Οι «120 δόσεις» και η χθεσινη ανακοίνωση του ΚΚΕ

Στην προηγούμενη ανάρτηση του μπλογκ παρουσιάσαμε το ζήτημα των χρεών προς το δημόσιο τοποθετημένο στο όχι ιδεατό αλλά εντελώς πραγματικό και εντελώς προσωπικό πεδίο των οφειλών που συσσωρεύτηκαν στις πλάτες ενός αυτοαπασχολούμενου, κατά κύριο λόγο από τη ληστρική φορολόγηση του εισοδήματος μετά την κατάργηση του αφορολόγητου ορίου των 12.000 ευρώ και τη θέσπιση του «τέλους επιτηδεύματος», κατά το χρονικό διάστημα 2012-2017.

Συνοψίζοντας τα στοιχεία αυτών των 6 χρόνων:

Πραγματικό μέσο ετήσιο εισόδημα = 3238,7 ευρώ. 

Μέσο ετήσιο «τεκμαρτό εισδόδημα» = 7880 ευρώ.

Μέσος ετήσιος φόρος εισοδήματος (μαζί και με το «τέλος επιτηδέυματος») = 3075,61 ευρώ. 

Μέσος ετήσιος φόρος που παρακρατήθηκε «αυτόματα» = 1010,84 ευρώ.

Μέσο ετήσιο χρέος από φορολόγηση του εισοδήματος (χωρίς τις μετέπειτα προσαυξήσεις) = 1445,4 ευρώ. 

Σημερινές οφειλές, όπως εμφανίζονται στο «TAXIS»:

Από φόρο εισοδήματος (και «τέλος επιτηδεύματος»), σύνολο 15486,23 ευρώ, εκ των οποίων το αρχικό χρέος χωρίς τις προσαυξήσεις = 11770,62 ευρώ.

Σύνολο οφειλών (εισόδημα/»τέλος επιτηδεύματος», ΕΕΤΗΔΕ/ΕΝΦΙΑ, «τέλη κυκλοφορίας») 19494,34, εκ των οποίων το αρχικό χρέος (με τον διπλασιασμό του απλήρωτου τέλους κυκλοφορίας και χωρίς τις άλλες προσαυξήσεις) = 14744,20. 

Δεν θα κάνω περισσότερα σχόλια, τα σχόλια έχουν κατά βάση γίνει στην προηγούμενη ανάρτηση. Όποιος έχει μάτια βλέπει κι όποιος ξέρει ανάγνωση μπορεί να συγκρίνει τα ποσά του εισοδήματος, της φορολόγησης και του χρέους. Κι όποιος ξέρει απλή αριθμητική μπορεί να τοποθετήσει αυτά τα δεδομένα  πάνω από τον παρονομαστή των φοροληστρικών μέτρων (κατάργηση αφορολόγητου ορίου και επιβολή «τέλους επιτηδεύματος»)  και να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα για την κατάσταση αυτή στο σύνολό της, και όχι στο 90 80 ή 70% της, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στο συγκεκριμένο προσωπικό δείγμα που εκτίθεται στην προηγούμενη και σε αυτή την ανάρτηση προς τέρψη του αναγνωστικού κοινού. [1]

***

Σχετικά με το ζήτημα των «120 δόσεων» για χρέη στο δημόσιο (και στα ασφαλιστικά ταμεία) εκδόθηκε χθες ανακοίνωση του Τμήματος ΕΒΕ της ΚΕ του ΚΚΕ.

Μέσα σε όλα τα σωστά που περιλαμβάνει (άμεση επαναφορά του αφορολόγητου ορίου για τους αυτοαπασχολούμενους στα 12.000 ευρώ, προσαυξανόμενο κατά 3.000 ανά προστατευόμενο μέλος, κατάργηση χαρατσιών όπως ο ΕΝΦΙΑ και το τέλος επιτηδεύματος και τα υπόλοιπα), η ανακοίνωση αυτή βάζει σαν «αίτημα» και την «κατάργηση του 30% του χρέους για αυτοαπασχολούμενους με εισόδημα έως 12.000 ευρώ».

Πρώτο και γενικό ερώτημα: Τι σχέση έχει αυτό το «αίτημα» με την πάλη για την ανάκτηση όλων των απωλειών που είχαν οι εργαζόμενοι στα χρόνια της «κρίσης» και των «μνημονίων»;

Οι απώλειες των αυτοαπασχολούμενων κατά την προηγούμενη δεκαετία, περιλαμβάνουν όλους τους φόρους που επιβλήθηκαν και όλες τις οφειλές που συσσωρεύτηκαν λόγω της κατάργησης του αφορολόγητου όριου και της θέσπισης «τελών» όπως το τέλος επιτηδεύματος και το ΕΕΤΗΔΕ/ΕΝΦΙΑ.

Ένα «αίτημα», λοιπόν, όπως η «κατάργηση του 30% του χρέους» – ακόμα και με τη διαγραφή των προσαυξήσεων, όπως διατυπώνεται στην ανακοίνωση – δεν ισοδυναμεί παρά με «αίτημα» ανάκτησης των απωλειών κατά… 30%.

Ισοδυναμεί επίσης με την κατά 70% αναγνώριση και «νομιμοποίηση» αυτών των απωλειών και της φοροληστρικής πολιτικής που ακολουθήθηκε τα προηγούμενα χρόνια από όλες τις κυβερνήσεις  που τσαλαπάτησαν και τσαλαπατούν τη ζωή των εργαζομένων για να αυξηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου και να στερεωθεί η εξουσία του.

Και αλήθεια, όταν η αφετηρία αυτών των απωλειών βρίσκεται στις συγκεκριμένες «ρυθμίσεις» (κατάργηση αφορολόγητου ορίου, «τέλος επιτηδεύματος», ΕΕΤΗΔΕ/ΕΝΦΙΑ κλπ) και όταν αυτές οι απώλειες αποτελούν συνέπεια των συγκεκριμένων «ρυθμίσεων», ποια πολιτική ή άλλη λογική υπαγορεύει την παράκαμψη της αφετηρίας του προβλήματος και την αντιμετώπισή του με τη μορφή «παζαριού», 30% κλπ, για τις απώλεις που θα «ανακτηθούν» και τις απώλειες που επί της ουσίας «νομιμοποιούνται»;

Και ποια λογική υπαγορεύει ακόμα και τον συγκεκριμένο καθορισμό του «αιτήματος», δηλαδή το συγκεκριμένο ποσοστό «ανάκτησης των απωλειών»; Γιατί 30%; Γιατί όχι 20% ή 40%; Απάντηση σε αυτό δεν μπορεί να δοθεί… Και δεν μπορεί να δοθεί γιατί το ίδιο το «αίτημα» δεν υπακούει σε καμία συνέπεια, η οποία και θα υπαγόρευε ένα καθορισμένο διεκδικητικό περιεχόμενο. Κι αφού δεν υπακούει σε καμία διεκδικητική συνέπεια δεν απομένει παρά ένα «αίτημα» πρόσφορο στην διαπραγμάτευση της κολοκυθιάς: 30 τοις εκατό! Και γιατί 30 τοις εκατό; Αμ πόσο τοις εκατό;

***

100-30=70 και, επιστρέφοντας εντός παρενθέσεως στο πραγματικό προσωπικό μας δείγμα, 70% των σημερινών συνολικών οφειλών εισοδήματος (χωρίς τις προσαυξήσεις) ύψους 11770,62 ευρώ, μας κάνει 8249,43 ευρώ. Αποτελεί λοιπόν «αίτημα» η αναγνώριση ενός συνόλου οφειλών εισοδήματος, κατασκευασμένου μέσα σε μια εξαετία, το οποίο σύνολο υπερβαίνει το μέσο ετήσιο «τεκμαρτό» εισόδημα αυτής της εξαετίας και είναι υπερδιπλάσιο από το μέσο ετήσιο πραγματικό εισόδημα αυτής της εξαετίας!

Και σε σχέση με τις συνολικές οφειλές αυτής της εξαετίας,  ύψους (χωρίς τις προσαυξήσεις) 14744,20 ευρώ, αποτελεί «αίτημα»  η αναγνώριση – στα καλά καθούμενα – του 70% αυτής της συνολικής «οφειλής», δηλαδή ενός χρέους 10320,94 ευρώ,  που  ξεπερνά το 130% του μέσου ετήσιου «τεκμαρτού» εισοδήματος και είναι υπερτριπλάσιο από το μέσο ετήσιο πραγματικό εισόδημα αυτής της εξαετίας.

***

«Ο γάιδαρος δεν πετάει όσοι νόμοι κι αν προβλέπουν το αντίθετο», γράφαμε στην προηγούμενη ανάρτηση, και εδώ επιμένουμε σε αυτή τη θέση που έχει ισχύ καθολικού νόμου.

Δεν υπάρχει άλλο πραγματικά (και όχι ευκαιριακά και τυχαία) καθορισμένο διεκδικητικό περιεχόμενο από την ανάκτηση όλων των απωλειών της προηγούμενης δεκαετίας, και αυτό το πραγματικά καθορισμένο διεκδικητικό περιεχόμενο εν προκειμένω εξειδικεύεται αποκλειστικά και μόνο στην ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ για όλους του αφορολόγητου όριου των 12000 ευρώ (προσαυξημένου για κάθε προστατευόμενο μέλος) και μάλιστα ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ από τη στιγμή της κατάργησής του, στην επίσης αναδρομική κατάργηση των τελών και χαρατσιών, στο ΣΒΗΣΙΜΟ των «οφειλών» που προέρχονται από την κατάργηση του αφορολόγητου και τα χαράτσια, και στην ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ τους (σε 120 δόσεις!) σε όσους τις έχουν πληρώσει όλες ή μέρος τους.

***

Αγωνιστικά με τα ψηφοδέλτια του ΚΚΕ στις κάλπες, μαχητικά και χωρίς εκπτώσεις στους καθημερινούς διεκδικητικούς αγώνες!

