Λένιν: Ένα απίθανο όχι όμως αδύνατο πισωγύρισμα – μέρος 3

Εισαγωγή στο τρίτο και, μάλλον, τελευταίο μέρος αποτελεί  ένα σχόλιο, σαν παραλειπόμενο από το προηγούμενο, δεύτερο μέρος:

«Ο διεθνής σοσιαλισμός αναγνωρίζει το δικαίωμα των ελεύθερων, ανεξάρτητων, ισότιμων εθνών, όμως μόνο αυτός μπορεί να δημιουργήσει τέτοια έθνη, μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών. Και το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού», γράφει Η Ρόζα Λούξεμπουργκ (και σχολιάζει ο Λένιν: «πολύ σωστά»), «χρησιμεύει, όπως κι όλα τ’ άλλα, όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης αλλά ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου».

Γράψαμε στο δεύτερο μέρος τι σημαίνει και σε τι χρησιμεύει η αποποίηση, η άρνηση του συνθήματος του σοσιαλισμού, σε τι χρησιμεύει το σύνθημα που ταυτίζει τον σοσιαλισμό με τη «δευτέρα παρουσία»… Σύνθημα μάλιστα –να συμπληρώσουμε- προερχόμενο πρώτα από όλα από τους συνιδρυτές και συμμέτοχους του πολιτικού ιδρύματος εκείνου, που στον τίτλο του καπηλεύεται και το όνομα της ίδιας της Ρόζας Λούξεμπουργκ: Η Ρόζα Λούξεμπουργκ (ο «Γιούνιους» της παράνομης μπροσούρας) σήκωνε τη σημαία με το σύνθημα του σοσιαλισμού. Αυτών τα συνθήματα τοποθετούν τον σοσιαλισμό στο ανύπαρκτο μέλλον της «δευτέρας παρουσίας» για να συκοφαντήσουν όποιον έχει το σύνθημα του σοσιαλισμού στη σημαία του… Η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» απαντούσε: επανάσταση! ασκώντας μάλιστα τη σφοδρότερη κριτική στο είδος των μεταρρυθμίσεων που αποτελούν τη δίκη τους προγραμματική «πεμπτουσία». Αυτοί στο ίδιο δίλημμα απαντούν: μεταρρύθμιση… «Μεταρρύθμιση» με «ελκυστικό» περιτύλιγμα στα λόγια, και στην πράξη «μεταρρύθμιση» σαν αυτή που προβλέπει το 3ο μνημόνιό τους. Αλλά, θα πει κανείς, οι ίδιοι δε διστάζουν να χρησιμοποιούν τον ύμνο της διεθνούς σαν τζιγκλάκι στο ραδιοφωνικό τους σταθμό [*], στο όνομα της Ρόζας Λούξεμπουργκ θα κολώνανε…

Και φτάνουμε επιτέλους και στο «παραλειπόμενο» του δεύτερου μέρους: Το σύνθημα, λοιπόν,  του σοσιαλισμού, όχι σαν δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης, αλλά σαν κίνητρο για την επαναστατική, μεταμορφωτική δραστηριότητα του προλεταριάτου, γύρω από κάθε δικαίωμα που αναγνωρίζει ο σοσιαλισμός και που, όμως, μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει: Είτε πρόκειται για την εθνική αυτοδιάθεση κι ανεξαρτησία, για την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς γενικά, είτε πρόκειται για την εκποίηση του δημόσιου – κοινωνικού παραγωγικού και φυσικού πλούτου, είτε για την ελευθερία του κεφαλαίου να «αναχωρεί» προς τους καπιταλιστικούς παραδείσους της φτηνής εργατικής δύναμης, είτε πρόκειται για την απλήρωτη εργασία εδώ, για την ανεργία, το δικαίωμα στην κατοικία, την αντιλαϊκή φοροληστεία, την κοινωνική ασφάλιση κ.ο.κ., το σύνθημα του σοσιαλισμού δεν χρησιμεύει για να χαλαρώσουμε το άδραγμα του κάθε κρίκου αλλά για να τον κρατήσουμε πιο σφιχτά. Κι αυτό δεν είναι απλώς ζήτημα κάποιας αφηρημένης ιδεολογικής διευκρίνισης, αλλά ζήτημα που οφείλει να καθίσταται ιδεολογικά ανάγλυφο συνεχώς, κι ακόμα περισσότερο ανάγλυφο μέσα από την καθημερινή, πρακτική, «επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου». Και την αφορμή για το «παραλειπόμενο» αποτελεί κάθε περιστατικό, ακόμα και κάθε υποψία περιστατικού, όπου το σύνθημα του σοσιαλισμού απλώς «διατυπώνεται» κατά τρόπο που δεν μετατρέπεται το ίδιο, στην πρώτη-πρώτη γραμμή του άμεσου προσκηνίου, σε κίνητρο για την «επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου». Δηλαδή κατά τρόπο που, κατ’ αναγκαία συνέπεια, περιέχει ή και απλώς μπορεί να περιέχει και την παραμικρή δυνατότητα χρησιμοποίησής του «ως δικαιολογίας της υπάρχουσας κατάστασης». Και με αυτά τα λόγια τελειώνει και το «παραλειπόμενο» του δεύτερου μέρους.
=============================================================================

Για την ανάλυση των δυνατοτήτων μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εθνικό και αντίστροφα, καθώς για την αναγνώριση του κύριου και του δευτερεύοντος από τα πιθανά συνυπάρχοντα στοιχεία (εθνικό ή ιμπεριαλιστικό) που καθορίζει το χαρακτήρα ενός δοσμένου πολέμου, ο Λένιν χρησιμοποιεί παραδείγματα παρμένα από ιμπεριαλιστικούς και εθνικούς πολέμους πριν την εποχή του μονοπωλιακού κεφαλαίου: Γίνεται λόγος για ιμπεριαλιστικούς ναπολεόντειους πολέμους, για ιμπεριαλισμό του Ναπολέοντα. Και παρακάτω: «Η Αγγλία και η Γαλλία έκαναν τον επταετή πόλεμο για τις αποικίες, δηλαδή διεξήγαγαν ιμπεριαλιστικό πόλεμο (που είναι δυνατός και στη βάση της δουλείας και στη βάση του πρωτόγονου καπιταλισμού, όπως και στη σύγχρονη βάση του πολύ αναπτυγμένου καπιταλισμού)» [**]. Τα παραδείγματα αυτά είναι παρμένα από μια ιστορική περίοδο πριν από το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, γιατί αυτό σαν νεότατο δεν παρείχε ακόμη τέτοια παραδείγματα.

Αν το κείμενο γραφόταν 30-40 χρόνια αργότερα, ο Λένιν θα μπορούσε να χρησιμοποιεί το παράδειγμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που εκδηλώθηκε λ.χ. σαν ιμπεριαλιστικός μεταξύ Αγγλίας και Ιταλίας / Γερμανίας με πεδίο αντιπαράθεσης την Ελλάδα, γεννώντας έτσι έναν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο στην Ελλάδα, που φυσικά δεν μπορούσε μεμιάς να διεξαχθεί έξω από το γενικό πλαίσιο του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Θα μπορούσε στο ίδιο παράδειγμα να μπουν τα τριπλά και πολλαπλά συνυπάρχοντα χαρακτηριστικά του πολέμου: Ιμπεριαλιστικός ανάμεσα σε Αγγλία, ΗΠΑ, Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία, Γαλλία. Εθνικός από την πλευρά των κατακτημένων χωρών (μαζί και της Γαλλίας) και έτσι, πράγματι, «ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη», Εθνικός και από την πλευρά της ΕΣΣΔ αλλά ταυτόχρονα και σοσιαλιστικός από την πλευρά της: Όλα αυτά αντικειμενικά, πέρα από προθέσεις και χωρίς ακόμη να έχουν φύγει από το πεδίο της γενικότητας, χωρίς να αποτελούν ακόμη λεπτομερή ανάλυση π.χ. του ιμπεριαλιστικού πολέμου της Γαλλίας κατά της Γερμανίας και στη συνέχεια υπέρ της Γερμανίας από τη δοσιλογική αστική γαλλική κυβέρνηση με ταυτόχρονο γαλλικό εθνικό πόλεμο κατά της Γερμανίας: πόλεμο λαϊκό με τη συμμετοχή  (ή και κάτω από τη διεύθυνση) τμημάτων της αστικής τάξης, που στην προοπτική του δικού τους αγώνα βρίσκεται μια ιμπεριαλιστική, ξανά, Γαλλία. Χωρίς, επίσης, να αποτελούν ακόμα λεπτομερή ανάλυση, πχ, του λαϊκού ταξικού χαρακτήρα που είχε ο εθνικός πόλεμος στις κατακτημένες χώρες, όταν η «παντού αντιδραστική» αστική τάξη προσκολλιόταν στις ανταγωνιζόμενες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ή, ανάλυση του ανταγωνισμού ανάμεσα στους αντιμαχόμενους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς, την εξαναγκαστική συμμαχία του ενός από αυτούς με την ΕΣΣΔ και τους ταυτόχρονα κοινούς στόχους (με διαφορετικές μορφές και εν μέσω πάλης για την μεταξύ τους επικράτηση και ηγεμονία) των εμπόλεμων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ενάντια στην ΕΣΣΔ…

*

Το παράδειγμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Λένιν, αν το κείμενο γραφόταν 30-40 χρόνια αργότερα, όμως επειδή γράφτηκε το 1916 χρησιμοποιείται, όχι βέβαια σαν παράδειγμα αλλά σαν υποθετική δυνατότητα, είκοσι περίπου χρόνια -για την ακρίβεια: «καμιά εικοσαριά χρόνια»- νωρίτερα από αυτόν:

«Είναι σε μεγάλο βαθμό απίθανο ότι ο σημερινός ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1916 θα μετατραπεί σε εθνικό, επειδή η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη και έπειτα ακόμα επειδή η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών δεν είναι πολύ σημαντική και επειδή το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη. Δεν μπορούμε όμως να λέμε ότι είναι αδύνατη μια τέτοια μετατροπή: Αν το προλεταριάτο της Ευρώπης γινόταν ανίσχυρο για καμιά εικοσαριά χρόνια.. αν ο σημερινός πόλεμος τελείωνε με νίκες όπως οι ναπολεόντειες και με την υποδούλωση μιας σειρά βιώσιμων εθνικών κρατών.. αν ο εξωευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός (ο ιαπωνικός και ο αμερικανικός κατά πρώτο λόγο) διατηρούνταν επίσης καμιά εικοσαριά χρόνια χωρίς να περάσει στο σοσιαλισμό, λόγου χάρη, ύστερα από έναν ιαπωνοαμερικανικό πόλεμο, τότε θα ήταν δυνατός ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη. Αυτό θα σήμαινε γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες. Αυτό είναι απίθανο. Δεν είναι όμως αδύνατο, γιατί είναι αντιδιαλεκτικό και θεωρητικά όχι σωστό να φαντάζεται κανείς ότι η παγκόσμια ιστορία τραβάει ομαλά και κανονικά προς τα μπρος, χωρίς να κάνει κάποτε γιγάντια άλματα προς τα πίσω.»

Ας σταθούμε, λοιπόν, στο συγκεκριμένο θέμα κι ας προσπαθήσουμε να δούμε σημείο προς σημείο και να συγκρίνουμε τις «ιδεατές» προϋποθέσεις που βάζει ο Λένιν το 1916 για τη δυνατότητα «ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη» με τις πραγματικές προϋπόθεσες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου [***].

*

Ας επιχειρήσουμε, καταρχήν, μια σύνοψη-σύμπτυξη της «μακριάς» πρότασης: «Είναι σε μεγάλο βαθμό απίθανο ότι ο σημερινός ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1916 θα μετατραπεί σε εθνικό… Δεν μπορούμε όμως να λέμε ότι είναι αδύνατη μια τέτοια μετατροπή… Αν… Αν… Αν…, τότε θα ήταν δυνατός ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη. Αυτό θα σήμαινε γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες»: Ο σημερινός πόλεμος είναι απίθανο μεν αλλά και δυνατό να «μετατραπεί» σε καμιά εικοσαριά χρόνια σε εθνικό (αν μάλιστα «τελειώσει» με μια ορισμένη μορφή). Εδώ, λοιπόν, δεν πρόκειται ακριβώς για μετατροπή κατά την ανάπτυξη ενός κύκλου, πρόκειται για μετατροπή στη βάση των προϋποθέσεων που δημιουργεί η ολοκλήρωση ενός κύκλου. Πρόκειται για τη «γέννηση» του ενός απ’ το άλλο ως μορφή μετατροπής του ενός στο άλλο.

Γιατί, όμως, είναι «σε μεγάλο βαθμό απίθανη» μια μετατροπή του «σημερινού» (1916) ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εθνικό; Διότι:

α) Η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη.

β) Η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών δεν είναι πολύ σημαντική και

γ) Το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη.

(Σημειώνουμε ότι για κάθε μία από αυτές και για όλες μαζί τις προϋποθέσεις μη-μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου του «1914-1916» σε εθνικό πόλεμο θα μπορούσε να υπάρξει και μια ξεχωριστή ανάλυση).

Και ποιες, παρ’ όλα αυτά, είναι οι προϋποθέσεις «ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη»;

α) Το προλεταριάτο της Ευρώπης γίνεται ανίσχυρο για καμιά εικοσαριά χρόνια.

β) Ο «σημερινός» (1916) πόλεμος τελειώνει με νίκες όπως οι ναπολεόντειες και με την υποδούλωση μιας σειρά βιώσιμων εθνικών κρατών.

γ) Ο εξωευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός (ο ιαπωνικός και ο αμερικανικός κατά πρώτο λόγο) διατηρείται επίσης καμιά εικοσαριά χρόνια χωρίς να περάσει στο σοσιαλισμό, λόγου χάρη, ύστερα από έναν ιαπωνοαμερικανικό πόλεμο,

Και πώς συγκρίνονται αυτές με τις πραγματικές προϋποθέσεις του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου.

α) Ο εξωευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός διατηρήθηκε «για καμιά εικοσαριά χρόνια» (μετρώντας από το 1916) χωρίς να περάσει στο σοσιαλισμό, ενώ ο ιαπωνοαμερικανικός πόλεμος δεν ξέσπασε παρά μόνο μετά από αυτή την περίπου εικοσαετία και παράλληλα με το ξέσπασμα του πολέμου στην Ευρώπη.

β) Αν και ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος 1914-1918 παρέμεινε μέχρι τέλους ένας πόλεμος «για τις αποικίες», αν και δεν τελείωσε «με νίκες όπως οι ναπολεόντειες και με την υποδούλωση μιας σειράς βιώσιμων εθνικών κρατών», όμως ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος μετά από «καμιά εικοσαριά χρόνια», ενώ ταυτόχρονα δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι άσχετος από τις αποικίες, άρχισε από τη Γερμανία και την Ιταλία στην Ευρώπη για «νίκες όπως οι ναπολεόντειες» και για την «υποδούλωση μιας σειράς βιώσιμων εθνικών κρατών»,

(Να σημειώσουμε, λοιπόν, και ένα στοιχείο διαφοροποίησης των πολέμων στην εποχή του ιμπεριαλισμού, στην εποχή δηλαδή όπου όλοι οι πόλεμοι αντικειμενικά εντάσσονται στους- ή εντάσσουν εντός τους τούς- ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς: Ένας δοσμένος πόλεμος είναι κύρια «πόλεμος για τις αποικίες», μ’ άλλα λόγια για το μοίρασμα και ξαναμοίρασμα των «σφαιρών επιρροής», ή είναι πόλεμος για «νίκες όπως οι ναπολεόντειες» και για την «υποδούλωση μιας σειρά βιώσιμων εθνικών κρατών», με οποιαδήποτε παραλλαγμένη μορφή θα μπορούσε αυτό να κατανοηθεί;)

γ) Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος τελείωσε το 1918 με το προλεταριάτο να έχει νικήσει στη Ρωσία (και, επίσης, τελείωσε χάρη στη νίκη του προλεταριάτου στη Ρωσία), όμως για το «προλεταριάτο της Ευρώπης» τα πράγματα ακολούθησαν διαφορετική εξέλιξη. Η διπλή και τριπλή ιστορική προδοσία της σοσιαλδημοκρατίας, τη μια με τη μορφή του «σοσιαλσοβινισμού» κατά το ξέσπασμα και τη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου και την άλλη με τη μορφή του δήμιου της προλεταριακής επανάστασης στη Γερμανία, ύστερα η άνοδος και η επικράτηση του φασισμού και του ναζισμού στην Ιταλία, στη Γερμανία και στην Ισπανία, έκαναν το προλεταριάτο της Ευρώπης «ανίσχυρο για καμιά εικοσαριά χρόνια», ή ακριβέστερα: ανίσχυρο στην πορεία και την κατάληξη μιας περίπου εικοσαετίας, δηλαδή από το 1916 που γράφτηκαν αυτά τα λόγια ως τα τέλη της δεκαετίας του ’30.

Η μεγάλη ποσοτική και ποιοτική διαφορά ήταν, βέβαια, (εκτός από την άνοδο του φασισμού ως πολιτικής-κρατικής μορφής της εξουσίας των μονοπωλίων) η ύπαρξη της ΕΣΣΔ:.Η ύπαρξή της αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα στην ανάπτυξη του εθνικού πολέμου των κατακτημένων χωρών, αποτελώντας ο δικός της εθνικός (και σοσιαλιστικός) πόλεμος «κορμό» του εθνικού πολέμου γενικά. Και καθιστώντας, έως την οριστικοποίηση της έκβασης του πολέμου, δευτερεύοντες τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Αλλά ο Λένιν κάνει λόγο για εθνικό πόλεμο και τον θεωρεί υπό προϋποθέσεις δυνατό στο έδαφος των «ναπολεόντειων νικών» ή κατακτήσεων χωρίς να υπολογίζει την ύπαρξη της ΕΣΣΔ. Ενώ, σαν σοσιαλιστικό προλεταριακό κράτος, η ΕΣΣΔ εισήγαγε επίσης μια πραγματική «αντίφαση» στη θεωρητική υπόθεση του Λένιν. Το προλεταριάτο αδυνάτισε στην Ευρώπη «για καμιά εικοσαριά χρόνια», αλλά επίσης για καμιά εικοσαριά χρόνια δυνάμωσε στην ΕΣΣΔ (και στο ευρωπαϊκό – ρωσικό τμήμα της): Και τα δυο αυτά «περιστατικά», το αδυνάτισμα του προλεταριάτου εδώ και το δυνάμωμα του εκεί αποτέλεσαν παράγοντες που έκαναν δυνατό αυτόν τον μεγάλο εθνικό –και, δηλαδή, όχι από όλες τις πλευρές ιμπεριαλιστικό- πόλεμο στην Ευρώπη. Στη βάση και της ίδιας αυτής αντίφασης πρέπει να αποτιμηθεί, και το αναφερόμενο από το Λένιν «γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες» που θα σήμαινε ένας «μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη» σαν πραγματωμένη δυνατότητα:

Γύρισμα προς τα πίσω, πρώτα και κύρια, με το νόημα που, κατά τη γνώμη μου, έχει η φράση αυτή στο κείμενο του Λένιν: Γύρισμα προς τα πίσω εφόσον η αντικειμενική ωριμότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης στην Ευρώπη υποκαθίσταται στον μεγάλο εθνικό πόλεμο, εφόσον μια προγενέστερη ιστορική κατάκτηση καταλαμβάνει ξανά το ιστορικό προσκήνιο για την υπεράσπιση και τη διατήρησή της, αντί στο έδαφός της να διεξάγεται η πάλη για την ιστορική πρόοδο. Γύρισμα προς τα πίσω, επιπρόσθετα, με τη διακοπή και την χρονική οπισθοδρόμηση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, την αναγκαστική μετάθεση των δυνάμεων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην υπεράσπιση της πατρίδας.  Προχώρημα προς τα μπρος, εφόσον η έκβαση του πολέμου σημαίνει νίκη του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, επέκταση των σοσιαλιστικών οικονομικών σχέσεων στη «μισή» Ευρώπη (και, απ’ αυτό, προχώρημα «για αρκετές δεκαετίες» προς τα μπρος ολόκληρης της Ευρώπης). Γύρισμα προς τα πίσω, όμως, στο βαθμό που οι σοσιαλιστικές σχέσεις επεκτείνονται διαμέσω του εθνικού πολέμου κι όχι μέσω της σοσιαλιστικής επανάστασης, στο βαθμό που μέσα από αυτόν τον πόλεμο αναδεικνύεται σαν κυρίαρχος ο «εθνικός» παράγοντας, σχετικά αποσυνδεμένος από τον ταξικό και τον διεθνιστικό παράγοντα. Προχώρημα προς τα μπρος, ως ήττα «για αρκετές δεκαετίες» της ανοιχτής, πολεμικής ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας στην Ευρώπη, ως εγκλωβισμός των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών εντός των ορίων που επέβαλλε η ύπαρξη της ΕΣΣΔ και του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Γύρισμα προς τα πίσω, ως μεταπολεμική άμβλυνση της ταξικής πάλης και των στόχων της ταξικής πάλης στις χώρες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, και στο βαθμό κατά τον οποίο το μεταπολεμικό «εθνικό» status quo μετατρεπόταν ή μετατράπηκε σε κοινωνικό-ταξικό «status quo» με την επιπρόσθετη επιστράτευση ή και κατασκευή «ειδικών» οπορτουνιστικών οικονομικών και πολιτικών θεωριών. Προχώρημα προς τα μπρος, ως νίκη μεταπολεμικά των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων των αποικιών. Γύρισμα προς τα πίσω ήδη από την «εισαγωγική πράξη» του πολέμου στην Ευρώπη, την στρατιωτική ήττα του λαϊκού δημοκρατικού κινήματος στην Ισπανία, έως και το «επίμετρό» του, την «άνευ αγώνος» συνθηκολόγηση μιας σειράς λαϊκών – εθνικοαπελευθερωτικών ευρωπαϊκών κινημάτων με τις αστικές «τους» τάξεις (σαν «εθνική» οπισθοχώρηση του λαϊκού κινήματος τη στιγμή ακριβώς που έμπαινε το θέμα της ταξικής αντιπαράθεσης για την μεταπολεμική εξέλιξη, τη στιγμή που οι ιμπεριαλιστικές «σύμμαχες» ως τότε δυνάμεις στον εθνικό πόλεμο έρχονταν πλέον οι ίδιες σε σύγκρουση με το λαϊκό απελευθερωτικό του περιεχόμενο, τη στιγμή που τα διάφορα τμήματα των αστικών τάξεων επανασυσπειρώνονταν για να εξουδετερώσουν από κοινού τον οπλισμένο λαό και να διασφαλίσουν εκ νέου την κυριαρχία τους πάνω του) [****] και την στρατιωτική ήττα του λαϊκού δημοκρατικού κινήματος στην Ελλάδα. Προχώρημα προς τα μπρος, ως «παράγωγο προϊόν» της «όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας του επαναστατικού αγώνα» [*****]. Γύρισμα προς τα πίσω, στο έδαφος της μετατροπής του «παράγωγου προϊόντος του επαναστατικού αγώνα και της όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας του» σε συστατικό ανάπτυξης του ρεφορμισμού και του οπορτουνισμού «για αρκετές δεκαετίες».

