Μίκη Θεοδωράκη: «Η αρκούδα»

«Μέσα στα γήπεδα με γυμνάζουνε
τ’ άγρια πλήθη να χαιρετώ.
Με μαϊμούδες μαζί με βάζουνε
τ’ άγρια πλήθη να προσκυνώ.»

Τον «αριστερόστροφο φασισμό» καταδίκασε ο Μίκης Θεοδωράκης από τη θέση, ο ίδιος, «αριστερόστροφου» πλυντηρίου της χθεσινής φασιστικής σύναξης. Κέρδισε έτσι στα γεράματα ένα βραβείο Κασιδιάρη, ένα βραβείο Σκαλούμπακα κι ένα βραβείο Τζήμερου πλάι στα υπόλοιπα βραβεία της συλλογής του.

Κατά τα άλλα, ο «αριστερόστροφος» κυβερνητικός μηχανισμός του καπιταλιστικού ευρωμονόδρομου, της ΝΑΤΟϊκής «γαιοπολιτικής αναβάθμισης» της χώρας, αυτού του «πυλώνα σταθερότητας», των ομίλων του μονοπωλιακού κεφαλαίου, συνεχίζει να εργάζεται για τη συμπλήρωση του σκηνικού της περιοχής:
Δεν αρκεί το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου σαν γκρίζα ζώνη της ευρωενωσιακής επικράτειας. Δεν αρκεί το Αιγαίο σαν γκρίζα θάλασσα στους ΝΑΤΟϊκούς επιχειρησιακούς χάρτες. Πρέπει τώρα να βιαστούμε, γιατί το ΝΑΤΟ θέλει να εντάξει την ΠΓΔΜ στους κόλπους του, και πρέπει η διαδικασία «επίλυσης» των διαφορών ανάμεσα στις δυο χώρες να χρωματιστεί κι αυτή γκρίζα γι’ αυτόν τον στόχο.

Με «ανταλλάγματα» βεβαίως: Έχει άλλωστε ήδη προηγηθεί μια Ευρω-ΝΑΤΟϊκή «ανασυγκρότηση των Βαλκανίων» με το επιδοτούμενο ξήλωμα επιχειρήσεων για την μετακόμισή τους στους βαλκανικούς παραδείσους της αγοράς εργασίας. Να πεδίο «διαπραγματευτικής αξιοποίησης» του χθεσινού εθνικιστικού συρφετού…

Λοιπόν; Ακόμα μια γκρίζα ΝΑΤΟϊκή ζώνη στα Βαλκάνια ή ακόμα μια γκρίζα βαλκανική περιοχή σαν υποψήφια λεία στις φαντασιώσεις του ελληνικού (ΝΑΤΟϊκού) εθνικισμού στην, τελικά κοινή και για τις δυο όψεις του «διλήμματος», στρατηγική της αναδιανομής των εδαφών και της επαναχάραξης των συνόρων με το αίμα των λαών;

Προφανώς δεν είναι το δικό μας δίλημμα αυτό. Και προφανώς αυτό το δίλημμα βρίσκεται ολόκληρο, και με τις δυο μαζί όψεις του, στον αντίθετο πόλο από τη συνένωση των λαών της περιοχής, και της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και όλων των λαών της Βαλκανικής, στην κοινή πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τους εθνικισμούς των αστικών τους τάξεων.

Advertisements

μισή αλήθεια το μεγαλύτερο ψέμμα

Απασχόλησε πρόσφατα τη δημοσιότητα συνέντευξη της κ. Μπέττυς Μπαζιάνα, στην οποία μεταξύ άλλων δικαιολόγησε τον ΣΥΡΙΖΑ λέγοντας ότι πήρε απλώς την κυβέρνηση και όχι την εξουσία.

Και χαρακτηρίστηκε αυτό «απολύτως σωστό», χαρακτηρίστηκε ως «μια αλήθεια», όμως, σημειώθηκε ότι, «εφόσον γνώριζαν από πριν αυτόν το διαχωρισμό, γιατί πρόβαλαν την κυβέρνηση ως το άλφα και το ωμέγα για το σκίσιμο των μνημονίων, την αλλαγή των συσχετισμών και μια δίκαιη κοινωνία;» και επίσης ότι, «αυτή την αλήθεια τη λέγαν οι κομμουνιστές το 2012 και δώθε, όταν ο σύζυγός της καλούσε τους αριστερούς να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ γιατί το ΚΚΕ δε θέλει να κυβερνήσει».

Πράγματα, τα παραπάνω, τα οποία είναι αλήθεια και απολύτως σωστά, αλλά δεν σημαίνουν ότι πέρα από αυτά απομένει σαν «απολύτως σωστό» και σαν «αλήθεια» και αυτό που υποστήριξε η κ. Μπαζιάνα: Αλήθεια σε τελική ανάλυση δεν υπάρχει αποσπασμένη από την πράξη, αποσπασμένη από τις ιδεολογικές και πρακτικές της συνέπειες, από την θεωρητική και πρακτική απάντηση στα διλήμματα που, ως συμπέρασμα, προκύπτουν από αυτή την «αλήθεια».