=========================================

[1] Μένει ίσως να γίνει λόγος για τη «νομοτέλεια». Αν θεωρηθεί ότι στα δεδομένα που παραθέτουμε αντικατοπτρίζεται η νομοτέλεια χωρίς διαθλάσεις και άλλες παραμορφώσεις, πρέπει ωστόσο να υπογραμμιστεί το εξής: Αν κάπου αντικατοπτρίζεται η νομοτέλεια, είναι στο ύψος των εισοδημάτων. Τα ποσά των φόρων και των οφειλών δεν αντικατοπτρίζουν τη «νομοτέλεια» αλλά τη σκόπιμη πολιτική υλοποίηση των στόχων της εξουσίας των μονοπωλίων, η οποία ως φαίνεται δεν έχει εμπιστοσύνη στη… νομοτέλεια ή έστω στην ταχύτητα πραγμάτωσής της και επιβάλλει το περιεχόμενό «της» με τη γνωστή μέθοδο του προκρούστη.

 


Σε 120 δόσεις να τα ΣΒΗΣΟΥΝΕ

Ειρωνεία και εμπαιγμό συνιστά η προετοιμαζόμενη ρύθμιση για πληρωμή σε 120 δόσεις των χρεών προς το δημόσιο, όπως ειρωνεία και εμπαιγμό συνιστά και ο χαρακτηρισμός της ως «ιδιαίτερα γενναιόδωρης».

Για την κατανόηση αυτής της πραγματικότητας δεν αρκούν οι κατά τα άλλα χρήσιμες  απεικονίσεις της ποσοτικής κατανομής οφειλετών και ληξιπρόθεσμων χρεών. Τα αφηρημένα ποσοτικά μεγέθη δεν απεικονίζουν την συγκεκριμένη πραγματικότητα όπως αυτή προσωποποιείται – σε ένα μάλλον τυπικό δείγμα – ως εξής:

Επάγγελμα δικηγόρος, αυτοαπασχολούμενος, με έναρξη το 2005.

Εισοδήματα των ετών 2006, 2007, 2008, 2009: 5294.20, 5314.60, 6209.46 και 9933.83 ευρώ αντίστοιχα. [1]

Μέχρι τότε ισχύει το αφορολόγητο όριο των 12000 ευρώ και επομένως ο φόρος εισοδήματος είναι μηδενικός. Φυσικά, όπως είναι αυταπόδεικτο από το ύψος των παραπάνω εισοδημάτων, αυτά ξοδεύονται εξ ολοκλήρου για πραγματικές και «ανελαστικές» καταναλωτικές ανάγκες, και επομένως – αν και «αφορολόγητα» – φορολογούνται εξ ολοκλήρου μέσω του ΦΠΑ και των λοιπών φόρων και τελών κατανάλωσης (καυσίμων, καπνού, καρτοκινητής κ.ο.κ.)

Για το 2010, με πραγματικό εισόδημα 5664.13 ευρώ και «τεκμαρτό» 7400, επιβάλλεται φορολόγηση 61,50 ευρώ. Το ποσό έχει ήδη παρακρατηθεί οπότε, για την ώρα, οφειλή μηδέν…

Για το εισόδημα του 2011 (4153.17 ευρώ πραγματικό και 7400 «τεκμαρτό») τα πράγματα σοβαρεύουν: Στον φόρο εισοδήματος των 240,90 ευρώ προστίθενται και τα 400 ευρώ του κεφαλικού «τέλους επιτηδεύματος», που η επιβολή του συνοδεύει την κατάργηση του αφορολόγητου όριου των 12000 ευρώ… Και πάλι όμως, το συνολικό ποσό των 640,90 ευρώ έχει ήδη παρακρατηθεί, οπότε κι αυτή τη χρονιά: Οφειλές μηδέν…

Εισόδημα 2012: 2110 ευρώ. «Τεκμαρτό»: 7400 ευρώ. Φόρος: 285 ευρώ + «τέλος επιτηδεύματος»: 650 ευρώ = 935 ευρώ. Καθώς 316,50 ευρώ έχουν ήδη παρακρατηθεί, η «παρθενική» οφειλή ανέρχεται στο ποσό 618,02 ευρώ.

Το 2013, εισόδημα 1545 ευρώ και «τεκμαρτό» 7400. Στον φόρο των 1924 ευρώ και το «τέλος επιτηδεύματος» των 650 ευρώ έρχονται να προστεθούν και 826,45 ευρώ ως «προκαταβολή» του φόρου της επόμενης χρονιάς (2014). Σύνολο 3400,45 ευρώ, δηλαδή το υπερδιπλάσιο του πραγματικού και σχεδόν το μισό του «τεκμαρτού» εισοδήματος. Η ετησία εκκαθάριση, με την αφαίρεση του παρακρατημένου φόρου, προσθέτει στην περσινή οφειλή άλλα 3168,70 ευρώ.

2014, εισόδημα 3071,80 και «τεκμαρτό» 7400, φόρος 1924 ευρώ, «τέλος επιτηδεύματος» 650, προκαταβολή για το 2015 718,88, σύνολο 3292.88 και οφειλή κατά την εκκαθάριση άλλα 2127,11 ευρώ.

2015, εισόδημα 6090 ευρώ και «τεκμαρτό» 8360 ευρώ [2], φόρος 1840,23 ευρώ, «τέλος επιτηδεύματος» 650, προκαταβολή για το 2016 484.18, σύνολο 2974.41πρόσθετη οφειλή κατά την εκκαθάριση 1359,54 ευρώ.

2016, εισόδημα 3758 ευρώ και «τεκμαρτό» 8360 ευρώ, φόρος 1839,20 ευρώ, «τέλος επιτηδεύματος» 650, προκαταβολή για το 2017 1445.55, σύνολο 3934.75, πρόσθετη οφειλή κατά την εκκαθάριση 3056,92 ευρώ.

Και το 2017, εισόδημα 2857,40 ευρώ, «τεκμαρτό» 8360 ευρώ, φόρος 1839,20 ευρώ, «τέλος επιτηδεύματος» 650, προκαταβολή για το 2018 1426.95, σύνολο 3916.15 και πρόσθετη οφειλή κατά την εκκαθάριση 2058.35 ευρώ.

***

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, σήμερα στο «taxis μου» εμφανίζεται «ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο οφειλών 14744,20 €», «προσαυξήσεις, τόκοι, τέλη 4750,14 €», και «συνολικό ποσό οφειλών εκτός ρύθμισης 19494,34 €».

Από αυτό το συνολικό ποσό, κατασκευασμένο ολόκληρο μες στην παραπάνω χρονική περίοδο, από το 2012 ως σήμερα, τα 15486,23 ευρώ αντιστοιχούν (με τις προσαυξήσεις) σε οφειλόμενο «φόρο εισοδήματος»1088,52 ευρώ είναι ΕΝΦΙΑ, 439,11 ευρώ είναι ΕΕΤΗΔΕ (για όποιον δεν θυμάται: ο «πρόγονος» του ΕΝΦΙΑ, που ερχόταν με το λογαριασμό του ρεύματος) και 2171,48 ευρώ είναι τέλη κυκλοφορίας. [3]

Οφειλές 19494,34 ευρώ, κατασκευασμένες μέσα σε ένα χρονικό διάστημα έξι και παραπάνω χρόνων [4] με την προκρούστεια φοροληστρική μέθοδο που περιγράφτηκε, ώσπου έρχεται η κυβέρνηση με την «ιδιαίτερα γενναιόδωρη» ρύθμισή της να απαιτήσει την καταβολή των ληστρικών μες στην επόμενη δεκαετία, λες κι αν μπορείς να πληρώσεις τις οφειλές κοντά 10 χρόνων μέσα στα 10 χρόνια που θάρθουν δε θα μπορούσες να τις έχεις πληρώσει και στα 10 χρόνια που πέρασαν, κι αν δεν μπορούσες να τις πληρώσεις στα 10 χρόνια που πέρασαν θα μπορείς να τις πληρώσεις στα 10 χρόνια που θάρθουν και μάλιστα με τον «αυτονόητο» όρο της «καταβολής των τρεχουσών» φοροληστρικών βαρών!

19494,34 ευρώ σε 120 δόσεις μας κάνουν 162,45 ευρώ κάθε μήνα ή 1949,40 ευρώ το χρόνο για δέκα χρόνια, όταν στα προηγούμενα έξι χρόνια ο ετήσιος μέσος όρος της σήμερα ληξιπρόθεσμης (χωρίς τις προσαυξήσεις)  οφειλής μόνο του εισοδήματος ανέρχεται στο  ποσό των 1961,77 ευρώ και της συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής που δημιουργήθηκε μεταξύ των ετών 2012-2017 ανέρχεται στο ποσό των 2457,37 ευρώ. 

Ιδιαίτερα γενναιόδωρο: Αφού δεν μπορούσες τα προηγούμενα έξι χρόνια να πληρώνεις κάθε χρόνο 2457,37 ευρώ, πλήρωνε τότε κάθε χρόνο και για τα επόμενα δέκα χρόνια 1949,40 ευρώ και μην αμελήσεις ταυτόχρονα να είσαι «συνεπής» με τις φοροληστρικές κυβερνητικές απαιτήσεις της επόμενης δεκαετίας που προστιθέμενες από φέτος κιόλας στα ποσά των ετήσιων «δόσεων» πολύ απλά θα τα διπλασιάζουν και θα τα υπερδιπλασιάζουν δείχνοντάς σου χειροπιαστά τι θα πει «έξοδος από τα μνημόνια» και «ανάπτυξη που έρχεται».

***

Το θέμα δεν εξαντλείται εδώ, το θέμα είναι σε τελική ανάλυση ότι ο γάιδαρος δεν πετάει όσοι νόμοι κι αν προβλέπουν το αντίθετο, το θέμα – όπου όπως και όποτε κι αν καταλήξουν τα σχετικά παζάρια κυβέρνησης και «θεσμών» – δεν βρίσκεται ούτε στις «120 δόσεις» ούτε στις «1200 δόσεις», βρίσκεται στην ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ για όλους του αφορολόγητου όριου των 12000 ευρώ τουλάχιστον, και μάλιστα ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ από τη στιγμή της κατάργησής του, στο ΣΒΗΣΙΜΟ των «οφειλών» που προέρχονται από την κατάργησή του και στην ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ τους σε όσους τις έχουν πληρώσει όλες ή μέρος τους.