δ) Η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, παρέμενε το προλεταριάτο, «που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη»: Αδυνατισμένο όμως  -με τον τρόπο που είδαμε- τουλάχιστον κατά το ξέσπασμα του πολέμου, και ε) Μια αντιδραστική αστική τάξη δημιουργημένη από το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο εξακολουθούσε να κυριαρχεί παντού:

Γι’ αυτό και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο δεν διεξήγαγε παρά, το πολύ, ένα μικρό τμήμα της αστικής τους τάξης, ενώ τα άλλα τμήματά της είτε συμμάχησαν με τον κατακτητή είτε προσκολλήθηκαν σε άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Γι’ αυτό και στην πρωτοπορία του εθνικοαπελευθερωτικού πολιτικού και πολεμικού αγώνα αναδείχθηκε, και ανδρώθηκε μέσα από αυτόν, αυτή η ίδια η αδυνατισμένη μετά από «καμιά εικοσαριά χρόνια» εργατική τάξη με το κόμμα της και με τα σύμμαχά της κοινωνικά στρώματα. Αναδείχθηκε στην πρωτοπορία του εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου το προλεταριάτο που αντικειμενικά έτεινε να μετατρέψει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο 1914-1918 σε εμφύλιο ενάντια στην αστική τάξη και να τον τελειώσει με αυτόν τον τρόπο, ακριβώς όπως η αστική τάξη αντικειμενικά έτεινε να μετατρέψει τον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο της δεκαετίας του ’40  σε εμφύλιο πόλεμο εναντίον του προλεταριάτου και σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο, για να τον συνεχίσει έτσι…

στ) Τέλος, η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών μπορεί, ίσως, να μην φαινόταν το 1939 πολύ σημαντική, όμως ήταν: Γιατί εξαρχής από τη μια πλευρά βρίσκονταν, παρά τις διαφορές τους, όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ενάντια στην ΕΣΣΔ.  Από εκεί και η «ουδετερότητα» Αγγλίας – Γαλλίας στον ισπανικό εμφύλιο. Από εκεί και η «πολιτική του κατευνασμού» που επέτρεψε στη Γερμανία να καταβροχθίσει Αυστρία, Τσεχοσλοβακία και Πολωνία φτάνοντας «ανίκητη» ως τα σύνορα με την ΕΣΣΔ. Από εκεί και η εγκατάλειψη της Ελλάδας εκ μέρους της Αγγλίας μετά τη γερμανική επίθεση, όπου η αγγλική πολεμική συμμετοχή είχε χαρακτήρα τακτικής υποχώρησης. Από εκεί και η καθυστέρηση ανοίγματος του δεύτερου μετώπου στην Ευρώπη. Και μόνο μετά την ανατροπή του πολέμου στο Στάλινγκραντ, ο πόλεμος ανάμεσα στους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς μετατράπηκε μεταξύ τους σε πόλεμο οριστικής επικράτησης, πια για την αναχαίτιση της προέλασης της ΕΣΣΔ και την κυριαρχία στους μεταξύ τους ανταγωνισμούς.

*

Ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη ακριβώς «καμιά εικοσαριά χρόνια» αργότερα από τότε που γράφτηκαν από τον Λένιν αυτές οι γραμμές. Ένας εθνικός πόλεμος που φυσικά δεν μπορούσε παρά από την άλλη πλευρά να είναι πόλεμος ιμπεριαλιστικός: Ο εθνικός πόλεμος από τη μια πλευρά προϋποθέτει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο από την άλλη. Ένας εθνικός πόλεμος που «αγκάλιασε» καπιταλισμούς που ήδη είχαν περάσει ή που περνούσαν στο μονοπωλιακό τους στάδιο. Ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος που κάτω από τους πραγματικούς όρους της διεξαγωγής του σήμανε ταυτόχρονα και προχώρημα προς τα μπρος και «γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες».

Είναι, όμως, «αντιδιαλεκτικό και θεωρητικά όχι σωστό να φαντάζεται κανείς ότι η παγκόσμια ιστορία τραβάει ομαλά και κανονικά προς τα μπρος, χωρίς να κάνει κάποτε γιγάντια άλματα προς τα πίσω». Αλλά -θα συμπλήρωνα- είναι επίσης «αντιδιαλεκτικό και θεωρητικά όχι σωστό» να φαντάζεται κανείς ότι, πέρα από τα όρια των αδυναμιών του υποκειμενικού παράγοντα όπως εκδηλώνονται πάνω στο κάθε συγκεκριμένο και ιστορικά δοσμένο έδαφος, το ζήτημα συνίσταται σε κάποια θεωρητική «επιλογή» του χαρακτήρα του πολέμου και όχι στην συνολική εκτίμηση των αντικειμενικών του χαρακτηριστικών. Αντίθετα, μόνο στη βάση αυτής της εκτίμησης μπορούν να καταπολεμηθούν όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα οι αδυναμίες του υποκειμενικού παράγοντα, όποια κι αν είναι στην πραγματικότητα αυτά τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά.

=============================================================================

υποσημειώσεις

[*]

Η ΔΕΚΑΕΞΑΧΡΟΝΗ ΑΣΠΡΟΡΟΥΧΟΥ ΕΜΜΑ ΡΙΣ ΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΑΝΑΚΡΙΤΗ

Σαν η δεκαεξάχρονη ασπρορουχού Έμμα Ρις
Στήθηκε μπρος στον ανακριτή στο Τσέρνοβιτς,
Διατάχτηκε να εξηγήσει, γιατί
Μοίραζε προκηρύξεις που
Καλούσανε για επανάσταση, πράγμα που επισύρει καταδίκη σε ειρκτή.
Αντί γι’ απάντηση σηκώθηκε όρθια και τραγούδησε
Τη Διεθνή.
Κι όταν ο ανακριτής κούνησε το κεφάλι του
Του φώναξε μ’ όλη τη δύναμή της: Σήκω πάνω! Αυτό
Είναι η Διεθνής!

(Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ποιήματα για την πάλη των τάξεων, εκδόσεις Οδηγητής, 1984)

[**] Και στον «Ιμπεριαλισμό ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» (σελ. 96 Σ.Ε.) ο Λένιν γράφει:

«Η αποικιακή πολιτική και ο ιμπεριαλισμός υπήρχαν και πριν από το νεότατο στάδιο του καπιταλισμού και μάλιστα πριν από τον καπιταλισμό. Η Ρώμη, που στηριζόταν στη δουλεία, ακολουθούσε αποικιακή πολιτική και εφάρμοζε τον ιμπεριαλισμό. Οι «γενικοί» όμως συλλογισμοί για τον ιμπεριαλισμό, που ξεχνούν ή βάζουν σε δεύτερη μοίρα τη ριζική διαφορά των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών, μετατρέπονται αναπότρεπτα στην πιο τιποτένια χυδαιότητα ή σε κομπασμό, όπως η σύγκριση της «μεγάλης Ρώμης με τη μεγάλη Βρετανία». Ακόμη και η καπιταλιστική αποικιακή πολιτική των προηγούμενων σταδίων του καπιταλισμού διαφέρει ουσιαστικά από την αποικιακή πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου». Και παρακάτω στο ίδιο έργο (σελ. 99): «Μια και γίνεται λόγος για την αποικιακή πολιτική της εποχής του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού (…)».

[***] Το περιεχόμενο των τριών παραγράφων στη συνέχεια του κειμένου του Λένιν για τη «δυνατότητα εθνικών πολέμων ακόμη και στην Ευρώπη στην εποχή του ιμπεριαλισμού», όπου γίνεται λόγος π.χ. «σχετικά με την Αυστρία» και «σχετικά με ορισμένα βαλκανικά κράτη και τη Ρωσία», δεν ταυτίζεται με τα όσα έχουν προηγηθεί για την «απίθανη μεν αλλά πάντως δυνατότητα» ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη. Στη μια περίπτωση γίνεται λόγος για τις ήδη υπάρχουσες, το 1916, προϋποθέσεις τέτοιων εθνικών πολέμων που (όπως στην περίπτωση του αυστροσερβικού πολέμου καθώς και των βαλκανικών κρατών σε σχέση με τη Ρωσία) «σβήνουν», γίνονται δευτερεύουσες, μέσα στον γενικό ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου. Στην άλλη περίπτωση, αυτή που εξετάζουμε, γίνεται λόγος για το πώς μια σειρά προϋποθέσεων μπορούσαν όλες μαζί να εκπληρωθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνει δυνατός -όχι ένας αριθμός, μια σειρά, εθνικών πολέμων- αλλά ένας μεγάλος ευρωπαϊκός εθνικός πόλεμος.

[****] «…Το Παρίσι όμως δεν μπορούσε να κάνει άμυνα χωρίς να οπλιστεί η εργατική τάξη του, χωρίς να μετατραπεί σε αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη και χωρίς να εκπαιδεύσει τις γραμμές της στρατιωτικά με τον ίδιο πόλεμο. Μα όταν το Παρίσι είναι οπλισμένο, αυτό σημαίνει να είναι οπλισμένη η ίδια η επανάσταση. Μιά νίκη του Παρισιού ενάντια στον Πρώσο επιδρομέα θα ήταν μια νίκη του Γάλλου εργάτη ενάντια στο Γάλλο κεφαλαιοκράτη και στα κρατικά του παράσιτα. Μπρος στο δίλημμα να διαλέξει ανάμεσα στο εθνικό καθήκον και στο ταξικό συμφέρον, η κυβέρνηση της εθνικής άμυνας δε δίστασε ούτε στιγμή – μετατράπηκε σε κυβέρνηση εθνικής προδοσίας…» (Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, σελ. 42-43, ΣΕ)

[*****] «…το ζήτημα τίθεται έτσι: Είτε επαναστατικός αγώνας που παράγωγο προϊόν του είναι, σε περίπτωση όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας του, οι μεταρρυθμίσεις (αυτό το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία των επαναστάσεων σ’ όλο τον κόσμο) είτε τίποτε άλλο εκτός από κουβέντες για μεταρρυθμίσεις και υποσχέσεις μεταρρυθμίσεων»… (Πασιφισμός αστικός και πασιφισμός σοσιαλιστικός, στη συλλογή Λένιν, Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, ΣΕ, σελ. 296).

Και είτε «μεταρρυθμίσεις» αλά 3ο μνημόνιο, να συμπληρώσουμε, για να ξανασυνδεθούμε με την επικαιρότητα…

Το πρώτο μέρος (απόσπασμα από Λένιν, Για τη μπροσούρα του Γιούνιους) εδώ

Το δεύτερο μέρος εδώ


Λένιν: Ένα απίθανο όχι όμως αδύνατο πισωγύρισμα – μέρος 2

Στην προηγούμενη ανάρτηση, το πρώτο μέρος, άφησα καθαρό από «απόψεις» το απόσπασμα του Λένιν από το άρθρο του «Για τη μπροσούρα του Γιούνιους», μη θέλοντας να παρεμβάλω δικές μου «προκαταλήψεις» στην ανάγνωσή του.
Εδώ επιχειρώ μια συνοπτική γενίκευση των κύριων σημείων του αποσπάσματος, με μια απόπειρα «μόλις αγγίγματος» των σύγχρονων αντιθέσεων, και με την επισήμανση ότι εναπόκειται στον αναγνώστη η μη-μετατροπή αυτής της «σύνοψης» των κύριων σημείων από (κατά τη φιλοδοξία μου) βοηθητικό εργαλείο σε όργανο ιδεολογικής αφυδάτωσης και σχολαστικισμού.
Στις «φιλοδοξίες μου» εντάσσεται κι ένα τρίτο, τελευταίο μέρος, με μοναδικό αντικείμενο το σημείο του άρθρου του Λένιν, από το οποίο «έκλεψα» τον τίτλο της ανάρτησης
=============================================================================

Μια προσπάθεια συνοπτικής γενίκευσης των κύριων σημείων του αποσπάσματος για τους εθνικούς πολέμους στην εποχή του ιμπεριαλισμού από το άρθρο του Λένιν «Για τη μπροσούρα του Γιούνιους»

1. Το μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ή τους συνασπισμούς των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μπορεί να οδηγεί στην μετατροπή του εθνικού πολέμου σε ιμπεριαλιστικό, όμως μπορεί και να οδηγεί στη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού σε εθνικό πόλεμο, στη «γέννηση» του εθνικού πολέμου μέσα από τον ιμπεριαλιστικό. H μετατροπή (και η δυνατότητα της μετατροπής) του ενός πολέμου στον άλλο δεν καταργεί τη μεταξύ τους διαφορά, αλλά θέτει την απαίτηση «συγκεκριμένης ανάλυσης της δοσμένης μετατροπής στις συνθήκες της και στην ανάπτυξή της».

2. Σε έναν πόλεμο μπορεί να συνυπάρχουν (να υπάρχουν ταυτόχρονα) ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και εθνικοαπελευθερωτικά χαρακτηριστικά, και το ζήτημα συνίσταται στο ποιά από τα δυο αποτελούν σε κάθε δοσμένη περίπτωση το κύριο και ποιά το δευτερεύον, ποιο είναι αυτό που στη δοσμένη κατάσταση «τα καθορίζει όλα» και ποιο είναι «χωρίς σοβαρή σημασία» για τον καθορισμό της συνολικής, της γενικής κατάστασης.

3. Παίρνοντας μαζί το (1) και το (2), φτάνουμε σε μια πιο σύνθετη κατάσταση: Έχουμε, από τη μια, τη δυνατότητα μετατροπής του ενός πολέμου στον άλλο και αντίστροφα. Έχουμε, από την άλλη, τη δυνατότητα συνύπαρξης σ’ έναν πόλεμο χαρακτηριστικών ιμπεριαλιστικού και εθνικού πολέμου, όπου το ζήτημα συνίσταται στην αναγνώριση του κύριου (που «τα καθορίζει όλα») και του δευτερεύοντος (που είναι «χωρίς σοβαρή σημασία»). Τέλος, μες στη γενική δυνατότητα μετατροπής του ενός πολέμου στον άλλο, δεν μπορεί παρά να εντάσσεται κι η δυνατότητα μετατροπής του κύριου σε δευτερεύον και αντίστροφα. Ένας συνδυασμός δυνατοτήτων και πιθανοτήτων που η πραγμάτωσή τους εξαρτάται «από πάρα πολλά συγκεκριμένα περιστατικά» και την επέλευσή τους ή όχι.

(Εδώ πρέπει να παρατηρηθεί, ότι αν πάρουμε το κάθε «είδος» στην θεωρητικά καθαρή του μορφή, θα δούμε ότι σε έναν «καθαρά» ιμπεριαλιστικό πόλεμο λείπει εντελώς το περιεχόμενο του εθνικού πολέμου: Ιμπεριαλιστικές δυνάμεις με τους συνασπισμούς τους πολεμούν μεταξύ τους «για τις αποικίες» -στην τυπική ή όποια άλλη τους μορφή,- πολεμούν για το μοίρασμα των πρώτων υλών και των αγορών, των σφαιρών εξαγωγής κεφαλαίου. Αντίθετα σε έναν «καθαρά» εθνικό πόλεμο είναι φανερό ότι αυτός είναι εθνικός από τη μια πλευρά και ιμπεριαλιστικός από την άλλη. Μια, όμως, που κατά κανόνα δεν υπάρχουν «καθαρές» μορφές, η συνύπαρξη των δυο στοιχείων θέτει θέμα αναγνώρισης του κύριου από αυτά για τον καθορισμό της στάσης απέναντι στη συνολική κατάσταση: Αν, λ.χ. στην περίπτωση που, το 1914, το κύριο στοιχείο στον αυστροσερβικό πόλεμο δεν ήταν το ιμπεριαλιστικό που καθόριζε όλο τον πόλεμο, αλλά το εθνικό, τότε το εργατικό κίνημα θα έπρεπε να ταχθεί υπέρ της Σερβίας και εναντίον της Αυστρίας, εκτιμώντας τη στάση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς σαν δευτερεύον στοιχείο. Αν, απ’ την άλλη, στον αμερικανικό πόλεμο της ανεξαρτησίας το κύριο ήταν ο ανταγωνισμός μεταξύ Άγγλων και Γαλλο-Ισπανών, το εργατικό κίνημα θα έπρεπε να παραμερίσει ως δευτερεύον στη δοσμένη φάση το ζήτημα της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ και να ταχθεί συνολικά εναντίον αυτού του πολέμου με το σύνθημα της μετατροπής του σε εμφύλιο ταξικό – παρόλο που, βέβαια, η συγκεκριμένη υπόθεση, όταν τίθεται με αυτόν τον τρόπο, αποτελεί σαφώς ιστορικό αναχρονισμό. Αν πάρουμε τη σημερινή ιστορική φάση, είναι αναμφισβήτητο ότι η σύγκρουση πχ στη Συρία αποτελεί γι’ αυτήν εθνικό πόλεμο (ενάντια, όχι μόνο στις δυνάμεις κρούσης του «θρησκευτικού φανατισμού» κλπ αλλά και κατ’ επέκταση ενάντια στο συνασπισμό ΗΠΑ, ΕΕ, Ισραήλ. Τουρκίας, μοναρχιών της περιοχής που είτε τις στήριξαν και τις στηρίζουν είτε τις αξιοποιούν) και ταυτόχρονα εντάσσεται, αποτελεί μέρος, «επεισόδιο» του γενικότερου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού μεταξύ του παραπάνω συνασπισμού ή της «δύσης» (παρότι, ας πούμε, Ισραήλ, μοναρχίες, Τουρκία είναι «ανατολή») και της Ρωσίας. Αποτελεί, θα μπορούσε να πει κανείς, ένα μεταβατικό «επεισόδιο», μια μεταβατική «στιγμή» αυτού του γενικότερου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, και η έκβαση αυτού του επεισοδίου, η έκβαση της «στιγμής», θα επηρεάσει και το γενικότερο συσχετισμό των δυνάμεων στο πλαίσιο του, λόγου χάρη θα επηρεάσει τη «διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών», το κατά πόσο αυτή θα είναι ή δε θα είναι «πολύ σημαντική», θα επηρεάσει άρα και τις προϋποθέσεις ταχύτερης ή όχι μετατροπής των γενικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών σε ανοιχτό ιμπεριαλιστικό πόλεμο, όπως επίσης θα επηρεάσει και το κατά πόσο ο αμυντικός εθνικός πόλεμος που διεξάγει αυτή τη στιγμή η Συρία αποτελεί κύριο στοιχείο της συνολικής κατάστασης ή στοιχείο δευτερεύον μέσα στην ανοιχτή πολεμική γενίκευση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών).

4. Ο ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μπορεί να αποτελέσει όχι μόνο παράγοντα μετατροπής των «αναπόφευκτων και προοδευτικών, επαναστατικών» εθνικών πολέμων «ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις» σε δευτερεύον στοιχείο, αλλά μπορεί επίσης, φυσικά σε εξάρτηση «από πάρα πολλά συγκεκριμένα περιστατικά», να αποτελέσει και παράγοντα επιτυχίας αυτών των πολέμων: Παράγοντα τέτοιο με τη μορφή «ενός εξαιρετικά ευνοϊκού συνδυασμού των όρων της διεθνούς κατάστασης (λόγου χάρη, παράλυσης της επέμβασης των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων εξαιτίας εξασθένισής τους, ενός πολέμου μεταξύ τους, του ανταγωνισμού τους κτλ.)». Άλλοι παράγοντες επιτυχίας τέτοιων πολέμων, ανεξάρτητοι από τους τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, είναι είτε η εκπλήρωση της απαίτησης για τη συνένωση των προσπαθειών ενός τεράστιου αριθμού κατοίκων των καταπιεζόμενων χωρών είτε (περίπτωση τελευταία στην απαρίθμηση και πρώτη από την άποψη ποια είναι η πιο επιθυμητή και συμφέρουσα για τη νίκη του προλεταριάτου) η ταυτόχρονη εξέγερση του προλεταριάτου μιας από τις μεγάλες Δυνάμεις ενάντια στην αστική τάξη.

5. Ο Λένιν, αναφερόμενος στο απίθανο της μετατροπής του «σημερινού» (1916) ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εθνικό αλλά και, στην παρ’ όλα αυτά, υποθετική δυνατότητα ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη μετά από «καμιά εικοσαριά χρόνια», έδωσε ένα παράδειγμα απαρίθμησης γενικών όσο και συγκεκριμένων προϋποθέσεων, από την εκπλήρωση των οποίων μπορεί να εξαρτηθεί ο χαρακτήρας του πολέμου σαν ιμπεριαλιστικός ή σαν εθνικός, η πιθανότητα κι η δυνατότητα μετατροπής του ενός στον άλλο. Χωρίς πρόθεση μετατροπής αυτών των προϋποθέσεων σε «πίνακα προπαίδειας», όπου ο χ συνδυασμός θα έδινε μηχανικά το ψ αποτέλεσμα, και με την επισήμανση ότι ανάλογα με τα εκάστοτε συγκεκριμένα περιστατικά ο «κατάλογος» αυτός μπορεί να μικραίνει, να μεγαλώνει ή να τροποποιείται, τις απαριθμούμε ενδεικτικά:

α) Ποιά τάξη αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, ποιά αντικειμενική τάση παρουσιάζει αυτή η τάξη στον δοσμένο, τον συγκεκριμένο πόλεμο σε σχέση με την ανταγωνιστική ή την κυρίαρχη τάξη.

Λ.χ., Στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο 1914-1916 (δηλαδή τη στιγμή που ο Λένιν γράφει αυτές τις γραμμές αναφερόμενος στην Ευρώπη), «η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη» (τα έντονα στοιχεία δικά μου).

β) Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των εμπόλεμων συνασπισμών, πόσο πολύ σημαντική είναι ή δεν είναι αυτή η διαφορά.

γ) Ποιά είναι η ιστορική θέση, η ιστορική τάση (αντιδραστική ή όχι) της άρχουσας, της αστικής τάξης που παίρνει μέρος στον δοσμένο πόλεμο. Ποιός είναι ο βαθμός ενσωμάτωσής της στο (ή, κατά την ακριβέστερη έκφραση του Λένιν, ο βαθμός κατά τον οποίο είναι δημιουργημένη από το) διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο.

Λ.χ., το 1916 και σε σχέση με την Ευρώπη το ζήτημα τίθεται από τον Λένιν ως εξής: «Το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη».

