ιστορικά προσδόκιμα

Η χούντα  (67-74) χρειάστηκε μόνο επτά (7) χρόνια για να μετατραπεί σε πολιτικό και κοινωνικό πτώμα.

Η «μεταπολίτευση» έχει γνωρίσει πολλές προφητείες για το «τέλος του κύκλου» της. Αν πάντως υποθέσουμε ότι ο «κύκλος» της τέλειωσε φέτος ή μες στη διετία 2010-2012, πράγμα που από μια ορισμένη άποψη ισχύει (στην πραγματικότητα από την αμέσως επόμενη άποψη), έχουμε: 1974-2012 δηλαδή 38 χρόνια.

Ο κύκλος του «ευρωμονόδρομου» (κι όλων των «εθνικών» οραμάτων που επενδύθηκαν πάνω του)  τελείωσε το 2010. Αντί για την ευημερία (που υπόσχονταν ΟΛΟΙ οι υποστηρικτές του) απέφερε καπιταλιστική κρίση, «μνημόνια», απελπισία για το λαό. Αντί για την διασφάλιση της αστικής δημοκρατίας (που διακήρυσσαν ΟΛΟΙ οι υποστηρικτές του), αποφέρει ήδη την ένταση του αστικού αυταρχισμού εναντίον των λαϊκών δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Αντί για την διασφάλιση των «εθνικών δικαιωμάτων» (που προπαγάνδιζαν ΟΛΟΙ οι υποστηρικτές του ), τώρα οι ίδιοι αυτοί υποστηρικτές κάνουν λόγο για «νέα κατοχή», «εθνική κυριαρχία» που παραβιάζουν η ΕΕ και η ΕΚΤ μαζί με το ΔΝΤ, και καλούν σε «εθνικοαπελευθερωτικά μέτωπα» για να «σωθούμε» από εκεί που και οι ίδιοι μας έχωσαν και που θέλουν να μας κρατήσουν χωμένους: παγιδευμένους σ’ έναν ακόμα κύκλο ευρωενωσιακού «μονοδρόμου», μακρόχρονο, επώδυνο και καταστροφικό.  Πάντως εχουμε και λέμε, 1980 ένταξη στην ΕΟΚ – 2010 μνημόνιο: ευρωμονόδρομος 30 ετών νεκρός.

Η καπιταλιστική ανάπτυξη, η αποχαλινωμένη και «απελευθερωμένη» από τα «βαρίδια» και τους φραγμούς που συνιστούσε γι’ αυτήν η ύπαρξη του διεθνούς σοσιαλιστικού οικονομικού συστήματος έζησε από το 1990 ως το 2008 και πολύ βάζω. Το 2000 (στα 10 περίπου χρόνια της) αρρώστησε βαριά και της έκαναν μετάγγιση μερικά «τρισ» μέσω της δια του χρηματιστηρίου μετατροπής λαϊκών αποταμιεύσεων σε κεφάλαιο. Τότε συνήλθε κάπως αλλά πάνω στα επόμενα 8 χρόνια της πέθανε για τα καλά. Τώρα γυρνάει σαν το ζόμπι και ψάχνει συνταξιούχους, μισθωτούς, ανάπηρους και πολύτεκνους να τους πιει «δισ» κι άλλα «δισ», μικροεπαγγελματίες που με τη θέση τους στην αγορά περιορίζουν την επέκταση του κεφαλαίου, αλλά και πάλι δε λέει να χορτάσει… Έχουμε λοιπόν και γι’ αυτην: 1990 – 2008 = 18 χρονών νεκρή.

