συνήγορος του διαβόλου (τελευταίο)

Χρωστάω από καιρό ένα κλείσιμο στο θέμα που έχω ανοίξει, και που ενδεχομένως παρουσιάζει συμπτώματα «φλυαρίας» λόγω του γεγονότος  ότι δεν αποτελεί επεξεργασία κάποιου προϋπάρχοντος προσχεδίου, αλλά στην πραγματικότητα μια πρώτη παρουσίαση προβληματισμών γύρω από την θεματολογία με την οποία ασχολείται, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο ένα πρώτο προσχέδιο το ίδιο. 

Μάλιστα, αν στα προηγούμενα μέρη ο όποιος βαθμός «φλυαρίας» μαζευόταν κάπως εντός των ορίων στα οποία εκτεινόταν το κάθε «μέρος», εδώ, στο τελευταίο, ίσως ούτε αυτό γίνεται, ή ενδεχομένως η μείωση (πιθανά) της  «φλυαρίας» αντισταθμίζεται αρνητικά από την έλλειψη μιας συγκροτημένης δομής «με αρχή, μέση και τέλος». 

Αν στα προηγούμενα μέρη η «φλυαρία» αποσκοπούσε να καλύψει έναν κύκλο πλευρών που το ξεπέρασμά τους θα βοηθούσε στην «επικέντρωση» του ζητήματος, τώρα που έφτασα σε αυτό το κέντρο συνειδητοποιώ ότι μόλις τώρα μπαίνω στο θέμα, οπότε ενώ το τελειώνω στην πραγματικότητα δεν διατυπώνω παρά εισαγωγικές σκέψεις για μια μελλοντική ανάπτυξη του εφόσον θεωρούνταν ότι τουλαχιστον αυτή η «εισαγωγή» (δηλαδή εδώ το κλείσιμο της σειράς από μέρος μου) έχει πραγματικό ενδιαφέρον και χρησιμότητα…

Τα προηγούμενα μέρη είναι:

συνήγορος του διαβόλου – εισαγωγή

συνήγορος του διαβόλου – πρώτο μέρος

συνήγορος του διαβόλου – δεύτερο μέρος

συνήγορος του διαβόλου – τρίτο μέρος (μια ανακεφαλαίωση)

*

Η «τελική» προσέγγιση του ζητήματος υπό τους όρους της (αφετηριακής) οικονομικής ανατροπής που συνίσταται («δογματικά» από την πλευρά μου) στη λύση της αντίθεσης (ουσιαστικά: της αντίθεσης/αντίφασης ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων και στην ατομική τους ιδιοποίηση [*]) «διαμέσω του ότι» (dadurch) ανοιχτά και χωρίς περιστροφές  περνάνε στην κατοχή της κοινωνίας οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις οι τόσο ωριμασμένες (αναπτυγμένες, μεγεθυμένες) ώστε μόνη διεύθυνση που επιδέχονται είναι η κοινωνική (Ένγκελς, ΑντιΝτύρινγκ & Η εξέλιξη του  σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη).

Στο πλαίσιο του θέματος μας, το ερώτημα (πάνω στη βάση των όσων έχουν προηγηθεί, που ελπίζω: αποτελούν μια βάση τοποθέτησης του ζητήματος) τώρα μπαίνει σε σχέση με τις παραγωγικές δυνάμεις τις όχι τόσο ωριμασμένες ώστε να επιδέχονται («μόνο» ή «καθόλου» ή «χωρίς περιστροφές») την κοινωνική διεύθυνση σαν μοναδική: Ποιες είναι αυτές; Με ποια έννοια επιδέχονται κι άλλη διεύθυνση εκτός από την άμεσα κοινωνική ή επιδέχονται διεύθυνση μόνο άλλη από την άμεσα κοινωνική; Ποια η σχέση, απέναντί τους, της κοινωνικής διεύθυνσης γενικά; Είναι, αντίστροφα, η άμεση κοινωνική διεύθυνση κατάλληλη γι’ αυτές και, ιδίως, υπό τη μορφή της «ανοιχτής και χωρίς περιστροφές» κατοχής τους από την κοινωνία; Ποιες μορφές κοινωνικής διεύθυνσης θα μπορούσαν να οριστούν σαν έμμεσες, «όχι ανοιχτές», «με περιστροφές»; Ή είναι σφαλερό το τελευταίο ερώτημα και το όλο ζήτημα πρέπει να τίθεται απλά σαν ζήτημα πρώτης, δεύτερης κλπ φάσης περάσματος στην ανοιχτή και χωρίς περιστροφές κατοχή της κοινωνίας; Τελειώνει το ζήτημα στη διάκριση μεταξύ κρατικής και συνεταιριστικής ιδιοκτησίας; Ποια η σχέση της δεύτερης (και ακόμα και της μη συνεταιριστικής) με το προσωπικό που «απασχολεί»; Μπορούν ολα αυτά να οδηγήσουν σε αντικειμενικά συμπεράσματα και απαντήσεις και ταυτόχρονα να τηρηθεί η αρχική, εισαγωγική υπόσχεση άρνησης του καθορισμού των τελευταίων από κάθε πολιτικό «ωφελιμισμό»; Πώς, ταυτόχρονα, θα ανταποκριθούν οι απαντήσεις στη ρήση ότι «ο κομμουνισμός δεν είναι μια κατάσταση των πραγμάτων που πρέπει να εδραιωθεί, ένα ιδανικό στο οποίο η πραγματικότητα θα πρέπει να προσαρμοστεί. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων» και που «οι όροι της προκύπτουν από τις προϋποθέσεις που υπάρχουν τώρα» (Μαρξ, Η Γερμανική Ιδεολογία);

Ως προς το πρώτο ερώτημα, το «ποιες είναι αυτές»: Από τη μια, η «κομματιασμένη» γη, και από την άλλη, ένα τμήμα της σκόρπιας μικροπαραγωγής ή και του σκόρπιου μικροεμπορίου. (Θα ήταν -είναι- παραπλανητικό, όμως, να εξετάζουμε το θέμα με τα δεδομένα τα γνωστά μας από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπου από τη μια ένα μεγάλο μέρος της «μικρής» οικονομίας οφείλει την ύπαρξή του σε ανάγκες προερχόμενες από τις ειδικά καπιταλιστικές σχέσεις κι όχι από τις σχέσεις κάποιας «οικονομίας» γενικά. Και όπου, από την άλλη, κατά μεγάλο επίσης μέρος της οφείλεται στη μόνιμη ύπαρξη του βιομηχανικού υπερπληθυσμού που εξαναγκάζει μεγάλο μέρος του πληθυσμού να κάνει «οτιδήποτε» για να συντηρηθεί).

Είναι διαφορετικοί οι αντικειμενικοί – υλικοί όροι προσέγγισης του ζητήματος σε σχέση με τη γη, από τη μια, και σε σχέση με την «αστική» μικροπαραγωγή, από την άλλη. Η γη (ο λόγος πρώτιστα για τη γεωργική γη και τη γεωργική παραγωγή), σαν υλική εδαφική ενότητα – αλλά και σαν παραγωγική ενότητα, σαν παραγωγικό αντικείμενο γενικά, έχει χαρακτηριστικά που διευκολύνουν (και μέσα σε ευρείας έκτασης όρια επιβάλλουν) την υπαγωγή της στην κοινωνική διεύθυνση περισότερο ή λιγότερο ανοιχτά, άμεσα, χωρίς περιστροφές. «Περισσότερο ή λιγότερο», που σημαίνει: είτε την άμεση υπαγωγή της ως μεγάλης ιδιοκτησίας στην κρατική ιδιοκτησία (σαν μορφή της κοινωνικής κατοχής της), είτε την παραγωγική συνεταιριστικοποίηση της μικροϊδιοκτησίας στη βάση των πλεονεκτημάτων που συνεπάγεται αυτή τόσο για την κοινωνία όσο και για τους μικροπαραγωγούς.

Το ζήτημα των παραπάνω μορφών δεν το καθορίζει άμεσα  η εδαφική-υλική ενότητα της γης, αλλά πρώτα οι σχέσεις ιδιοκτησίας και των παραγωγικών «μεγεθών» που έχουν αναπτυχθεί πάνω σε αυτή την ενότητα.  Όμως επίσης τίθεται, ως προς τον ίδιο καθορισμό μορφών, και ζήτημα ανάγκης (η όχι;) για τη διάκριση των «χρήσεων» για τις οποίες είναι πρώτα απ’ όλα κατάλληλη η άμεση κοινωνική διεύθυνση ή πρώτα απ’ όλα κατάλληλη η άμεση διεύθυνση του καλλιεργητή ενταγμένη στον γενικό, ενιαίο, κεντρικό κοινωνικό σχεδιασμό της παραγωγής. Επ’ αυτού λοιπόν οι ακόλουθες δυο «υπογραμμίσεις» – προβληματισμοί:

1) Η θέση του Μαρξ για τη γεωργκή παραγωγή (εδώ), ότι γι’ αυτήν είναι ακατάλληλη η ανάπτυξή της  στη βάση των καπιταλιστικών σχέσεων, ότι για την ορθολογική της ανάπτυξη χρειάζεται είτε το χέρι του άμεσου παραγωγού είτε ο σχεδιασμός της κοινωνικοποιημένης παραγωγής. Η υπογράμμιση και ο προβληματισμός έχει να κάνει με την αποτροπή, ενδεχομένως, μιας «διαχείρισης», στη βάση των κοινωνικοποιημένων σχέσεων, που θα μπορούσε να αναπαράγει μορφές «εκμετάλλευσης» της φύσης ανάλογες με μορφές που επιβάλλουν οι καπιταλιστικές σχέσεις. Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν το «είτε… είτε…» πρέπει να «μεταφράζεται» σαν «αμφότερα»: η γη χρειάζεται τη διεύθυνση του χεριού του άμεσου παραγωγού και τη σχεδιασμένη διεύθυνση της κοινωνικοποιημένης παραγωγής.

(Άλλωστε, κατά την καπιταλιστική ανάπτυξη υπήρξαν τέτοιες και τόσες οι κρατικές παρεμβάσεις, στρατηγικοί σχεδιασμοί κλπ σε σχέση με τη γεωργία, και τέτοια η στρέβλωση εξαιτίας τους, ώστε ο κεντρικός κοινωνικός σχεδιασμός σε όλη του την κλιμάκωση -και στην πραγματικότητα το ζητημα συνίσταται σε αυτή την «κλιμάκωση», στο περιεχόμενό της και στις μορφές της- θα εμφανιζόταν -πέρα από τα όποια προβλήματα- λυτρωτικός… Όμως δεν μπορεί αυτός να λειτουργήσει χωρίς την παραγωγική συνένωση της γεωργικής γης με κρατική και με συνεταιριστική μορφή).

2) Η δεύτερη «υπογράμμιση – προβληματισμός» αφορά μεν ιδιαίτερα τη γεωργική γη αλλά και γενικότερα την «μικρή παραγωγή»:

Στον βαθμό που η ανεξάρτητη εργασία αποτελεί σχέση η οποία στο ατομικό επίπεδο του άμεσου παραγωγού δεν έχει -θεμελιακά, καθαυτή- επιφέρει σχέση αλλοτρίωσης ανάμεσα σ’ αυτόν και στους όρους της εργασίας του, η κατάργηση αυτής της αλλοτριωσης σε κοινωνικό επίπεδο (της αλλοτρίωσης της βασισμένης στη σχέση κεφαλαίου – μισθωτής εργασίας), δεν θα έπρεπε να περνά μέσα από την ανατροπή, κατάργηση, εξάλειψη της υπαρκτης μη-αλλοτριωτικής ατομικής σχέσης του άμεσου παραγωγού με τους όρους της εργασίας του. Δε θα ‘πρεπε η σχέση αυτή να καταργείται ατομικά προκειμένου να αποκατασταθεί κοινωνικά. Θα έπρεπε από την υπάρχουσα ατομική βάση να αναπύσσεται (εξελίσσεται, καλλιεργείται) ως το κοινωνικό επίπεδο – και η πρωταρχική σοσιαλιστική οικονομική ανατροπή μαζί με την πραγμάτωση των πολιτικών της προϋποθέσεων αποτελεί την κοινωνική βάση που παρέχει τη δυνατότητα αυτής της εξέλιξης.

Πρόκειται για ζήτημα που θα ξανασυναντήσουμε με άλλη μορφή κοντά στον επίλογο, στο πλαίσιο ορισμένων σκέψεων για την ελευθερία του ατόμου να είναι παραγωγικό μέσα στους αναπτυσόμενους όρους και σχέσεις της κοινωνικοποιημένης παραγωγής: Το ζήτημα δεν είναι «στενά» οικονομικό. Έχει να κάνει με τη φυσική βάση πάνω στην οποία θεμελιώνονται οι κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις οποιασδήποτε μορφής. Προς το παρόν, όμως, ας περιοριστούμε στην υπενθύμιση της εμπειρίας των εφαρμοσμένων οικονομικών σοσιαλιστικών σχέσεων, στο πλαίσιο των οποίων η κρατική και συνεταιριστική ιδιοκτησία της γεωργικής γης συνδυαζόταν με την παραχώρηση στους άμεσους παραγωγούς μιας έκτασης για ατομική-οικογενειακή καλλιέργεια επαρκούς για τις ανάγκες τους σε γεωργκά προϊόντα – επάρκεια αντικειμενικά αξεχώριστη κατά τη γνώμη μου από την ταυτόχρονη δυνατότητα εξασφάλισης ενός ορισμένου παραγωγικού πλεονάσματος.

*

Τα πράγματα στην πραγματικότητα ίσως ειναι πιο σύνθετα σε σχέση με την «αστική» μικροπαραγωγή (και γενικά: μικροοικονομία) και τον διασκορπισμό/διασπορά τόσο της υλικής βάσης της όσο και των λειτουργιών της. Εδώ θα έπρεπε, πρώτα απ’ όλα, να ενταχθεί σαν μέγεθος, ποιοτικό και ποσοτικό,   στον κοινωνικό κεντρικό σχεδιασμό (και σ’ όλες τις βαθμίδες της κλιμάκωσής του) το σύνολο αυτής της υλικής βάσης, και αυτών των λετουργιών.