Και η «αλήθεια» ότι είναι άλλο η κυβέρνηση και άλλο η εξουσία, θέτει στην κυβέρνηση που «δεν έχει» την εξουσία το εξής δίλημμα και, μάλιστα, δίλημμα χωρίς επιστροφή:

Είτε στηριγμένη στο εργατικό λαϊκό κίνημα, στη δύναμη και την οργανωτική ανάπτυξή του,  να σταθεί αντιμέτωπη και να έρθει σε ρήξη με την εξουσία, που (παρεμπιπτόντως) είναι η οικονομική και πολιτική εξουσία του κεφαλαίου… Είτε να ενσωματωθεί σε αυτή την εξουσία σαν όργανό της και να έρθει αντιμέτωπη με το λαϊκό κίνημα, αντιμέτωπη και σε ρήξη με τις λαϊκές ανάγκες και προσδοκίες.

«Τρίτος δρόμος», μέση λύση, δεν υπάρχει, πολύ περισσότερο στις σημερινές συνθήκες, που είναι συνθήκες επιθετικότητας του κεφαλαίου και όχι «μεσοβέζικες», «μεταβατικές» συνθήκες όπως πριν μερικές δεκαετίες.

Και φυσικά είναι γνωστό ποια απ’ τις δυο λύσεις επέλεξε «σαν έτοιμος από καιρό» ο ΣΥΡΙΖΑ μόλις έγινε κυβέρνηση.

Η «αλήθεια» της κ. Μπαζιάνα έχει τόση αξία (και τόση αλήθεια) όση είχε και η «αλήθεια» του συζύγου της ότι «δεν έλεγε ψέμματα» αλλά είχε την «αυταπάτη» ότι θα μπορούσε να «σχίσει τα μνημόνια» με τη συμφωνία των «εταίρων». Διότι μετά την αποκάλυψη της υποτιθέμενης «αυταπάτης» δυο μόνο δρόμοι του απομένανε: είτε το «σχίσιμο» των μνημονίων είτε η συμφωνία των «εταίρων».

Κι ο δρόμος που επέλεξε αποτελεί την μοναδική αλήθεια: τόσο για τις «αυταπάτες» του όσο και για την κυβέρνησή του που ατυχώς (!) «δεν έχει» και την εξουσία.


Αναμένοντας το φως της προκήρυξης πάλι

Για να δούμε… Θα τα λέει καλά; Ο λόγος βέβαια για την πρωινή έκρηξη βόμβας και τους πολυβολισμούς στο Εφετείο Αθηνών.  Που καθώς φαίνεται, για κάποιους, καθαυτή σαν ενέργεια δεν σημαίνει τίποτα, οπότε και απαιτείται «η προκήρυξη» που με τον όποιο βερμπαλισμό της θα προσθέσει σε αυτό το «τίποτα» την υποτιθέμενη νοηματοδότησή του.

Διότι ενδεχομένως η προκήρυξη μπορεί πχ να υπερασπίζεται τα ναζιστικά εγκλήματα που εκδικάζονται στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων… Μπορεί να καταδικάζει τον Πρόεδρο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και την Ένωση Διοικητικών Δικαστών για τις θέσεις που εξέφρασαν εναντίον του περιορισμού του δικαιώματος της απεργίας. Ή μπορεί να καταγγέλει τους δικαστές και να τάσσεται υπέρ της κυβέρνησης, στην μεταξύ τους «βεντέτα». Ίσως πάλι να έχει τίτλο, η προκήρυξη, «κάτω τα τα χέρια απ’ τον Σημίτη», με αφορμή τις 14 συναντήσεις του με τον Χριστοφοράκο, που κατέθεσε η γραμματέας του τελευταίου επίσης στο Τριμελές Κακουργημάτων.

Έλα όμως που ακόμα κι αν ήταν αυτοί, ή άλλοι παρόμοιοι, οι στόχοι της βομβιστικής ενέργειας, το αναμενόμενο είναι ότι η προκήρυξη θα ντύσει το «μήνυμα» με προβιά κόκκινη, με λόγια φτηνά, διαλεγμένα από το διαδικτυακό σουπερμάρκετ, πασπαλισμένα με διαστρεβλωμένα ιδεολογήματα και σύμβολα, «θεμελιωμένα» στο έδαφος των λαϊκών προβλημάτων τα οποία ούτως ή άλλως τα διαλαλούν και τα καθημερινά τηλεοπτικά φερέφωνα φτάνει να διατηρούν τον άνθρωπο σε θέση τηλεθεατή παθητικοποιημένου και τρομοκρατημένου, στον οποίο στόχο συγκλίνει ήδη η πρωινή έκρηξη και θα συγκλίνει και η αναμενόμενη προκήρυξη μέσω του τιποτένιου βερμπαλισμού της…

Έλα όμως που ακόμη και στην περίπτωση της «γνησιότητας» των προθέσεων, για την οποία «γνησιότητα» μόνοι αρμόδιοι να αποφανθούν είναι τα μέντιουμ κι οι χαρτορίχτρες, η πρωινή έκρηξη στο Εφετείο δεν θα μετρήσει στα αποτελέσματά της ούτε έναν και μοναδικό άνθρωπο που εξαιτίας της θα κινητοποιηθεί στην οργανωμένη μαζική πάλη για την υπεράσπιση των εργατικών λαϊκών δικαιωμάτων. Και, αντίθετα, θα μετρήσει στα αποτελέσματά της, έναν νέο κύκλο φιλολογίας για την «αναγκαία» ένταση της καταστολής ενάντια σε αυτήν την πάλη, για την «αναγκαία» θωράκιση των μηχανισμών καταστολής και ελέγχου της καθημερινής ζωής του λαού.

Όπως ήδη, άλλωστε, μετρά στα αποτελέσματά της την φιλολογία περί της «δημοκρατίας» που «δεν τρομοκρατείται», που δεν οπισθοχωρεί από το «δικαίωμά» της να τσαλαπατά τη ζωή της συντριπτικής πλειοψηφίας του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας  για τα συμφέροντα της χούφτας των εκμεταλλευτών της κοινωνικής εργασίας, των μονοπωλητών του κοινωνικού πλούτου.

Θα το ξαναπούμε: άλλο οι μορφές της λαϊκής πάλης, κι άλλο οι μορφές της ιδεολογικής και πολιτικής χειραγώγησης του λαού, ό,τι χρώμα προβιά κι αν φοράνε οι τελευταίες,  όσος κι αν είναι ο βερμπαλισμός στον οποίο αναλώνονται για να «πείσουν».


Ο ύποπτος για φόνο, που δολοφονήθηκε

Τις προάλλες, τα ρεπορτάζ για τη δολοφονία του δικηγόρου Ζαφειρόπουλου επανέφεραν συνειρμικά μια όψη, μια πτυχή κάποιας άλλης υπόθεσης, η οποία πτυχή είχε βγει «δειλά» στο φως της δημοσιότητας πριν από τρία χρόνια, επίσης με «συνειρμικό» τρόπο.

Σύμφωνα λοιπόν με τα ρεπορτάζ για τη δολοφονία του δικηγόρου, ένας από τους τρεις φερόμενους ως ηθικούς αυτουργούς της, οι οποίοι είναι κρατούμενοι στον Κορυδαλλό, «ήταν ο δράστης του μακελειού σε μπαρ στο Μικρολίμανο τον Νοέμβριο του 2014, όπου είχαν τραυματιστεί 15 άτομα». Ανατρέχοντας στα ρεπορτάζ εκείνης της υπόθεσης,  βρίσκουμε μια περιγραφή των συγκεκριμένων κυκλωμάτων του οργανωμένου εγκλήματος, σύμφωνα με την οποία ο δράστης του «μακελειού» συνεργάζεται στις διάφορες δραστηριότητές του με έναν συμπατριώτη του, ο οποίος συμπατριώτης, με τη σειρά του, φέρεται με ακόμα έναν να αποτελούν «το πιο πρόσφατο δίδυμο εκτελεστών της μαφίας του οργανωμένου εγκλήματος»Αυτός ο τελευταίος, πάλι, μαζί με δύο άλλα άτομα, φέρονται  ως να «αποτελούσαν τους πληρωμένους εκτελεστές του ελληνικού συνδικάτου του εγκλήματος». Τέλος, το ένα από αυτά τα «δύο άλλα άτομα», ο «31χρονος Ι.Τ. γνωστός ως «Πιτσίλας» που δολοφονήθηκε στις 21 Μαΐου 2014 στον Κορυδαλλό, (…) ήταν ανάμεσα στους υπόπτους  της διπλής δολοφονίας των μελών της Χρυσής Αυγής στο Ν. Ηράκλειο την 1η Νοεμβρίου 2013, ενέργεια που ανέλαβαν οι «Μαχόμενες Λαϊκές Επαναστατικές Δυνάμεις». Οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. δεν είχαν αποκλείσει η δολοφονία του «Πιτσίλα» να αποτελούσε «απόσυρση» προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο παροχής πληροφοριών που θα οδηγούσε στους «εντολείς».» 

δολοφονια-υποπτου-για-φονο1

Κι έτσι φτάνουμε στο τελικό σημείο αυτής της σειράς των «συνειρμών», στο οποίο σημείο, και στο «περιθώριο» ενός κύκλου συσχετισμών με καθαρά ποινικό χαρακτήρα, η ποινική υπόθεση αποκτά διάσταση πολιτική.

***

«Θολά νερά», θα πει κάποιος. Και τι άλλο θα μπορούσε να είναι, εκτός από «θολά  νερά», άλλωστε… Θολά, έτσι κι αλλιώς, ακόμα δηλαδή κι αν δεν υπήρχε η συμπτωματική ουσιαστικά αποκάλυψη αυτής της «πτυχής», ή της «φερόμενης ως πτυχής», των γεγονότων. Των οποίων γεγονότων η «εξήγηση» θα όφειλε να περιορίζεται, χωρίς τέτοιες «πτυχές», στην «ανάληψη ευθύνης» της διπλής δολοφονίας από την υποτιθέμενη «λαϊκή» και «επαναστατική οργάνωση». Στην «ανάληψη ευθύνης» που αποσκοπεί να εμφανίσει τα θολά νερά σαν κρυστάλλινα, στις 8.813 λέξεις της που αποτελούν 8.813 δολώματα στα χέρια των μηχανισμών που έχουν την αποστολή να θολώνουν τα νερά και να ψαρεύουν στα θολά νερά για την υλοποίηση των αντιλαϊκών τους επιδιώξεων.

Αλλά να που οι ανάγκες του καταμερισμού αρμοδιοτήτων μεταξύ των διάφορων μηχανισμών, η έλλειψη απόλυτου «συντονισμού» μεταξύ τους, – για τον οποίο θα απαιτούνταν μια πραγματική «δικτατορία» του ενός μηχανισμού επί του άλλου -, επιτρέπουν πού και πού την εμφάνιση μερικών ψηγμάτων της πραγματικότητας της προορισμένης να μένει στο απόλυτο σκοτάδι. Όσοι επομένως δείχνουν με το δάχτυλο το απόλυτο σκοτάδι και το παρουσιάζουν σαν φεγγάρι, καλό θα ήταν να μην χλευάζουν όσους «αντί για το φεγγάρι κοιτάνε το δάχτυλο»,  αλλά να αναλάβουν την ιδεολογική ευθύνη τους απέναντι στον «νεανικό και αγνό ενθουσιασμό» που μέσα σε αυτά τα θολά νερά γίνεται βορά των σαρκοβόρων και που αυτά τα θολά νερά αποτελούν την παγίδα την προορισμένη γι’ αυτόν.

***

Με άλλα λόγια, ο στερεότυπα επαναλαμβανόμενος εξωραϊσμός και η κολακεία του κρατικού μονοπώλιου χειραγώγησης του ιδεολογικού-πολιτικού «αυθορμητισμού», δια της αναγόρευσης των δραστηριοτήτων του σε «αμφισβήτηση του κρατικού μονοπώλιου της βίας», δεν θα ήταν πρόβλημα αν αποτελούσε απλώς μια έμπρακτη επιβεβαίωση του μονοπώλιου της ιδεολογικής και πολιτικής α-νοησίας, το οποίο μονοπώλιο σίγουρα δεν είναι κρατικό. Αποτελεί πρόβλημα στο βαθμό που λειτουργεί σαν το αναγκαίο ιδεολογικό συμπλήρωμα των μηχανισμών της χειραγώγησης, το ιδεολογικό συμπλήρωμα το απαιτούμενο για την ολοκλήρωση της δραστηριότητας και των στόχων τους. Που πολύπλευρα στρέφονται ενάντια στη γνήσια ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος και που για τις ανάγκες τους απαιτούν τον οργανωτικό εγκλωβισμό αναλώσιμων ατόμων στην υπηρεσία τους.

Ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, που η επέλαση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας θέτει στην ίδια «ανάγκες» επέκτασης και εμβάθυνσης  του κατασταλτικού της οπλοστασίου, «ανάγκες» που με τη σειρά τους απαιτούν αρκετή εικονική «επανάσταση» ως όρο θωράκισης της καπιταλιστικής εξουσίας απέναντι στο φάντασμα της πραγματικής, και απέναντι – πριν ακόμα κι από αυτήν – στην ανάπτυξη της αμφισβήτησης αυτής της εξουσίας από το κίνημα των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας.


μαθαίνοντας στους άλλους το συμφέρον τους…

Πότε θα καταλάβουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες ότι η «φτωχοποίηση» έρχεται σε αντίθεση με τα «οράματα» και τις «αξίες» της «ενωμένης Ευρώπης», με το «ευρωπαϊκό κεκτημένο»; Πότε θα συνταραχτούν από την διαπίστωση ότι «σπέρνοντας φτώχεια θερίζουν φασισμό»;

Αμ οι Τούρκοι κυβερνώντες… Δεν αντιλαμβάνονται κι αυτοί – τόσες δεκαετίες – τι κόστος έχουν για την «ενταξιακή πορεία» της χώρας τους ο επεκτατισμός, οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η «αδιαλλαξία» τους στο Κυπριακό;

Και τι είναι τώρα αυτά που κάνουν τα Τίρανα, με τα ακίνητα της μειονότητας; Δεν κατανοούν οι αλβανικές αρχές ότι υπονομεύουν την «ευρωπαϊκή προοπτική» της χώρας τους;

***

Σαν να είναι ιδεολογικά τυφλωμένη από την «ευρωπαϊκή ιδέα» της η ελληνική άρχουσα τάξη, μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων, δίνει σε όλους μαθήματα ευρωπαϊκών «αξιών», υποδεικνύει σε όλους το συμφέρον τους στην δική τους «ενταξιακή πορεία», στην δική τους «ευρωπαϊκή προοπτική»

Στο μεταξύ, παρά τις «εκκλήσεις», το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» διευρύνεται και εμβαθύνεται με όλο και περισσότερους αντιλαϊκούς, αντεργατικούς μηχανισμούς, οικονομικούς και πολιτικούς. Κι η ίδια η Ελλάδα είναι ζωντανό παράδειγμα προς αποφυγή κάθε «ενταξιακής πορείας» και «ευρωπαϊκής προοπτικής»…

Σαν εμφατική υπόμνηση της ατιμωτικής υπόθεσης με τους S-300 (που το 1998, ελέω ευρω-ΝΑΤΟϊκού «μονόδρομου», αντί για την Κύπρο κατέληξαν στην Κρήτη, για να χρησιμοποιούνται  σήμερα σαν προσομοιωτές της αμυντικής ικανότητας του Ιράν στις ελληνο-ισραηλινές αεροπορικές ασκήσεις…), η Τουρκία εμφανίζεται να προμηθεύεται το αντιαεροπορικό σύστημα S-400

Και στο βάθος, πίσω από τις κενές (ξανα)επικλήσεις της αλβανικής «ευρωπαϊκής προοπτικής», σε σχέση με τα μειονοτικά δικαιώματα, ελλοχεύει – και από την εδώ πλευρά των συνόρων – η χρησιμοποίηση των μειονοτικών ζητημάτων σαν εργαλείο εξυπηρέτησης των αστικών ανταγωνισμών.

***

Κατεδάφιση ακινήτων της ή υπαγωγή της στην «μνημονιακή κατοχή»; Να το παρόν δίλημμα της νοτιοαλβανικής μειονότητας, αν προεκτείνουμε τις βλέψεις των αντιτιθέμενων αστικών «στρατοπέδων» ως τις τελικές τους συνέπειες.

Ενώ για τους λαούς, όλο και πιο επιτακτικά, όλο και πιο άμεσα, όλο και πιο ζωτικά έρχεται στο προσκήνιο η αναπόδραστη ανάγκη να αντιταχθούν στις επιλογές των «δικών τους» αστικών τάξεων, και στις όποιες εναλλακτικές μορφές αυτών των επιλογών, στις όποιες μορφές εθνικιστικού ή ευρωπαϊκίστικου μεγαλοϊδεατισμού, να αντιταχθούν στους πολιτικούς και άλλους εκφραστές και εκπροσώπους αυτών των επιλογών, στα ιμπεριλιαστικά κέντρα και μηχανισμούς, να οργανώσουν την πάλη τους για το κοινό μέλλον τους σε μια περιοχή κι έναν κόσμο χωρίς εκμεταλλευτές γιατί μόνο σ’ έναν τέτοιο κόσμο και σ’ ένα τέτοιο «μέρος» μπορεί να είναι κοινό το μέλλον των λαών.

Δεν υπάρχει άλλη επιλογή για τους λαούς και κάθε άλλη επιλογή δεν πρόκειται να είναι δική τους.

Οι εκμεταλλευτές, εκτός από τον ιδρώτα τους, τους ζητούν και το αίμα τους.   Μπορεί να τους δίνεις τον ιδρώτα σου, για να μη χύσεις το αίμα σου, αλλά όταν σου ζητούν να χύσεις το αίμα σου γι’ αυτούς, τότε είναι καιρός να πάρεις τον ιδρώτα σου πίσω.

***

Λευτεριά στη Νότια Ήπειρο!


Το δικαίωμα της απεργίας και «η κοινωνία και το έθνος» από τη σκοπιά του

Η προηγούμενη ανάρτηση αυτού του μπλογκ ήταν αφιερωμένη στο δικαίωμα στην εργασία.

Πρόκειται για το δικαίωμα το οποίο οι εκπρόσωποι και οι διαχειριστές της άρχουσας τάξης, ενώ φύσει και θέσει το καταστρατηγούν συστηματικά τις 365 μέρες του χρόνου, το θυμούνται ξαφνικά όποτε έχουν απέναντι τους μια αποφασιστική απεργιακή κινητοποίηση σε κάποιο κλάδο, σε κάποια βιομηχανία κλπ. Τότε ξαφνικά ξαναθυμούνται το «δικαίωμα στην εργασία» διαστρεβλώνοντας το περιεχόμενό του, τιτλοφορώντας «δικαίωμα στην εργασία» το «δικαίωμα» στην απεργοσπασία, για να στραφούν ενάντια στην απεργιακή κινητοποίηση, ενάντια στο απεργιακό δικαίωμα, ενάντια στο απεργιακό δίκαιο της περιφρούρησης του αγώνα των εργαζομένων.

«Ξαναθυμούνται» πολλά, κάθε φορά που βρίσκονται αντιμέτωποι με τους απεργιακούς αγώνες των εργαζομένων για το δικαίωμα στη δουλειά και για δουλειά με δικαιώματα…

Ξαναθυμούνται για παράδειγμα τη «δημοκρατία» και τις «δημοκρατικές διαδιακασίες». Έτσι, για παράδειγμα,  η σημερινή κυβέρνηση, αυτή που κυβερνά «νομιμοποιημένη» εκλογικά με το 39,55% του 53,74% όσων έχουν δικαίωμα ψήφου, η κυβέρνηση που με αυτή τη μειοψηφική εκλογική «νομιμοποίηση» ψηφίζει όλους τους αντιλαϊκούς νόμους της «ατζέντας» της, αυτή η ίδια σύμφωνα με τις διάφορες επικοινωνιακές «διαρροές» ετοιμάζεται να υλοποιήσει τις δεσμευσεις της προς το κεφάλαιο και τους «θεσμούς» του με νόμο που θα καθιστά «παράνομες» τις απεργίες εφόσον τις αποφασίζει η πλειοψηφία των γενικών συνελεύσεων των σωματείων και όχι των εγγεγραμμένων μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Ας εφαρμόσει η κυβέρνηση πρώτα στον εαυτό της αυτόν τον «δημοκρατικό κανόνα» ομολογώντας την έλλειψη της δικής της «νομιμοποίησης». Κι ας αφήσει στην άκρη τα σχέδια ποινικοποίησης των εργατικών αγώνων, οι οποίοι άλλωστε δεν αντλούν την δημοκρατική τους νομιμοποίηση από τις «παραχωρήσεις» του αστικού κράτους αλλά από τις συλλογικές διαδικασίες των οργάνων του ταξικού εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Σε αυτούς τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς ποινικοποίησης των εργατικών αγώνων εντάσσεται προφανώς και το άρθρο της «Αυγής», που με τον τίτλο «Απεργία: Το έσχατο μέσο που έγινε πρώτο!» ανακαλύπτει στον απεργιακό αγώνα των εργατών καθαριότητας για το δικαίωμά τους στην εργασία μια επίκαιρη αφορμή, για να βγάλει στο προσκήνιο σαν «πρώτη» την «έσχατη» φιλοδοξία της τάξης των εκμεταλλευτών ενάντια στο εργατικό κίνημα και τους αγώνες του: «Ορισμένοι κρίσιμοι για τα κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα κλάδοι δεν έχουν το δικαίωμα της απεργίας».

Δεν έχει περάσει δα και πολύς καιρός από τότε που ο σημερινός πρωθυπουργός χαρακτήριζε, από τις θέσεις της «αντιπολίτευσης», τον απεργιακό αγώνα των ναυτεργατών σαν «εξαλλοσύνες». Και εκείνη η «αντιπολιτευτική» θέση, όπως και η «αντιπολιτευτική» θέση του ΣΥΡΙΖΑ για σχίσιμο των μνημονίων «αλλά με τη συμφωνία των εταίρων», συγκροτούν το νήμα της αντιλαϊκής «συνέπειας» του ΣΥΡΙΖΑ από την περίοδο της «αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης» ως τη σημερινή περίοδο της διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Και σήμερα, τώρα που ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ αναγορεύει τον στόχο ενός  νέου κύκλου ανάπτυξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας σε στόχο «εθνικό», το δημοσιογραφικό του όργανο αναγορεύει ουσιαστικά σε «παράνομη» την απεργία στους «κρίσιμους για τα κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα κλάδους». Τώρα που τα συμφέροντα των μονοπωλίων αναγορεύονται από την «κυβέρνηση της αριστεράς» σε συμφέροντα «κοινωνικά και εθνικά», τώρα γίνεται από τους κυβερνητικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς «συζήτηση» για απεργίες που στρέφονται ενάντια στο «κοινωνικό και εθνικό συμφέρον»…

Αλλά αντίστροφα: Την ώρα που η «Αυγή» διακηρύσσει ότι οι εργατικοί αγώνες στρέφονται ενάντια «στα συμφέροντα της κοινωνίας και του έθνους», την ίδια στιγμή και οι αγώνες των εργαζομένων είναι αναγκαίο να αποκτήσουν χαρακτηριστικά και προσανατολισμό τέτοια που να ανυψώνουν το δικό τους δίκιο σε αποκλειστικό συμφέρον του έθνους και της κοινωνίας, ενάντια στο «δίκιο» και τα «συμφέροντα» της τάξης των εκμεταλλευτών.


το δικαίωμα στην εργασία και ο κόσμος από την σκοπιά του

«…Στο πρώτο σχέδιο συντάγματος που καταρτίστηκε πριν από τις μέρες του Ιούνη, βρισκόταν ακόμα το «droit au travail», το δικαίωμα στην εργασία, η πρώτη αδέξια διατύπωση όπου συνοψίζονται οι επαναστατικές αξιώσεις του προλεταριάτου. Αυτό μετατράπηκε στο droit al’ assistance, στο δικαίωμα να παίρνει βοήθημα απ’ το δημόσιο. Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο; Το δικαίωμα στην εργασία είναι, με την αστική έννοια, ένας παραλογισμός, ένας άθλιος, ευσεβής πόθος. Πίσω όμως απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους. Πίσω από το «δικαίωμα στην εργασία» βρισκόταν η εξέγερση του Ιούνη. Η συντακτική συνέλευση, που έθετε ουσιαστικά το επαναστατικό προλεταριάτο εκτός νόμου, ήταν για λόγους αρχής υποχρεωμένη να βγάλει τη διατύπωση του δικαιώματος της εργασίας απ’ το σύνταγμα, αυτό το νόμο των νόμων, ήταν υποχρεωμένη να ρίξει το ανάθεμα στο «δικαίωμα στην εργασία»…»

(Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, ΣΕ, σελ. 78-79)

***

Μάλλον σαν αποτύπωση πολιτικών συσχετισμών στο πεδίο της ιδεολογίας, στο μεταπολιτευτικό σύνταγμα του 1975 όπως ισχύει και σήμερα, διακηρύχτηκε, στο άρθρο 22, ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

Βέβαια τι «δικαίωμα», αφού με την αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 του ίδιου αυτού συντάγματος η διάταξη σύμφωνα με την οποία, για τους υπαλλήλους του δημοσίου που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου «απαγορεύεται»  η από το νόμο μονιμοποίησή τους ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό, τουλάχιστον για την ώρα , γιατί τι άλλο αν όχι ευτελισμός της έννοιας του «συντάγματος» είναι η πρόστυχη εισαγωγή μιας διάταξής του σαν κι αυτής, που «απαγορεύει τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου»;  Το 2001, άλλωστε, είναι μια χρονιά όπου ήδη η ελληνική άρχουσα τάξη είχε αρχίσει να στενεύεται από το σύνταγμά της: Δυο μόλις χρόνια πριν η κυβέρνηση Σημίτη το είχε παραβιάσει κατάφορα επιτρέποντας χωρίς  νόμο ψηφισμένο από τη βουλή (άρθρο 27) τη διέλευση των «χερσαίων» της «συμμαχίας» που επέδραμε κατά της Γιουγκοσλαβίας, ενώ στην αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε επίσης (στο άρθρο 28) και η «ερμηνευτική δήλωση» που καθιερώνει σαν υπέρτερο έναντι του εθνικού το δίκαιο της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και θεσμοθετεί την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας ως «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Και έμελε, σε λιγότερο από μια δεκαετία, να έρθει και η ώρα που το ίδιο αυτό άρθρο 28 θα  ανασκολοπιζόταν διαδοχικά από τις κυβερνήσεις Παπαδήμου, Σαμαρά και Τσίπρα, κάθε φορά που ψήφιζαν χωρίς  την προβλεπόμενη πλειοψηφία των 3/5 την εκχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων στους «θεσμούς» των μνημονίων. Βέβαια πρέπει να αναγνωρίσουμε στην «πρώτη φορά αριστερά» ότι το 3ο μνημόνιο είναι από αυτήν την άποψη και το μόνο «συνταγματικό», αφού με αστική ευγένεια μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ το υπερψήφισαν επίσης η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, οπότε εν προκειμένω ουδείς λόγος ενεργοποίησης του  «πατριωτισμού των Ελλήνων»…

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας: Λέγαμε λοιπόν ότι το άρθρο 22 αναγνωρίζει την εργασία σαν δικαίωμα και ότι παραβλέπουμε σαν ευτελισμό του συντάγματος την «απαγόρευση μετατροπής συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου».  Αυτό που όμως δεν μπορούμε να  παραβλέψουμε, είναι ότι απέναντι στο δικαίωμα της εργασίας του άρθρου 22 ορθώνεται η προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17, στην οποία βέβαια περιλαμβάνεται και η προστασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (αυτής της ίδιας που  αποθεώνεται με τις «ελευθερίες» της συνθήκης του Μάαστριχτ), η οποία ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποτελεί και το άκρο αντίθετο του δικαιώματος στην εργασία. Το λέει η επιστήμη, το λέει ο Μαρξ: «Πίσω απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους». Και οφείλουμε στην πολιτική οικονομία να είμαστε μαρξιστές με την ίδια έννοια που στις φυσικές επιστήμες είμαστε οπαδοί του Νεύτωνα. Το λέει ο Τσε.

Τι κάνουμε λοιπόν τώρα, που το δικαίωμα στην εργασία του άρθρου 22 προσκρούει στην προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17; Ευτυχώς για την «αστική νομιμότητα» οι ιδεολογικοί συσχετισμοί της μεταπολίτευσης άφησαν κι εδώ τη σφραγίδα τους: Διότι ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 17 «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους», αλλά συνεχίζει το ίδιο άρθρο: «τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».  Και πόσο «γενικό συμφέρον» δεν είναι το (και συνταγματικά προβλεπόμενο) δικαίωμα στην εργασία, ώστε να μη μπει φραγμός (να ασκηθεί «βία») στα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και μάλιστα κατά τρόπο που να αφήνει αδιατάρακτη την υφιστάμενη «αστική νομιμότητα»!!! Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα!

Να λοιπόν πεδίο δόξας για τον πατριωτισμό του λαού, στον οποίο «επαφίεται η τήρηση» (άρθρο 120) του δικαιώματος στην εργασία (άρθρο 22) και η «βία» εναντίον των  δικαιωμάτων και «ελευθεριών» που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ασκούνται σε βάρος του δικαιώματος στην εργασία δηλαδή «σε βάρος του γενικού συμφέροντος» δηλαδή αντικοινωνικά (άρθρο 17). Αν μπορούνε, άλλωστε, ας ασκηθούνε κι αλλιώς. 

***

Το 1848-1850 η αντεπανάσταση μετέτρεψε το «δικαίωμα στην εργασία» σε «δικαίωμα σε βοήθημα». Το 2015-2017 ο ΣΥΡΙΖΑ μετέτρεψε το «ψωμί – παιδεία – ελευθερία» σε «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» ή σε «κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης», όπως το μετονόμασε νομίζοντας ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ελάχιστη εγγυημένη εξαθλίωση και στο κοινωνικό επίδομα εξαθλίωσης…

«Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο;»

Ο Τσίπρας, προχθές είπε στον Κουτσούμπα, ότι καλή βέβαια και η Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά τώρα «πάμε μπροστά»… Όμως ήταν το 1850, δηλαδή πριν 167 ολόκληρα χρόνια, τότε που ο Μαρξ μιλούσε για «σύγχρονο κράτος». Οπότε, και το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, δεν εξαρτάται από τη χρονολογία αναφοράς. Οι χρονολογίες διαδέχονται η μια την άλλη και χωρίς εμάς. Το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, εξαρτάται από τις απαιτήσεις που έχει κανείς σήμερα από ένα «σύγχρονο κράτος». Και εαν εν έτει 2012 θεωρεί κανείς «σύγχρονο» το κράτος που (ήδη από το 1850) «τρέφει τους απόρους του», τότε αυτός δεν μας οδηγεί «μπροστά» αλλά στο «βάθος του χρόνου», και το βάθος του χρόνου βρίσκεται πάντοτε στο ιστορικό παρελθόν, δε φτάνουμε εκεί «πηγαίνοντας μπροστά» αλλά οπισθοδρομώντας ιστορικά, αυτός δεν είναι ο δρόμος της ιστορικής προόδου αλλά ο δρόμος της ιστορικής αντίδρασης.

***

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στο ψωμί, στην παιδεία, στην ελευθερία. Δεν είναι το δικαίωμα των απόρων σε βοήθημα. Είναι η αναγνώριση της εργασίας σαν πρωταρχικού πόρου και του δικαιώματος της κοινωνίας να μην τρέφει άπορους γιατί δεν διαθέτει άπορους.

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στην ικανοποίηση της πιο πρωταρχικής ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, της ανάγκης της παραγωγής από τον άνθρωπο των όρων της ίδιας του της ύπαρξης. Ανάγκη που η ικανοποίησή της αποτελεί ταυτόχρονα και όρο του εξανθρωπισμού του ανθρώπου, όρο που καθιστά τον άνθρωπο δημιουργό της ζωής του και τη ζωή του – τον ίδιο του τον εαυτό – δικό του δημιούργημα. Ο αποκλεισμός από το δικαίωμα στην εργασία ισοδυναμούσε και ισοδυναμεί πάντα με κοινωνικό εξοστρακισμό, ακόμη κι αν κάθε «σύγχρονο» κράτος τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο…

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον καταναγκασμό στην απλήρωτη υπερεργασία και γι’ αυτό είναι κοινωνικό και ατομικό δικαίωμα των εργαζόμενων στον καρπό της εργασίας τους. Ο καταναγκασμός στην απλήρωτη υπερεργασία είναι συνέπεια της εμπράγματης άρνησης του δικαιώματος στην εργασία, είναι συνέπεια του χωρισμού των μέσων της εργασίας από τον εργάτη, συνέπεια της αποστέρησης από τον εργάτη των μέσων της εργασίας του και της περιέλευσής τους στον κάτοχο των μέσων παραγωγής. Χωρίς αυτόν τον χωρισμό, χωρίς αυτήν την περιέλευση, δεν θα ήταν δυνατή η άρνηση της εργασίας σαν δικαιώματος και η αντικατάστασή της από το αντίθετό της:  από τον καταναγκασμό στην απλήρωτη εργασία ή στην ανεργία. Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με τον καταναγκασμό στην υποδούλωση: χωρίς την άρνηση του δικαιώματος στην εργασία δεν θα μπορούσε να υπάρχει καταναγκασμός στην υποδούλωση και μόνο από τον καταναγκασμό στην υποδούλωση μπορεί να προέλθει η άρνηση του δικαιώματος στην εργασία.

***

Η ταξική, εκμεταλλευτική κοινωνία στη θέση της ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, που με το δικαίωμα στην εργασία απαιτεί την ικανοποίησή της, εγκαθιστά τον ταξικό καταναγκασμό. Στη θέση της εργασίας σαν αναγκαίας φυσικής ελεύθερης κοινωνικής ανθρώπινης δραστηριότητας εγκαθιστά την εργασία σαν καταναγκαστική ταξική υποδούλωση.

Η κυρίαρχη ιδεολογία της ταξικής, εκμεταλλευτικής κοινωνίας περιφρονεί το δικαίωμα στην εργασία. Η εργασία γι’ αυτήν είναι άλλωστε «σήμα» του υπόδουλου. Για την κυρίαρχη ιδεολογία στην πρώτη θέση βρίσκεται το δικαίωμα στην αεργία που η εμπράγματη βάση και ολοκλήρωσή του συνίσταται στο δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής της κοινωνίας σαν όρο χρησιμοποίησης και εκμετάλλευσης ξένης εργασίας. Στην κορυφή της αξιακής κοινωνικής ιεραρχίας η κοινωνικά κυρίαρχη ταξική ιδεολογία δεν τοποθετεί το δικαίωμα στην εργασία αλλά, με την ονομασία «δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής», τοποθετεί το δικαίωμα στην αεργία και στην ιδιοποίηση της ξένης εργασίας, ως όρο αυτεπίγνωσης της κυρίαρχης τάξης και ταυτόχρονα ως όρο ιδεολογικής αλλοτρίωσης της υπόδουλης τάξης. Το δεύτερο στη βάση ήδη του γεγονότος ότι ο κοινωνικός καταναγκασμός με τη μορφή της υποδουλωμένης εργασίας επικαλύπτει και συγκαλύπτει την εργασία σαν πρωταρχική ανθρώπινη ζωτική ανάγκη, συνιστά άρνησή της.

Το δικαίωμα στην εργασία και η διεκδίκησή του βρίσκεται σε αντίθεση με την εμπράγματη και ιδεολογική αλλοτρίωση των εργαζομένων, των απαλλότριων από τα μέσα παραγωγής, των προλετάριων.

***

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με το καθεστώς αγοραπωλησίας του εμπορεύματος «εργατική δύναμη»: Κανένα  εμπόρευμα δεν πωλείται «δικαιωματικά», δικαιωματικά απλώς διατίθεται προς πώληση, αλλά αυτή εξαρτάται από την προσφορά και την ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Δικαίωμα στην εργασία σημαίνει τον κοινωνικό σχεδιασμό στη θέση της τυφλής κυριαρχίας της προσφοράς και ζήτησης των εμπορευμάτων, σημαίνει την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης στη θέση της πολιτικής οικονομίας του κεφαλαίου.

ΓΕΦΥΡΑ-ΑΦΙΣΣΑ-1

κινητοποιηση-δουλεια-για-ολους-20170625