Μια μικρή ιστορία θεωρίας και πράξης

ο ένας πάντα πιο φτωχός κι ο άλλος πλουταίνει

γρανάζια του εμπορεύματος κι οι δυο

μόνο που του ενός του αρέσει να χοντραίνει

ενώ τον άλλονε τον σκιάζει το χτικιό

*******************************************************

Το θέμα αυτής της ανάρτησης φαίνεται εκ πρώτης όψεως αδιάφορο. Όμως παλιότερα με έχει απασχολήσει ιδεολογικά. Και φαντάζομαι ότι μάλλον δεν είμαι ο μόνος κι ότι η ενασχόληση με αυτό όλο και αναπαράγεται.

Το θέμα ανάγεται σε αυτό, δηλαδή στο κόμμα, που ο Λένιν όριζε σαν συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό:

«…Σοσιαλδημοκρατία είναι η συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό και καθήκον της είναι όχι να υπηρετεί παθητικά το εργατικό κίνημα σε κάθε ξεχωριστό στάδιό του, αλλά να εκπροσωπεί τα συμφέροντα όλου του κινήματος στο σύνολό του, να υποδείχνει σ’ αυτό το κίνημα τον τελικό του σκοπό, τα πολιτικά του καθήκοντα, να περιφρουρεί την πολιτική και ιδεολογική του αυτοτέλεια. Αποσπασμένο από τη σοσιαλδημοκρατία, το εργατικό κίνημα εκφυλίζεται κι αναπόφευχτα πέφτει στον αστισμό: διεξάγοντας μόνο οικονομική πάλη, η εργατική τάξη χάνει την πολιτική της αυτοτέλεια, γίνεται ουρά άλλων κομμάτων, προδίνει τη μεγάλη υποθήκη: «η απελευθέρωση των εργατών πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργατών»…» [1]

Συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό. Δηλαδή συνένωση του αυθορμητισμού και της πρακτικής πάλης, που εκπροσωπείται «εξ ορισμού» από το εργατικό κίνημα, με την επιστήμη του σοσιαλισμού, που «εξ ορισμού» εκπροσωπείται από τμήμα της – αστικής στην αρχική προέλευσή της – διανόησης. Δηλαδή, με μια εντελώς αφαιρετική και εντελώς σχηματική διατύπωση, συνένωση της πράξης με τη θεωρία. Μια συνένωση που, υποθέτω, δεν «ολοκληρώνεται» στην αφετηριακή στιγμή της πραγμάτωσής της αλλά αποτελεί προτσές. Το οποίο θα πρέπει να περνά μια σειρά διακυμάνσεων, μια σειρά ακόμα και αντιστροφών σε πλευρές των όρων του, και θα πρέπει να τείνει σε μια μορφή συγχώνευσής τους έστω και μόνο για τον αντικειμενικό λόγο, ότι το μορφωτικό επίπεδο της εργατικής τάξης τείνει να ανεβαίνει ενώ η διανόηση τείνει να προλεταριοποιείται. Δυο τάσεις, βέβαια, οι οποίες περιέχουν χαρακτηριστικά που με διάφορους τρόπους τείνουν κι αυτά να τις αντισταθμίζουν, αλλά ας μείνουμε σε αυτά τα γενικά, και στο ότι η ίδια αυτή συνένωση συνιστά μια «ενότητα αντιθέτων» κι ότι έχει τη δική της κίνηση.

Μια μικρή προσωπική, βιωματική περιγραφή της στιγμής όπου αυτή η συνένωση πραγματώνεται, δίνει ο Ένγκελς (τα έντονα στοιχεία δικά μου): [2]

«…Ο Χάινριχ Μπάουερ, από τη Φραγκονία, ήταν τσαγκάρης. Ηταν ένας ζωηρός, ξύπνιος, καλαμπουρτζής, μικρόσωμος άντρας. Στο μικρό του σώμα όμως κρυβόταν πολύ μυαλό και αποφασιστικότητα. Οταν έφτασε στο Λονδίνο, όπου ο Σάπερ, που ήταν στοιχειοθέτης στο Παρίσι, προσπαθούσε να συντηρηθεί δίνοντας μαθήματα ξένων γλωσσών, ξανασύνδεσαν πάλι οι δυο τους τα κομμένα νήματα της Ενωσης και έκαναν τώρα το Λονδίνο κέντρο της Ενωσης. Σ’ αυτούς τους δυο προστέθηκε εδώ, αν όχι από νωρίτερα κιόλας στο Παρίσι, ο Γιόσεφ Μολ, ρολογάς από την Κολωνία… Γνώρισα και τους τρεις το 1843 στο Λονδίνο. Ηταν οι πρώτοι επαναστάτες προλετάριοι που είδα. Και όσο και αν απέκλιναν τότε οι απόψεις μας στις λεπτομέρειες – γιατί τότε αντιπαρέθετα στο δικό τους στενοκέφαλο ισοπεδωτικό κομμουνισμό ακόμα μια γερή δόση από εξίσου στενοκέφαλη δική μου φιλοσοφική οίηση – δε θα ξεχάσω όμως ποτέ την επιβλητική εντύπωση που έκαναν σε μένα αυτοί οι τρεις αληθινοί άντρες, σε μένα που τότε μόλις πάσχιζα να γίνω άντρας…»

…Και αναζητώντας μια πλευρά αυτής της «φιλοσοφικής οίησης», για την οποία κάνει λόγο ο Ένγκελς, μπαίνουμε και στο κυρίως θέμα μας. Όχι ακόμα στην «οίηση» καθαυτή, αλλά πρώτα στη φιλοσοφική της βάση, που από μόνη της δεν συνιστά καμιά «οίηση». Και για να (προσπαθήσω να) είμαι… εμβριθέστερος: Σε μια πρόσφατη συζήτηση σε άλλο διαδικτυακό χώρο συνειδητοποίησα την πλευρά από την οποία μπορεί να προέρχεται ο χαρακτηρισμός του μηχανιστικού, του μη-διαλεκτικού υλισμού ως «μεταφυσικού υλισμού»: Η μηχανική μετάβαση από τη φύση και από τα επιστημονικά διδάγματα που την αφορούν, στην ανθρώπινη κοινωνία και ιστορία, και η μηχανική εφαρμογή τους  σε αυτήν, ίσως δικαιώνει αυτόν τον αρχικό χαρακτηρισμό.Όμως το περιεχόμενό του, από εκεί και πέρα, εκτείνεται και σε άλλων ειδών ανάλογες μηχανικές «μεταβάσεις»: π.χ. από τη φιλοσοφία στην πολιτική θεωρία και στην πρακτική πάλη. Μια τέτοιου είδους μετάβαση είναι αυτή που πρέπει να συνιστά και τη «φιλοσοφική οίηση», για την οποία μιλά ο Ένγκελς, και που ένα δείγμα της θα αποτελέσει και το κυρίως θέμα μας στη συνέχεια, μετά από αυτή τη μεγάλη εισαγωγή.

Και ξεκινάμε από την φιλοσοφική βάση του θέματος και της μετέπειτα «οίησης»:

Το 1844, έναν χρόνο μετά από την παραπάνω πρώτη συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοασιαλισμό, όπως την περιγράφει σε προσωπικό επίπεδο ο Ένγκελς, ο ίδιος μαζί με τον Μαρξ δημοσιεύουν την «Αγία Οικογένεια». Από αυτήν αντιγράφω το παρακάτω μικρό απόσπασμα του Μαρξ, όπως παρατίθεται από τον Λένιν στα «Φιλοσοφικά τετράδιά» του: [3]

«…Η εύπορη τάξη και η τάξη του προλεταριάτου αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση. Η πρώτη όμως τάξη σ’ αυτή την αυτοαλλοτρίωση αισθάνεται τον εαυτό της ικανοποιημένο κι εδραιωμένο, δέχεται την αλλοτρίωση σαν απόδειξη της δικής της δύναμης και αποκτάει μέσα σ’ αυτή την αλλοτρίωση την επίφαση μιας ανθρώπινης ζωής. Η δεύτερη τάξη σ’ αυτή την αλλοτρίωση αισθάνεται τον εαυτό της αφανισμένο, βλέπει σ’ αυτή την αδυναμία της και την πραγματικότητα μιας απάνθρωπης ζωής. Η τάξη αυτή, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Χέγγελ, είναι μέσα στα πλαίσια της αθλιότητας η εξέγερση ενάντια σ’ αυτή την αθλιότητα, η εξέγερση που προκαλείται αναγκαστικά μέσα σ’ αυτή την τάξη από την αντίθεση ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση της και στις συνθήκες ζωής αυτής της τάξης, οι οποίες αποτελούν μια καθαρή, αποφασιστική και ολοκληρωτική άρνηση αυτής της ίδιας της φύσης.  Έτσι στα πλαίσια γενικά του ανταγωνισμού ο ατομικός ιδιοκτήτης αποτελεί τη συντηρητική πλευρά και ο προλετάριος την καταστρεπτική. Από τον πρώτο πηγάζει η δράση που αποσκοπεί στη διατήρηση του ανταγωνισμού, από το δεύτερο η δράση που αποσκοπεί στην εξάλειψη του ανταγωνισμού…»

Αυτή είναι η φιλοσοφική βάση του θέματος. Και συγκεκριμένα η φιλοσοφική βάση συνίσταται στο γεγονός ότι και οι δυο πόλοι της ταξικής  αντίθεσης «αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση». Και στο ότι στα ιστορικά καθήκοντα του προλεταριάτου ανήκει η εξάλειψη του ταξικού ανταγωνισμού και, μέσω αυτής, η εξάλειψη της ανθρώπινης αυτοαλλλωτρίωσης γενικά.

Σε αυτό συνίσταται η φιλοσοφική βάση. Σε τι, όμως, συνίσταται η «φιλοσοφική οίηση»;

Το 1845, έναν χρόνο μετά την «Αγία Οικογένεια», τυπώνεται το βιβλίο του Ένγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» (ένα έργο που, παρεμπιπτόντως, μάς λείπει το σύγχρονο αντίστοιχό του για την κατάσταση της εργατικής τάξης είτε στην Αγγλία είτε στην Ελλάδα είτε παντού). Στις τελευταίες σελίδες αυτού του βιβλίου ο Ένγκελς γράφει: [4]

«…Από την άποψη αρχών, ο κομμουνισμός τοποθετείται πάνω απ’ τον ανταγωνισμό της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Αναγνωρίζει στον ανταγωνισμό την ιστορική του σημασία για τη σύγχρονη περίοδο, μα δεν τον θεωρεί δικαιολογημένο για το μέλλον. Θέλει να καταργήσει αυτόν ακριβώς τον ανταγωνισμό. Κατά συνέπεια όσο υπάρχει αυτή η διαίρεση, αναγνωρίζει ασφαλώς σαν αναγκαία την οργή του προλεταριάτου ενάντια στους καταπιεστές του, αναγνωρίζει σ’ αυτήν τον ισχυρότερο μοχλό του εργατικού κινήματος στο ξεκίνημά του. Ξεπερνά όμως αυτή την αγανάκτηση, γιατί εκπροσωπεί την υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας κι όχι μονάχα την υπόθεση των εργατών. Άλλωστε δεν έρχεται στη σκέψη κανενός κομμουνιστή ν’ ασκήσει μια προσωπική εκδίκηση ή να πιστέψει κατά γενικό τρόπο, ότι ο αστός μπορεί ατομικά στις σύγχρονες συνθήκες να ενεργήσει διαφορετικά απ’ ό,τι κάνει. Ο αγγλικός σοσιαλισμός, (δηλαδή ο κομμουνισμός), στηρίζεται ακριβώς σ’ αυτή την αρχή της ανευθυνότητας του ατόμου. Όσο περισσότερο οι Άγγλοι εργάτες θ’ αφομοιώνουν τις σοσιαλιστικές ιδέες, τόσο περισσότερο η τωρινή έξαψή τους, που σε τίποτα δε θα οδηγούσε αν θα παράμενε τόσο βίαιη όσο σήμερα, θα καθίσταται περιττή, και τόσο περισσότερο τα επιχειρήματά τους ενάντια στην αστική τάξη θα χάνουν σε βιαιότητα και αγριότητα. Γενικά, αν θα ήταν δυνατό να καταστεί κομμουνιστικό το σύνολο του προλεταριάτου προτού ξεσπάσει η πάλη, η τελευταία θα εξελισσόταν πολύ ήρεμα, αλλά αυτό δεν είναι πια δυνατό. Είναι ήδη πολύ αργά για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Πιστεύω ωστόσο ότι, προσμένοντας πως δεν θα εκραγεί εντελώς ανοιχτά και άμεσα αυτός ο πόλεμος των φτωχών ενάντια στους πλούσιους (που στο εξής είναι αναπόφευκτος στην Αγγλία), στο μεταξύ θα συντελεστεί στο προλεταριάτο αρκετό ξεκαθάρισμα αντιλήψεων πάνω στο κοινωνικό πρόβλημα, ώστε με τη βοήθεια των γεγονότων το κομμουνιστικό κόμμα να είναι σε θέση μέσα στην πορεία να υπερισχύσει των θηριώδικων στοιχείων της επανάστασης και να μπορέσει έτσι ν’ αποφύγει μια ενάτη Θερμιδόρ. Άλλωστε η πείρα των Γάλλων δεν πήγε χαμένη, η πλειοψηφία των Άγγλων χαρτιστών είναι από κιόλας τώρα κομμουνιστές. Και καθώς ο κομμουνισμός τοποθετείται υπεράνω του ανταγωνισμού ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, θα είναι πιο εύκολο στην καλύτερη φράξια της αστικής τάξης – που δυστυχώς είναι τρομακτικά περιορισμένη και δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα μπορέσει να στρατολογήσει νέες δυνάμεις έξω απ’ τη νέα γενιά – να συνενωθεί με τον κομμουνισμό παρά με το χαρτισμό, που είναι αποκλειστικά προλεταριακός. (…)  Όμως συνεχίζω να το υποστηρίζω: ο πόλεμος των φτωχών ενάντια στους πλούσιους, που ξετυλίγεται τώρα κατά τρόπο σποραδικό και έμμεσο, θα διεξαχτεί κατά τρόπο γενικό, ολοκληρωτικά γενικό, και άμεσο σ’ όλη την Αγγλία. Είναι πολύ αργά για μια ειρηνική λύση. Η άβυσσος που χωρίζει τις τάξεις σκάβεται όλο και πιο πολύ, το πνεύμα αντίστασης διεισδύει όλο και πιο πολύ στους εργάτες, και ο ερεθισμός γίνεται όλο και πιο έντονος. Οι απομονωμένες αψιμαχίες των ατάκτων συγκεντρώνονται για να μετατραπούν σε σημαντικότερες μάχες και διαδηλώσεις, και σε λίγο θα είναι αρκετή μια ελαφριά σύγκρουση για να ξαπολυθεί η χιονοστιβάδα. Και τότε στ’ αλήθεια θ’ αντηχήσει πάνω απ’ όλη τη χώρα η πολεμική κραυγή: «Πόλεμος στα παλάτια, ειρήνη στις καλύβες!» Θα είναι όμως τότε πολύ αργά για να μπορέσουν οι πλούσιοι να προφυλαχτούν.»

Σχετικά με το παραπάνω απόσπασμα, θα είχα να παρατηρήσω, ότι η αποκάλυψη της «φιλοσοφικής οίησης» που το διαπερνά, θεμελιωμένη στη θέση ότι ο κομμουνισμός «εκπροσωπεί την υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας», στη θέση ότι (αφού «η εύπορη τάξη και η τάξη του προλεταριάτου αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση»… «άρα» λοιπόν) «ο κομμουνισμός τοποθετείται υπεράνω του ανταγωνισμού ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη», δεν θεμελιώνει θεωρητικά, με τη σειρά της, την αντικατάστασή της από κάποια αντίστροφη «οίηση», όπως π.χ. από την οίηση «της έξαψης» εκείνου του είδους ή της μορφής «που σε τίποτα δε θα οδηγούσε αν θα παράμενε τόσο βίαιη όσο σήμερα», δηλ. όσο τότε που διατυπώθηκαν τα παραπάνω με αυτή τη μορφή στο συγκεκριμένο απόσπασμα.

Δεύτερη παρατήρηση, ωστόσο, ότι δεν μπορεί παρά «κάτι» να υπάρχει σ’ αυτή την αποκάλυψη που να αποτελεί δίδαγμα, τουλάχιστον ως προς τη σχέση θεωρίας και πράξης, αν και δεν θα επιχειρήσω εδώ αυτό το κάτι να το ανακαλύψω…  Και τρίτη παρατήρηση: Καλώς ή κακώς, δεν θα υπήρχε περίπτωση να αποτολμήσω ο ίδιος αυτή την αποκάλυψη του περιεχομένου – ή μιας του πλευράς – της «φιλοσοφικής οίησης» για την οποία γίνεται λόγος από την εισαγωγή ακόμα αυτού του κειμένου. Δεν θα την αποτολμούσα και μάλλον δεν θα είχα οδηγηθεί σε αυτή την αποκάλυψη, αν δεν είχε προβεί ο ίδιος ο Ένγκελς σ’ αυτήν, μισό αιώνα αργότερα από την πρώτη έκδοση της «Κατάστασης της εργατικής τάξης στην Αγγλία».

Από τον πρόλογο λοιπόν του Ένγκελς στη γερμανική έκδοση του 1892 του ίδιου βιβλίου, αντιγράφω και τελειώνω μ’ αυτό:

«…Ίσως να μη χρειάζεται να σημειώσω ότι η γενική θεωρητική άποψη αυτού του βιβλίου – στο φιλοσοφικό, οικονομικό και πολιτικό πεδίο – δε συμπίπτει ακριβώς με τη σημερινή μου θέση. Στα 1844 δεν υπήρχε ακόμα ο νεώτερος διεθνής σοσιαλισμός, που κυρίως και σχεδόν αποκλειστικά τα έργα του Μαρξ θα τον μετάτρεπαν  στο αναμεταξή σε αληθινή επιστήμη. Το βιβλίο μου δεν εκπροσωπεί παρά μια απ’ τις φάσεις της εμβρυακής ανάπτυξης αυτού του σοσιαλισμού. Κι όπως το ανθρώπινο έμβρυο, στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του, συνεχίζει πάντα ν’ αναπαράγει τις σειρές τα βράγχια των προγόνων μας των ψαριών, το βιβλίο αυτό αποκαλύπτει παντού μια απ’ τις πηγές του σύγχρονου σοσιαλισμού, έναν απ’ τους προγόνους του: την κλασική γερμανική φιλοσοφία. Είναι ο λόγος για τον οποίο επιμένω – κυρίως στο τέλος – στη βεβαίωση ότι ο κομμουνισμός δεν είναι μονάχα απλά η θεωρία του κόμματος της εργατικής τάξης, μα μια θεωρία που η τελική της επιδίωξη είναι ν’ απελευθερώσει το σύνολο της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των καπιταλιστών, απ’ τις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες που την πνίγουν. Αυτό είναι αλήθεια στο θεωρητικό πεδίο, στο πρακτικό όμως είναι ολότελα άχρηστο και καμιά φορά κάτι χειρότερο. Όσο οι κατέχουσες τάξεις, όχι μονάχα δε θα νιώθουν οποιαδήποτε ανάγκη απελευθέρωσης, μ’ ακόμα θ’ αντιταχθούν με όλες τους τις δυνάμεις στην απελευθέρωση των εργαζομένων με τις ίδιες τους τις δυνάμεις, η εργατική τάξη θα βρεθεί αναγκασμένη ν’ αναλάβει και να πραγματοποιήσει μόνη την κοινωνική επανάσταση. Οι Γάλλοι αστοί του 1789 κήρυσσαν κι αυτοί, ότι η απελευθέρωση της αστικής τάξης εσήμαινε τη χειραφέτηση ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, όμως η τάξη των ευγενών και  ο κλήρος το αρνιόταν.  Αυτή η βεβαίωση – μ’ όλο που υπήρξε σ’ αυτή την εποχή, σχετικά με τη φεουδαρχία μια αδιαμφισβήτητη αφηρημένη ιστορική αλήθεια – θα εκφυλιστεί σε λίγο σε μια καθαρά συναισθηματική διατύπωση και θα εξατμιστεί ολοκληρωτικά μέσα στην έκρηξη των επαναστατικών αγώνων. Σήμερα δεν είναι λίγοι εκείνοι που, απ’ το ύψος μιας αμερόληπτης άποψης, κηρύσσουν στους εργάτες ένα σοσιαλισμό που υψώνεται πάνω από τις αντιθέσεις των τάξεων και των ταξικών αγώνων. Είναι όμως είτε νεοφώτιστοι που έχουν ακόμα να μάθουν πάρα πολλά, ή διαφορετικά οι χειρότεροι εχθροί των εργαζομένων, λύκοι μεταμορφωμένοι σε πρόβατα…»

===========================================================================

[1] Β. Ι. Λένιν: «Τα ζωτικά καθήκοντα του κινήματος», από τη μπροσούρα «Για το Προλεταριακό Κόμμα Νέου Τύπου», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»  Ριζοσπάστης 25 Γενάρη 2004

[2] Φ. Ένγκελς: «Για την ιστορία της Ενωσης των Κομμουνιστών», Ριζοσπάστης 9 Γενάρη 2011

[3] Λένιν, άπαντα, τόμος 29, σελ 11-13, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

[4] Φ. Ένγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», Μέρος Β΄, δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1989, εκδόσεις Δημιουργία, σελ. 232-234

[5] στο ίδιο, σελ. 275-277. Στον ίδιο πρόλογο του 1892 ο Ένγκελς στη συνέχεια γράφει επίσης (και το παραθέτω εν μέρει λόγο του ενδιαφέροντός του κι εν μέρει λόγω συνάφειας με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω):

«…Στο κείμενο, η διάρκεια του κύκλου των μεγάλων βιομηχανικών κρίσεων καθορίζεται σε πέντε χρόνια. Αυτή ήταν πραγματικά η περιοδικότητα που φαινόταν να προκύπτει απ’ την πορεία των γεγονότων ανάμεσα στα χρόνια 1825 ως το 1842. Η ιστορία όμως της βιομηχανίας απ’ τα 1842 ως τα 1868 απόδειξε ότι η πραγματική περίοδος είναι μιας δεκαετίας, ότι οι ενδιάμεσες κρίσεις ήσαν δεύτερης κατηγορίας, που όλο και πιο πολύ εξαφανίστηκαν απ’ το 1842. Απ’ τα 1868 τα πράγματα άλλαξαν ξανά, και γι’ αυτό θα μιλήσουμε στη συνέχεια.    