δ) Πόσο ισχυρό είναι το προλεταριάτο της περιοχής όπου τίθεται το ζήτημα του πολέμου.

ε) Ο δοσμένος πόλεμος αποσκοπεί («τελειώνει») σε «νίκες όπως οι ναπολεόντειες», αποσκοπεί ή τελειώνει με την «υποδούλωση μιας σειράς βιώσιμων εθνικών κρατών» ή (όπως μπορούμε διαζευκτικά να συμπληρώσουμε παίρνοντας το παράδειγμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου 1914-1918) αποτελεί μια πολεμική σύρραξη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων «για τις αποικίες», για την αναδιανομή των αγορών, των πρώτων υλών, των σφαιρών εξαγωγής κεφαλαίου κλπ.

στ) Ποια είναι η γενική κατάσταση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, το «βάθος χρόνου» διατήρησης του ιμπεριαλισμού, ο χρονικός ορίζοντας περάσματός του στο σοσιαλισμό.

5. Ο Λένιν κάνει λόγο για τον «σοβινισμό των μεγάλων εθνών της Ευρώπης», σαν έκφραση της «παράλογης και άμεσα αντιδραστικής αδιαφορίας απέναντι στα εθνικά κινήματα»

«Μια τέτοια αδιαφορία –συνεχίζει- καταντά σοβινισμός όταν τα μέλη των «μεγάλων» εθνών της Ευρώπης, δηλαδή των εθνών που καταπιέζουν τους περισσότερο μικρούς και αποικιακούς λαούς, δηλώνουν με δήθεν επιστημονικό ύφος: «Εθνικοί πόλεμοι δεν μπορούν πια να υπάρχουν»…».

Πρόκειται για χαρακτηριστικό το οποίο στην εποχή μας γίνεται ακόμη πιο έντονο. Όπως και στην εποχή του Λένιν (και τηρουμένων των ποσοτικών και ποιοτικών αναλογιών στις σχέσεις των μεγεθών, στις σχέσεις και στην εξέλιξη της ανισομετρίας στην ανάπτυξη των διαφόρων χωρών, και στις μορφές «αποικιοποίησης»), αυτού του είδους ο σοβινισμός στρέφεται και σήμερα εναντίον των «περισσότερο μικρών και αποικιακών λαών», εναντίον λαών της ίδιας της Ευρώπης και του αναπτυσσόμενου καπιταλιστικού κόσμου.

Εντός της Ευρώπης αυτός ο «σοβινισμός των μεγάλων εθνών» παίρνει τη μορφή του αντιδραστικού δήθεν ξεπεράσματος της εθνικής βαθμίδας κοινωνικής οργάνωσης των λαών από την «νέα», «ανώτερη» (και στην πραγματικότητα αντιδραστική) βαθμίδα της συνενωμένης ταξικής κυριαρχίας του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου που αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένωση στο έδαφος όλων ανεξαίρετα των τυπικών νομοτελειών της εποχής του ιμπεριαλισμού.

Απέναντι στους εξωευρωπαϊκούς καταπιεζόμενους λαούς ο ίδιος αυτός «σοβινισμός των μεγάλων εθνών της Ευρώπης» επενδύεται τη μορφή του «ευρωπαϊκού», και για την ακρίβεια, του ευρωενωσιακού σοβινισμού.

Ας προσεχτεί αυτό ιδιαίτερα και σε σχέση με τη στάση όσων νομίζουν ή παριστάνουν πως «νομίζουν», ότι δήθεν ξεπερνάνε τον εθνικό σοβινισμό, αντικαθιστώντας την εθνική «μεγάλη ιδέα» με την πιο… πλατιά «μεγάλη ιδέα» του ευρωενωσιακού ιμπεριαλισμού, τον αντιδραστικό εθνικό σοβινισμό με τον αντιδραστικό ευρωπαϊκό σοβινισμό, τον εθνικισμό τους με τον ευρωπαϊκισμό τους. Όχι μόνο στην πραγματικότητα δεν «ξεπερνούν» τον εθνικό σοβινισμό, αλλά σαν σοβινισμό τον πολλαπλασιάζουν σε νιοστή δύναμη, τον ανυψώνουν σε ανώτερη βαθμίδα της ιστορικής αντίδρασης και, ταυτόχρονα, τον ανατροφοδοτούν εντός του πυρήνα της «νέας» ιδεολογικής τους «αφήγησης»…

6. «…Ο διεθνής σοσιαλισμός αναγνωρίζει το δικαίωμα των ελεύθερων, ανεξάρτητων, ισότιμων εθνών, όμως μόνο αυτός μπορεί να δημιουργήσει τέτοια έθνη, μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών. Και το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού χρησιμεύει, όπως κι όλα τ’ άλλα, όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης αλλά ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου» (τα έντονα στοιχεία δικά μου).

Δεν αφορούν μόνο την εθνική αυτοδιάθεση τα παραπάνω λόγια του «Γιούνιους» (της Ρόζας Λούξεμπουργκ), που παραθέτει ο Λένιν με το σχόλιο: «παρατηρεί πολύ σωστά ο συγγραφέας».

Αφορούν όλα όσα «μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιήσει». Όλα όσα για τα οποία «το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού χρησιμεύει όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης», όχι ως αντίστροφη όψη του νομίσματος που στην καθημερινή όψη του φέρει την παροιμιώδη φράση: «τι να κάνουμε, στον καπιταλισμό ζούμε…», όχι ως παράκαμψη των άμεσων στόχων της πάλης για όλα όσα «μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιήσει», αλλά ως κίνητρο της πάλης για αυτά που μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να τα πραγματοποιήσει και επειδή μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιήσει. Αφορούν όλα όσα για τα οποία το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού χρησιμεύει «ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου».

Αφορούν επίσης, αντίστροφα, την αποποίηση, την άρνηση του συνθήματος του σοσιαλισμού και της πάλης για το σοσιαλισμό, τη συκοφάντηση του συνθήματος του σοσιαλισμού και του ίδιου του σοσιαλισμού ως «δευτέρα παρουσία», την –μέσω αυτής της άρνησης και αποποίησης- «δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης» αλλά και ενεργητική στράτευση για τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης ενάντια σε κάθε επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου, ενάντια ακόμα και σε κάθε κίνητρο για μια τέτοια δραστήρια πολιτική…

συνεχίζεται εδώ


Λένιν: Ένα απίθανο όχι όμως αδύνατο πισωγύρισμα

Αρχικά ήθελα ο τίτλος αυτής της ανάρτησης να είναι: «Προφητικά λόγια: Ο Λένιν για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», κατ’ αντιστοιχία της ανάρτησης εδώ. Όμως για να μη δημιουργηθεί έστω η υπόνοια της θεωρητικής αυθαιρεσίας προς χάρη της «επισκεψιμότητας» ή του «εντυπωσιασμού», τελικά για τον τίτλο της ανάρτησης διάλεξα από το κείμενο του Λένιν μια φράση, η οποία αφορούσε το τότε «απίθανο αλλά δυνατό» μελλοντικό ενδεχόμενο ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη…  . Όσο για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η προσέγγιση θα επιχειρηθεί κατά την πορεία του άρθρου. Το οποίο, όμως,  δεν περιορίζεται σε αυτό το ζήτημα, αλλά επεκτείνεται στις θεωρητικές επεξεργασίες του Λένιν γύρω από τους εθνικούς πολέμους στην εποχή του ιμπεριαλισμού, επεξεργασίες στις οποίες προχώρησε κατά τη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου 1914-1918, και ενώ το κεντρικό ζήτημα της ιδεολογικής αντιπαράθεσης ήταν ακριβώς ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας αυτού του πολέμου. Δεν ήταν η μοναδική φορά που ο Λένιν, στο πλαίσιο της συντροφικής ιδεολογικής αντιπαράθεσης, δεν θυσίαζε τη θεωρητική ακριβολογία και ορθότητα στο όνομα των «επικαιρικών» αναγκών. Ανάλογη είναι και η περίπτωση της «απάντησης στον Κίεβσκι» που γραμμένη  επίσης μέσα στη φωτιά του ιμπεριαλιστικού πολέμου και έξι μόνο μήνες πριν την επανάσταση του Φλεβάρη ή  δεκατέσσερις μόλις μήνες πριν την επανάσταση του Οκτώβρη, κατέκρινε με θεωρητική σφοδρότητα την παραίτηση από την πάλη για τη δημοκρατία και για την εθνική αυτοδιάθεση σαν σύμπτωμα «εξουθένωσης από τον πόλεμο» και σαν «ολοκληρωτική παράδοση στον οπορτουνισμό». Ας μη γελαστεί κανείς νομίζοντας ότι η επιμονή αυτή του Λένιν είχε σαν κίνητρο την εμμονή του σε κάποια θεωρητική «ορθότητα» και «καθαρολογία». Αντίθετα, η ιδεολογική αυτή επιμονή  ενάντια στις «αριστερές» θέσεις, ακριβώς τη στιγμή που σε πρώτο πλάνο βρισκόταν η ανάγκη της πιο πραγματικά «αριστερής» απάντησης ενάντια στον σοσιαλσοβινισμό και τον οπορτουνιστικό συμβιβασμό, αποτελούσε απαραίτητο θεωρητικό – ιδεολογικό συστατικό του εξοπλισμού της πρώτης σοσιαλιστικής επανάστασης στη γη και της νικηφόρας έκβασής της την επόμενη κιόλας «μέρα». 

Εν προκειμένω, η ανάρτηση αυτή αποτελείται από την παράθεση ολόκληρου του εκτεταμένου αποσπάσματος για τους εθνικούς πολέμους στην εποχή του ιμπεριαλισμού από το άρθρο του Λένιν «Για τη μπροσούρα  του Γιούνιους», γραμμένο τον Ιούλιο και δημοσιευμένο τον Οκτώβριο του 1916, και παρμένο από τη συλλογή της Σ.Ε. «Β.Ι.ΛΕΝΙΝ Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», σελ. 185-207 (το απόσπασμα είναι από τις σελίδες 189-197).

Σε δεύτερο μέρος (ελπίζω σύντομα…), ακολουθεί η δική μου προσέγγιση στις επεξεργασίες του Λένιν. Κι αν από την δική μου αυτή προσέγγιση μπορεί ενδεχομένως κανείς να ζημιωθεί, μέχρι τότε από την μελέτη του αποσπάσματος του Λένιν κανείς δεν πρόκειται να χάσει, αντίθετα έχει να κερδίσει πάρα πολλά:

***

Από το άρθρο του Λένιν «Για τη μπροσούρα  του Γιούνιους» γραμμένο τον Ιούλιο και δημοσιευμένο τον Οκτώβριο του 1916, από τη συλλογή της Σ.Ε. «Β.Ι.ΛΕΝΙΝ Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», σελ. 185-207 (το απόσπασμα είναι από τις σελίδες 189-197)

«…Ο Γιούνιους έχει απόλυτο δίκιο όταν υπογραμμίζει την αποφασιστική επίδραση των «ιμπεριαλιστικών συνθηκών» στο σημερινό πόλεμο, όταν λέει ότι πίσω από τη Σερβία στέκεται η Ρωσία, ότι «πίσω από το σερβικό εθνικισμό στέκεται ο ρώσικος ιμπεριαλισμός», ότι η συμμετοχή, λ.χ., της Ολλανδίας στον πόλεμο θα ήταν επίσης ιμπεριαλιστική, γιατί, πρώτο, θα υπεράσπιζε τις αποικίες της και, δεύτερο, θα ήταν σύμμαχος ενός ιμπεριαλιστικού συνασπισμού.  Αυτό είναι αναμφισβήτητο σχετικά με το σημερινό πόλεμο. Κι όταν ο Γιούνιους υπογραμμίζει εδώ ιδιαίτερα ότι γι’ αυτόν την πρώτιστη σημασία την έχει η πάλη ενάντια στο «φάντασμα του εθνικού πολέμου», «που δεσπόζει σήμερα πάνω στη σοσιαλδημοκρατική πολιτική» (σελ. 81), δεν μπορούμε παρά να παραδεχτούμε ότι οι συλλογισμοί του είναι και σωστοί και απόλυτα στη θέση τους.

Θα ήταν λάθος μόνο αν υπέρβαλε κανείς αυτή την αλήθεια, αν παρέκκλινε από τη μαρξιστική απαίτηση να είμαστε συγκεκριμένοι, αν μετέφερε την εκτίμηση του σημερινού πολέμου σε όλους τους πιθανούς μέσα στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού πολέμους, αν ξεχνούσε τα εθνικά κινήματα ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Το μοναδικό επιχείρημα για την υπεράσπιση της θέσης: «Δεν μπορούν να υπάρξουν εθνικοί πόλεμοι» είναι το γεγονός ότι ο κόσμος είναι μοιρασμένος ανάμεσα σε μια χούφτα «μεγάλες»  ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις, ότι γι’ αυτό το λόγο κάθε πόλεμος, έστω κι αν στην αρχή είναι εθνικός, μετατρέπεται σε ιμπεριαλιστικό, θίγοντας τα συμφέροντα μιας από τις ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις ή ενός από τους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς (σελ. 81 της μπροσούρας του Γιούνιους).

Είναι ολοφάνερο ότι το επιχείρημα αυτό είναι λαθεμένο. Φυσικά μια από τις βασικές θέσεις της μαρξιστικής διαλεκτικής συνίσταται στο ότι όλα τα όρια στη φύση και στην κοινωνία είναι συμβατικά και κινητά, ότι δεν υπάρχει κανένα φαινόμενο που να μην μπορεί, κάτω από ορισμένες συνθήκες, να μετατραπεί στην αντίθεσή του. Ο εθνικός πόλεμος μπορεί να μετατραπεί σε ιμπεριαλιστικό και αντίστροφα. Παράδειγμα: Οι πόλεμοι της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης άρχισαν ως εθνικοί και ήταν τέτοιοι. Οι πόλεμοι αυτοί ήταν επαναστατικοί: Υπεράσπιση της μεγάλης επανάστασης ενάντια στο συνασπισμό των αντεπαναστατικών μοναρχιών. Όταν όμως ο Ναπολέοντας δημιούργησε τη γαλλική αυτοκρατορία, υποδουλώνοντας μια σειρά από καιρό συγκροτημένα, μεγάλα, βιώσιμα, εθνικά κράτη της Ευρώπης, τότε οι εθνικοί πόλεμοι της Γαλλίας μετατράπηκαν σε ιμπεριαλιστικούς, που γέννησαν με τη σειρά τους εθνικοαπελευθερωτικούς πολέμους ενάντια στον ιμπεριαλισμό του Ναπολέοντα.

Μόνο ένας σοφιστής θα μπορούσε να σβήσει τη διαφορά ανάμεσα στον ιμπεριαλιστικό και στον εθνικό πόλεμο, στηριζόμενος στο ότι ο ένας μπορεί να μετατραπεί στον άλλο. Η διαλεκτική χρησίμευε πολλές φορές -και στην ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας- ως γέφυρα προς τη σοφιστική. Εμείς όμως παραμένουμε διαλεκτικοί καταπολεμώντας τις σοφιστείες, όχι με την άρνηση της δυνατότητας κάθε μετατροπής γενικά αλλά με τη συγκεκριμένη ανάλυση της δοσμένης μετατροπής στις συνθήκες της και στην ανάπτυξή της.

Είναι σε μεγάλο βαθμό απίθανο ότι ο σημερινός ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1916 θα μετατραπεί σε εθνικό, επειδή η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη και έπειτα ακόμα επειδή η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών δεν είναι πολύ σημαντική και επειδή το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη. Δεν μπορούμε όμως να λέμε ότι είναι αδύνατη μια τέτοια μετατροπή: Αν το προλεταριάτο της Ευρώπης γινόταν ανίσχυρο για καμιά εικοσαριά χρόνια.. αν ο σημερινός πόλεμος τελείωνε με νίκες όπως οι ναπολεόντειες και με την υποδούλωση μιας σειρά βιώσιμων εθνικών κρατών.. αν ο εξωευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός (ο ιαπωνικός και ο αμερικανικός κατά πρώτο λόγο) διατηρούνταν επίσης καμιά εικοσαριά χρόνια χωρίς να περάσει στο σοσιαλισμό, λόγου χάρη, ύστερα από έναν ιαπωνοαμερικανικό πόλεμο, τότε θα ήταν δυνατός ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη. Αυτό θα σήμαινε γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες. Αυτό είναι απίθανο. Δεν είναι όμως αδύνατο, γιατί είναι αντιδιαλεκτικό και θεωρητικά όχι σωστό να φαντάζεται κανείς ότι η παγκόσμια ιστορία τραβάει ομαλά και κανονικά προς τα μπρος, χωρίς να κάνει κάποτε γιγάντια άλματα προς τα πίσω.

Παρακάτω. Οι εθνικοί πόλεμοι, από μέρους των αποικιών και μισοαποικιών, δεν είναι απλώς πιθανοί αλλά και αναπόφευκτοι στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Στις αποικίες και τις μισοαποικίες (Κίνα, Τουρκία, Περσία) ζουν περίπου ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι, δηλαδή πάνω από το μισό πληθυσμό της Γης. Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα εδώ είτε είναι ήδη πολύ ισχυρά είτε αναπτύσσονται και ωριμάζουν. Κάθε πόλεμος είναι συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Η συνέχιση της εθνικοαπελευθερωτικής πολιτικής των αποικιών θα είναι αναπόφευκτα εθνικοί πόλεμοι από μέρους τους ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Παρόμοιοι πόλεμοι μπορούν να οδηγήσουν σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο των σημερινών «μεγάλων» ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων, μπορούν όμως και να μην οδηγήσουν, αυτό εξαρτάται από πολλά περιστατικά.

Παράδειγμα: Η Αγγλία και η Γαλλία έκαναν τον επταετή πόλεμο για τις αποικίες, δηλαδή διεξήγαγαν ιμπεριαλιστικό πόλεμο (που είναι δυνατός και στη βάση της δουλείας και στη βάση του πρωτόγονου καπιταλισμού, όπως και στη σύγχρονη βάση του πολύ αναπτυγμένου καπιταλισμού). Η Γαλλία νικήθηκε και έχασε ένα μέρος των αποικιών της. Ύστερα από μερικά χρόνια αρχίζει ο εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος των Πολιτειών της Βόρειας Αμερικής μόνο ενάντια στην Αγγλία. Η Γαλλία και η Ισπανία, που και οι ίδιες εξακολουθούσαν να κατέχουν εδάφη των σημερινών Ηνωμένων Πολιτειών, από εχθρότητα προς την Αγγλία, δηλαδή ξεκινώντας από τα ιμπεριαλιστικά τους συμφέροντα, συνάπτουν σύμφωνο φιλίας  με τις Πολιτείες που ξεσηκώθηκαν ενάντια στην Αγγλία. Τα γαλλικά στρατεύματα μαζί με τα αμερικανικά χτυπούν του Άγγλους. Έχουμε μπροστά μας έναν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο, στον οποίο ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός είναι ένα στοιχείο δευτερεύον, χωρίς σοβαρή σημασία – το αντίθετο από εκείνο που βλέπουμε στον πόλεμο 1914- 1916 (το εθνικό στοιχείο στον αυστροσερβικό πόλεμο δεν έχει σοβαρή σημασία σε σύγκριση με τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό που τα καθορίζει όλα). Από δω φαίνεται πόσο ανόητο θα ήταν να εφαρμόζει κανείς την  έννοια του ιμπεριαλισμού σχηματικά, βγάζοντας απ’ αυτήν  το συμπέρασμα ότι είναι «αδύνατοι» οι εθνικοί πόλεμοι. Ο εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος, λ.χ., μιας συμμαχίας της Περσίας, της Ινδίας και της Κίνας ενάντια σε τούτες ή εκείνες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είναι απόλυτα δυνατός και πιθανός, γιατί απορρέει από το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα αυτών των χωρών και η μετατροπή ενός τέτοιου πολέμου σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο ανάμεσα στις σημερινές ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις θα εξαρτηθεί από πάρα πολλά συγκεκριμένα περιστατικά και θα ήταν αστείο να δίνει εγγύηση κανείς ότι θα επέλθουν οπωσδήποτε αυτά τα περιστατικά.

Τρίτο, ακόμη και στην Ευρώπη δεν μπορεί να θεωρούνται αδύνατοι οι εθνικοί πόλεμοι στην εποχή του ιμπεριαλισμού. «Η εποχή του ιμπεριαλισμού» έκανε το σημερινό κόσμο ιμπεριαλιστικό, γεννάει αναπόφευκτα (όσο δε θα έχουμε σοσιαλισμό) νέους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, έκανε πέρα για πέρα ιμπεριαλιστική την πολιτική των σημερινών μεγάλων Δυνάμεων, η «εποχή» όμως αυτή δεν αποκλείει καθόλου τους εθνικούς πολέμους, λ.χ., από μέρους των μικρών (ας υποθέσουμε των προσαρτημένων ή των εθνικά καταπιεζόμενων) κρατών ενάντια στις ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις, όπως δεν αποκλείει και τα εθνικά κινήματα σε μεγάλη κλίμακα στην ανατολική Ευρώπη.

Σχετικά με την Αυστρία, λόγου χάρη, ο Γιούνιους κρίνει τα πράγματα πολύ λογικά, παίρνοντας υπόψη όχι μόνο το «οικονομικό» αλλά και το ιδιόμορφο πολιτικό στοιχείο, σημειώνοντας την «εσωτερική έλλειψη βιωσιμότητας της Αυστρίας», αναγνωρίζοντας ότι «η μοναρχία των Αψβούργων δεν είναι πολιτική οργάνωση ενός αστικού κράτους αλλά απλώς ένα αδύνατα δεμένο συνδικάτο, που το σύναψαν μερικές κλίκες κοινωνικών παρασίτων» και ότι «η διάλυση της Αυστροουγγαρίας είναι ιστορικά απλώς η συνέχιση της διάλυσης της Τουρκίας και ταυτόχρονα είναι απαίτηση του ιστορικού προτσές ανάπτυξης».

Τα πράγματα δεν είναι καλύτερα σχετικά με ορισμένα βαλκανικά κράτη και τη Ρωσία. Και σε περίπτωση μεγάλης εξάντλησης των «μεγάλων» Δυνάμεων στο σημερινό πόλεμο ή σε περίπτωση νίκης της επανάστασης στη Ρωσία είναι απόλυτα δυνατοί οι εθνικοί πόλεμοι, ακόμη και οι νικηφόροι. Στην πράξη η επέμβαση των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων είναι πραγματοποιήσιμη όχι κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, αυτό από τη μια μεριά. Και από την άλλη, όταν κρίνουν «ασυλλόγιστα» ότι ο πόλεμος ενός μικρού κράτους ενάντια σ’ ένα γίγαντα δεν έχει ελπίδες επιτυχίας, πρέπει να παρατηρήσουμε εδώ ότι κι ένας πόλεμος χωρίς ελπίδες επιτυχίας είναι επίσης πόλεμος.. έπειτα ορισμένα φαινόμενα στο εσωτερικό των «γιγάντων» -λόγου χάρη, η έναρξη της επανάστασης- μπορούν να μετατρέψουν τον πόλεμο «χωρίς ελπίδες επιτυχίας» σε πόλεμο με πολύ μεγάλες «ελπίδες επιτυχίας».