Δεκτή και η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ τους (αφού είναι έτσι) με μια ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΗ ρύθμιση: Σε 120 δόσεις.

======================================

[1] α) Τα ποσά αυτά, όπως και στη συνέχεια, προκύπτουν από τα υποχρεωτικά διπλότυπα των δικαστικών παραστάσεων, καθρεφτίζουν εν προκειμένω την αληθινή και όχι κάποια εικονική πραγματικότητα και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις την ξεπερνούν. β) Για την δήλωση αυτών των εισοδημάτων, και όσων ακολουθούν στη συνέχεια, δεν έχουν υπολογιστεί καθόλου επαγγελματικά έξοδα, πράγμα το οποίο θα ήταν άχρηστο για δυο λόγους: Ο πρώτος, ότι όσο ίσχυε το αφορολόγητο όριο των 12.000 ευρώ τα «έσοδα» ούτως ή άλλως υπολείπονταν του ορίου. Ο δέυτερος ότι, μετά την κατάργηση των αφορολόγητου ορίου, τα «έσοδα» υπολείπονται του «τεκμαρτού εισοδήματος» βάσει του οποίου ούτως ή άλλλως υπολογίζεται η φορολογία. γ) Για το «αλατοπίπερο» της υπόθεσης: Σε αυτά τα χρόνια της «ευμάρειας» (τής τόσο προφανούς στα παραπάνω εισοδήματα…) το πρόσωπο που χρησιμοποιούμε σαν «δείγμα» είχε κλεισει τ’ αυτιά στις αδιάκοπες σειρήνες του τραπεζικού καταναλωτικού δανεισμού, προκειμένω να μην υποθηκεύσει τη ζωή του στα χρέη. Διαφορετική όμως γνώμη είχε ο καπιταλιστικός – μονοπωλιακός προκρούστης (και οι πολιτικοί του υπάλληλοι των διαδοχικών κυβερνητικών κομμάτων): Έτσι μού ‘σαι; Πας να ξεφύγεις από την υποτέλεια; Πάρε με το ζόρι χρέη για την υπόλοιπη ζωή τη δική σου και των παιδιών σου!

[2] Για όσους αγαπούν τη λεπτομέρεια, τη χρονιά εκείνη το «τεκμαρτό» ανέβηκε από τα 7400 στα 8360, διότι πέθανε ο θείος του δείγματός μας και από «ψιλός» έγινε «πλήρης κύριος» στο διαμέρισμα των 48 τμ που του είχε δωρήσει όταν ζούσε παρακρατώντας ο ίδιος την «επικαρπία» του. Το δε «τεκμαρτό» εισόδημα των 8360 ευρώ, προκύπτει από το άθροισμα του «τεκμηρίου διαβίωσης», του τεκμηρίου δαπανών λόγω ενός αυτοκινήτου 1400 cc του 1996, και της ιδιοκτησίας πάνω σ’ ένα διαμέρισμα 48 τμ στο Γαλάτσι και ένα διαμέρισμα 45 τμ στον Πύργο, κατασκευής 1975 και 1976 αντίστοιχα.

Φυσικά μιλώντας για «τεκμήριο διαβίωσης», προκύπτει και το ερώτημα: καλά με εισόδημα πχ 1545 ευρώ και πώς ζεις; Μα βέβαια, από τη σύνταξη του μπαμπά και της μαμάς, την μειωμένη όσο μειώθηκαν όλες οι συντάξεις, και την αναγκασμένη εκτός από τους ίδιους να καλύπτει και ανάγκες των «παιδιών» και των εγγονιών. «Η πείνα είναι ντροπή», όπως λέει η ελληνική τουλάχιστον μετάφραση των στίχων του Μπρεχτ ή όπως λεν οι στίχοι του Άκη Πάνου: «τη φτώχεια που μας έχει γονατίσει τη βρίσκω μεγαλύτερη ντροπή».

[3] Αυτά τα τελευταία, τα τέλη κυκλοφορίας, δεν θα είχα αντίρρηση να τα πληρώσω με μια ρύθμιση 120 δόσεων, μάς λέει το πρόσωπο που χρησιμοποιούμε σαν «δείγμα τυπικό» σε αυτή την ανάρτηση. «Τέλη κυκλοφορίας» είναι αυτά… Κι ας κυκλοφορεί το αυτοκίνητο τις 65 από τις 365 μέρες του χρόνου… Κι ας μετριέται και φορολογείται και πληρώνεται επακριβώς η «κυκλοφορία» του με τα τέλη επί του καυσίμου που ανέρχονται γύρω στο 70% της τιμής του…

[4] «Τι άλλο να θυμηθώ γι’ αυτά τα χρόνια…», λέει ο φίλος μας. «Ότι την ώρα που μου βάζουν φόρο 2 και 3 και 4 χιλιάδες το χρόνο, την ίδια ώρα τρέχω να βρω πώς θα πληρώσω το φως, το νερό, το τηλέφωνο και τα ναύλα μου; Ότι όλα αυτά τα χρόνια όπως και τα επόμενα δεν έχει ανάψει στο σπίτι καλοριφέρ; Ότι το ρεύμα έφτασε να κοπεί από τις οφειλές, κι ότι ενώ το ταξίμετρο της φορολογίας δεν παύει να γράφει 2 και 3 και 4 χιλιάρικα το χρόνο, την ίδια ώρα ανακηρύσσομαι κατάλληλος για κοινωνικό τιμολόγιο και «επίδομα αλληλεγγύης» 10 ευρώ το μήνα;  Ότι πλάι στα 20 χιλιάρικα των φορολογικών «οφειλών» υπάρχουν άλλα τόσα από οφειλές ασφαλιστικές; Αλλά μήπως τα χρόνια αυτά τέλειωσαν; Μήπως δεν συνεχίζονται και σήμερα κι αύριο;»


Τέλος επιτηδεύματος

pic102

Δεν είναι βέβαια το μοναδικό «όνομα και πράμα». Όπως είναι γνωστό το τέλος θέρμανσης σήμανε για πολλούς ακριβώς το τέλος της θέρμανσης, το τέλος ηλεκτροδότησης σήμανε το τέλος της ηλεκτροδότησης, το τέλος αλληλεγγύης σηματοδότησε την «αλληλεγγύη» σαν υπόθεση κοινωνικά τελειωμένη, οπότε και το τέλος επιτηδεύματος δεν διεκδικεί καμιά πρωτοτυπία με το να σημαίνει στην κυριολεξία αυτό που δηλώνει η ονομασία του.

Κι έτσι για μια ορισμένη μάζα των «μεσαίων» στρωμάτων η προλεταριοποίηση από επικείμενη γίνεται προκείμενη. Χάρη βέβαια στις γενικές οικονομικές νομοτέλειες του καπιταλισμού ενισχυμένες και «εξωοικονομικά» από μια σειρά κυβερνητικών μέτρων ανάμεσα στα οποία και το «τέλος».

Προλεταριοποίηση λοιπόν, αλλά τι προλεταριοποίηση; Προλεταριοποίηση όχι σ’ έναν καπιταλισμό ακμαίο, μιας άλλης εποχής, αλλά σε έναν καπιταλισμό που σαπίζει από όλους τους πόρους. Προλεταριοποίηση που απλά ρίχνει μεγάλα τμήματα επαγγελματιών, αυτοαπασχολούμενων με ή χωρίς προσωπικό στη στρατιά των ανέργων. Χωρίς δικαίωμα επιδόματος ανεργίας, χωρίς προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση, οι περισσότεροι σε μια ηλικία στην οποία τίποτα νέο δεν μπορούνε να ξεκινήσουνε, σε γενικότερες συνθήκες όπου τίποτα νέο έτσι κι αλλιώς δεν έχει «ζήτηση», φορτωμένοι με χρέη στο δημόσιο, με χρέη στις τράπεζες, με χρέη στα ασφαλιστικά τους ταμεία, με αόρατη οποιαδήποτε προοπτική μιας «ανάπτυξης» που θα στηριζόταν στη μαζική τους χρησιμοποίηση έστω και σαν φτηνό εργατικό δυναμικό, ουσιαστικά χωρίς καν την εναλλακτική «λύση» της μετανάστευσης σε  ανύπαρκτους σήμερα αναπτυσσόμενους βιομηχανικούς παραδείσους, με οικογενειακές υποχρεώσεις που τρέχουν, με τη συνείδηση της ύπαρξής τους σημαδεμένη από τα χαρακτηριστικά ως χθες του μικρονοικοκύρη, του μικροϊδιοκτήτη, συμπληρωμένα από το αίσθημα της προσωπικής αποτυχίας που αγγίζει τα όρια της προσωπικής «ενοχής» εναλλασσόμενο με την τυφλή απελπισία, κατάθλιψη, οργή, μίσος, πάνω από τον παρονομαστή της καταναγκαστικής ή και θεληματικά υιοθετημένης άγνοιας για τις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις, τον πυρήνα τους, τη λειτουργία τους και την ανατροπή τους.

Ριγμένοι στη στρατιά της ανεργίας, κοντά σε χθεσινους συναδέλφους τους που φυτοζωώντας παλεύουν ακόμα να «επιτηδεύονται», μαζί μ’ άλλους τόσους «παλιούς» άνεργους, άλλους τόσους καινούργιους – απολυμένους εν μέσω καπιταλιστικής κρίσης, κι άλλους τόσους και περισσότερους νέους που ολοκλήρωσαν τον κύκλο των όποιων σπουδών τους με τα «μόρια» των πτυχίων τους χωρίς αντίκρισμα βγαλμένοι απευθείας στον κόσμο της ανεργίας προτού περάσουν ακόμα από την παραγωγή, άπραγοι στην πιο ορμητική φάση της ζωής τους, προσκολλημένοι αναγκαστικά στην οικογένειά τους (την τσακισμένη κατά τέσσερις μηνιάτικες συντάξεις ανά μέλος) σε μια ηλικία όπου θα έπρεπε να ανοίγουν στη ζωή τον δικό τους προσωπικό δρόμο.