Τέλος, ο «υπαρκτός» σοσιαλισμός: Από το 1917 έως το 1990 περίπου, η ύπαρξη της ΕΣΣΔ διάρκεσε 73 χρόνια, έχοντας απέναντι της την πιο λυσσαλέα αντίδραση με όλες τις μορφές που μπορούσε να επιστρατεύσει εναντίον της ο ιμπεριαλισμός, έχοντας επίσης στο εσωτερικό της αναπτυσσόμενες σ’ όλη αυτή τη διάρκεια αντιφάσεις οφειλόμενες στους ιστορικά καθορισμένους όρους εκκίνησής της ως Μεγάλης επαναστατικής αφετηρίας με κοσμοϊστορική σημασία για την ανθρωπότητα. Εκτός από τα 73 χρόνια της ΕΣΣΔ, μετράμε επίσης τα πάνω από 40 χρόνια ύπαρξης, χοντρικά από το 1950 ως το 1990,  του μεταπολεμικού σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη, που επίσης κάθε μέρα της ύπαρξής του αντιμετώπιζε τον ιμπεριαλιστικό «ψυχρο» πολιτικό και οικονομικό πόλεμο εναντιον του. Ο σοσιαλισμός λοιπόν, η πρώτη ανώριμη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, μακροβιότερος από κάθε άλλη κοινωνικο-οικονομική και πολιτική εκδοχή της σύγχρονης ιστορίας: 73 χρόνια ΕΣΣΔ, 40 χρόνια σοσιαλιστικό σύστημα στην Ευρώπη. Και 20 περίπου χρόνια μετά την ανατροπή του, οι κοινωνικές και οικονομικές κατακτήσεις του, οι θεμελιωμένες στην κοινωνική κατοχή των ωριμασμένων γι’ αυτήν μέσων παραγωγής, αποτελούν ορόσημο στο δρόμο των λαών προς το μέλλον τους.


Μάλλον υποτονική η υποδοχή της πολύκροτης «λίστας»…

Απ’ ό,τι φαίνεται η δημοσιοποίηση προ ημερών της φερόμενης ως «λίστας Λανγκάρντ» από το περιοδικό «Hot Doc» προκάλεσε περισσότερο θόρυβο λόγω του κρατικού – κυβερνητικού αυταρχισμού που εκδηλώθηκε με την σύλληψη και παραπομπή σε δίκη του δημοσιογράφου Κώστα Βαξεβάνη (κατά σύμπτωση την ίδια μέρα που δυο ακόμα δημοσιογράφοι «κόβονταν» από την ΕΡΤ επειδή σχολίασαν κριτικά την πολιτική κάλυψη που είχε παράσχει ο υπουργός «προ-πο» στα βασανιστήρια που υπέβαλε η ΓΑΔΑ τους κρατούμενους για την αντιφασιστική – αντιρατσιστική μοτοπορεία…) , παρά με το καθαυτό περιεχόμενό της, το όποιο έτυχε από τα μμε υποδοχής μάλλον υποτονικής.

Κατά πάσα πιθανότητα, η υποτονικότητα αυτή οφείλεται στο ότι η φερόμενη ως «λίστα Λανγκάρντ» ειναι φτωχή σε ονόματα πολιτικών, και ως εκ τούτου δεν εξυπηρετεί ιδιαίτερα την επιχείρηση χειραγώγησης της κοινής γνώμης  εντός του γνωστού μοτίβου «οι 300», οι «κλέφτες πολιτικοί» κλπ, το οποίο μοτίβο έχει θρέψει μια ολόκληρη γενιά «αγανάκτησης» αποπροσανατολίζοντάς την από τις πραγματικές αιτίες (και λύσεις) του προβλήματος. Οι οποίες αιτίες βρίσκονται στην κανονική λειτουργία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής κι όχι σε κάποια οποιαδήποτε παρέκκλιση από την «νομιμότητα»  όπως με επιμονή και στοχοπροσήλωση επιχειρούν να πείσουν τον λαό οι κάθε απόχρωσης απολογητές του καπιταλισμού και των διάφορων μερίδων των καπιταλιστικών συμφερόντων.

Σε αυτό τον στόχο συγκλίνουν όλες οι παραλλαγές «διεξοδων» που επιχειρούν να προσεταιριστούν τη λαϊκή αγανάκτηση, θέτοντας στο κέντρο της πολεμικής τους το «πολιτικό σύστημα», προτείνοντας ως «λύση» την «άμεση δημοκρατία», την «πραγματική δημοκρατία», «200 βουλευτές αντί 300» κλπ, αναδεικνύοντας ρητορικά  είτε από «μαύρη» είτε από «ροζ» αφετηρία  ως υπαίτια για την σημερινή «κατάληξη» την «μεταπολίτευση»: φυσικά αν για το φασισμό η ενοχοποίηση της «μεταπολίτευσης» απηχεί ρεβανσιστικές επιδιώξεις (που φτάνουν –όπως έχουμε δει– μέχρι και το «μοιραίο εκείνο 1945» της ήττας του ναζισμού), θα παρουσιαζε φαινομενικά μεγαλύτερη δυσκολία ο κοινός «αντιμεταπολιτευτικός» τόπος ο εκδηλωνόμενος από την πλευρά του «φερέλπιδος» και ανερχόμενου «αριστερού» οπορτουνισμού, όταν κάνει λόγο για «…την Ελλάδα της μεταπολίτευσης που απέτυχε να εκπληρώσει τους πόθους και τις προσδοκίες του λαού μας για κοινωνική δικαιοσύνη, αξιοκρατία, δημοκρατία και προκοπή».