Παρέκβαση: Όπως σε σχέση με τη γεωργική παραγωγή θα ήταν πιο πάνω απαραίτητη μια αναφορά στην εμπειρία του «εφαρμοσμένου» σοσιαλισμού -αλλά και μια κριτική σε θεωρήσεις και πλευρές θεωρήσεων αυτής της εμπειρίας- έτσι και ως προς την «αστική» μικροοικονομία προβάλλει η αντίστοιχη ανάγκη  σε σχέση με τη λεγόμενη «σκιώδη οικονομία» στις σοσιαλιστικές χώρες: Σαν εκτίμηση για το κατά πόσο στην πραγματικότητα η ύπαρξη και ανάπτυξή της οφείλεται σε αναπτυσσόμενες στρεβλώσεις των σοσιαλιστικών σχέσεων, στην «πολιτική» τάση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, κατά πόσο οφείλεται σε όρους ένταξης στην άμεσα κοινωνικοποιημένη παραγωγή οικονομικών λειτουργιών για τις οποίες δεν ήταν κατάλληλη η «ανοιχτή και χωρίς περιστροφές» κατοχή τους από την κοινωνία, και κατά πόσο σε μια σύμφυση των δυο πλευρών: εφόσον στη βάση της μιας πλευράς αναπτύσσεται η άλλη, και αντίστροφα… [**]

Συνέχεια για την «αστική μικροοικονομία»:  Είναι, ίσως, διαφορετικοί οι όροι της συνεταιριστικοποίησής της από τους αντίστοιχους της γεωργικής οικονομίας, κι από ένα όριο κι έπειτα δεν έχει, ίσως, και νόημα η «συνεταιριστικοποίηση». [***]

Εδώ μπαίνουν, καταρχήν,  τα θέματα: α) Της κοινωνικής σκοπιμότητας των τέτοιων οικονομικών λειτουργιών, η οποία είναι στη ρίζα της διαφορετική από τη σκοπιμότητά τους υπό την κυριαρχία των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων. β) Της επιβολής όρων εργασίας, αμοιβής, εργασιακών σχέσεων που θα καθιστούν στην ουσία τους συνεργατικές τις ομαδικές μορφές  αυτών των λειτουργιών. Όρων συνεργατικότητας που θα υποτάσσουν την μικροϊδιοκτησία σε αυτούς και όχι το αντίθετο. Και γ) της επιβολής όρων, επίσης, που θα καθιστούν αναλογικό το επίπεδο ευημερίας των εργαζομένων σε αυτούς τους παραγωγικούς τομείς  με το γενικό επίπεδο της κοινωνικής ευημερίας. (Στο σημείο αυτό, ως προς τη συσσωρευμένη ιστορική εμπειρία του σοσιαλισμού, χωράνε επίσης σκέψεις για της σχέση ανάμεσα στα μεγέθη ατομικών αμοιβών – κοινωνικού πλεονάσματος στις διαφορετικές συνθήκες του πολεμικού κομμουνισμού, της ΝΕΠ, του προ-πολεμικού κομμουνισμού της δεκαετίας του ’30, της ανάπτυξης των σοσιαλιστικών σχέσεων, δηλαδή σκέψεις για τη μεταβολή της παραπάνω σχέσης υπό όρους δοσμένων κοινωνικών αναγκών, υπό όρους ανόδου της παραγωγικότητας της εργασίας κλπ).

*

Δεχόμενοι καταρχάς την ύπαρξη μιας τέτοιας παραγωγικής μορφής πρέπει να δούμε και τους όρους ένταξής της στις σοσιαλιστικές σχέσεις κατανομής – σχέσεις όπου ακόμα δεν έχουν πάψει να είναι και «χρηματικές».

Για την περιγραφή των σοσιαλιστικών σχέσεων κατανομής αποτελεί μια από τις κύριες θεωρητικές βάσεις η σχετική αναφορά του Μαρξ στην «Κριτική του προγράμματος της Γκοτα»: «…όσο για τη διανομή των μέσων κατανάλωσης στους ξεχωριστούς παραγωγούς, κυριαρχεί η ίδια αρχή όπως και στην ανταλλαγή ισοδύναμων εμπορευμάτων, ανταλλάσσεται ίση εργασία σε μία μορφή, με ίση εργασία σε άλλη μορφή». Και: «Εδώ ολοφάνερα κυριαρχεί η ίδια αρχή που ρυθμίζει την ανταλλαγή εμπορευμάτων, εφόσον είναι ανταλλαγή ίσων αξιών. Το περιεχόμενο και η μορφή άλλαξαν, γιατί μέσα στις αλλαγμένες συνθήκες κανένας δε μπορεί να δόσει τίποτα άλλο εκτός από την εργασία του, και γιατί, από την άλλη μεριά, τίποτα δε μπορεί να περάσει στην ιδιοχτησία των ξεχωριστών προσώπων, εκτός από ατομικά μέσα κατανάλωσης».

Μιλώντας με «θεωρητικό κυνισμό», σε ό,τι αφορά την καταρχην παραδοχή αυτών των ατομικών και ομαδικών μορφών μικρής παραγωγής, οικονομίας και ιδιοκτησίας, η πρώτη από τις δυο παραπάνω προτάσεις του Μαρξ όπως παρατίθενται εδώ, «εξυπηρετεί», όσο κι αν θέτει την ανάγκη παραπέρα περιγραφών, προεκτάσεων,  επικαθορισμών κλπ. Όμως το θεωρητικά καθοριστικό ερώτημα αφορά τη δεύτερη πρόταση: Μπορεί αυτή και η αναφορά της στα μέσα παραγωγής  να ξεχωριστεί από την αρχική (παραπάνω) αναφορά του Ένγκελς στις σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις τις τόσο αναπτυγμένες ώστε να επιδέχονται μόνο κοινωνική διεύθυνση; Μπορούν δηλαδή τα μέσα παραγωγής στην πρόταση του Μαρξ («τίποτα εκτός από ατομικά μέσα κατανάλωσης») να ξεχωριστούν, να νοηθούν διαφορετικά από εκείνες τις παραγωγικές δυνάμεις που η ύπαρξή τους θεμελιώνει υλικά το πέρασμα στον κομμουνισμό; Από την άλλη, μπορεί να γίνει πραγματικά λόγος για τέτοιου είδους «μικροοικονομία» εντός των κυρίαρχων σχέσεων της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, που οι χρησιμοποιούμενες σε αυτήν παραγωγικές δυνάμεις να ξεπερνάνε τα όρια πέρα από τα οποία αρχίζουν οι παραγωγικές δυνάμεις οι ωριμασμένες τόσο ώστε να απαιτούν την άμεση κοινωνική κατοχή και διεύθυνση;

Τα ίδια ερωτήματα μπορούν να διατυπωθούν και με τον εξής τρόπο: Πόσο άμεσες είναι οι απαντήσεις που δίνει ο Μαρξ στα ζητήματα των «ενδιάμεσων» οικονομικών μορφών εφόσον αναγκαστικά η οικονομική του ανάλυση προϋποθέτει έναν γενικευμένο και «καθαρό» καπιταλισμό που θα δώσει την θέση του σε μια, κατά θεωρητική συνέπεια, γενικευμένη και «καθαρή» κοινωνικοποιημένη παραγωγή; Σε ποιο βαθμό αυτή η θεωρητική βάση επιδρά ή δεν επιδρά στην παραπάνω συγκεκριμένη προγραμματική διατύπωση   της «Κριτικής του προγράμματος της Γκότα»; Σε ποιο βαθμό παραπέρα ο Μαρξ θεωρεί πάνω στην ίδια αυτή θεωρητική βάση «λυμένο» το ζήτημα των «ενδιάμεσων» παραγωγικών – οικονομικών μορφών; Σε ποιο βαθμό, αντίθετα, δεν θα θεωρούσε σαν αυτονόητη την αντιμετώπισή τους ακριβώς ως «ενδιάμεσων»  -στο βαθμό που η νομοτέλεια της εξαφάνισής τους μέσα στις καπιταλιστικές σχέσεις εξακολουθεί να εκδηλώνεται σαν συνεχής κι αναπαραγόμενη τάση κι όχι σαν οριστική πραγματικότητα;  Σε ποιο βαθμό η δυνατότητα πρόβλεψης των μετέπειτα θεωρητικών και πρακτικών προβλημάτων από την ύπαρξη της «μικροϊδιοκτησίας» ως «ενδιάμεσης» παραγωγικής βαθμίδας, δεν θα συνιστούσε εξαναγκασμό για μια πιο εκτεταμένη ανάλυση της ενδεχόμενης θέσης και «τύχης» της εντός των αρχικών και αναπτυσσόμενων σχέσεων της κοινωνικοποιημένης παραγωγής; Τι ήταν αυτό που «στις τελευταίες εκλογές» θα έλεγε ο ίδιος ο Μαρξ «στους βιοτέχνες, στους μικροβιομήχανους κλπ» σαν πρακτική συνέπεια της επαναστατικοποίησής τους ενόψει «του επικείμενου περάσματός τους στο προλεταριάτο» και σε αντιδιαστολή προς την εσφαλμένη θέση  (σφάλμα διαπιστωμένο, μάλιστα, σε ένα προμονοπωλιακό ακόμα στάδιο του καπιταλισμού) ότι «απέναντι στην εργατική τάξη αποτελούν μονάχα μιαν αντιδραστική μάζα» (Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, τα έντονα στοιχεία δικά μου); Τέλος, πέρα από το έργο που μας άφησε ο Μαρξ, είναι δυνατό και αναγκαίο να ενταχθούν σε αυτό σύγχρονες θεωρητικές και πρακτικές επεξεργασίες γύρω από αυτό το ζήτημα εφοσον αποτελούν απαίτηση αντικειμενική και απαιτούν αντικειμενικές (αντικειμενικά ανταποκρινόμενες απαντήσεις), ή παρόμοιες επεξεργασίες θα συνιστούσαν, αντιθετα, αναθεώρηση του μαρξισμού στην ουσία του;

Είναι προφανές ότι σε ό,τι αφορά το θεωρητικό μέρος του ζητήματος εδώ τίθενται μόνο βασικές τοποθετήσεις και βασικά ερωτήματα: Η παραπέρα ανάπτυξη της βασικής τοποθέτησης απαιτεί την απάντηση των βασικών ερωτημάτων. Εφόσον θεωρούνταν ότι τα βασικά ερωτήματα που διατυπώνονται έχουν ήδη -από παλιά- απαντηθεί, τότε βέβαια δεν θα υπήρχε και ζήτημα οποιασδήποτε «βασικής τοποθέτησης» και παραπέρα ανάπτυξής της.

Εν πάση περιπτώσει σαν θέματα μιας παραπέρα ανάπτυξης προβάλλουν τα εξής:

-Οι «σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις» και οι «άλλες»: Στις πρώτες εντάσσονται αυτές στις οποίες βασίζεται η κοινωνική συνεργασία. Σε μια πιο πρώιμη περίοδο του καπιταλισμού θα ταυτίζονταν με τις «μηχανές». Σήμερα όπου οι μηχανές έχουν μπει και στην ατομική κατανάλωση, όπου επίσης οι μηχανές έχουν πάρει τη θέση αρκετών εργαλείων «ατομικής» χρήσης, όπου το πριόνι είναι ηλεκτρικό ή βενζινοκίνητο,όπου κάθε ιδιωτικό αυτοκίνητο (ανεξάρτητα από το ζήτημα των όρων που το καθιστούν ή όχι, σε ποιό βαθμό και με ποιές μορφές κοινωνικά αναγκαίο)  διαθέτει δύναμη δεκάδων ίππων μόνο και μόνο για την προσωπική μετακίνηση, και όπου γενικά μιλώντας η ανάπτυξη της τεχνικής και της παραγωγικότητας της εργασίας έχουν έχουν εντάξει τη «μηχανή» (όχι φυσικά «κάθε» μηχανή) στα είδη ατομικής κατανάλωσης που «περιέχονται» στο μισθό της εργασίας,  πώς θα έπρεπε να συγκεκριμενοποιηθεί ο παραπάνω διαχωρισμός;

-Το ζήτημα της «χρησιμοποίησης ξένης εργασίας» στο πλαίσιο της μικρής παραγωγής (πάνω σε αυτό υπάρχουν ορισμένες σύντομες αναφορές και πιο πάνω).

-Το ζήτημα της συσσώρευσης (πάνω δηλαδή από το γενικό επίπεδο της κοινωνικής ευημερίας) στην μικρή (ατομική ή ομαδική) παραγωγή.

-Το ζήτημα της μεγέθυνσης της μικρής παραγωγής: Οι όροι κάτω από τους οποίους αυτή η μεγέθυνση αντιστρατεύεται τις σχέσεις της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, και οι όροι κάτω από τους οποίους μπορεί να αποτελεί στοιχείο διεύρυνσης και αναπαραγωγής της υλικής βάσης της.

-Όλα τα παραπάνω υπό την αρχκή προϋπόθεση ότι η μικρή παραγωγή είναι αναγκαία κάτω από τις σχέσεις της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, και με την υπογράμμιση οτι όπου γίνεται λόγος για τη μικρή παραγωγή θα πρέπει να εννοούνται και αντίστοιχες μορφές ιδιοκτησίας εργαλείων παραγωγής: καταρχήν με την έννοια της υλικής διάστασης της ιδιοκτησίας, αυτήν της κατοχής, και άσχετα (καταρχήν) από τις νομικές μορφές της («κυριότητα» κλπ).

-Κεντρική η θέση κατέχει και ο ρόλος του εργατικού κράτους  μέσα σε αυτή τη διαδικασία: Το κράτος, πέρα από τα άλλα, σαν υλική δύναμη συνένωσης των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων, με αυτή την έννοια σαν κεντρική παραγωγική δύναμη. Και επομένως  κεντρικό ζήτημα η «παράγωγη» διαδικασία περιέλευσής του και αυτού του ίδιου, σαν κράτος της επαναστατικής δικτατορίας του προλεταριάτου,  στην «ανοιχτή και χωρίς περιστροφές κατοχή της κοινωνίας», διαδικασία που ταυτίζεται με την «απονέκρωσή» του, την κατάργησή του «ως κράτους».