Δεν θέλει φιλοσοφία ότι η, σε πείσμα κάθε δυσκολίας, οργάνωση όλου αυτού του κόσμου με όρους ανταποκρινόμενους στους όρους της ύπαρξής του, με όρους που θα μετατρέψουν τον απονεκρωμένο τους χρόνο σε χρόνο ζωής, ζωής με ηθικά – πολιτιστικά – πολιτικά κοινωνικό περιεχόμενο, ζωής  αφιερωμένης στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους και της δικής τους λαϊκής – εργατικής εξουσίας, αποτελεί γενικότερα καθοριστικό όρο διεξόδου από τον κλοιό που σχηματίζουν γύρω από όλο το λαό, τους εργαζόμενους και τη νεολαία, η ευρωενωσιακή «κατοχή», η τροϊκανή «κατοχή», η «κατοχή» της χώρας από κάθε ιμπεριαλιστικό οργανισμό, η «κατοχή» της από τα καπιταλιστικά μονοπώλια, η «κατοχή» της από τις κυβερνήσεις και το κράτος που τα υπηρετεί, η «κατοχή» της από το φασιστικό «παρακράτος» και τους συνεργάτες του.

Μόνο τότε, τα θύματα της προλεταριοποίησης, επικείμενης ή προκείμενης,   θα συνειδητοποιήσουν, μαζί με όλους τους εργαζόμενους, γιατί δεν έχουν πατρίδα και θα διεκδικήσουν την πατρίδα που τους ανήκει.


Πολιτική εμπρηστική και γενοκτονική

«Δεν έχει έννοια να επαναλαμβάνομαι. Το ζήτημα της πυρόσβεσης είναι κορυφαίο. Τα μέσα τα οποία έχουμε δεν είναι επαρκή».

Τη δήλωση αυτή είχε κάνει στις 16 Ιουλίου ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Νίκος Δένδιας μετά από συνάντηση με την ηγεσία του Πυροσβεστικού Σώματος. Πέντε βδομάδες αργότερα, η Χίος από τις πυρκαγιές είχε υποστεί τεράστια καταστροφή, ενώ εκατοντάδες εστίες φωτιάς ξεπηδούσαν το Καλοκαίρι σε όλη τη χώρα προκαλώντας ανυπολόγιστες ζημιές.

«Η αλήθεια είναι ότι η πολιτική της συγκυβέρνησης – όπως και των προηγούμενων – είναι στην κυριολεξία εμπρηστική», έγραφε τότε, με αφορμή τις πυρκαγιές στη Χίο ο Ριζοσπάστης. «Κι αυτό γιατί ενώ γνώριζαν για τις τραγικές ελλείψεις δεν έκαναν απολύτως τίποτα σε επίπεδο πρόληψης. Πιο συγκεκριμένα, οι τεράστιες ελλείψεις σε προσωπικό που ξεπερνούν τις 4.000 δεν καλύφθηκαν, ενώ 1.906 συμβασιούχοι πυροσβέστες προσλήφθηκαν, περίπου 1,5 μήνα μετά την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου και ενώ είχαν εκδηλωθεί δεκάδες φωτιές. Τα μειωμένα κονδύλια έως και 45% σε σχέση με το 2010, καθήλωσαν ελικόπτερα (συντονισμού αλλά και κατάσβεσης), ακινητοποίησαν οχήματα με μικρές (φθαρμένα ελαστικά) ή μεγάλες βλάβες (κατεστραμμένες μηχανές), άφησαν συστήματα πυρόσβεσης να «στολίζουν» δάση, προκάλεσαν αλαλούμ στις προσλήψεις συμβασιούχων, στο ωράριο απασχόλησής τους και στην ανανέωση υλικοτεχνικού εξοπλισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο στις Πυροσβεστικές Υπηρεσίες Αγρινίου – Μεσολογγίου – Αμφιλοχίας και Ναυπάκτου, οι ελλείψεις φτάνουν το 30-40%, ενώ τα οχήματα σε μεγάλο ποσοστό είναι παλιά, όχι αξιόπιστα, μη κατάλληλα συντηρημένα και βάζουν σε κίνδυνο πολλές φορές τη σωματική ακεραιότητα των πυροσβεστών…»

***

Σήμερα στην διάρκεια της παράδοσης – παραλαβής του Αρχηγού του Σώματος και προτού καλά-καλά ακόμα ξεπλυθούν οι στάχτες από τα καμμένα δάση του Καλοκαιριού, ο ίδιος υπουργός έκανε λόγο για υπερβολικό αριθμό υπηρετούντων στην Πυροσβεστική.

Ο υπουργός, αφού χαρακτήρισε πλάνη το ότι η Πυροσβεστική έχει ελλείψεις, ισχυρίστηκε ότι οι υπηρετούντες στο Σώμα είναι υπεράριθμοι. Στην ομιλία του προανήγγειλε ότι «Στις επόμενες εβδομάδες, μετά από την εισήγηση του νέου αρχηγού, θα αναλάβουμε τις πρωτοβουλίες εκείνες, που θα δώσουν τη δυνατότητα στις γυναίκες και στους άνδρες του Πυροσβεστικού Σώματος να ανταποκριθούν καλύτερα στα καθήκοντά τους. (…) Η αναδιάρθρωση αυτή θα έχει συγκεκριμένες και σαφείς κατευθύνσεις, που θα επιτρέψουν την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού».

Όπως επισημαίνει το 902.gr,  συνειδητά ο υπουργός, προσπερνάει τις περικοπές στα κονδύλια (από 121 εκατομμύρια ευρώ το 2009 σε 65,2 εκατομμύρια φέτος), την κατάργηση οργανικών θέσεων που μεταφράζεται σε έλλειψη 4.156 ανδρών, την ακινητοποίηση του 20% των οχημάτων εξαιτίας φθαρμένων ελαστικών , βλαβών και έλλειψης καυσίμων, την υπερεργασία των οδηγών (που δουλεύουν για 32 ώρες στο τιμόνι ) και των πυροσβεστών (που βρίσκονται στα μέτωπα για 48 ώρες χωρίς ουσιαστική ανάπαυση και κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης) αλλά και τη μη χρησιμοποίηση των 4.000 πυροσβεστών πενταετούς υποχρέωσης σε αργίες, Κυριακές, νυχτερινές ώρες και εκτός έδρας. Πόσο μάλιστα, την προσπάθεια κατάργησης 40 σταθμών και κλιμακίων με αποτέλεσμα την καταστροφή του δασικού πλούτου της χώρας.

***

Πολιτική εμπρηστική, που στο φόντο των γενικότερων συνθηκών αποκτά γενοκτονικά χαρακτηριστικά:

Όταν παρά τους μέχρι πριν λίγες εβδομάδες ισχυρισμούς του, το υπουργείο Παιδείας σήμερα δέχεται ότι δεν είναι ούτε ένα ούτε δύο ούτε 100 αλλά 25.000 τα παιδιά που πρέπει να μπουν σε πρόγραμμα σίτισης γιατί υποσιτίζονται… Όταν κανείς δεν ξέρει πόσο μεγάλος είναι αυτός ο αριθμός στην πραγματικότητα, πόσες άραγε εργατικές λαϊκές φτωχές οικογένειες ζουν αυτό το δράμα εξαιτίας της καπιταλιστικής κρίσης και της πολιτικής που διαλύει τα λαϊκά νοικοκυριά… Όταν για την «αντιμετώπιση» αυτού του προβλήματος η κυβέρνηση απευθύνεται στην «φιλανθρωπία» της εκκλησίας και των «χορηγών»…

…Όταν αποκαλύπτεται το ότι στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά οι εντολές διακοπής ηλεκτρικού ρεύματος από 1000 τον μήνα που ήταν τον περασμένο  Μάιο, έχουν σήμερα εκτιναχθεί στις 300 κατά μέσο όρο εντολές διακοπής ρεύματος καθημερινά, δηλαδή στις 6000 το μήνα…

…Τότε αποδεικνύεται η ραγδαία εξάπλωση της φτώχειας και της εξαθλίωσης, η οποία ήδη εμφανίζεται με χαρακτηριστικά γενοκτονικά σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων,   καθώς πλάι σε αυτά τα φαινόμενα πρέπει να συμπληρωθούν τα εντεινόμενα λαϊκά αδιέξοδα στην υγεία και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η γενικότερη αδυναμία ανταπόκρισης σε στοιχειώδεις ανάγκες όπως η θέρμανση κά.

***

Για τον λαό δεν υπάρχουν περιθώρια αναμονής, δεν υπάρχουν περιθώρια για αυταπάτες και θολές ελπίδες γύρω από «επαναγορά ομολόγων», «κουρέματα» και «αναδιαπραγματεύσεις». Αντίθετα γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο ζωτική για το λαό η άμεση ανάγκη της οργάνωσής του, της διεκδίκησης και της πάλης  για να υπηρετεί τη ζωή του, το παρόν και το μέλλον του, όλος ο πλούτος που τον σφετερίζονται τα καπιταλιστικά μονοπώλια ενώ παράγεται από τον καθημερινό του μόχθο.

Το χρωστάνε αυτό, οι εργαζόμενοι στους εργαζόμενους, ο λαός στο λαό και ο τόπος στον τόπο.


αντίπαλο δέος

«Ανθρώπινος καπιταλισμός δεν υπήρξε ποτέ, ούτε πρόκειται να υπάρξει. Στην περίοδο που αναφέρεστε η καπιταλιστική ανάπτυξη θεμελιώθηκε με το αίμα των εκατομμυρίων νεκρών και στα ερείπια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έτσι βγήκε ο καπιταλισμός από την κρίση του 1929 – 1939. Έτσι τα μονοπώλια απέκτησαν υψηλή κερδοφορία ξανά, καταληστεύοντας ταυτόχρονα τους λαούς της Αφρικής, της Ασίας, της Λ. Αμερικής, έχοντας όμως απέναντι τους ένα σοσιαλιστικό στρατόπεδο και ισχυρό κομμουνιστικό κίνημα. Έτσι είχαν και περιθώρια και ισχυρότερη πίεση να κάνουν παραχωρήσεις για να αντιμετωπίσουν τον λεγόμενο κομμουνιστικό κίνδυνο. Αυτά τα περιθώρια για τον γερασμένο καπιταλισμό της Ευρώπης και των ΗΠΑ εξαντλήθηκαν από τη δεκαετία του ’70 και δεν γίνεται να τα αποκτήσει ξανά. Τώρα έχει να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό νέων καπιταλιστικών κέντρων με τεράστια μάζα φτηνής εργατικής δύναμης, όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Βραζιλία, η Ινδία.