Φυσικά δεν ανακαλύπτει κανείς την Αμερική όταν διαβάζει την παραπάνω φράση (προερχόμενη από την ομιλία του Α. Τσίπρα στην φετινή 77η ΔΕΘ).  Ούτε όμως και πέφτει κανείς από τα σύννεφα από την τέτοια χρησιμοποίηση της «μεταπολίτευσης» ως πέπλου συγκάλυψης του ίδιου της του πραγματικού περιεχομένου: της  ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού σε αστικοδημοκρατικό πολιτικό πλαίσιο (με ταυτόχρονο ξεπέρασμα μακρόχρονων πολιτικών καθυστερήσεων που η παραπέρα εκκρεμότητά τους θα γινόταν επισφαλής για την καπιταλιστική – αστική εξουσία) και της πρόσδεσής του στους όρους ανάπτυξης που υπαγόρευσε (και εξακολουθεί να υπαγορεύει) η ένταξη και δέσμευση της χώρας στη διακρατική ένωση του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου: αρχικά στην ΕΟΚ και κατόπιν στην μετεξέλιξή της ως ΕΕ…

Τα «μεταπολιτευτικά» χρόνια από το 1974 ως το 1980 δεν ήταν παρά η τελική ευθεία της «ενταξιακής πορείας» της Ελλάδας στην ΕΟΚ – διασφαλιζόμενη μάλιστα και με την «επανένταξη στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ», το 1979, ύστερα από μιά 5ετία «αποχώρησης» (λόγω Κυπριακού) από αυτό…   Και όλα τα επόμενα «μεταπολιτευτικά» χρόνια δεν ήταν παρά τα χρόνια της καπιταλιστικής ανάπτυξης (που φυσικά δεν σήμανε ανάπτυξη και για την κοινωνία) υπό τους όρους που υπαγόρευσε και διαμόρφωσε η ένταξη της χώρας σε ΕΟΚ – ΕΕ, η -σε αντίθεση προς τις ανάγκες του λαού- «στρατηγική» επένδυση των συμφερόντων της ελληνικής άρχουσας αστικής – καπιταλιστικής τάξης στους όρους «ανάπτυξης» του ευρωπαικού μονοπωλιακού κεφαλαίου, του οποίου η ΕΟΚ – ΕΕ αποτέλεσε και αποτελεί την διακρατική έκφραση της πολιτικο-οικονομικής εξουσίας του.

Το να υποκαθιστά κανείς όλο το ουσιαστικό περιεχόμενο μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου με την «δημοσιογραφική» της ονομασία, και συγκεκριμένα, το να υποκαθιστά κανείς την υπαγωγή της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας στους όρους οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου, στους συγκεκριμένους και τους γενικούς ορους καπιταλιστικής ανάπτυξης (ανάπτυξης του κεφαλαίου) που αυτό επιβάλλει, και μιλώντας λοιπόν κι εμείς με «δημοσιογραφικούς» όρους: το να υποκαθιστά κανείς με την «μεταπολίτευση» τον «ευρωμονόδρομο», προκειμένου να συγκαλύψει την ίδια την πολιτική σύμπραξη και θεμελιακή του συναίνεση (και «στράτευση») στους όρους που παρήγαγαν τα αποτελέσματα που βιώνει σήμερα ο λαός, αυτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απλώς πολιτικά πρόσ-τυχο.