Σταθήκαμε λεπτομερειακά στο λάθος της θέσης ότι δήθεν «δεν μπορούν  στο εξής να υπάρξουν εθνικοί πόλεμοι» όχι μόνο επειδή είναι ολοφάνερα λαθεμένη από θεωρητική άποψη. Θα ήταν βέβαια πολύ λυπηρό αν οι «αριστεροί» άρχιζαν να δείχνουν αμέλεια απέναντι στη θεωρία του μαρξισμού, σε μια περίοδο που η δημιουργία της ΙΙΙ Διεθνούς είναι δυνατή μόνο πάνω στη βάση του μη εκχυδαϊσμένου μαρξισμού. Αλλά και από πρακτική-πολιτική άποψη το λάθος αυτό είναι πολύ επιζήμιο: Απ’ αυτό πηγάζει η παράλογη προπαγάνδα του «αφοπλισμού», γιατί δήθεν δεν μπορούν να υπάρχουν κανενός είδους πόλεμοι εκτός από τους αντιδραστικούς.. απ’ αυτό πηγάζει η ακόμη πιο παράλογη και άμεσα αντιδραστική αδιαφορία απέναντι στα εθνικά κινήματα. Μια τέτοια αδιαφορία καταντά σοβινισμός όταν τα μέλη των «μεγάλων» εθνών της Ευρώπης, δηλαδή των εθνών που καταπιέζουν τους περισσότερο μικρούς και αποικιακούς λαούς, δηλώνουν με δήθεν επιστημονικό ύφος: «Εθνικοί πόλεμοι δεν μπορούν πια να υπάρχουν.» Οι εθνικοί πόλεμοι ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν είναι μόνο δυνατοί και πιθανοί αλλά είναι αναπόφευκτοι και προοδευτικοί, επαναστατικοί, αν και για την επιτυχία τους απαιτείται βέβαια είτε η συνένωση των προσπαθειών ενός τεράστιου αριθμού κατοίκων των καταπιεζόμενων χωρών (εκατοντάδων εκατομμυρίων στο παράδειγμα της Ινδίας και της Κίνας που πήραμε) είτε ένας εξαιρετικά ευνοϊκός συνδυασμός των όρων της διεθνούς κατάστασης (λόγου χάρη, παράλυση της επέμβασης των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων εξαιτίας εξασθένισής τους, ενός πολέμου μεταξύ τους, του ανταγωνισμού τους κτλ.) είτε η ταυτόχρονη εξέγερση του προλεταριάτου μιας από τις μεγάλες Δυνάμεις ενάντια στην αστική τάξη (αυτή η περίπτωση που αναφέρεται τελευταία στην απαρίθμησή μας έρχεται πρώτη από την άποψη ποια είναι η πιο επιθυμητή και συμφέρουσα για τη νίκη του προλεταριάτου).

Πρέπει να παρατηρήσουμε ωστόσο ότι θα ήταν άδικο να κατηγορήσουμε τον Γιούνιους για αδιαφορία απέναντι στα εθνικά κινήματα. Υπογραμμίζει τουλάχιστον ως ένα από τα σφάλματα της σοσιαλδημοκρατικής κοινοβουλευτικής ομάδας τη σιωπή της σχετικά με την εκτέλεση για «προδοσία» (προφανώς για απόπειρα εξέγερσης με την ευκαιρία του πολέμου) ενός ηγέτη των ιθαγενών στο Καμερούν, υπογραμμίζοντας σε ένα άλλο σημείο ειδικά (για τους διάφορους κύριους Λέγκιν, Λενς και άλλους παλιανθρώπους που θεωρούνται «σοσιαλδημοκράτες») ότι τα αποικιακά έθνη είναι επίσης έθνη. Δηλώνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι «ο σοσιαλισμός αναγνωρίζει για κάθε λαό το δικαίωμα της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας, το δικαίωμα να διαχειρίζεται μόνος τις τύχες του».. ότι «ο διεθνής σοσιαλισμός αναγνωρίζει το δικαίωμα των ελεύθερων, ανεξάρτητων, ισότιμων εθνών, όμως μόνο αυτός μπορεί να δημιουργήσει τέτοια έθνη, μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών. Και το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού -παρατηρεί πολύ σωστά ο συγγραφέας- χρησιμεύει, όπως κι όλα τ’ άλλα, όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης αλλά ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου» (σελ. 77 και 78). Συνεπώς, θα έκανε μεγάλο λάθος όποιος θα νόμιζε ότι όλοι οι αριστεροί Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες έπεσαν στη στενοκέφαλη ερμηνεία και στη γελοιογράφηση του μαρξισμού, ως την οποία έφθασαν ορισμένοι Ολλανδοί και Πολωνοί σοσιαλδημοκράτες που αρνούνται την αυτοδιάθεση των εθνών ακόμη και στο σοσιαλισμό…»

Έπεται η συνέχεια


«εμφυλιοπολεμικά κατάλοιπα» και «η τελευταία σοβιετική δημοκρατία»

Πρέπει να ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε ανακοινώσει τη θεσμοθέτηση της αγροτικής σύνταξης, κι η γειτόνισσα βρήκε ευκαιρία να «την πει» στη γιαγιά, μεμφόμενη τους αριστερούς που κατηγορούν τον Παπανδρέου και που δεν τον ψηφίζουν. Η δωρική απάντηση της γιαγιάς ήταν: «Για να δώσει ο Παπανδρέου σύνταξη στους αγρότες, εμένα ο γιός μου στήθηκε στα 5 μέτρα».

Τη μικρή αυτή αφήγηση τη θυμήθηκα πριν μερικά χρόνια, όταν συζητιόταν η συνταγματική αναθεώρηση για την ανώτατη παιδεία και ο Παπανδρέου ο Γ΄από τη θέση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης έβαζε πλάτη λέγοντας ότι η συνταγματική κατοχύρωση της δημόσιας και δωρεάν παιδείας με το άρθρο 16 του συντάγματος «είναι κατάλοιπο της εμφυλιοπολεμικής Ελλάδας». Δεν εννοούσε βέβαια το ίδιο πράγμα ο Γ.Α.Π., όμως με τη φράση αυτή είχε πει, με ηθελημένη ή αθέλητη προκλητικότητα, μια μεγάλη αλήθεια: ότι από όλα τα λαϊκά δικαιώματα (αυτά που σήμερα ξηλώνονται με εντατικούς ρυθμούς) ούτε ένα δεν χαρίστηκε, είναι όλα κατακτημένα με τον αγώνα, με την ανείπωτη θυσία και με το αίμα που έχυσε ο λαός στην πάλη του για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση.

Πρόκειται για μια αλήθεια ιδιαίτερα επίκαιρη: είτε πρόκειται για τις νεοφιλελέδικες πρωθυπουργικές μπούρδες για την Ελλάδα που πλέον  (χάρη στην κυβέρνηση, την ΕΕ και το ΔΝΤ) «παύει να είναι η τελευταία Σοβιετική Δημοκρατία της Ευρώπης», είτε πρόκειται για το «κοινωνικό συμβόλαιο» που θέλει να συνάψει ο ΣΥΡΙΖΑ σε συμβολαιογραφείο πολυτελείας με την πλουτοκρατική ολιγαρχία, είτε πρόκειται για «περιορισμένες» ερμηνείες της προκλητικής όσο και κυνικής ασυναρτησίας  αυτού του είδους – όπως περιορισμένη είναι κατά την πεποίθησή μου η ερμηνεία που επιχειρείται στο σχόλιο του Ριζοσπάστη όπου οδηγεί η παραπάνω παραπομπή.

Αν είναι ανεπαρκής η «απλοϊκή» ερμηνεία της γιαγιάς, στην εισαγωγή της ανάρτησης, προκειμένου να γίνει αντιληπτό τι σημαίνει, σε περιπτώσεις σαν κι αυτές, το «εμφυλιοπολεμικό κατάλοιπο» ή η παραλλαγή του ως «τελευταία σοβιετική δημοκρατία»,  προκειμένου επίσης να γίνουν αντιληπτές οι «κινητήριες δυνάμεις» και οι στοχεύσεις αυτών και των παρόμοιων «δογμάτων» σαν του Παπανδρέου Γ΄ή του Σαμαρά, προκειμένου επίσης να γίνει αντιληπτός ο τρόπος με τον οποίο «συνάπτονται» στην πραγματική και όχι τηλεοπτική ιστορία  τα «κοινωνικά συμβόλαια» ανάμεσα στην τάξη των εκμεταλλευτών και την τάξη των καταπιεζόμενων, τότε είναι απαραίτητη  η θεωρητική τεκμηρίωση της κουβέντας εκείνης που είπε η γιαγιά στη γειτόνισσα κάποια τυχαία μέρα μιας χρονιάς στη δεκαετία του ’60.

*

«Στην πραγματικότητα», έγραφε ο Λένιν τον Ιανουάριο του 1917, «το ζήτημα τίθεται έτσι: Είτε επαναστατικός αγώνας που παράγωγο προϊόν του είναι, σε περίπτωση όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας του, οι μεταρρυθμίσεις (αυτό το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία των επαναστάσεων σ’ όλο τον κόσμο) είτε τίποτε άλλο εκτός από κουβέντες για μεταρρυθμίσεις και υποσχέσεις μεταρρυθμίσεων» (Πασιφισμός αστικός και πασιφισμός σοσιαλιστικός, στη συλλογή Λένιν, Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, ΣΕ, σελ. 296).

«Αυτό», λοιπόν, που «το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία των επαναστάσεων σ’ όλο τον κόσμο», αυτό ακριβώς είναι που υπονοούν στην πραγματικότητα είτε ο Παπανδρέου πριν λίγα χρόνια είτε ο Σαμαράς πριν λίγες μέρες. Αυτό ακριβώς είναι που δήθεν δεν κατανοεί ο ΣΥΡΙΖΑ όταν καλεί τους διαχειριστές της κυριαρχίας των μονοπωλίων να προσέλθουν στο γραφείο του συμβολαιογράφου. Και αυτό ακριβώς είναι που δε χωρά στην ερμηνεία των, κατά τα άλλα, ασυναρτησιών του πρωθυπουργού, όταν αυτή η ερμηνεία περιορίζεται στην ολόσωστη, κατά τα άλλα, αποποίηση  των ευθυνών του σοσιαλισμού και του εργατικού κινήματος για τη σημερινή κατάσταση του καπιταλισμού και για τα φαινόμενα εκφυλισμού του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού.

Αν δούμε το θέμα στα ελληνικά ιστορικά πλαίσια, τότε ναι, πράγματι, όλα τα λαϊκά δικαιώματα που σήμερα ξηλώνονται, είναι «κατάλοιπο της εμφυλιοπολεμικής Ελλάδας», «παράγωγο προϊόν» της «όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας» του επαναστατικού αγώνα. Και οι ρητορικές επιθέσεις των αστών πολιτικών σε κάθε είδους τέτοιο «κατάλοιπο», δεν αποσκοπούν κυρίως ή μόνο στην καλλιέργεια της σύγχυσης, αλλά πρώτα από όλα σηματοδοτούν το ιστορικό βάθος στο οποίο στοχεύει η εξελισσόμενη αντιλαϊκή επίθεση των επιτελείων του συστήματος της εκμετάλλευσης, σηματοδοτούν το μέγεθος του ιστορικού πισωγυρίσματος στο οποίο αποσκοπεί αυτή η επίθεση, σηματοδοτούν ιστορικά τον ταξικό και πολιτικό τους εχθρό ενάντια στον οποίο στρέφεται αυτή η επίθεση.

Κι αν δούμε το ίδιο θέμα στα διεθνή πλαίσια του, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε ότι η «όχι ολοκληρωτική επιτυχία» του επαναστατικού αγώνα στη διάρκεια του 20ου αιώνα, αποκρυσταλλώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τη διεθνή μορφή της «συνύπαρξης των δυο συστημάτων», και ότι ακριβώς στη βάση αυτής της μορφής ήρθαν σαν «παράγωγο προϊόν του επαναστατικού αγώνα» όλες οι λαϊκές – εργατικές κατακτήσεις στον καπιταλιστικό κόσμο,  όλα τα «κοινωνικά συμβολαια», που δεν «συνάφθηκαν» χάρη στην «κατανόηση» των εκμεταλλευτών και τον οπορτουνιστικό τους εξωραϊσμό, αλλά χάρη στους ποταμούς αίματος των εργαζομένων όλου του κόσμου στην πάλη τους ενάντια στο φασισμό και την εκμετάλλευση.

*

Αυτά τα γεγονότα έχει υπόψη του πρώτα από όλα ο Σαμαράς, σαν «ιππότης του κεφαλαίου» που είναι κι αυτός όπως και ο συμφοιτητής του Παπαπανδρέου ο Γ΄, όταν κάνει λόγο για την «τελευταία σοβιετική δημοκρατία». Το ότι στην κυριολεξία της η φράση ειναι μια μπούρδα, αυτό δεν τον απασχολεί, του αρκεί που ο ίδιος θα πάρει καλό βαθμό εκεί που βαθμολογείται. Το ότι αυτή η μπούρδα είναι κατάλληλη και για την καλλιέργεια πολιτικής σύγχυσης κατά τον τρόπο που συνοπτικά περιγράφει το σχόλιο του «Ριζοσπάστη», είναι για το Σαμαρά και τους κύκλους του ωφέλιμο μεν αλλά δευτερεύον. Αυτό που, όμως, αποτελεί τον πυρήνα του «μηνύματος» είναι η κατανόηση από τον ίδιο, και η προκλητική απέναντι στους λαούς και την ιστορία τους, διακήρυξη του πραγματικού περιεχομένου της στρατηγικής που υπηρετεί. Της στρατηγικής που σαν δεύτερο αντεπαναστατικό κύμα, ύστερα από το πρώτο που γκρέμισε τις κατακτήσεις των εργαζομένων στις χώρες του σοαιαλισμού, σαρώνει τώρα στις καπιταλιστικές χώρες το «παράγωγο προϊόν» της «όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας» του επαναστατικού αγώνα των λαών, τις κατακτήσεις τους τις οποίες έγραψαν σε νόμους και σε συντάγματα με το αίμα τους, τις κατακτήσεις τους που σαν «παράγωγο προϊόν» του επαναστατικού τους αγώνα δεν είναι για τον Σαμαρά και τους κύκλους του παρά «σοβιετικές». Και με αυτή τη συγκεκριμένη έννοια πράγματι είναι…

*

““Σοσιαλισμός”! Χαρακτήριζαν σοσιαλιστικό και αυτόν ακόμα τον αστικό φιλελευθερισμό, σοσιαλιστικό τον αστικό διαφωτισμό, σοσιαλιστική και την αστική δημοσιο-οικονομική μεταρρύθμιση. Ήταν σοσιαλιστικό να γινει ένας σιδηρόδρομος όπου υπήρχε κιόλας μια διώρυγα και ήταν σοσιαλιστικό το να υπερασπίζεις τον εαυτό σου με μπαστούνι όταν σου επιτίθενται με σπαθί.

Και αυτό δεν ήταν απλώς τρόπος του λέγειν, μόδα ή κομματική ταχτική. Η αστική τάξη είχε τη σωστή άποψη πως όλα τα όπλα που είχε σφυρηλατήσει ενάντια στη φεουδαρχία στρέψανε την αιχμή τους ενάντια στην ίδια, πως όλα τα εκπαιδευτικά μέσα που είχε δημιουργήσει επαναστατούσαν ενάντια στον ίδιο της τον πολιτισμό, πως όλοι οι θεοί που είχε πλάσει την είχαν εγκαταλείψει…» (Μαρξ, 18η Μπριμέρ, σελ. 79, θεμέλιο 1967)

Με τέτοια λόγια περιγράφει ο Μαρξ την αστική τάξη στην αντεπαναστατική – αντιδραστική  φάση της ύστερα από το 1848: Δεν ήταν και ούτε και τώρα είναι «τρόπος του λέγειν, μόδα ή κομματική τακτική». Η βασική διαφορά ανάμεσα στον τότε «σοσιαλιστικό σιδηρόδρομο όπου υπήρχε κιόλας μια διώρυγα» και στη σημερινή «εμφυλιοπολεμική» δημόσια και δωρεάν παιδεία ή τη «σοβιετική» κρατική ΔΕΗ, τις «σοβιετικές» συντάξεις, τις «σοβιετικές» συλλογικές συμβάσεις εργασίας, μισθούς, ωράρια κλπ  κλπ, βρίσκεται στο διαφορετικό χαρακτήρα της πρώιμης αστικής αντίδρασης και της αντιδραστικής φύσης του ύστερου – ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού. Βρίσκεται επίσης στο γεγονός ότι τότε η αστική τάξη βρισκόταν αντιμέτωπη με το «παράγωγο προϊόν» του δικού της επαναστατικού αγώνα ενάντια στη φεουδαρχία, ενώ τώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με το «παράγωγο προϊόν» του επαναστατικού αγώνα των εργαζομένων εναντίον της.

Το κοινό στοιχείο είναι και στις δυο περιπτώσεις η κυριαρχία της αντεπανάστασης. Η κυριαρχία της αντίδρασης που σήμερα εκτείνεται σε όλη την ιστορική γραμμή και στοχεύει σε όλο το ιστορικό βάθος, γιατί αυτός είναι ο ιμπεριαλισμός, και πόσο μάλλον ο ιμπεριαλισμός που ολοκληρώνει μια αντεπανάσταση σαρώνοντας το «παράγωγο προϊόν» του επαναστατικού αγώνα  με τη μορφή μεταρρυθμίσεων που αναγκάστηκε να «παραχωρήσει» στο παρελθόν.

Απέναντι σ’ αυτή τη στρατηγική, τη στρατηγική της γενικευμένης ιστορικής αντίδρασης, δεν υπάρχει για τους λαούς άλλος δρόμος από την πάλη για την ανατροπή της. Δεν υπάρχει δηλαδή άλλος δρόμος από το δρόμο της ταξικής πάλης των εργαζομένων, της πάλης για την απόκρουση της επίθεσης που δέχονται, της πάλης που εφόσον διεξάγεται με συνέπεια είναι η μόνη ικανή να βαθύνει το πολιτικό της περιεχόμενο και να μετατρέψει την «τελευταία γραμμή άμυνας» σε πρώτη γραμμή αντεπίθεσης, σε αφετηρία της δικής τους επίθεσης και της δικής τους νίκης.


Ο Τσε για την τρομοκρατία, ο Λένιν για την παράνομη επαναστατική οργάνωση

Αφιερωμένη στην τρέχουσα εκδοτική επικαιρότητα η σημερινή ανάρτηση, αποτελεί στο πρώτο «μισό» της ένα απάνθισμα από το βιβλίο Τσε Γκεβάρα «Ο ανταρτοπόλεμος» (εκδόσεις Άποψη), σχετικό (το απάνθισμα) με την τακτική της ατομικής τρομοκρατίας. Οι εμφάσεις με έντονα στοιχεία είναι δική μου παρέμβαση, και ό,τι είναι γραμμένο σε πλάγια στοιχεία είναι δικές μου σκέψεις και σχόλια.

Εισαγωγικά πρέπει να πω το αυτονόητο, ότι δηλαδή το βιβλίο δεν αφορά ειδικά το ζήτημα της συγκεκριμένης τακτικής, της τρομοκρατίας, αλλά αυτό που λέει ο τίτλος του: τον ανταρτοπόλεμο. Αφετηρία της ανάπτυξης του θέματος είναι η εμπειρία η προερχόμενη από την Κουβανική Επανάσταση. Και κύριο πεδίο της οι «οικονομικά υπανάπτυκτες» χώρες  αμερικανικής ηπείρου

 

«Θεωρούμε πως η Κουβανική Επανάσταση πρόσφερε τρία θεμελιώδη μαθήματα στα επαναστατικά κινήματα της Αμερικής.

Πρώτον, οι λαϊκές δυνάμεις μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο ενάντια σε ένα τακτικό στρατό.

Δεύτερον, δεν είναι ανάγκη να περιμένουμε μέχρι να ωριμάσουν όλες οι συνθήκες για να κάνουμε μια επανάσταση.. ο ίδιος ο ξεσηκωμός δημιουργεί συνθήκες ωρίμανσης.

Τρίτον, στην υποανάπτυκτη οικονομικά Αμερική οι αγροτικές περιοχές είναι το βασικό πεδίο διεξαγωγής του ένοπλου αγώνα». (σελ. 17)

 

Από μια βαθύτερη  ανάγνωση του βιβλίου μπορεί να βγει το συμπέρασμα ότι πολλά από τα διδάγματά του είναι ευρύτερης σημασίας. Λόγου χάρη η ίδια η παραπάνω φράση: «ο ίδιος ο ξεσηκωμός δημιουργεί συνθήκες ωρίμανσης», χωρίς να επιτρέπει υποκειμενικές ερμηνείες και μηχανιστικές μεταφορές αφορά παρ’ όλα αυτά στην πραγματικότητα κάθε συγκεκριμένο επίπεδο συνεπούς ανάπτυξης της πάλης ανεξάρτητα από τη μορφή της, από την πιο «νόμιμη» μέχρι την πιο «επαναστατική».  Το ίδιο, επίσης,  δεν αφορά αποκλειστικά την ένοπλη πάλη, το ότι «η θεμελιώδης αρχή είναι πως καμία μάχη, κανένας αγώνας ή σύγκρουση δεν πρέπει να διεξαχθεί αν η νίκη δεν θεωρείται δεδομένη» (σελ. 22), ή το ίδιο σε μια διαφορετική παραλλαγή που τη συμπληρώνει και την ολοκληρώνει: «Όσο ο αντάρτης είναι σε θέση να αποφασίσει το «πώς» και το «πότε», καμία μάχη δεν θα πρέπει να δοθεί που αν μην έχει ως κατάληξη τη νίκη» (σελ. 165). Αυτό που, βέβαια, σηκώνει εδώ μεγάλη ανάλυση είναι το τι αποτελεί ιστορικά και στην κάθε διαφορετική περίπτωση νίκη, ξέροντας άλλωστε ότι χαμένοι είναι μονάχα οι αγώνες που αν και αναγκαίοι, αν και δυνατοί, δε δόθηκαν, και που ταυτόχρονα δεν δόθηκαν με σκοπό τη νίκη, ξέροντας επίσης ότι υπάρχουν ήττες που ισοδυναμούν με νίκες και το αντίστροφο. Όμως δεν επεκτείνομαι παραπάνω. Αυτό στο οποίο στέκομαι είναι ότι τα δυο αποσπάσματα στην ουσία τους δεν αφορούν ειδικά την πάλη στην ένοπλη μορφή της αλλά σε κάθε της μορφή.  Αποτελούν το πρακτικό, το πραγματικά «ποιητικό» και όχι  «μεταφυσικό» νόημα  του συνθήματος: «Μέχρι τη νίκη, πάντα!» Πάντα: Σε κάθε μάχη μικρή ή μεγάλη , στη διεξαγωγή ολόκληρου του  πολέμου, και μετά από αυτόν.