Η κρίση είναι ένα σύμπτωμα του καπιταλισμού που σαπίζει, που μόνο τη βαρβαρότητα της στυγνής εκμετάλλευσης και των πολέμων επιφυλάσσει στους λαούς».

Με αυτά τα λόγια απάντησε η Αλέκα Παπαρήγα, στη δημοσιογραφική ερώτηση, «Πιστεύετε ότι ο καπιταλισμός δεν διορθώνεται, δεν εξανθρωπίζεται. Στο παρελθόν όμως έχει γίνει. Για παράδειγμα, η περίοδος της σοσιαλδημοκρατίας 1945-1980 στην Δυτική Ευρώπη ήταν μια καλή περίοδος για τον καπιταλισμό και τους εργαζόμενους. Γιατί το αποκλείετε να ξανασυμβεί;»,  που της τέθηκε σε συνέντευξή της στην «Εφημερίδα των Συντακτών».

Στο ίδιο θέμα αναφέρθηκε και σε σημείο της ομιλίας της στη βουλή για τον προϋπολογισμό, όπου, σε διάκριση με την καπιταλιστική στρατηγική των μεταπολεμικών δεκαετιών,  μιλώντας για τη σύγχρονη στρατηγική του καπιταλισμού  έκανε λόγο για την ταχύτατη διεθνοποίηση και το δυνάμωμα της ανταγωνιστικότητας, αντικειμενικές συνθήκες οι οποίες επιβάλλουν φθηνή εργατική δύναμη, πλήρη απελευθέρωση (προφανώς της αγοράς -και, στο επίκεντρο της «αγοράς»  γενικά, απελευθέρωση της «αγοράς εργασίας»-  της κίνησης του κεφαλαίου και του ανταγωνισμού), αποκρατικοποιήσεις και συγκεντροποίηση (του κεφαλαίου).

Σημείωσε μάλιστα ότι ως απάντηση στην καπιταλιστική κρίση της δεκαετίας του ’70 η στρατηγική αυτή άρχισε να υλοποιείται, πριν ακόμα από την ανατροπή του σοσιαλισμού στην Ευρώπη, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 πρώτα  σε ΗΠΑ και Βρετανία, και από τα μέσα της δεκετίας του ’80 γενικεύθηκε και στην ΕΕ (τότε ΕΟΚ) σαν προετοιμασία για τη συνθήκη του Μάαστριχτ.

Ολόκληρη αυτή η τοποθέτηση της Αλέκας Παπαρήγα στη βουλή, στο βίντεο που ακολουθεί (από 05:20 έως 06:50 η παραπάνω αναφορά).

***

Στη συνέχεια, και στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, θα κάνω μια απόπειρα αναλυτικότερης σκιαγράφησης (υπό τύπο «οριστικών» προτάσεων, που όμως μπορούν να διαβαστούν και σαν ερωτήματα που εν μέρει γυρεύουν διάψευση ή επιβεβαίωση) των γενικών όρων της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, η οποία καθορίζεται από δυο ειδών γενικές συνθήκες: Πρώτον, από τους εσωτερικούς όρους και ρυθμούς της ως καπιταλιστικής ανάπτυξης στη συγκεκριμένη περίοδο και, δεύτερον, από τη συνύπαρξη του καπιταλιστικού συστήματος με το σύστημα που συγκροτούσαν οικονομικά και πολιτικά τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κράτη.

Σ’ ένα πρώτο στάδιο λοιπόν μετά το τέλος του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου οι εσωτερικές αγορές των μεγάλων, πιο αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών (και των σχετικά εξαρτημένων από αυτά) αποτελούν επαρκή χώρο για την καπιταλιστική ανάπτυξη, εφόσον οι ανάγκες της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης κάθε χώρας δεν έχουν ακόμα εξαντληθεί από άποψη «προσφοράς και ζήτησης». Αυτό το χρονικό διάστημα  της «ανοικοδόμησης» παρατείνεται από αυτή την τελευταία άποψη και από το γεγονός ότι, χάρη και στην ανάπτυξη της τεχνολογίας, μετά τον πόλεμο βγαίνουν στην αγορά ως μαζικά καταναλωτικά είδη πρώτης ανάγκης μια σειρά νέων βιομηχανικών προϊόντων: ποικίλες οικιακές συσκευές (ψυγεία, πλυντήρια, κουζίνες, τηλεοράσεις κλπ), αυτοκίνητα κά.

Σ’΄αυτό το πρώτο, αρκετά μακρόχρονο στάδιο, και καθώς η ανοικοδόμηση γίνεται κατά βάση με όρους εσωτερικής αγοράς μέχρι την εξάντληση των ορίων της, για την καπιταλιστική ανάπτυξη προέχει η εθνική οικονομική ρύθμιση, όπως επίσης απαιτείται ως «συλλογική ιδιοκτησία του κεφαλαίου» και ένας σχετικά εκτεταμένος κρατικός παραγωγικός τομέας ιδιαίτερα σε τομείς που υπηρετούν τις γενικές κοινωνικές παραγωγικές λειτουργίες και το σύνολο των διαφορετικών κλάδων του βιομηχανικού κεφαλαίου, όπως τέτοιοι τομείς είναι οι σχετιζόμενοι με τις επικοινωνίες, τις συγκοινωνίες και την ενέργεια, αλλά σε έναν βαθμό ίσως και με την χρηματική κυκλοφορία, κά.

Από την άλλη, αν η κρατικοποίηση της «μεγάλης» παραγωγής (εν προκειμένω ορισμένων νευραλγικών τομέων της) δεν συνιστά «λύση της σύγκρουσής» ανάμεσα στη φύση των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων και των κοινωνικών σχέσεων εντός των οποίων αυτές λειτουργούν, παρέχει όμως το μέσο, τον «τύπο» για αυτή τη λύση  (Ένγκελς), και ένα σχετικά μακρόχρονο διάστημα σταθερότητας αυτού του «τύπου», μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα και την ανάπτυξη κοινωνικών μορφών που ανταποκρίνονται επίσης «τυπικά» σε όρους αντίστοιχους αυτής της λύσης χωρίς να την συνιστούν ουσιαστικά καθαυτή. Στην ίδια κατεύθυνση συντείνει και ο κατά βάση «εθνικός» από οικονομική άποψη χαρακτήρας αυτού του πρώτου σταδίου της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης για την «ανοικοδόμηση», αφού σε αυτή τη βάση η ανάπτυξη του κεφαλαίου συμβαδίζει με μια ορισμένη εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινωνίας που αναπτύσσεται παράλληλα με το αναπτυσσόμενο κεφάλαιο, έστω και υπό τους ειδικούς όρους της δικής του ανάπτυξης αντί των γενικών όρων που θα έθετε η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Και επίσης, ο «τύπος της λύσης» και οι εθνικοί οικονομικοί όροι της ανάπτυξης, συμπληρώνονται από τη μαζική παραγωγή των νέων καταναλωτικών ειδών, που αποτελεί εκείνη τη στιγμή μια αλματώδη μεταβολή στο λαϊκό επίπεδο διαβίωσης και στους υλικούς όρους συντήρησης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.

Ουσιαστικά, με τις παραπάνω παραγράφους ερμηνεύται τόσο η λεγόμενη κεϊνσιανή διαχείριση που επικράτησε στην καπιταλιστική Ευρώπη κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες, όσο επίσης και η ανάπτυξη και σταθερότητα κατά τις δεκαετίες αυτές του λεγόμενου κοινωνικού κράτους, κράτους πρόνοιας, και της ορισμένης κοινωνικής ευμάρειας στην οποία συνήθισαν εκτεταμένα λαϊκά στρώματα στις χώρες αυτές. Στην ίδια βάση μπορεί επίσης να ερμηνευτεί η σχετική σταθερότητα της ύπαρξης και του ρόλου των μικρομεσαίων στρωμάτων που δραστηριοποιούνται, συμπληρωματικά προς το μονοπωλιακό κεφάλαιο, στους διάφορους τομείς της κοινωνικής παραγωγής.

Πριν ολοκληρωθεί, όμως, η περιγραφή αυτού του «πρώτου σταδίου», πρέπει να επισημανθούν ορισμένα στοιχεία (που στην πραγματικότητα αποτελούν και μια τρίτη πλευρά, ένα τρίτο «είδος συνθηκών» του όλου θέματος): Πρόκειται, από τη μιά, για την ιμπεριαλιστική καταλήστευση (από το μονοπωλιακό κεφάλαιο και τα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη)  των λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λ. Αμερικής σε όλη ατή την περίοδο, και από την άλλη, για την οικονομική ανισομετρία ανάμεσα στις χώρες της καπιταλιστικής Ευρώπης με αποτέλεσμα τα παραπάνω γενικά χαρακτηριστικά να υπόκεινται σε διάφορες ποιοτικές και ποσοτικές διαβαθμίσεις, να περιπλέκονται με δεσμά πολιτικών και οικονομικών εξαρτήσεων κλπ… Πρόκειται για πλευρά όχι ασήμαντη, ίσα-ίσα, αλλά η ανάλυσή της δεν εντάσσεται στη φιλοδοξία και στις δυνατότητες αυτής της ανάρτησης.