Το να μεταχειριζεται κανείς, ταυτόχρονα, την ίδια καιροσκοπική προσ-τυχιά, προκειμένου να συγκαλύψει την «στράτευσή» του στην αναπαραγωγή των ίδιων αυτών ακριβώς όρων, που συνιστούν αποκλεισμό κάθε λαϊκής διεξόδου, διεξόδου οικονομικής και πολιτικής στη βάση της ικανοποίησης των λαϊκών αναγκών, και που επίσης εγγυώνται την αναπαραγωγή των ίδιων αδιεξόδων σε ακόμα μεγαλύτερο βάθος, έκταση και ένταση, αυτό είναι όχι μόνο πρόστυχο, αλλά και επικίνδυνο. Ιδιως μάλιστα, καθώς για χάρη αυτής της σκοπιμότητας όχι απλώς περιέρχεται σε αδυναμία αντίκρουσης των κεντρικών ιδεολογημάτων που προβάλλουν οι πιο αντιδραστικές εκδοχές της καπιταλιστικής διαχείρισης (υπηρετώντας εξίσου την αποενοχοποίηση των κανονικών όρων της κανονικής καπιταλιστικής ανάπτυξης), αλλά επίσης καλλιεργεί ως «κοινό τόπο» τα ίδια ιδεολογήματα με αυτές τις αντιδραστικές εκδοχές, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με την περίπτωση της «μεταπολίτευσης».

Η εμπειρία του περσινού «κινήματος της αγανάκτησης» θα έπρεπε να να είναι περισσότερο διδακτική γύρω από όλα αυτά, τέτοια όμως διδάγματα εμποδίζονται κατά τον βαθμό που κεντρικό πολιτικό κριτήριο για τη στάθμιση της «επιτυχίας» και της «αποτυχίας» δεν είναι παρά η πρόοδος των εκλογικών ποσοστών σε ευθεία αναλογία με τον βαθμό προοδου της πολιτικής και ιδεολογικής ενσωμάτωσης στους όρους κυριαρχίας του κεφαλαίου. Και, εξάλλου, η πράξη αποδεικνύει την ανυπαρξία σχετικών διαδαγμάτων. Ίσα-ίσα, μάλιστα, αν υποδηλώνεται μια «μετωπική» αντίληψη, αυτή σε κάθε περίπτωση ακουμπά στη βάση των «κοινών τόπων» της συγκάλυψης (κατά τα παραπάνω), της αποσόβησης του «κινδύνου» της ριζικής οικονομικής ανατροπής, της επιδίωξης «περιθωριοποίησης» (!) των εκφραστών της, της διατήρησης άθικτου του λαϊκού «πραγματισμού» περί ζωής στον καπιταλισμό: «πραγματισμού» που δεν είναι δυνατόν να απαλλαγεί από την ευθύνη που του αναλογεί απλά και μόνο για τον λόγο ότι είναι «λαϊκός»…

Γι’ αυτό (αποτελεί λογικό άλμα η φράση: «γι’ αυτό»;) και η υποτιθέμενη «λίστα Λανγκάρντ» αποδείχθηκε πιο «πολύκροτη» με την απόκρυψή της, παρά με τη δημοσιοποίηση του περιεχομένου της. Η απόκρυψη της ήταν πιο χρήσιμη για αξιοποίηση στην επιχείρηση χειραγώγησης και αποπροσανατολισμού του λαού, στην επιχείρηση «ενοχοποίησης» μιας μορφής του πολιτικού συστήματος εξουσίας του κεφαλαίου με σκοπό την αναστήλωσή του με την όποια διαφορετική μορφή. Αφού όμως, όπως φαίνεται, η πλειοψηφία των προσώπων της «λίστας» αποτελείται από εκπροσώπους του «επιχειρηματικού κόσμου», το πολύ-πολύ να γίνει κάποια στιγμή λίγος θόρυβος για κανέναν «φοροφυγά». Το ότι πρόκειται, ουσιαστικά, για το σύνολο της κοινωνικής εργασίας, για το αποτέλεσμα της δουλειάς του συνόλου των εργαζομένων, που «νόμιμα» το σφετερίζεται μια ελάχιστη μειοψηφία, ταξικά αντικοινωνική όσο και ταξικά κυρίαρχη, αυτό όχι απλώς μπορεί αλλά και «πρέπει» να αποσιωπηθεί από όλες τις πλευρές της απολογητικής του καπιταλισμού.

Διότι, όπως  επισημαίνει και το Γραφείο Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ στην ανακοίνωση καταδίκης της ποινικής δίωξης του δημοσιογράφου για την δημοσιοποίηση της «λίστας»: «…το οικονομικό σύστημα και οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις δε θέλουν να μάθει ο λαός την αλήθεια και έχουν συμφέρον να τον αποπροσανατολίζουν και να τον κοροϊδεύουν»… 

…Ακριβώς γιατί τα περιθώρια της κυριαρχίας τους στενεύουν τόσο περισσότερο όσο η κοινή πραγματικότητα «στον καπιταλισμό ζούμε» γίνεται κατανοητή όχι ως συνθήκη αυτονόητη, αλλά ως συνθήκη που επιβάλλει την ίδια της την ανατροπή. 