Δεν αφορά λοιπόν ειδικά τον ανταρτοπόλεμο η λογική που διαπερνά το βιβλίο, αλλά από το σημείο που τον αφορά κι έπειτα, τον αφορά χωρίς έκπτωση: Σαν λαϊκό πόλεμο, σαν κανονικό πόλεμο, «πόλεμο που οι λαϊκές δυνάμεις μπορούν να κερδίσουν ενάντια σε ένα τακτικό στρατό», πόλεμο στον οποίο «μια οπλισμένη ομάδα εμπλέκεται στον αγώνα ενάντια στην κατεστημένη εξουσία, είτε αποικιακή είτε όχι, εδραιώνεται ως αφετηρία αντίστασης και οργανώνεται σε αγροτικές περιοχές» (σελ. 21), τον ανταρτοπόλεμο σαν «ένα στάδιο που από μόνο του δεν έχει τη δυνατότητα να επιτύχει την απόλυτη νίκη και την επικράτηση επί του εχθρού. Είναι ένα από τα αρχικά στάδια του πολέμου και θα εξελίσσεται διαρκώς μέχρι ο αντάρτικος στρατός, μέσα σ’ ένα πλαίσιο σταθερής ανάπτυξης, να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά τακτικού στρατού. Τότε θα είναι έτοιμος να καταφέρει το τελειωτικό χτύπημα στο εχθρό και να κατακτήσει τη νίκη. Ο θρίαμβος θα είναι πάντα το αποτέλεσμα ενός τακτικού στρατού ακόμη και αν κατάγεται από έναν αντάρτικο στρατό»  (σελ. 23).

Η επίμονη δική μου έμφαση στην τέτοια θεώρηση του ανταρτοπόλεμου από τον Γκεβάρα αποσκοπεί απλά να καταδείξει την πρωταρχική διαφορά της από την τρέχουσα αντίληψη του «ανταρτοπόλεμου» με τη μορφή του λεγόμενου «αντάρτικου πόλης» όχι ως πολέμου που αποσκοπεί –όπως κάθε πόλεμος- στην επικράτηση ενός στρατού πάνω σε έναν άλλο, αλλά ως θεάματος. Επικίνδυνου μεν. Αλλά πάντως θεάματος.

Δεύτερη εισαγωγική παρατήρηση: Ο Γκεβάρα δεν θεωρεί την συγκεκριμένη τακτική την οποία αναλύει σαν μοναδική. Δεν θεωρεί καν σαν μοναδική την τακτική του ένοπλου αγώνα ανεξάρτητα από τον χώρο στον οποίο διεξάγεται η λαϊκή πάλη, κι ανεξάρτητα από τις πολιτικές και οικονομικές συνθήκες εντός των οποίων διεξάγεται. Θα σταθώ στη θεώρησή του για τις πρώτες:

«Φυσικά, δεν πρέπει να θεωρήσουμε πως όλες οι συνθήκες για την επανάσταση θα δημιουργηθούν από την ώθηση που θα τους δώσει η δράση του αντάρτικου. Πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου πως υπάρχει ένα απαραίτητο μίνιμουμ χωρίς το οποίο η δημιουργία και η εδραίωση του πρώτου πυρήνα είναι ανέφικτη. Οι λαοί πρέπει να δουν καθαρά τη ματαιότητα των στόχων που βάζουν οι κοινωνικοί αγώνες όταν αυτοί παραμένουν στο πλαίσιο ενός δημόσιου πολιτικού διαλόγου. Όταν οι δυνάμεις της καταπίεσης διατηρούνται  στην  εξουσία ενάντια στο δίκιο, δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες η λαϊκή δυσαρέσκεια εκφράζεται με πιο ενεργητικές μορφές. Η διάθεση για αντίσταση τελικά ξεσπά με τη μορφή του ένοπλου αγώνα, το έναυσμα του οποίου δίνεται αρχικά από τη συμπεριφορά της εξουσίας.

Όταν η κυβέρνηση έχει έρθει στην εξουσία μέσα από κάποια μορφή λαϊκής ψήφου, είτε οι εκλογές ήταν στημένες είτε όχι, και διατηρεί τουλάχιστον το προσωπείο της συνταγματικής νομιμότητας, το ξέσπασμα του αντάρτικου δεν μπορεί να πριμοδοτηθεί εφόσον οι δυνατότητες για ειρηνικό αγώνα δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί» (σελ. 18).

*

Μετά τα παραπάνω προαπαιτούμενα εισαγωγικά περνάω στα αποσπάσματα του βιβλίου που αφορούν ειδικά το θέμα του τίτλου της ανάρτησης. Ο αναγνώστης να μην παραπλανηθεί: Τα αποσπάσματα που ακολουθούν δεν αφορούν το «σαμποτάζ» και την «τρομοκρατία» σε συνθήκες όπου «οι δυνατότητες για ειρηνικό αγώνα δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί», αλλά πολύ περισσότερο, σε συνθήκες διεξαγωγής πραγματικού λαϊκού πολέμου. Σε συνθήκες όπου «οι δυνατότητες ειρηνικού αγώνα δεν έχουν εξαντληθεί»  δεν μπορεί έτσι κι αλλιώς «να πριμοδοτηθεί το ξέσπασμα του αντάρτικου»…  Αλλά απ’ ό,τι θα δούμε, και σε συνθήκες όπου οι ειρηνικές δυνατότητες έχουν εξαντληθεί και το αντάρτικο έχει ξεσπάσει, και πάλι η τακτική της τρομοκρατίας «δεν πριμοδοτείται»:

 

«Το σαμποτάζ είναι επίσης πολύ σημαντικό. Εδώ βέβαια πρέπει να ξεκαθαρίσουμε για τι είδος σαμποτάζ μιλάμε.. για την επαναστατική και αποτελεσματική μέθοδο που χρησιμοποιείται στη μάχη ή για την τρομοκρατική πράξη, ένα χτύπημα που είναι συνήθως τυφλό και αναποτελεσματικό όσον αφορά στην κατάληξη, μιας και πολύ συχνά δημιουργεί αθώα θύματα και αφαιρεί ζωές που θα μπορούσαν να είναι πολύτιμες για τη επανάσταση. Η τρομοκρατία θα πρέπει να θεωρείται πολύτιμη τακτική όταν στόχος της είναι η ζωή κάποιου σημαντικού ηγέτη  των τυραννικών δυνάμεων, γνωστού για τις κατασταλτικές του μεθόδους ή άλλα χαρακτηριστικά που καθιστούν την εξόντωσή του ωφέλιμη. Όμως η εκτέλεση ασήμαντων σχετικά προσώπων δεν ενδείκνυται γιατί έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των αντιποίνων και νέους θανάτους…»

Σημ. δική μου: Χρειάζεται άραγε  να θυμίσω ότι η προσκόλληση στις λέξεις δεν είναι αρκετή για να κάνει λιγότερο επιζήμια την «τρομοκρατία» όταν (και επειδή εξακολουθεί να «διατηρείται τουλάχιστον το προσωπείο της συνταγματικής νομιμότητας») δεν υπάρχουν «αντίποινα και νέοι θάνατοι», αλλά απλώς ένταση των αντιλαϊκών κατασταλτικών μέτρων και της ιδεολογικής τρομοκράτησης του λαού (του λαού κι όχι κατ’ ανάγκη των στενών ιδεολογικών φίλων του «υποκειμένου»)

Θα χρειαζόταν άραγε, επίσης,  να θυμίσω ότι και αυτά τα απορριπτικά και κατ’ εξαίρεση μόνο, και μόνο με επιφύλαξη, δεκτά –σχετικά με τα μέσα του σαμποτάζ και των μεμονωμένων εκτελέσεων- αναφέρονται από τη σκοπιά  αποκλειστικά των όρων της  πρακτικής ωφελιμότητας για την διεξαγωγή του πολέμου, ότι αφορούν ακριβώς τη διεξαγωγή του πολέμου, του πραγματικού πολέμου, όπως τον γνωρίζουμε σαν τη σύγκρουση ενός στρατού με έναν άλλο στρατό με σκοπό την επικράτηση του ενός εναντίον του άλλου;  Πόσο μάλλον λοιπόν η απόρριψη της συγκεκριμένης τακτικής, αν μιλάμε για συνθήκες όπου δεν διεξάγεται ένοπλη πάλη, για συνθήκες επίσης όπου «διατηρείται τουλάχιστον το προσωπείο της συνταγματικής νομιμότητας», απέναντι στο οποίο «προσωπείο»–να προσθέσω- η ατομική τρομοκρατία δεν λειτουργεί σαν «ξεμασκάρεμα» όπως διατείνεται, αλλά, για όποιον έχει στοιχειώδη λογική, σαν ιδεολογικά νομιμοποιητικό   πρόσχημα απαλλαγής της εξουσίας από αυτό το «συνταγματικό προσωπείο» που κάποτε τη στενεύει.

«…Στο θέμα της τρομοκρατίας οι απόψεις διίστανται. Πολλοί θεωρούν πως η χρήση της, που προκαλεί την αστυνομική βία και καταστολή, δυσχεραίνει όλες τις περισσότερο ή λιγότερο νόμιμες ή ημιπαράνομες επαφές με τις μάζες και κάνει αδύνατη την ενοποίηση για δράση, που θα είναι αναγκαία κάποια κρίσιμη στιγμή στο μέλλον. Αυτό είναι σωστό.. αυτό όμως που επίσης συμβαίνει είναι πως σε έναν εμφύλιο πόλεμο η καταπίεση της κυβερνητικής εξουσίας σε κάποιες πόλεις είναι ήδη τόσο μεγάλη, στην πραγματικότητα κάθε μορφή νόμιμης δράσης ήδη καταστέλλεται, έτσι ώστε κάθε ενέργεια των μαζών που δεν υποστηρίζεται από τα όπλα είναι αδύνατη. Επομένως επιβάλλεται να είμαστε επιφυλακτικοί όταν υιοθετούμε τέτοιου τύπου μεθόδους και να λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη τις συνέπειες που ίσως έχουν για την επανάσταση» (σελ. 31-32)

Σημ. δική μου: Επιφυλακτικοί, λοιπόν, ακόμα και σε αυτές τις συνθήκες! τις συνθήκες του εμφυλίου πολέμου! Μπορεί να γίνει  λόγος έστω και για «επιφυλακτικότητα» σε συνθήκες όπου «κάθε ενέργεια των μαζών» μπορεί να πραγματοποιηθεί με «μορφή  νόμιμης δράσης» ή χωρίς «να υποστηρίζεται από τα όπλα»;

 

«Το σαμποτάζ  (σημ. δική μου: Θα το επαναλάβω και θα το υπογραμμίσω για να προλάβω την αυθόρμητη χαλάρωση της μνήμης! Ο λόγος αφορά  συνθήκες εμφύλιου πολέμου, κι όχι «ότι να ’ναι») θα πρέπει να διευθύνεται από την πολιτική οργάνωση του εξωτερικού τομέα σε συντονισμό με την κεντρική διοίκηση. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και έπειτα από προσεκτική ανάλυση θα προβαίνουμε σε βίαιες επιθέσεις εναντίον συγκεκριμένων ατόμων. Γενικά, θεωρούμε πως αυτού του είδους οι ενέργειας δεν είναι επιθυμητές εκτός κι αν ο στόχος μας είναι να εξοντώσουμε κάποιο άτομο, διαβόητο για τις εγκληματικές του πράξεις και τη βιαιότητα των κατασταλτικών του μεθόδων εναντίον των κατοίκων. Από την εμπειρία του αγώνα μας στην Κούβα αποδεικνύεται πως θα μπορούσαμε να σώσουμε τη ζωή αρκετών εξαίρετων συντρόφων, που θυσιάστηκαν εκτελώντας αποστολές ελάσσονος σημασίας. Αρκετές φορές οι αποστολές αυτές έληγαν με τους συντρόφους μας νεκρούς από τις εχθρικές σφαίρες της αντεκδίκησης και η απώλειά τους σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να συγκριθεί με την αξία του αποτελέσματος. Οι βίαιες επιθέσεις και η τρομοκρατία που ασκούνται αδιακρίτως (τυφλή τρομοκρατία)  δεν θα πρέπει να συγκαταλέγονται στις μεθόδους μας. Είναι προτιμότερο οι προσπάθειές μας να έχουν ως στόχο την εντύπωση των επαναστατικών ιδεών στα πλατιά λαϊκά στρώματα, έτσι ώστε την κρίσιμη στιγμή να κινητοποιηθούν και με τη βοήθεια του επαναστατικού στρατού να βοηθήσουν την πλάστιγγα να γείρει προς την πλευρά της επανάστασης.

Γι’ αυτό θα χρειαστούμε τη βοήθεια των εργατικών συνδικάτων, των επαγγελματιών και των χωρικών, που φυτεύουν το σπόρο της επανάστασης στο λαό , που δίνουν εξηγήσεις, που προμηθεύουν τις μάζες με εκδόσεις για να διαβάσουν, για να διδάξουν την αλήθεια. Ένα από τα χαρακτηριστικά της επαναστατικής προπαγάνδας είναι η αλήθεια. Έτσι σιγά-σιγά  θα κερδίσουμε τις μάζες και τους καλύτερους θα τους ενσωματώσουμε στον επαναστατικό στρατό ή θα τους αναθέσουμε άλλα καθήκοντα που προϋποθέτουν τη μέγιστη υπευθυνότητα» (σελ. 101-102).  

 

«Το σαμποτάζ είναι ένα από τα ανεκτίμητα όπλα ενός λαού που κάνει αντάρτικο. (σημ. δική μου:. πράγμα που φυσικά καθόλου δε σημαίνει ότι «ένας λαός που κάνει σαμποτάζ, κάνει επομένως αντάρτικο». «Ανεκτίμητο όπλο ενός λαού που κάνει αντάρτικο». Δεν συνιστά όμως αντάρτικο από μόνη της η χρησιμοποίηση του οποιουδήποτε όπλου, ούτε βέβαια και του σαμποτάζ).  Η οργάνωσή του εξαρτάται από το πολιτικό ή το παράνομο κομμάτι του αντάρτικου, μιας και, όπως είναι φυσικό, το σαμποτάζ θα πρέπει να πραγματοποιείται αποκλειστικά εκτός των περιοχών που κατέχει ο επαναστατικός στρατός.. όμως αυτή η μυστική οργάνωση θα πρέπει να διοικείται και να καθοδηγείται απευθείας από το γενικό επιτελείο του αντάρτικου, το οποίο θα έχει την ευθύνη τυχόν αποφάσεων που αφορούν βιομηχανίες, επικοινωνίες ή άλλους στόχους στους οποίους πρόκειται να γίνει επίθεση.

(σημ. δική μου: Είναι άραγε στον καθένα ορατή η αναλογία: Στις συνθήκες του εμφυλίου πολέμου το σαμποτάζ, για να είναι αποτελεσματικό πρέπει «να καθοδηγείται απευθείας από το γενικό επιτελείο του αντάρτικου». Σε συνθήκες όπου «οι δυνατότητες για ειρηνικό αγώνα δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί», πόσο επιζήμια είναι έτσι κι αλλιώς η τακτική του σαμποτάζ, και πόσο επιζήμια και αναποτελεσματική –ή, για την ακρίβεια, αποτελεσματική για τους αντιλαϊκούς σχεδιασμούς- είναι η τακτική του «σαμποτάζ» εκ των πραγμάτων βέβαια έξω από κάθε διαδικασία ανάπτυξης του πραγματικού λαϊκού κινήματος, σε διάσταση και σε αντίθεση προς κάθε όρο διεξαγωγής της πραγματικής πάλης του;)

Το σαμποτάζ δεν έχει καμία σχέση με την τρομοκρατία.. η τρομοκρατία και οι δολοφονικές επιθέσεις εναντίον μεμονωμένων προσώπων αφορούν εντελώς διαφορετικές τακτικές. Ειλικρινά [ειλικρινά! κι όχι για «στάχτη στα μάτια» του αντίπαλου, ούτε σε ένδειξη ευθυγράμμισης με την «σοβιετική ορθοδοξία»!], πιστεύουμε πως η τρομοκρατία έχει αρνητικές επιπτώσεις, πως σε καμία περίπτωση δεν φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα, πως μπορεί να στρέψει ένα λαό ενάντια σε έναν επαναστατικό κίνημα [ανήκουστο ε;] και πως το κόστος σε ζωές είναι συχνά δυσανάλογο με το αποτέλεσμα […]» (σελ. 109-110).

***

Αφού λοιπόν είδαμε τη γνώμη του Τσε για την τακτική της τρομοκρατίας σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου, και επομένως πόσο μάλλον για τη συστηματική της «μονοκαλλιέργεια», και πόσο μάλλον σε συνθήκες όπου δεν υφίστανται καν συνθήκες πραγματικού πολέμου, ας σταθούμε τώρα και στην αντίληψη του Λένιν για την παράνομη οργάνωση και την παράνομη δουλειά. Πρόκειται άραγε για κάποιον πολιτικού τύπου ψυχαναγκασμό; Κάποια εμμονή στο «απαγορευμένο»; «Χρησιμοποίηση» της αστικής νομιμότητας είναι να ανακαλύπτουμε τι απαγορεύεται σε αυτή και να φτιάχνουμε μια ειδική οργάνωση για την πραγματοποίησή του ανεξάρτητα από τις ανάγκες της πάλης; Είναι άραγε αυτό «αποκαλυπτικό» για την ιδιαίτερη φύση της αστικής νομιμότητας και δημοκρατίας; Ή μήπως η παράνομη οργάνωση κι η παράνομη δουλειά σχετίζονται πρώτιστα με τις δυνατότητες δράσης, προπαγάνδας, ζύμωσης και διάδοσης των ιδεών, τις κατακτημένες μέσα στην αστικοδημοκρατική νομιμότητα, οι οποίες καταργούνται όταν η ίδια περιστέλλεται απειλούμενη (σαν αστική) από τον ίδιο της τον εαυτό;   Μήπως δηλαδή η παράνομη δουλειά και η παράνομη οργάνωση σχετίζονται πρώτιστα με αυτό που είδαμε παραπάνω να διατυπώνει ο Τσε: «Οι προσπάθειές μας να έχουν ως στόχο την εντύπωση των επαναστατικών ιδεών στα πλατιά λαϊκά στρώματα. Γι’ αυτό θα χρειαστούμε τη βοήθεια των εργατικών συνδικάτων, των επαγγελματιών και των χωρικών, που φυτεύουν το σπόρο της επανάστασης στο λαό , που δίνουν εξηγήσεις, που προμηθεύουν τις μάζες με εκδόσεις για να διαβάσουν, για να διδάξουν την αλήθεια».

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν προέρχονται από τη συλλογή «Β.Ι.ΛΕΝΙΝ Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση» (εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή). Όπως κατ’ αναλογία τα παραπάνω αποσπάσματα του Γκεβάρα για την τακτική της τρομοκρατίας αφορούν συνθήκες εμφύλιου πόλεμου, ώστε να μην χωρούν παρερμηνείες σε σχέση με τις λεγόμενες ειρηνικές περιόδους, αντίστοιχα τα  κείμενα του Λένιν, και τα αποσπάσματα για την παράνομη επαναστατική οργάνωση, για την παράνομη επαναστατική δραστηριότητα, αφορούν τις συνθήκες όπου γράφτηκαν: Συνθήκες όπου ήδη έχει ξεσπάσει ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος ( Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος), συνθήκες προεπαναστατικές και συνθήκες επαναστατικής κατάστασης στη  Ρωσία και γενικά την Ευρώπη. Δύσκολο λοιπόν, κι εδώ, να υπάρξουν παρερμηνείες για το περιεχόμενο το είδος και το ρόλο της επαναστατικής οργάνωσης και δραστηριότητας σε «ειρηνική» περίοδο…

*

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ Η ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ (Οκτώβρης 1914)

«…Το Κόμμα μας, το Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Ρωσίας, πρόσφερε και θα προσφέρει ακόμα τεράστιες θυσίες εξαιτίας του πολέμου. Όλος ο νόμιμος εργατικός Τύπος μας αφανίστηκε. Τα περισσότερα συνδικάτα κλείστηκαν, πλήθος σύντροφοί μας έχουν πιαστεί και εκτοπιστεί. Μα η κοινοβουλευτική μας αντιπροσωπία -η Ρωσική Σοσιαλδημοκρατική Εργατική Ομάδα- θεώρησε επιτακτικό σοσιαλιστικό της χρέος να μην ψηφίσει τις πολεμικές πιστώσεις και, μάλιστα, να αποχωρήσει από την αίθουσα των συνεδριάσεων της Δούμας για να εκφράσει έτσι ακόμα πιο έντονα τη διαμαρτυρία της, θεώρησε χρέος της να στιγματίσει την πολιτική των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ως ιμπεριαλιστική. Και, παρά τη δεκαπλασιασμένη καταπίεση που ασκεί η τσαρική κυβέρνηση, οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες της Ρωσίας εκδίδουν κιόλας τις πρώτες παράνομες προκηρύξεις ενάντια στον πόλεμο, εκπληρώνοντας το χρέος τους απέναντι τη Δημοκρατία και στη Διεθνή».  (σελ. 22)

«…Οι οπορτουνιστές από καιρό προετοίμαζαν αυτήν τη χρεοκοπία με το να αρνούνται τη σοσιαλιστική επανάσταση και να την υποκαθιστούν με τον αστικό ρεφορμισμό.. με το να αρνούνται την ταξική πάλη και την αναγκαία μετατροπή της, σε ορισμένες στιγμές, σε εμφύλιο πόλεμο και διακηρύσσοντας τη συνεργασία των τάξεων.. με το να κηρύσσουν τον αστικό σοβινισμό, που τον ονομάζουν πατριωτισμό και υπεράσπιση της πατρίδας, και αγνοώντας, ή αρνούμενοι, τη βασική αλήθεια του σοσιαλισμού, που έχει διατυπωθεί στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ότι οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα.. με το να περιορίζουν τον αγώνα ενάντια στο μιλιταρισμό σε μια συναισθηματική-μικροαστική άποψη, αντί να αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα του επαναστατικού πολέμου των προλετάριων όλων των χωρών ενάντια στην αστική τάξη όλων των χωρών.. με το να μετατρέπουν την απαραίτητη χρησιμοποίηση του αστικού κοινοβουλευτισμού και της αστικής νομιμότητας σε φετίχ αυτής της νομιμότητας και ξεχνώντας ότι σε εποχή κρίσεων είναι υποχρεωτικές οι παράνομες μορφές οργάνωσης και ζύμωσης». (σελ. 24)

«…Το γεγονός ότι η αστική τάξη χρησιμοποιεί τους νόμους της πολεμικής περιόδου για να κλείσει ολότελα το στόμα του προλεταριάτου βάζει στο προλεταριάτο το επιτακτικό καθήκον να δημιουργήσει παράνομες μορφές ζύμωσης και οργάνωσης. Ας «περιφρουρούν» οι οπορτουνιστές τις νόμιμες οργανώσεις με αντάλλαγμα την προδοσία των πεποιθήσεών τους -οι επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες θα χρησιμοποιήσουν την οργανωτική πείρα και τους δεσμούς της εργατικής τάξης για να δημιουργήσουν τις παράνομες μορφές πάλης για το σοσιαλισμό που ανταποκρίνονται σε εποχή κρίσης και να ενώσουν τους εργάτες όχι με τη σοβινιστική αστική τάξη της χώρας τους μα με τους εργάτες όλων των χωρών…» (σελ. 26)

ΠΡΟΣ ΤΟΝ Α. ΓΚ. ΣΛΙΑΠΝΙΚΟΦ (17-10-1914)

«…Δεν είναι σωστό το σύνθημα της «ειρήνης» -σύνθημα πρέπει να είναι η μετατροπή του εθνικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο. (Η μετατροπή αυτή μπορεί να κρατήσει πολύ, μπορεί να απαιτήσει, και θα απαιτήσει, μια σειρά από προκαταρκτικούς όρους, ωστόσο όλη η δουλειά πρέπει να γίνει ακριβώς πάνω στη γραμμή μιας τέτοιας μετατροπής, πάνω στο πνεύμα και την κατεύθυνση αυτής της μετατροπής). Όχι σαμποτάζ του πολέμου, όχι μεμονωμένες, ατομικές εκδηλώσεις στο πνεύμα αυτό αλλά μαζική προπαγάνδα (και όχι μόνο ανάμεσα στους «πολίτες») που οδηγεί στη μετατροπή του πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο». (σελ. 30)

«…Η Κομμούνα ήταν η μετατροπή ενός πολέμου μεταξύ των λαών σε εμφύλιο πόλεμο.

Μια τέτοια μετατροπή δεν είναι βέβαια εύκολη και δεν μπορεί να γίνει «σύμφωνα με τη θέληση» του ενός ή του άλλου κόμματος. Μα ακριβώς αυτή η μετατροπή βρίσκεται μέσα στις αντικειμενικές συνθήκες του καπιταλισμού γενικά, της εποχής του τέλους του καπιταλισμού ειδικά. Και προς αυτή την κατεύθυνση, μόνο προς αυτή την κατεύθυνση, πρέπει να διεξάγουν τη δουλειά τους οι σοσιαλιστές. Να μην ψηφίζουν τις πολεμικές πιστώσεις, να μην ενθαρρύνουν το σοβινισμό της χώρας «τους» (και των σύμμαχων χωρών), να καταπολεμήσουν πρώτα απ’ όλα το σοβινισμό της «δικής τους» αστικής τάξης, να μην περιορίζονται στις νόμιμες μορφές πάλης όταν αρχίζει η κρίση και η αστική τάξη αφαιρεί η ίδια τη νομιμότητα που δημιούργησε -να ποια είναι η γραμμή δουλειάς που οδηγεί στον εμφύλιο πόλεμο και θα οδηγήσει σ’ αυτόν σε τούτη ή σ’ εκείνη τη στιγμή της πανευρωπαϊκής πυρκαγιάς». (σελ. 40)

ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΤΤΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΣΟΥ ΣΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ (Ιούλιος 1915)

«…Όταν οι Ιταλοί σοσιαλδημοκράτες έβαλαν στις παραμονές του πολέμου ζήτημα μαζικής απεργίας, η αστική τάξη τους απάντησε -απόλυτα σωστά από την άποψή της: Αυτό σημαίνει εσχάτη προδοσία και θα σας μεταχειριστούμε όπως μεταχειρίζονται τους προδότες. Αυτό είναι αλήθεια, όπως είναι αλήθεια και το ότι η συναδέλφωση στα χαρακώματα είναι εσχάτη προδοσία. Όποιος γράφει κατά «της εσχάτης προδοσίας», όπως ο Μπουκβογέντ, κατά της «διάλυσης» της Ρωσίας, όπως ο Σμεκόβσκι, αυτός υποστηρίζει την αστική και όχι την προλεταριακή άποψη. Ο προλετάριος δεν μπορεί ούτε να καταφέρει ταξικό χτύπημα στην κυβέρνησή του, ούτε να δώσει (στην πράξη) το χέρι στον αδελφό του, τον «ξένο» προλετάριο, τον προλετάριο της χώρας που βρίσκεται σε πόλεμο μαζί «μας», χωρίς να διαπράττει «εσχάτη προδοσία», χωρίς να συμβάλλει στην ήττα, χωρίς να βοηθάει στη διάλυση της «δικής του» ιμπεριαλιστικής «μεγάλης» Δύναμης». (σελ. 88)

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ (Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΔΕΚΡ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ) (Ιούλιος – Αύγουστος 1915)

«…Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, χωρίς να παραιτηθούν σε καμιά περίπτωση και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες από τη χρησιμοποίηση κάθε νόμιμης δυνατότητας, και της πιο μικρής, για την οργάνωση των μαζών και από το κήρυγμα του σοσιαλισμού, πρέπει να ξεκόψουν από το δουλοπρεπή σεβασμό της νομιμότητας. «Πυροβολείστε πρώτοι, κύριοι αστοί», έγραφε ο Ένγκελς, κάνοντας υπαινιγμό ακριβώς για τον εμφύλιο πόλεμο και την ανάγκη παραβίασης της νομιμότητας από μέρους μας, ύστερα από την παραβίασή της από την αστική τάξη. Η κρίση έδειξε ότι η αστική τάξη την παραβιάζει σε όλες, ακόμη και στις πιο ελεύθερες, χώρες και ότι δεν είναι δυνατό να οδηγηθούν οι μάζες στην επανάσταση χωρίς να δημιουργηθεί παράνομη οργάνωση με σκοπό το κήρυγμα, τη συζήτηση, την εκτίμηση και την προετοιμασία των επαναστατικών μέσων πάλης. Στη Γερμανία, λόγου χάρη, ότι τίμιο κάνουν οι σοσιαλιστές το κάνουν ενάντια στον πρόστυχο οπορτουνισμό και τον υποκριτικό «καουτσκισμό» και το κάνουν ίσα-ίσα παράνομα. Στην Αγγλία στέλνουν στα κάτεργα όσους καλούν με γραπτές εκκλήσεις να μην καταταχτεί κανείς στο στρατό.

Το να πιστεύει κανείς ότι η άρνηση των παράνομων μεθόδων προπαγάνδας, καθώς και η γελοιοποίησή τους στο νόμιμο Τύπο, μπορεί να συμβιβαστεί με την ιδιότητα του μέλους του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος ισοδυναμεί με προδοσία του σοσιαλισμού…» (σελ. 125)

«Από την αρχή του πολέμου η τσαρική κυβέρνηση συνέλαβε και εξόρισε χιλιάδες και χιλιάδες πρωτοπόρους εργάτες, μέλη του παράνομού μας ΣΔΕΚΡ. Το γεγονός αυτό μαζί με την επιβολή του στρατιωτικού νόμου στη χώρα μας, το κλείσιμο των εφημερίδων μας κτλ. φρενάρισε το κίνημα. Παρόλα αυτά, όμως, η παράνομη επαναστατική δουλειά του Κόμματός μας συνεχίζεται. Στην Πετρούπολη η Επιτροπή του Κόμματός μας βγάζει την παράνομη εφημερίδα Προλετάρσκι Γκόλος.

Τα άρθρα του κεντρικού οργάνου Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ, που εκδίδεται στο εξωτερικό, ανατυπώνονται στην Πετρούπολη και στέλνονται στις επαρχίες. Βγαίνουν παράνομες προκηρύξεις που μοιράζονται στους στρατώνες. Έξω από τις πόλεις, σε διάφορα μυστικά μέρη, γίνονται παράνομες συνελεύσεις των εργατών. Τον τελευταίο καρό άρχισαν στην Πετρούπολη μεγάλες απεργίες των εργατών μεταλλουργίας. Με αφορμή αυτές τις απεργίες η Επιτροπή μας της Πετρούπολης έβγαλε αρκετές προκηρύξεις  προς τους εργάτες«. (σελ. 133)

«Στην αρχή του πολέμου η διάσπαση ήταν εξαιρετικά έκδηλη. Η ομάδα Τσχεϊτζε περιορίστηκε στο κοινοβουλευτικό πεδίο. Δεν ψήφισε τις πιστώσεις γιατί θα προκαλούσε εναντίον  της θύελλα αγανάκτησης από την πλευρά των εργατών. (Είδαμε ότι στη Ρωσία ακόμη και οι μικροαστοί τρουντοβίκοι δεν ψήφισαν τις πιστώσεις). Ωστόσο η ομάδα αυτή, ταυτόχρονα, δε διαμαρτυρήθηκε ενάντια στο σοσιαλσοβινισμό.

Διαφορετική ήταν η στάση της ΡΣΔΕ κοινοβουλευτικής ομάδας, που έκφραζε την πολιτική γραμμή του Κόμματός μας. Τη διαμαρτυρία της ενάντια στον πόλεμο την έφερε στα κατάβαθα της εργατικής τάξης και το κήρυγμά της κατά του ιμπεριαλισμού έφτασε ως τις πλατιές μάζες των Ρώσων προλετάριων.

Και η δράση της βρήκε πολύ ευνοϊκή απήχηση στις γραμμές των εργατών, πράγμα που τρόμαξε την κυβέρνηση και την ανάγκασε, με φανερή παράβαση των ίδιων της των νόμων, να συλλάβει και να καταδικάσει τους συντρόφους μας βουλευτές σε ισόβια εξορία στη Σιβηρία. Και στην πρώτη επίσημη ανακοίνωση για τη σύλληψη των συντρόφων μας η τσαρική κυβέρνηση έγραφε:

«Τελείως διαφορετική θέση πήραν σ’ αυτό το ζήτημα ορισμένα μέλη των σοσιαλδημοκρατικών ομίλων, που έβαλαν για σκοπό τους να κλονίσουν με τη δράση τους τη στρατιωτική ισχύ της Ρωσίας, χρησιμοποιώντας την αντιπολεμική ζύμωση, τις παράνομες προκηρύξεις και την προφορική προπαγάνδα.«» (σελ. 136)

«Ο σύντροφος Μουράνοφ, βουλευτής των εργατών του κυβερνείου του Χάρκοβο, είπε στη δική:

«Επειδή καταλάβαινα ότι ο λαός δε μ’ έστειλε στην κρατική Δούμα για να κάθομαι στη βουλευτική έδρα, ταξίδευα για να γνωρίσω επιτόπου τις διαθέσεις της εργατικής τάξης.» Ο Μουράνοφ δήλωσε επίσης στο δικαστήριο ότι είχε αναλάβει τη δουλειά του παράνομου διαφωτιστή του Κόμματός μας, ότι οργάνωσε στα Ουράλια επιτροπή εργατών στο εργοστάσιο «Βερχνιέισετσκι» και σε άλλα μέρη. Η δίκη έδειξε ότι τα μέλη της ΡΣΔΕ κοινοβουλευτικής ομάδας, γύρισαν για προπαγανδιστικούς σκοπούς σχεδόν όλη τη Ρωσία , ότι ο Μουράνοφ, ο Πετρόβσκι, ο Μπαντάγεφ κτλ. οργάνωσαν πολλές συγκεντρώσεις εργατών όπου πάρθηκαν αποφάσεις κατά του πολέμου κτλ. (…)

(…) Υπάρχει κοινοβουλευτισμός και κοινοβουλευτισμός. Ορισμένοι χρησιμοποιούν τον κοινοβουλευτικό στίβο για να υπηρετήσουν τις κυβερνήσεις τους ή, στην καλύτερη περίπτωση, για να νίψουν τας χείρας τους, όπως κάνει η ομάδα Τσχεϊτζε. Άλλοι χρησιμοποιούν τον κοινοβουλευτισμό για να μείνουν επαναστάτες ως το τέλος, για να εκπληρώσουν το χρέος τους, χρέος σοσιαλιστών και διεθνιστών και στις πιο δύσκολες ακόμη περιστάσεις. Ορισμένους η κοινοβουλευτική δράση τους οδηγεί στη φυλακή, στην εξορία, στα κάτεργα. Οι πρώτοι υπηρετούν την αστική τάξη, οι δεύτεροι το προλεταριάτο. Οι πρώτοι είναι σοσιαλιμπεριαλιστές. Οι δεύτεροι είναι επαναστάτες μαρξιστές». (σελ. 137)

«…Με μεγαλύτερη ακόμη χαρά πληροφορηθήκαμε ότι στη Γερμανία κυκλοφορούν παράνομες επαναστατικές προκηρύξεις, όπως, λόγου χάρη, η προκήρυξη: «Ο κύριος εχθρός βρίσκεται μέσα στη δική μας τη χώρα.» Αυτό μαρτυράει ότι ανάμεσα στους Γερμανούς εργάτες είναι ζωντανό το πνεύμα του σοσιαλισμού, ότι στη Γερμανία υπάρχουν ακόμη άνθρωποι ικανοί να περιφρουρήσουν τον επαναστατικό μαρξισμό…» (σελ. 141)

Η ΣΥΓΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΣΟΒΙΝΙΣΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΜΕ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ (21 Δεκέμβρη 1915)

«…με την ευκαιρία θα σημειώσουμε ότι η λογοκρισία παραμόρφωσε σχεδόν ολότελα το φύλ. αρ. 2 της Ραμπότσεγε Ούτρο. Οι λευκές στήλες είναι σχεδόν περισσότερες απ’ όσες έμειναν ανέπαφες, από τα άρθρα όμως δεν πειράχτηκαν ακριβώς τα δυο άρθρα, μόνο τα δυο άρθρα -«Δυο θέσεις» και μια επιφυλλίδα που διαστρεβλώνει με φιλελεύθερο τρόπο την ιστορία του 1905- που βρίζουν τους μπολσεβίκους για «αναρχισμό» και «μποϋκοταρισμό». Η τσαρική κυβέρνηση έχει συμφέρον να γράφονται τέτοια πράγματα και να δημοσιεύονται. Δεν είναι τυχαίο ότι παρόμοια άρθρα απολαμβάνουν το μονοπώλιο της νομιμότητας παντού, από τη δεσποτική Ρωσία ως τη δημοκρατική Γαλλία! …» (σελ. 171)

«Για να ασκήσουν επιρροή στους εργάτες οι αστοί είναι υποχρεωμένοι να μεταμφιέζονται σε σοσιαλιστές, σε σοσιαλδημοκράτες, σε διεθνιστές κτλ. διαφορετικά δεν μπορούν ν’ ασκήσουν επιρροή. Και η Ραμπότσεγε Ούτρο μεταμφιέζεται, βάφεται, βάζει κοκκινάδι, καλλωπίζεται, κάνει γλυκά μάτια χωρίς να σταματάει μπροστά σε τίποτε! Είμαστε έτοιμοι να προσυπογράψουμε κι εκατό φορές και τη διακήρυξη του Τσίμερβαλντ (μπάτσος για εκείνους τους τσιμερβαλντιστές που υπέγραψαν τη Διακήρυξη χωρίς να αγωνίζονται κατά της δειλίας της και χωρίς να διατυπώνουν επιφυλάξεις!) και οποιαδήποτε απόφαση για την ιμπεριαλιστική ουσία του πολέμου και να δώσουμε οποιοδήποτε όρκο για το «διεθνισμό» και την «επαναστατικότητά» μας  («απελευθέρωση της χώρας» στο λογοκρινόμενο Τύπο – επανάσταση στον παράνομο) -φτάνει μόνο να μη μας εμποδίζουν να καλούμε τους εργάτες να πάρουν μέρος στις Επιτροπές Πολεμικής Βιομηχανίας, δηλαδή στην πραγματική συμμετοχή σ’ ένα ληστρικό, αντιδραστικό («αμυντικό») πόλεμο.

Μόνο αυτό έχει σημασία, όλα τ’ άλλα είναι λόγια. Μόνο εδώ βρίσκεται η ουσία, όλα τ’ άλλα είναι φράσεις. Μόνο  αυτό χρειάζεται στην αστυνομία, στην τσαρική μοναρχία, στον Χβοστόφ και στην αστική τάξη». (σελ. 172)

ΓΙΑ ΤΗ ΜΠΡΟΣΟΥΡΑ ΤΟΥ ΓΙΟΥΝΙΟΥΣ (Ιούλιος 1916)

«Επιτέλους στη Γερμανία βγήκε παράνομα, χωρίς προσαρμογή στην πρόστυχη λογοκρισία των γιούνκερ, μια σοσιαλδημοκρατική μπροσούρα αφιερωμένη στα ζητήματα του πολέμου! …» (σελ. 185)

«…Είναι ολοφάνερο ότι είναι απλούστατα γελοίο να μιλάει κανείς για συμμετοχή στη «νέα» Διεθνή του παλιού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας ή ενός κόμματος που συμβιβάζεται με τους Λεγκίν, Ντάβιντ και Σια.

Δεν ξέρουμε πώς εξηγείται αυτό το βήμα προς τα πίσω της ομάδας «Η Διεθνής». Η μεγαλύτερη έλλειψη όλου του επαναστατικού μαρξισμού της Γερμανίας είναι ότι δεν έχει σφιχτοδεμένη παράνομη οργάνωση, που να εφαρμόζει συστηματικά τη γραμμή της και να διαπαιδαγωγεί τις μάζες με το πνεύμα των νέων καθηκόντων: Μια τέτοια οργάνωση θα έπρεπε να παίρνει καθορισμένη θέση απέναντι στον οπορτουνισμό και απέναντι στον καουτσκισμό. Αυτό είναι πολύ πιο απαραίτητο, μια και οι Γερμανοί επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες έχασαν τώρα τις δυο τελευταίες καθημερινές εφημερίδες τους […] που και ο δυο πέρασαν με το μέρος των καουτσκιστών…» (σελ. 188)

«…Είναι πιθανό ότι παρόμοιοι συλλογισμοί καθόρισαν συνειδητά ή μισοασυνείδητα την τακτική του Γιούνιους. Ούτε λόγος ότι είναι λαθεμένοι. Στην μπροσούρα του Γιούνιους νιώθει κανείς έναν  απομονωμένο άνθρωπο που δεν έχει συντρόφους της παράνομης οργάνωσης, που είναι συνηθισμένη να μελετάει ως το τέλος τα επαναστατικά συνθήματα και να διαπαιδαγωγεί συστηματικά τη μάζα στο πνεύμα τους. Αυτή όμως η έλλειψη -θα ήταν μεγάλο λάθος να το ξεχνάμε- δεν είναι προσωπική έλλειψη του Γιούνιους αλλά αποτέλεσμα της αδυναμίας όλων των Γερμανών αριστερών, που έχουν μπλεχτεί απ’ όλες τις πλευρές στο ποταπό δίχτυ της καουτσκικής υποκρισίας, του σχολαστικισμού και των «φιλικών σχέσεων» με τους οπορτουνιστές. Οι οπαδοί του Γιούνιους μπόρεσαν, παρόλη την απομόνωσή τους, ν’ αρχίσουν την έκδοση παράνομων προκηρύξεων και τον πόλεμο ενάντια στον καουτσκισμό. Θα μπορέσουν να τραβήξουν και πιο μακριά στο σωστό δρόμο». (σελ. 206)

«Ο απροκάλυπτος οπορτουνισμός δρα ανοιχτά και άμεσα, ενάντια στην επανάσταση και ενάντια στα επαναστατικά κινήματα και τα ξεσπάσματα, που αρχίζουν σε άμεση συμμαχία με τις κυβερνήσεις, όσο διαφορετικές κι αν είναι οι μορφές αυτής της συμμαχίας, αρχίζοντας από τη συμμετοχή στις κυβερνήσεις και τελειώνοντας με τη συμμετοχή στις Επιτροπές Πολεμικής Βιομηχανίας (στη Ρωσία). Οι σκεπασμένοι οπορτουνιστές, οι καουτσκιστές, είναι πολύ πιο επιζήμιοι και επικίνδυνοι για το εργατικό κίνημα, επειδή κρύβουν την υπεράσπιση της συμμαχίας τους με τους πρώτους με καλόηχες ψευτο-«μαρξιστικές» λέξεις και πασιφιστικά συνθήματα. Η πάλη ενάντια στις δυο αυτές μορφές του οπορτουνισμού, που τώρα επικρατεί, πρέπει να διεξάγεται σε όλα τα πεδία δράσης της προλεταριακής πολιτικής: Κοινοβουλευτισμός, επαγγελματικά συνδικάτα, απεργίες, στρατιωτική τέχνη κτλ. Η κυριότερη όμως ιδιομορφία, που διακρίνει και τις δυο αυτές μορφές του κυρίαρχου οπορτουνισμού, είναι ότι αποσιωπούν, σκεπάζουν ή πραγματεύονται το συγκεκριμένο ζήτημα, της σχέσης του τωρινού πολέμου με την επανάσταση και τα άλλα συγκεκριμένα ζητήματα της επανάστασης, προσέχοντας μην παραβούν τις αστυνομικές απαγορεύσεις». (σελ. 220)

ΘΕΜΕΛΙΑΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (Δεκέμβρης 1916)

«Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμιά απολύτως σαφήνεια -χωρίς να μιλάμε πια για ενότητα γνωμών- σχετικά με το γεγονός ότι η διακήρυξη αρνητικής στάσης απέναντι στην υπεράσπιση της πατρίδας είναι ήδη αυτή καθεαυτή  ένα πράγμα που προβάλλει ασυνήθιστα μεγάλες απαιτήσεις  στην επαναστατική συνείδηση, καθώς επίσης και στην ικανότητα για επαναστατική δράση του κόμματος που το διακηρύσσει αυτό -με τον όρο, βέβαια, ότι η διακήρυξη αυτή δεν καταλήγει σε μια κούφια φράση. Αν όμως διακηρύσσουμε απλώς την άρνηση της άμυνας της χώρας χωρίς να έχουμε ξεκάθαρη αντίληψη, δηλαδή χωρίς να κατανοούμε ποιες απαιτήσεις συνεπάγεται αυτό το πράγμα, χωρίς να ξεκαθαρίσουμε στο μυαλό μας ότι όλη η προπαγάνδα, ζύμωση, οργάνωση, κοντολογίς, όλη η δράση του κόμματος πρέπει ν’ αλλάξει ριζικά, «να ανανεωθεί» (για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Καρλ Λίμπκνεχτ) και να προσαρμοστεί στα ανώτερα επαναστατικά καθήκοντα –τότε η δήλωση αυτή μετατρέπεται σε κούφια φράση.

(…)

Το κόμμα «έχει αναγνωρίσει» την επαναστατική μαζική πάλη. Θαυμάσια. Είναι όμως το κόμμα ικανό να εκπληρώσει κάτι παρόμοιο; Ετοιμάζεται γι’ αυτό το πράγμα; Μελετάει αυτά τα ζητήματα, συγκεντρώνει το αντίστοιχο υλικό , δημιουργεί τα αντίστοιχα όργανα και οργανώσεις, συζητάει μέσα στο λαό, μαζί με το λαό τα αντίστοιχα ζητήματα;

Κάθε άλλο! Το κόμμα επίμονα παραμένει ολοκληρωτικά και στο ακέραιο στην παλιά του, αποκλειστικά κοινοβουλευτική, αποκλειστικά τρέιντ-γιουνιονιστική, αποκλειστικά ρεφορμιστική, αποκλειστικά νόμιμη τροχιά». (σελ. 240)

«Θα ήταν εντελώς λαθεμένο να υποθέσει κανείς ότι για να διεξάγουμε, τάχα, άμεσο αγώνα για σοσιαλιστική επανάσταση θα μπορούσαμε ή θα οφείλαμε να εγκαταλείψουμε τον αγώνα για μεταρρυθμίσεις. Σε καμιά περίπτωση. Δεν μπορούμε να ξέρουμε πόσο γρήγορα θα κατορθώσουμε να σημειώσουμε επιτυχία, πόσο γρήγορα οι αντικειμενικές συνθήκες θα επιτρέψουν την έναρξη αυτής της επανάστασης. Πρέπει να υποστηρίζουμε κάθε βελτίωση, κάθε πραγματική βελτίωση και της πολιτικής και της οικονομικής κατάστασης των μαζών. Η διαφορά ανάμεσα σ’ εμάς και τους ρεφορμιστές (δηλαδή τους γκριτλιανούς στην Ελβετία) δε βρίσκεται στο ότι εμείς είμαστε κατά των μεταρρυθμίσεων ενώ αυτοί είναι υπέρ. Κάθε άλλο. Αυτοί περιορίζονται στις μεταρρυθμίσεις και κατρακυλούν γι’ αυτό, σύμφωνα με την εύστοχη έκφραση ενός (σπάνιου!) επαναστάτη συνεργάτη της Schweizerische Mettalarbeiter-Zeitung (αρ. φύλ. 40), στο ρόλο απλών «νοσοκόμων του καπιταλισμού». Εμείς λέμε στους εργάτες: Ψηφίζετε για εκλογές με αναλογική κτλ., μην περιορίζετε όμως τη δράση σας σ’ αυτό αλλά προωθείτε στην πρώτη γραμμή τη συστηματική διάδοση της ιδέας της άμεσης σοσιαλιστικής επανάστασης, ετοιμαστείτε γι’ αυτήν και κάνετε τις αντίστοιχες ριζικές αλλαγές απ’ άκρη σ’ άκρη, σ’ όλη την κομματική δράση». (σελ. 250)

ΠΑΣΙΦΙΣΜΟΣ ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΑΣΙΦΙΣΜΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ (Γενάρης 1917)

«…Το ζήτημα δεν τίθεται έτσι όπως το θέτουν οι πασιφιστές, οι καουτσκιστές: Είτε ρεφορμιστική πολιτική καμπάνια είτε παραίτηση από τις μεταρρυθμίσεις. Αυτό είναι αστική τοποθέτηση του ζητήματος. Στην πραγματικότητα το ζήτημα τίθεται  έτσι: Είτε επαναστατικός αγώνας που παράγωγο προϊόν του είναι, σε περίπτωση όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας του, οι μεταρρυθμίσεις (αυτό το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία των επαναστάσεων σ’ όλο τον κόσμο) είτε τίποτε άλλο εκτός από κουβέντες για μεταρρυθμίσεις και υποσχέσεις μεταρρυθμίσεων.

Ο ρεφορμισμός του Κάουτσκι, του Τουράτι, του Μπουρντερόν, που παρουσιάζεται σήμερα με τη μορφή του πασιφισμού, όχι μόνο αφήνει κατά μέρος το ζήτημα της επανάστασης (αυτό είναι κιόλας προδοσία του σοσιαλισμού), όχι μόνο παραιτείται στην πράξη από κάθε συστηματική και επίμονη επαναστατική δουλειά αλλά και φτάνει στο σημείο να δηλώνει ότι οι διαδηλώσεις στους δρόμους είναι τυχοδιωκτισμός (Κάουτσκι στο Neue Zeit στις 26 Νοέμβρη 1915), φτάνει ως την υπεράσπιση και την πραγματοποίηση της ενότητας με τους ανοιχτούς και αποφασιστικούς αντιπάλους του επαναστατικού αγώνα, τους Ζίντεκουμ, τους Λέγκιν, τους Ρενοντέλ, τους Τομά κτλ. κτλ.» (σελ. 296)

ΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (31 Γενάρη 1917)

«…Είμαστε υπέρ της δημοκρατικής ειρήνης. Κι ακριβώς γι’ αυτό δε θέλουμε να λέμε στο λαό ψέματα όπως λένε ψέματα -ξεκινώντας, φυσικά, από τις πιο αγαθές προθέσεις και με τα πιο αγνά κίνητρα!- ο Τουράτι και ο Κάουτσκι. Εμείς θα λέμε την αλήθεια: Ότι είναι αδύνατο να γίνει δημοκρατική ειρήνη αν το επαναστατικό προλεταριάτο της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ρωσίας δεν ανατρέψει τις αστικές κυβερνήσεις. Εμείς νομίζουμε ότι θα ήταν μέγιστος παραλογισμός αν οι επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες άρχιζαν να παραιτούνται από την πάλη για μεταρρυθμίσεις γενικά, μαζί και για «κρατική οικοδόμηση». Ακριβώς όμως τώρα η Ευρώπη ζει μια τέτοια στιγμή που πρέπει πιο πολύ απ’ ό,τι συνήθως να θυμόμαστε την αλήθεια ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι παράγωγο προϊόν της επαναστατικής ταξικής πάλης. Γιατί στην ημερήσια διάταξη -όχι από θέληση δική μας, όχι εξαιτίας των σχεδίων κάποιου αλλά εξαιτίας της αντικειμενικής πορείας των πραγμάτων- έχει μπει η λύση των μεγάλων ιστορικών ζητημάτων με την άμεση βία των μαζών που δημιουργεί καινούργια βάθρα και όχι με συναλλαγές πάνω στη βάση του παλιού που έχει σαπίσει και πεθαίνει.

Ακριβώς τώρα που η ιθύνουσα αστική τάξη ετοιμάζεται να αφοπλίσει ειρηνικά εκατομμύρια προλετάριους και να τους μεταφέρει ακίνδυνα -με το προκάλυμμα μιας εύσχημης ιδεολογίας και αφού τους ραντίσει απαραίτητα με το άγιασμα των μελιστάλακτων πασιφιστικών φράσεων!- από τα ακάθαρτα, βρώμικα και δύσοσμα χαρακώματα που ασχολούνται με το μακελειό, στα κάτεργα των καπιταλιστικών εργοστασίων, όπου με την «τίμια δουλειά» τους πρέπει να ξοφλήσουν τις εκατοντάδες εκατομμύρια του δημοσίου χρέους, ακριβώς τώρα αποκτά ακόμη πιο μεγάλη σημασία απ’ ό,τι στην αρχή του πολέμου το σύνθημα που απηύθυνε στους λαούς το Κόμμα μας το φθινόπωρο του 1914: Μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο για το σοσιαλισμό! Ο Καρλ Λίμπκνεχτ, καταδικασμένος σε καταναγκαστικά έργα, προσχώρησε σ’ αυτό το σύνθημα όταν έλεγε από το βήμα του Ράιχσταγκ: Στρέψτε τα όπλα ενάντια στους ταξικούς εχθρούς σας μέσα στη χώρα! Το πόσο ωρίμασε η σημερινή κοινωνία για το πέρασμα στο σοσιαλισμό το απέδειξε ακριβώς ο πόλεμος, τότε που η ένταση των δυνάμεων του λαού επέβαλλε το πέρασμα στη ρύθμιση όλης της οικονομικής ζωής πενήντα και πάνω εκατομμυρίων ανθρώπων από ένα κέντρο. Αν αυτό είναι δυνατό με την καθοδήγηση μιας χούφτας ευγενών γιούνκερ για το συμφέρον μιας χούφτας μεγάλων άσσων του χρηματιστικού κεφαλαίου, τότε σίγουρα αυτό δεν είναι λιγότερο δυνατό με την καθοδήγηση των συνειδητών εργατών προς το συμφέρον των εννιά δεκάτων του πληθυσμού, του ξεθεωμένου από την πείνα και τον πόλεμο.

Οι συνειδητοί εργάτες για να καθοδηγήσουν όμως τις μάζες πρέπει να καταλάβουν όλη τη σαπίλα τέτοιων ηγετών του σοσιαλισμού, όπως οι Τουράτι, Κάουτσκι και Σία. Οι κύριοι αυτοί φαντάζονται τους εαυτούς τους επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες και αγανακτούν πάρα πολύ όταν τους λένε πως η θέση τους είναι στο κόμμα των κ.κ. Μπισολάτι, Σάιντεμαν, Λέγκιν και Σία. Αλλά ο Τουράτι και ο Κάουτσκι δεν καταλαβαίνουν καθόλου ότι μόνο η επανάσταση των μαζών είναι ικανή να λύσει τα μεγάλα προβλήματα που έχουν μπει στην ημερήσια διάταξη, δεν έχουν ούτε σταγόνα πίστης στην επανάσταση, δε δείχνουν ούτε σταγόνα προσοχής και ενδιαφέροντος για το πώς αυτή ωριμάζει στη συνείδηση και στις διαθέσεις των μαζών σε συνδυασμό ακριβώς με τον πόλεμο. Η προσοχή τους είναι απορροφημένη εντελώς από τις μεταρρυθμίσεις, από τις συναλλαγές ανάμεσα στα τμήματα των κυρίαρχων τάξεων, σ’ αυτές απευθύνονται, αυτές «προσπαθούν να πείσουν», σ’ αυτές θέλουν να προσαρμόσουν το εργατικό κίνημα.

Όλο όμως το ζήτημα τώρα ακριβώς είναι να κατευθύνει η συνειδητή πρωτοπορία του προλεταριάτου τις σκέψεις της και να συγκεντρώσει τις δυνάμεις της στην επαναστατική πάλη για την ανατροπή των κυβερνήσεών της. Τέτοιες επαναστάσεις, όπως αυτές που είναι «έτοιμοι» να αναγνωρίσουν και ο Τουράτι και ο Κάουτσκι, δεν υπάρχουν -δηλαδή τέτοιες που να μπορεί κανείς να πει από πριν πότε ακριβώς θα ξεσπάσει η επανάσταση και πόσο ακριβώς μεγάλες είναι οι πιθανότητες της νίκης της. Η επαναστατική κατάσταση στην Ευρώπη είναι γεγονός. Γεγονός είναι και η τεράστια δυσαρέσκεια, ο αναβρασμός και η εξαγρίωση των μαζών. Οι επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες πρέπει να κατευθύνουν όλες τις δυνάμεις τους στην ενίσχυση αυτού του χείμαρου.  Από τη δύναμη του επαναστατικού κινήματος, σε περίπτωση μικρής επιτυχίας του, θα εξαρτηθεί τι ποσοστό από τις μεταρρυθμίσεις που έχουν «υποσχεθεί» θα εφαρμοστεί στην πράξη και αν θα φέρει έστω και κάποιο όφελος στην παραπέρα πάλη της εργατικής τάξης. Από τη δύναμη του επαναστατικού κινήματος, σε περίπτωση επιτυχίας του, θα εξαρτηθεί η νίκη του σοσιαλισμού στην Ευρώπη και η πραγματοποίηση, όχι μιας ιμπεριαλιστικής ανακωχής ανάμεσα στην πάλη της Γερμανίας ενάντια στη Ρωσία και την Αγγλία και την πάλη της Ρωσίας και της Γερμανίας ενάντια στην Αγγλία είτε ανάμεσα στην πάλη των Ηνωμένων Πολιτειών ενάντια στη Γερμανία και την Αγγλία κτλ., αλλά μιας πραγματικά σταθερής και πραγματικά δημοκρατικής ειρήνης». (σελ. 316)

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ  (Μάης 1917)

«…Όσο ο έλεγχος δεν έχει περάσει από τη σφαίρα της φράσης στη σφαίρα των έργων, όσο στη  θέση της κυβέρνησης των καπιταλιστών δεν έχει μπει η κυβέρνησή του επαναστατικού προλεταριάτου, ως τότε η κυβέρνηση είναι καταδικασμένη να λέει μόνο: Χανόμαστε, χανόμαστε, χανόμαστε. Σήμερα στην «ελεύθερη» Αγγλία, ρίχνουν στις φυλακές τους σοσιαλιστές γιατί λένε τα ίδια που λέω κι εγώ. Στη Γερμανία βρίσκεται στη φυλακή ο Λίμπκνεχτ που είπε τα ίδια που λέω κι εγώ, στην Αυστρία βρίσκεται στη φυλακή ο Φρίντριχ Άντλερ που είπε τα ίδια με το πιστόλι (ίσως να τον εκτέλεσαν κιόλας). Η συμπάθεια των εργατικών μαζών σε όλο τον κόσμο είναι με το μέρος αυτών των σοσιαλιστών κι όχι εκείνων που πέρασαν με το μέρος των δικών τους καπιταλιστών. Η εργατική επανάσταση αναπτύσσεται σε όλο τον κόσμο. Στις άλλες χώρες αναπτύσσεται βέβαια πιο δύσκολα. Εκεί δεν υπάρχουν τέτοιοι μισοπάλαβοι σαν τον Νικόλαο και τον Ρασπούτιν. Εκεί επικεφαλής της κυβέρνησης βρίσκονται οι καλύτεροι άνθρωποι της τάξης τους. Εκεί δεν υπάρχουν οι συνθήκες για επανάσταση ενάντια στην απολυταρχία, εκεί υπάρχει ήδη κυβέρνηση της καπιταλιστικής τάξης. Εκεί κυβερνούν από καιρό οι πιο ικανοί εκπρόσωποι αυτής της τάξης. Να γιατί εκεί η επανάσταση, αν και δεν ήρθε ακόμη, είναι ωστόσο αναπόφευκτη όσοι επαναστάτες κι αν χαθούν, όπως χάνεται ο Φρίντριχ Άντλερ, όπως χάνεται ο Καρλ Λίμπκνεχτ. Το μέλλον τους ανήκει και οι εργάτες όλων των χωρών είναι μαζί τους. Και οι εργάτες όλων των χωρών δε μπορούν παρά να νικήσουν…» (σελ. 355)

«…Πώς να βάλουμε τέρμα στον πόλεμο; Αν την εξουσία την έπαιρνε το Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών και οι Γερμανοί εξακολουθούσαν τον πόλεμο -τι θα κάναμε εμείς; Εκείνοι που ενδιαφέρονται να γνωρίσουν τις απόψεις του Κόμματός μας θα μπορούσαν να διαβάσουν αυτές τις μέρες την εφημερίδα μας Πράβντα, όπου παραθέσαμε ένα ακριβές απόσπασμα απ’ όσα λέγαμε το 1915, όταν βρισκόμασταν ακόμη στο εξωτερικό, ότι, δηλαδή, αν η επαναστατική τάξη της Ρωσίας, η εργατική τάξη, έρθει στην εξουσία πρέπει να προτείνει ειρήνη. Και αν στους όρους μας οι καπιταλιστές της Γερμανίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας απαντήσουν με άρνηση τότε όλη η εργατική τάξη θα είναι υπέρ του πολέμου. Εμείς δεν προτείνουμε να τερματίσουμε τον πόλεμο μεμιάς. Αυτό δεν το υποσχόμαστε. Εμείς δεν κηρύσσουμε ένα τέτοιο αδύνατο και απραγματοποίητο πράγμα, όπως τον τερματισμό του πολέμου με τη θέληση της μιας πλευράς. Τέτοιες υποσχέσεις είναι εύκολο να τις δίνει κανείς μα είναι αδύνατο να τις εκπληρώσει. Δεν είναι δυνατό να βγει κανείς εύκολα από αυτό τον φρικτό πόλεμο. Ο πόλεμος κρατάει τρία χρόνια. Θα πολεμάτε δέκα χρόνια ή θα βαδίσετε για τη δύσκολη, την επίπονη επανάσταση. Άλλη διέξοδος δεν υπάρχει. Εμείς λέμε: Τον πόλεμο, που άρχισαν οι κυβερνήσεις των καπιταλιστών, μπορεί να τον τερματίσει μόνο η εργατική επανάσταση. Όποιος ενδιαφέρεται για το σοσιαλιστικό κίνημα ας διαβάσει τη Διακήρυξη της Βασιλείας του 1912, που ψηφίστηκε ομόφωνα από όλα τα σοσιαλιστικά κόμματα όλου του κόσμου. Διακήρυξη που δημοσιεύτηκε στην Πράβντα μας, Διακήρυξη που τώρα δεν είναι δυνατό να δημοσιευτεί σε καμιά από τις εμπόλεμες χώρες, ούτε στην «ελεύθερη» Αγγλία, ούτε στη δημοκρατική Γαλλία, γιατί σ’ αυτήν ειπώθηκε η αλήθεια για τον πόλεμο πριν ακόμα ξεσπάσει. Η Διακήρυξη λέει: Ο πόλεμος ανάμεσα στην Αγγλία και τη Γερμανία θα ξεσπάσει εξαιτίας του ανταγωνισμού των καπιταλιστών. Η διακήρυξη λέει: Έχει συσσωρευτεί τόσο μπαρούτι που τα όπλα θ’ αρχίσουν να εκπυρσοκροτούν από μόνα τους. Η διακήρυξη εξηγεί για ποιο σκοπό θα γίνει ο πόλεμος και λέει ότι ο πόλεμος θα οδηγήσει στην προλεταριακή επανάσταση…» (σελ. 359)

*

Αυτά λοιπόν λέει ο Λένιν, και μάλιστα στις συγκεκριμένες συνθήκες όπου τα λέει, για την επαναστατική οργάνωση και δραστηριότητα γενικά, για την παράνομη επαναστατική οργάνωση και δραστηριότητα ειδικότερα.

Και για να μη μένει και η παραμικρή αμφιβολία, φύλαξα για το τέλος, σαν επίλογο, ένα μικρό απόσπασμα από το άρθρο του Λένιν  «ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΤΤΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΣΟΥ ΣΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ (Ιούλιος 1915)» (σελ. 87 της συλλογής), που κατά κάποιο τρόπο ενοποιεί τα δυο θέματα της ανάρτησης: το ζήτημα της τακτικής της τρομοκρατίας και του «σαμποτάζ» και το ζήτημα της παράνομης επαναστατικής οργάνωσης:

«…Ο  «επαναστατικός αγώνας ενάντια στον πόλεμο» είναι κούφια και χωρίς περιεχόμενο αναφώνηση, που γι’ αυτήν είναι καλοί μαστόροι οι ήρωες της ΙΙ Διεθνούς, όταν με τον αγώνα αυτό δεν εξυπακούεται μια επαναστατική δράση κατά της κυβέρνησής σου και στη διάρκεια του πολέμου. Φτάνει να το σκεφτείς λιγάκι για να το καταλάβεις. Επαναστατική δράση, όμως, ενάντια στην κυβέρνησή σου στη διάρκεια του πολέμου σημαίνει, αναμφισβήτητα, αναντίρρητα, όχι μόνο να εύχεσαι να ηττηθεί η κυβέρνησή σου αλλά και να συμβάλλεις έμπρακτα σ’ αυτήν την ήττα. (Για έναν «οξυδερκή αναγνώστη»: Αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι πρέπει «να ανατινάζονται οι γέφυρες», να οργανώνονται αποτυχημένες απεργίες ενάντια στον πόλεμο και γενικά να βοηθιέται η κυβέρνηση για να επιφέρει ήττα στους επαναστάτες)».

 


«διαβάζοντας τη διακήρυξη»: επιλεγόμενα

Σε σχέση με προηγούμενη ανάρτηση, μου δημιουργήθηκε η ανάγκη ορισμένων παρατηρήσεων, που διατυπώνονται παρακάτω:

1] Το περιεχόμενο της παρέκβασης της σχετικής με την «καθοδήγηση» της Κομμούνας, έχει μια γενικότερη σημασία για την κατανοηση της σχέσης ανάμεσα σε αυτό που ο Ένγκελς ονομάζει «πνευματικό παιδί» και στην πρακτική του καθοδήγηση.

Εννοείται, νομίζω, ότι γενικά η δεύτερη απαιτεί την άμεση παρουσία εκεί όπου διαδραματίζονται τα καθημερινά γεγονότα, ιδιαίτερα σε χρονικές περιόδους όπως αυτή της Κομμούνας όπου οι ανάγκες της αντιμετώπισης κατάστασεων, οι συσχετισμοί της πάλης κλπ μεταβάλλονται από μέρα σε μέρα ή ακόμα και αρκετές φορές καθημερινά. Κι είναι φυσικό ότι πολύ περισσότερο με τα επικοινωνιακά μέσα της εποχής μια τέτοια συμβολή από απόσταση στην πρακτική καθοδήγηση των καθημερινών εξελιξεων θα ήταν ακόμα πιο δυσχερής απ’ ό,τι σήμερα.

Σε κάθε περίπτωση πάντως αυτό που έχει γενική σημασία είναι η κατανοηση της διαφοράς ανάμεσα στις δυο αυτές «λειτουργίες», από τις οποίες η πρώτη αποτελεί καρπό μιας μακρόχρονης δουλειάς, ενώ η δεύτερη σχετίζεται με τη συγχρονισμένη παρέμβαση στην εξέλιξη των γεγονότων.