Το τέλος αυτού του πρώτου σταδίου συνδέεται καταρχήν με την εξάντληση των δοσμένων εθνικών ορίων (ορίων των εσωτερικών αγορών) στο πλαίσιο αυτής της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Το τέλος της «ανοικοδόμησης» κι ο σχετικός κορεσμός της νέας ως προς τα αντικείμενά της κατανάλωσης, προκαλεί επιβράδυνση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η καπιταλιστική ανάπτυξη, από την άλλη μεριά, είναι από τη «φυση» της επεκτατική. Το σταμάτημα, η επιβράδυνση της επέκτασής της συνιστά για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής όρο οικονομικής κρίσης, η οποία εφόσον δεν υπάρχουν νέα περιθώρια επέκτασης οφείλει να «επιλυθεί» εντός του δοσμένου πεδίου της έως τώρα ανάπτυξής του.   Η σχετική εξάντληση των εσωτερικών εθνικών αγορών, η αδυναμία τους πια να εξασφαλίζουν την επέκταση των κεφαλαίων, θέτει λοιπόν απέναντι στο μονοπωλιακό κεφάλαιο την οικονομική αναγκαιότητα οριστικού ξεπεράσματος ακριβώς αυτών των εθνικών ορίων, θέτει με άλλα λόγια στον καπιταλισμό την οικονομική αναγκαιότητα της οριστικής διεθνοποίησης της ανάπτυξής του προκειμένου αυτή (η ειδικά καπιταλιστική ανάπτυξη) να μην τερματιστεί.

Στο σημείο αυτό μια παρένθεση: Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο σημειώνει ότι για την καπιταλιστική ανάπτυξη αποτελούν φραγμό και «όριο» οι περιοχές εκείνες της κοινωνικής παραγωγής που δεν έχουν υπαχθεί ή δεν έχουν ολοκληρωτικά υπαχθεί στους οικονομικούς όρους του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, οι περιοχές της κοινωνικής παραγωγής όπου δεν κυριαρχούν όροι αξιοποίησης κεφαλαίου, όπου δεν κυριαρχεί η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία, και σαν τέτοια οικονομική περιοχή αναφέρει αυτή που καταλαμβάνεται από την ατομική εμπορευματική παραγωγή (πρώτα απ’ όλα τη γεωργική καθώς επίσης τη βοτεχνική στις πόλεις κλπ).  Στην περίοδο όμως που εξετάζουμε, στην οικονομική αυτή «περιοχή» ανήκει επίσης ολόκληρη η ΕΣΣΔ μαζί με τα σοσιαλιστικά κράτη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, και μιλώντας γι’ αυτή την «περιοχή» δεν την κατανοούμε μόνο γεωγραφικά αλλά επίσης και με την έννοια των διεθνών οικονομικών σχέσεων που αναπτύσσει με άλλες χώρες το σοσιαλιστικό σύστημα, οι οποίες σχέσεις αποτελούν βέβαια επίσης φραγμούς και «όρια» για την καπιταλιστική ανάπτυξη.

Όπως είναι επόμενο, η ίδια η ανάγκη της καπιταλιστικής οικονομικής διεθνοποίησης, καθιστά πια για τον καπιταλισμό ζωτική την (έτσι κι αλλιώς μόνιμη) «πολιτική» ανάγκη εξάλειψης  του διεθνούς σοσιαλιστικού  συστήματος από το πρόσωπο της γης: Αφενός η υπαρξή του, και σε «ομαλές»  συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης, λειτουργεί αναδραστικά ως προς τους «φυσικούς» όρους μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης. Το επίπεδο των κοινωνικών κατατακτήσεων των εργαζομένων στο σοσιαλισμό αποτελεί κατά κάποιο τρόπο (από πολιτική και οικονομική άποψη) μέτρο κάτω από το οποίο δεν μπορούν να πέσουν τα καπιταλιστικά κράτη τα οποία βρίσκονται σε σχετικά αντίστοιχα οικονομικά επίπεδα, προκειμένου να διασφαλίζουν την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στο καθεστώς της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.  Κι αν αυτό ειναι σχετικά εφικτό και συμβατό με τις συνθήκες του «πρώτου σταδίου» της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, αποτελεί όρο ακατόρθωτο σε συνθήκες διεθνοποιημένου καπιταλιστικού ανταγωνισμού, εφόσον σε αυτές η ένταση της εκμετάλλευσης τείνει να εξομοιωθεί παντού  προς τα ανώτατα δυνατά διεθνή όριά της ή με άλλα λόγια εφόσον το άμεσο και το κοινωνικό «κόστος» της εργατικής δύναμης οφείλει παντού (ως πρωταρχικός όρος της καπιταλιστικής κερδοφορίας και επομένως της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου) να βυθιζεται προς το κατώτατο διεθνές του επίπεδο, σε μια διεθνή «αγορά εργασίας» που τουλάχιστον από αυτή την άποψη οφείλει να «ομογενοποιηθεί»… Δεύτερον, η ύπαρξη του διεθνούς σοσιαλιστικού συστηματος αποτελεί αντικειμενικά, με τον οικονομικό «χώρο» που καταλαμβάνει, απαγορευτικό όρο για την γενίκευση της καπιταλιστικής διεθνοποίησης.  Γεγονός που γίνεται πιο οφθαλμοφανές  σήμερα, αν υπολογίσουμε σε πόσο ελάχιστο στην πραγματικότητα χρόνο η καπαταλιστική διεθνοποίηση ήλθε αντιμέτωπη με «κρισιακά» όρια της ίδιας της ανάπτυξής της σε «παγκοσμιοποιημένες» συνθήκες επέκτασής της… Και τρίτον:   Εξάντληση, έτσι κι αλλιώς, των όποιων υπαρκτών ορίων, εθνικών και διεθνών, της καπιταλιστικής ανάπτυξης, σημαίνει καπιταλιστική κρίση. Και διεθνής καπιταλιστική κρίση σε συνθήκες «συνύπαρξης» των δυο κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων σημαίνει άμεση και γενική διακινδύνευση της ίδιας της ύπαρξης του καπιταλιστικού συστήματος, διακινδύνευση ικανή να πραγματωθεί είτε με οικονομικούς είτε με πολιτικούς είτε με στρατιωτικούς όρους – το τελευταίο, τουλάχιστον, έχει ήδη «αποδειχθεί» ιστορικά δυο φορές ως συνέπεια της με βιαια πολεμικά μέσα ενδοκαπιταλιστικής σύγκρουσης για το ξεπέρασμα της διεθνούς καπιταλιστικής κρισης: Πρώτη φορά το 1917 όταν εν μέσω του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου ξέσπασε νικηφόρα η σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία, και δεύτερη φορά όταν σαν αποτέλεσμα της έκβασης του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου πλάι στην ΕΣΣΔ προστέθηκαν και τα σοσιαλιστικά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης…

***

Η εξάντληση των ορίων του «πρώτου σταδίου» της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης  έγινε διεθνώς αισθητή με την οικονομική κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’70. Πρέπει μάλλον να θεωρήσουμε ότι τα όρια αυτά δεν εξαντλήθηκαν ταυτόχρονα, με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό, για όλα τα καπιταλιστικά κράτη. Από την άλλη πλευρά όμως, στα πλαίσια του διεθνούς καπιταλιστικού ανταγωνισμού, όταν μια καπιταλιστική δύναμη περάσει σε ένα νέο στάδιό του, τότε είναι «υποχρεωμένα» και τα υπόλοιπα καπιταλιστικά κράτη να ακολουθήσουν, καθώς το αντίθετο θα σήμαινε υποδεέστερη θέση τους (δική τους και των καπιταλιστικών μονοπωλίων των οποίων αποτελούν την «πολιτική» εκπροσώπηση) στον  διεθνή ανταγωνισμό του κεφαλαίου (που αποτελεί όρο της ύπαρξης και της ανάπτυξής του).

Σε κάθε περίπτωση, ίσως και για το λόγο ότι μεταπολεμικά βρέθηκαν με τις μικρότερες απώλειες και τα μεγαλύτερα οφέλη δηλαδή σε διαφορετική αφετηριακή βάση σε σύγκριση με τα καπιταλιστικά κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης, ίσως επίσης και λόγω των μεταπολεμικών απωλειών τους σε σχέση με αποικίες και εξαρτημένα από αυτές κράτη, ήταν οι ΗΠΑ και η Βρετανία που εμφανίστηκαν πρώτα σαν τα καπιταλιστικά κράτη που «ασφυκτιούσαν» εντός των μέχρι τότε διεθνών όρων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και που επιδίωκαν να επιβάλουν στο εσωτερικό τους και διεθνώς βαθύτερους και πλατύτερους όρους καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, «αξιοποίησης» του κεφαλαίου, που επιδίωκαν να παραμερίσουν κάθε φραγμό που παρεμπόδιζε την συνέχιση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, είτε επρόκειτο για την τιμή της εργατικής δύναμης στο εσωτερικό τους, ειτε επροκειτο για το όποιο «κράτος πρόνοιας» ως κοινωνικό «κόστος της εργασίας» που δέσμευε κοινωνικό προϊον από το «αξιοποιήσιμο» συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο, είτε επρόκειτο για μια ορισμένη σταθερότητα στις εργασιακές σχέσεις (ωράριο κά) που αποτελεί φραγμό στον βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο, είτε επρόκειτο για τον κρατικό παραγωγικό τομέα, είτε για την με μονοπωλιακούς όρους συγκέντρωση της «μικρής» και «μεσαίας» παραγωγής, είτε τέλος για την ύπαρξη των σοσιαλιστικών κρατών στην Ευρώπη και την ΕΣΣΔ που απέναντι τους από τις αρχές-αρχές της δεκαετίας του ’80 κι ακόμα νωρίτερα ΗΠΑ και Βρετανία πρωτοστάτησαν σε εντεινόμενη πολιτικο-στρατιωτική επιθετικότητα…

