μαθαίνοντας στους άλλους το συμφέρον τους…

Πότε θα καταλάβουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες ότι η «φτωχοποίηση» έρχεται σε αντίθεση με τα «οράματα» και τις «αξίες» της «ενωμένης Ευρώπης», με το «ευρωπαϊκό κεκτημένο»; Πότε θα συνταραχτούν από την διαπίστωση ότι «σπέρνοντας φτώχεια θερίζουν φασισμό»;

Αμ οι Τούρκοι κυβερνώντες… Δεν αντιλαμβάνονται κι αυτοί – τόσες δεκαετίες – τι κόστος έχουν για την «ενταξιακή πορεία» της χώρας τους ο επεκτατισμός, οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η «αδιαλλαξία» τους στο Κυπριακό;

Και τι είναι τώρα αυτά που κάνουν τα Τίρανα, με τα ακίνητα της μειονότητας; Δεν κατανοούν οι αλβανικές αρχές ότι υπονομεύουν την «ευρωπαϊκή προοπτική» της χώρας τους;

***

Σαν να είναι ιδεολογικά τυφλωμένη από την «ευρωπαϊκή ιδέα» της η ελληνική άρχουσα τάξη, μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων, δίνει σε όλους μαθήματα ευρωπαϊκών «αξιών», υποδεικνύει σε όλους το συμφέρον τους στην δική τους «ενταξιακή πορεία», στην δική τους «ευρωπαϊκή προοπτική»

Στο μεταξύ, παρά τις «εκκλήσεις», το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» διευρύνεται και εμβαθύνεται με όλο και περισσότερους αντιλαϊκούς, αντεργατικούς μηχανισμούς, οικονομικούς και πολιτικούς. Κι η ίδια η Ελλάδα είναι ζωντανό παράδειγμα προς αποφυγή κάθε «ενταξιακής πορείας» και «ευρωπαϊκής προοπτικής»…

Σαν εμφατική υπόμνηση της ατιμωτικής υπόθεσης με τους S-300 (που το 1998, ελέω ευρω-ΝΑΤΟϊκού «μονόδρομου», αντί για την Κύπρο κατέληξαν στην Κρήτη, για να χρησιμοποιούνται  σήμερα σαν προσομοιωτές της αμυντικής ικανότητας του Ιράν στις ελληνο-ισραηλινές αεροπορικές ασκήσεις…), η Τουρκία εμφανίζεται να προμηθεύεται το αντιαεροπορικό σύστημα S-400

Και στο βάθος, πίσω από τις κενές (ξανα)επικλήσεις της αλβανικής «ευρωπαϊκής προοπτικής», σε σχέση με τα μειονοτικά δικαιώματα, ελλοχεύει – και από την εδώ πλευρά των συνόρων – η χρησιμοποίηση των μειονοτικών ζητημάτων σαν εργαλείο εξυπηρέτησης των αστικών ανταγωνισμών.

***

Κατεδάφιση ακινήτων της ή υπαγωγή της στην «μνημονιακή κατοχή»; Να το παρόν δίλημμα της νοτιοαλβανικής μειονότητας, αν προεκτείνουμε τις βλέψεις των αντιτιθέμενων αστικών «στρατοπέδων» ως τις τελικές τους συνέπειες.

Ενώ για τους λαούς, όλο και πιο επιτακτικά, όλο και πιο άμεσα, όλο και πιο ζωτικά έρχεται στο προσκήνιο η αναπόδραστη ανάγκη να αντιταχθούν στις επιλογές των «δικών τους» αστικών τάξεων, και στις όποιες εναλλακτικές μορφές αυτών των επιλογών, στις όποιες μορφές εθνικιστικού ή ευρωπαϊκίστικου μεγαλοϊδεατισμού, να αντιταχθούν στους πολιτικούς και άλλους εκφραστές και εκπροσώπους αυτών των επιλογών, στα ιμπεριλιαστικά κέντρα και μηχανισμούς, να οργανώσουν την πάλη τους για το κοινό μέλλον τους σε μια περιοχή κι έναν κόσμο χωρίς εκμεταλλευτές γιατί μόνο σ’ έναν τέτοιο κόσμο και σ’ ένα τέτοιο «μέρος» μπορεί να είναι κοινό το μέλλον των λαών.

Δεν υπάρχει άλλη επιλογή για τους λαούς και κάθε άλλη επιλογή δεν πρόκειται να είναι δική τους.

Οι εκμεταλλευτές, εκτός από τον ιδρώτα τους, τους ζητούν και το αίμα τους.   Μπορεί να τους δίνεις τον ιδρώτα σου, για να μη χύσεις το αίμα σου, αλλά όταν σου ζητούν να χύσεις το αίμα σου γι’ αυτούς, τότε είναι καιρός να πάρεις τον ιδρώτα σου πίσω.

***

Λευτεριά στη Νότια Ήπειρο!

Advertisements

Το δικαίωμα της απεργίας και «η κοινωνία και το έθνος» από τη σκοπιά του

Η προηγούμενη ανάρτηση αυτού του μπλογκ ήταν αφιερωμένη στο δικαίωμα στην εργασία.

Πρόκειται για το δικαίωμα το οποίο οι εκπρόσωποι και οι διαχειριστές της άρχουσας τάξης, ενώ φύσει και θέσει το καταστρατηγούν συστηματικά τις 365 μέρες του χρόνου, το θυμούνται ξαφνικά όποτε έχουν απέναντι τους μια αποφασιστική απεργιακή κινητοποίηση σε κάποιο κλάδο, σε κάποια βιομηχανία κλπ. Τότε ξαφνικά ξαναθυμούνται το «δικαίωμα στην εργασία» διαστρεβλώνοντας το περιεχόμενό του, τιτλοφορώντας «δικαίωμα στην εργασία» το «δικαίωμα» στην απεργοσπασία, για να στραφούν ενάντια στην απεργιακή κινητοποίηση, ενάντια στο απεργιακό δικαίωμα, ενάντια στο απεργιακό δίκαιο της περιφρούρησης του αγώνα των εργαζομένων.