2] Η Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς γράφτηκε από τον Μαρξ. Πάνω σ’ αυτό αξίζει να παρατηρήσει κανείς την απλότητα, την κατανοητή στον πιο «αμόρφωτο» άνθρωπο με την οποία είναι δυνατό να εκφράζεται ο πολιτικός λόγος όσο πιο βαθιά είναι η γνώση και η αφομοίωση της επαναστατικής – επιστημονικής θεωρίας. Στις φράσεις για το κεντρικό περιεχόμενο της αστικής και της εργατικής πολιτικής οικονομίας (ζήτημα που αργότερα αποτέλεσε αντικείμενο ατελείωτων θεωρητικών έως σχολαστικών αντιπαραθέσεων), ή για τους «απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη» κλπ, δεν υπάρχει ίχνος «υψηλής» θεωρίας, είναι διατυπωμένες έτσι που μπορεί «να τις καταλαβαίνει κάθε εργάτης, κάθε τσοπάνης, κάθε πλύστρα … και στις πιο μακρινές γωνιές του τόπου» (Λένιν, Τα κομμουνιστικά κόμματα και ο κοινοβουλευτισμός).

Είναι διδακτικό το πώς από τη μια μεριά για την τέτοια απλότητα των διατυπώσεων απαιτείται ένα τεράστιο επιστημονικό – θεωρητικό υπόβαθρο, και το πώς από την άλλη μεριά το ίδιο αυτό υπόβαθρο  δεν «προδίδεται» ούτε σε μια συλλαβή, το πώς η διατύπωση των θέσεων δεν επιτρέπει ούτε στιγμή στην αναλυτική διαδικασία να επικυριαρχήσει πάνω στο τελικό συμπέρασμα και την απλότητα της έκφρασής του που το καθιστά οικειοποιήσιμο.

Κι είναι αυτή η απλότητα που διασφαλίζει την ικανότητα «γονέων» όπως η Διεθνής να γεννάνε «πνευματικά παιδιά» σαν την Κομμούνα…

3] Στην ανάρτηση εκείνη, υπάρχει ηλεκτρονική παραπομπή σε άρθρο του Ριζοσπάστη σχετικό με τη διάλυση της Διεθνούς (1876)…

…Η αποστολή της, πράγματι, «είχε πια επιτελεστεί – και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο» όπως αναφέρεται στο άρθρο του «Ρ», και «με την παλιά της μορφή, είχε πια ξεπεραστεί» (στο ίδιο, γράμμα του Ένγκελς στον Ζόργκε), εφόσον δούμε την αποστολή της από την άποψη ενός ιστορικού κύκλου. Ένας, όμως, σημαντικός πρακτικός, άμεσος λόγος της διάλυσής της (εντός των γενικότερων συνθηκών που είχαν σχέση με την τοτινή πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη) ήταν και η αδυναμία συνέχισης της ενιαίας λειτουργίας της εξαιτίας  των αντιπαρατιθέμενων ιδεολογικών, πολιτικών, οργανωτικών τάσεων που αναδύθηκαν στο εσωτερικό της. Από αυτή την άποψη θα μπορούσε να πει κανείς ότι η «αποστολή της θα επιτελούνταν», μέχρι τέλους, αν ακριβώς δεν ήταν αναγκασμένη να διαλυθεί, αν ήταν σε θέση να συνεχίσει τη λειτουργία της συμβάλλοντας με αυτή και στην στερέωση σε εθνικό επίπεδο των πολιτικών κομμάτων της εργατικής τάξης.

Δεν είμαι βέβαιος κατά πόσο «νομιμοποιούμαι» ιστορικά-θεωρητικά, παρ’ όλα αυτά «αποτολμώ» την εκτίμηση, ότι αποτελώντας η ίδια η Α΄Διεθνής ως κόμμα της εργατικής τάξης τη συνένωση της επιστημονικής θεωρίας με το εργατικό κίνημα, υπό τους συγκεκριμένους (αλλά και πρακτικά αναγκαστικούς) όρους με τους οποίους πραγματώθηκε η (και γι’ αυτό αναπόφευκτη) διάλυση της Α΄Διεθνούς, η διάλυση αυτή συνιστούσε σε έναν βαθμό και ορισμένο ρήγμα σε αυτήν ακριβώς τη συνένωση, ρήγμα που σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να κατανοηθεί ως ταυτόσημο με το «σχίσμα» ανάμεσα στις πολιτικές ομάδες που κατά ένα επιπόλαιο «τεκμήριο» θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως «εκφραστές» της μιας και της άλλης πλευράς της διαλεκτικής αυτής ενότητας. Και ακόμα πιο συγκεκριμένα, δεν θα έπρεπε το όποιο «ρήγμα» ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και την επαναστατική επιστημονική θεωρία να γίνει αντιληπτό ως ταυτόσημο με το πολιτικό-οργανωτικό «σχίσμα» ανάμεσα στον κομμουνισμό του Μαρξ και τον αναρχισμό του Μπακούνιν ή τον προυντονισμό ή τον τρεϊντγιουνισμό, λόγου χάρη: Το πολύ-πολύ, το δεύτερο («σχίσμα») να αποτελούσε «διαθλασμένη» έκφραση του πρώτου («ρήγμα»), όμως είναι αυτονόητο πως δεν χωρά οποιαδήποτε μηχανική ταύτιση λ.χ. της «θεωρίας» με τον Μαρξ και του «κινήματος» με τον Μπακούνιν κλπ.

Εξακολουθώντας να μην είμαι βέβαιος για την ιστορική-θεωρητική μου «νομιμοποίηση», θα προεκτείνω την παραπάνω σκέψη ως το σημείο της ίδρυσης της Β΄Διεθνούς, που ναι μεν αποτέλεσε την διεθνή επανένωση του εργατικού κινήματος από οργανωτική άποψη, όμως δεν στάθηκε ικανή να κλείσει το παραπάνω «ρήγμα» σε όλη του την έκταση. Το μαρτυρεί αυτό, με τον τρόπο της, η συνεχής προσπάθεια του Ένγκελς να αντιπαλέψει τον οπορτουνισμό τον αναπτυσσόμενο στους κολπους της Β΄Διεθνούς, ο οποίος όσο κι αν εξέφραζε σε ορισμένο βαθμό τη σύνθεση και το χαρακτήρα της σοσιαλδημοκρατικής, τότε, εργατικής τάξης, επικυριαρχούνταν και εκπροσωπούνταν πρώτιστα από θεωρητικές κορυφές του «ακαδημαϊκού μαρξισμού». Η ίδια, άλλωστε, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία, σαν κύρια δύναμη της Β΄Διεθνούς, είχε στην  ιδρυτική της βάση το «Προγραμα της Γκότα» (1875), από το οποίο ο Μαρξ και ο Ένγκελς ήσαν «ολότελα αμέτοχοι (…) και [δεν είχαν] καμία σχέση μ’ αυτό (…)», μη αναγνωρίζοντας (κατά την τοποθέτηση του Μαρξ) «έστω και με διπλωματική σιωπή, ένα πρόγραμμα που κατά την πεποίθησή μου πρέπει να αποριφθεί ολοκληρωτικά και που διαφθείρει το κόμμα» (Μαρξ, Γράμμα στον Μπράκε, από Κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα, σελ. 4-5, ΣΕ).

Θα χρειαστεί η ιστορική εξέλιξη να φτάσει ως την «κόψη» των διλημμάτων του  παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου, ώστε τα πολιτικά κόμματα της εργατικής τάξης να συνενωθούν πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά στην τρίτη, Κομμουνιστική Διεθνή με την ηγεσία του Λένιν, κάνοντας ένα νέο μεγάλο βήμα στη διαδικασία συνένωσης του εργατικού κινήματος με την επαναστατική θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού, αποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό η ιστορία για μια ακόμα φορά την αντιφατικότητα της πραγματικής κίνησής της όπου απότομα άλματα προς τα εμπρός διαδέχονται μικρότερα ή μεγαλύτερα βήματα πότε προς την πρόοδο και πότε προς την οπισθοχώρηση, βήματα στα οποία κάποτε αυτή η ίδια αντίφαση αποτελεί συστατικό τους στοιχείο.


Ένα σχόλιο για το «κίνημα των πλατειών»

Το σχόλιο που ακολουθεί «κολλήθηκε» από εμένα κάτω από ανάρτηση του μπλογκ χιώτικη σφίγγα. Το αναδημοσιεύω εδώ (μαζί με ένα υστερόγραφο), για το ενδεχόμενο ενδιαφέρον που μπορεί να έχει και για άλλους αναγνώστες,  καθώς επίσης και γιατί όντας απάντηση σε ένα «μονοθεματικό» ζήτημα που τέθηκε από την ανάρτηση της χιώτικης σφίγας, έτσι και το σχόλιο – απάντηση στέκεται μόνο σε μια πλευρά του θέματος οπότε έκρινα ότι χρειάζεται μια συμπλήρωση, εξού και το «υστερόγραφο».

Να προσθέσω επίσης, ότι κίνητρο για την αρχική δημοσίευση του σχολίου στη χιώτικη σφίγγα, ήταν ο τίτλος της ανάρτησης της: «Επειδή για κάποιους η ΧΑ γεννήθηκε στην Πλατεία Συντάγματος…» Επειδή ανάμεσα στις απόψεις αυτών των «κάποιων» μπορεί να χωρούσαν και απόψεις σαν τις δικές μου (άσχετα βέβαια, που κανείς δεν θα είχε υπόψη του εμένα προσωπικά) θεώρησα πως  έπρεπε να τις διατυπώσω συγκεκριμένα, ώστε να μην χωρούν παρερμηνείες ούτε και συγχύσεις με τους «κάποιους» της κυρίαρχης ιδεολογίας  και την αντιπαράθεσή τους, η οποία και στην μια της εκδοχή και στη αντίθετή της έχει «κίνητρα», περιεχόμενο και κατευθύνσεις που «δεν» με αφορούν.

Μετά από αυτή την εισαγωγή ακολουθει το συγεκριμένο σχόλιο:

Δεν νομίζω να ισχυρίζεται κανείς ότι η ΧΑ «γεννήθηκε» στην πλατεία συντάγματος.
Γι’ αυτό που υπάρχει η κριτική στην «πλατεία συντάγματος» δεν είναι φυσικά η ίδρυση της ΧΑ.
Οπότε ο τίτλος θα μπορούσε να θεωρηθεί «άστοχος», αν δεν ήταν περισσότερο από πιθανό ότι είναι επιτηδευμένος…

Την κριτική σχετικά με την «πλατεία συντάγματος» θα την διατύπωνα από την πλευρά μου ως εξής:

Όταν γίνεται κυρίαρχο αυτό που δήθεν μας ενώνει, και για χάρη του εξοστρακίζουμε κάθε πραγματική διαφορά, στην οποία όμως βρίσκεται κι όλη η ουσία του προβλήματος που αντιμετωπίζει σήμερα ο λαός, τότε δεν είναι παράξενο που αυτό που δήθεν μας ενώνει αποδεικνύεται τελικά καταλύτης όλων όσων μας χωρίζουν περισσότερο από το καθετι.

Και ποιο ήταν αυτό που «μας ένωνε» κι αποτέλεσε το κυρίαρχο στίγμα της «πλατείας»: Ήταν με μια λέξη, ή μάλλον με έναν αριθμό, «οι 300».
Οι διαφορές λοιπόν γύρω από όλα τα πραγματικά ζητήματα, το τι εκπροσωπεί μεσα σε αυτό το κοινωνικοοικονομικό σύστημα και μέσα σε αυτόν τον κρατικό μηχανισμό το «σώμα» στο οποίο συμμετέχουν οι «300», το ποια πολιτική εδώ και δεκαετίες ψηφίζει και υλοποιεί η πλειοψηφία των «300», ποιες πλειοψηφιες και ποιες μειοψηφίες διαμορφώνονται στους «300» στην περίπτωση που τίθενται επιλογές στρατηγικές για το σύστημα και την άρχουσα τάξη, το τι εκπροσωπουν κοινωνικά αυτές οι πλειοψηφίες και μειοψηφιες, το αν τελικά υπάρχει στην πραγματικότητα και κοινωνικοοικονομικό «σύστημα» και ποιο είναι αυτό, το αν υπάρχει άρχουσα τάξη και ποια είναι αυτή και τόσα άλλα ουσιαστικά πράγματα, αυτά από τη μια είναι πολλοί απο τους συμμετέχοντες στην «πλατεία» που θεωρούσαν σκόπιμο να παραμεριστούν για να μην θιγούν οι διαχρονικές πολιτικές τους επιλογές κι από την άλλη όλα αυτά «έπρεπε» να παραμεριστούν γιατί αυτά «χωρίζουν», ενώ οι «300» και η «αμεσοδημοκρατική» αναζήτηση της φιλοσοφικής λίθου «ενώνουν».

Εφόσον λοιπόν το κυρίαρχο και τελικό διακύβευμα της «άμεσης δημοκρατίας» ήταν οι «300», δεν είναι να απορεί κανείς που αυτό το διακύβευμα μεταφράστηκε στην πράξη σε στοίχημα για το ποιος θα εκπροσωπήσει καλύτερα από τον άλλον την αντίδραση που «λαϊκά» εκφράζεται με το παλιό σύνθημα «να καεί το μπουρδέλο η βουλή»: Μάλλον εκείνος που σε αυτό το «πεδίο» έχει βαθύτερες ιστορικές ρίζες και ισχυρότερες κρατικές και «ταξικές» πλάτες και εξασφαλισμένη τη χειραγώγηση της «κοινής γνώμης» και την ανάδειξη ως «κοινής γνώμης» αυτής που τον συμφέρει και που είναι ικανός να απορροφήσει την α-λογη δυσαρέσκεια και απόγνωση των μικροαστικών στρωμάτων που βλέπουν «ξαφνικά» το σύστημά «τους» να γινεται εχθρικό προς τους ίδιους και θέλουν να το ξανακάνουν¨»δικό τους».
Μ’ άλλα λόγια αυτός που σ’ αυτή τη βάση, τη βάση της πλατείας και των «300» (οι «300 που διαφημίζονται από την ΤιΒι), την ανταποκρινόμενη τέλεια στα αισθήματα και στις μορφές «αυθορμητισμού» της μικροαστικής ψυχολογίας, παίζει στο γήπεδό του.

Κατά τα άλλα άρκεσε για μένα να βρεθώ 2-3 μέρες στην πλατεία, για να αντιληφθώ, όχι βέβαια ότι η ΧΑ «γεννήθηκε» εκεί, αλλά ότι η οργανωμένη παρουσία των αντιλήψεων που εκφράζει την έκαναν να είναι σαν ψάρι στα νερά της μέσα σε αυτό το βάλτο του «μέσου όρου» και αυτού του «αυθορμητισμού» που κάθε βράδυ εκδήλωνε τη θρησκευτική λατρεία του στον κοινωνικό-πολιτικό αγνωστικισμό, αν όχι στην ιδια την άγνοια.

Καρπός (όχι φυσικά ο μοναδικός) όσων «ενώνουν» όλο το πολιτικό φάσμα, «πλην λακεδαιμονίων» για άλλη μια φορά.
Το πολιτικό φάσμα, να προσθέσω, που βάσει «κανονισμού» εμφανιζόταν αποκρύβοντας την πολιτική του ταυτότητα, και που έβρισκε ακόμα ένα «ενωτικό» στοιχείο στον αποκλεισμό κάθε πολιτικής ταυτότητας που εμφανιζόταν ανοιχτά, μάλλον γιατί η ανοιχτή της εμφάνιση θα έβαζε αμέσως τέρμα σε πλαστές «ενότητες» ανάμεσα σε αφανείς εταίρους, και θα ήταν σε θέση να προκαλέσει ρήγμα στο μέτωπο της άγνοιας ως πραγματικότητας και του αγνωστικισμού ως κυρίαρχης «κινηματικής» ιδεολογίας.

Και το αναγκαίο κατά τη γνώμη μου υστερόγραφο:

1] Δεν ήταν βέβαια η εκλογική άνοδος της «Χρυσής Αυγής» καρπός αποκλειστικά της (οργανωμένης και «πριμοδοτούμενης» από τα καθεστωτικά ΜΜΕ) καλλιέργειας των αντιλήψεών της στο εύφορο γι’ αυτές έδαφος του «κινήματος της πλατείας». Μια που το ζήτημα των γενικότερων αιτιών αφορά ολόκληρη ξεχωριστή θεματολογία, περιοριζομαι αφενός να παραπέμψω σε αναρτήσεις σε αυτό εδώ το μπλογκ που την προσεγγίζουν, χωρίς βέβαια να την εξαντλούν, και που μπορεί κανεις να τις συγκεντρώσει κάνοντας κλικ στiς ετικέτες «φασισμός» και «χρυσή αυγή». Και αφετέρου παραπέμπω σε δυο γενικευτικές αναφορές του Λένιν γύρω από το θέμα (αν και γνωρίζω ότι σε αρκετούς, και μόνο η παραπομπή σε αναφορες του Λένιν προκαλεί ένα είδος νοητικής δυσφορίας, που αποτελεί εμπόδιο στην ικανότητα μιας νηφάλιας ανάγνωσής τους) :

Στην πρώτη αναφορά (από το βίβλίο: Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού), σημειώνεται ότι επειδή “η ζωή γίνεται πιο περίπλοκη και οι δυσκολίες πιέζουν όχι μόνο τις εργατικές μάζες, αλλά και τις μεσαίες τάξεις, βλέπουμε σε όλες τις χώρες του παλιού πολιτισμού να συσσωρεύονται η ανυπομονησία, η οργή, το μίσος, που απειλούν την κοινωνική γαλήνη”,  την σταθερότητα δηλαδή του κοινωνικού συστήματος της εκμετάλλευσης, το οποίο συσσωρεύει τις δυσκολίες στη ζωή των εργατικών μαζών και των μεσαίων τάξεων.  Σε αυτές τις συνθήκες της “αγανάκτησης” όπως θα λέγαμε ως χθες, της “ανυπομονησίας, της οργής και του μίσους”, όπως αναφέρονται από τον Λένιν πριν σχεδόν 100 χρόνια, «πρέπει» να βρεθεί τρόπος ώστε η “ενέργεια που βγαίνει έξω από την καθορισμένη ταξική τροχιά”, να χρησιμοποιηθεί και να διοχετευτεί σε κατευθύνσεις που εξασφαλίζουν ότι δεν θα προκληθεί “κοινωνική έκρηξη…”

Στην δεύτερη αναφορά (από το βιβλίο: Ο «αριστερισμός» παιδική αρρώστια του κομμουνισμού) γίνεται λόγος για  τη διαμόρφωση και το δυνάμωμα του μπολσεβίκισμού μέσα και από τον μακρόχρονο αγώνα του «ενάντια στη μικροαστική επαναστατικότητα, που μοιάζει με τον αναρχισμό ή κάτι δανείστηκε απ’ αυτόν και που σε κάθε τι το ουσιαστικό κάνει υποχωρήσεις από του όρους και τις απαιτήσεις της συνεπούς προλεταριακής ταξικής πάλης. (…) Ο μικροϊδιοκτήτης, ο μικρονοικοκύρης (κοινωνικός τύπος, που σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αντιπροσωπεύεται πολύ πλατιά και μαζικά), που στον καπιταλισμό υφίσταται μια μόνιμη καταπίεση και πολύ συχνά  δοκιμάζει μια αφάνταστα απότομη και γρήγορη χειροτέρευση της ζωής του και καταστροφή, περνά πολύ εύκολα σε άκρα επαναστατικότητα, δεν είναι όμως ικανός να δείξει αντοχή, οργανωτικό πνεύμα, πειθαρχία και σταθερότητα. Ο «μανιασμένος» από τις φρικωδίες του καπιταλισμού μικροαστός είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο, που όπως και ο αναρχισμός χαρακτηρίζει όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Η αστάθεια μιας τέτοιας επαναστατικότητας, η στειρότητά της, η ιδιότητά της να μετατρέπεται γρήγορα  σε υποταγή, σε απάθεια, σε φαντασιοπληξία, ακόμη και σε «μανιασμένο» ενθουσιασμό για το ένα ή το άλλο αστικό ρέυμα της «μοδας» – όλα αυτά είναι πασίγνωστα (…)». Κλείνω εδώ τη σχετική αναφορά του Λένιν, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι και η συνέχειά της δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, που όμως θα μας τραβούσε σχετικά μακριά από το συγκεκριμένο θέμα της ανάρτησης…

2] Δεν ήταν επίσης η εκλογική άνοδος της «Χρυσής Αυγής» ο μοναδικός καρπός του «κινήματος των πλατειών».  Εν μέρει καρπός του, για διαφορετικούς βέβαια λόγους αλλά λόγους αναπτυγμένους πάνω στο έδαφος του ίδιου «αυθορμητισμού», που είναι ικανός (και που τα όρια της ικανότητάς του αυτής περιφρουρήθηκαν προσεκτικά) να μην καθρεφτίζει εν τέλει τίποτα άλλο πέρα από την μέχρι χθες προσαρμογή του σε κοινωνικούς όρους που «ξεπεράστηκαν» χωρίς επιστροφή, είναι και το ψηλό εκλογικό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Μάη και του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ στις εκλογές του Ιουνίου.

Δε θα επαναλάβω τα περί πλαστών ενοτήτων, άγνοιας και αγνωστικισμού. Θα αρκεστώ, ξανά, να παραπέμψω σε κάποιες αναρτήσεις που από την πλευρά μου είναι το λιγότερο που θα μπορούσα να πω, εδώ, εδώ κι εδώ, διερωτώμενος πόσο πολύ και για πόσο καιρό η δύναμη ακριβώς αυτού του «αγνωστικισμού», συνδυασμένη με την «ανθρώπινη» τάση να αποφεύγονται οι ιστορίες χωρίς ευχάριστη πλοκή και happy end,  θα είναι ικανή να επιβάλει την παράκαμψη έστω κι αυτής της κριτικής που διατυπώνεται σε αυτές τις δημοσιεύσεις.

3] Το «κίνημα των πλατειών», δεν αποτέλεσε το έδαφος όπου θα μπορούσαν να εμφανιστούν μόνο οι δυο παραπάνω καρποί. Κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις που σχετίζονται με τις δυνατότητες και τον προσανατολισμό επίδρασης του ταξικού εργατικού, προλεταριακού κινήματος πάνω στο λαϊκό κίνημα συνολικά, που σχετίζονται επίσης με την ικανότητα του συγκεκριμένου «κινήματος των πλατείων» να ξεπεράσει τα όρια (ιδεολογικά, οργανωτικά κά) που συνιστούσαν φραγμό σε μια τέτοια επίδραση, αλληλεπίδραση και γενικότερη προοπτική διεξόδου, δεν θα ήταν πιά καθόλου πρόσφορο το έδαφος της «πλατείας» για την επαναδιοχέτευση σε «καθορισμένη ταξική τροχιά» της «αγανάκτησης» που τείνει να ξεφύγει από αυτήν. Κι ενδεχομένως, οι σύντομες εικόνες του παρακάτω βίντεο αποτελούν για αυτή την δυνατότητα, αν όχι απόδειξη, τότε όμως τουλάχιστον ένδειξη.