…Ενώ την ίδια ώρα τα καπιταλιστικά κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης συμμετέχοντας στην ίδια γενική κατεύθυνση  προετοίμαζονταν για τη γενικευμένη επιβολή των νέων όρων καπιταλιστικού ανταγωνισμού προωθώντας την μετεξέλιξη της «ΕΟΚ» σε «Ευρωπαϊκή Ένωση» με την σύναψη της συνθήκες του Μάαστριχτ,  καθιστώντας έτσι για το ευρωπαϊκό μονοπωλιακό κεφάλαιο «εσωτερική αγορά» όλόκληρη την έκταση της «ΕΕ», καταργώντας κάθε διεθνή (και σταδιακά κάθε εσωτερικό) φραγμό στην κίνηση και την ανταγωνιστικότητα του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού  κεφαλαίου…

…Κι όλα αυτά, «εν όψει» της ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη κάτω από το βάρος της πολύμορφης εξωτερικής ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας και των εσωτερικών αντιφάσεων που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης, ιστορικά καθορισμένης μορφής και τρόπου υπάρξής του.  Τι είναι άραγε ικανό να ερμηνεύσει αυτή τη χρονική σύμπτωση ανάμεσα στη ζωτική για τον ιμπεριαλισμό ανάγκη εξάλειψης του σοσιαλισμού στην Ευρώπη και την ΕΣΣΔ από τη μια, και την ανάπτυξη των εσωτερικών του αντιφάσεων ως τον οριστικό βαθμό αδυναμίας αναπαραγωγής του πολιτικού συστήματος εξουσίας των σοσιαλιστικών κρατών από την άλλη;

***

Αν από το σύνολο των παραπάνω θέλαμε να εξαγάγουμε ένα συμπέρασμα χρήσιμο για το παρόν, αυτό θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να αφορά την ανεδαφικότητα των πολιτικών επιδιώξεων μιας δια «κοινωνικού συμβολαίου» ανασύστασης  των -όπως θα μπορούσαν να ονομαστούν- όρων στασιμότητας του κοινωνικού ταξικού ανταγωνισμού που επικράτησαν κατά την μεταπολεμική περίοδο στηριγμένοι σε ένα ακόμη νεαρό «καταναλωτικό πρότυπο», σε ένα φαινομενικά εξασφαλισμένο ικανοποιητικό βιωτικό επίπεδο για μια μεγάλη μάζα του εργαζόμενου πληθυσμού, σε ένα σχετικά ανεκτό για την «κρισιμη μάζα» καθεστώς εργασιακών σχέσεων και συνθηκών, σε ένα επίσης σχετικά ανεκτό επίπεδο κοινωνικών παροχών και διαχείρισης των πληγών του καπιταλιστικού συστήματος…

Όπως είναι φανερό, όλα αυτά δεν προήλθαν σαν αποτέλεσμα κανενός «κοινωνικού συμβολαίου». Προήλθαν από τη συνδυασμένη συνύπαρξη παραγόντων που αφορούν τόσο τις εσωτερικές ανάγκες, δυνατότητες και περιθώρια της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, όσο και τους «εξωτερικούς» προς το καπιταλιστικό σύστημα όρους που επέβαλε  η παρουσία του σοσιαλιστικού συστήματος στις συνθήκες και στα ίδια τα όρια της καπιταλιστικής ανάπυξης διεθνώς. Και ακόμα και σε αυτή τη βάση, προήλθαν μέσα από σκληρούς ταξικούς αγώνες, που ως καρποί και κατακτήσεις τους εξέφραζαν όχι την υλοποίηση των τελικών στόχων τους και την ολοκλήρωση της δυναμικής τους, αλλά το επίπεδο του ικανού στις δοσμένες συνθήκες συμβιβασμού, για χάρη του οποίου η τελικοί στόχοι δεν έφταναν στην υλοποίησή τους και η δυναμική δεν ολοκληρωνόταν.

Στις σημερινές συνθήκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού είναι τουλάχιστον εξαιρετικά αμφίβολη αν όχι απίθανη  η ικανότητα, από τη μεριά του καπιταλιστικού συστήματος, να ανταποκρθεί και κατά το ελάχιστο σε έναν τέτοιο συμβιβασμό. Από την άλλη μεριά το «αίτημα» ενός λεγόμενου «κοινωνικού συμβολαίου», πέρα από το ότι με την ανιστόρητη διατύπωσή του φανερώνει ολοκληρωτική «άγνοια» για το πώς «συνάπτονται» τα «κοινωνικά συμβόλαια» στην πραγματικότητα, δεν ισοδυναμεί παρά μόνο με ένα εκ των προτέρων αίτημα κοινωνικού – ταξικού συμβιβασμού, ενός συμβιβασμού δηλαδή απέναντι σε μια ανύπαρκτη για την άρχουσα τάξη απειλή! Δεν ισοδυναμεί παρά με μια στρατηγική συμβιβασμού, που με την σειρά της δεν σημαίνει παρά στρατηγική οπισθοχώρησης της εργατικής τάξης και του λαού μέχρι το τελικό σημείο επισφάλειας των στοιχειωδέστερων όρων της ύπαρξής τους.

Για την εργατική τάξη και το λαό δεν υπάρχει άλλος δρόμος πάλης από τον δρόμο της οριστικής ρήξης με την εξουσία των μονοπώλίων, από τον δρόμο της ανατροπής της εξουσίας τους, πέρα κι από εκείνο το όριο όπου πια κάθε συμβιβασμός θα αποτελεί απώλεια σε σύγκριση με το ώφελος που συνιστά το τράβηγμα αυτού του δρόμου ως το τέλος του.


απ’ το ποτάμι της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη θάλασσα της καπιταλιστικής κρίσης

Απαγορεύεται οποιοσδήποτε περιορισμός (ακόμα και συγκεκαλλυμένος) των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ κρατών – μελών και τρίτων χωρών. Τα κράτη – μέλη και η κοινότητα δρουν σύμφωνα με την αρχή της της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό (άρθρα  3Α, 102Α, 73Β παράγραφος 1 και 73Δ παρ. 3 της Συνθήκης του Μάαστριχτ).

2003, οι εργάτριες κι εργάτες της ΠΑΛΚΟ έξω από το κλειστό πια εργοστάσιο – έξω από το βιομηχανικό «τσιφλίκι» που οι ιδιοκτήτες του το ξήλωσαν και το μετέφεραν στο βαλκανικό «ελντοράντο» των φθηνών εργατικών χεριών, σύμφωνα με τις αρχές της ανταγωνιστικότητας, της «ανοικτής αγοράς»  και της ελεύθερης κίνησης του κεφαλαίου, σύμφωνα με τον νόμο του καπιταλισμού που  χάρη στη συνθήκη του Μάαστριχτ και την Ερωπαϊκή Ένωση έχει γίνει νόμος του κράτους.

Η πάλκο, αφού νωρίτερα είχε πουληθεί από τα «ελληνικά» της αφεντικά στην «ξένη» πολυεθνική σίσερ, το 2003 έκλεισε και μετακόμισε σε γειτονική βαλκανική χώρα όπου η τιμή της εργατικής δύναμης είναι φθηνότερη, επομένως τα κέρδη και η διεθνής «ανταγωνιστικότητα» της επιχείρησης υψηλότερα.  Το κλείσιμο και η μεταφορά  της επιχείρησης επιδοτήθηκε από το ταμείο για την «ανασυγκρότηση των Βαλκανίων» (που μόλις «χθες» είχαν ρημαχτεί από τους ευρω – ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς για την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας): οι αρχές της ελεύθερης κίνησης του κεφαλαίου και της «ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό» επιδοτούνται από τους φόρους των εργαζομένων που για χάρη αυτών των «αρχών» πετιούνται στο δρόμο.

Η ανάπτυξη του κεφαλαίου ενάντια στην ανάπτυξη της κοινωνίας!

«Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη σ’ όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι’ αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους. Ενώ εμείς, το μόνο πού διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει, οπού βρει κέρδη, δε μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε. Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουν τα κεφάλαια τους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;», έλεγε το 1944 ο Άρης Βελουχιώτης στην ομιλία του στη Λαμία.

Οι εργάτες σήμερα δεν έχουν ούτε τις καλύβες και τις πεζούλες τους. «Οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα», γιατί την πατρίδα τους τη σφετερίζεται και την κατέχει  η τάξη των καπιταλιστών. Γι’ αυτό ο αγώνας των εργατών, σε κάθε τόπο δουλειάς – σε κάθε γειτονιά, είναι αγώνας για την απελευθέρωση της πατρίδας τους (της καλύβας τους, της πεζούλας τους, του εργοστασίου τους) από την κατοχή του κεφαλαίου. Οι εργάτες παλεύουν για να ‘χουν πατρίδα, για να κερδίσουνε την πατρίδα, για να γίνει η πατρίδα δική τους: πατρίδα των εργατών, χωρίς διάκριση χρώματος, φυλής και θρησκείας. Η εργατική τάξη παλεύει για να γίνει αυτή η ίδια το έθνος: «για να ανυψωθεί σε εθνική τάξη, για να συγκροτηθεί η ίδια σε έθνος».

Ενάντια στην απολογητική της «αγανάκτησης» ότι για τη σημερινή κατάσταση φταίνε απλά κάποιοι «κλέφτες πολιτικοί», κάποια σκάνδαλα, κάποιες μίζες.

Ενάντια στους απολογητές των «μονοδρόμων» του ευρωενωσιακού μεγαλοϊδεατισμού κι έναντια στη δίδυμή τους εθνικιστική-φασιστική  απολογητική της καπιταλιστικής εξουσιας.

Ενάντια στα «δημοκρατικά» και φασιστικά ψέμματα της αστικής προπαγάνδας, ότι είναι οι εργατικοί αγωνες αυτοί που κλείνουν τα εργοστάσια.

Ενάντια στις συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες, τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό, τις ψεύτικες πολιτικές «διεξόδους» υποταγής του λαού στην καπιταλιστική κρίση κι ανάπτυξη .

Πληρώσαμε τα κέρδη – πληρώνουμε την κρίση. Στην ανατροπή τους βρίσκεται η λύση.

Εργατιά μπροστά, τώρα μιά γροθιά! Γκρέμισε μνημόνια και αφεντικά!