Δε διανοήθηκα ν’ αφαιρέσω απ’ το κείμενο τις πολυάριθμες προφητείες, ιδιαίτερα εκείνη που προφήτευε μια άμεση κοινωνική επανάσταση στην Αγγλία, και που τότε μού ενέπνεε η νεανική μου φλόγα.  Δεν έχω κανένα λόγο να ζητήσω να στολιστούμε – εγώ και το έργο μου – με προτερήματα που τότε δεν τα είχαμε. Εκείνο που είναι το εκπληκτικό, δεν είναι το ότι πολλές απ’ αυτές τις προφητείες δεν πραγματοποιήθηκαν, μα πιότερο ότι μια σειρά άλλες αποδείχτηκαν σωστές κι ότι η περίοδος κρίσης για την αγγλική βιομηχανία – συνέπεια του ηπειρωτικού συναγωνισμού και ιδίως του αμερικανικού – που προέβλεπα τότε σε ένα πολύ κοντινό μέλλον, έφτασε πραγματικά…» 


ΠΩΣ ΝΑ ΑΥΞΗΣΕΤΕ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΣΑΣ – ΓΙΝΕΤΕ ΠΛΟΥΣΙΟΙ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ «ΜΕΘΟΔΟ ΜΑΡΞ» – ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΜΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΓΙΑ ΕΣΑΣ – ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΒΗΜΑ ΠΡΟΣ ΒΗΜΑ ΣΕ ΔΕΚΑ ΑΠΛΑ ΒΗΜΑΤΑ Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΟΦΟΥ – ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΛΟΓΩ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ – ΠΡΟΛΑΒΕΤΕ!!!

ΠΩΣ ΝΑ ΑΥΞΗΣΕΤΕ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΣΑΣ – ΓΙΝΕΤΕ ΠΛΟΥΣΙΟΙ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ «ΜΕΘΟΔΟ ΜΑΡΞ» – ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΜΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΓΙΑ ΕΣΑΣ – ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΒΗΜΑ ΠΡΟΣ ΒΗΜΑ ΣΕ ΔΕΚΑ ΑΠΛΑ ΒΗΜΑΤΑ Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΟΦΟΥ – ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΛΟΓΩ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ – ΠΡΟΛΑΒΕΤΕ!!!

Δεν υπήρξε στην ιστορία πιο «ΛΥΣΣΑΣΜΕΝΟΣ» εχθρός των πλουσίων από τον μεγάλο ΣΟΦΟ Κάρολο Μαρξ. Ο ΜΑΡΞ αφιέρωσε τη ζωή του προκειμένου ΝΑ ΔΕΙ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΝΑ ΕΞΑΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ. Και σαν σοφός που ήταν κατανόησε ότι πρέπει οι πλούσιοι να χτυπηθούν ΑΜΕΙΛΙΚΤΑ ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΤΟΥΣ ΤΑ ΜΕΣΑ. Για να μπορέσει να φέρει εις πέρας αυτό το έργο το οποίο αποτελούσε γι’ αυτόν «ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ», αφιέρωσε μεγάλο μέρος της μελετώντας ΣΠΑΝΙΑ ΕΡΓΑ έτσι ώστε να ανακαλύψει το ΜΥΣΤΙΚΟ των πλουσίων, «ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΡΥΒΟΥΝ» για να απολαμβάνουν ανεμπόδιστοί τις ΗΔΟΝΕΣ που τους προσφέρει το ΧΡΗΜΑ. Και καθώς ήταν «ΤΕΡΑΣ ΕΠΙΜΟΝΗΣ», ο Μαρξ κατόρθωσε να αποσπάσει από την «ΣΦΙΓΓΑ» του πλούτου τα πιο ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ.

Αυτά τα ΜΥΣΤΙΚΑ σας παρουσιάζουμε σήμερα, ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΣ, και σας δίνουμε μια ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ (ΛΟΓΩ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ) μοναδική ΕΥΚΑΙΡΙΑ να τα κάνετε ΔΙΚΑ ΣΑΣ. Και όχι μόνο να αυξήσετε τον «θησαυρό» των ΓΝΩΣΕΩΝ σας, αλλά και να αποκτήσετε έναν ΑΛΗΘΙΝΟ ΘΗΣΑΥΡΟ αν ακολουθήσετε  τις συμβουλές του μεγάλου ΣΟΦΟΥ, όπως εμείς τις παρουσιάζουμε για ΕΣΑΣ, τους αγαπημένους μας αναγνώστες, ΒΗΜΑ ΠΡΟΣ ΒΗΜΑ!!!

Ένα ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΚΑ κατόρθωμα ΚΑΡΠΟΣ μιας ζωής ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗΣ στο έργο του μεγάλου σοφού ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ συμπυκνωμένης σοφίας των 28 ΜΥΣΤΙΚΩΝ ΣΕΛΙΔΩΝ του ΣΠΟΥΔΑΙΟΥ βιβλίου του  «ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ».

Από τους ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΤΟΜΟΥΣ και τις ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥΣ, διαλέξαμε και ΣΥΜΠΥΚΝΩΣΑΜΕ για εσάς τις ΑΠΟΚΡΥΦΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ των σελίδων 179-207 του ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΜΟΥ. ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΕΛΕΓΞΕΤΕ ΚΑΙ ΜΟΝΟΙ ΣΑΣ.

Εκμεταλλευτείτε ΤΩΡΑ τις συμβουλές του πιο ΑΣΠΟΝΔΟΥ εχθρού των ΠΛΟΥΣΙΩΝ στην ιστορία του σύμπαντος, ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΕΤΕ ΕΣΕΙΣ ΠΛΟΥΣΙΟΙ!!! Με ΔΕΚΑ ΜΟΝΟ ΑΠΛΑ ΒΗΜΑΤΑ!!!

ΒΗΜΑ ΠΡΩΤΟ – ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Είστε «κάτοχος χρήματος».

Δηλαδή ακόμη είστε μόνο «καπιταλιστής – κάμπια» και θέλετε να μεταμορφωθείτε σε «καπιταλιστή – πεταλούδα».

Ακολουθήστε προσεκτικά τις οδηγίες που σας παρουσιάζουμε στη συνέχεια και το όνειρο της κάμπιας θα γίνει πραγματικότητα πεταλούδας.

HIC RHODUS HIC SALTA! (ΙΔΟΥ Η ΡΟΔΟΣ ΙΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ!)

ΒΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ – ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΕΙΤΕ ΤΑ ΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΥΛΙΚΑ

FAQ

1) Πού θα βρω τα υλικά που χρειάζομαι για να γίνω πλούσιος;

Τα υλικά που χρειάζεστε για να γίνετε πλούσιος θα βρείτε μαζί με ό,τι άλλο επιθυμείτε στην «σφαίρα κυκλοφορίας των εμπορευμάτων» ή «αγορά».

Είστε «κάτοχος χρήματος» και θέλετε να γίνετε κάτοχος περισσότερου χρήματος. Αξίζει τον κόπο να ξοδέψετε τα χρήματά σας αν πρόκειται έτσι να αποκτήσετε περισσότερα!

2) Ποια υλικά πρέπει να προμηθευτώ;

Αυτό που σας χρειάζεται για τον σκοπό σας είναι ένα εμπόρευμα που η  «αξία χρήσης» του (η χρησιμότητά του) να ’χει την ιδιόμορφη ιδιότητα να’ ναι πηγή «αξίας». Ένα εμπόρευμα που, αφού το αποκτήσετε αγοράζοντάς το, θα το καταναλώσετε και που με το να το καταναλώσετε, με το να το ξοδέψετε, δεν θα «δώσετε» αλλά θα «πάρετε». Ένα εμπόρευμα που η κατανάλωση του  έχει ως αποτέλεσμά της όχι μόνο την εξαφάνισή του αλλά την εμφάνιση ενός νέου εμπορεύματος!

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ!!! ΠΡΙΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΤΕ ΝΑ ΓΙΝΕΤΕ ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΣΤΕΙΤΕ ΜΕ ΜΙΑ ΛΕΜΟΝΟΚΟΥΠΑ!!! ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΙΣ ΟΔΗΓΙΕΣ:

Α. Πιέστε την λεμονόκουπά σας  γερά μέσα στη χούφτα σας πάνω από ένα δοχείο.

Β. Πετάξτε την λεμονόκουπά σας στον κάδο απορριμμάτων.

Γ. Ελέγξατε το δοχείο σας: πρέπει να είναι γεμάτο καθαρό χυμό λεμονιού. Αν όχι επαναλάβετε τα προηγούμενα βήματα.

3) Έκανα το πείραμα και πέτυχε. Γιατί δεν έγινα πλούσιος;

Δεν γίνατε πλούσιος διότι:

α) Ο χυμός λεμονιού υπήρχε ήδη στην λεμονόκουπα που στύψατε  Αν την αγοράσατε και την πληρώσατε, τότε αγοράσατε και πληρώσατε μαζί της και τον χυμό της, δεν πλουτίσατε επομένως.

β) Στύψατε την λεμονόκουπα μόνος σας.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ!!! ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΠΛΟΥΤΙΣΕΤΕ ΑΝ ΣΤΥΒΕΤΕ Ο ΙΔΙΟΣ ΤΗΝ ΛΕΜΟΝΟΚΟΥΠΑ ΠΟΥ ΑΓΟΡΑΣΑΤΕ!

γ) Αυτό που πρέπει να αποκτήσετε για να πλουτίσετε  είναι μια λεμονόκουπα την οποία θα αγοράσετε άδεια αλλά με την βοήθεια στυψίματος θα σας δώσει χυμό.

ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΣΤΕΙΤΕ ΜΕ ΜΟΥΣΤΟ ΣΤΑΦΥΛΙΟΥ! ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΤΕ ΤΟΝ  ΜΟΥΣΤΟ ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΕ ΚΡΑΣΙ!! ΒΕΒΑΙΩΘΕΙΤΕ ΟΤΙ Ο ΔΙΚΟΣ ΣΑΣ ΜΟΥΣΤΟΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΤΑΙ ΣΕ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΚΡΑΣΙ!!!

4) Είμαι καπιταλιστής – κάμπια και το πείραμα με τη λεμονόκουπα πέτυχε αλλά δεν έγινα πλούσιος και το κρασί του μούστου μου έγινε δικό μου κρασί. Που θα βρω όμως την άδεια «λεμονόκουπα» που θα μου δώσει χυμό για να γίνω πλούσιος;

Η «άδεια λεμονόκουπα που σας δίνει χυμό» ήταν απλώς παράδειγμα για να καταλάβετε τι πρέπει να αποκτήσετε.

Στην πραγματικότητα αυτό που πρέπει να βρείτε στην αγορά είναι ένα ειδικό εμπόρευμα «ικανότητας για εργασία», το οποίο ονομάζεται «εργατική δύναμη».

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ!!!

ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΣΤΕ ΜΟΝΟ «ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ» ΠΟΥ ΠΡΟΜΗΘΕΥΕΙ Η ΑΓΟΡΑ!!!

ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΗΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΕΤΕ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΣΑΣ «ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ». ΑΝΤΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΑΝΤΕ ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΤΗΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ!!!

ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΤΕ ΟΤΙ ΠΡΟΜΗΘΕΥΟΜΕΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ «ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ» ΤΗΝ ΑΠΟΚΤΑΤΕ ΣΑΝ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΜΟΥΣΤΟ ΠΟΥ ΣΑΣ ΔΙΝΕΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΚΡΑΣΙ. (ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ 2)!!!

5) Πώς θα βρω αυτό το εμπόρευμα; «Εργατική δύναμη»;;; Τι είναι αυτό;;;!!!

Εσείς που αναζητείτε «εργατική δύναμη» θα την βρείτε στην αγορά όπου συνήθως βρίσκεται προς πώληση και περιμένει τον αγοραστή της.

Γιατί να μην είστε εσείς αυτός!!!

Όταν λέμε εργατική δύναμη ή ικανότητα για εργασία εννοούμε το σύνολο των φυσικών και πνευματικών ικανοτήτων που υπάρχουν στο σώμα, στη ζωτική προσωπικότητα ενός ανθρώπου και που τις βάζει σε κίνηση κάθε φορά που παράγει οποιουδήποτε είδους αξίες χρήσης.

Μην σας απασχολεί πώς βρέθηκε η «εργατική δύναμη» στην αγορά! Σίγουρα η φύση δεν παράγει από τη μια μεριά κατόχους χρήματος ή εμπορευμάτων και από την άλλη ανθρώπους που κατέχουν μόνο τις εργατικές τους δυνάμεις. Η σχέση αυτή είναι το αποτέλεσμα μιας ιστορικής εξέλιξης που προηγήθηκε, αλλά εσείς θέλετε μόνο το χρήμα σας να γίνει «κεφάλαιο» και από «καπιταλιστής – κάμπια» να γίνετε «καπιταλιστής – πεταλούδα». Για εσάς αρκεί ότι το κεφάλαιο γεννιέται μόνο εκεί όπου ο κάτοχος μέσων παραγωγής και μέσων συντήρησης βρίσκει στην αγορά τον ελεύθερο εργάτη σαν πωλητή της εργατικής του δύναμης και αυτός ο ένας ιστορικός όρος περικλείνει μέσα στου μιαν ολόκληρη παγκόσμια ιστορία. Εκμεταλλευτείτε την ευκαιρία: το σύμπαν έχει συνωμοτήσει για να πραγματοποιηθούν οι επιθυμίες σας!!!

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ!!!

ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΤΕ ΟΤΙ ΕΙΣΤΕ ΝΟΜΙΚΩΣ ΙΣΟΤΙΜΟΙ ΜΕ ΤΗΝ «ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ» ΠΟΥ ΑΓΟΡΑΖΕΤΕ. ΕΙΣΤΕ ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΛΛΑΣΕΣΘΕ ΜΕ ΤΟΝ ΠΩΛΗΤΗ ΤΗΣ. ΜΗΝ ΕΠΙΤΡΕΨΕΤΕ ΣΤΟΝ ΠΩΛΗΤΗ «ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ» ΝΑ ΣΑΣ ΕΞΑΠΑΤΗΣΕΙ!!!

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ!!!

ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΕΙΤΕ «ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ» ΜΟΝΟ ΣΕ ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΛΙΑΝΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ! ΑΓΟΡΕΣ ΧΟΝΔΡΙΚΗΣ ΣΑΣ ΕΠΙΒΑΡΥΝΟΥΝ ΜΕ ΕΞΟΔΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΑΡΓΙΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΥΝ ΤΟΝ ΠΩΛΗΤΗ ΣΕ «ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ» ΣΑΣ ΠΟΥ ΣΑΣ ΕΠΙΒΑΡΥΝΕΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΣΑΝ ΝΑ ΗΤΑΝ ΣΩΓΑΜΠΡΟΣ. ΑΠΟΦΥΓΕΤΕ «ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΗ» ΤΗΣ «ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ» ΩΣΤΕ ΝΑ ΤΗΝ ΒΡΙΣΚΕΤΕ ΠΑΝΤΟΤΕ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΤΗΝ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΠΛΟΥΤΙΣΕΤΕ!!!

6) Πόσα χρήματα θα πληρώσω για να αποκτήσω «εργατική δύναμη»;

Όπως η αξία κάθε άλλου εμπορεύματος, και η αξία της «εργατικής δύναμης» καθορίζεται από το χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή της.

Ο χρόνος εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή της «εργατικής δύναμης» αναλύεται στο χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή των μέσων συντήρησης του κατόχου της, που συνήθως είναι ζωντανό άτομο και παραδίδεται σε εσάς μαζί με την «εργατική δύναμη» αποτελώντας την συσκευασία του προϊόντος.

Με άλλα λόγια η αξία της «εργατικής δύναμης» είναι η αξία των μέσων συντήρησης που είναι αναγκαία για τη συντήρηση του κατόχου της (συσκευασίας).

Αν υποθέσουμε ότι η εργάσιμη μέρα διαρκεί 12 ώρες και ότι σ’ αυτή τη μάζα των εμπορευμάτων που είναι κατά μέσο όρο καθημερινά αναγκαία για τη συντήρηση του κατόχου της «εργατικής δύναμης» περιέχονται 6 ώρες κοινωνικής εργασίας, τότε για την καθημερινή παραγωγή της «εργατικής δύναμης» απαιτείται μισή μέρα εργασίας.

Αυτό το ποσό εργασίας που απαιτείται για την καθημερινή της παραγωγή αποτελεί την ημερήσια αξία της «εργατικής δύναμης».

Αν η μισή μέρα κοινωνικής εργασίας παριστάνεται επίσης με ένα χρυσό τάλιρο, τότε το τάλιρο είναι η τιμή που ανταποκρίνεται στην ημερήσια αξία της «εργατικής δύναμης».

Αν ο κάτοχός της «εργατικής δύναμης» την προσφέρει για πώληση προς ένα τάλιρο τη μέρα, τότε η τιμή πώλησής της είναι ίση με την αξία της και, εσείς, που σύμφωνα με την προϋπόθεσή μας είστε ο «κάτοχος του χρήματος» που σας έχει κυριέψει το πάθος να μετατρέψετε τα τάλιρά σε κεφάλαιο, πληρώστε αυτή την αξία!

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ!!!

α΄. Αν οι παραπάνω οδηγίες σας φαίνονται δυσνόητες απευθυνθείτε σε δικηγόρο.

β΄. Σε κάθε περίπτωση μια ημερήσια «εργατική δύναμη» θα σας κοστίσει τα χρήματα που χρειάζονται ώστε ο κάτοχός της που σας την μεταβίβασε με πώληση να τραφεί μια ημέρα. Προτιμήστε άτεκνο κάτοχο (συσκευασία) προκειμένου να μην επιβαρυνθείτε με την ημερήσια τροφή των τέκνων αυτού.  Προτιμήστε κάτοχο «εργατικής δύναμης» με ιδιόκτητη κατοικία προκειμένου να μην επιβαρυνθείτε ημερησίως με το 1/30 του μηνιαίου ενοικίου αυτού. Σε περίπτωση που εντοπίσετε συνδικαλιστικό καρτέλ καταγγείλετε αμελητί παράβαση νόμων ελεύθερης αγοράς.