*

Πρόκειται για την σχηματοποίηση σχέσεων όπως παίρνουν μορφή βγαλμένες (και επίσης: καθώς βγαίνουν) από τους κόλπους της παλιάς, καπιταλιστικής κοινωνίας. Δεν πρόκειται για σχέσεις στατικές, αιώνιες, αλλά για σχέσεις που είτε αυθόρμητα είτε «βίαια» (με διορθωτικές παρεμβάσεις, και «εξωοικονομικές») ακολουθούν τη συνολική ανάπτυξη των κομμουνιστικών σχέσεων:

Σαν μορφή αντίθεσης ανάμεσα στο ατομικό και το κοινωνικό συμφέρον, είναι ταυτόχρονα σχέσεις ενταγμένες στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και στην υποδουλωτική υποταγή σε αυτόν (με την έννοια ότι μορφή αυτού του γενικού καταμερισμού είναι κι ο καταμερισμός των λειτουργιών της «μικρής» και της «μεγάλης» παραγωγής).  Και σαν η ίδια μορφή της αντίθεσης ανάμεσα στο ατομικό και το κοινωνικό (που εμφανίζεται και με άλλες μορφές, λχ ανάμεσα σε εργασία ειδικευμένη και μη, επιστημονική και «πρακτική» κά), η λύση της, η εξάλειψή της δεν μπορεί παρά να είναι μέρος της ιστορικά παράλληλης διαδικασίας εξαφάνισης της υποδουλωτικής υποταγής στον καταμερισμό της εργασίας, εξάλειψης των αντιθέσεων ανάμεσα σε πνευματική και σωματική εργασία, ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο, περάσματος από την αμοιβή κατά την εργασία στην αμοιβή κατά τις ανάγκες και  μαζί εξάλειψης των «χρηματικών» μορφών είτε στην άμεσα κοινωνικοποιημένη παραγωγή είτε στις «μικρές» ατομικές και ομαδικές μορφές της… Διαδικασία ενιαία, παράλληλη για κάθε πλευρά της, όπου το ενιαίο της υλοποιείται και ολοκληρώνεται στην ενοποίηση των αποτελεσμάτων της σε ένα: από την διαδικασία λύσης ή εξάλειψης μιας σειράς διαφορετικών αντιθέσεων στο ενιαίο αποτέλεσμα αυτού του προτσές: την μη-ύπαρξή τους, μια νέα μορφή ενότητας της κοινωνίας…

…Όπως η καπιταλιστική κρίση φέρνει στην επιφάνεια, ταυτόχρονα και σε μια ενότητα, χίλιες δυο διαφορετικές πληγές που ως τότε  επωάζονταν «ξεχωριστά», συγκαλυπτόμενες ως τότε περισσότερο ή λιγότερο κάτω από τους όρους της καπιταλιστικής ανάπτυξης: Ο παραλληλισμός αποσκοπεί να κάνει εναργέστερη την θεώρηση του «ταυτόχρονου» και του «ενιαίου» στην εκδήλωση των αποτελεσμάτων ενός πολύπλευρου και σχετικά μακρόχρονου ιστορικού προτσές…

*

Τελευταίο, αλλά από πολλές απόψεις πρώτο σε σημασία, που θα έπρεπε να αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο και το θέμα της ανάρτησης είναι μόνο ένα μέρος από τη γενική του σημασία, είναι το θέμα της παιδείας:

Της παιδείας ως -όσο και το κράτος- κεντρικής οργανικής δύναμης των σοσιαλιστικών/κομμουνιστικών σχέσεων, σε ενότητα με την υλική βάση της κοινωνικής παραγωγής. Παιδείας που δεν κατατεμαχίζει, δεν «καταμερίζει» την εργατική δύναμη και, εν τέλει, καταστρέφει την κάθε ξεχωριστή ατομική της πηγή, αλλά παιδείας που υπηρετεί την ολόπλευρη ανάπτυξη των ατομικών της πηγών, την ολόπλευρη ανάπτυξη της κάθε προσωπικότητας γενικότερα. Όπου στην πράξη και όχι με ηθικά κηρύγματα διαπλάθεται η συνείδηση για την κοινωνική διάσταση κάθε ατομικής εργασίας και ατομικής παραγωγικής διάθεσης και πρωτοβουλίας, για την εργασία σαν ανάγκη της ζωής, ανεξάρτητα από την μικρή ή την μεγάλη μορφή παραγωγής όπου εκδηλώνεται κι από τη μορφή «κατοχής» των μέσων εργασίας που χρησιμοποιούνται.  Όπου πραγματώνεται η ουσία της θέσης (Λένιν, Η μεγάλη πρωτοβουλία) ότι: «ο κομμουνισμός αρχίζει εκεί που εμφανίζεται η γεμάτη αυτοθυσία φροντίδα των απλών εργατών που υπερνικάει τη βαριά δουλιά, φροντίδα για να ανεβάσουν την παραγωγικότητα της εργασίας, να περιφρουρήσουν το κάθε πούτι σιτάρι, κάρβουνο, σίδερο και άλλα προϊόντα που δεν προορίζονται προσωπικά για τους ίδιους που τα δουλεύουν, ούτε για τους «δικούς» τους, μα για τους «μακρινούς», δηλαδή για όλη την κοινωνία στο σύνολό της…» καθώς υπάρχουν οι πραγματικές υλικές προϋποθέσεις αυτής της αρχής, όπου επίσης ο «επαγγελματικός προσανατολισμός» γνωρίζει μια μόνο ειδίκευση: την «ειδίκευση του αγωνιστή και του ανθρώπου» (Μακαρένκο, Παιδαγωγικό ποίημα).

*

[*] Κάποιοι, ανομολόγητα, ενοχλούνται όχι από την αντίθεση/αντίφαση καθαυτή, αλλά από το γεγονός της ανάπτυξης των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων έως τα «μεγέθη» που καθιστούν τον χαρακτήρα τους κοινωνικό και από τη λύση που επιβάλλει αυτή η ανάπτυξή τους κι αυτός τους ο χαρακτήρας. Κι αρνούνται όχι την αντίθεση αλλά τον κοινωνικό χαρακτήρα προκειμένου να παρακαμφθεί η λύση της αντίθεσης που παραμένει όσο κι αν αρνείται κανείς το ενοχλητικό αυτό «σκέλος» της.

[**]  Το θέμα γενικά μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: επιδέχεται την άμεση κοινωνική διεύθυνση (και μάλιστα ως «μοναδική») ο μικρο-διασκορπισμός μιας σειράς οικονομικών λειτουργιών; Κι αντίστροφα: «Επιδέχεται» η ίδια η άμεση κοινωνική διεύθυνση αυτόν τον μικροδιασκορπισμό ή αποτελεί γι’ αυτήν «διαλυτικό» παράγοντα;

[***] Στο θέμα που μας απασχολεί εδώ είναι φανερό πως η «συνεταιριστικοποίηση» χρησιμοποιείται με σημασία διαφορετική από την οριστική της σημασία, αυτήν της κοινωνίας των άμεσων ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών.

Advertisements

συνήγορος του διαβόλου – τρίτο μέρος (μια ανακεφαλαίωση)

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Έχω αρχίσει πριν από μήνες, και «χρωστάω» την ολοκλήρωση, μιας σειράς αναρτήσεων για το ζήτημα του ρόλου, της θέσης και των μορφών της «μικρής» παραγωγής (καθώς και των στρωμάτων που την αντιπροσωπεύουν) κατά τη μετάβαση από τον καπιταλισμό (ή για την ακρίβεια: από την πρώτη πράξη ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων) στον κομμουνισμό.

Οι ως τώρα αναρτήσεις με το θέμα αυτό και τον τίτλο «συνήγορος του διαβόλου» είναι τρεις   (εισαγωγή, πρώτο μέρος και δεύτερο μέρος), η συνέχειά τους έμεινε όμως στη μέση λόγω άλλων πιο «επικαιρικών» ενασχολήσεων. Στην πραγματικότητα, με τα θέματα που έχουν τεθεί στις ως τώρα τρεις αναρτήσεις, θα μπορούσα από την πλευρά μου να ολοκληρώσω την παρουσίαση του όλου προβληματισμού μου με μια ακόμα ανάρτηση. Όμως, πριν περάσω στο τελευταίο (θέλω να ελπίζω) μέρος της σειράς, θεωρώ σκόπιμη μια όσο γίνεται συνοπτικότερη ανακεφαλαίωση των προηγούμενων, με τη μορφή (για διευκόλυνση του αναγνώστη αλλά και του γράφοντος) αριθμημένων «κύριων σημείων’:

1] Εισαγωγικά τίθεται το θέμα, ότι οι σημερινές κοινωνικο-οικονομικές προκλήσεις, αυτές που θέτει η σύγχρονη καπιταλιστική πραγματικότητα, καθώς και οι απαντήσεις κι η διέξοδος από αυτές, προβάλλουν εκ των πραγμάτων τόσο οριακά, τόσο «οριστικά» από ιστορική άποψη ως προς το περιεχόμενό τους, ώστε επί της ουσίας για την σε βάθος εμπέδωση κάθε κοινωνικής-λαϊκής συμμαχίας απαιτείται ένας σημαντικός κρίσιμος βαθμός ιδεολογικής συμφωνίας για το περιεχόμενο της διεξόδου, για το περιεχόμενο της σοσιαλιστικής προοπτικής. Η οποία από την αφετηρία της κι έπειτα, δεν μπορεί παρά να είναι μια ιστορική προοδευτική διαδικασία κομμουνιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.

2] Αυτός ο κρίσμος βαθμός ιδεολογικής συμφωνίας, δεν μπορεί (δεν έχει νόημα) καταρχήν να αναφέρεται σε εξωτερικές μορφές των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων που θα αναπτυχθούν στη βάση της πρωταρχικής οικονομικής και πολιτικής ανατροπής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.  Δεν πρόκειται λοιπόν για κάποια απόπειρα περιγραφής προκατασκευασμένων σχημάτων, αλλά για απόπειρα προσέγγισης του ουσιαστικού περιεχόμενου γενικών νομοτελειών της μετάβασης, πρώτα από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό, και έπειτα από τον σοσιαλισμό στον κομμουνισμό. Νομοτελειών που χωρίς την κοινωνική τους πραγμάτωση, ούτε οι μεταβάσεις αυτές ειναι δυνατές, αλλά επίσης δεν είναι δυνατή ούτε και η οποιαδήποτε «στασιμότητα»: η ιστορία είτε προχωρά προς τα μπρος, προς την πρόοδο, είτε προς τα πίσω, προς την αντίδραση, την κοινωνική οπισθοδρόμηση και παρακμή…

…Πρόκειται για απόπειρα, λοιπόν, προσέγγισης του περιεχομένου αυτών των νομοτελειών στη βάση της θέσης, ότι: «η σοσιαλιστική οικοδόμηση δεν αποτελεί διαδικασία εφαρμογής προκατασκευασμένων σχημάτων. Αποτελεί διαδικασία, οι μορφές της οποίας αποκρυσταλλώνονται στην πράξη, σε συνάρτηση με το βάθος και την έκταση της λαϊκής κοινωνικής συμμαχίας που την πραγματοποιεί, σε συνάρτηση με την πείρα της ίδιας της οικοδόμησης την οποία αποκομίζουν την ώρα της ίδιας αυτής διαδικασίας τα κοινωνικά στρώματα και τάξεις που συμμετέχουν σ’ αυτή, πάνω στην πραγματική κοινωνικο-οικονομική βάση επί της οποίας συντελείται αυτή η διαδικασία θεμελιωμένη θεωρητικά σε γενικές αρχές, όρους, απαιτήσεις που ανταποκρίνονται σε αυτή την πραγματική βάση».

3] Η όλη απόπειρα, η ανάπτυξη συνολικά αυτής της θεματολογίας ως τα τελικά της συμπεράσματα και συμπερασματικά της ερωτήματα, δεν υποτάσσεται, δεν επιτρέπεται να υποτάσσεται και επιδιώκει να μην υποτάσσεται σε κριτήρια πολιτικού “ωφελιμισμού”, ή με άλλα λόγια σε επιδιώξεις πολιτικού προσεταιρισμού. Επιδιώκει αντίθετα την υποταγή της σε κριτηρία που επιχειρούν τη θεμελίωσή τους στη βάση αντικειμενικών όρων και θεωρητικών αρχών ανταποκρινόμενων σε αυτούς.

4] Στο πρώτο μέρος τίθενται ορισμένες θεωρητικές δυσκολίες, που συναντά μπροστά της (τουλάχιστον σε ό,τι με αφορά) η ενασχόληση με  το όλο ζήτημα. Θεωρητικές δυσκολίες, ακριβέστερα, σε σχέση με την ήδη υπάρχουσα, τη «συσσωρευμένη», την «έτοιμη» ιστορική-υλιστική θεωρία που διαθέτουμε σαν εργαλείο και σαν οδηγό. Σαν τέτοιες δυσκολίες αναφέρονται συνοπτικά οι εξής:

α) Η βασική θεωρητική αφαίρεση στο «Κεφάλαιο» του Μαρξ, όπου αναλύεται στην κίνησή του ένας σε γενικές γραμμές «καθαρός» καπιταλισμός, ένας καπιταλισμός οι σχέσεις του οποίου επικρατούν σαν μοναδικές σε όλη την κοινωνική έκταση, και όπου κατά συνέπεια αντιπαρατίθεται σε αυτόν (ως μοναδικά δυνατό και ανακαίο ιστορικό του ξεπέρασμα) η “καθαρή”, η άμεση, σε όλη την κοινωνική έκταση, κοινωνικοποιημένη παραγωγή.

β) Στη θεωρητική βάση αυτής της αφαίρεσης, οι κοινωνικές τάξεις που εμφανίζονται είναι δυο: εργάτες και κεφαλαιοκράτες, απουσιάζουν δηλαδή τα κοινωνικά στρώματα καθώς και τα αντίστοιχά τους παραγωγικά μεγέθη [*], που αυτά ακριβώς αποτελούν εδώ το αντικείμενο της θεματολογίας μας.

γ) Οι όψεις με τις οποίες εμφανίζονται στο «Κεφάλαιο» τα ενδιάμεσα (ανάμεσα στο κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία) κοινωνικά στρώματα (και το «είδος» της παραγωγής που αντιπροσωπεύουν),  είναι κυρίως οι εξής:  (i) Η νομοτελειακή τάση της σταδιακής εξαφάνισής του ρόλου και της ύπαρξής τους ως κοινωνική μορφή μέσω της προλεταριοποίησης (και λιγότερο της αστικοποίησης) που επιφέρει η καπιταλιστική ανάπτυξη. (ii) Ο δικός τους «τρόπος» παραγωγής κι η κοινωνικο-οικονομική έκταση που καταλαμβάνει ως όριο στην ανάπτυξη του κεφαλαίου, ως φραγμός στην καπιταλιστική ανάπτυξη όσο ακόμα η ίδια δεν τον παραβιάζει. Και (iii), το ιστορικό ξεπέρασμα του καπιταλισμού δεν μπορεί να σημάνει επιστροφή στις προκαπιταλιστικές οικονομικo-κοινωνικές σχέσεις και μορφές που αντιπροσωπεύουν τα ενδιάμεσα στρώματα με την παραγωγή τους, αλλά συνίσταται στην επικράτηση των σχέσεων της κοινωνικοποιημένης παραγωγής.