Παλιές αντιπαραθέσεις σε νέες συνθήκες

     Ένα ζήτημα που έχει, με αρκετά ιδιόμορφο τρόπο, βγει στην επιφάνεια της ιδεολογικής αντιπαράθεσης, είναι το ζήτημα της εκτίμησης για το χαρακτήρα και τον βαθμό ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, για τη θέση του στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα, και για τον κατά συνέπεια χαρακτήρα του επαναστατικού ξεπεράσματός του.

     Η ιδιομορφία βρίσκεται στο γεγονός, ότι καθώς φυσικά το ζήτημα αυτό δεν είναι καινούργιο για το κομμουνιστικό κίνημα, σε ορισμένες περιπτώσεις η «επίλυσή» του παίρνει τη μορφή της «προβολής» των συνθηκών του παρόντος σε προγενέστερες ιστορικές περιόδους είτε, αντίστροφα, τη μορφή προβολής των προγενέστερων πραγματικών συνθηκών και θεωρητικών επεξεργασιών στις σημερινές συνθήκες.

     Δεν είναι σκοπός αυτού εδώ του σημειώματος η βαθύτερη και αναλυτική μελέτη του ζητήματος όπως τοποθετήθηκε και απαντήθηκε για πρώτη φορά πριν από αρκετές δεκαετίες και συγκεκριμένα κατά την δεκαετία του 1930. Σκοπός του είναι η επισήμανση ορισμένων πλευρών της σημερινής τοποθέτησης του ζητήματος και της αντιπαράθεσης γύρω από αυτό, η οποία όμως αναγκαστικά «παρασύρει» σε ορισμένες αναδρομές και εκτιμήσεις γύρω από το παρελθόν. 

     Στο πλαίσιο της σχετικής αντιπαράθεσης σήμερα, οι εκτιμήσεις του ΚΚΕ για το βαθμό ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού και την διεθνή θέση του,  καθώς και για τον αναγκαίο χαρακτήρα του άλματος που απαιτείται για το ξεπέρασμα του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, γίνονται από ορισμένες πλευρές αντικείμενο κριτικής χαρακτηριζόμενες ως εγκατάλειψη των παλιότερων επεξεργασιών του, σύμφωνα με τις οποίες η επικείμενη επανάσταση θα είχε «αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα με τάσεις γρήγορης μετατροπής της σε σοσιαλιστική». Ότι επίσης στην ίδια βάση απεμπολούνται από το ΚΚΕ οι θέσεις και εκτιμήσεις του για την εξαρτημένη θέση της Ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και κατά συνέπεια το πρόταγμα της εθνικής ανεξαρτησίας

     Από την πλευρά πάλι των θεωρητικών επεξεργασιών του ΚΚΕ, πέρα από τις εκτιμήσεις του τις σχετικές με την σημερινή πραγματικότητα, εμφανίζονται ιστορικές αναλύσεις που θέτουν ερωτήματα γύρω από την ορθότητα της τοποθέτησης του ζητήματος κατά τη δεκαετία του ’30, που σημάδεψε βέβαια και τις δεκαετίες που ακολούθησαν.    

     Το ερώτημα, που κατά τη γνώμη μου τίθεται γενικά, είναι από τη μια (και αυτό αφορά τους επικριτές του ΚΚΕ), κατά πόσο μια θέση που ανταποκρινόταν στις συνθήκες μιας ορισμένης περιόδου μπορεί ή πρέπει να ανταποκρίνεται και στις συνθήκες μιας μεταγενέστερης περιόδου ύστερα από μερικές δεκαετίες.  Και από την άλλη, αντίθετα (και αυτό αφορά το ΚΚΕ), κατά πόσο οι εκτιμήσεις της παρούσας ιστορικής περιόδου μπορούν ή πρέπει να προβάλλονται ως ορθές εκτιμήσεις και για μια προηγούμενη ιστορική περίοδο, συγκεκριμένα των δεκαετιών του ’30, ’40 καθώς και των μεταπολεμικών και μετεμφυλιοπολεμικών χρόνων.  