«Ξαναθυμούνται» πολλά, κάθε φορά που βρίσκονται αντιμέτωποι με τους απεργιακούς αγώνες των εργαζομένων για το δικαίωμα στη δουλειά και για δουλειά με δικαιώματα…

Ξαναθυμούνται για παράδειγμα τη «δημοκρατία» και τις «δημοκρατικές διαδιακασίες». Έτσι, για παράδειγμα,  η σημερινή κυβέρνηση, αυτή που κυβερνά «νομιμοποιημένη» εκλογικά με το 39,55% του 53,74% όσων έχουν δικαίωμα ψήφου, η κυβέρνηση που με αυτή τη μειοψηφική εκλογική «νομιμοποίηση» ψηφίζει όλους τους αντιλαϊκούς νόμους της «ατζέντας» της, αυτή η ίδια σύμφωνα με τις διάφορες επικοινωνιακές «διαρροές» ετοιμάζεται να υλοποιήσει τις δεσμευσεις της προς το κεφάλαιο και τους «θεσμούς» του με νόμο που θα καθιστά «παράνομες» τις απεργίες εφόσον τις αποφασίζει η πλειοψηφία των γενικών συνελεύσεων των σωματείων και όχι των εγγεγραμμένων μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Ας εφαρμόσει η κυβέρνηση πρώτα στον εαυτό της αυτόν τον «δημοκρατικό κανόνα» ομολογώντας την έλλειψη της δικής της «νομιμοποίησης». Κι ας αφήσει στην άκρη τα σχέδια ποινικοποίησης των εργατικών αγώνων, οι οποίοι άλλωστε δεν αντλούν την δημοκρατική τους νομιμοποίηση από τις «παραχωρήσεις» του αστικού κράτους αλλά από τις συλλογικές διαδικασίες των οργάνων του ταξικού εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Σε αυτούς τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς ποινικοποίησης των εργατικών αγώνων εντάσσεται προφανώς και το άρθρο της «Αυγής», που με τον τίτλο «Απεργία: Το έσχατο μέσο που έγινε πρώτο!» ανακαλύπτει στον απεργιακό αγώνα των εργατών καθαριότητας για το δικαίωμά τους στην εργασία μια επίκαιρη αφορμή, για να βγάλει στο προσκήνιο σαν «πρώτη» την «έσχατη» φιλοδοξία της τάξης των εκμεταλλευτών ενάντια στο εργατικό κίνημα και τους αγώνες του: «Ορισμένοι κρίσιμοι για τα κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα κλάδοι δεν έχουν το δικαίωμα της απεργίας».

Δεν έχει περάσει δα και πολύς καιρός από τότε που ο σημερινός πρωθυπουργός χαρακτήριζε, από τις θέσεις της «αντιπολίτευσης», τον απεργιακό αγώνα των ναυτεργατών σαν «εξαλλοσύνες». Και εκείνη η «αντιπολιτευτική» θέση, όπως και η «αντιπολιτευτική» θέση του ΣΥΡΙΖΑ για σχίσιμο των μνημονίων «αλλά με τη συμφωνία των εταίρων», συγκροτούν το νήμα της αντιλαϊκής «συνέπειας» του ΣΥΡΙΖΑ από την περίοδο της «αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης» ως τη σημερινή περίοδο της διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Και σήμερα, τώρα που ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ αναγορεύει τον στόχο ενός  νέου κύκλου ανάπτυξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας σε στόχο «εθνικό», το δημοσιογραφικό του όργανο αναγορεύει ουσιαστικά σε «παράνομη» την απεργία στους «κρίσιμους για τα κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα κλάδους». Τώρα που τα συμφέροντα των μονοπωλίων αναγορεύονται από την «κυβέρνηση της αριστεράς» σε συμφέροντα «κοινωνικά και εθνικά», τώρα γίνεται από τους κυβερνητικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς «συζήτηση» για απεργίες που στρέφονται ενάντια στο «κοινωνικό και εθνικό συμφέρον»…

Αλλά αντίστροφα: Την ώρα που η «Αυγή» διακηρύσσει ότι οι εργατικοί αγώνες στρέφονται ενάντια «στα συμφέροντα της κοινωνίας και του έθνους», την ίδια στιγμή και οι αγώνες των εργαζομένων είναι αναγκαίο να αποκτήσουν χαρακτηριστικά και προσανατολισμό τέτοια που να ανυψώνουν το δικό τους δίκιο σε αποκλειστικό συμφέρον του έθνους και της κοινωνίας, ενάντια στο «δίκιο» και τα «συμφέροντα» της τάξης των εκμεταλλευτών.


το δικαίωμα στην εργασία και ο κόσμος από την σκοπιά του

«…Στο πρώτο σχέδιο συντάγματος που καταρτίστηκε πριν από τις μέρες του Ιούνη, βρισκόταν ακόμα το «droit au travail», το δικαίωμα στην εργασία, η πρώτη αδέξια διατύπωση όπου συνοψίζονται οι επαναστατικές αξιώσεις του προλεταριάτου. Αυτό μετατράπηκε στο droit al’ assistance, στο δικαίωμα να παίρνει βοήθημα απ’ το δημόσιο. Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο; Το δικαίωμα στην εργασία είναι, με την αστική έννοια, ένας παραλογισμός, ένας άθλιος, ευσεβής πόθος. Πίσω όμως απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους. Πίσω από το «δικαίωμα στην εργασία» βρισκόταν η εξέγερση του Ιούνη. Η συντακτική συνέλευση, που έθετε ουσιαστικά το επαναστατικό προλεταριάτο εκτός νόμου, ήταν για λόγους αρχής υποχρεωμένη να βγάλει τη διατύπωση του δικαιώματος της εργασίας απ’ το σύνταγμα, αυτό το νόμο των νόμων, ήταν υποχρεωμένη να ρίξει το ανάθεμα στο «δικαίωμα στην εργασία»…»

(Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, ΣΕ, σελ. 78-79)

***

Μάλλον σαν αποτύπωση πολιτικών συσχετισμών στο πεδίο της ιδεολογίας, στο μεταπολιτευτικό σύνταγμα του 1975 όπως ισχύει και σήμερα, διακηρύχτηκε, στο άρθρο 22, ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

Βέβαια τι «δικαίωμα», αφού με την αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 του ίδιου αυτού συντάγματος η διάταξη σύμφωνα με την οποία, για τους υπαλλήλους του δημοσίου που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου «απαγορεύεται»  η από το νόμο μονιμοποίησή τους ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό, τουλάχιστον για την ώρα , γιατί τι άλλο αν όχι ευτελισμός της έννοιας του «συντάγματος» είναι η πρόστυχη εισαγωγή μιας διάταξής του σαν κι αυτής, που «απαγορεύει τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου»;  Το 2001, άλλωστε, είναι μια χρονιά όπου ήδη η ελληνική άρχουσα τάξη είχε αρχίσει να στενεύεται από το σύνταγμά της: Δυο μόλις χρόνια πριν η κυβέρνηση Σημίτη το είχε παραβιάσει κατάφορα επιτρέποντας χωρίς  νόμο ψηφισμένο από τη βουλή (άρθρο 27) τη διέλευση των «χερσαίων» της «συμμαχίας» που επέδραμε κατά της Γιουγκοσλαβίας, ενώ στην αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε επίσης (στο άρθρο 28) και η «ερμηνευτική δήλωση» που καθιερώνει σαν υπέρτερο έναντι του εθνικού το δίκαιο της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και θεσμοθετεί την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας ως «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Και έμελε, σε λιγότερο από μια δεκαετία, να έρθει και η ώρα που το ίδιο αυτό άρθρο 28 θα  ανασκολοπιζόταν διαδοχικά από τις κυβερνήσεις Παπαδήμου, Σαμαρά και Τσίπρα, κάθε φορά που ψήφιζαν χωρίς  την προβλεπόμενη πλειοψηφία των 3/5 την εκχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων στους «θεσμούς» των μνημονίων. Βέβαια πρέπει να αναγνωρίσουμε στην «πρώτη φορά αριστερά» ότι το 3ο μνημόνιο είναι από αυτήν την άποψη και το μόνο «συνταγματικό», αφού με αστική ευγένεια μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ το υπερψήφισαν επίσης η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, οπότε εν προκειμένω ουδείς λόγος ενεργοποίησης του  «πατριωτισμού των Ελλήνων»…

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας: Λέγαμε λοιπόν ότι το άρθρο 22 αναγνωρίζει την εργασία σαν δικαίωμα και ότι παραβλέπουμε σαν ευτελισμό του συντάγματος την «απαγόρευση μετατροπής συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου».  Αυτό που όμως δεν μπορούμε να  παραβλέψουμε, είναι ότι απέναντι στο δικαίωμα της εργασίας του άρθρου 22 ορθώνεται η προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17, στην οποία βέβαια περιλαμβάνεται και η προστασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (αυτής της ίδιας που  αποθεώνεται με τις «ελευθερίες» της συνθήκης του Μάαστριχτ), η οποία ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποτελεί και το άκρο αντίθετο του δικαιώματος στην εργασία. Το λέει η επιστήμη, το λέει ο Μαρξ: «Πίσω απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους». Και οφείλουμε στην πολιτική οικονομία να είμαστε μαρξιστές με την ίδια έννοια που στις φυσικές επιστήμες είμαστε οπαδοί του Νεύτωνα. Το λέει ο Τσε.

Τι κάνουμε λοιπόν τώρα, που το δικαίωμα στην εργασία του άρθρου 22 προσκρούει στην προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17; Ευτυχώς για την «αστική νομιμότητα» οι ιδεολογικοί συσχετισμοί της μεταπολίτευσης άφησαν κι εδώ τη σφραγίδα τους: Διότι ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 17 «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους», αλλά συνεχίζει το ίδιο άρθρο: «τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».  Και πόσο «γενικό συμφέρον» δεν είναι το (και συνταγματικά προβλεπόμενο) δικαίωμα στην εργασία, ώστε να μη μπει φραγμός (να ασκηθεί «βία») στα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και μάλιστα κατά τρόπο που να αφήνει αδιατάρακτη την υφιστάμενη «αστική νομιμότητα»!!! Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα!

Να λοιπόν πεδίο δόξας για τον πατριωτισμό του λαού, στον οποίο «επαφίεται η τήρηση» (άρθρο 120) του δικαιώματος στην εργασία (άρθρο 22) και η «βία» εναντίον των  δικαιωμάτων και «ελευθεριών» που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ασκούνται σε βάρος του δικαιώματος στην εργασία δηλαδή «σε βάρος του γενικού συμφέροντος» δηλαδή αντικοινωνικά (άρθρο 17). Αν μπορούνε, άλλωστε, ας ασκηθούνε κι αλλιώς. 

***

Το 1848-1850 η αντεπανάσταση μετέτρεψε το «δικαίωμα στην εργασία» σε «δικαίωμα σε βοήθημα». Το 2015-2017 ο ΣΥΡΙΖΑ μετέτρεψε το «ψωμί – παιδεία – ελευθερία» σε «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» ή σε «κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης», όπως το μετονόμασε νομίζοντας ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ελάχιστη εγγυημένη εξαθλίωση και στο κοινωνικό επίδομα εξαθλίωσης…

«Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο;»

Ο Τσίπρας, προχθές είπε στον Κουτσούμπα, ότι καλή βέβαια και η Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά τώρα «πάμε μπροστά»… Όμως ήταν το 1850, δηλαδή πριν 167 ολόκληρα χρόνια, τότε που ο Μαρξ μιλούσε για «σύγχρονο κράτος». Οπότε, και το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, δεν εξαρτάται από τη χρονολογία αναφοράς. Οι χρονολογίες διαδέχονται η μια την άλλη και χωρίς εμάς. Το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, εξαρτάται από τις απαιτήσεις που έχει κανείς σήμερα από ένα «σύγχρονο κράτος». Και εαν εν έτει 2012 θεωρεί κανείς «σύγχρονο» το κράτος που (ήδη από το 1850) «τρέφει τους απόρους του», τότε αυτός δεν μας οδηγεί «μπροστά» αλλά στο «βάθος του χρόνου», και το βάθος του χρόνου βρίσκεται πάντοτε στο ιστορικό παρελθόν, δε φτάνουμε εκεί «πηγαίνοντας μπροστά» αλλά οπισθοδρομώντας ιστορικά, αυτός δεν είναι ο δρόμος της ιστορικής προόδου αλλά ο δρόμος της ιστορικής αντίδρασης.

***

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στο ψωμί, στην παιδεία, στην ελευθερία. Δεν είναι το δικαίωμα των απόρων σε βοήθημα. Είναι η αναγνώριση της εργασίας σαν πρωταρχικού πόρου και του δικαιώματος της κοινωνίας να μην τρέφει άπορους γιατί δεν διαθέτει άπορους.

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στην ικανοποίηση της πιο πρωταρχικής ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, της ανάγκης της παραγωγής από τον άνθρωπο των όρων της ίδιας του της ύπαρξης. Ανάγκη που η ικανοποίησή της αποτελεί ταυτόχρονα και όρο του εξανθρωπισμού του ανθρώπου, όρο που καθιστά τον άνθρωπο δημιουργό της ζωής του και τη ζωή του – τον ίδιο του τον εαυτό – δικό του δημιούργημα. Ο αποκλεισμός από το δικαίωμα στην εργασία ισοδυναμούσε και ισοδυναμεί πάντα με κοινωνικό εξοστρακισμό, ακόμη κι αν κάθε «σύγχρονο» κράτος τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο…

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον καταναγκασμό στην απλήρωτη υπερεργασία και γι’ αυτό είναι κοινωνικό και ατομικό δικαίωμα των εργαζόμενων στον καρπό της εργασίας τους. Ο καταναγκασμός στην απλήρωτη υπερεργασία είναι συνέπεια της εμπράγματης άρνησης του δικαιώματος στην εργασία, είναι συνέπεια του χωρισμού των μέσων της εργασίας από τον εργάτη, συνέπεια της αποστέρησης από τον εργάτη των μέσων της εργασίας του και της περιέλευσής τους στον κάτοχο των μέσων παραγωγής. Χωρίς αυτόν τον χωρισμό, χωρίς αυτήν την περιέλευση, δεν θα ήταν δυνατή η άρνηση της εργασίας σαν δικαιώματος και η αντικατάστασή της από το αντίθετό της:  από τον καταναγκασμό στην απλήρωτη εργασία ή στην ανεργία. Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με τον καταναγκασμό στην υποδούλωση: χωρίς την άρνηση του δικαιώματος στην εργασία δεν θα μπορούσε να υπάρχει καταναγκασμός στην υποδούλωση και μόνο από τον καταναγκασμό στην υποδούλωση μπορεί να προέλθει η άρνηση του δικαιώματος στην εργασία.

***

Η ταξική, εκμεταλλευτική κοινωνία στη θέση της ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, που με το δικαίωμα στην εργασία απαιτεί την ικανοποίησή της, εγκαθιστά τον ταξικό καταναγκασμό. Στη θέση της εργασίας σαν αναγκαίας φυσικής ελεύθερης κοινωνικής ανθρώπινης δραστηριότητας εγκαθιστά την εργασία σαν καταναγκαστική ταξική υποδούλωση.

Η κυρίαρχη ιδεολογία της ταξικής, εκμεταλλευτικής κοινωνίας περιφρονεί το δικαίωμα στην εργασία. Η εργασία γι’ αυτήν είναι άλλωστε «σήμα» του υπόδουλου. Για την κυρίαρχη ιδεολογία στην πρώτη θέση βρίσκεται το δικαίωμα στην αεργία που η εμπράγματη βάση και ολοκλήρωσή του συνίσταται στο δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής της κοινωνίας σαν όρο χρησιμοποίησης και εκμετάλλευσης ξένης εργασίας. Στην κορυφή της αξιακής κοινωνικής ιεραρχίας η κοινωνικά κυρίαρχη ταξική ιδεολογία δεν τοποθετεί το δικαίωμα στην εργασία αλλά, με την ονομασία «δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής», τοποθετεί το δικαίωμα στην αεργία και στην ιδιοποίηση της ξένης εργασίας, ως όρο αυτεπίγνωσης της κυρίαρχης τάξης και ταυτόχρονα ως όρο ιδεολογικής αλλοτρίωσης της υπόδουλης τάξης. Το δεύτερο στη βάση ήδη του γεγονότος ότι ο κοινωνικός καταναγκασμός με τη μορφή της υποδουλωμένης εργασίας επικαλύπτει και συγκαλύπτει την εργασία σαν πρωταρχική ανθρώπινη ζωτική ανάγκη, συνιστά άρνησή της.

Το δικαίωμα στην εργασία και η διεκδίκησή του βρίσκεται σε αντίθεση με την εμπράγματη και ιδεολογική αλλοτρίωση των εργαζομένων, των απαλλότριων από τα μέσα παραγωγής, των προλετάριων.

***

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με το καθεστώς αγοραπωλησίας του εμπορεύματος «εργατική δύναμη»: Κανένα  εμπόρευμα δεν πωλείται «δικαιωματικά», δικαιωματικά απλώς διατίθεται προς πώληση, αλλά αυτή εξαρτάται από την προσφορά και την ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Δικαίωμα στην εργασία σημαίνει τον κοινωνικό σχεδιασμό στη θέση της τυφλής κυριαρχίας της προσφοράς και ζήτησης των εμπορευμάτων, σημαίνει την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης στη θέση της πολιτικής οικονομίας του κεφαλαίου.

ΓΕΦΥΡΑ-ΑΦΙΣΣΑ-1

κινητοποιηση-δουλεια-για-ολους-20170625

 

 

 


Σε αυτές τις «μη επαναστατικές» συνθήκες που ζούμε

Άσχετα από τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ο καθένας το ότι ζούμε και δρούμε σε «μη επαναστατικές» συνθήκες, το γεγονός ότι οι συνθήκες είναι «μη επαναστατικές» δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση πολιτικής ανταπόκρισης στο ερώτημα το διατυπωνόμενο από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων εργαζόμενων στρωμάτων: τι κυβέρνηση έχει ανάγκη η χώρα. Ερώτημα που καταρχήν δεν σημαίνει «ποιο κόμμα» θα ασκεί την κυβερνητική πολιτική, αλλά ποια κυβερνητική πολιτική πρέπει να ασκηθεί.

Πόσο μάλλον που οι υπάρχουσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, δεν έχουν σαν σύνολο την παραμικρή σχέση με συνθήκες στις οποίες «οι πάνω» διαθέτουν τη βεβαιότητα ότι μπορούν να ζουν  «όπως παλιά», ότι μπορούν «να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους» και στις οποίες «οι κάτω θέλουν να ζουν όπως παλιά». Τέτοιες συνθήκες ήταν οι υπάρχουσες μέχρι το 2010 και έχουν παρέλθει. Από τότε διατηρείται μια κατάσταση διαρκούς «επιδείνωσης, μεγαλύτερης από την συνηθισμένη, της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων». Από τότε, επίσης, είναι εμφανής η αδυναμία μιας οριστικής αναδιάταξης του αστικού πολιτικού σκηνικού τέτοιας που να ενσωματώνει αποτελεσματικά τις εργαζόμενες τάξεις και στρώματα, και μάλιστα σε συνθήκες «ρευστότητας» των διεθνών ανταγωνισμών εντός των οποίων οφείλουν να εντάσσονται και οι βλέψεις της εγχώριας άρχουσας τάξης. Από τότε επίσης, εμφανίστηκε, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της, μια διετής περίοδος «σημαντικού ανεβάσματος της δραστηριότητας των μαζών», διαφορετική από την περίοδο όπου οι μάζες «αφήνονται ήσυχα να τις ληστεύουν». Το ότι αυτή η δραστηριότητα δεν απέκτησε τα χαρακτηριστικά «αυτοτελούς ιστορικής δράσης», καθώς και το γιατί δεν τα απέκτησε, το ότι εκείνη η άνοδος της δραστηριότητας δεν είχε συνέχεια καθώς και το γιατί δεν είχε συνέχεια, το ότι εκείνη η «σύντομη» άνοδος της δραστηριότητας των μαζών έχει δώσει τη θέση της σε μια στάση αναμονής και «απάθειας» αλλά όχι προσαρμογής, το ότι τα προηγούμενα επιδρούν «θετικά» στη δυνατότητα της άρχουσας τάξης να διατηρεί και να επιζητά την αναδιάταξη των μορφών της κυριαρχίας της, αυτά είναι αλήθεια. Αλλά όλα τα παραπάνω μαζί παρμένα, όσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση ύπαρξης επαναστατικών συνθηκών, άλλο τόσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση των συνθηκών σαν τέτοιες που τυπικά και με βάση όλα τους τα γνωρίσματα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «μη επαναστατικές συνθήκες».

Ο γνωστός λενινιστικός ορισμός των επαναστατικών συνθηκών, περιέχει σαν αντίστροφη όψη του και έναν ορισμό των μη επαναστατικών συνθηκών: 1) Οι κορυφές μπορούν να ζουν όπως παλιά, μπορούν να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους.  2) Τα κάτω στρώματα θέλουν να ζουν όπως παλιά. 3) Η ανέχεια και η αθλιότητα των καταπιεζόμενων τάξεων παραμένει η συνηθισμένη, χωρίς επίδείνωσή της. 4) Οι μάζες αφήνονται να τις ληστεύουν ήσυχα, το επίπεδο της δραστηριότητάς τους είναι αυτό των «ειρηνικών» εποχών.

Δεν είναι τέτοιες οι σημερινές συνθήκες, συνολικά παρμένες, όπως δεν είναι και αντίθετες. Είναι «μη επαναστατικές συνθήκες» μόνο σχετικά, δηλαδή μόνο από την άποψη ότι δεν είναι επαναστατικές, όχι όμως από την άποψη της «απόλυτης τιμής» των συνθηκών που θα ορίζονταν ως «μη επαναστατικές». Από την άποψη αυτής της «απόλυτης τιμής» οι υπάρχουσες συνθήκες δεν είναι «μη επαναστατικές». Και ειδικά γύρω από τον καταλυτικό παράγοντα της δραστηριότητας των καταπιεζόμενων τάξεων, το χαμηλό επίπεδο αυτής της δραστηριότητας οφείλεται σε έναν μεγάλο βαθμό  στην  έλλειψη ενός συγκεκριμένου και καθοδηγητικού γι’ αυτές πολιτικού στόχου, τέτοιου που α) να απαντά με γενικό τρόπο στις ανάγκες τους και β) να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι μη-επαναστατικές  αλλά δεν είναι και επαναστατικές, και δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες «ανεξάρτητα από τη θέληση ορισμένων χωριστών ομάδων και κομμάτων, αλλά και από τη θέληση ορισμένων χωριστών τάξεων». Ενός συγκεκριμένου καθοδηγητικού πολιτικού στόχου που να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες, αλλλά είναι συνθήκες γενικού μετεωρισμού ανάμεσα σε μια «παλιά» κατάσταση πραγμάτων και σε μια νέα «ακαθόριστη» στο περιεχόμενό της.

Κι είναι αυτό το «ακαθόριστο» που επιδρά αποφασιστικά στο να διατηρείται σε χαμηλό επίπεδο η δραστηριότητα των μαζών. Που δεν επιτρέπει την ανοδική ανάπτυξη της δραστηριότητάς τους όσο ο γενικός στόχος αυτής δραστηριότητας, τέτοιος που να αντιστοιχεί στις παρούσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, παραμένει ακαθόριστος. Δηλαδή παραμένει τέτοιος που δεν κινητοποιεί σε δραστηριότητα η οποία συνεπάγεται ανατροπή των όρων προσαρμογής των ατόμων στις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις, σε δραστηριότητα η οποία προϋποθέτει θυσία αυτής της προσαρμογής για χάρη ενός πολιτικού στόχου άμεσου, αναγκαίου και γι’ αυτό ικανού να συνεγείρει.  Και ένας τέτοιος πολιτικός στόχος σήμερα ανάγεται άμεσα στο γενικό ζήτημα της κυβέρνησης που έχει ανάγκη η χώρα, δηλαδή της κυβερνητικής πολιτικής που μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων στρωμάτων: σήμερα που, ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων, οι συνθήκες δεν είναι επαναστατικές. Σήμερα που, εντός «μη επαναστατικών» συνθηκών, και επίσης ανεξάρτητα από την ίδια αυτή θέληση, μόνο μια κυβερνητική πολιτική με επαναστατικό περιεχόμενο μπορεί να ανταποκριθεί στις εργατικές – λαϊκές ανάγκες. Και που μόνο ο στόχος μιας τέτοιας πολιτικής μπορεί να ανεβάσει τη δραστηριότητα των μαζών στο ύψος των περιστάσεων, και σε ακόμα ανώτερο ύψος όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν.

Κι αυτός είναι ο στόχος μιας κυβερνητικής πολιτικής η οποία, μαζί με το κρατικό χρέος και τα «μνημόνια», μαζί με τις επαχθείς για το λαό δεσμεύσεις της χώρας στην ΕΕ των μονοπωλίων, αναγκαστικά θα καταργήσει και το ΕΣΠΑ και τον κρατικό δανεισμό… Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά και (για άλλη μια φορά) «ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων», θα πρέπει – στη θέση αυτών – να «δεσμεύσει» τον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο και τις πηγές του στην ικανοποίηση των εργατικών-λαϊκών αναγκών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να διαθέτει την ικανότητα να καθυποτάξει την αντίδραση των σημερινών εγχώριων και ξένων σφετεριστών του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου και των πηγών του, την αντίδραση των καπιταλιστών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να στηρίζεται στην λαϊκή οργάνωση και κινητοποίηση, να αποτελεί εμπνευστή και εκφραστή αυτής της οργάνωσης και κινητοποίησης. Μια κυβερνητική πολιτική την οποία μπορούν να υλοποιήσουν μόνο πολιτικές δυνάμεις, «ομάδες και κόμματα», ταγμένες από την ύπαρξή τους στην υπηρεσία των εργατικών-λαϊκών συμφερόντων ενάντια στην οικονομική και πολιτική εξουσία των εκμεταλλευτών και καταπιεστών του λαού και ενάντια στην πολιτική των κομμάτων τους.

Το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από τη θέση της κυβέρνησης είτε από τη θέση της αντιπολίτευσης, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από την άποψη της λαϊκής κινητοποίησης για την απόκρουση της αντιλαϊκής επίθεσης είτε από την άποψη της λαϊκής αντεπίθεσης για την υλοποίησή του, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι τέτοιος που η διεκδίκησή του φέρνει την αστική τάξη αντιμέτωπη με τις «δικές της» πολιτικές ελευθερίες, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος απαιτεί ουσιαστικά την ίδια οργάνωση του λαού και την ίδια «αυτοτελή ιστορική δράση» του που απαιτεί και κάθε μορφή «απλώς» αντίστασής του στην αντιλαϊκή λαίλαπα, το ότι στο τέλος του αυτός ο πολιτικός στόχος οδηγεί στην αντικατάσταση των οικονομικών και πολιτικών ελευθεριών και της εξουσίας του κεφαλαίου από την οικονομική και πολιτική ελευθερία και εξουσία του εργαζόμενου λαού, στην αντικατάση της οργανωμένης κυριαρχίας των εκμεταλλευτών από την οργανωμένη κυριαρχία του λαού, όλα αυτά μένει να εξηγηθούν. Και καλύτερα από το κάθε τι, τα εξηγεί η ίδια η ανάπτυξη της λαϊκής δραστηριότητας από τη στιγμή που θέτει άμεσα μπροστά της αυτόν τον πολιτικό στόχο και στο κάθε της βήμα για την τελική του πραγμάτωση.


Η πρώτη πρώτου με τ’ όνομα

Από πρώτη πρώτου, λέει, είναι διάφορα στο πρόγραμμα, κι αυτά που ξέρουμε να τα ξεχάσουμε. Όπου κι αν κοιτάξεις παραμονεύει η πρώτη πρώτου. Η πρώτη πρώτου καραδοκεί.

Θυμάμαι σαν σε παιδικό όνειρο, το ’73 ή το ’74, τότε που στην Τιβι είχε Καραγκιόζη του Σπαθάρη, σε μια εκπομπή λοιπόν ο Ευγένιος έβγαλε στη σκηνή δύο μπαρμπαγιώργους που πιαστήκαν μεταξύ τους στα χέρια…

Εμείς αυτήν την πρώτη πρώτου του νέου έτους μάλλον χρειαζόμαστε δύο αϊβασίληδες…

Ο ένας αϊβασίλης ξέρουμε τι μας φέρνει… Εκτός από τα διεθνή του δώρα, τις συμμαχικές και ταυτόχρονα εχθρικές σχέσεις όλων με όλους και όλων ενάντια σ’ όλους στο γεωγραφικό τόξο από Συρία-Ιράκ μέχρι Ουκρανία και όσα αυτές οι σχέσεις κυοφορούν, είναι και τα εσωτερικά του δώρα – πέρα από τους «καρπούς» της «αξιολόγησης» σε εργασιακά κ.ά., πέρα κι από τον εσωτερικό πόλεμο εναντίον των «οφειλετών» πάσης κατηγορίας – που κατά τα λοιπά περιγράφονται με τη δική τους σαφήνεια στον κρατικό προϋπολογισμό:

α) Ο περσινός προϋπολογισμός προέβλεπε άμεσους φόρους ύψους 20,048 δισ. ευρώ. Ο φετινός προβλέπει 20,415 δισ. ευρώ (εισηγητική έκθεση προϋπολογισμού, πίνακας 3.2, σελίδα 57). Μήπως πάει τα μυαλό σας από ποιους θα πάρουν τα επιπλέον;

β) Ο περσινός προϋπολογισμός προέβλεπε έμμεσους φόρους ύψους 24,7 δισ. ευρώ. Ο φετινός προβλέπει 26,4 δισ. ευρώ (ο.π). Μήπως πάει τα μυαλό σας από ποιους θα πάρουν τα επιπλέον;

γ) Ο περσινός προϋπολογισμός προέβλεπε δαπάνες για μισθούς και συντάξεις (συν ΕΚΑΣ) ύψους 29,334 δισ. ευρώ. Ο φετινός προβλέπει 28,326 δισ. ευρώ (ο.π). Μήπως πάει το μυαλό σας από ποιους θα τα πάρουν; Λέτε η μείωση 1 δισ. ευρώ σε μισθούς και συντάξεις να προέλθει από μειώσεις στους μισθούς και τις συντάξεις των τραπεζιτών, των εργολάβων, των εφοπλιστών;

δ) Ο περσινός προϋπολογισμός προέβλεπε φόρους εισοδήματος 12,025 δισ. ευρώ. Ο φετινός προβλέπει 13,7 δισ. ευρώ (εισηγητική έκθεση, πίνακας 3.4, σελίδα 60). Μήπως πάει τα μυαλό σας από ποιους θα τα πάρουν;

ε) Πέρσι – σύμφωνα με τις εκτιμήσεις πραγματοποιήσεων – τα Νομικά Πρόσωπα στην Ελλάδα πλήρωσαν φόρους ύψους 3,478 δισ. ευρώ. Ο φετινός προβλέπει ότι θα πληρώσουν 3,2 δισ. ευρώ (ο.π). Βλέπετε σε συνθήκες «πρωτοδεύτερης φοράς Αριστεράς» συμβαίνει ό,τι συμβαίνει σε συνθήκες παντοτινής Δεξιάς: Όταν οι φόροι για τον λαό αυξάνονται, οι φόροι για το μεγάλο κεφάλαιο, μειώνονται …

στ) Ο περσινός προϋπολογισμός προέβλεπε έσοδα από ΦΠΑ ύψους 14,4 δισ. ευρώ. Ο φετινός προβλέπει 15,5 δισ. ευρώ (ο.π). Μήπως πάει τα μυαλό σας από ποιους θα τα πάρουν; 

***

Αυτά λοιπόν φέρνει ο ένας αϊβασίλης, ο γνωστός μας.

Χρειαζόμαστε τώρα κι έναν δεύτερο αϊβασίλη, που θα μας φέρει οργάνωση και πάλη ενάντια στην πολιτική των αναγκών του κεφαλαίου, οργάνωση και πάλη για την πολιτική των κοινωνικών λαϊκών αναγκών.

Τέτοιος αϊβασίλης μπορεί και πρέπει να γίνει ο καθένας και η καθεμιά.


ένας αφορισμός

Μέσα στις συνθήκες του καπιταλισμού, και ιδιαίτερα της καπιταλιστικής κρίσης,  το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι από τη δίψα για ζωή αφαιρούνται οι υλικές προϋποθέσεις της ικανοποίησής της, ότι χτυπιούνται και καταστρέφονται υλικές προϋποθέσεις ικανοποίησης ανθρώπινων αναγκών.

Αυτό αποτελεί την οικονομική πλευρά του προβλήματος.

Όμως δεν πλήττονται μόνο οι προϋποθέσεις ικανοποίησης της δίψας για τη ζωή.

Πλήττεται και η ίδια η δίψα για ζωή, πλήττεται η ανάγκη της δίψας για ζωή.

***

Αυτοί που διψάνε για ζωή, τη διεκδικούν. Για την εξουσία του συστήματος της εκμετάλλευσης ασφάλεια απέναντι στις διεκδικήσεις των διψασμένων σημαίνει καταστροφή της ανάγκης τους να διψούν.

Κι όπως η εμπράγματη σχέση κεφάλαιου – μισθωτής εργασίας αποτελεί από μόνη της τον αποτελεσματικότερο μηχανισμό πειθάρχησης της δεύτερης στο πρώτο, παρόμοια και η δίψα για ζωή που δε βρίσκει ζωή να ξεδιψάσει, σβήνει από μόνη της τον πόνο του ανεκπλήρωτού της με την αυτοκαταστροφή της, με την καταστροφή του εαυτού της σαν ανάγκη της ζωής του ανθρώπου, που είναι – τέτοια ανάγκη – η δίψα του ανθρώπου για ζωή.

Κι από κοντά έρχονται τα κηρύγματα της κυρίαρχης ιδεολογίας, η τηλεόραση και το διαδίκτυο, η θρησκεία, το σχολικό πρόγραμμα, οι οικογενειακές σχέσεις, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, να ενθαρρύνουν και να ολοκληρώσουν το έργο της αυτοκαταστροφής.

***

Για να δικεδικήσουμε τη ζωή, πρέπει πρώτα να διεκδικούμε τη δίψα για ζωή και την ανάγκη γι’ αυτή τη δίψα.

 


Επιλεγόμενα στην «Ευρώπη – απόλυτη μοναρχία» (του κεφαλαίου)

Στην προηγούμενη ανάρτηση, πριν μερικούς μήνες, είδαμε πώς η Συνθήκη του Μάαστριχτ καθιστά την καπιταλιστική ιδιοκτησία απόλυτο μονάρχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της αναγόρευσης των ελευθεριών της (ελευθερία ανταγωνισμού, απαραβίαστο της κίνησης των κεφαλαίων) και της «ανοιχτής αγοράς» σε υπέρτατες αρχές…

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στις αντίστοιχες εθνικές «υπέρτατες αρχές» και συγκεκριμένα στην αντιμετώπιση της «ιδιοκτησίας» από το ισχύον Σύνταγμα.

Πρώτα, με μια πρόχειρη ιστορική αναδρομή, διαπιστώνουμε ότι στο σύνταγμα του 1952 η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 17 περιορίζεται ουσιαστικά στη χάραξη του πλαισίου που αφορά τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις  για δημόσια ωφέλεια και υπό τον όρο της σχετικής αποζημίωσης. Στη συνέχεια έρχεται το χουντικό «σύνταγμα» του 1968, όπου – εκτός της τροποποίησης του περιεχομενου του και αλλαγής της αρίθμησης του άρθρου από 17 σε 21 – προστέθηκε και η αρχική διάταξη: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του κράτους». Τέλος το 1975, το σχετικό άρθρο ξανααριθμήθηκε από 21 σε 17 και – υποθέτω ως αποτύπωση της επίδρασης των αντιδικτατορικών αγώνων και του περιεχομένου τους στους «συσχετισμούς» – η μεν φράση του 1968 παρέμεινε αλλά δίπλα της προστέθηκε άλλη μια: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».

Πολύ ωραία… Αν λοιπόν τώρα τους πει κανείς ότι ακριβώς τα δικαιώματα που απορρέουν από την «ιδιοκτησία» και συγκεκριμένα από την καπιταλιστική ιδιοκτησία, δηλαδή από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, όχι απλώς «μπορούν να ασκούνται», αλλά εξ ορισμού ασκούνται ακριβώς «σε βάρος του γενικού συμφέροντος», τι θα του απαντήσουνε;

Αν τους πει κανείς ότι είναι ακριβώς τα δικαιώματα που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αυτά που προκαλούν τη συσσώρευση του κοινωνικού πλούτου σε λίγα χέρια, από τη μια, και την απαλλοτρίωση του ίδιου αυτού κοινωνικού πλούτου  από την κοινωνική πλειοψηφία  των παραγωγών του, τον (αβέβαιο) περιορισμό αυτής της κοινωνικής πλειοψηφίας  στο αναγκαίο για την απλή συντήρηση και αναπαραγωγή της μέρος αυτού του πλούτου, από την άλλη; Θα απαντήσουν τι; Ότι το «δημόσιο συμφέρον» συνίσταται σε αυτή τη μορφή απαλλοτρίωσης (χωρίς… αποζημίωση) των παραγωγών από τους «ιδιοκτήτες», στην υπηρέτηση μιας μικρής μειοψηφίας «ιδιοκτητών» και στην οικονομική-πολιτισμική καθήλωση της κοινωνικής πλειοψηφίας;

Αν τους πει κανείς ότι ακριβώς εξαιτίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής η οικονομική ανάπτυξη με «μαθηματική» αναγκαιότητα οδηγεί – και οδήγησε – στην οικονομική κρίση, χωρίς να υπάρχουν σημάδια «ομαλής» εξόδου από αυτήν; Το ξέρουν, άλλωστε,  όλοι κατά βάθος! Στα χρόνια της ανάπτυξης ξέραν όλοι «πού ζούνε» και είχαν έτοιμη την διαιολόγηση του συμβιβασμού τους: «στον καπιταλισμό ζούμε…». Μόνο πού σήμερα οι συνθήκες άλλαξαν και η ίδια φράση δεν αποτελεί υπόβαθρο συμβιβασμού, αλλά αφετηρία αντίστασης. Γι’ αυτό και ο «καπιταλισμός» σαν σχήμα – ας πούμε – ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού έχει δώσει τη θέση του στους «300», στους «κλέφτες πολιτικούς», στην… «τελευταία σοβιετική δημοκρατία» ή στις διάφορες παραλλαγές πίστης του είδους ότι «μας ψεκάζουν».

Αν τους πει κανείς ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής είναι «αντισυνταγματικώς» υπαίτια για τη μόνιμη και διαρκή παραβίαση του άρθρου 22 του συντάγματος που «ορίζει» ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού»;

Αν κανείς επιμείνει ότι φταίνε τα «δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία» και δη την καπιταλιστική, για το γεγονός των λουκέτων σε μια σειρά επιχειρήσεις που η λειτουργία τους «δεν συμφέρει» πια τους ιδιοκτήτες τους, πράγμα που όμως έρχεται σε άμεση αντίθεση με το «γενικό συμφέρον»;

Κι αν τους πει ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την καπιταλιστική ιδιοκτησία βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους – κι ότι η ίδια η καπιταλιστική ιδιοκτησία βρίσκει την ολοκλήρωσή της- στην «απαραβίαστη» ελευθερία της αγοράς, του ανταγωνισμού και της κίνησης των κεφαλαίων, που μέσω της συνθήκης του Μάαστριχτ την έχουν ανυψώσει σε νόμο του κράτους; Ότι αυτή η ελευθερία σημαίνει το απαραβίαστο της ελευθερίας των μονοπωλητών της κοινωνικής παραγωγής και του κοινωνικού πλούτου, και ότι η μονοπώληση της κοινωνικής παραγωγής και του κοινωνικού πλούτου έχει – κατ’ ανάγκη – οδηγήσει στην σημερινή οικονομική κρίση και στην έλλειψη ουσιαστικής διεξόδου από αυτήν;

Τι θα κάνουν τότε, αν τους τα πεις όλα αυτά; Θα καταργήσουν τη συνθήκη του Μάαστριχτ και την καπιταλιστική ιδιοκτησία σαν αντισυνταγματική; Θα… «ταραχτούνε στη νομιμότητα»; Θα σηκώσουν τη σημαία της τήρησης του συντάγματος, την επαφιέμενη στον πατριωτισμό των Ελλήνων;

Το πιθανότερο είναι άλλο: Αν τους τα πεις όλα αυτά, και άλλα τόσα, θα σε κοιτάξουν με λαγνεία ανάλογη με αυτή που κοιτούσαν οι ιεροεξεταστές τον Τζορντάνο Μπρούνο πριν τον στείλουν να καεί ζωντανός, γιατί επέμενε (χωρίς δήλωση μετανοίας) ότι δε γυρνά ο ήλιος γύρω από τη γη αλλά η γη γύρω από τον ήλιο… Διότι όπως και τότε, έτσι και τώρα, το θέμα είναι εξίσου επιστημονικό…