5] Στο έδαφος των παραπάνω δυσκολιών τίθεται ζήτημα επεξεργασίας σχετικά με την ύπαρξη θέσης και ρόλου  στα πλαίσια της κοινωνικοποιημένης παραγωγής ορισμένων προκαπιταλιστικών οικονομικών-παραγωγικών μορφών (που έχουν επιβιώσει και σε ορισμένο βαθμό ενσωματώθεί στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής), σχετικά με τους αναγκαίους και δυνατούς (ή όχι) ειδικούς όρους επιβίωσης και ενσωμάτωσης αυτών των μορφών στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή, και μιλώντας πιο αφηρήμενα,  σχετικά με την αναγκαία και δυνατή (ή όχι) θέση και αντικειμενικό ρόλο της “μικρής” παραγωγής στα πλαίσια, γενικά, της “μεγάλης” που κυριαρχεί.

Διαφορετική μορφή διατύπωσης των παραπάνω ζητημάτων αποτελεί η εξής σειρά ερωτημάτων: Σε τι οφείλεται η σχετική βραδύτητα (σε σύγκριση με την δυνατή θεωρητική κατανόησή της) της νομοτελειακής διαδικασίας εξαφάνισης (συνοδευόμενης μάλιστα σε έναν βαθμό από ταυτόχρονη αναπαραγωγή της) της “μεσαίας” (από άποψη θέσης – όχι από άποψη ποσοτικού μεγέθους) παραγωγής και των μεσαίων στρωμάτων; Πρόκειται απλώς για “φυσικούς” αργούς ρυθμούς συντέλεσης αυτής της διαδικασίας; Πρόκειται άραγε, αντίθετα, για την ύπαρξη ορισμένου αντικειμενικού ρόλου και λειτουργίας της “μικρής” παραγωγής πλάι στη μεγάλη, ορισμένου αντικειμενικού ρόλου και λειτουργίας που ταυτόχρονα τα αντιστρατεύεται η συνεχής τάση επέκτασης της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αντικειμενικού ρόλου και λειτουργίας στα οποία ενσωματώνονται και μορφές οικονομικά-παραγωγικά “παρασιτικές” ως συνέπεια της ορισμένης αντιθεσης ανάμεσα στους όρους της ειδικά καπιταλιστικής παραγωγής και τους όρους της κοινωνικής παραγωγής γενικά; Αν είναι έτσι ποιος θα έπρεπε να είναι ο ειδικός αντικειμενικός καθορισμός αυτής της σχέσης “μικρής” – μεγάλης παραγωγής στον καπιταλισμό και ποιός ο ειδικός καθορισμός της στον σοσιαλισμό, στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή, από την πρώτη βαθμίδα ανάπτυξής της μέσα από τους κόλπους της παλιάς κοινωνίας έως το “τέλος” της, μέσα από μια διαδικασία ανάπτυξής της πάνω στις δικές της βάσεις;

6] Με ποιον τρόπο (τρόπος που βρίσκεται σε εξάρτηση από τις απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα) πρέπει να κατανοείται η θέση του Μαρξ στην «Κριτική του προγράμματος της Γκότα» για την επαναστατικότητα των “μεσαίων τάξεων σχετικά με το επικείμενο πέρασμά τους στο προλεταριάτο”;

Οι δυο «κύριοι» τρόποι κατανόησής της, ανάμεσα στους οποίους υπάρχει μια κλίμακα από ενδιάμεσους τρόπους (που ενδεχομένως αυτοί ανταποκρίνονται με ακρίβεια στους όρους της πραγματικότητας), είναι οι εξής: Από τη μια, η επαναστατικότητα η οφειλόμενη στην οριστική βεβαιότητα της επερχόμενης (και της ουσιαστικά παρούσας) προλεταριοποίησης και στη συνακόλουθη επιλογή του σοσιαλισμού ως του τρόπου παραγωγής που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της «αυριανής» προλεταριακής ύπαρξης των μέχρι σήμερα ενδιάμεσων κοινωνικών στρωμάτων. Από την άλλη, η επαναστατικότητα η οφειλόμενη  στην γενική προοπτική που  (απέναντι στην προλεταριοποίησή τους στο βωμό της ανάπτυξης του κεφαλαίου) παρέχει  στα μεσαία στρώματα (και στα παραγωγικά «μεγέθη» που αντιπροσωπεύουν) το ίδιο το προλεταριάτο ως η τάξη – κινητήρια δύναμη του περάσματος από την κεφαλαιοκρατική στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή και του μετασχηματισμού της κοινωνίας στη βάση της νέας γενικής παραγωγικής σχέσης την οποία συνιστά η κοινωνικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων.

7] Το συνολικό ζήτημα της θέσης των σημερινων μεσαίων στρωμάτων στην αυριανή κοινωνικοποιημένη παραγωγή, της ενσωμάτωσης και μετασχηματισμού των σημερινών μορφών της ιδιοκτησίας τους στην αυριανή διαδικασία εξάλειψης της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής γενικά, ανάγεται σε τελική ανάλυση στο γενικότερο ζήτημα της αντίθεσης ανάμεσα στο ατομικό και στο κοινωνικό “συμφέρον” και των όρων ξεπεράσματος, άρσης αυτής της αντίθεσης.

8] Από «πολιτική» άποψη, και από την άποψη της αποτίμησης της ιστορικής εμπειρίας,  δεν πρέπει να αγνοούμε, ότι στη βάση της «θεωρητικής αφαίρεσης» που περιγράφτηκε παραπάνω, στηρίχτηκε μια τυπική αντίληψη του «ακαδημαϊκού» μαρξισμού, που με τη σειρά της αποτέλεσε τη βάση της  “τυπικής” σοσιαλδημοκρατικής αντίληψης… Για την οποία το «αναπόφευκτο» ξεπέρασμα του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό προϋποθέτει την απώτατη  «ολοκλήρωση» της καπιταλιστικής ανάπτυξης… Που με τη σειρά της “πρέπει” να έχει πραγματώσει ως ήδη συντελεσμένο αποτέλεσμά της την «νομοτελειακή» ολοσχερή εξαφάνιση της “μεσαίας” παραγωγής και των “μεσαίων” στρωμάτων…

…Πέρα από τη «σύμπτωση» της «τυπικής» αυτής σοσιαλδημοκρατικής αντίληψης με τις επιδιώξεις του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην αντίθεσή του με το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο και τα μικροαστικά στρώματα, αυτό που ενδιαφέρει σε σχέση με το θέμα μας εδώ είναι, ότι ως μοναδική “συνεπής” θεωρητική της “αντιστροφή” μπορεί να εμφανιστεί αυτή,  σύμφωνα με την οποία “μεσαία” στρώματα και “μεσαία” παραγωγή δεν θα μπορούσαν να νοούνται στη φάση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. «Αντεστραμμένη» στις συνθήκες του σοσιαλισμού η συγκεκριμένη «τυπική» σοσιαλδημοκρατική αντίληψη (η εκφραζόμενη «τυπικά» σαν θεωρητικό θεμέλιο ύπαρξης και συμβιβασμού της σοσιαλδημοκρατίας εντός του καπιταλισμού, παράκαμψης από μέρους της τού -από «ακαδημαϊκή» άποψη, όμως γνωστού της […]- ιστορικού ρόλου της ταξικής πάλης) συμπίπτει με τις  “αυτονόητες” θέσεις ενός προλεταριακού επαναστατικού θεωρητικού και πρακτικού αυθορμητισμού, που στη σχέση του με το μαρξισμό δεν μπορεί -συγκρινόμενος με τη σοσιαλδημοκρατία- να κατηγορηθεί σε καμία περίπτωση  ότι υπολείπεται απέναντί της σε «ακαδημαϊσμό»… [**]

9] Στο δεύτερο μέρος, μετά από  μια εντελώς γενική αναφορά στην ύπαρξη της μικρής ατομικής παραγωγής, της «ανεξάρτητης εργασίας»  στους περασμένους, όχι «δικούς της», κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς, καθώς και μετά από μια επίσης εντελώς γενική αναφορά στην αντιμετώπιση του ζητήματος από τον ιστορικά «εφαρμοσμένο» σοσιαλισμό στην ανατολική Ευρώπη και την ΕΣΣΔ, παρουσιάζεται μια προσέγγιση του ζητήματος κατά την αφετηρία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, μέσα από αποσπάσματα της ομιλίας του Λένιν στο 3ο Πανρωσικό Συνέδριο της Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας στις 2-10-1920:

Αποσπάσματα της ομιλίας σχετικά με τον τρόπο που στην παλιά κοινωνία η συνείδηση των ανθρώπων διαμορφώνεται από την ταξική τους θέση, του αφέντη, του δούλου, του μικροϊδιοκτήτη κλπ, και από τον ατομισμό, που βρίσκεται στο κέντρο των παλιών ταξικών σχέσεων.  Για την επαναστατική διαπαιδαγώγηση «σε συμμαχία με το προλεταριάτο ενάντια στους εγωιστές και τους μικροϊδιοχτήτες, ενάντια στην ψυχολογία και στις συνήθειες» του ατομικού κέρδους, της αδιαφορίας για οτιδήποτε πέρα απ’ το ατομικό κέρδος.  Για την αντίθεση ανάμεσα στην κοινή εργασία και την κατάτμηση της γης σε ξεχωριστά ατομικά νοικοκυριά, τον κοπιαστικό αγώνα για τη δημιουργία της κοινής εργασίας. Για την οργάνωση της κοινής δουλείας και την ένταξη σ’ αυτήν κάθε εργάτη και κάθε αγρότη σαν συνειδητού οικοδόμου της κομμουνιστικής κοινωνίας. Για το ρόλο του προλεταριάτου σαν της μοναδικής συσπειρωμένης δύναμης, της ικανής να συνενώσει γύρω της σ’ αυτό το σκοπό την κομματιασμένη και σκορπισμένη αγροτιά, τις εργαζόμενες μάζες. Για τη δυσκολία -μετά την κατάργηση των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών- να εξαλειφθούν γενικά οι τάξεις, ο χωρισμός σε εργάτες κι αγρότες,  η ατομική ιδιοποίηση του πλεονάσματος της δουλειάς στο ατομικό αγροτικό νοικοκυριό την ώρα που στους υπόλοιπους λείπει το ψωμί. Για την ανάγκη της σχεδιασμένης κοινής δουλειάς  όλων στην κοινή γη, τις κοινές φάμπρικες, τα κοινά εργοστάσια, για τη διαπαιδαγώγηση και το τράβηγμα με το μέρος του προλεταριάτου των εργαζόμενων αγροτών, για την εκμηδένιση της αντίστασης των πλούσιων αγροτών που πλουτίζουν από την ανέχεια των άλλων.  Για το καθήκον της δικτατορίας του προλεταριάτου στην ταξική πάλη που συνεχίζεται, «για να μην μπορέσουν να γυρίσουν πίσω οι παλιοί εκμεταλλευτές, για να συνενωθεί σε μια ένωση η σκόρπια μάζα της καθυστερημένης αγροτιάς». Για τη συνένωση των εργαζομένων ενάντια σε κάθε εκμετάλλευση, ενάντια σε κάθε μικρή ιδιοκτησία, που «δίνει στα χέρια ενός προσώπου εκείνο που έχει δημιουργηθεί με την εργασία ολόκληρης της κοινωνίας», ενάντια στην κερδοσκοπία απ’ τη δουλειά στο ξεχωριστό κομμάτι της κοινής γης, ενάντια σ’ όσους έτσι κερδοσκοπώντας ενεργούν όχι σαν κομμουνιστές αλλά σαν εκμεταλλευτές, σαν ιδιοκτήτες…

10] «Αν τ’ αφήσουμε έτσι, τότε όλα θα κυλήσουν προς τα πίσω, προς την εξουσία των κεφαλαιοκρατών, προς την εξουσία της αστικής τάξης, όπως έγινε πολλές φορές στις προηγούμενες επαναστάσεις. Και για να μην αφήσουμε να παλινορθωθεί η εξουσία των καπιταλιστών και της αστικής τάξης, χρειάζεται να μην επιτρέψουμε την κερδοσκοπία, χρειάζεται να μη θησαυρίζουν ορισμένα άτομα σε βάρος των υπόλοιπων, χρειάζεται να συσπειρωθούν οι εργαζόμενοι μαζί με το προλεταριάτο και να συγκροτήσουν την κομμουνιστική κοινωνία».

Με το απόσπασμα αυτό της ομιλίας του Λένιν, καθώς και με μια σημείωση γύρω από ένα σχετικό μεταφραστικό δίλημμα [***],  είχε ολοκληρωθεί και το δεύτερο μέρος της σειράς των αναρτήσεων με τον γενικό τίτλο «συνήγορος του διαβόλου».

[*] Η έννοια του μεγέθους είναι, γενικά, συνάρτηση ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών. Υπάρχει ποσοτικό μέγεθος και ποιοτικό μέγεθος, όμως το «μέγεθος» γενικά είναι συνάρτηση και των δυο.

[**] Ακαδημαϊσμός: Πρόχειρα θα τον χαρακτήριζα σαν τη θεωρία που αρχίζει και τελειώνει στα όρια που καθορίζονται από το «γράμμα» της. Από πρακτική άποψη, σαν την τάση προσαρμογής της πραγματικότητας  (που σχεδόν ποτέ δεν εμφανίζεται με την γενική «καθαρή» θεωρητική της μορφή) στα μέτρα των θεωρητικών αφαιρέσεων, στα μέτρα της «καθαρής» θεωρίας. (Παρεμπιπτόντως, μια ειδική εκδήλωση του «ακαδημαϊσμού» εκεί που κυριαρχεί θεωρητικά, είναι και η τάση θεωρητικής γενίκευσης, αναγωγής σε γενική θεωρία, κάθε «συγκυριακής»  πρακτικής ανάγκης και της αντιμετώπισής της, «ανύψωσής» κάθε πρακτικής δραστηριότητας σε ύψος «ακαδημαϊκό»).

[***] Η μεταφραστική διαφορά βρίσκεται ανάμεσα στις λέξεις: κερδοσκοπία – μικρεμπόριο, να ενωθούν – να συσπειρωθούν, να αποτελέσουν – να συγκροτήσουν, και ανάμεσα στις νοηματικές «αποχρώσεις» της μιας ή της άλλης απόδοσης.

(συνεχίζεται)


συνήγορος του διαβόλου – δεύτερο μέρος

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Στο σημείο αυτό θα δώσουμε μια εξήγηση: γιατί «διάβολος»; Γιατί να αποκαλώ τα «μεσαία στρώματα» (τον μικροαγρότη, τον βιοτέχνη και τον μικρέμπορο, τον «αυτοαπασχολούμενο», μέχρι και τον «μικροβιομήχανο» της «κριτικής του προγράμματος της Γκότα», τον «ανεξάρτητο εργάτη» του οποίου σημερινός κοινωνικός επίγονος είναι σε γενικές γραμμές ο «μικροαστός» της πόλης και της υπαίθρου)  με αυτόν τον τίτλο;

Πρώτη διευκρίνιση, πρόκειται για αστείο. Οι προληπτικοί αναγνώστες μην τρομάξουν που γίνεται εδώ λόγος για τον «διάβολο», ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια του διάτανου ή του διάτσου.

 ***

Μετά από την απαραίτητη διευκρίνιση, πρέπει να εξηγηθεί σε ποιά πραγματικότητα αναφέρεται, σε ποιά πραγματικότητα στηρίζεται το «αστείο»:

Σε πολλές.

Καταρχήν στο γεγονός, ότι τα «μεσαία» στρώματα δεν τα θέλει κανείς, μόνο αυτά θέλουν τον εαυτό τους:

Ο καπιταλισμός στην θεωρητικά «καθαρή» μορφή και ανάπτυξή του τα εξαφανίζει (πράγμα που επιβεβαιώνει και η πραγματική εμπειρία σαν μόμιμη τάση, σαν σταδιακή διαδικασία, συνοδευόμενη ταυτόχρονα και από την πιο αδύνατη τάση αναπαραγωγής τους), επιτρέποντας σε ένα μικρό μέρος τους να ενταχθεί στην καπιταλιστική αστική τάξη και εξαναγκάζοντας την μεγάλη τους πλειοψηφία στην προλεταριοποίηση με μικρότερο, μεγαλύτερο ή «μέσο» βαθμό εξαθλίωσης.

Ο κομμουνισμός πάλι, επίσης σαν θεωρητικά «καθαρό» σύστημα, καταργεί την ύπαρξή τους ως ιδιαίτερων στρωμάτων εντάσσοντας την ατομική ή «μικρή» παραγωγική τους δραστηριότητα στην κοινωνικοποιημενη παραγωγή.  Και πρακτικά, στη βάση της ήδη υπάρχουσας σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής ιστορικής εμπειρίας, το επιχειρεί αυτό κυρίως είτε μέσω της εθνικοποίησης της γης και της παραγωγικής συνεταιριστικοποίησης («κολεκτιβοποίησης») ιδίως της μικρής έως «μεσαίας» αγροτικής ιδιοκτησίας, είτε μέσω της κατάργησης άλλων «ανεξάρτητων» παραγωγικών δραστηριοτήτων «ως τέτοιων» και της αντικατάστασής τους από (ή μετατροπής τους σε) τομείς της κοινωνικής – κρατικής παραγωγής. Αυτή είναι (στο μέτρο των γνώσεών μου) μια εντελώς επιγραμματική παρουσίαση του χειρισμού του ζητήματος στην ΕΣΣΔ, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ο «για ιστορικά καθορισμένους λόγους» και ο πιο «ακραίος» χειρισμός. Στα σοσιαλιστικά κράτη της ανατολικής Ευρώπης υπήρξε μια ορισμένη ποικιλία και διαβάθμιση τέτοιων χειρισμών (έως και περιπτώσεις κρατών όπου διατηρήθηκε σε μεγάλη έκταση όχι απλώς η μικρή και η «μεσαία» αλλά και η μεγάλη γαιοκτησία, αλλά εδώ πια πρέπει να γίνεται λόγος όχι για «χειρισμό» αλλά για μη-χειρισμό), και προφανώς θα ήταν χρήσιμη η ιδιαίτερη μελέτη, όχι μόνο από την άποψη της θεωρίας αλλά και από την άποψη της εμπειρίας, όλων των μορφών αυτής της «ποικιλίας και διαβάθμισης». Και στην ίδια την σοβιετική εμπειρία άλλωστε υπάρχει μια ορισμένη διαβάθμιση (λ.χ. η παραχώρηση μιας έκτασης για ατομική καλλιέργεια σε κάθε αγροτική οικογένεια),  παρ’ όλα αυτά ας τη θεωρήσουμε εδώ ως την τυπική: Σε κάθε περίπτωση η υπάρχουσα ιστορική εμπειρία είναι παραπάνω από πολύτιμη, όμως αν ήταν δεδομένο (τουλάχιστον για εμένα) ότι εξαντλεί όλες τις πλευρές του ζητήματος, τότε δεν θα υπήρχε και η οποιαδήποτε ανάγκη για σημειώματα σαν κι αυτό.

Δεύτερη πραγματικότητα: Τι άλλο εκτός από «διάβολος», μπορεί να είναι μια μορφή, πρώτα απ’ όλα μορφή παραγωγής και, κατόπιν, «ιδιοκτησίας», η οποία έχει φτάσει ως τις μέρες μας, ως την σύγχρονη εποχή όπου οι αντιφάσεις της καπιταλιστικής ανάπυξης έχουν υπερ-ωριμάσει για την αντικατάσταση του καπιταλιστικού συστήματος από το σοσιαλιστικό, έχοντας στο μεταξύ αυτή η μορφή υπάρξει αδιάλλειπτα και διασχίσει όλους τους ως τώρα κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς της ιστορίας χωρίς να «ανήκει» σε κανέναν από αυτούς και χωρίς κανένας από αυτούς να την «προβλέπει» και να βασίζεται σε αυτήν;

Ατομική και μικρή ομαδική παραγωγή στον καπιταλισμό, στην περίοδο της φεουδαρχίας, της δουλοκτησίας, εκφράσεις της ίδιας μορφής στο πλαίσιο της «πρωτογονης» κοινοτικής παραγωγής, σε κάθε μια από αυτές τις φάσεις είτε στο «περιθώριο» του εκάστοτε κυρίαρχου κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού, είτε  ενσωματωμένη στους όρους του και κάτω από την κυριαρχία τους, είτε και τα δύο. Δεν υπάρχει, φυσικά, κάτι το «διαβολικό»  σε αυτή την πραγματικότητα. Προφανώς και είναι πραγματικότητα οφειλόμενη σε οικονομικούς-υλικούς όρους. Τα ερωτήματα που ανακύπτουν και που σχετίζονται, σε τελική ανάλυση, με το θέμα μας έχουν να κάνουν, πρώτον, με το κατά πόσο οικονομικοί-υλικοί όροι του ίδιου είδους δεν αναπαράγονται με τις ιδιαίτερες απαιτήσεις τους, το ιδιαίτερό τους περιεχόμενο και την ιδιαίτερη μορφή τους και κάτω από τους όρους της κοινωνικοποιημένης παραγωγής. Και, δεύτερον, και εδώ πρόκειται για ερώτημα που κατά κάποιο τρόπο φτάνει ως τα δυνατά άκρα κάθε ερωτήματος: κατά πόσο πρόκειται ή δεν πρόκειται (και αν ναι, με ποιο ιδιαίτερο περιεχόμενο υπό όρους κοινωνικοποιημένης παραγωγής) για οικονομικούς-υλικούς όρους σχετιζόμενους με την «κοινωνική και υπαγορευμένη από τους φυσικούς νόμους της ζωής ανταλλαγή της ύλης», όρους σχετιζόμενους με την «φυσική ενέργεια της εργατικής δύναμης», με την «αποταμίευσή της» και με την αξιοποίησή της  «σαν εφεδρικό κεφάλαιο για την ανανέωση της ζωτικής δύναμης των εθνών» (οι φράσεις σε εισαγωγικά από: «το Κεφάλαιο»). 

Τρίτο γεγονός, οι ειδικοί όροι ύπαρξης της «μικροαστικής» παραγωγής στις συνθήκες όπου επικρατούν εμπορευματοχρηματικές μορφές ανταλλαγής του προϊόντος της εργασίας (στον καπιταλισμό, καθώς και -εν μέρει- στο στάδιο της μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, δηλαδή στο σοσιαλισμό), και η ιδιαίτερη ψυχολογία των «μικροαστικών» στρωμάτων που αναπτύσσεται στη βάση αυτών των όρων, ο διττός χαρακτήρας της κοινωνικής-οικονομικής ύπαρξής τους: Από τη μια, σαν ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής, πράγμα που συνιστά την αντικειμενική-υλική βάση και επιφέρει την ψυχολογική τάση της χρηματικής συσσώρευσης, της εκμετάλλευσης ξένης εργατικής δύναμης και της μετατροπής τους σε καπιταλιστές. Κι από την άλλη, ως εργαζομενοι οι ίδιοι, πράγμα που συνιστά την βάση και επιφέρει την τάση της συνένωσής τους με την εργατική τάξη στην πάλη για το σοσιαλισμό και την σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Πάνω σ’ αυτό το «τρίτο γεγονός», ας «ακούσουμε» τον Β.Ι. Λένιν απευθυνόμενο στο 3ο Πανρωσικό συνέδριο της Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας στις 2-10-1920 (η παράθεση των αποσπασμάτων δεν γίνεται με τη σειρά του πρωτότυπου κειμένου): 

«Η παλιά κοινωνία στηριζόταν πάνω σε τούτη την αρχή: ή εσύ ληστεύεις τον άλλον, ή ο άλλος σε ληστεύει εσένα, ή εσύ δουλεύεις για τον άλλο, ή αυτός για σένα, ή είσαι δουλοχτήτης ή είσαι δούλος. Και είναι ευνόητο ότι οι άνθρωποι που ανατρέφονται μέσα σ’ αυτή την κοινωνία παίρνουν, μπορούμε να πούμε, μαζί με το γάλα της μάνας τους την ψυχολογία, τις συνήθειες, τις αντιλήψεις – ή δουλοχτήτη ή δούλου, ή μικροϊδιοχτήτη, μικροϋπάλληλου, κατώτερου δημόσιου υπάλληλου, διανοούμενου, με μια λέξη ανθρώπου που φροντίζει μόνο να έχει αυτός και για τον άλλον δεν νοιάζεται.

Αν είμαι νοικοκύρης σ’ αυτό το κομμάτι της γης, δε με νοιάζει για τον άλλον. Αν ο άλλος πεινά, τόσο το καλύτερο, θα πουλήσω ακριβότερα τα σιτάρι μου. Αν έχω τη θεσούλα μου σα γιατρός, μηχανικός, δάσκαλος, υπάλληλος, δε με νοιάζει για τον άλλο. Ίσως, κολακεύοντας, προσπαθώντας να είμαι ευχάριστος σ’ αυτούς που κατέχουν την εξουσία, θα διατηρήσω τη θεσούλα μου και θα μπορέσω ακόμα και να προκόψω, να γίνω αστός. Ο κομμουνιστής δε μπορεί να έχει τέτοια ψυχολογία και τέτοια διάθεση.

Όταν οι εργάτες και οι αγρότες απόδειξαν ότι είμαστε ικανοί με τις δικές μας δυνάμεις να υπερασπίσουμε τον εαυτό μας και να δημιουργήσουμε τη νέα κοινωνία, από τότε ακριβώς άρχισε μια νέα κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση, η διαπαιδαγώγηση μέσα στον αγώνα ενάντια στους εκμεταλλευτές, η διαπαιδαγώγηση σε συμμαχία με το προλεταριάτο ενάντια στους εγωιστές και τους μικροϊδιοχτήτες, ενάντια στην ψυχολογία και στις συνήθειες που λένε: εγώ βγάζω κέρδος και δε με νοιάζει καθόλου για όλα τ’ άλλα».

*

«Μπορεί άραγε η δουλειά να είναι κοινή αν ο καθένας έχει το νοικοκυριό του σε χωριστό κομμάτι γης; Δε μπορείς να δημιουργήσεις μονομιάς την κοινή εργασία. Δεν πέφτει από τον ουρανό. Πρέπει να την κερδίσεις με τη δουλειά, να την αποχτήσεις με βάσανα, να τη δημιουργήσεις. Και δημιουργιέται στην πορεία του αγώνα«.

*

«Πώς γινόταν στην παλιά κεφαλαιοκρατική κοινωνία; Ο καθένας δούλευε μόνο για τον εαυτό του και κανένας δεν κοίταζε αν υπάρχουν γέροι ή άρρωστοι ή αν όλο το βάρος του νοικοκυριού έπεφτε στους ώμους της γυναίκας, που γι’ αυτό ήταν πνιγμένη και υποδουλωμένη. Ποιος πρέπει να παλέψει ενάντια σ’ αυτό;»

*

«Στην παλιά κοινωνία κάθε οικογένεια δούλευε χωριστά και κανένας δεν συνένωνε την εργασία τους, εκτός από τους τσιφλικάδες και τους καπιταλιστές, που καταπίεζαν τη μάζα του λαού. Εμείς πρέπει κάθε δουλειά, όσο και αν είναι βρώμικη και δύσκολη, να την οργανώνουμε έτσι που ο κάθε εργάτης και αγρότης να μπορεί να λέει: εγώ είμαι ένα κομμάτι από τη μεγάλη στρατιά των ελεύθερων εργατών και θα μπορέσω να χτίσω ο ίδιος τη ζωή μου χωρίς τους τσιφλικάδες και τους κεφαλαιοκράτες, θα μπορέσω να εγκαθιδρύσω το κομμουνιστικό καθεστώς».

*

«Και βλέπουμε πώς αναπτύσσεται σ’ όλο τον κόσμο η προλεταριακή επανάσταση. Λέμε τώρα με βάση την πείρα, ότι μόνο το προλεταριάτο μπορούσε να δημιουργήσει μια τέτοια συσπειρωμένη δύναμη που την ακολουθεί η κομματιασμένη και σκορπισμένη αγροτιά, μια δύναμη που άντεξε σ’ όλες τις επιθέσεις των εκμεταλλευτών. Μόνο αυτή η τάξη μπορεί να βοηθήσει τις εργαζόμενες μάζες να ενωθούν, να συσπειρωθούν και να υπερασπίσουν τελικά, να στερεώσουν τελικά την κομμουνιστική κοινωνία, να την χτίσουν ολοκληρωτικά.

Και σε τι συνίσταται αυτή η ταξική πάλη; Στο ν’ ανατρέψουμε τον τσάρο, ν’ ανατρέψουμε τους κεφαλαιοκράτες, να εκμηδενίσουμε την τάξη των κεφαλαιοκρατών.

Και τι είναι γενικά τάξεις; Είναι αυτό που επιτρέπει σ’ ένα μέρος της κοινωνίας να ιδιοποιείται την εργασία του άλλου.

Αν ένα μέρος της κοινωνίας ιδιοποιείται όλη τη γη, έχουμε τις τάξεις των τσιφλικάδων και των αγροτών. Αν ένα μέρος της κοινωνίας έχει τις φάμπρικες και τα εργοστάσια, έχει τις μετοχές και τα κεφάλαια και το άλλο δουλεύει σ’ αυτές τις φάμπρικες, έχουμε τις τάξεις των κεφαλαιοκρατών και των προλετάριων.

Δεν ήταν δύσκολο να διώξουμε τον τσάρο, χρειάστηκαν γι’ αυτό όλο-όλο μερικές μέρες. Δεν ήταν πολύ δύσκολο να διώξουμε τους τσιφλικάδες, αυτό μπορέσαμε να το κάνουμε μέσα σε μερικούς μήνες, δεν είναι πολύ δύσκολο να διώξουμε και τούς κεφαλαιοκράτες.

Είναι όμως ασύγκριτα πιο δύσκολο να εκμηδενίσουμε τις τάξεις. Ο χωρισμός σε εργάτες και αγρότες εξακολουθεί ακόμα, να υπάρχει. Αν ο αγρότης είναι εγκαταστημένος σε χωριστό κομμάτι γης και ιδιοποιείται το παραπανίσιο σιτάρι, δηλαδή το σιτάρι που δεν του χρειάζεται ούτε για τον εαυτό του, ούτε για τα ζώα του, ενώ όλοι οι υπόλοιποι μένουν χωρίς σιτάρι, τότε ο αγρότης μετατρέπεται πια σε εκμεταλλευτή. Όσο περισσότερο σιτάρι αφήνει για τον εαυτό του, τόσο είναι συμφερότερα γι’ αυτόν, και οι άλλοι ας πεινούν: «Όσο περισσότερο πεινούν, τόσο ακριβότερα θα πουλήσω το σιτάρι».

Πρέπει όλοι να δουλεύουν σύμφωνα μ’ ένα γενικό σχέδιο στην κοινή γη, στις κοινές φάμπρικες και στα κοινά εργοστάσια και σύμφωνα μ’ ένα γενικό κανονισμό. Είναι εύκολο να γίνει αυτό; Βλέπετε ότι εδώ δε μπορούμε να πετύχουμε τη λύση εξίσου εύκολα όπως όταν επρόκειτο να διώξουμε τον τσάρο, τους τσιφλικάδες και τους κεφαλαιοκράτες. Εδώ το προλεταριάτο πρέπει ν’ αναδιαπαιδαγωγήσει, να επανεκπαιδεύσει ένα μέρος από τους αγρότες, να τραβήξει με το μέρος του εκείνους που είναι εργαζόμενοι αγρότες για να εκμηδενίσει την αντίσταση εκείνων των αγροτών που είναι πλούσιοι και πλουτίζουν με την ανέχεια των υπόλοιπων.

Επομένως, δεν τέλειωσε ακόμα ο αγώνας του προλεταριάτου επειδή ανατρέψαμε τον τσάρο και διώξαμε τους τσιφλικάδες και τους κεφαλαιοκράτες. Το καθήκον του καθεστώτος, που το ονομάζουμε διχτατορία του προλεταριάτου, είναι να ολοκληρώσει αυτόν τον αγώνα.

Η ταξική πάλη συνεχίζεται. Άλλαξε μόνο μορφές. Η ταξική αυτή πάλη γίνεται για να μην μπορέσουν να γυρίσουν πίσω οι παλιοί εκμεταλλευτές, για να συνενωθεί σε μιαν ένωση η σκόρπια μάζα της καθυστερημένης αγροτιάς. Η ταξική πάλη συνεχίζεται και το καθήκον μας είναι να τα υποτάξουμε όλα στο συμφέρον της πάλης αυτής.

Και την κομμουνιστική μας ηθικότητα την υποτάσσουμε σ’ αυτό το καθήκον. Λέμε: ηθικότητα είναι αυτό που εξυπηρετεί την καταστροφή της παλιάς εκμεταλλευτικής κοινωνίας και τη συνένωση όλων των εργαζομένων γύρω από το προλεταριάτο, που δημιουργεί τη νέα κοινωνία των κομμουνιστών.

Η κομμουνιστική ηθικότητα είναι η ηθικότητα εκείνη που εξυπηρετεί αυτόν τον αγώνα, που συνενώνει τους εργαζόμενους ενάντια σε κάθε εκμετάλλευση, ενάντια σε κάθε μικρή ιδιοχτησία, γιατί η μικρή ιδιοχτησία δίνει στα χέρια ενός προσώπου εκείνο που έχει δημιουργηθεί με την εργασία ολόκληρης της κοινωνίας.

Η γη στη χώρα μας θεωρείται κοινή ιδιοχτησία.

Αν όμως απ’ αυτή την κοινή ιδιοχτησία πάρω ένα ορισμένο κομμάτι, βγάλω απ’ αυτό σιτάρι διπλάσιο απ’ ό,τι μου χρειάζεται και με το περίσσιο σιτάρι κερδοσκοπήσω; Αν σκέφτομαι ότι όσο περισσότεροι πεινασμένοι θα υπάρχουν, τόσο πιο ακριβά θα πληρώνουν; Ενεργώ άραγε τότε σαν κομμουνιστής; Οχι, ενεργώ σαν εκμεταλλευτής, σαν ιδιοχτήτης. Αυτό πρέπει να το πολεμήσουμε.

Αν τ’ αφήσουμε έτσι, τότε όλα θα κυλήσουν προς τα πίσω, προς την εξουσία των κεφαλαιοκρατών, προς την εξουσία της αστικής τάξης, όπως έγινε πολλές φορές στις προηγούμενες επαναστάσεις. Και για να μην αφήσουμε να ξαναρθεί η εξουσία των κεφαλαιοκρατών και της αστικής τάξης δεν πρέπει να επιτρέψουμε το μικροεμπόριο, δεν πρέπει ν’ αφήσουμε ορισμένα πρόσωπα να πλουτίζουν σε βάρος των υπόλοιπων, πρέπει όλοι οι εργαζόμενοι να ενωθούν με το προλεταριάτο και ν’ αποτελέσουν την κομμουνιστική κοινωνία».

 

***

Σε άλλη μετάφραση του ίδιου κειμένου που έχω στα χέρια μου (Αντ. Βογιάζος, Σοσιαλισμός και κουλτούρα, Α΄τόμος, σελ. 139, θεμέλιο 1979) στην παραπάνω τελευταία πρόταση προσδίνονται ελαφρά διαφορετικές «αποχρώσεις»: «…και για να μην αφήσουμε να παλινορθωθεί η εξουσία των καπιταλιστών και της αστικής τάξης, χρειάζεται να μην επιτρέψουμε την κερδοσκοπία, χρειάζεται να μη θησαυρίζουν ορισμένα άτομα σε βάρος των υπόλοιπων, χρειάζεται να συσπειρωθούν οι εργαζόμενοι μαζί με το προλεταριάτο και να συγκροτήσουν την κομμουνιστική κοινωνια».

Δυστυχώς δεν γνωρίζω ποιά από τις δύο μεταφράσεις αποδίδει πιστότερα, σαν «απόχρωση» το πρωτότυπο. Πάνω σε αυτό θα μπορούσε να κατατοπίσει εμένα και τους αναγνώστες όποιος έχει τη γνώση και το ενδιαφέρον. Καθώς όμως πρέπει από τώρα να κάνω την «εκλογή» μιάς από της δυο, στο επόμενο μέρος του θέματος θα συνεχίσω από την άποψη της «απόχρωσης» που κάνει λόγο για «συσπείρωση των εργαζομένων μαζί με το προλεταριάτο» και για «συγκρότηση της νέας κοινωνίας». Ίσως και μόνο, γιατί αυτή η «απόχρωση’ προσφέρεται περισσότερο για την έκφραση του προσωπικού μου προβληματισμού και της αντίληψης που αναπτύσσεται πάνω σ’ αυτόν.

(συνεχίζεται)

 

 

 


συνήγορος του διαβόλου – πρώτο μέρος

   Προκειμένου να επιχειρήσουμε μια πρώτη θεωρητική προσέγγιση του θέματός μας, πρέπει πρώτα να σημειώσουμε συνοπτικά τα εξής:

    Διαβάζοντας το Κεφάλαιο για να συναγάγουμε ορισμένα συμπεράσματα γύρω από το ερώτημα που μας απασχολεί εδώ, «σκοντάφτουμε», κατά κάποιο τρόπο, στο ότι  σε αυτό η ανάλυση και περιγραφή των οικονομικών σχέσεων πραγματώνεται βασικά στο έδαφος της θεωρητικής υπόθεσης ενός κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής αναπτυγμένου ως μοναδικού τρόπου παραγωγής σε όλη την κοινωνική έκταση. Στο έδαφος αυτής της υπόθεσης, οι κοινωνικές τάξεις που εμφανίζονται στην ίδια περιγραφή, είναι δυο: εργάτες και κεφαλαιοκράτες. Από την ανάλυση δηλαδή απουσιάζουν τα κοινωνικά στρώματα καθώς και τα αντίστοιχά τους παραγωγικά μεγέθη, που αυτά ακριβώς αποτελούν εδώ το αντικείμενο της θεματολογίας μας. Στο έδαφος επίσης αυτής της υπόθεσης, ως μορφή ξεπεράσματος των αντιφάσεων της «καθαρής» σε όλη την κοινωνική έκταση κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, δεν μπορεί παρά αντίστοιχα να αναδεικνύεται η «καθαρή», η άμεση, σε όλη την κοινωνική έκταση, κοινωνικοποιημένη παραγωγή.

   Ουσιαστικά τα μεσαία στρώματα και η «μεσαία» παραγωγή τους (μεσαία όχι μόνο από την άποψη του ποσοτικού της μέγέθους, αλλά και από την άποψη της ενδιάμεσης θέσης της ανάμεσα στην καπιταλιστική ιδιοκτησία και στην αποξενωμένη από τα μέσα της εργασίας της μισθωτή εργασία) εμφανίζονται στο «Κεφάλαιο» σε επιμέρους μόνο όψεις της οικονομικής ανάλυσης:

    Η πρώτη όψη είναι η σχετική με την εξαφάνισή τους, όταν στην αρχή των καπιταλιστικών σχέσεων και στη διάρκεια της ανάπτυξής τους, τα μεσαία στρώματα προλεταριοποιούνται (ή, σε μικρότερο βαθμό, αστικοποιούνται), σε μια διαδικασία οικονομικής εξάλειψης (κυρίως της ανεξάρτητης εργασίας, του ανεξάρτητου εργάτη που κατέχει ο ίδιος τα τα μέσα της εργασίας του, αλλά και της μικρής παραγωγικής ιδιοκτησίας που χρησιμοποιεί εργατική δύναμη με μορφή μίσθωσης χωρίς το παραγόμενο προϊόν να επαρκεί για ιδιοποίηση υπεραξίας), η οποία διαδικασία (αποτελώντας βέβαια γενική οικονομική νομοτέλεια) προκειμένου ίσως να δώσει τη θέση της στους θεωρητικά καθαρούς όρους του ειδικά κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, φαντάζει (ακριβέστερα: ενέχει την δυνατότητα να κατανοείται ως) ταχύτατη και ολοκληρωτική.

     Η δεύτερη τέτοια όψη, είναι όταν γίνεται μνεία για τα όρια της ειδικά καπιταλιστικής ανάπτυξης που σταματά, ανάμεσα στ’ άλλα, μπροστά στο παραγωγικό πεδίο το κατειλλημένο λ.χ. από μορφές της «ανεξάρτητης εργασίας» όπως συμβαίνει σε ορισμένη έκταση της αγροτικής παραγωγής κλπ.

     Μια τρίτη τέλος όψη του ζητήματος εμφανίζεται με τη θέση, ότι οι όροι ξεπεράσματος των αντιφάσεων της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής δεν οδηγούν στην επιστροφή σε «προκαπιταλιστικές» μορφές (τις οποίες εκφράζει ακριβώς η ύπαρξη των μεσαίων στρωμάτων), αλλά οδηγούν στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή: Αν λοιπόν, απ’ τη μια, η θεωρητική υπόθεση εργασίας ενός «καθαρού» καπιταλισμού δεν μας παρέχει έτοιμα συμπεράσματα ως προς το θέμα μας εδώ, τότε επίσης, από την άλλη, η παραπάνω θέση ως έκφραση γενικης νομοτέλειας δεν μας βοηθά στο να συμπεράνουμε κάτι οριστικό για την ύπαρξη  θέσης και ρόλου ορισμένων προκαπιταλιστικών οικονομικών-παραγωγικών μορφών (που σε έναν βαθμό επιβιώνουν και ενσωματώνονται στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής) στα πλαίσια της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, για τους δυνατούς-ή-όχι ειδικούς όρους επιβίωσης και ενσωμάτωσης αυτών των μορφών στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή, και μιλώντας πιο αφηρήμενα για την αναγκαία και δυνατή (ή όχι) θέση και ρόλο της «μικρής» παραγωγής στα πλαίσια, γενικά, της «μεγάλης» που κυριαρχεί.

     Έτσι, σε μεγάλο βαθμό μένουν ανοιχτά ζητήματα έρευνας όπως τα παρακάτω [#]:

    Σε τι οφείλεται η σχετική βραδύτητα (σε σύγκριση με την δυνατή θεωρητική κατανόησή της) της νομοτελειακής διαδικασίας εξαφάνισης (συνοδευόμενης μάλιστα σε έναν βαθμό από ταυτόχρονη αναπαραγωγή της) της «μεσαίας» παραγωγής και των μεσαίων στρωμάτων; Πρόκειται απλώς για «φυσικούς» αργούς ρυθμούς συντέλεσης αυτής της διαδικασίας; Πρόκειται άραγε, αντίθετα, για την ύπαρξη ορισμένου αντικειμενικού ρόλου και λειτουργίας της «μικρής» παραγωγής πλάι στη μεγάλη, αντικειμενικού ρόλου και λειτουργίας που ταυτόχρονα τα αντιστρατεύεται η συνεχής τάση επέκτασης της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αντικειμενικού ρόλου και λειτουργίας στα οποία ενσωματώνονται και μορφές οικονομικά-παραγωγικά «παρασιτικές» ως συνέπεια της ορισμένης αντιθεσης ανάμεσα στους όρους της ειδικά καπιταλιστικής παραγωγής και τους όρους της κοινωνικής παραγωγής γενικά; Αν είναι έτσι  ποιος θα έπρεπε να είναι ο ειδικός αντικειμενικός καθορισμός αυτής της σχέσης «μικρής» – μεγάλης παραγωγής στον καπιταλισμό και ποιός ο ειδικός καθορισμός της στον σοσιαλισμό, στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή, από την πρώτη βαθμίδα ανάπτυξής της μέσα από τους κόλπους της παλιάς κοινωνίας έως το «τέλος» της, μέσα από μια διαδικασία ανάπτυξής της πάνω στις δικές της βάσης;

                                                                      ***

   Αφήνοντας, προς το παρόν, κατά μέρος τα παραπάνω ερωτήματα, θεωρούμε σκόπιμη στο σημείο αυτό μια θεωρητική προσφυγή στην σχετική με το θέμα μας επιγραμματική πολιτικο-οικονομική αναφορά της  «Κριτικής στο Πρόγραμμα της Γκότα» (σελ. 16 της έκδοσης της Σύγχρονης Εποχής). Όπως είναι φανερό, στο παρακάτω απόσπασμα η πρώτη εντός εισαγωγικών παράγραφος με τα πλάγια στοιχεία είναι η διατύπωση της θέσης του «προγράμματος της Γκότα» (πρόγραμμα ενοποίησης των τότε γερμανικών εργατικών κομμάτων) και το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την κριτική του Μαρξ απέναντι στην θέση αυτή. Οι υπογραμμίσεις είναι από το πρωτότυπο κείμενο:

                                            *

     4. «Η απελευθέρωση της εργασίας πρέπει να είναι έργο της εργατικής τάξης, που απέναντί της όλες οι άλλες τάξεις αποτελούν μονάχα μιάν αντιδραστική μάζα».

     Η πρώτη στροφή είναι παρμένη από τα εισαγωγικά λόγια του καταστατικού της Διεθνούς, αλλά «βελτιωμένη». Εκεί λέγεται: «Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργατών», εδώ αντίθετα η «εργατική τάξη» έχει να απελευθερώσει –τι; «την εργασία». Ας καταλάβει όποιος μπορεί.

     Για αποζημίωση, αντίθετα, η αντιστροφή είναι γνησιότατη λασσαλική περικοπή: «απέναντί της (της εργατικής τάξης) όλες οι άλλες τάξεις αποτελούν μονάχα μιαν αντιδραστική μάζα». 

     Στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» αναφέρεται: «Από όλες τις τάξεις, που τούτη τη στιγμή βρίσκονται αντιμέτωπες με την αστική τάξη, μόνο το προλεταριάτο είναι τάξη αληθινά επαναστατική. Οι άλλες τάξεις χάνονται κι εξαφανίζονται από τη μεγάλη βιομηχανία, ενώ το προλεταριάτο είναι το πιο χαρακτηριστικό προϊόν της».

     Η αστική τάξη παίρνεται εδώ σαν επαναστατική τάξη –σαν φορέας της μεγάλης βιομηχανίας- απέναντι στους φεουδάρχες και τις μεσαίες τάξεις που θέλουν να κρατήσουν όλες τις κοινωνικές θέσεις, που είναι δημιουργήματα απαρχαιωμένων τρόπων παραγωγής. Δεν αποτελούν λοιπόν μαζί με την αστική τάξη μονάχα μια αντιδραστική μάζα.

     Από την άλλη μεριά το προλεταριάτο είναι επαναστατικό απέναντι στην αστική τάξη, γιατί, μεγαλωμένο το ίδιο στο έδαφος της μεγάλης βιομηχανίας, επιδιώκει να απαλλάξει την παραγωγή από τον κεφαλαιοκρατικό χαρακτήρα, που η αστική τάξη ζητά να διαιωνίσει. Αλλά το «Μανιφέστο» προσθέτει ότι οι «μεσαίες τάξεις … γίνονται επαναστατικές σχετικά με το επικείμενο πέρασμά τους στο προλεταριάτο».

     Απ’ αυτή την άποψη είναι λοιπόν πάλι ανοησία, ότι μαζί με την αστική τάξη, κι ακόμα και με τους φεουδάρχες, «αποτελούν» απέναντι στην εργατική τάξη «μονάχα μιαν αντιδραστική μάζα».

     Μήπως στις τελευταίες εκλογές λέγανε στους βιοτέχνες, στους μικροβιομήχανους κλπ. και στους αγρότες: απέναντί μας αποτελείτε μαζί με την αστική τάξη και τους φεουδάρχες μονάχα μια αντιδραστική μάζα;

     Ο Λασσάλ ήξερε απ’ έξω το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», όπως οι πιστοί του ξέρουν τις ιερές γραφές που έγραψε. Αν λοιπόν το πλαστογράφησε τόσο χοντροκομμένα, αυτό έγινε για να δικαιολογήσει τη συμμαχία του με τους απολυταρχικούς και φεουδάρχες αντίπαλους, ενάντια στην αστική τάξη. 

     Άλλωστε στην παραπάνω παράγραφο το σοφό απόφθεγμά του είναι τραβηγμένο από τα μαλλιά, χωρίς καμία συνοχή με τη διαστρεβλωμένη περικοπή του καταστατικού της Διεθνούς. Πρόκειται λοιπόν εδώ μονάχα για μια αυθάδεια, και μάλιστα καθόλου δυσάρεστη στον κύριο Βίσμαρκ, μια από κείνες τις φτηνές χοντροκοπιές που τις συνήθιζε ο Βερολινέζος Μαρά [1].

 

[1] Βερολινέζο Μαρά χαρακτηρίζει ο Μαρξ, όπως φαίνεται, ειρωνικά τον Χάσελμαν, τον αρχισυντάκτη του «Νόιερ Σοσιαλντεμοκράτ», κεντρικού οργάνου των λασσαλικών. (Σημ. Σύντ.)

                                                                         ***

   Ερμηνευτικά δεν μας δημιουργεί καμία απορία η αντιδραστικότητα των «μεσαίων τάξεων» (και μάλιστα όχι «μαζί με την αστική τάξη», αν και αντικειμενικά, σε συνθήκες κρίσης όπου τα κρίσιμα διλήμματα εμφανίζονται απογυμνωμένα από κάθε πρόσχημα και κάθε φαινομενική επίφαση, και σε πολιτικό επίπεδο απέναντι στην εργατική τάξη μόνο εναντίον της και ως συμμαχία «μαζί» με την αστική τάξη μπορεί η «αντιδραστικότητα» αυτή να εκφραστεί ). Το κύριο ζήτημα, πάντως, για το θέμα μας (και τη «συνηγορία» μας) βρίσκεται στην κατανόηση της επαναστατικότητας των «μεσαίων τάξεων σχετικά με το επικείμενο πέρασμά τους στο προλεταριάτο»:

   Είναι καταρχήν φανερό, ότι εδώ δεν γίνεται λόγος για προλεταριοποίηση ήδη συντελεσμένη και ιδίως συντελεσμένη οριστικά (το οποίο άλλωστε δεν θα είχε νόημα, εφόσον τα ήδη προλεταριοποιημένα μεσαία στρώματα δεν είναι πια «μεσαία», αλλά προλεταριακά), αλλά γίνεται λόγος για προλεταριοποίηση «επικείμενη», μελλοντική, γίνεται ουσιαστικά λόγος για το απειλητικό φάσμα της προλεταριοποίησής τους που υψώνεται απέναντι στα μεσαία στρώματα, στο οποίο «φάσμα»  περιλαμβάνεται και η ίδια η διαδικασία αυτής της προλεταριοποίησης (προτού να καταστεί οριστική και αμετάκλητη) ως συνεχής πτώση του οικονομικού και βοτικού επιπέδου των μεσαίων στρωμάτων μέχρι το βαθμό όπου αυτό το επίπεδο μπορεί να φτάσει ακόμα πιο χαμηλά και από το αντίστοιχο μέσο προλεταριακό οικονομικό επίπεδο διαβίωσης… Άλλωστε η έννοια της προλεταριοποίησης εκτός από την τυπική – καθαρή μορφή της τη συνυφασμένη με την αποξένωση από τα μέσα της εργασίας (και μάλιστα, σήμερα, σε συνθήκες παρατεταμένης καπιταλιστικής κρίσης και διαρκούς υψηλού ποσοστού ανεργίας), μπορεί να γίνεται αντιληπτή και με έμμεσες μορφές, όπως αυτής της πτώσης του οικονομικού βιοτικού επιπέδου ως το αντίστοιχο προλεταριακό και ακόμα πιο κάτω από αυτό, ή επίσης με την ουσιαστική οικονομική υπαγωγή της «ανεξάρτητης εργασίας» στην λειτουργία του κεφαλαίου, στην άντληση από αυτήν υπεραξίας την ίδια ώρα που τυπικά διατηρείται η μορφή της ως «ανεξάρτητης» κά.

   Το (κρίσιμο) ζήτημα που τίθεται παραπέρα, αφορά το περιεχόμενο της επαναστατικοποίησης των μεσαίων στρωμάτων, της σχετικής με αυτό ακριβώς το «επικείμενο πέρασμά τους στο προλεταριάτο». Κι η απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται απόλυτα από την γενική προοπτική που δίνει  στα μεσαία στρώματα (απέναντι στην προλεταριοποίησή τους στο βωμό της ανάπτυξης του κεφαλαίου) το ίδιο το προλεταριάτο ως η τάξη –  κινητήρια δύναμη του περάσματος από την κεφαλαιοκρατική στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή και του μετασχηματισμού της κοινωνίας στη βάση της νέας γενικής παραγωγικής σχέσης την οποία συνιστά η κοινωνικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων…

   Δεν θα δώσουμε οριστική απάντηση, τουλάχιστον σε αυτό το πρώτο μέρος της θεματικής μας, σε σχέση με αυτό το ζήτημα και αυτή την γενική προπτική.  Θα περιοριστούμε απλώς σε μια απαρίθμηση των πιθανών απαντήσεων που επιτρέπει «η φράση» – απαντήσεων που  στο πλαίσιο της επαναστατικής προοπτικής ενδέχται να έχουν η καθεμία ορισμένη επιμέρους ισχύ, ισχύ επίσης περισσότερο ή λιγότερο βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη, η οποία όμως σε κάθε περίπτωση «επιμέρους» ισχύ οφείλει να εντάσσεται σε μία γενικής φύσης απάντηση, σε μία γενικής φύσης αντίληψη ουσιαστικά για τη διαδικασία της σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής οικοδόμησης, κι αυτήν την γενικής φύσης απάντηση ή αντίληψη θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε όχι τώρα αλλά στη συνέχεια.

   Πρός το παρόν ας αρκεστούμε στις εξής επισημάνσεις: Η επαναστατικοποίηση των μεσαίων στρωμάτων σχετικά με την επικείμενη προλεταριοποίησή τους, μπορεί καταρχήν να έχει την «απλή και καθαρή» σημασία της «επιλογής» των όρων αυτής της προλεταροποίησης ως διαδικασίας σε κάθε περίπτωση αναπότρεπτης: τη σημασία της επιλογής ανάμεσα στους όρους οικονομικής εξαθλίωσης με την οποία συντελείται η διαδικασία αυτή σε συνθήκες καπιταλισμού, σε συνθήκες κυριαρχίας, εξουσίας του κεφαλαίου από τη μια, και, από την άλλη, σε συνθήκες εξουσίας των εργαζομένων, σε συνθήκες σοσιαλιστικής οικονομίας, σε συνθήκες κοινωνικοποιημένης παραγωγής. Πρόκειται βέβαια για σημασία που αντικειμενικά και αναπόφευκτα αφορά πλατιά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων. Το ερώτημα είναι «ποιά», όπως είναι και «πώς».

   Το ερώτημα επίσης είναι, κατά πόσο αυτή η σημασία είναι και η μοναδική ή κατά πόσο είναι αντικειμενικά (δηλαδή έξω από κάθε σκοπιμότητα πολιτικού ωφελιμισμού) αναγκαίο, η απάντηση ως προς τη γενικότερη, συνολική σημασία της «φράσης» (γίνονται επαναστατικές, επικείμενο πέρασμα κλπ) να δοθεί σε συναρτηση με την απάντηση γύρω από το ζήτημα του καθορισμού του οικονομικού ρόλου και της θέσης της «μικρής» παραγωγής πλάι στην «μεγάλη» γενικά, και μάλιστα του καθορισμού τους στις συνθήκες ειδικά της κοινωνικοποιημένης παραγωγής.  Απάντηση, με άλλα λόγια, γύρω από το ζήτημα της αναγκαίας και δυνατής (ή όχι) ενσωμάτωσης της πρώτης στη δεύτερη κάτω από τις συνθήκες και την κυριαρχία της σοσιαλιστικής οικονομίας, της κοινωνικοποιημένης παραγωγής. Γύρω από το ζήτημα επίσης του (κάτω από την ίδια κυριαρχία των σχέσεων της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, αλλά και κάτω από την πολτική κυριαρχία της επαναστατικής δικτατορίας του προλεταριάτου) αναγκαίου και δυνατού (ή όχι) ρόλου και θέσης της ατομικής οικονομικής δραστηριότητας, στη βάση της ατομικής κατοχής μέσων εργασίας έως το «ποσοτικό» μέγεθος και τους «πολιτικούς» όρους υπό τους οποίους η δραστηριότητα αυτή δεν συνεπάγεται ιδιοποίηση ξένης εργασίας, από την πρώτη «ατελή» βαθμίδα της κομμουνιστικής κοινωνίας και κατά τη διαδικασία ανάπτυξής της πάνω στις δικές της βάσεις. Ζήτημα, τέλος, που θα μπορούσε στη γενίκευσή του να διατυπωθεί με τη μορφή της αντιθεσης ανάμεσα στο ατομικό και στο κοινωνικό «συμφέρον» και των όρων ξεπεράσματος, άρσης αυτής της αντίθεσης.