 

     Ας ξεκινήσουμε από τη δεύτερη πλευρά του ερωτήματος:

     Σύμφωνα με ορισμένες ιστορικές αναλύσεις θεωρείται, ότι οι συμβιβασμοί του Λιβάνου και της Καζέρτας κατά τη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης, οι αυταπάτες και οι δισταγμοί γύρω από το ζήτημα της εξουσίας οι σχετικοί και με την τελική έκβαση του αγώνα κατά την ίδια περίοδο, οφείλονται εκτός άλλων παραγόντων και στην υιοθέτηση, από την 6η Ολομέλεια της ΚΕ και το 5ο Συνέδριο του Κόμματος το 1934, των θέσεων για  επανάσταση «αστικοδημοκρατική με τάση γρήγορης μετατροπής της σε σοσιαλιστική». Σύμφωνα με την ίδια αντίληψη, ο θεωρητικός «εξοπλισμός» με προϋπάρχουσες κομματικές επεξεργασίες και παραδοχές για τον προλεταριακό χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης θα είχε αποτρέψει τα παραπάνω αρνητικά χαρακτηριστικά του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης και θα μπορούσε να συμβάλει σε διαφορετική έκβασή του. 

     Σε σχέση όμως με αυτά, τίθεται το ερώτημα, για ποιο λόγο ο «αστικοδημοκρατικός και γρήγορα σοσιαλιστικός» χαρακτήρας της επανάστασης, που κατά τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα εκφράστηκε με το σύνθημα, το στόχο και, στην Ελεύθερη Ελλάδα, με την πραγματικότητα των βάσεων της λαοκρατίας, της λαϊκής δημοκρατίας, να επιτρέψει τέτοιους συμβιβασμούς, δισταγμούς και αυταπάτες; 

     Στη βάση ποιας λογικής μπορεί να θεωρηθεί, ότι για την υπαγωγή του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης στους στρατηγικούς σχεδιασμούς του βρετανικού ιμπεριαλισμού υπαίτια είναι η θεωρητική και πρακτική υιοθέτηση αυτού του «χαρακτήρα» της επανάστασης, που βρήκε πλήρη έκφραση στον εθνικοαπελευθερωτικό και λαϊκοδημοκρατικό χαρακτήρα του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης και όχι ακριβώς η παραβίαση και αθέτηση αυτού του χαρακτήρα;  Και πρώτα-πρώτα, ή αθέτηση όχι του χαρακτήρα της επανάστασης ως αστικοδημοκρατικού (με τάσεις κλπ), αλλά η αθέτηση του αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα (με τάσεις κλπ) ως επανάστασης… Και μάλιστα ως επανάστασης, που κινητήριες δυνάμεις της είναι πρώτα απ’ όλα η εργατική τάξη, «ως προϋπόθεση της νίκης της εργατοαγροτικής επανάστασης και της γρήγορης μετατροπής της σε σοσιαλιστική», σε συμμαχία, όχι με την «ιστορικά ανίκανη» αστική τάξη αλλά, με την φτωχομεσαία αγροτιά. 

     Σε ποια βάση ο τέτοιος χαρακτήρας της επανάστασης  (που σε τελική ανάλυση το κεντρικό του περιεχόμενο συνίσταται ακριβώς στη «γρήγορη μετατροπή» και στη διαδικασία της), μπορεί να θεωρηθεί «υπαίτιος» αυτός, κι όχι η οπισθοχώρηση πίσω από αυτόν τον χαρακτήρα , για τις συμφωνίες του Λίβανου και της Καζέρτας, την παραγνώριση των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων της Βρετανίας μέσα στο πλαίσιο της αντιφασιστικής συμμαχίας κατά τη διεξαγωγή του πολέμου, την κυριάρχηση της «αυταπάτης» ότι ήταν δυνατόν να υπάρξει εθνική απελευθέρωση και λαϊκή δημοκρατία κάτω από την ηγεσία του βρετανικού ιμπεριαλισμού;

     Το ότι σε μια ορισμένη στιγμή  (την στιγμή πρώτα απ’ όλα που τέθηκε το ζήτημα της επικύρωσης της Συμφωνίας του Λιβάνου στα όργανα του λαϊκού κινήματος, τα οποία ήταν ήδη και όργανα λαϊκής εξουσίας) απαιτούνταν ένα άλμα σε σχέση με τις συμμαχίες, το ότι σε αυτήν την ορισμένη στιγμή όφειλε να εκτυλιχθεί μια πράξη της διαδικασίας του «γρήγορου περάσματος» από τον «αστικοδημοκρατικό» στον «σοσιαλιστικό» χαρακτήρα της εργατοαγροτικής επανάστασης, πράξη η οποία στη δοσμένη στιγμή θα προσέδινε ευρύτερο και βαθύτερο αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο στον αντιφασιστικό αγώνα και στις λαοκρατικές πολιτικές μορφές της λαϊκής εξουσίας, αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το καίριο ζήτημα της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου.  