Για διευκρινίσεις και πληροφορίες, Εδμόνδος Χλαπατσόπουλος, δικηγόρος, τηλ. 548624458775 (ώρες γραφείου).

ΒΗΜΑ ΤΡΙΤΟ – ΜΑΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ – ΚΑΝΟΝΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

ΠΡΟΣΟΧΗ!!!

@ Μη ανοίγετε τη συσκευασία για να δείτε τον μηχανισμό λειτουργίας. Κίνδυνος αχρήστευσης του προϊόντος.

@ Ακατάλληλο για  παιδία κάτω των 5 ετών. Περιέχει μικρά τμήματα  που μπορούν να τα καταπιούν.

@ Το προϊόν χρησιμοποιείται από παιδιά μόνο με την επίβλεψη ενηλίκων.

@ Σε περίπτωση κατάποσης τηλεφωνήστε στο κέντρο δηλητηριάσεων ή συμβουλευτείτε τον γιατρό σας.

@ Αποσυνδέστε το προϊόν όταν μένει εκτός χρήσης.

@ Υπερθέρμανση του προϊόντος μπορεί να οδηγήσει σε έκρηξη.

@ Σε περίπτωση εκρήξεως προϊόντος καλέσατε Μονάδες Αποκαταστάσεως Τάξεως.

@ Κατά το παρελθόν αναφερθείσες παρενέργειες (ωράριο, κοινωνική ασφάλιση, συλλογική σύμβαση κ.ά.) αντιμετωπίστηκαν με επέμβαση του στρατού και του στόλου.

@ Μην δώσετε σημασία σε αυτές τις παρενέργειες, συνεχίστε να παίρνετε την «εργατική δύναμή» σας κανονικά, συμβουλευτείτε τον αστυνομικό και τον εισαγγελέα σας.

@ Τηλέφωνο επειγόντων περιστατικών: 100

ΒΗΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ – ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΣ ΤΗΝ «ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ» ΜΟΥ

Η αξία χρήσης που παίρνετε σε αντάλλαγμα σαν «κάτοχος του χρήματος» φαίνεται μόνο στην πραγματική της κατανάλωση: στο προτσές κατανάλωσης της «εργατικής δύναμης».

Όλα τα πράγματα που χρειάζονται γι’ αυτό το προτσές, πρώτη ύλη κλπ, τα αγοράζετε στην αγορά εμπορευμάτων και πληρώνετε ολόκληρη την τιμή τους.

Το προτσές κατανάλωσης της εργατικής δύναμης είναι ταυτόχρονα το προτσές παραγωγής εμπορευμάτων και υπεραξίας.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ!!!

ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΕΤΕ ΤΗΝ «ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ» ΣΑΣ ΜΟΝΟ ΕΦΟΣΟΝ ΑΥΤΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΕΙ ΜΕΣΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ.

ΕΠΙΣΥΝΑΨΤΕ ΣΤΗΝ «ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ» ΣΑΣ ΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΜΕΣΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ.

Προτεινόμενα μέσα παραγωγής: Βαμβάκι για νήμα, δέρμα για υποδήματα, γρανάζια για εργαλειομηχανές, εκρηκτική ύλη για χειροβομβίδες, τομάτες και τενεκέδες για κονσερβοποίηση, λεμονόκουπες  ή ολόκληρα λεμόνια για χυμό λεμονιού (ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ 1), καφές για «ελληνικό» ή «καπουτσίνο», υλικά πίτσας, πίτσες και παπάκια για κατ’ οίκον παράδοση, οχήματα – πλοία – αεροπλάνα για μεταφορές αγαθών ή επιβατών, ξυλεία για ξενοδοχειακές κλίνες, ξενοδοχειακές κλίνες για στρώσιμο σεντονιών, μικροσκόπια για αναλύσεις ούρων, ηλεκτρονικοί υπολογιστές για συγγραφή μηνύσεων.

ΜΠΟΡΕΙΤΕ να επινοήσετε και δικά σας κατάλληλα μέσα παραγωγής και να τα προμηθευτείτε στην αγορά καταβάλλοντας την τιμή τους.

ΒΕΒΑΙΩΘΕΙΤΕ ότι τα συνημμένα στην «εργατική δύναμή» σας μέσα παραγωγής δεν εξυπηρετούν προσωπικές σας ανάγκες, προκειμένου να μπορείτε να πουλήσετε το προϊόν της μεταποίησής τους.

ΠΡΟΣΟΧΗ! Χρησιμοποίηση «εργατικής δύναμης» για παροχή προσωπικών υπηρεσιών αποκλείει πλουτισμό σας.

Όπως η κατανάλωση κάθε άλλου εμπορεύματος, έτσι και η κατανάλωση της «εργατικής δύναμης» συντελείται έξω από την αγορά ή έξω από τη «σφαίρα κυκλοφορίας».

Εγκαταλείψετε αυτή τη θορυβώδη σφαίρα που βρίσκεται στην επιφάνεια και είναι προσιτή σε όλα τα μάτια,

Οδηγείστε τον κάτοχο της εργατικής δύναμης στον απόκρυφο τόπο της παραγωγής που στο κατώφλι του είναι γραμμένο «απαγορεύεται η είσοδος εις τους μη έχοντας εργασίαν».

Βεβαιωθείτε για την ανάρτηση της επιγραφής.

ΒΗΜΑ ΠΕΜΠΤΟ – ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΜΑΣ

Η σφαίρα της κυκλοφορίας ή της ανταλλαγής εμπορευμάτων, που μέσα στα πλαίσιά της κινείται η αγορά και η πώληση της «εργατικής δύναμης» που αποκτήσατε, ήταν αληθινή Εδέμ των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Εδώ κυριαρχούσε μόνο η ελευθερία, η ισότητα, η ιδιοκτησία!

Ελευθερία! επειδή ο αγοραστής και ο πωλητής ενός εμπορεύματος λχ της «εργατικής δύναμης», υποτάσσονται μόνο στην ελεύθερη βούλησή τους. Συμβάλλονται σαν ελεύθερα, νομικώς ισότιμα πρόσωπα.

Ισότητα! επειδή σχετίζονται μεταξύ τους μόνο σαν κάτοχοι εμπορευμάτων και ανταλλάσσουν ισοδύναμοι με ισοδύναμο.

Ιδιοκτησία! Επειδή ο καθένας εξουσιάζει μόνο αυτό που είναι δικό του.

Αποχωρείστε από την ως άνω σφαίρα «απλής κυκλοφορίας» ή «ανταλλαγής εμπορευμάτων».

Καθώς αποχωρείτε, θα διαπιστώσετε ότι μεταβάλλεται κιόλας κάπως η φυσιογνωμία σας. Μην ανησυχήσετε. Συνεχίστε την αποχώρησή σας.

Εσείς σαν πρώην «κάτοχος χρήματος» προπορεύεστε πλέον σαν κεφαλαιοκράτης και ο κάτοχος της «εργατικής δύναμης» σας ακολουθεί σαν εργάτης σας.

Εσείς με ένα πολυσήμαντο μειδίαμα και πολυάσχολος, ο δεύτερος συνεσταλμένος, διστακτικός, σαν τον άνθρωπο που φέρνει στην αγορά για να πουλήσει το ίδιο του το τομάρι, ξέροντας ότι το μόνο που τον περιμένει είναι το γδάρσιμο.

ΒΗΜΑ ΕΚΤΟ – ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ «ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ» ΠΟΥ ΑΓΟΡΑΣΑ

Καταπιαστείτε με την κατανάλωση του εμπορεύματος που αγοράσατε, της «εργατικής δύναμης» σας.

Βάλετε το φορέα της «εργατικής δύναμης» (εργάτη) να καταναλώσει με την εργασία του τα μέσα παραγωγής σας που επιλέξατε γι’ αυτόν.

Μεριμνήσατε για την σκόπιμη χρησιμοποίησή τους.

Βεβαιωθείτε για την κατανάλωση της «εργατικής δύναμής» σας κατά τη διάρκεια της «εργάσιμης ημέρας».

Θυμηθείτε το ΠΕΙΡΑΜΑ 2: Όπως ο μούστος ήταν δικός σας επειδή τον αγοράσατε, για τον ίδιο λόγο είναι δική σας και η «εργατική δύναμη» που αποκτήσατε αγοράζοντάς την. Και όπως από τον δικό σας μούστο έγινε δικό σας το κρασί, παρομοίως από την «εργατική δύναμη» που καταναλώνετε, απομένει δικό σας και το προϊόν της.

ΒΗΜΑ ΕΒΔΟΜΟ – ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΧΡΗΣΙΜΟ ΠΡΟΪΟΝ, ΜΑ ΕΝΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ, ΜΙΑ ΑΞΙΑ. ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΑΞΙΑ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ!!!). 

θέλετε τώρα να παραγάγετε ένα εμπόρευμα που η αξία του να είναι μεγαλύτερη από το άθροισμα των αξιών των εμπορευμάτων που απαιτήθηκαν για την παραγωγή του.

Δηλαδή η αξία του να είναι μεγαλύτερη από την αξία των μέσων παραγωγής και της «εργατικής δύναμης», για τα οποία προκαταβάλατε στην αγορά εμπορευμάτων το αγαπημένο σας χρήμα.

Ας παρακολουθήσουμε μαζί, σαν να βλέπουμε τηλεόραση, έναν εμπειρογνώμονα που ειδικά για εσάς δέχτηκε, μετά από παράκλησή μας, να ακολουθήσει την ΒΗΜΑ ΠΡΟΣ ΒΗΜΑ ΜΕΘΟΔΟ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΥ που σας παρουσιάζουμε!!!

ΒΗΜΑ ΟΓΔΟΟ – ΕΞΕΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟ ΑΞΙΩΝ

Ο κεφαλαιοκράτης – εμπειρογνώμονας που ειδικά για εσάς προσφέρθηκε να επιδείξει την μοναδική «μέθοδο Μαρξ» ξυπνάει «με τις κότες», νίβεται, και παίρνοντας πρωινό εξετάζει το τιμολόγιο αξιών.

Τα κατάλληλα για την «εργατική δύναμή» του μέσα παραγωγής που επέλεξε αποσκοπούν στην  παραγωγή βαμβακερού νήματος.

# Η «πρώτη ύλη», 10 λίβρες βαμβάκι, αγοράστηκε στην αξία της: 10 σελίνια.

# Για την μετατροπή 10 λιβρών βαμβακιού σε 10 λίβρες νήμα,  χρειάζεται να καταναλωθούν 2 αδράχτια. Και αυτά αγοράστηκαν στην αξία τους = 2 σελίνια.

# 10+2=12 σελίνια, που αντιπροσωπεύουν προϊόν 24 ωρών εργασίας: Στα μέσα παραγωγής που θα μεταποιηθούν σε νήμα είναι «αντικειμενοποιημένες» δυο 12ωρες μέρες εργασίας.

# Τα 12 σελίνια που αντιπροσωπεύουν ως αξία τις δυο αυτές μέρες εργασίας αποτελούν συστατικό μέρος της αξίας του νήματος που θα παραχθεί.

# Ο κεφαλαιοκράτης αγόρασε την «εργατική δύναμη» στην ημερήσια αξία της = 3 σελίνια (ένα «τάλιρο»).

# Σε αυτά τα τρία σελίνια είναι ενσωματωμένες 6 ώρες εργασίας, και επομένως απαιτείται αυτή η ποσότητα εργασίας για να παραχθεί μια μέση ποσότητα των καθημερινών μέσων συντήρησης του εργάτη.

# Η «εργατική δύναμη»,  ο «κλώστης», στο διάστημα μιας ώρας εργασίας μετατρέπει 1 2/3 λίβρες μπαμπάκι σε 1 2/3 λίβρες νήμα, οπότε σε 6 ώρες μετατρέπει 10 λίβρες μπαμπάκι σε 10 λίβρες νήμα.

# Όσο λοιπόν το βαμβάκι των 10 λιβρών κλώθεται, απορροφάει 6 ώρες εργασίας.

# Ο ίδιος εργάσιμος χρόνος παρασταίνεται μ’ ένα χρηματικό ποσό 3 σελινιών.

# Επομένως με το κλώσιμο προστίθεται στο μπαμπάκι μια αξία 3 σελινιών.

Αλλά το breakfast τελείωσε κιόλας. ας μην καθόμαστε άλλο. Αμ έπος αμ έργον!

ΒΗΜΑ ΕΝΑΤΟ – ΕΞΙ ΩΡΕΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

Ας κοιτάξουμε τώρα τη συνολική αξία του προϊόντος των 10 λιβρών νήματος:

Σ’ αυτές έχουν αντικειμενοποιηθεί 2 ½ μέρες εργασίας.

Δυο μέρες περιέχονται στο μπαμπάκι και στη μάζα του αδραχτιού και μισή μέρα απορροφήθηκε στη διάρκεια του κλώσιμου.

Ο ίδιος χρόνος εργασίας παρασταίνεται με ένα χρηματικό ποσό 15 σελινιών.

Έτσι η τιμή που αντιστοιχεί στην αξία των 10 λιβρών νήματος είναι 15 σελίνια και η τιμή μιας λίβρας νήματος 1 σελίνι και 6 πένες.

                     *******

Ο κεφαλαιοκράτης μας παραξενεύεται. Η αξία του προϊόντος είναι ίση με την αξία του κεφαλαίου που προκαταβλήθηκε. Η αξία που προκαταβλήθηκε, δεν αξιοποιήθηκε, δεν παρήγαγε υπεραξία επομένως το χρήμα δεν μετατράπηκε σε κεφάλαιο. Η τιμή των 10 λιβρών νήματος είναι 15 σελίνια και ξοδεύτηκαν 15 σελίνια στην αγορά εμπορευμάτων για τους παράγοντες του προτσές εργασίας: 10 σελίνια για μπαμπάκι, 2 σελίνια για τη μάζα των αδραχτιών που καταναλώθηκε και 3 σελίνια για την εργατική δύναμη

Αυτό καθ’ αυτό το αποτέλεσμα τούτο δεν είναι παράξενο. Η αξία μιας λίβρας νήματος είναι 1 σελίνι και 6 πένες κι έτσι για 10 λίβρες νήματος ο κεφαλαιοκράτης μας θα ‘πρεπε να πληρώσει στην αγορά εμπορευμάτων 15 σελίνια.

Ο κεφαλαιοκράτης μας που κάτι ξέρει από χυδαία οικονομία θα πει ίσως ότι προκατέβαλε τα χρήματά του με σκοπό να τα αυγατίσει. Ο δρόμος προς την κόλαση είναι ωστόσο στρωμένος με καλές προθέσεις και μπορούσε εξίσου να επιδιώξει να κερδίζει χρήματα χωρίς να παράγει.

Έτσι λχ το 1844-1847 απόσυρε από την παραγωγική επιχείρηση μέρος του κεφαλαίου του για να το παίξει στις μετοχές των σιδηροδρόμων. Έτσι και τον καιρό του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου έκλεισε το εργοστάσιό του και πέταξε τον εργοστασιακό εργάτη στο δρόμο για να παίξει στο χρηματιστήριο μπαμπακιού του Λίβερπουλ.

Απειλεί. Δεν θα την ξαναπάθει. Στο εξής λέει, θα αγοράζει το εμπόρευμα έτοιμο από την αγορά αντί να το παράγει ο ίδιος. Αν όμως όλα του τ’ αδέλφια οι καπιταλιστές κάνουν το ίδιο, από πού θα βρει εμπόρευμα στην αγορά; Και το χρήμα δεν μπορεί να το φάει.  Κανοναρχεί. Πρέπει να πάρουν υπόψη την εγκράτειά του. Μπορούσε να σπαταλήσει τα 15 σελίνια του. Αντί γι’ αυτό τα κατανάλωσε παραγωγικά κι έφτιαξε νήμα με αυτά. Σε αντιστάθμισμα όμως έχει νήμα από τύψεις συνείδησης. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να ξαναπέσει στο ρόλο του θησαυριστή, που μας έδειξε που οδηγεί ο ασκητισμός. Άλλωστε, «ουκ αν λάβης παρά του μη έχοντος». Οποιοδήποτε κι αν ήταν το όφελος της αυταπάρνησής του, δεν υπάρχει τίποτα για να την αμείψει ιδιαίτερα, γιατί η αξία του προϊόντος είναι ίση μόνο με το άθροισμα των εμπορευματικών αξιών που ρίχτηκαν σε αυτό το προτσές.  Μπορεί λοιπόν να παρηγορεί τον εαυτό του λέγοντας ότι η αρετή αμείβεται με την αρετή. Αντί γι’ αυτό όμως, γίνεται απαιτητικός. Το νήμα τού είναι άχρηστο. Το ‘χει παραγάγει για να το πουλήσει.  Ας το πουλήσει λοιπόν ή, απλούστερα, ας παράγει στο μέλλον μόνο πράγματα για τις δικές του ανάγκες, μια συνταγή που του την έδωσε κιόλας ο οικογενειακός του γιατρός Μακ Κούλοκ σαν δοκιμασμένο μέσο ενάντια στην επιδημία της υπερπαραγωγής. Πεισματώνει. Μήπως ο εργάτης μπορεί έτσι χωρίς τίποτα, μονάχα με τα μέλη του σώματός του να φτιάχνει προϊόντα εργασίας, να παράγει εμπορεύματα;   Μήπως δεν του ‘δωσε την ύλη με την οποία και στην οποία μόνο μπορεί να ενσωματώσει την εργασία του; Επειδή όμως το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας αποτελείται από τέτοιους ξυπόλητους, δεν πρόσφερε μήπως με τα μέσα παραγωγής του, με το μπαμπάκι του και με τ’ αδράχτια του, μια ανεχτίμητη υπηρεσία στην κοινωνία και στον εργάτη, που επιπλέον τον έχει εφοδιάσει με τα μέσα συντήρησης; Και δεν πρέπει να βάλει στο λογαριασμό την υπηρεσία αυτή;  Μήπως ο εργάτης δεν του ανταπόδωσε την υπηρεσία που μετατρέπει το μπαμπάκι και τ’ αδράχτια σε νήμα; Εξάλλου εδώ δεν πρόκειται για υπηρεσίες. Μια υπηρεσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά το ωφέλιμο αποτέλεσμα μιας αξίας χρήσης, είτε του εμπορεύματος είτε της εργασίας. Εδώ όμως πρόκειται για την ανταλλαχτική αξία. Ο κεφαλαιοκράτης πλήρωσε στον εργάτη την αξία 3 σελινιών. Ο εργάτης του επέστρεψε ένα ακριβές ισοδύναμο με τη μορφή της αξίας των 3 σελινιών που πρόσθεσε στο μπαμπάκι, αξία αντί αξίας. Και ο φίλος μας που μόλις τώρα δα κόμπαζε για το κεφάλαιό του, παίρνει ξαφνικά τη μετριόφρονη στάση του εργάτη του. Μήπως δε δούλεψε κι ο ίδιος; μήπως δεν έκανε τη δουλειά της επίβλεψης, της επιστασίας πάνω στον κλώστη; Μήπως κι αυτή του η εργασία δεν δημιουργεί αξία; Ο επιστάτης του κι ο διευθυντής του σηκώνουν τους ώμους.  Στο μεταξύ όμως ξαναϋποδήθηκε με χαρούμενο χαμόγελο την παλιά του φυσιογνωμία. Μας κορόιδευε με όλη αυτή την κατήχηση. Δε δίνει πεντάρα για όλα αυτά. Όλες αυτές τις σάπιες δικαιολογίες και κούφιες φλυαρίες τις αναθέτει στους ειδικά γι’ αυτό το σκοπό πληρωνόμενους καθηγητές της πολιτικής οικονομίας. Ο ίδιος είναι πραχτικός άνθρωπος, που αν και δεν αναλογίζεται πάντα τι λέει έξω από την επιχείρησή του, ξέρει όμως πάντα τι κάνει στην επιχείρησή του.