   Από την απάνηση στα παραπάνω εξαρτάται πράγματι «τι λέμε στις εκλογές» στα μεσαία στρώματα, «στους βιοτέχνες, στους μικροβιομήχανους κλπ. και στους αγρότες», και μάλιστα σήμερα στην εποχή του «αναπτυγμένου» μονοπωλιακού – ιμπεριαλιστικού σταδιου του καπιταλισμού…

   …Πρόκειται για απάντηση που απαιτεί θεωρητική προσοχή αυξημένη σε σύγκριση με τη συνήθη: Διότι, ενδεχομένως για έναν απλώς «ακαδημαϊκό» μαρξισμό η έλλειψη προσοχής μπορεί να συνίσταται στην επικράτηση, επί των πραγματικών σχέσεων, των σχέσεων που περιγράφει η «καθαρή θεωρία». Επικράτηση που ως θεωρητική και πρακτική συνέπεια έχει μια «καθαρά» κοινωνικοποιημένη παραγωγή ως ξεπέρασμα μια παραγωγής «καθαρά» κεφαλαιοκρατικής…

   …Πολύ περισσότερο, για τον «ακαδημαϊκό μαρξισμό» ως ειδική θεωρητική εκδήλωση της τυπικής «ρεφορμιστικής» και οπορτουνιστικής σοσιαλδημοκρατίας, για την «τυπική» δηλαδή «σοσιαλδημοκρατική» αντίληψη η οποία θεωρεί τον σοσιαλισμό ως «ώριμο καρπό» που πέφτει από το δέντρο της «ολοκληρωμένης» καπιταλιστικής ανάπτυξης, που ήδη «πρέπει» να έχει ως αποτέλεσμα την συντελεσμένη και ολοσχερή εξαφάνιση της «μεσαίας» παραγωγής και των «μεσαίων» στρωμάτων [##], μοναδική «συνεπής» θεωρητική της «αντιστροφή» μπορεί να είναι αυτή σύμφωνα με την οποία «μεσαία» στρώματα και «μεσαία» παραγωγή δεν θα μπορούσαν να νοούνται στη φάση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Κι ακόμα περισσότερο, καθώς πρόκειται για «αντιστροφή» ικανή να ταυτιστεί με «αυτονόητες» θέσεις ενός προλεταριακού επαναστατικού θεωρητικού και πρακτικού αυθορμητισμού, γεγονός που καθιστά ακόμα μεγαλύτερη την ανάγκη της αυξημένης θεωρητικής και πρακτικής προσοχής.

*

   [#] Ένα ακόμα σημαντικό ερμηνευτικό ζήτημα (διαφορετικής θεματολογίας)  στην ανάγνωση του Κεφαλαίου ανακύπτει στις περιπτώσεις όπου γίνεται λόγος για βομηχανία και βιομηχανική παραγωγή γενικά, τις επιπτώσεις της στον άνθρωπο και τη φύση κλπ: Καθώς για τον Μαρξ μοναδική βιομηχανική παραγωγή που αναλύει είναι η καπιταλιστική, τίθεται σε έναν ικανό βαθμό το ζήτημα του διαχωρισμού των επιπτώσεων κλπ, των οφειλόμενων στην ειδικά καπιταλιστική μορφή της βιομηχανικής παραγωγής από τη μια, και των οφειλόμενων (απ’ την άλλη) στους όρους της βομηχανικής παραγωγής γενικά.

    [##] Πόσο πολύ αγαπητή είναι πράγματι ικανή να γίνεται αυτή η ιδιαίτερη θεωρητική συνέπεια της «τυπικής σοσιαλδημοκρατικής» αντίληψης, από τους εκπροσώπους του μονοπωλιακού κεφαλαίου κατά τη διαδικασία επίλυσης των «διαφορών» τους με τα «μικρομεσαία» στρώματα που καταλαμβάνουν μια κοινωνικο-οικονομική έκταση σχετικά απροσπέλαστη στις ανάγκες της ειδικά καπιταλιστικής ανάπτυξης…

*

(συνεχίζεται)


συνήγορος του διαβόλου – εισαγωγή

Εδώ και χρόνια, σε διάφορες συγκυρίες που απαιτούν πλατιά απεύθυνση στο λαό, σε εκλογικές μάχες κλπ,  είναι συνηθισμένο το κάλεσμα προς τους εργαζόμενους να στηρίξουν, να ενισχύσουν το ΚΚΕ, «ακόμα κι αν δεν συμφωνούν σε όλα μαζί του, ακόμα κι αν δεν συμφωνούν σε όλα μαζί του για το σοσιαλισμό».

Το πρώτο σκέλος του καλέσματος, υπογραμμίζει βέβαια το αντικειμενικά αυτονόητο: συμφωνία «σε όλα» μπορεί να έχει κανείς μόνο με τον εαυτό του και, σε τελική ανάλυση, ούτε μ’ αυτόν. Προβλήματα λοιπόν γεννιόνται στο δεύτερο σκέλος της φράσης, σ’ αυτό που καλεί σε υποστήριξη ακόμα κι αν δεν υπάρχει συμφωνία για το σοσιαλισμό.

Εν μέρει βέβαια είναι κατανοητό, λχ στη βάση των θέσεων του ΚΚΕ για την αντιμετώπιση άμεσων λαϊκών προβλημάτων, στη βάση των θέσεών του και της δράσης του στους αγώνες των εργαζομένων κλπ. Από εκεί και πέρα όμως, είναι τόσο οριακές οι πραγματικές κοινωνκές – οικονομικές συνθήκες, είναι τόσο ελάχιστα τα περιθώρια προσαρμογής στην παρούσα πραγματικότητα, τόσο ελάχιστα τα περιθώρια πραγματικής με διαρκή χαρακτηριστικά «συναίνεσης» όχι μόνο απέναντι στο άμεσο παρόν αλλά και πολύ περισσότερο απέναντι στην προοπτική και την κατεύθυνση όπου αυτό το παρόν οδηγεί, είναι γι’ αυτό -αντίστροφα- τόσο έντονη η αναζήτηση μιας ριζικής διεξόδου από αυτό το «παρόν», ώστε μια αποφασιστική στήριξη προς το ΚΚΕ είναι δυνατό πρώτα απ’ όλα να εκφραστεί μόνο στη βάση ακριβώς της αγωνιστικής διεξόδου που προτείνει, μόνο στη βάση ακριβώς της συμφωνίας με το περιεχόμενο αυτής της διεξόδου, και όχι στη βάση της μη συμφωνίας με το περιεχόμενο αυτό «σε όλα» (και εν τέλει σε ποιά;).

Είναι άλλωστε σχετικά αντιφατικό, και από την άποψη του ΚΚΕ, από τη μια να ξεκαθαρίζει ότι τη λαϊκή στήριξη την αξιοποιεί για να φέρει πιο κοντά την προοπτική της λαϊκής εξουσίας σαν μόνη, ουσιαστικά, διέξοδο απέναντι στα συσσωρευμένα λαϊκά αδιέξοδα, την λαϊκή εξουσία μάλιστα σαν ουσιαστική αφετηρία για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας με όση επίδραση θα έχει αυτός στη μεταβολή του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων, και από την άλλη να καλεί και να θεωρεί ότι αυτή η λαϊκή στήριξη θα μπορούσε να είναι κατά ένα κρίσιμο ιδεολογικό μέγεθος άσχετη από την αντίληψή του για το περιεχόμενο της αυριανής σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής κοινωνικής προοπτικής.

Μοναδική αντίθετη προς την παραπάνω τοποθέτησή μου όψη, θα μπορούσε να είναι η εξής: Το ότι η σοσιαλιστική οικοδόμηση δεν αποτελεί διαδικασία εφαρμογής προκατασκευασμένων σχημάτων. Το ότι η σοσιαλιστική οικοδόμηση αποτελεί διαδικασία, οι μορφές της οποίας αποκρυσταλλώνονται στην πράξη, σε συνάρτηση με το βάθος και την έκταση της λαϊκής κοινωνικής συμμαχίας που την πραγματοποιεί, σε συνάρτηση με την πείρα της ίδιας της οικοδόμησης την οποία αποκομίζουν την ώρα της ίδιας αυτής διαδικασίας τα κοινωνικά στρώματα και τάξεις που συμμετέχουν σ’ αυτή, πάνω στην πραγματική κοινωνικο-οικονομική βάση επί της οποίας συντελείται αυτή η διαδικασία θεμελιωμένη θεωρητικά σε γενικές   αρχές, όρους, απαιτήσεις που ανταποκρίνονται σε αυτή την πραγματική βάση.

Μ’ αυτή την έννοια, πράγματι, ένα τέτοιο κάλεσμα «ακόμα και χωρίς συμφωνία σε όλα για τον σοσιαλισμό», έχει συγκεκριμένο και ρεαλιστικό αντίκρισμα ως κάλεσμα με χαρακτηριστικά ριζικής διεξοδου. Με την ίδια επίσης αυτή έννοια, θα αποτελούσε και αποτελεί «παγίδα» ως έναν, ή από έναν, βαθμό κι έπειτα η οποιαδήποτε προσπάθεια σχηματικής συγκεκριμενοποίησης μορφών με τις οποίες «θα» υλοποιείται, «θα» πραγματώνται η ανάπτυξη της λαϊκής εξουσίας και οικονομίας (συγκεκριμενοποίησης που, τάχα, θα μπορούσε να συμβάλλει στην προώθηση μιας «συμφωνίας» σχετικά με την αντίληψη για το σοσιαλισμό). Από εκείνον δηλαδή τον βαθμό, πέρα από τον οποίο δε γίνεται πια λόγος για το βασικό, το κεντρικό περιεχόμενο της οικονομικής ανατροπής της απαιτούμενης για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, για την γενική κατεύθυνση της κοινωνικής ανάπτυξης στη βάση των κατακτημένων με αυτή την ανατροπή υλικών όρων, για το ουσιαστικό περιεχόμενο της κρατικής οργανωσης που ανταποκρίνεται σε αυτή την ανατροπή και διαδικασία ανάπτυξης, αλλά γίνεται λόγος για «εξωτερικές» -κατά μεγάλο μέρος- μορφές των σχέσεων που θα επιβληθούν και θα αναπτυχθούν στη βάση αυτής της ανατροπής (πόσο μάλλον αν θεωρούνταν ότι, μάλιστα, εξαρτάται από τέτοιες «εξωτερικές» μορφές και η ίδια η πραγματοποίηση της απαιτούμενης οικονομικής ανατροπής), για «εξωτερικές» μορφές του πολιτικού συστήματος που θα διευθύνει τη διαδικασία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, για «εξωτερικές» μορφές επίσης ανταποκρινόμενες όχι στην αφετηριακή πολιτικο-οικονομική ανατροπή και την κατεύθυνση της κοινωνικής ανάπτυξης αλλά σε εναδιάμεσες φάσεις της ή στο απώτερο κομμουνιστικό «τέλος» αυτής της διαδικασίας κλπ.

Αφαιρώντας την παραπάνω «μοναδική» (και καθ’ όλα ουσιώδη) έννοια από τον όλο προβληματισμό αυτού του κειμένου, μας μένει ακριβώς το ζήτημα που σχετίζεται με το βασικό, κεντρικό περιεχόμενο της οικονομικής ανατροπής της απαιτούμενης για την σοσιαλιστική οικοδόμηση, με την γενική κατεύθυνση τής από εκεί και πέρα κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης, με το ουσιαστικό περιεχόμενο της κρατικής οργάνωσης που «αναλαβάνει» αυτή την οικονομική ανατροπή (έχοντας διαμορφωθεί πριν ή «ταυτόχρονα» ή ακόμα, σε μικρότερο ή μαγαλύτερο βαθμό, και μετά από αυτήν) και που στη συνέχεια ανταποκρίνεται στους απαιτούμενους όρους ανάπτυξης της κοινωνίας πάνω στις νέες υλικές βάσεις της.

Κι αυτό ακριβώς το ζήτημα που «μας μένει» έχοντας αφαιρέσει την προαναφερόμενη «μοναδική έννοια», θέλοντας να το εξετάσουμε σε σχέση με τη λαϊκή στήριξη τη βασισμένη όχι στην «μη συμφωνία σε όλα», αλλά αντίθετα τη βασισμένη σε μια συμφωνία με την γενική αντίληψη για την ριζική, σοσιαλιστική κοινωνική διέξοδο και προοπτική, οδηγούμαστε αναπόφευκτα στο ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης, οδηγούμαστε στη θέση και στο ρόλο των «μεσαίων» κοινωνικών στρωμάτων   εντός αυτής της συμμαχίας, κι ακόμα παραπέρα στη θέση και το ρόλο των «μεσαίων» στρωμάτων εντός της «γενικής αντίληψης» για τον ίδιο το σοσιαλισμό, εντός των κοινωνικο-οικονομικών όρων που έπονται της απαιτούμενης αφετηριακής οικονομικής ανατροπής, εντός των όρων της μετέπειτα κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης και της γενικής της κατεύθυνσης.

Φτάνουμε έτσι στο σημείο όπου μπορούμε να αποκαλύψουμε το νόημα του αινιγματικού τίτλου της παρούσας δημοσιευσης: «Συνήγορος» είναι ο γράφων. Και «διάβολος» ειναι ο «μικροαστός».

Πρόκειται, όπως είναι εκ των προτέρων φανερό για «συνηγορία» ως προς την ύπαρξη ορισμένου «ρόλου και θέσης» των σημερινών «μεσαίων» στρωμάτων εντός της γενικής κατεύθυνσης της διαδικασίας εκείνης που έχει ως αφετηριακό της σημείο την απαιτούμενη   πρωταρχική οικονομική ανατροπή για το πέρασμα στο σοσιαλισμό και την οικοδόμησή του.  Πρόκειται όμως, από την μια, για «συνηγορία» που φιλοδοξεί σε κριτήρια όχι πολιτικού «ωφελιμισμού» (πολιτικού προσεταιρισμού), αλλά σε κριτηρία που επιχειρούν τη θεμελίωσή τους στη βάση αντικειμενικών όρων και θεωρητικών αρχών ανταποκρινόμενων σε αυτούς.  Από την άλλη μεριά, όπως κάθε «συνηγορία», έτσι κι αυτή είναι υποχεωμένη να φτάσει ως το τέρμα της: Ακόμα κι αν αποσκοπεί στην αθώωση του «πελάτη» είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει και το ενδεχόμενο της καταδίκης του «όπως κατηγορείται», και ακόμα και τότε εξακολουθεί να επιμένει ως προς το θέμα του ύψους και της εκτέλεσης της ποινής, χωρίς με όλα αυτά να προδικάζω το τελικό αποτέλεσμα του όλου θεωρητικού εγχειρήματος…

Τέλος, όπως γίνεται φανερό από τον τίτλο, πρόκειται για «εισαγωγή». Επομένως ως προς το κύριο μέρος της όλης υπόθεσης θα υπάρξει συνέχεια.

Εκτός, φυσικά, αν λόγοι απρόβλεπτοι ματαιώσουν αυτή τη συνέχεια και η υπόθεση της όλης «συνηγορίας» παραμείνει τελικά απλώς μια «εισαγωγή».