     Διαφορετικά, και η υιοθέτηση του «σοσιαλιστικού χαρακτήρα της επανάστασης», ακόμα κι αν ανταποκρινόταν πλήρως στην ιστορική πραγματικότητα, καμιά πρόσθετη πρακτική «εγγύηση» δεν θα μπορούσε να παρέχει απέναντι στην πιθανότητα τέτοιων θεμελιωδών συμβιβασμών, μέσα στο συνολικό πλαίσιο της διεξαγωγής του αντιφασιστικού πολέμου όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς.     

 

     Πριν φτάσουμε στο σήμερα, πρέπει επίσης να σημειώσουμε τα εξής:

     Πρώτον, κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα περιπλέκεται από τη σχηματικότητα με την οποία συχνά γίνονται κατανοητά οι εκτιμήσεις και  οι «ταξινομήσεις» των ιστορικών συνθηκών και τα καθήκοντα που απορρέουν από αυτές, με άλλα λόγια, όταν οι διαφορετικές κατηγορίες «χαρακτήρα» και καθηκόντων δεν αντιμετωπίζονται από το πρίσμα των καθηκόντων της ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας η διαδοχή των ζητημάτων που έρχονται στο πρακτικό προσκήνιο ζητώντας επίλυση δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρείται ταυτόσημη με την διαδοχή τους στο πεδίο της θεωρητικής αφαίρεσης και της αποτύπωσης της σε κομματικά ντοκουμέντα και αποφάσεις.

     Και αυτή η «σχηματικότητα» μπορεί να εμφανιστεί και να επιβληθεί στην πρακτική αντιμετώπιση των καθηκόντων είτε πρόκειται για την περίπτωση «σταδίων» στο πλαίσιο μιας ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας, είτε πρόκειται για τη σχέση απλά της τακτικής με τη στρατηγική, όπου από μια άποψη η τακτική  πρακτικά αποκτά την ίδια σημασία που μπορεί να αναγνωριστεί και σε ένα καθορισμένο «στάδιο» και στη σχέση του με την επόμενη βαθμίδα ανάπτυξης της όλης διαδικασίας: διότι είναι πρώτα απ’ όλα ζήτημα σχέσης. Σαν παράδειγμα για αυτή την δεύτερη περίπτωση θα μπορούσε να χρησιμεύσει από ορισμένες απόψεις η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας στη Χιλή τη δεκαετία του ’70. 

     Δεύτερον, πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί, ότι από την «φύση των πραγμάτων», οι ρυθμοί εξέλιξης της πραγματικότητας δεν μπορούν παρά να είναι διαφορετικοί από τους ρυθμούς μεταβολής της γενικής πολιτικής τους εκτίμησης: Η εκτίμηση της δεκαετίας του ’30 για τα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα, των οποίων η επίλυση καθυστερεί, και για την καθυστέρηση στον βαθμό ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, μπορεί να διατηρεί την αξία και την επικαιρότητά της και κατά τη δεκαετία του ’50 ακόμα και του ’60. Όμως ταυτόχρονα, καθώς στη διάρκεια αυτών των δύο δεκαετιών ο καπιταλισμός αναπτύσσεται, κι ενώ η γενική εκτίμηση δεν παύει αναγκαία να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όμως ταυτόχρονα η κίνηση της πραγματικότητας μέρα με την ημέρα αδιόρατα ξεπερνά ολοένα την γενική εκτίμησή της, μέχρι τη στιγμή που η μεταβολή θα εμφανιστεί σαν μεταβολή ριζική, και η θεωρητική εκτίμηση θα έχει ξεπεραστεί οριστικά, οφείλοντας να αντικατασταθεί από μια νέα.   

 

     Αυτό που, νομίζω, διαφεύγει, ουσιαστικά και από τις δυο «πλευρές» της όλης ιδεολογικής αντιπαράθεσης, είναι ο χαρακτήρας της «μεταπολίτευσης», και ρόλος της ακριβώς στην οριστικοποίηση των νέων συνθηκών. 

     Λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών της κοινωνικής – ιστορικής εξέλιξης στην Ελλάδα, δηλαδή λόγω της αρχικής καθυστέρησης στην καπιταλιστική ανάπτυξη και των εσωτερικών συμβιβασμών της άρχουσας τάξης, λόγω του βαθμού της πολιτικοοικονομικής της εξάρτησης, λόγω της έκβασης της ταξικής πάλης κατά τη δεκαετία του ’40 και του αντιδραστικού χαρακτήρα του μετεμφυλιοπολεμικού κράτους των «νικητών», λόγω επίσης της αδυναμίας του αστικού πολιτικού συστήματος προδικτατορικά να κάνει βήματα εκσυγχρονισμού του χωρίς να διακυβεύεται η ίδια του η σταθερότητα, επειδή για τον ίδιο λόγο ορισμένες ανάγκες του αστικού εκσυγχρονισμού αναγκάστηκαν να ικανοποιηθούν με την πιο αντιδραστική δυνατή πολιτική μορφή της αστικής εξουσίας, τη φασιστική δικτατορία 67-74, για όλους αυτούς τους λόγους  λοιπόν οι καθυστερημένες «αστικοδημοκρατικές» εκκρεμότητες της δεκαετίας του ’30, έφτασαν με μορφή διαστρεβλωμένη και οξυμένη άλυτες σε μεγάλο βαθμό μέχρι το 1974. 

 

     Η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 ήταν αντιφασιστική –  αντιιμπεριαλιστική. Η μεταπολίτευση του 1974, κάτω από τη βαριά σκιά της εξέγερσης και της κυπριακής προδοσίας, αποτέλεσε αφετηρία της τελικής ολοκλήρωσης του αστικού εκσυγχρονισμού με πλήρη τυπική αστικοδημοκρατική μορφή για πρώτη φορά μετά το 1936.  Η ανάληψη της κυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ  το 1981 προχώρησε αυτόν τον αστικό εκσυγχρονισμό, αφενός πέρα από τα πολιτικά όρια τα οποία αδυνατούσε  να υπερβεί  η «μεταπολιτευτική» ΝΔ, καταφέρνοντας  έτσι επίσης να αποκτήσει για λογαριασμό της άρχουσας τάξης (επίσης για πρώτη φορά από το 1936) σε σχετικά επαρκή βαθμό τον έλεγχο του λαϊκού κινήματος, υποτάσσοντας το στη στρατηγική του μονοπωλιακού κεφαλαίου, «επικυρώνοντας» ως κυβέρνηση την παραμονή της χώρας στο ΝΑΤΟ και την τότε εντελώς πρόσφατη (1980) ένταξή της στην ΕΟΚ,  βάζοντάς την οριστικά στην τροχιά του ευρωενωσιακού μονόδρομου, ο οποίος ήδη ολοκλήρωσε έναν πρώτο ιστορικό κύκλο με τον «θρίαμβο» της καπιταλιστικής κρίσης και των «μνημονίων».

 

     Το σίγουρο όμως είναι, πώς σε συνδυασμό με την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη, η Ελλάδα ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 βρισκόταν πιά σε μια νέα ιστορική περίοδο, με την κάθε «αστικοδημοκρατική εκκρεμότητα» του παρελθόντος «επιλυμένη» με τον τρόπο που «επιλύθηκε». Και όχι βέβαια με «γρήγορη μετατροπή» της (εν προκειμένω) μεταρρυθμιστικής διαδικασίας σε «σοσιαλιστική»,  αλλά με «γρήγορη» όξυνση των αντιθέσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που ήδη έχουν καταστήσει αντικειμενικά επίκαιρη και αναγκαία την επίλυσή τους.

     Αυτή η επίλυση «μπορεί να συνίσταται μόνο, στο ότι αναγνωρίζεται έμπρακτα η κοινωνική φύση των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων, στο ότι επομένως ο τρόπος της παραγωγής,  ιδιοποίησης και ανταλλαγής τίθεται σε αρμονία με τον κοινωνικό χαρακτήρα των παραγωγικών μέσων. Και αυτό μπορεί να συμβεί μόνο διαμέσω του ότι η κοινωνία ανοιχτά και χωρίς περιστροφές καταλαμβάνει την κατοχή των παραγωγικών δυνάμεων των ωριμασμένων τόσο ώστε να μην επιδέχονται οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση εκτός από τη δική της» (Ένγκελς, Αντι Ντύρινγκ & Η εξέλίξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη).