και στις δοσμένες κοινωνικές σχέσεις, που είναι κοινωνικές σχέσεις γενικής αβεβαιότητας, το «αυθόρμητο» στοιχείο μεταφράζει, εσωτερικεύει, την κοινωνική αβεβαιότητα σε ατομική.  Το ανθρώπινο άτομο, και ιδιαίτερα το νέο άτομο, μη βρίσκοντας κοινωνικό έδαφος πάνω στο οποίο θα συγκροτήσει την προσωπικότητά του, χάνει και το προσωπικό του έδαφος, η κοινωνική αβεβαιότητα γίνεται δική του, υπαρξιακή αβεβαιότητα.

Κι αφού (αυτή) η εξουσία αδυνατεί απέναντι στο άτομο να  προσφέρει «λύση» στην κοινωνική αβεβαιότητα, αφού οι κοινωνικές επιλογές του ατόμου περιορίζονται όλο και πιο πολύ στην «τύχη» που του επιφυλάσσουν οι νόμοι της αγοράς, έρχεται, η εξουσία, και προσφέρει «λύσεις» στην ατομική αβεβαιότητα, έτσι ώστε να μην παραμείνει αυτή παροδική αλλά να αφήνει στην ατομική προσωπικότητα την σφραγίδα της, τη σφραγίδα της τυχαιότητας, τη σφραγίδα της αποσυγκρότησης, ώστε να γίνει αυτή αβεβαιότητα υλοποιημένη στην περιοχή που αγγίζει τον πυρήνα του ατομικού ψυχισμού.

Εκεί που οι διαχειριστές του συστήματος είναι ανίκανοι να προτείνουν κοινωνικές – παραγωγικές επιλογές στους δεκαπεντάχρονους, με μια «χαλαρή» νομοθετική  παρέμβαση, παρέμβαση σε  ζητήματα υπαρξιακά, θεσμοθετούν την ηλικία των 15 σαν ηλικία επιλογής «ταυτότητας φύλου».

Και το κάνουν αυτό σε ένα «κοινό» που εν μέσω τέτοιων κοινωνικών σχέσεων δυσχεραίνεται να συγκροτήσει όχι «ταυτότητα φύλου» αλλά προσωπική ταυτότητα γενικά: Εκεί που το άτομο είναι οι κοινωνικές του σχέσεις, εκεί που αυτές είναι σχέσεις αβεβαιότητας, εκεί και το άτομο συγκροτείται σαν προσωποποιημένη αβεβαιότητα, σαν ταυτότητα ατομικής αβεβαιότητας, αβεβαιότητας σε όλο το πεδίο της ύπαρξης που αποτελεί την «ταυτότητα». Και την ίδια στιγμή «καλείται» το άτομο να επιλέξει και «ταυτότητα φύλου» με πρωταρχικό γνώμονα την τυχαιότητα και την συγκυρία, την προϊούσα έλλειψη επιλογής με κοινωνική αναφορά.

Δεν θέλω να κάνω χαρακτηρισμούς για το περιεχόμενο της (αντι)μορφωτικής επίδρασης τέτοιων θεσμοθετήσεων: στην οξύτητα των χαρακτηρισμών θα χανόταν η ουσία…

Κι αν τέτοιες νομοθετικές παρεμβάσεις προκαλούν αντιδράσεις κυμαινόμενες μεταξύ ορθολογικού και ανορθόλογου, αυτό δεν οφείλεται σε τελική ανάλυση σε θρησκευτικές αναφορές, αλλά στο γεγονός ότι πρόκειται για παρεμβάσεις, και τέτοιες παρεμβάσεις, σε ζητήματα του ανθρώπινου ψυχισμού, της ανθρώπινης ύπαρξης. Γι’ αυτό και τα λόγια, ίσως, δεν επαρκούν.

 


ανθρώπινη φύση

Διαδόθηκε στην αγορά πως οι κρατούντες

επιδοθήκανε σε φιλοσοφική αντιδικία

γύρω από υψίστης σημασίας αντικείμενο

ως λέγεται ότι είναι αυτό της «φύσης του ανθρώπου».

Ο ένας υποστήριξε πως «αντιτίθεται

η κοινωνική ισότητα στου άνθρωπου τη φύση»,

πως της κοινωνικής ισότητας το εγχείρημα

 «καταστρατήγηση ατομικών δικαιωμάτων

μα και της ίδιας της δημοκρατίας» συνεπάγεται.

(Κι ένας καλός του μαθητής

ή μήπως δάσκαλος;

συνηγορώντας

«άνισα ζούνε τα αρνιά κι οι λύκοι», είπε,

άρα είναι «μάταιη και μεταξύ των λύκων η ισότης».

Μα ποιος του δίνει τώρα εκείνου σημασία!)

Ανταπαντών στον πρώτο ο δεύτερος αμέσως

ανέκραξε «μα που το είδε αυτός αυτό γραμμένο;»

(Γραμμένο ίσως να μην είναι αυτό, ούτε και τ’ άλλο.

Μα ίσως και τα δυο να ’ναι γραμμένα

σε αναρτήσεις του τουίτερ και του φέισμπουκ).

Και ως τρόπαιο της φιλοσοφικής του νίκης

κήρυξε «στήριξη των μικρών έναντι των μεγάλων»

στήριξη των αρνιών απέναντι στους λύκους

(στήριξη των αρνιών από τους λύκους, εννοούσε)

«των ανισχύρων απέναντι στους ισχυρούς»

που αρνιά είναι οι πρώτοι και οι δεύτεροι είναι λύκοι,

ως φαίνεται,

αν κι είναι άνθρωποι και οι μεν και οι δε 

(που μάταιη μεταξύ τους η ισότης

όπως κι η ισότητα ανάμεσα στους λύκους,

μια που οι λύκοι τρων τ’ αρνιά

κι όχι τ’ αρνιά τους λύκους, το κατάλαβες;)

Και θα στηρίξει, είπε, τους ανίσχυρους, ο Τσίπρας,

ο καλός τσοπάνος, τσοπανόσκυλο καλό,

έναντι των ισχυρών,

και τους μικρούς έναντι των μεγάλων.

Και όχι ο Κούλης, που τ’ αρνιά

θ’ αφήσει αφύλαχτα να τρων οι λύκοι.

Μα έμεινε άγραφη για ακόμη μια φορά

η ιστορία της ανθρώπινης της φύσης.

Υπάρχουν, είπανε, μικροί κι ανίσχυροι

και απέναντί τους οι μεγάλοι και ισχυροί.

Κι έτσι συμφώνησαν των δυο σχολών οι φιλοσόφοι:

του νες καφέ φραπέ μα και του φρέντο καπουτσίνο.

Ανίδεοι παραμένοντας και οι δυό, σαν να ξορκίσαν

της φύσης του άνθρωπου την αέναη απειλή,

τέτοια στο δρόμο τους ποτέ τους να μη βρουν, ελπίζοντας,

σαν την ανθρώπινη τη φύση να μην κουβανούν εντός τους.

Φύση από αίμα κόκαλα και νεύρα

και πνεύμα που τη διαλύει στα εξ ων συντέθη

για χρόνια πολιόρκαγε τη Ρώμη

και σταύρωσε χιλιάδες κατά μήκος της Αππίας.

Φύση που βιάζεται για την τροφή της

καθημερνώς και όχι πότε-πότε

και για μια στέγη, κάθε μέρα

για ένα ρούχο

φως νερό τηλέφωνο

θέρμανση στην παγωνιά

ημερομίσθιο μεροδούλι μεροφάι

κοκτέιλ-πάρτυ στη θαλαμηγό

ύψιστες αποδόσεις τίτλων χαρτοφυλακίου

αναλωνόμενη σε πρόσθετη εργασία φύση

(ζήτημα αν αρκετή και η αναγκαία)

για φύση που την ξένη εργασία συσσωρεύει ολοένα

και η μία φύση δεν ανέχεται την άλλη

δεν τη γνωρίζει σαν ανθρώπινη δική της.

Θωρακισμένο όχημα πολυτελείας

(θώρακας απεμπλουτισμένου ουρανίου)

τη φύση του εκμεταλλευτή την περιβάλλει

όμοια σαν κι η φιλοσοφία του

η υψηλή και εκλεκτή συγκίνησή του

που αποστολή της ν’ αποστρέφεται

και Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες

και άγριους Ποσειδώνες που φοβάται,

του καταπιεζόμενου, που τον εκμεταλλεύονται, τη φύση.

Διαρκούσης της ανθρώπινης προϊστορίας

δεν είναι μιά η φύση αλλά δύο:

φύση του καταπιεστή

και φύση του καταπιεζόμενου.

Κι αν μένει η ανάμνηση μιας μόνης φύσης

μα πολλαπλής όσες οι ανθρώπινες φυλές

που άνθρωπος σήμαινε τής κάθε μιας το όνομα

και άνθρωπου δίκιο έξω της δεν λογιζόταν,

κι αν ήταν άνθρωπος ο κάθε αδερφός,

τώρα είναι αδερφός ο κάθε άνθρωπος.

Γι’ αυτό του ανθρώπου η φύση θα γκρεμίσει

το κάθε τι που την μποδίζει να υπάρξει.

Να πνιγούνε στο αίμα μας ή να πνιγούνε στο πύον τους;

Ιδού η απορία.

(Το πρόβλημα δεν είναι στα τομάρια σας

αχ ησυχάστε

μα μοναχά στην υλική κοινωνική σας θέση).


Η πρώτη πρώτου με τ’ όνομα

Από πρώτη πρώτου, λέει, είναι διάφορα στο πρόγραμμα, κι αυτά που ξέρουμε να τα ξεχάσουμε. Όπου κι αν κοιτάξεις παραμονεύει η πρώτη πρώτου. Η πρώτη πρώτου καραδοκεί.

Θυμάμαι σαν σε παιδικό όνειρο, το ’73 ή το ’74, τότε που στην Τιβι είχε Καραγκιόζη του Σπαθάρη, σε μια εκπομπή λοιπόν ο Ευγένιος έβγαλε στη σκηνή δύο μπαρμπαγιώργους που πιαστήκαν μεταξύ τους στα χέρια…

Εμείς αυτήν την πρώτη πρώτου του νέου έτους μάλλον χρειαζόμαστε δύο αϊβασίληδες…

Ο ένας αϊβασίλης ξέρουμε τι μας φέρνει… Εκτός από τα διεθνή του δώρα, τις συμμαχικές και ταυτόχρονα εχθρικές σχέσεις όλων με όλους και όλων ενάντια σ’ όλους στο γεωγραφικό τόξο από Συρία-Ιράκ μέχρι Ουκρανία και όσα αυτές οι σχέσεις κυοφορούν, είναι και τα εσωτερικά του δώρα – πέρα από τους «καρπούς» της «αξιολόγησης» σε εργασιακά κ.ά., πέρα κι από τον εσωτερικό πόλεμο εναντίον των «οφειλετών» πάσης κατηγορίας – που κατά τα λοιπά περιγράφονται με τη δική τους σαφήνεια στον κρατικό προϋπολογισμό:

α) Ο περσινός προϋπολογισμός προέβλεπε άμεσους φόρους ύψους 20,048 δισ. ευρώ. Ο φετινός προβλέπει 20,415 δισ. ευρώ (εισηγητική έκθεση προϋπολογισμού, πίνακας 3.2, σελίδα 57). Μήπως πάει τα μυαλό σας από ποιους θα πάρουν τα επιπλέον;

β) Ο περσινός προϋπολογισμός προέβλεπε έμμεσους φόρους ύψους 24,7 δισ. ευρώ. Ο φετινός προβλέπει 26,4 δισ. ευρώ (ο.π). Μήπως πάει τα μυαλό σας από ποιους θα πάρουν τα επιπλέον;

γ) Ο περσινός προϋπολογισμός προέβλεπε δαπάνες για μισθούς και συντάξεις (συν ΕΚΑΣ) ύψους 29,334 δισ. ευρώ. Ο φετινός προβλέπει 28,326 δισ. ευρώ (ο.π). Μήπως πάει το μυαλό σας από ποιους θα τα πάρουν; Λέτε η μείωση 1 δισ. ευρώ σε μισθούς και συντάξεις να προέλθει από μειώσεις στους μισθούς και τις συντάξεις των τραπεζιτών, των εργολάβων, των εφοπλιστών;

δ) Ο περσινός προϋπολογισμός προέβλεπε φόρους εισοδήματος 12,025 δισ. ευρώ. Ο φετινός προβλέπει 13,7 δισ. ευρώ (εισηγητική έκθεση, πίνακας 3.4, σελίδα 60). Μήπως πάει τα μυαλό σας από ποιους θα τα πάρουν;

ε) Πέρσι – σύμφωνα με τις εκτιμήσεις πραγματοποιήσεων – τα Νομικά Πρόσωπα στην Ελλάδα πλήρωσαν φόρους ύψους 3,478 δισ. ευρώ. Ο φετινός προβλέπει ότι θα πληρώσουν 3,2 δισ. ευρώ (ο.π). Βλέπετε σε συνθήκες «πρωτοδεύτερης φοράς Αριστεράς» συμβαίνει ό,τι συμβαίνει σε συνθήκες παντοτινής Δεξιάς: Όταν οι φόροι για τον λαό αυξάνονται, οι φόροι για το μεγάλο κεφάλαιο, μειώνονται …

στ) Ο περσινός προϋπολογισμός προέβλεπε έσοδα από ΦΠΑ ύψους 14,4 δισ. ευρώ. Ο φετινός προβλέπει 15,5 δισ. ευρώ (ο.π). Μήπως πάει τα μυαλό σας από ποιους θα τα πάρουν; 

***

Αυτά λοιπόν φέρνει ο ένας αϊβασίλης, ο γνωστός μας.

Χρειαζόμαστε τώρα κι έναν δεύτερο αϊβασίλη, που θα μας φέρει οργάνωση και πάλη ενάντια στην πολιτική των αναγκών του κεφαλαίου, οργάνωση και πάλη για την πολιτική των κοινωνικών λαϊκών αναγκών.

Τέτοιος αϊβασίλης μπορεί και πρέπει να γίνει ο καθένας και η καθεμιά.