Η γιαγιά μου ο κομμουνισμός η χαρτοπετσέτα και η καπιταλιστική κρίση

Όταν η γιαγιά μου μιλούσε για οικονομία, είχε σαν πρότυπο τους όρους της αγροτικής οικιακής οικονομίας, αυτής δηλαδή που διαβάζουμε στους κλασικούς ότι υπήρχε πριν τον καπιταλισμό και καταστράφηκε μέσα από την διαδικασία της «πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου», και που για την γιαγιά μου (σε πείσμα των κλασικών, ή για την ακρίβεια, σε πείσμα πολλών αναγνωστών τους) ήταν ο τρόπος της ζωής της μέχρι τη δεκαετία του ’40.

Για τη γιαγιά μου πιστεύω πως θα ήταν πολύ απλό να κατανοήσει τι είναι ο κομμουνισμός: θα αρκούσε το οικονομικό «κύτταρο» της οικιακής παραγωγής να το προβάλει σε όλη την έκταση της κοινωνίας, να μεταφέρει τους όρους της οικιακής στην κοινωνική παραγωγή, της μικρής σπιτικής παραγωγής στην κοινωνικοποιημένη. Πιστεύω μάλιστα, ότι για την οικονομική αντίληψη της γιαγιάς μου κάτι παρόμοιο με την οικιακή παραγωγή που γνώριζε καλά, κι από την οποία αποκόπηκε βίαια, πρέπει να ήταν η κοινωνική παραγωγή έτσι κι αλλιώς: πού να φανταστεί η γιαγιά μου τη διαφορά ανάμεσα στην οικονομία όπως την αντιλαμβάνεται κάθε λογικός άνθρωπος, από τη μια, και στην «πολιτική οικονομία του καπιταλισμού», από την άλλη.

Οικονομία για την γιαγιά μου ήταν αυτό που γνώριζε από το σπίτι της: Μια οικογένεια κατέχει τα εργαλεία παραγωγής, τα ζώα της, μια έκταση γης. Όλη η οικογένεια δουλεύει τη γη. Το προϊόν της γης δίνει τροφή στην οικογένεια που τη δουλεύει. Μέσα στο σπίτι συνέχεια της οικογενειακής αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής είναι η χειροτεχνική παραγωγή που δινει ρούχα για το χειμώνα, ενώ στον οικιακό καταμερισμό της εργασίας όλοι, από τα μικρά παιδιά ως τους μεγαλύτερους, έχουν έναν παραγωγικό ρόλο. Το σπίτι έχει και το «εξωτερικό του εμποριο», καθώς το περίσσευμα των προϊόντων ανταλλάσσεται με προϊόντα που δεν παράγονται στο πλαίσιο της σπιτικής παραγωγής, και υπάρχει και λίγη χρηματική οικονομία για πράγματα που δεν μπορούν να αποκτηθούν με την άμεση ανταλλαγή, για χρηματικούς φόρους κλπ. Όταν η σοδειά είναι καλή θα περάσουν όλοι καλά. Όταν η σοδειά είναι μειωμένη θα στριμωχτούν όλοι το ίδιο.  Η έννοια «σκουπίδι» δεν υπάρχει. Όποιος καταναλώνει και ξοδεύει περισσότερα από το απαραίτητο είναι σπάταλος και βλάφτει όλη την οικογένεια. Αν χρειαζόμασταν τα διπλά πράγματα θα έπρεπε να δουλεύουμε όλοι δυο φορές περισσότερο κι αν χρειαζόμαστε τα μισά από το κάθε τι, αυτό σημαίνει για όλους μισή δουλειά. Το να υπάρχει σπιθαμή ακαλλιέργητη είναι ντροπή. Όποιος πετάει το σιτάρι και χύνει το γάλα είναι τρελλός.

Αποτολμώντας μια πιθανή ιστορική γενίκευση, δεν αποκλείεται στη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης να είναι ακριβώς οι διαδεδομένοι αυτοί όροι της  αγροτικής οικιακής παραγωγής και οικονομίας, που διευκόλυναν και συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στο να ενστερνιστούν πλατιά τμήματα του πληθυσμού της υπαίθρου το κοινωνικό  λαϊκοδημοκρατικό πρόγραμμα, με τη σοσιαλιστική – κομμουνιστική προοπτική του, που χάραζε το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα… Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η μικρή παραγωγή γεννάει τη μεγάλη, κι «αυθόρμητα» γεννάει την καπιταλιστική ιδιοκτησία και παραγωγή, όμως αφενός το όνειρο του μικροϊδιοκτήτη που γίνεται καπιταλιστής ήταν ακόμα αντικειμενικά ξένο προς τα όνειρα της πλειοψηφίας του πληθυσμού της υπαίθρου και, αφετέρου, για ένα μεγάλο μέρος αυτής της πλειοψηφίας δεν δοθηκε ποτέ η ευκαιρία για αυτό το όνειρο αφού αντί γι’ αυτό επιβλήθηκε βίαια η πραγματικότητα του ξεριζωμού.

Περίπου 3 δεκαετίες αργότερα, η γιαγιά μου είναι εγκατεστημένη στην Αθήνα, εγώ είμαι σε νηπιακή ηλικία, η γιαγιά μου με βοηθάει στο φαΐ, και -εδώ επανερχόμαστε στο θέμα μας- όπως κάθεται κοντά μου στο τραπέζι παίρνει από δίπλα μου τη χαρτοπετσέτα και την σκίζει σε δυο κομμάτια, εκπαιδεύοντάς με στην οικονομική της αντίληψη, την οποία θεωρεί ως την μόνη δυνατή οικονομική αντίληψη γενικά, όπως και κάθε λογικός άνθρωπος: Αν η χαρτοπετσέτα έχει μέγεθος διπλάσιο από το απαραίτητο, την κόβουμε στη μέση, κι έτσι όχι μόνο μειώνουμε στο μισό τις χαρτοπετσέτες που αγοράζουμε και καταναλώνουμε, αλλά έτσι κι ο κόσμος γενικά δε χρειάζεται να παιδεύεται για να φτιάχνει τόσες χαρτοπετσέτες, μισές χαρτοπετσέτες σημαίνει μισός κόπος γι’ αυτούς που τις φτιάχνουν και σημαίνει ακόμα ότι μπορούν να προλάβουν κι άλλες τόσες δουλιές ή και να ξαποστάσουνε λίγο.

Που να φανταστεί η γιαγιά μου, κι εγώ μαζί της, ότι με αυτή την λογική κίνηση  μιας απλής προσωπικής οικονομίας, έθετε έμπρακτα τους όρους μιας μερικής οικονομικής κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος στον κλάδο της χαρτοβιομηχανίας. Αν κάναμε όλοι το ίδιο; Ξαφνικά η ζήτηση θα μειωνόταν στο μισό, κι η τιμή της χαρτοπετσέτας μπορεί βέβαια να έπεφτε, αλλά ταυτόχρονα θα έκλειναν τα μισά εργοστάσια, οι μισοί από τους εργαζόμενους σε αυτά θα μέναν χωρίς δουλιά και χωρίς εισόδημα, τα επενδυτικά σχέδια απλής (και πόσο μάλλον διευρυμένης) αναπαραγωγής του κεφαλαίου θα χαντακώνονταν, τα δάνεια των επιχειρηματιών θα έμεναν απλήρωτα,  το κράτος θα έσπευδε να επιδοτήσει τον παραπαίοντα κλάδο, γι’ αυτό το λόγο θα αυξανόταν ο κρατικός εξωτερικός δανεισμός, οι μικρότερες επιχειρήσεις θα έκλειναν κι οι μεγαλύτερες που ως εκείνη τη στιγμή είχαν πετύχει μεγαλύτερη συσσώρευση θα κυριαρχούσαν στον κλάδο  μονοπωλιακά, η μονοπωλιακή τους θέση θα ξανανέβαζε τις τιμές, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους εργάτες για μια θέση δουλιάς θα κατέβαζε τα μεροκάματα, ώσπου τελικά το ξεπέρασμα της κρίσης θα σήμαινε μια νέα εποχή που σε λίγα πράγματα θα θύμιζε την ημέρα εκείνη που η γιαγιά μου έκοβε τη χαρτοπετσέτα στη μέση για πρώτη φορά.

Που να φανταζόταν η γιαγιά μου, ότι γι’ αυτήν την κοινωνία, την «καπιταλιστική», οικονομία είναι να αγοράζεις δυο μπουκάλια γάλα και το ένα να το χύνεις για πλάκα, να αλλάζεις αυτοκίνητο δυό φορές το χρόνο και το παλιό να το στέλνεις στη μάντρα (που κι αυτό είναι πρόβλημα για τον κλάδο των μεταλλείων), να χρησιμοποιείς τέσσερις χαρτοπετσέτες για να φυσήξεις τη μύτη σου, για να μπορείς να τα κάνεις όλα αυτά και για να μπορούν όλα αυτά να παράγονται και να πουλιόνται να παίρνεις δάνεια από τις τράπεζες , να πληρώνεις τις μισές δόσεις του πρώτου δανείου με το μισό ποσό του δεύτερου, με το τρίτο δάνειο να ξεχρεώνεις το πρώτο και καναδυό δοσεις από το δεύτερο, και με το τέταρτο δάνειο να χρωστάς ήδη τα διπλά απ’ όσα δανείστηκες, ώσπου πια δεν μπορείς να πληρώσεις άλλες δόσεις κι όλος ο κόσμος ξαφνικά παγώνει γεμάτος από φρέσκο γάλα, έτοιμα αυτοκίνητα και συσκευασμένες χαρτοπετσέτες που δεν μπορούν ούτε να πουληθούν ούτε να αγοραστούν, και φτάνουμε ξανά στα ίδια είτε κόβουμε τη χαρτοπετσέτα στη μέση είτε τις ξοδεύουμε δυό-δυό, και αρχίζουν σ’ όλο τον κόσμο οι κοινωνίες να παλεύουν για να ξανακερδίσουν την προδομένη εμπιστοσύνη των «αγορών».

Οικονομία των ιδιωτών, ιδιωτική οικονομία. Στα αγγλικά, economy of the idiots ή idiotic economy.