Ας εξετάσουμε το ζήτημα από κοντά.

Το γεγονός ότι χρειάζεται μισής μέρας εργασία για να κρατήσει τον εργάτη 24 ώρες στη ζωή, δεν εμποδίζει καθόλου τον εργάτη να δουλέψει μια ολόκληρη μέρα. Ώστε λοιπόν η αξία της εργατικής δύναμης και η αξιοποίησή της, η αξία που μπορεί να παράγει στο προτσές της εργασίας, είναι δυο διαφορετικά μεγέθη. Αυτή τη διαφορά στην αξία είχε υπόψη του ο κεφαλαιοκράτης όταν αγόραζε την εργατική δύναμη. Η χρήσιμη ιδιότητά της να φτιάχνει νήμα ή υποδήματα ήταν μόνο ένα condition sine qua non [όρος εκ των ουκ άνευ], γιατί η εργασία πρέπει να ξοδεύεται με ωφέλιμη μορφή για να δημιουργεί αξία. Αυτό όμως που έκρινε την υπόθεση είναι η ειδική αξία χρήσης αυτού του εμπορεύματος, η ιδιότητά του να είναι πηγή αξίας και μάλιστα περισσότερης αξίας απ’ ό,τι έχει το ίδιο.

Αυτή είναι η ειδική υπηρεσία που ο κεφαλαιοκράτης περιμένει από την εργατική δύναμη. Και ενεργεί εδώ σύμφωνα με τους αιώνιους νόμους της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Ο κάτοχος του χρήματος πλήρωσε την ημερήσια αξία της εργατικής δύναμης, γι’ αυτό του ανήκει η χρήση της στο διάστημα της μέρας, η εργασία μιας ολόκληρης μέρας. Το περιστατικό ότι η ημερήσια συντήρηση της εργατικής δύναμης κοστίζει μόνο μισής μέρας εργασία παρά το γεγονός ότι η εργατική δύναμη μπορεί να δρα, να εργάζεται μια ολόκληρη μέρα, ότι επομένως η αξία που δημιουργεί η χρήση της στο διάστημα μιας ημέρας είναι διπλάσια από τη δική της ημερήσια αξία, το περιστατικό αυτό είναι μεγάλο βέβαια ευτύχημα για τον κεφαλαιοκράτη, δεν αποτελεί όμως καθόλου αδικία σε βάρος του πωλητή της εργατικής του δύναμης.

ΕΚΠΛΗΞΗ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Ο κεφαλαιοκράτης μας πρόβλεψε τούτη την περίπτωση που τον κάνει να γελάει. Γι’ αυτό, ο εργάτης στον τόπο της δουλειάς βρίσκει τα απαραίτητα μέσα παραγωγής όχι μόνο για ένα εξάωρο μα για ένα δωδεκάωρο προτσές εργασίας. Αν οι 10 λίβρες μπαμπάκι απορρόφησαν 6 ώρες εργασία και μετατράπηκαν σε 10 λίβρες νήμα, τώρα 20 λίβρες μπαμπάκι θ’ απορροφήσουν 12 ώρες εργασία και θα μετατραπούν σε 20 λίβρες νήμα.  Ας εξετάσουμε το προϊόν του παρατεταμένου προτσές εργασίας. Στις 20 λίβρες νήμα είναι τώρα αντικειμενοποιημένες 5 εργάσιμες μέρες, 4 στην καταναλωμένη μάζα μπαμπακιού και αδραχτιού και 1 που απορροφήθηκε από το μπαμπάκι στη διάρκεια του κλώσιμου. Η χρηματική έκφραση 5 ημερών εργασίας όμως είναι 30 σελίνια. Αυτή λοιπόν είναι η τιμή των 20 λιβρών νήματος. Το νήμα εξακολουθεί να κοστίζει 1 σελίνι και 6 πένες η λίβρα.  Όμως το άθροισμα των αξιών των εμπορευμάτων που ρίχτηκαν στο προτσές ήταν 27 σελίνια. Η αξία του νήματος είναι 30 σελίνια. Η αξία του προϊόντος αυξήθηκε κατά 1/9 πέρα από την αξία που προκαταβλήθηκε για την παραγωγή του. Έτσι τα 27 σελίνια μετατράπηκαν σε 30 σελίνια. Γέννησαν μια υπεραξία από 3 σελίνια. Το τέχνασμα πέτυχε επιτέλους. Το χρήμα μετατράπηκε σε κεφάλαιο».

Ο κεφαλαιοκράτης επιστρέφει τώρα στην αγορά, όπου είχε αγοράσει προηγούμενα εμπόρευμα, και πουλάει εμπόρευμα. Πουλάει το νήμα προς 1 σελίνι και 6 πένες τη λίβρα, ούτε μια πεντάρα πάνω ή κάτω από την αξία του. Και όμως τραβάει από την κυκλοφορία 3 σελίνια παραπάνω από όσα είχε ρίξει αρχικά σ’ αυτήν.

Όλα είναι άριστα στον καλύτερο από όλους τους δυνατούς κόσμους.

ΒΗΜΑ ΔΕΚΑΤΟ – ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ

Ξοδέψατε 27 σελίνια και πήρατε 30!

Μη μου πείτε ότι δεν είστε ικανοποιημένοι!!

Και όσο για τον τρόπο που θα απολαύσετε το μικρό αυτό κέρδος σας, μην περιμένετε από εμάς συμβουλές!!!

Οι δικές μας υπηρεσίες σε αυτό το σημείο ολοκληρώθηκαν, παραμένοντας πρόθυμοι πάντοτε να απαντήσουμε σε κάθε σας απορία για να σας βοηθήσουμε να ΑΥΞΗΣΕΤΕ ΤΟ ΧΡΗΜΑ ΣΑΣ και να ΠΛΟΥΤΙΣΕΤΕ ακολουθώντας τα παραπάνω ΔΕΚΑ ΑΠΛΑ ΒΗΜΑΤΑ!!!!


Ο Μαρξ για την εγκράτεια, την αποταμίευση, την εργατικότητα

15 χρόνια (1991-2005) καπιταλιστικής ανάπτυξης («πλαστής ευμάρειας» σύμφωνα με την εκκλησία και με τις συνεντεύξεις των περισσότερων διανοουμένων, καλλιτεχνών κλπ) έχουν δώσει τη θέση τους σε ήδη 6 χρόνια καπιταλιστικής κρίσης («κρίσης πρωτίστως ηθικής» σύμφωνα με τους παραπάνω). Το κείμενο του Μαρξ που ακολουθεί, εμφανίζεται στις συνθήκες αυτές ιδιαίτερα επίκαιρο (από άποψη οικονομική όσο και… ηθική): Από την εποχή των «ελληνάδικων», του «σήκωσέ το το τιμημένο» και του καταναλωτικού δανεισμού (αντί για μισθό) έως τους πανηγυρισμούς του «μιλένιουμ» και της «καλύτερης ολυμπιάδας στην ιστορία», από το άδοξο τέλος του χρηματιστηριακού τζόγου έως τον ΕΝΦΙΑ, τα τεκμήρια διαβίωσης, τη δαμόκλειο σπάθα  των πλειστηριασμών και το αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο – τερατούργημα, από το 8ωρο ως την «ευελφάλεια» και από τη «γενιά των 700 ευρώ» ως τη γενιά των 1,5 εκατομμυρίων ανέργων,  η διαφήμιση της απόλαυσης και της κατανάλωσης συμβαδίζει ή εναλάσσεται συνεχώς με το κήρυγμα της εγκράτειας, της λιτότητας, της στέρησης. Κι από ό,τι φαίνεται, μοντέρνο δεν είναι το περιεχόμενο αλλά μόνο οι μορφές. 

Το κείμενο είναι από: Karl Marx, ΒΑΣΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ (GRUNDRISSE) ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, τόμος Β΄, Στοχαστής, σελ. 210-213 (ο χωρισμός σε παραγράφους έγινε από το μπλογκ προς διευκόλυνση της ανάγνωσης).

======================

«…Σκοπός της ανταλλαγής για τον εργάτη είναι η ικανοποίηση των αναγκών του. Αντικείμενο της ανταλλαγής του είναι ένα άμεσο αντικείμενο της ανάγκης, και όχι η ανταλλακτική αξία σαν τέτοια. Εισπράττει βέβαια χρήμα, αλλά μόνο στον προσδιορισμό του νομίσματος· μονάχα δηλαδή σαν διαμεσολάβηση που αίρει τον εαυτό της και εξαφανίζεται. Αυτό λοιπόν που παίρνει με την ανταλλαγή δεν είναι η ανταλλακτική αξία, δεν είναι ο πλούτος, αλλά είναι μέσα διαβίωσης, αντικείμενα για τη συντήρηση της ζωτικότητάς του, για την ικανοποίηση των αναγκών του γενικά – φυσικών, κοινωνικών κλπ. Είναι ένα καθορισμένο ισοδύναμο σε μέσα διαβίωσης, σε αντικειμενοποιημένη εργασία, που μέτρο της είναι το κόστος παραγωγής της δικής του εργασίας. Αυτό που εκχωρεί είναι το δικαίωμα διάθεσης της εργασίας του.

Τώρα, είναι αλήθεια από την άλλη μεριά ότι ακόμα και μέσα στην απλή κυκλοφορία το νόμισμα εξελίσσεται σε χρήμα· και ότι, κατά συνέπεια, στο μέτρο που ο εργάτης εισπράττει στην ανταλλαγή νόμισμα, μπορεί να το μετατρέψει σε χρήμα συσσωρεύοντάς το κλπ., αποσύροντάς το από την κυκλοφορία· παγιώνοντάς το σαν γενική μορφή του πλούτου αντί για φευγαλέο μέσο ανταλλαγής. Απ’ αυτή την άποψη θα μπορούσε λοιπόν να ειπωθεί ότι στην ανταλλαγή του εργάτη με το κεφάλαιο το αντικείμενο που επιδιώκει ο πρώτος -άρα και το προϊόν της ανταλλαγής γι’ αυτόν- δεν είναι το μέσο διαβίωσης αλλά ο πλούτος, δεν είναι μια ιδιαίτερη αξία χρήσης αλλά η ανταλλακτική αξία σαν τέτοια.  Κατά συνέπεια, ο εργάτης θα μπορούσε να κάνει την ανταλλακτική αξία δικό του προϊόν μονάχα με τον μοναδικό τρόπο που και ο πλούτος μπορεί γενικά να εμφανιστεί σαν προϊόν της απλής κυκλοφορίας όπου ανταλλάζονται ισοδύναμα: θυσιάζοντας δηλαδή την ουσιαστική ικανοποίηση για τη μορφή του πλούτου, αποσύροντας δηλαδή – με την εγκράτεια, την αποταμίευση, την περικοπή της κατανάλωσής του – από την κυκλοφορία λιγότερα αγαθά απ’ όσα της δίνει. Αυτός είναι ο μόνος δυνατός τρόπος πλουτισμού που τοποθετεί η ίδια η κυκλοφορία.Η εγκράτεια θα μπορούσε τότε να εμφανιστεί και με την πιο ενεργητική μορφή, που δεν έχει τοποθετηθεί στην απλή κυκλοφορία: ο εργάτης να απαρνηθεί σε ανώτερο βαθμό την ηρεμία, γενικά το είναι του – σε διάκριση από το είναι του σαν εργάτη – και να υπάρχει όσο γίνεται αποκλειστικά σαν εργάτης· να ανανεώνει δηλαδή συχνότερα την πράξη της ανταλλαγής, ή να την επεκτείνει ποσοτικά, με την εργατικότητα.

Γιαυτό και στη σημερινή κοινωνία η απαίτηση για εργατικότητα και ιδιαίτερα για αποταμίευση, εγκράτεια απευθύνεται όχι στους καπιταλιστές αλλά στους εργάτες· και μάλιστα την απευθύνουν οι καπιταλιστές. Η σημερινή κοινωνία διατυπώνει ακριβώς την παράδοξη απαίτηση, να δείχνει εγκράτεια εκείνος για τον οποίο το αντικείμενο της ανταλλαγής είναι το μέσο για τη ζωή, και όχι εκείνος για τον οποίο αποτελεί τον πλουτισμό. Η αυταπάτη ότι τάχα οι κεφαλαιοκράτες πραγματικά «έδειξαν εγκράτεια» και μ’ αυτό τον τρόπο έγιναν κεφαλαιοκράτες – απαίτηση και αντίληψη που δεν είχε νόημα παρά μόνο στην πρώτη περίοδο, όταν το κεφάλαιο διαμορφώνεται μέσα από φεουδαρχικές κλπ. σχέσεις – έχει εγκαταλειφθεί απ’ όλους τους αξιόπιστους σύγχρονους οικονομολόγους. Ο εργάτης πρέπει να αποταμιεύει, και γίνεται μεγάλος θόρυβος για τα ταμιευτήρια κλπ. (Ωστόσο για τα τελευταία παραδέχονται και οι ίδιοι οι οικονομολόγοι ότι πραγματικός τους σκοπός δεν είναι ο πλούτος, παρά μόνο η ορθολογικότερη κατανομή των δαπανών· έτσι ώστε όταν οι εργάτες γερνούν, ή όταν έρχονται αρρώστιες, κρίσεις κλπ. να μην καταφεύγουν στα φτωχοκομεία, στο κράτος, στη ζητιανιά (μ’ ένα λόγο, να επιβαρύνουν την ίδια την εργατική τάξη, και συγκεκριμένα: όχι τους καπιταλιστές, φυτοζωώντας από την τσέπη τους)· η αποταμίευση υπάρχει λοιπόν για τους καπιταλιστές· μείωση γιαυτούς του κόστους παραγωγής των εργατών.)

Ωστόσο κανείς οικονομολόγος δε θα αρνηθεί πως αν οι εργάτες γενικά, δηλαδή σαν εργάτες (αυτό που κάνει, ή μπορεί να κάνει, ο ξεχωριστός εργάτης σ’ αντιδιαστολή προς το γένος του μπορεί να υπάρχει ακριβώς σαν εξαίρεση και μόνο, όχι σαν κανόνας, γιατί δεν ανήκει στον προσδιορισμό της ίδιας της σχέσης), αν δηλαδή κατά κανόνα ικανοποιούσαν αυτές τις απαιτήσεις (πέρα από τη ζημιά που θα προκαλούσαν στη γενική κατανάλωση – το έλλειμμα θα ήταν τεράστιο – άρα και στην παραγωγή, άρα και στον αριθμό και στον όγκο των ανταλλαγών που θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν με το κεφάλαιο, άρα και στον εαυτό τους σαν εργάτες), τότε ο εργάτης θα χρησιμοποιούσε μέσα που αίρουν απόλυτα τον ίδιο τους το σκοπό, και που θα τον υποβίβαζαν αναγκαστικά στο επίπεδο του Ιρλανδού, στο επίπεδο του μισθωτού εργάτη που βλέπει το πιο ζωώδικο ελάχιστο όριο αναγκών, μέσων διαβίωσης, σαν μοναδικό αντικείμενο και σκοπό της ανταλλαγής του με το κεφάλαιο. Σκοπεύοντας λοιπόν να κάνει σκοπό του τον πλούτο αντί για την αξία χρήσης, ο εργάτης όχι μόνο δεν θα πλούτιζε παρά θάχανε κι από πάνω και την αξία χρήσης. Γιατί κατά κανόνα το ανώτατο όριο της εργατικότητας, της εργασίας, και η ελάχιστη κατανάλωση – γιατί αυτό είναι το ανώτατο όριο της εγκράτειας και της αποταμίευσής του – δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν τον εργάτη να παίρνει για το ανώτατο όριο της δουλειάς τον ελάχιστο δυνατό μισθό. Μ’ όλους τους κόπους του απλά θα είχε μειώσει το γενικό επίπεδο του κόστους παραγωγής της ίδιας του της εργασίας, και γιαυτό τη γενική της τιμή.

Μόνο σαν εξαίρεση μπορεί ο εργάτης με τη δύναμη της θέλησης, τη φυσική δύναμη και αντοχή, τη φιλαργυρία κλπ., να μετατρέψει το νόμισμά του σε χρήμα, σαν εξαίρεση από την τάξη του και τους γενικούς όρους της ύπαρξής του. Αν όλοι, ή οι περισσότεροι, δείχνουν εργατικότητα (στο μέτρο που η εργατικότητα αφήνεται καν στην προαίρεσή τους στη σύγχρονη βιομηχανία – πράγμα που δε συμβαίνει στους σημαντικότερους και τους πιο αναπτυγμένους παραγωγικούς κλάδους), τότε δεν αυξάνουν την αξία του εμπορεύματός τους παρά μόνο την ποσότητά του· άρα και τις απαιτήσεις που θα τεθούν πάνω σ’ αυτό σαν αξία χρήσης. Αν όλοι αποταμιεύουν, τότε μια γενική μείωση του μισθού δε θ’ αργήσει να τους ξαναφέρει στον ίσιο δρόμο, γιατί η γενική αποταμίευση θα έχει δείξει στον κεφαλαιοκράτη ότι ο μισθός τους είναι γενικά υπερβολικός, ότι εισπράττουν για το εμπόρευμά τους – την ικανότητα διάθεσης της εργασίας τους – περισσότερο από το ισοδύναμό του· αφού η ουσία της απλής ανταλλαγής – και σ’ αυτή τη σχέση βρίσκονται οι εργάτες προς τον κεφαλαιοκράτη – είναι ακριβώς ότι κανείς δεν προσθέτει στην κυκλοφορία περισσότερα απ’ όσα αποσύρει· αλλά και μπορεί να αποσύρει απ’ αυτή μόνο αυτά που της έδοσε. Ένας εργάτης, ατομικά, μπορεί να είναι εργατικός πάνω από το μέσο επίπεδο, πάνω απ’ όσο είναι υποχρεωμένος για να ζει σαν εργάτης, μονάχα επειδή κάποιος άλλος βρίσκεται κάτω από το μέσο επίπεδο, είναι πιο τεμπέλης· μπορεί να αποταμιεύει επειδή και όταν κάποιος άλλος σπαταλά. Το περισσότερο που μπορεί να πετύχει, κατά μέσο όρο, με την οικονομία του είναι: να μπορεί να υποφέρει καλύτερα τη διακύμανση των τιμών – πάνω και κάτω, τον κύκλο τους· άρα απλά και μόνο να καταμερίσει πιο ορθολογικά τις απολαύσεις του, όχι να αποκτήσει πλούτο.

Κι αυτή είναι και η πραγματική απαίτηση των καπιταλιστών. Οι εργάτες να αποταμιεύουν στους εύπορους καιρούς τόσα που να τους επιτρέπουν λίγο-πολύ να ζουν στις κακές περιόδους, να αντέχουν στην περικοπή των ωρών εργασίας ή την πτώση των μισθών κλπ. (τότε ο μισθός θάπεφτε ακόμα πιο χαμηλά.) Η απαίτηση είναι λοιπόν: οι εργάτες να περιορίζονται πάντα σ’ ένα ελάχιστο επίπεδο βιοτικών απολαύσεων και να διευκολύνουν τους καπιταλιστές στις κρίσεις κλπ.  Να διατηρούνται σαν καθαρές εργασιομηχανές και κατά το δυνατό να πληρώνουν οι ίδιοι τη φθορά τους. Πέρα από την καθαρή αποκτήνωση που θα σήμαινε κάτι τέτοιο – και τέτοια αποκτήνωση θα έκανε αδύνατη ακόμα και την απλή επιδίωξη του πλούτου σε γενική μορφή, σαν χρήμα, σαν συσσωρευμένο χρήμα – (και η συμμετοχή του εργάτη σε ανώτερες, πνευματικές επίσης απολαύσεις· η ζύμωση για τα δικά του συμφέροντα, οι συνδρομές σε εφημερίδες, η παρακολούθηση διαλέξεων, η ανατροφή παιδιών, η ανάπτυξη γούστου κλπ., η μοναδική του συμμετοχή στον πολιτισμό που τον ξεχωρίζει από τον δούλο, είναι οικονομικά δυνατή μόνο με την επέκταση του κύκλου των απολαύσεών του στους εύπορους καιρούς, τότε δηλαδή που η αποταμίευση είναι ως ένα βαθμό δυνατή), πέρα απ’ αυτά, αν ο εργάτης αποταμίευε ολότελα ασκητικά, συσσωρεύοντας έτσι βραβεία για το λούμπεν-προλεταριάτο, τους απατεώνες κλπ., που θα πλήθαιναν ανάλογα με τη ζήτηση, τότε θα μπορούσε να διατηρήσει και να κάνει αποδοτικές τις οικονομίες του – αν αυτές ξεπερνούν τους κουμπαράδες των κρατικών ταμιευτηρίων που του πληρώνουν ένα ελάχιστο τόκο για να βγάζουν οι κεφαλαιοκράτες μεγάλους τόκους από τις δικές τους ή για να του τις καταβροχθίζει το κράτος, κι έτσι ο εργάτης απλά να μεγαλώνει τη δύναμη των αντιπάλων του και την ίδια του την εξάρτηση – μόνο καταθέτοντάς τες σε τράπεζες κλπ. ώστε να χάνει ύστερα, σε καιρούς κρίσεων, τις καταθέσεις του, ενώ σε καιρούς ευημερίας αρνήθηκε κάθε απόλαυση της ζωής για να αυξήσει τη δύναμη του κεφαλαίου· αποταμίευσε λοιπόν από κάθε άποψη για το κεφάλαιο, όχι για τον εαυτό του.

Κατά τα άλλα – στο βαθμό που δεν πρόκειται συνολικά για υποκριτικές φράσεις της αστικής «φιλανθρωπίας», που όλη η ουσία της είναι να τρέφει τους εργάτες με «ευσεβείς πόθους» – κάθε καπιταλιστής απαιτεί βέβαια να αποταμιεύουν οι εργάτες του, αλλά μόνο οι δικοί του, επειδή στέκουν απέναντί του σαν εργάτες· όχι όμως, για το θεό, ο υπόλοιπος εργατικός κόσμος, γιατί αυτοί βρίσκονται απέναντί του σαν καταναλωτές. Παρόλες τις «ευσεβείς» ρητορείες, ο καπιταλιστής ψάχνει λοιπόν όλα τα μέσα για να παρακινήσει τους άλλους εργάτες σε κατανάλωση, να δόσει καινούριες χάρες στα εμπορεύματά του, να τους υποβάλει με την πολυλογία κανούριες ανάγκες κλπ. Αυτή ακριβώς η πλευρά της σχέσης κεφαλαίου και εργασίας αποτελεί ουσιαστικό εκπολιτιστικό στοιχείο, κι εδώ βασίζεται η ιστορική δικαίωση αλλά και η σημερινή δύναμη του κεφαλαίου. (Αυτή τη σχέση παραγωγής και κατανάλωσης να την αναπτύξουμε αργότερα, στον τίτλο Κεφάλαιο και κέρδος κλπ.) (ή και στο: Συσσώρευση και ανταγωνισμός των κεφαλαίων.) Ωστόσο όλες αυτές είναι εξωτερικές παρατηρήσεις, που έχουν θέση εδώ στο μέτρο που οι απαιτήσεις της υποκριτικής αστικής φιλανθρωπίας αποδείχνονται πως αυτοκαταργούνται, και άρα επιβεβαιώνουν αυτό ακριβώς που θέλουν να αναιρέσουν, ότι δηλαδή στην ανταλλαγή του εργάτη με το κεφάλαιο ο εργάτης βρίσκεται στη σχέση της απλής κυκλοφορίας, άρα δεν αποκτά πλούτο παρά μόνο μέσα διαβίωσης, αξίες χρήσης για την άμεση κατανάλωση…»

 


Το λάδι και το γάλα

Πρόκειται για αναδημοσίευση παλιότερων άρθρων, με αφορμή την είδηση για σχεδιαζόμενο λουκέτο σε 2750 ελαιοτριβεία της χώρας προκειμένου, για τις ανάγκες ανάπτυξης του χρηματιστικού κεφαλαίου,  να «αντικατασταθούν» από μερικά ελαιοτριβικά «μεγαθήρια», μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Το πρώτο άρθρο, «το λάδι», γράφτηκε και αναρτήθηκε σε αυτό το ιστολόγιο πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, και το δεύτερο, «το γάλα» δυο περίπου μήνες νωρίτερα από το πρώτο.

Προκαταλαμβάνοντας εισαγωγικά την ανάγνωση των δυο άρθρων, σημειώνω πως το κεντρικό νόημά τους είναι, ότι ενώ από τη μια, η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού εμφανίζεται ως (αναγκαία και δυνατή) συνέπεια του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής που είναι σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη (την ανάπτυξη του κεφαλαίου), από την άλλη: Καθόλου κατ’ ανάγκη δεν συμπίπτει ο βαθμός μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής ο υποταγμένος στην ανάπτυξη του κεφαλαίου, με το βαθμό μεγέθυνσης και συγκέντρωσής της  που ανταποκρίνεται στις ανάγκες ανάπτυξης της κοινωνίας. Ότι, αντίθετα, και χωρίς να απαιτούνται μαθηματικοί τύποι γι’ αυτό το συμπέρασμα,  ο βαθμός μεγέθυνσης και συγκέντρωσης του κεφαλαίου (και μαζί και της παραγωγής) ως συνέπεια της δικής του ανάπτυξης μπορεί να έρχεται, και εν προκειμένω έρχεται, σε αντίθεση, σε σύγκρουση με το βαθμό μεγέθυνσης και συγκέντρωσης τον αναγκαίο από την άποψη της ειδικά κοινωνικής ανάπτυξης. Και ότι επομένως, την ίδια στιγμή που ο σοσιαλισμός «εμφανίζεται ως (αναγκαία και δυνατή) συνέπεια του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής που είναι σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη», εμφανίζεται ταυτόχρονα και ως ανάγκη αποτροπής και αναστροφής αυτού του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής στο μέτρο που αυτός ο βαθμός υπερβαίνει τον αναγκαίο στη βάση των αναγκών της κοινωνικής ανάπτυξης και όχι της ανάπτυξης του κεφαλαίου.

Ακολουθούν τα δυο άρθρα.

—————————————————————-

Το λάδι

Εδώ και εδώ γράφει για το σχέδιο που υπέβαλε ο Στουρνάρας στο Γιούρογκρουπ, λίγο πριν τη λήξη της υπουργικής του θητείας και τη μεταπήδησή του στην ΤτΕ.

Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο τα 1500 λιοτρίβια που λειτουργούν σήμερα στην επικράτεια θα πρέπει μέχρι το 2024 να αντικατασταθούν από δυο ελαιοτριβεία που θα καλύπτουν τις συνολικές «ανάγκες» της χώρας. Όπως επίσης προβλέπεται και η λειτουργία, για όλη τη χώρα,  τριών συσκευαστήριων φρούτων και λαχανικών.

Προβαλλόμενος λόγος, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, είναι να «πετύχουμε «οικονομίες κλίμακος» και έτσι να μπορέσουμε να ανταγωνιστούμε με χαμηλές τιμές την Ισπανία».

Οι όροι του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, λοιπόν, εμφανίζονται ως αξεχώριστοι από τους όρους της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής. Κι η ίδια η μονοπωλιακή συγκέντρωση της παραγωγής εμφανίζεται ως όρος «εκ των ουκ άνευ»  της οικονομικής ανάπτυξης υπό αυτούς τους όρους ανταγωνισμού, δηλαδή σαν αναγκαίος όρος της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Προτού, όμως, κλείσουμε το θέμα «ανακαλύπτοντας» την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού ως συνέπεια της συγκέντρωσης του κεφαλαίου, της μονοπώλησης της παραγωγής και της «ανάπτυξης» που συμβαδίζει με αυτή τη συγκέντρωση και αυτή τη μονοπώληση, θα πρέπει να επισημάνουμε τη διάσταση ανάμεσα σε αυτή την «ανάπτυξη» που οι όροι της υποτάσσονται στις ανάγκες του κεφαλαίου και την «ανάπτυξη» που τους όρους της καθορίζουν οι κοινωνικές ανάγκες.

Φαινομενικά βέβαια αυτή η «παρένθεση» ανάμεσα στο γεγονός και την «αποκάλυψη» θέτει προσκόμματα στη δεύτερη, θίγει την μεταξύ τους θεωρητική «αρμονία», τον «αυτοματισμό» της σχέσης ανάμεσα σε πρόβλημα και συμπέρασμα. «Άρα»;

Πριν όμως φτάσουμε στο «άρα», το θέμα είναι ότι έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που η καπιταλιστική ανάπτυξη, έστω στρεβλά, έστω στην πλάτη του προλεταριάτου, έστω σε βάρος της εργατικής τάξης, συνέπιπτε στα γενικά ποσοτικά της μεγέθη με τις κοινωνικές οικονομικές ανάγκες, έχει δηλαδή περάσει αρκετός καιρός από τον καπιταλισμό στο στάδιο του τού «ελεύθερου συναγωνισμού».

Ο βαθμός της μονοπωλιακής συγκέντρωσης του κεφαλαίου δεν είναι ποσοτικό μέγεθος ειδικά κοινωνικό. Δεν είναι ποσοτικό μέγεθος που προσδιορίζει την ανάπτυξη της κοινωνίας, που προέρχεται από την ειδικά δική της ανάπτυξη. Είναι ποσοτικό μέγεθος της ανάπτυξης του κεφαλαίου, η οποία πραγματώνεται χάρη στην ιδιοποίηση, χάρη στη μονοπώληση των όρων ανάπτυξης της κοινωνίας. Ποσοτικό μέγεθος που προέρχεται από την αντίφαση, και που αυξάνει την αντίφαση, ανάμεσα στην κοινωνική φύση των μέσων παραγωγής και την ατομική τους ιδιοποίηση.  Είναι, σαν μέγεθος, συνέπεια αυτής της αντίφασης, που από ποσότητα έχει μετατραπεί σε ποιότητα μετατρέποντας ταυτόχρονα τον καπιταλισμό από καπιταλισμό του «ελεύθερου συναγωνισμού» σε μονοπωλιακό καπιταλισμό, σε ιμπεριαλισμό: τόσο προς τα έξω όσο και προς τα μέσα.

Με άλλα λόγια η ανάπτυξη του κεφαλαίου αφήνει ποσοτικά πίσω της την ανάπτυξη της κοινωνίας. Με άλλα επίσης λόγια οι δυνατότητες και ταυτόχρονα οι ανάγκες του κεφαλαίου που προκύπτουν από την δική του ποσοτική ανάπτυξη, δεν έχουν καμία αναγκαία σχέση με τις δυνατότητες και ανάγκες του δοσμένου επίπεδου κοινωνικής ανάπτυξης.

Με άλλα λόγια επίσης, παίρνοντας σαν πρόσφατο παράδειγμα το γάλα, τα μεγέθη της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και οι ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ τέτοιων μεγεθών μπορεί να επιβάλλουν την κατάργηση του φρέσκου γάλακτος, αλλά αντίθετα σκοπός  της ανάπτυξης της κοινωνίας είναι να μπορεί να έχει ένα ποτήρι φρέσκο γάλα κάθε παιδί και οι όροι της κοινωνικής ανάπτυξης οφείλουν να υποτάσσονται σε αυτό το σκοπό.

Σε ό,τι αφορά το λάδι (ή τα φρούτα και τα λαχανικά) περιοριζόμαστε στο ότι -εκτός από το αυτονόητο (;), την ικανοποίηση σε ποσότητα και ποιότητα των λαϊκών διατροφικών αναγκών- σε μια ισόρροπη κοινωνική ανάπτυξη η παραγωγική δραστηριότητα κλιμακώνεται προοδευτικά, ενώ αντιθετα τα μεγέθη της μονοπωλιακής συσσώρευσης είναι τέτοια που στην «οικονομία κλίμακός» τους καταπίνουν μονομιάς κάθε προοδευτική κλιμάκωση αφήνοντας πίσω τους, αντί για μια κοινωνία που αναπτύσσεται, μια κοινωνία που σαπίζει.

Πρόκειται δηλαδή για μια από τις περιπτώσεις, όπου η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού δεν πρέπει να κατανοείται τόσο σαν «αντικειμενική συνέπεια» ενός «αντικειμενικού» βαθμού οικονομικής ανάπτυξης, αλλά κυρίως  ως συνέπεια της αντίθεσης ανάμεσα στους αντικειμενικά αναγκαίους όρους ανάπτυξης του κεφαλαίου και τους αντικειμενικά αναγκαίους όρους της κοινωνικής ανάπτυξης και ως επιλογή απέναντι στο δίλημμα που προκύπτει από αυτή την αντίθεση.

ΥΓ Θα ήταν ακόμα πιο ανάγλυφο το παραπάνω σκεπτικό αν η «οικονομία κλίμακος» και οι ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού επέβαλαν την λειτουργία όχι δυο μόνο ελαιοτριβείων στην Ελλάδα, αλλά, αντί γι’ αυτά, ενός μόνο ελαιοτριβείου στην Κίνα ή στην Ινδία…

Το ότι στην πραγματικότητα αυτή η υπόθεση επαληθεύεται -αν όχι στο λάδι- στην κλωστοϋφαντουργία και σε άλλους κλάδους της μεταποίησης, κάνει φανερή την απόσταση που χωρίζει τους ορους της καπιταλιστικής ανάπτυξης από τους όρους της κοινωνικής ανάπτυξης, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την απόσπαση της υπεραξίας, αλλά και σε ό,τι αφορά τις γενικές κοινωνικές αναπτυξιακές δυνατότητες και προοπτικές.

Από αυτή την άποψη λοιπόν η ανάγκη του σοσιαλισμού προβάλλει όχι μόνο σαν αντικειμενική συνέπεια της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής αλλά και σαν συνέπεια της αντίθεσης απέναντι στην «ανάπτυξη» που επιβάλλει η κυριαρχία των μονοπωλίων, η οποία αντιστρατεύεται την ικανοποίηση των αναγκαιων όρων της κοινωνικής ανάπτυξης, καταστρέφοντας επίσης την υλική βάση ακόμα και του δοσμένου επίπεδου ανάπτυξης της κοινωνίας.

—————————————————————-

το γάλα

Σε παλιότερη ανάρτηση (την πρώτη του μπλογκ πριν 1,5-2 χρόνια) με τον τίτλο «υπερεθνικότητα» vs έθνους και διεθνισμού, είχα χρησιμοποιήσει τον «αδόκιμο» όρο «υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου», τον οποίο σε υποσημείωση εκείνης της ανάρτησης δικαιολογούσα ως εξής:

«Μπορεί ορισμένους να ξενίζει η χρήση του όρου «υπερσυγκέντρωση», σε σχέση με τον βαθμό συγκέντρωσης του κεφαλαίου.

Όμως από τη στιγμή κι έπειτα, όπου η ανάπτυξη του κεφαλαίου, και συνακόλουθα ο βαθμός της συγκέντρωσής του, άρχισε να αποτελεί μέγεθος ολωσδιόλου ξεχωριστό από τα μεγέθη που αφορούν την ανάπτυξη της κοινωνίας, από τη στιγμή που επίσης η ανάπτυξη του κεφαλαίου άρχισε να αποτελεί όρο που αντιστρατεύεται την ανάπτυξη της κοινωνίας και τους όρους αυτής της ανάπτυξης, από τη στιγμή που τα ποσοτικά μεγέθη της αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική φύση των παραγωγικών δυνάμεων και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησής τους μεταβλήθηκαν σε μια «νέα ποιότητα», από τη στιγμή δηλαδή που ο «παλιός» καπιταλισμός του ελεύθερου συναγωνισμού έδωσε οριστικά τη θέση του στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, από τότε κι έπειτα μπορεί κατά τη γνώμη μου να γίνεται λόγος για καπιταλισμό που αναπτύσσεται με όρους υπερσυγκέντρωσης του κεφαλαίου».

Το πρόβλημα που με απασχολεί δεν είναι βέβαια καθόλου το να γίνει αποδεκτός ο όρος «υπερσυγκέντρωση». Το ζήτημα δεν είναι αυτό, αλλά η εκτίμηση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που -ας μην το ξεχνάμε- όσο κι αν εμφανίζεται σαν φορέας της «τελευταίας λέξης» της τεχνικής προόδου, είναι στην πραγματικότητα φορέας της ιστορικής αντίδρασης σε όλη τη γραμμή, και η ίδια του η ανάπτυξη μπορεί να νοηθεί μόνο σαν ανάπτυξη της ιστορικής αντίδρασης: όσο περισσότερο αναπτύσσεται και «προοδεύει» ο μονοπωλιακός καπιταλισμός, τόσο περισσότερο ιστορικά αντιδραστικός γίνεται. Και τόσο περισσότερο οι ανάγκες της ανάπτυξής του έρχονται σε σύγκρουση με τις κοινωνικές ανάγκες και τους όρους ικανοποίησής τους.

Εδώ θα προσπαθήσω να δείξω ότι από την παραπάνω διαπίστωση δεν εξαιρείται η «καθαρά» οικονομική πλευρά, η πλευρά που συνήθως νοείται σαν μια απλώς «αντικειμενική», και απλώς ποσοτική εξέλιξη, η οποία καταδείχνει την ανάγκη της αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό. Το τελευταίο είναι βέβαια σωστό. Όμως αν δεν κατανοηθεί ότι, πια, και αυτή η «αντικειμενική» οικονομική εξέλιξη, τα ίδια τα «ποσοτικά» της μεγέθη είναι συναρτημένα όχι με την οικονομική εξέλιξη γενικά αλλά με την εξέλιξη του καπιταλισμού που από καιρό αντιστρατεύεται την εξέλιξη της κοινωνίας, τότε είναι δυνατόν να βγούνε λαθεμένα συμπεράσματα  για μια σειρά θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα της ταξικής πάλης.

Για να γίνω σαφέστερος, το ζήτημα που τίθεται με αφορμή την πρόσφατη νομοθεσία για το γάλα, δεν είναι μόνο ότι ως «εξέλιξη» μεν προχωράει όμως μέσω της καταστροφής των μικρών αγροτών. Το ζήτημα που τίθεται είναι  επίσης, ότι οι όροι της μονοπωλιακής συγκέντρωσης κεφαλαίου δεν συμπίπτουν με τους όρους συγκέντρωσης της παραγωγής που θα υπαγόρευαν οι κοινωνικές ανάγκες σε μια κοινωνικά σχεδιασμένη οικονομία.

*

Για το γεγονός ότι η κατάργηση της ετικέτας «φρέσκο γάλα» (μια που το φρέσκο γάλα έχει καταργηθεί αρκετό καιρό πριν την ετικέτα του) υπαγορεύτηκε από τις ανάγκες του μονοπωλιακού ανταγωνισμού που είναι καταδικασμένος  να ανεβαίνει τις αναβαθμίδες του (καταδικάζοντας και την κοινωνία να ανεβαίνει το γολγοθά της) μέσω μιας όλο και πιο μεγάλης συγκέντρωσης κεφαλαίου στα χέρια των μονοπωλιακών ομίλων, δεν είναι δύσκολο να συγκεντρωθούν αποδείξεις.

Στη σχετική έκθεση του «Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης» (από την περίφημη «εργαλειοθήκη» του οποίου  προήλθε η κατάργηση του «φρέσκου γάλακτος») αναφέρεται ότι:

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα το «φρέσκο» παστεριωμένο γάλα κυκλοφορεί με διάρκεια ζωής 5 ημερών, αποτελεί «μια αυστηρή απόκλιση από τις συνήθεις πρακτικές της ΕΕ, που προκύπτουν από τη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η απόκλιση αυτή ενδεχομένως να βλάπτει τον ανταγωνισμό στη σχετική αγορά σε σημαντικό βαθμό».

«Η κατάργηση του ορίου των πέντε ημερών θα δώσει επαρκή χρόνο στη βιομηχανία για την εισαγωγή γάλακτος από άλλες, φθηνότερες χώρες της ΕΕ, μειώνοντας έτσι το κόστος των πρώτων υλών»

«Η εντατικοποίηση του ανταγωνισμού θα καταστήσει πολύ δύσκολο για τα τοπικά μικρά αγροκτήματα να λειτουργήσουν σύμφωνα με το ισχύον επιχειρηματικό τους μοντέλο και θα περίμενε κανείς ότι ορισμένα από αυτά θα αγοραστούν από τις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις»

Από τα παραπάνω, εκτός από το ότι η κατάργηση έστω και του κατ’ όνομα φρέσκου γάλακτος υπαγορεύεται από τις ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, εκτός και από την κυνική ομολογία των επιπτώσεων στους μικρομεσαίους κτηνοτρόφους αυτού του ανταγωνισμού και των μέτρων που παίρνονται για την εξυπηρέτησή του, γίνεται φανερό και το ότι το ίδιο αυτό μέτρο που νομοθετήθηκε αποτελεί προσαρμογή στις «συνήθεις πρακτικές» της Ευρωπαϊκής Ένωσης που «προκύπτουν από τη σχετική της νομοθεσία», καθώς άλλωστε με την ιδρυτική της πράξη του Μάαστριχτ η ΕΕ έχει προσδώσει στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό (δηλαδή την κυριαρχία των μονοπωλίων) νομικό κύρος με ισχύ για όλα τα κράτη – μέλη της.

Ήρθε λοιπόν η στιγμή που και το «φρέσκο γάλα» αναγνωρίστηκε σαν περιορισμός ή σαν καταστρατήγηση της «αρχής της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων [!!!]«  την οποία προβλέπει το άρθρο 102Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Και σίγουρα δεν είναι δική μας δουλειά να παραστήσουμε τον «κριτή» για το αν την «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό» την παραβιάζει πράγματι το «φρέσκο γάλα» ή αντίθετα η κατάργησή του, για τον αν «αθέμιτος» ανταγωνισμός σε βάρος των μονοπωλίων είναι η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών ή αν, αντίθετα, «αθέμιτος» ανταγωνισμός είναι η χρησιμοποίηση από τα μονοπώλια της νομοθετικής ισχύος που αποκτούν χάρη στην ψήφο των μικρομεσαίων κτηνοτρόφων με σκοπό την εξαφάνισή τους. Ούτε, επίσης, να παραστήσουμε τον κρίτη για το αν η «αποτελεσματική κατανομή των πόρων ευνοείται» περισσότερο με το γάλα των 5 ή με το γάλα των 10 ημερών. Ούτε για το αν η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών αποτελεί ή όχι «μέσο αυθαίρετων διακρίσεων» ή «συγκεκαλυμμενο περιορισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών» (πράγμα που «απαγορεύει» το άρθρο 73Δ παρ. 3 της Συνθήκης του Μάαστριχτ):  Πόσο μάλλον που το γάλα μετατρέπεται σε «ελεύθερα κινούμενο» κεφάλαιο όταν βρίσκεται στα χέρια των καπιταλιστών και των μονοπωλίων, ενώ στα χέρια του αυτοαπασχολούμενου κτηνοτρόφου το γάλα δεν είναι καν κεφάλαιο…

*

Όλα αυτά όμως είναι η μισή αλήθεια, όσο δεν τίθεται και δεν απαντιέται το ζήτημα γύρω από τη σχέση του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής όπως αυτή πραγματοποιείται από την άποψη των αναγκών του κεφαλαίου («μεταφραζόμενη» από την άποψη αυτή σε συγκέντρωση κεφαλαίου), από τη μια, και του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής από την άποψη των αναγκών της κοινωνίας, από την άλλη.

Από την άποψη του κεφαλαίου (και ιδίως του μονοπωλιακού που αποτελεί πια την κυρίαρχη μορφή του) η συγκέντρωση της παραγωγής στα χέρια του πραγματοποιείται με γνώμωνα τις ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ των μονοπωλίων, τις συνακόλουθες ανάγκες μεγιστοποίησης της κερδοφορίας και του ποσοστού κέρδους, και επίσης πραγματοποιείται πάνω στη βάση μιας ήδη πραγματοποιημένης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου (σαν αποτέλεσμα του πληθωρισμού κερδών, που προγήθηκε κατά τη φάση της «ανάπτυξης»), το οποίο γυρεύει νέα πεδία επένδυσης και κερδοφορίας. Ιδίως όμως σε ό,τι αφορά τους κλάδους παραγωγής μέσων συντήρησης, πρέπει επίσης εμφατικά να υπογραμμιστεί ότι η μείωση του συνολικού κόστους παραγωγής τους, η μείωση δηλαδή της ανταλλακτικής αξίας τους, αποτελεί πρωταρχικό όρο αύξησης του ποσοστού της υπεραξίας, καθώς φτηνότερα μέσα συντήρησης φτηναίνουν την εργατική δύναμη μειώνοντας έτσι το μερίδιο που αποσπά αυτή από την συνολική αξία του κοινωνικού προϊόντος και αυξάνοντας την μάζα της υπεραξίας που σφετερίζεται το κεφάλαιο.

Όμως αυτά (ο ανταγωνισμός, η κερδοφορία, η συσσώρευση,  η υπεραξία κλπ), το τελευταίο πράγμα με το οποίο έχουν σχέση, είναι το γάλα, και πόσο μάλλον το φρέσκο. Και σε ό,τι αφορά το γάλα καθαυτό, η μοναδική του σχέση με αυτές τις «οικονομικές» ανάγκες και κριτήρια, περιορίζεται στο μέγιστο χρονικό διάστημα που μπορεί να καταναλώνεται χωρίς να παύει και τυπικά να είναι πια «γάλα», ως όριο πέρα από το οποίο δεν μπορούν άλλο να παραμεριστούν τα εμπόδια που βάζουν οι έσχατες φυσικές του ιδιότητες  στην «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό», στην «αποτελεσματική κατανομή των πόρων», στην «ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων και των πληρωμών».

Δεν ισχύει όμως το ίδιο από την άποψη της κοινωνίας, με τις ανάγκες της οποίας η κυριαρχία των μονοπωλίων από καιρό βρίσκεται σε αντίθεση, και για την οποία από καιρό το σύστημα της μονοπωλιακής κυριαρχίας έχει καταστεί πια «ξένο σώμα».

Φυσικά και από την άποψη της κοινωνίας δεν είναι αδιάφορη η εξοικονόμηση πόρων, είτε φυσικών είτε ανθρώπινων, δεν είναι αδιάφορο το να απαιτούνται και να ξοδεύονται για το κοινωνικό προϊόν οι ελάχιστες δυνατές ποσότητες φυσικών πόρων και ανθρώπινης εργασίας. Όμως σε ό,τι αφορά για παράδειγμα το γάλα, η εξοικονόμηση αυτή βρίσκει το εκάστοτε όριό της στην ανάγκη το γάλα να παράγεται με τις υγιεινότερες δυνατές φυσικές και τεχνικές μεθόδους και να καταναλώνεται, με μια λέξη, φρέσκο. Κι αυτή η ανάγκη οφείλει να καθορίζει, από κοινωνική άποψη, το βαθμό συγκέντρωσης της παραγωγής, την κατανομή της, την ισόμετρη ανάπτυξή της υπό όρους που δεν εντείνουν αλλά σταδιακά αναιρούν τη διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο.

Πρόκειται όμως για καθορισμό που στην πραγματικότητα απέχει όσο η μέρα και η νύχτα από την «εξέλιξη» που συνιστά η συγκέντρωση του κεφαλαίου στη βάση της συσσώρευσής του, των αναγκών της ανταγωνιστικότητάς του, και της πολιτικής του κυριαρχίας. Για καθορισμό υπό το φως του οποίου αυτή δεν συνιστά καν «εξέλιξη», αλλά μάλλον τερατογένεση. Μια διάσταση που οι συνέπειες της (αλλά και οι συνέπειες της παραγνώρισής της) αφορούν τόσο τους υλικούς – οικονομικούς όρους επαναστατικής μετάβασης από την καπιταλιστική στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή αύριο, όσο και τους όρους οικοδόμησης της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα υπόλοιπα εργαζόμενα κοινωνικά στρώματα σήμερα. Διάσταση, επίσης, που θεωρητικά παραπέμπει στο  «ηθικό συμπέρασμα», ότι «η ορθολογικά οργανωμένη αγροτική οικονομία δεν συμβιβάζεται με το κεφαλαιοκρατικό σύστημα (…) και χρειάζεται είτε το χέρι του μικροαγρότη, που εργάζεται ο ίδιος, ή τον έλεγχο των συνεταιρισμένων παραγωγών» (Μάρξ, Το κεφάλαιο, τ.3, σελ. 157): δυο πράγματα που -καθαυτά- δεν έρχονται μεταξύ τους σε αντίθεση.

 


«Αν νικήσει ο Άσαντ θα γεμίσουμε πρόσφυγες εδώ χάμω»

Λίγες μέρες πριν τις εκλογές άκουγα τον Ν. Χατζηνικολάου στη ραδιοφωνική του εκπομπή, που «απαντώντας» σε κάποια κριτική για το ότι σε κάποια διεθνή ψηφοφορία γύρω από το παλαιστινιακό η Ελλάδα είχε ψηφίσει λευκό (ή απείχε – εν προκειμένω είναι ασήμαντη αυτή λεπτομέρεια) αντί να στηρίξει την παλαιστινιακή θέση, χαρακτήρισε «επιεικώς ηλίθιους» όσους υποστηρίζουν κάτι τέτοιο (δηλαδή τη θέση υπέρ της Παλαιστίνης), καθώς η Κύπρος κάνει ενεργειακές μπίζνες με το Ισραήλ, και επομένως -κατά τον Ν.Χ.- τα εθνικά «μας» συμφέροντα επιβάλλουν να μην ψηφίζουμε κατά του Ισραήλ.

(Ασυνήθιστοι για τον γενικά ήπιο Χατζηνικολάου τέτοιοι χαρακτηρισμοί, αλλά ασυνήθιστο είναι λ.χ, να βγαίνει κι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όπως λίγο πριν το δημοψήφισμα του Ιουλίου, και να λέει ότι ΕΕ και ευρωζώνη αποτελούν ζητήματα «εθνικής ασφαλείας», κι αυτό λίγες μέρες μετά από τον Μιχαλολιάκο όπου σε συνέντευξή του χαρακτήριζε «εθνική προδοσία» μια ενδεχόμενη έξοδο από την ευρωζώνη. Με άλλα λόγια, η επίκληση του «εθνικού συμφέροντος» των μονοπωλητών της κοινωνικής εργασίας φοριέται πολύ τώρα τελευταία, προκειμένου να θεωρούνται «επιβεβλημένες» ορισμένες επιλογές: η ΕΕ και η ευρωζώνη στην αρχή,  η πορεία διεθνούς ευθυγράμμισης με το Ισραήλ στη συνέχεια, και ποιος ξέρει ποιές ακόμη ταξικές επιλογές θα ενδυθούν τον μανδύα του «εθνικού» συμφέροντος…).

Εν πάση περιπτώσει, λίγο πολύ το ίδιο (με τον Χατζηνικολάου) υποστήριξε χθες κι ο ΥΠΕΘΑ Π. Καμμένος στην ομιλία του κατά τη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων, μόνο που το είπε πολύ πιο περιφραστικά όταν χαρακτήρισε ως «πρώτο θέμα σε σχέση με την Εθνική Άμυνα» την «εθνική ασφάλεια, στη Θράκη, στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο». Και ειδικά για την Ανατολική Μεσόγειο, ότι σ’ αυτήν «επιμένουμε … γιατί εκεί έχουμε τα ενεργειακά μας συμφέροντα, εκεί έχουμε την προτεραιότητα της οριοθέτησης της ΑΟΖ και από κει μπορούμε να εγγυηθούμε την ασφάλεια του κυπριακού ελληνισμού».

(Σαν ένα είδος διανοητικού μοντάζ, μπορούμε να παρεμβάλουμε στο σημείο αυτό τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ που έγραψε στο τουίτερ του ότι «μια πιθανή νίκη του καθεστώτος Άσαντ … θα οδηγήσει στο επόμενο μεταναστευτικό ρεύμα». Όπου είναι ν’ απορεί κανείς πώς το ταξικό συμφέρον παραλύει τη λογική ανθρώπων μορφωμένων και προέδρων της «Ευρώπης» υπό μια έννοια, ώστε να εκστομίζουν τέτοιες κοτσάνες. Δεν μας έγραψε στο τουίτερ του ο κ. πρόεδρος τι θα γίνει με το «μεταναστευτικό ρεύμα» σε περίπτωση «μιας πιθανής ήττας του καθεστώτος Άσαντ», όπως και δεν μας έγραψε τι και ποιος τάχα να φταίει για το «τρέχον» μεταναστευτικό -προς θεού, μην γράψεις προσφυγικό- ρεύμα από τη Συρία, δηλαδή από την Ανατολική Μεσόγειο, και ποιών τα «ενεργειακά συμφέροντα», τάχα, επενδύονται εδώ και τόσα χρόνια σ’ αυτή την ανθρωποσφαγή).

Υποθέτω ότι και ο κ. Καμμένος στη χθεσινή του ομιλία στη βουλή δεν προχώρησε σε αναλύσεις περισσότερο λεπτομερείς γύρω από τη σχέση των ενεργειακών «μας» συμφερόντων με το προηγούμενο, το τρέχον και το επόμενο μεταναστευτικό κύμα από την Ανατολική Μεσόγειο. Υποθέτω επίσης πως δεν διευκρίνισε, ότι με τον όρο «ενεργειακά μας συμφέροντα» υπονοούνται τα συμφέροντα των μονοπωλίων και των ιμπεριαλιστικών κρατών που μέσα από ατελείωτα αιματοκυλίσματα και αιματοβαμμένα παζάρια μοιράζονται και ξαναμοιράζονται τους φυσικούς πόρους της περιοχής, τα ίδια δηλαδή συμφέροντα που ο Χατζηνικολάου ονομάζει «εθνικά», και που οδηγούν τα τιτιβίσματα του κ. Τουσκ σε διαζύγιο από την «κοινή λογική».

(«Ενεργειακά συμφέροντα» και «εθνικά συμφέροντα» τέτοιου είδους έχουν κι άλλες χώρες.  Π.χ. η Νιγηρία είναι μια χώρα που κολυμπάει στο πετρέλαιό «της», μόνο που δεν είναι δικό της, μόνο που απλώς κολυμπάει σε μια λίμνη από πετρέλαιο το οποίο καταλήγει στην κοιλιά των πολυεθνικών της ενέργειας, κι όλη της η κοινωνική δυστυχία οφείλεται στην ταύτιση των ενεργειακών και εθνικών συμφερόντων «της» με τα συμφέροντα των πολυεθνικών του πετρελαίου).

Είπαμε: μοιράζονται και ξαναμοιράζονται τους φυσικούς πόρους. Είναι λοιπόν επόμενο να «μοιράζονται και να ξαναμοιράζονται» και την εξωτερική πολιτική κάθε χώρας η οποία εξαρτά τα εθνικά «της» συμφέροντα από τις διανομές και τις αναδιανομές που λαμβάνουν χώρα στα πεδία των πολεμικών συγκρούσεων, των ιμπεριαλιστικών παζαριών και διαγκωνισμών, των επαναλαμβανόμενων εθνικών εξανδραποδισμών, της ιστορικής αντίδρασης και οπισθοδρόμησης, του χυμένου αίματος των λαών, των κυμάτων της προσφυγιάς. Ή με άλλα λόγια, μια χώρα καπιταλιστικής ανάπτυξης τόσης και τέτοιας ώστε να κατατάσσεται σε ενδιάμεση ή υποδεέστερη θέση ισχύος στην συνολική αλυσίδα των ιμπεριαλιστικών σχέσεων και εξαρτήσεων, μια χώρα που γι’ αυτό το λόγο εξαρτά τη στρατηγική των «εθνικών συμφερόντων της» (της άμυνας, της εξωτερικής πολιτικής της) από τη στρατηγική ορισμένων ισχυρών ιμπεριαλιστικών κέντρων (εν προκειμένω των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ), και κατ’ επέκταση από τις ευμετάβλητες μορφές αυτής της στρατηγικής ανάλογα με τις φάσεις όξυνσης και συμβιβασμών του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, μιας τέτοιας χώρας  η «εθνική στρατηγική» σ’ όλες της τις εκφάνσεις ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας έχει στο τζάκποτ της ιμπεριαλιστικής λοταρίας. «Επιεικώς ηλίθια» θα ήταν η αντίθετη άποψη.  Ή, με λίγα λόγια, μια τέτοια χώρα δεν μπορεί να έχει εθνική στρατηγική και πολιτική αρχών.

(Τα ενεργειακά «μας» συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο του κ. ΥΠΕΘΑ, η αποχή από τις ψηφοφορίες για το παλαιστινιακό για «το φόβο των ιουδαίων» του κ. Χατζηνικολάου, οι «πολυδιάστατοι» βερμπαλισμοί της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, η διπλή κατά τους επτά μήνες της πρώτης θητείας της υπερψήφιση του εμπάργκο της ΕΕ κατά της Ρωσίας κι οι ταυτόχρονες παραστάσεις φιλίας προς τη Ρωσία για να άρει ειδικά για εμάς το δικό της εμπάργκο, οι «συνδυασμοί» ρωσικών αγωγών και νέων ΝΑΤΟϊκών βάσεων στο Αιγαίο, το ΝΑΤΟϊκό τσιφτετέλι του ΥΠΕΞ κ. Κοτζιά στην Άγκυρα Αττάλεια [διόρθωση 11-10-2015] αντί για την πεντοζάλη των αγορών σε Ουάσιγκτον και Βρυξέλες, το «φλερτ» με τις αντιδραστικές μοναρχίες κι οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με το Ισραήλ σε προσομοιώσεις πολέμου κατά του Ιράν, η πολιτική ΝΑΤΟϊκού «λαγού» στα Βαλκάνια, όλα αυτά και τόσα άλλα ακόμη, αποτελούν πολιτική «πολυδιάστατη» μεν, μόνο που οι πολλές της «διαστάσεις» παρμένες μία-μία δεν αντανακλούν παρά την συμφεροντολογική προστυχιά των διάφορων τμημάτων της ελληνικής άρχουσας τάξης κι όλες μαζί σαν άθροισμα έναν δίχως όρια επικίνδυνο για το λαό και τα δικά του «εθνικά συμφέροντα» καιροσκοπισμό, καιροσκοπισμό γεμάτο κομπορρημοσύνη γιατί είναι καιροσκοπισμός στον οποίο τζογάρουν οι πιο ισχυροί νταήδες της πιάτσας: το τρίο ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ).

Για να έχει εξωτερική πολιτική αρχών μια χώρα πρέπει: Είτε να είναι από εκείνες τις ιμπεριαλιστικές χώρες που καθορίζουν τη «στρατηγική» και των υπόλοιπων, οπότε  η τήρηση «αρχών» είναι εύκολη υπόθεση: οι «αρχές» συνίστανται στην επιδίωξη της γενικής της κυριαρχίας για την απομύζηση του παγκόσμιου φυσικού και κοινωνικού πλούτου από τους καπιταλιστές της, και οι μέθοδοι συνίστανται στην  εναλλαγή μεταξύ βίας, παζαριών και συμβιβασμών ανάλογα με τους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ των ανταγωνιστών. Απλό. Είτε να είναι από εκείνες τις χώρες που είναι εντελώς καταληστευμένες από τον ιμπεριαλισμό, που η άρχουσα τάξη τους δεν προσδοκά κανένα όφελος πέρα απ’ το προερχόμενο από την καταλήστευσή τους, και που οι «αρχές» συνίστανται στην παθητική αποδοχή της καταλήστευσης και την ενεργητική υπεράσπισή της εναντίον όσων προσφέρουν στους ιμπεριαλιστές ευνοϊκότερους όρους ληστείας των χωρών τους. Επίσης απλό. Είτε, τέλος, να είναι μια χώρα, της οποίας τα «εθνικά συμφέροντα»  ταυτίζονται με τα συμφέροντα των εργαζομένων της, του λαού της, η διεθνής της παρουσία υπηρετεί τα συμφέροντα των εργαζομένων όλων των χωρών, όλων των λαών, και οι οικονομικές της συναλλαγές δεν της επιβάλλουν να απέχει από τις διεθνείς ψηφοφορίες προκειμένου να μην «εκτίθεται» στους οικονομικούς της εταίρους ή στους αντιπάλους τους χωρίς κι η ίδια να ξέρει ακριβώς σε ποιον επρόκειτο να «εκτεθεί» στην περίπτωση που δεν θα απείχε γιατί δεν ξέρει κι η ίδια τι ακριβώς θα ήταν τότε «υποχρεωμένη» να ψήφιζε.

(«Αν η χειραφέτηση της εργατικής τάξης απαιτεί την αδερφική συνεργασία των εργατών διαφόρων εθνών, πώς θα μπορέσουν να εκπληρώσουν αυτή τη μεγάλη αποστολή με μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια, που παίζει με τις εθνικές προκαταλήψεις και που κατασπαταλά σε ληστρικούς πολέμους το αίμα και τον πλούτο του λαού;»

Είναι καθήκον της εργατικής τάξης «να διεισδύει στα μυστικά της διεθνούς πολιτικής, να επιτηρεί τις διπλωματικές πράξεις των αντίστοιχων κυβερνήσεών της, αν παρουσιαστεί ανάγκη να αντιδρά σ’ αυτές, με κάθε δυνατό μέσο κι όταν είναι ανίκανη να τις αποτρέπει, να ενώνεται για ταυτόχρονες καταγγελίες και για να επιβάλλει τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη.

Ο αγώνας για μια τέτοια εξωτερική πολιτική αποτελεί ένα μέρος του γενικού αγώνα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!»

Καρλ Μαρξ, από την ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών)

Δικαιούνται οι λαοί να έχουν άλλη, να υποτάσσονται σε άλλη εξωτερική πολιτική από αυτήν; Δικαιούται η εξωτερική πολιτική των λαών να έχει άλλες από αυτές τις αρχές;


«εμφυλιοπολεμικά κατάλοιπα» και «η τελευταία σοβιετική δημοκρατία»

Πρέπει να ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε ανακοινώσει τη θεσμοθέτηση της αγροτικής σύνταξης, κι η γειτόνισσα βρήκε ευκαιρία να «την πει» στη γιαγιά, μεμφόμενη τους αριστερούς που κατηγορούν τον Παπανδρέου και που δεν τον ψηφίζουν. Η δωρική απάντηση της γιαγιάς ήταν: «Για να δώσει ο Παπανδρέου σύνταξη στους αγρότες, εμένα ο γιός μου στήθηκε στα 5 μέτρα».

Τη μικρή αυτή αφήγηση τη θυμήθηκα πριν μερικά χρόνια, όταν συζητιόταν η συνταγματική αναθεώρηση για την ανώτατη παιδεία και ο Παπανδρέου ο Γ΄από τη θέση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης έβαζε πλάτη λέγοντας ότι η συνταγματική κατοχύρωση της δημόσιας και δωρεάν παιδείας με το άρθρο 16 του συντάγματος «είναι κατάλοιπο της εμφυλιοπολεμικής Ελλάδας». Δεν εννοούσε βέβαια το ίδιο πράγμα ο Γ.Α.Π., όμως με τη φράση αυτή είχε πει, με ηθελημένη ή αθέλητη προκλητικότητα, μια μεγάλη αλήθεια: ότι από όλα τα λαϊκά δικαιώματα (αυτά που σήμερα ξηλώνονται με εντατικούς ρυθμούς) ούτε ένα δεν χαρίστηκε, είναι όλα κατακτημένα με τον αγώνα, με την ανείπωτη θυσία και με το αίμα που έχυσε ο λαός στην πάλη του για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση.

Πρόκειται για μια αλήθεια ιδιαίτερα επίκαιρη: είτε πρόκειται για τις νεοφιλελέδικες πρωθυπουργικές μπούρδες για την Ελλάδα που πλέον  (χάρη στην κυβέρνηση, την ΕΕ και το ΔΝΤ) «παύει να είναι η τελευταία Σοβιετική Δημοκρατία της Ευρώπης», είτε πρόκειται για το «κοινωνικό συμβόλαιο» που θέλει να συνάψει ο ΣΥΡΙΖΑ σε συμβολαιογραφείο πολυτελείας με την πλουτοκρατική ολιγαρχία, είτε πρόκειται για «περιορισμένες» ερμηνείες της προκλητικής όσο και κυνικής ασυναρτησίας  αυτού του είδους – όπως περιορισμένη είναι κατά την πεποίθησή μου η ερμηνεία που επιχειρείται στο σχόλιο του Ριζοσπάστη όπου οδηγεί η παραπάνω παραπομπή.

Αν είναι ανεπαρκής η «απλοϊκή» ερμηνεία της γιαγιάς, στην εισαγωγή της ανάρτησης, προκειμένου να γίνει αντιληπτό τι σημαίνει, σε περιπτώσεις σαν κι αυτές, το «εμφυλιοπολεμικό κατάλοιπο» ή η παραλλαγή του ως «τελευταία σοβιετική δημοκρατία»,  προκειμένου επίσης να γίνουν αντιληπτές οι «κινητήριες δυνάμεις» και οι στοχεύσεις αυτών και των παρόμοιων «δογμάτων» σαν του Παπανδρέου Γ΄ή του Σαμαρά, προκειμένου επίσης να γίνει αντιληπτός ο τρόπος με τον οποίο «συνάπτονται» στην πραγματική και όχι τηλεοπτική ιστορία  τα «κοινωνικά συμβόλαια» ανάμεσα στην τάξη των εκμεταλλευτών και την τάξη των καταπιεζόμενων, τότε είναι απαραίτητη  η θεωρητική τεκμηρίωση της κουβέντας εκείνης που είπε η γιαγιά στη γειτόνισσα κάποια τυχαία μέρα μιας χρονιάς στη δεκαετία του ’60.

*

«Στην πραγματικότητα», έγραφε ο Λένιν τον Ιανουάριο του 1917, «το ζήτημα τίθεται έτσι: Είτε επαναστατικός αγώνας που παράγωγο προϊόν του είναι, σε περίπτωση όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας του, οι μεταρρυθμίσεις (αυτό το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία των επαναστάσεων σ’ όλο τον κόσμο) είτε τίποτε άλλο εκτός από κουβέντες για μεταρρυθμίσεις και υποσχέσεις μεταρρυθμίσεων» (Πασιφισμός αστικός και πασιφισμός σοσιαλιστικός, στη συλλογή Λένιν, Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, ΣΕ, σελ. 296).

«Αυτό», λοιπόν, που «το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία των επαναστάσεων σ’ όλο τον κόσμο», αυτό ακριβώς είναι που υπονοούν στην πραγματικότητα είτε ο Παπανδρέου πριν λίγα χρόνια είτε ο Σαμαράς πριν λίγες μέρες. Αυτό ακριβώς είναι που δήθεν δεν κατανοεί ο ΣΥΡΙΖΑ όταν καλεί τους διαχειριστές της κυριαρχίας των μονοπωλίων να προσέλθουν στο γραφείο του συμβολαιογράφου. Και αυτό ακριβώς είναι που δε χωρά στην ερμηνεία των, κατά τα άλλα, ασυναρτησιών του πρωθυπουργού, όταν αυτή η ερμηνεία περιορίζεται στην ολόσωστη, κατά τα άλλα, αποποίηση  των ευθυνών του σοσιαλισμού και του εργατικού κινήματος για τη σημερινή κατάσταση του καπιταλισμού και για τα φαινόμενα εκφυλισμού του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού.

Αν δούμε το θέμα στα ελληνικά ιστορικά πλαίσια, τότε ναι, πράγματι, όλα τα λαϊκά δικαιώματα που σήμερα ξηλώνονται, είναι «κατάλοιπο της εμφυλιοπολεμικής Ελλάδας», «παράγωγο προϊόν» της «όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας» του επαναστατικού αγώνα. Και οι ρητορικές επιθέσεις των αστών πολιτικών σε κάθε είδους τέτοιο «κατάλοιπο», δεν αποσκοπούν κυρίως ή μόνο στην καλλιέργεια της σύγχυσης, αλλά πρώτα από όλα σηματοδοτούν το ιστορικό βάθος στο οποίο στοχεύει η εξελισσόμενη αντιλαϊκή επίθεση των επιτελείων του συστήματος της εκμετάλλευσης, σηματοδοτούν το μέγεθος του ιστορικού πισωγυρίσματος στο οποίο αποσκοπεί αυτή η επίθεση, σηματοδοτούν ιστορικά τον ταξικό και πολιτικό τους εχθρό ενάντια στον οποίο στρέφεται αυτή η επίθεση.

Κι αν δούμε το ίδιο θέμα στα διεθνή πλαίσια του, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε ότι η «όχι ολοκληρωτική επιτυχία» του επαναστατικού αγώνα στη διάρκεια του 20ου αιώνα, αποκρυσταλλώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τη διεθνή μορφή της «συνύπαρξης των δυο συστημάτων», και ότι ακριβώς στη βάση αυτής της μορφής ήρθαν σαν «παράγωγο προϊόν του επαναστατικού αγώνα» όλες οι λαϊκές – εργατικές κατακτήσεις στον καπιταλιστικό κόσμο,  όλα τα «κοινωνικά συμβολαια», που δεν «συνάφθηκαν» χάρη στην «κατανόηση» των εκμεταλλευτών και τον οπορτουνιστικό τους εξωραϊσμό, αλλά χάρη στους ποταμούς αίματος των εργαζομένων όλου του κόσμου στην πάλη τους ενάντια στο φασισμό και την εκμετάλλευση.

*

Αυτά τα γεγονότα έχει υπόψη του πρώτα από όλα ο Σαμαράς, σαν «ιππότης του κεφαλαίου» που είναι κι αυτός όπως και ο συμφοιτητής του Παπαπανδρέου ο Γ΄, όταν κάνει λόγο για την «τελευταία σοβιετική δημοκρατία». Το ότι στην κυριολεξία της η φράση ειναι μια μπούρδα, αυτό δεν τον απασχολεί, του αρκεί που ο ίδιος θα πάρει καλό βαθμό εκεί που βαθμολογείται. Το ότι αυτή η μπούρδα είναι κατάλληλη και για την καλλιέργεια πολιτικής σύγχυσης κατά τον τρόπο που συνοπτικά περιγράφει το σχόλιο του «Ριζοσπάστη», είναι για το Σαμαρά και τους κύκλους του ωφέλιμο μεν αλλά δευτερεύον. Αυτό που, όμως, αποτελεί τον πυρήνα του «μηνύματος» είναι η κατανόηση από τον ίδιο, και η προκλητική απέναντι στους λαούς και την ιστορία τους, διακήρυξη του πραγματικού περιεχομένου της στρατηγικής που υπηρετεί. Της στρατηγικής που σαν δεύτερο αντεπαναστατικό κύμα, ύστερα από το πρώτο που γκρέμισε τις κατακτήσεις των εργαζομένων στις χώρες του σοαιαλισμού, σαρώνει τώρα στις καπιταλιστικές χώρες το «παράγωγο προϊόν» της «όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας» του επαναστατικού αγώνα των λαών, τις κατακτήσεις τους τις οποίες έγραψαν σε νόμους και σε συντάγματα με το αίμα τους, τις κατακτήσεις τους που σαν «παράγωγο προϊόν» του επαναστατικού τους αγώνα δεν είναι για τον Σαμαρά και τους κύκλους του παρά «σοβιετικές». Και με αυτή τη συγκεκριμένη έννοια πράγματι είναι…

*

““Σοσιαλισμός”! Χαρακτήριζαν σοσιαλιστικό και αυτόν ακόμα τον αστικό φιλελευθερισμό, σοσιαλιστικό τον αστικό διαφωτισμό, σοσιαλιστική και την αστική δημοσιο-οικονομική μεταρρύθμιση. Ήταν σοσιαλιστικό να γινει ένας σιδηρόδρομος όπου υπήρχε κιόλας μια διώρυγα και ήταν σοσιαλιστικό το να υπερασπίζεις τον εαυτό σου με μπαστούνι όταν σου επιτίθενται με σπαθί.

Και αυτό δεν ήταν απλώς τρόπος του λέγειν, μόδα ή κομματική ταχτική. Η αστική τάξη είχε τη σωστή άποψη πως όλα τα όπλα που είχε σφυρηλατήσει ενάντια στη φεουδαρχία στρέψανε την αιχμή τους ενάντια στην ίδια, πως όλα τα εκπαιδευτικά μέσα που είχε δημιουργήσει επαναστατούσαν ενάντια στον ίδιο της τον πολιτισμό, πως όλοι οι θεοί που είχε πλάσει την είχαν εγκαταλείψει…» (Μαρξ, 18η Μπριμέρ, σελ. 79, θεμέλιο 1967)

Με τέτοια λόγια περιγράφει ο Μαρξ την αστική τάξη στην αντεπαναστατική – αντιδραστική  φάση της ύστερα από το 1848: Δεν ήταν και ούτε και τώρα είναι «τρόπος του λέγειν, μόδα ή κομματική τακτική». Η βασική διαφορά ανάμεσα στον τότε «σοσιαλιστικό σιδηρόδρομο όπου υπήρχε κιόλας μια διώρυγα» και στη σημερινή «εμφυλιοπολεμική» δημόσια και δωρεάν παιδεία ή τη «σοβιετική» κρατική ΔΕΗ, τις «σοβιετικές» συντάξεις, τις «σοβιετικές» συλλογικές συμβάσεις εργασίας, μισθούς, ωράρια κλπ  κλπ, βρίσκεται στο διαφορετικό χαρακτήρα της πρώιμης αστικής αντίδρασης και της αντιδραστικής φύσης του ύστερου – ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού. Βρίσκεται επίσης στο γεγονός ότι τότε η αστική τάξη βρισκόταν αντιμέτωπη με το «παράγωγο προϊόν» του δικού της επαναστατικού αγώνα ενάντια στη φεουδαρχία, ενώ τώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με το «παράγωγο προϊόν» του επαναστατικού αγώνα των εργαζομένων εναντίον της.

Το κοινό στοιχείο είναι και στις δυο περιπτώσεις η κυριαρχία της αντεπανάστασης. Η κυριαρχία της αντίδρασης που σήμερα εκτείνεται σε όλη την ιστορική γραμμή και στοχεύει σε όλο το ιστορικό βάθος, γιατί αυτός είναι ο ιμπεριαλισμός, και πόσο μάλλον ο ιμπεριαλισμός που ολοκληρώνει μια αντεπανάσταση σαρώνοντας το «παράγωγο προϊόν» του επαναστατικού αγώνα  με τη μορφή μεταρρυθμίσεων που αναγκάστηκε να «παραχωρήσει» στο παρελθόν.

Απέναντι σ’ αυτή τη στρατηγική, τη στρατηγική της γενικευμένης ιστορικής αντίδρασης, δεν υπάρχει για τους λαούς άλλος δρόμος από την πάλη για την ανατροπή της. Δεν υπάρχει δηλαδή άλλος δρόμος από το δρόμο της ταξικής πάλης των εργαζομένων, της πάλης για την απόκρουση της επίθεσης που δέχονται, της πάλης που εφόσον διεξάγεται με συνέπεια είναι η μόνη ικανή να βαθύνει το πολιτικό της περιεχόμενο και να μετατρέψει την «τελευταία γραμμή άμυνας» σε πρώτη γραμμή αντεπίθεσης, σε αφετηρία της δικής τους επίθεσης και της δικής τους νίκης.


«όλοι μαζί» ή «εναντίον όλων»; (τόλμη και γοητεία)

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 25-5-2014 δεν καταγράφει κανέναν «κυρίαρχο λαό». Καταγράφει έναν λαό που αδυνατεί να εμφανιστεί σαν κυρίαρχος, που αδυνατεί να ασκήσει ακόμα κι αυτήν την τυπική «κυριαρχία» του, την «κυριαρχία» που του επιτρέπεται «μια φορά στα τέσσερα χρόνια», την «κυριαρχία» την υποταγμένη στην άλλη, την πραγματική κυριαρχία των συγκεντρωμένων μονοπωλιακών οικονομικών συμφερόντων, των καθημερινών κι αδιατάρακτων εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής και του πολιτικού τους εποικοδομήματος, από την οποία πραγματική κυριαρχία πρέπει ο λαός να χειραφετηθεί προκειμένου να γίνει ο ίδιος πραγματικά κυρίαρχος. Το εκλογικό αποτέλεσμα καταγράφει έναν λαό που στην πλειοψηφία του εμφανίζεται ότι δεν θέλει να κυβερνιέται έτσι και που την ίδια στιγμή, επίσης στην πλειοψηφία του, κατά την σχεδιασμένη «εκπαίδευσή» του καθημερινά από τους μηχανισμούς διαμόρφωσης της συνείδησης και την αυθόρμητη «εκπαίδευσή» του από τις πραγματικές σχέσεις της ζωής στην καπιταλιστική κοινωνία, παραδέρνει ανάμεσα σε καταναλωτικού και θεαματικού τύπου «πολιτικές προσφορές» ικανές να διασφαλίσουν ότι, παρ’ όλα αυτά, έτσι θα συνεχίσει να κυβερνιέται και μάλιστα μέσω της εκμαίευσης της τυπικής  «θέλησής» του γι’ αυτό, δηλαδή της εκλογικής θέλησής του που όμως δεν είναι η θέλησή του.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, στην οποία η προεκλογική προσφορά και ζήτηση ελπίδας και υποσχέσεων ικανοποίησής της μετεκλογικά μετατρέπεται σε αναγκαστικό καθεστώς θυσίας στο βωμό του καπιταλιστικά ιδιοποιούμενου κέρδους και υποταγής στη βούληση των μονοπωλητών του, απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα που μετατρέπει τις λαϊκές πολιτικές επιλογές σε τυχερό παιχνίδι όπου μόνος κερδισμένος είναι πάντοτε η λοταρία, μόνη σταθερή πολιτική αξία είτε «αρέσει» είτε όχι και με τις όποιες αδυναμίες καλείται να παραμερίσει μέσα στην καθημερινή πάλη παραμένει το ΚΚΕ, παραμένει η θέση του για αποδέσμευση από την «οικονομία της ανοιχτής αγοράς» της συνθήκης του Μάαστριχτ και για δέσμευση στην οικονομία των ανοιχτών κοινωνικών, εργατικών-λαϊκών αναγκών. Η θέση του για αποδέσμευση από την «ελευθερία κίνησης των κεφαλαίων» της συνθήκης του Μάαστριχτ και για δέσμευση στην κατοχή των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας από την κοινωνία. Η θέση του για αποδέσμευση από την υποχρεωτικότητα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού της συνθήκης του Μάαστριχτ και για δέσμευση της κοινωνικής παραγωγής στον κοινωνικό σχεδιασμό. Η θέση του για αποδέσμευση από την ευρωενωσιακή κοινή πολιτική εξωτερικών και «ασφάλειας» και για δέσμευση στους  «απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη». Η άρνησή του να υποσχεθεί οποιαδήποτε λύση στα εργατικά λαϊκά προβλήματα ανεξάρτητη από τη δραστηριότητα των ίδιων των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας, οποιαδήποτε λύση ανεξάρτητη από την πάλη ανάμεσα στους παραγωγούς και τους μονοπωλητές του κοινωνικού πλούτου. Παραμένει σταθερή πολιτική αξία το ΚΚΕ κι οι θέσεις του, γύρω από τις οποίες συσπειρώθηκε το 6,09% του εκλογικού πληθυσμού, χωρίς όμως κι αυτό το «6,09%» να έχει «δοθεί» στο ΚΚΕ με  «απόφαση του λαού»: Το «6,09%» που «πήρε» το ΚΚΕ δεν είναι «θέληση του λαού». Ίσα-ίσα πρόκειται για ένα τμήμα του λαού που συσπειρώθηκε γύρω από αυτές τις θέσεις παρά κι ενάντια στις αυταπάτες, τις ψευδαισθήσεις, τα εκβιαστικά διλήμματα, τη σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό που κυριαρχεί στις επιλογές της λαϊκής πλειοψηφίας.

Από το εκλογικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών είναι αδύνατο να εξαχθούν συμπεράσματα που αφορούν τον λαό και τη θέλησή του σαν σύνολο: Αν σε αυτές τις εκλογές ο λαός «έκανε» κάτι, αυτό είναι ότι περιόρισε τα κόμματα της συγκυβέρνησης στο 30-31%, πράγμα που σημαίνει ότι μόνο ένα 30-31% του πληθυσμού εκδήλωσε την συναίνεσή του να συνεχίσει να κυβερνιέται όπως κυβερνιέται. Και αυτό ο λαός το «έκανε» χάρη στο γεγονός ότι ένα 11% του εκλογικού πληθυσμού (4% από το ΠΑΣΟΚ και 7% από τη ΝΔ) απέσυρε την συναίνεση του από τα κόμματα της συγκυβέρνησης χωρίς όμως η βούλησή του να συγκεντρώνεται σε μια εναλλακτική επιλογή για τον τρόπο με τον οποίο θα απαιτούσε ή θα συναινούσε να κυβερνηθεί, όπως συνολικά και ένα 70% του εκλογικού πληθυσμού γυρνά την πλάτη του στη συγκυβέρνηση χωρίς όμως να συγκεντρώνει το βλέμμα του προς μια ενιαία κατεύθυνση. Δεν είναι «ο λαός» αυτός που «αποφάσισε» να διατηρήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην ελαφρώς φθίνουσα στασιμότητα του εκλογικού ποσοστού του ούτε ο λαός αυτός που «αποφάσισε» να ανακηρύξει τον ΣΥΡΙΖΑ πρώτο σε εκλογική δύναμη κόμμα μέσω της απώλειας 11 μονάδων από τα κόμματα της συγκυβέρνησης και ιδιαίτερα 7 μονάδων από τη ΝΔ. Οι 11 μονάδες «αποχώρησαν» από ΠΑΣΟΚ και ΝΔ χωρίς να συναρτώνται με τις κυβερνητικές φιλοδοξίες του ΣΥΡΙΖΑ, οι 26,58 ποσοστιαίες μονάδες που συγκέντρωσε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συνιστούν «απόφαση του λαού» αλλά αποτελούν το τμήμα του που επενδύει τις όποιες ελπίδες αλλαγής της ζωής του στον «ρεαλισμό» της ακόμα και ρητορικής οπισθοχώρησης και διολίσθησης του ΣΥΡΙΖΑ προς την τελική του συνάντηση με «αυτό που υπάρχει». Δεν είναι «ο λαός» αυτός που αποφάσισε να «τιμωρήσει» την ΔΗΜΑΡ για τις παλινωδίες της μεταξύ κυβέρνησης και «αντιπολίτευσης» και ταυτόχρονα  να «επιβραβεύσει» το ΛΑΟΣ  για τις παρόμοιες δικές του. Κι ακόμα, δεν είναι «ο λαός» αυτός που αποφάσισε ότι στο «Ποτάμι» πρέπει να ανήκει ένα  εκλογικό ποσοστό 6,60% ή ότι η ΧΑ πρέπει να ενισχυθεί με 2,5 μονάδες ώστε το ποσοστό της να φτάσει στο 9,40%.  Πρόκειται απλώς για το 9,40% του εκλογικού πληθυσμού που στην δεύτερη περίπτωση υπόκυψε στην πολιτική συσκευασία της «τόλμης» και για το 6,60% που υπέκυψε στην πολιτική συσκευασία της «γοητείας». Πρόκειται για τμήματα του λαού που υπέκυψαν στην πολιτική προσφορά της «τόλμης» και την πολιτική προσφορά της «γοητείας», οι οποίες αυτές «πολιτικές προσφορές», όντας οι πιο καινοφανείς και «επαναστατικές» με την έννοια που χρησιμοποιεί τον όρο η διαφήμιση για τα απορρυπαντικά που εμφανίζονται σε νέα συσκευασία, συγκεντρώνουν κατά κάποιο τρόπο την περιέργεια και την προσοχή.

*

Η «τόλμη» με την οποία οικοδομεί η φασιστική ΧΑ την ταυτότητά της στο πεδίο του πολιτικού θεάματος και της πολιτικής κατανάλωσης είναι η «τόλμη» των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων απαλλαγμένων από την εξωραϊστική ηθική και θρησκευτική τους συγκάλυψη από τη στιγμή και στο βαθμό που αυτός ο πολύπλευρος εκπαιδευτικός εξωραϊσμός καθίσταται πλέον ανίκανος να συγκαλύπτει την ουσία τους και που ένα τμήμα των καταπιεζόμενων κοινωνικών στρωμάτων δεν έχει πλέον συμφέρον να υιοθετεί αυτόν τον εξωραϊσμό υποκριτικά. Για τον χωριάτη που πήγε κάποτε μετανάστης στις ΗΠΑ κι αφού έπλυνε χιλιάδες πιάτα έγινε τελικά ιδιοκτήτης αλυσίδας εστιατορίων, η ύπαρξη του θεού ή η αλήθεια της θεωρίας για το σύμπαν που συνωμοτεί προκειμένου να πραγματοποιήσει τις ατομικές επιθυμίες, είναι πράγματα αυταπόδεικτα. Για τον χωριάτη που η μοίρα του τον πέταξε στο σταθμό του Μονάχου, αντίθετα, η ζωή του τού αποδείχνει ότι ούτε το σύμπαν συνωμοτεί για χάρη του ούτε και υπάρχει (τουλάχιστον γι’ αυτόν) κανένας θεός. Ο πρώτος ενδεχομένως εξαγοράζει την επιτυχία του ανταποδίδοντας στον θεό ή το σύμπαν το αντίτιμο της φιλανθρωπίας. Ο δεύτερος ανακαλύπτει ότι καμιά φιλανθρωπία δεν μπορεί να τον σώσει – κι ίσως επίσης ότι καμιά «φιλανθρωπία» δεν είναι φιλανθρωπία.

Στις πρώτες συνειδησιακές συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης ανήκει η κατάρρευση του πλαστού καπιταλιστικού ονείρου (american dream, ισχυρή Ελλάδα κλπ) και η αποκάλυψη στα μάτια των θυμάτων της των καπιταλιστικών σχέσεων όπως πραγματικά είναι, όπως τις έχει περιγράψει ο Μαρξ πριν 150 χρόνια: «Ο καθένας εναντίον του άλλου και ο θεός εναντίον όλων». Ο Μαρξ, βέβαια, απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα αντιπαρατάσσει την κομμουνιστική κοινωνία σαν καρπό της ταξικής πάλης, καρπό νομοτελειακό εφόσον η εργατική τάξη με τα σύμμαχά της κοινωνικά στρώματα δεν παραιτείται από αυτήν.  Αντίθετα, ο φασισμός και εν προκειμένω η ΧΑ αυτήν την πραγματικότητα την μετατρέπει σε σύνθημα υπεράσπισής της: «Χρυσή Αυγή. Εναντίον όλων». Ο καθένας εναντίον του άλλου και η ΧΑ, ο φασισμός, σε ρόλο θεού. Η γενική αρχή που αυθόρμητα επικρατεί στο σύστημα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού (ανάμεσα στους επιχειρηματίες για τις αγορές και το κέρδος, ανάμεσα στους εργαζόμενους για μια θέση δουλειάς, ανάμεσα στους εργαζόμενους και τους άνεργους που «ρίχνουν τα μεροκάματα», ανάμεσα στους «ντόπιους» και τους «ξένους», τους άντρες και τις γυναίκες, τους γονείς και τα παιδιά, τον μεγαλύτερο και τον μικρότερο αδελφό κλπ) διαμορφώνει από μόνη της το ιδεολογικό, ηθικό έδαφος πάνω στο οποίο, με τη συμβολή του φασισμού, και των μηχανισμών της κατανάλωσης και του θεάματος που τον υπηρετούν, είναι δυνατό να αναβαθμιστεί και να γίνει αποδεκτή σαν πολιτικό σύνθημα στράτευσης πια στην  καπιταλιστική κοινωνική ανθρωποφαγία. Αλλά και η αντιπαραβολή του με την υποκριτική και εξωραϊστική ηθική της εκπαίδευσης, της θρησκείας κλπ, δηλαδή με το κοινωνικό ψέμα, δίνει στο σύνθημα χαρακτηριστικά αποκάλυψης της αλήθειας που «μας κρύβουν». Της αλήθειας που αφού μας αποκαλύπτεται, εφόσον δεν συνταχθούμε με τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις της ανατροπής της,  οφείλουμε παθητικά να την ασπαστούμε: εναντίον αυτών  που «μας την κρύβουν», μέχρι να αποδειχθεί ότι «μας την κρύβουν» επειδή κι αυτοί, όπως πλέον κι εμείς, την ασπάζονται. Εναντίον όμως, επομένως, και μέχρι τέλους, των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που παλεύουν για την ανατροπή της.

Το ότι τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι το αποδεικνύουν τα «δείγματα γραφής» της ΧΑ κατά τα τελευταία δυο χρόνια. Μπορεί κατά την ΧΑ η χώρα να έχει πέσει θύμα κάποιων απροσδιόριστων «τοκογλύφων», μπορεί γι’ αυτό να ευθύνονται κάποιοι απροσδιόριστοι «προδότες», μπορεί ανάμεσα σε αυτούς τους «προδότες» να συγκαταλέγονται «όλοι», μπορεί γι’ αυτό η «ΧΑ» να συνθηματολογεί «εναντίον όλων», αλλά στη νεοναζιστική πρακτική της αυτοί οι απροσδιόριστοι «όλοι» προσδιορίζονται απολύτως συγκεκριμένα με τους «προδότες» και τους «τοκογλύφους» να «τιμωρούνται»  στα πρόσωπα των σακατεμένων και δολοφονημένων «ξένων» προλετάριων εργαζόμενων, στα πρόσωπα των συνδικαλιστών του συνεπούς ταξικού εργατικού κινήματος, στα πρόσωπα των κομμουνιστών, των «μαρξιστών», των νέων που δεν υποτάσσονται και δεν συμβιβάζονται με τη βαρβαρότητα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας, που η ΧΑ είναι μαχητικός υπερασπιστής της.

Από εκεί και πέρα δεν απομένει παρά η διαφορά ανάμεσα, από τη μια πλευρά σε όποιον ηθελημένα εξαπατά (είτε ευθέως είτε μέσω της καλλιεργούμενης «επικοινωνιακής» σύγχυσης υπό τον τύπο: «οι μεν ισχυρίζονται, οι δε αντιτείνουν, άρα είναι αδύνατο να μάθουμε την αλήθεια που ίσως μάλιστα και να μην υπάρχει καν»)  και, από την άλλη πλευρά, σε όποιον αθέλητα εξαπατιέται  γύρω από το ζήτημα -λόγου χάρη- αν μέσα στην ρόμπα και την κουκούλα της Κου Κλουξ Κλαν της φωτογραφίας κρύβεται ένας αποκριάτικος και όχι ένας καθημερινός μασκαράς.

party maske4party maske3

***

Ενώ η ιδεολογικοποίηση, η αποθέωση της ωμότητας, οδηγεί κατευθείαν στην πιο βαθιά  κοινωνική βαρβαρότητα, μια ιδέα ανθρωπισμού έστω και αναντίστοιχου προς την κοινωνική πραγματικότητα, έστω και υποκριτικά αναγορευμένου σε κοινωνική πραγματικότητα, μπορεί να γίνει κίνητρο για την κοινωνική πρόοδο, για την εγκαθίδρυση σχέσεων που θα κάνουν πράξη την «ουτοπία». Με την προϋπόθεση, όμως, ότι η πραγματική αναντιστοιχία και μαζί της η υποκρισία της αναγόρευσης θα αποκαλυφθούν, και ενάντια στο δρόμο της υποκρισίας (και της ωμότητας) θα ακολουθηθεί ο δρόμος που οδηγεί στην κατάργηση της αναντιστοιχίας. Η τήρηση αυτής της προϋπόθεσης είναι δρόμος τόλμης έξω από κάθε όρο θεαματικής κατανάλωσης. Η παράκαμψη της προϋπόθεσης, απλώς, θεαματικά γοητεύει.

Το «Ποτάμι» σαν νέο πολιτικό προϊόν ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, σε αυτήν όπου η προϋπόθεση παρακάμπτεται. Τη στιγμή που στη βάση της κοινωνικής πραγματικότητας οι εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις διχάζουν το ανθρώπινο «σώμα» σε τάξη εκμεταλλευτών και τάξη που υπόκειται στην εκμετάλλευση, τη στιγμή που αυτός ο διχασμός βρίσκει την ανώτερη έκφρασή του στις πολιτικές σχέσεις, τις στιγμή που η πραγματικότητα αυτού του διχασμού συγκαλύπτεται ηθικά, ιδεολογικά, πολιτικά με την επίπλαστη προβολή της κοινότητας «όλων μαζί» των ανθρώπων, των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευόμενων,  «όλων μαζί» χωρίς να αίρεται το μεταξύ τους καθεστώς εκμετάλλευσης, την ίδια στιγμή το «Ποτάμι» είναι αυτό που ισχυρίζεται πως «όλους μαζί» μπορεί να μας παρασύρει σε κάποιες εκβολές όπου η κάθε πραγματική αντίθεση, νοούμενη σαν λάθος, σαν αποτέλεσμα κάποιας έλλειψης συνεννόησης, ενός επικοινωνιακού ελλείμματος, θα φαίνεται πια μακρινή.

Τη στιγμή που ο ίδιος αυτός πραγματικός, γενικός κοινωνικός διχασμός, πραγματώνεται σαν εσωτερικό χαρακτηριστικό και του κάθε ατομικού ανθρώπου, καθώς και σαν αποξένωση του ατομικού ανθρώπου από τον κοινωνικό κόσμο, το «Ποτάμι» απευθύνεται στο φυσικό ατομικό ένστικτο που δυσφορεί απέναντι στο πραγματικό κοινωνικό γεγονός της διάστασης ανάμεσα στην πολιτική φύση του ατόμου και την αυτονόμηση της πολιτικής σαν λειτουργία πέρα από το άτομο, που δυσφορεί απέναντι σε αυτό το πραγματικό γεγονός και καθώς δεν είναι σε θέση το άτομο να συνενώσει την πολιτική φύση του με την κοινωνική πολιτική λειτουργία (πράγμα που μόνο μέσα στην ταξική πάλη και χάρη στα αποτελέσματα της ταξικής πάλης μπορεί να πραγματοποιηθεί, αν και αυτό είναι μια γενική φράση), και καθώς επίσης δεν είναι σε θέση να απαρνηθεί την πολιτική φύση του (δηλαδή τον εαυτό του), τείνει προς το να απαρνηθεί την κοινωνική πολιτική λειτουργία, να την καταργήσει αν αυτό είναι δυνατόν την ίδια, δηλαδή κάθε μορφή της που φαίνεται πως αυτονομείται από την «ατομική φύση».  Απλή σύμπτωση πως στην ίδια επιδίωξη, με διαφορετικές μεθόδους και διαφορετικές προδιαγραφές θεάματος,  κατατείνει κι ο φασισμός. Οι κατεστημένες κοινωνικές σχέσεις μπορούν σε τελική ανάλυση και μετά από χίλιες (στην πραγματικότητα αναφαίρετες) αφαιρέσεις να υπάρχουν και χωρίς πολιτική, με άλλα λόγια οι σχέσεις της εκμετάλλευσης δεν χρειάζονται την πολιτική για να διαιωνίζονται, γενικά μιλώντας έχουν την ικανότητα να «αυτορυθμίζονται» από μόνες τους, αυτό άλλωστε διακηρύσσει κι ο «ακραίος» νεοφιλελευθερισμός (η ανοιχτή αγορά κατανέμει αποτελεσματικά τους πόρους, σύμφωνα και με τη συνθήκη του Μάαστριχτ), κι από αυτή επίσης την άποψη η κοινωνικά «αυτονομημένη» πολιτική λειτουργία δεν είναι απολύτως απαραίτητη για τη διαιώνιση του εκμεταλλευτικού συστήματος· είναι όμως απολύτως απαραίτητη για την ανατροπή του και την αντικατάστασή του με το σύστημα των συνεταιρισμένων άμεσων παραγωγών, αλλά όσο υπάρχει η πολιτική «αυτονόμηση» που αποσκοπεί στην ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης είναι κι αυτό αναγκασμένο να παίζει στο έδαφος μιας «αυτονομημένης» και φαινομενικά υπερταξικής πολιτικής λειτουργίας «από όλους» και «για όλους».

Να λοιπόν ένα ελκυστικό «κοινωνικό συμβόλαιο»: Καταργώντας κάθε «αυτονομημένη» πολιτική  λειτουργία εξαφανίζεται ο κίνδυνος ανατροπής του εκμεταλλευτικού συστήματος και μαζί κι η ανάγκη από μέρους του για τη δική του αυτονομημένη πολιτική λειτουργία. Τέρμα η διάσταση ανάμεσα στην ατομική φύση και την κοινωνική της αυτονόμηση, τέρμα η πολιτική διαφθορά, τέρμα οι «κλέφτες πολιτικοί», τέρμα οι «επιδοτήσεις των κομμάτων», αρκεί μόνο να συμφωνήσετε κι εσείς ότι δεν θα οργανώνεστε πολιτικά με σκοπό την ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης, κάτω λοιπόν τα κόμματα εφόσον καταργήσετε το κόμμα σας, κι ας κάτσουμε πια «όλοι μαζί» , «σαν άνθρωποι», να βρούμε το σωστό και καλύτερο «για όλους» κ.ο.κ., το «λογικό» σε έναν κόσμο όμως «παράλογο» στην κοινωνική του βάση, σε έναν κόσμο δηλαδή που για να γίνει επιδεκτικός λογικών λύσεων (και ως τέτοιων αποδεκτών «από όλους») απαιτείται η ανατροπή της «παράλογης» κοινωνικής βάσης του και η αντικατάστασή της από μια κοινωνική βάση ικανή να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της «κοινής» λογικής. Δεν είναι παράξενο το ότι στη διάρκεια των προεκλογικών «εκκλησιών του δήμου» με πρωταγωνιστή τον νέο «χαρισματικό» ηγέτη του «Ποταμιού» (Το «Ποτάμι» Είμαι Εγώ), μέσα σε ώρες ανούσιας φλυαρίας στην πραγματικότητα αποκλειστικά γύρω από το στυλ, που σαν στυλ «ανθρώπινο» αποκαθιστά θεαματικά την «βιωσιμότητα» της πρότασης, ή μάλλον την καταναλωσιμότητα της «πολιτικής προσφοράς», οι μόνες ουσιαστικές εξάρσεις ήταν οι λαϊκίστικες κοινοτοπίες (που είναι λαϊκίστικες όταν χρησιμοποιούνται για να αποτραπεί η μετατροπή σε κοινό τόπο του αιτιακού τους πυρήνα, των κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης) σχετικά με το δημόσιο χρήμα που ξοδεύεται προεκλογικά από τα κόμματα (ενώ προφανώς θα έπρεπε να ξοδεύεται αποκλειστικά χρήμα των μονοπωλιακών επιχειρηματικών ομίλων επιχορηγούμενο προς τα κόμματα που υπηρετούν τα συμφέροντά τους), κάποια δήθεν αυθόρμητα ξεσπάσματα «ειρήσθω εν παρόδω εν τη ρύμη του λόγου» με τα οποία υποστηρίζονταν τρέχουσες πολιτικές αιχμής όπως η αγοραία αξιολόγηση της εκπαίδευσης ή πολιτικοί προγραμματισμοί πιο «φιλόδοξοι» όπως η «αποχώρηση» των πολιτικών παρατάξεων από τα πανεπιστήμια: Η κατάργηση της πολιτικής στο όνομα της πολιτικής φύσης του ατόμου. Σχετικά πολιτισμένος στόχος συγκριτικά με την κατάργηση της πολιτικής στο όνομα της ζωώδους φύσης του ατόμου.

*

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ακόμα κι αν και η τελευταία πολιτική παράταξη είχε «αποχωρήσει», η «εκκλησία του δήμου» είναι ίσως κατάλληλη μορφή για την επίλυση των κοινών προβλημάτων της τάξης των ελεύθερων ανθρώπων, αλλά εντελώς ανεπαρκής για την επίλυση από κοινού των προβλημάτων ελεύθερων και δούλων, ακριβώς γιατί τα προβλήματά τους δεν είναι κοινά. Για την ακρίβεια: μόνο κοινά δεν είναι.