Πίσω από το προπέτασμα της καταστολής

Για το σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, για την τάξη και το κράτος των εκμεταλλευτών, η καταστολή αποτελεί αρχή και τέλος, αποτελεί αφετηριακή συνθήκη και τελική «αυταξία» που υλοποιείται και επιδιώκεται με όλες τις δυνατές μορφές. Πρώτα-πρώτα με τη «φυσική» μορφή της κατανάλωσης της εκμισθωμένης εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο στην παραγωγική διαδικασία. Σε αυτής το πεδίο, σαν προϋπόθεση και σαν προϊόν της, οι «γενικές και αόριστες» εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις εξατομικεύονται με σάρκα και οστά ως το κοινωνικό κύτταρο της σχέσης εξουσίας – υποταγής, που αναπαράγεται και κλιμακώνεται συστατικά σε όλη την έκταση του κοινωνικού σχηματισμού.

Για τη διασφάλιση, τη διατήρηση, τη διαιώνιση, την ολοκλήρωση, την οριστική επικράτηση αυτής της στοιχειακής σχέσης, για να καταστούν οι αλυσίδες της εκμετάλλευσης καθημερινό ένδυμα απογυμνωμένο ακόμα και από τυχόν ρόδα που το στολίζουν αναδύοντας και το πιο αόριστο έστω άρωμα απελευθέρωσης από τα δεσμά, οικοδομείται η «δευτερογενής» οργανωμένη κατασταλτική βία των τυπικών και άτυπων θεσμών και μηχανισμών του αστικού κράτους. Με πρώτη ύλη τους ίδιους συστατικούς όρους των παραγωγικών σχέσεων και της οικονομικής δομής, η κρατικά-θεσμικά οργανωμένη ταξική βία τούς ανυψώνει σε ειδικές κατασταλτικές τεχνικές που στην ανάπτυξή τους συγκροτούν ένα θεόρατο κατασταλτικό οικοδόμημα παρακολουθηματικό του οικοδομήματος της ταξικής κυριαρχίας, με μορφές προορισμένες, ας σημειώσουμε, όχι μόνο για το σώμα αλλά και για το πνεύμα. Άλλωστε ο τελικός στόχος της κάθε κατασταλτικής μορφής είναι πάντοτε η συνείδηση: η βία και η απειλή βίας στο σώμα αποσκοπεί στην επικράτηση του φόβου, ακόμα και η εξάλειψη του ανυπότακτου σώματος αποσκοπεί στην εξάλειψη της ανυπότακτης συνείδησης.

Η βασική εκμεταλλευτική σχέση παραγωγής είναι σχέση εξουσίας και καταστολής ήδη από τη σύστασή της. Αυτό που, σε τελική ανάλυση, θα παρέμενε επισφαλές είναι όχι το αναπότρεπτο συστατικό περιεχόμενο της σχέσης παραγωγής, αλλά η σχέση παραγωγής η ίδια, στην περίπτωση όπου και εκτός της παραγωγικής διαδικασίας, στο πεδίο της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, δεν επιβάλλονταν οι αρμόζοντες κατασταλτικοί όροι, και μάλιστα στην «τελειότητα» που επιτρέπει η εκάστοτε ανάπτυξη της τεχνικής και το εκάστοτε επίπεδο των πολιτικών και ηθικών συσχετισμών στην αέναη πορεία ολοκλήρωσης του καθεστώτος της καταστολής, της πειθάρχησης. Η πρωταρχική σχέση εξουσίας – υποταγής που αποτελεί συστατικό περιεχόμενο των κοινωνικο-οικονομικών όρων αποστέρησης των μέσων παραγωγής (παραγωγής της τροφής, της στέγης, των όρων γενικά της βιολογικής και κοινωνικής ύπαρξης) στη μια πλευρά και προσωπικής εκμίσθωσης στο κεφάλαιο που συγκεντρώνει στην άλλη πλευρά τα κοινωνικά μέσα παραγωγής και συντήρησης, θα ήταν υπερβολικά «ανοιχτή» στην αμφισβήτηση, αν δεν την περιέβαλλε κάνοντάς την επίσης «αθέατη» ένα περίβλημα «δευτερογενούς» ταξικής βίας, αν οι όροι της ζωής έχαναν για τη στρατιά της μισθωτής εργασίας τον «στρατιωτικό» τους χαρακτήρα μετά την έξοδο από την παραγωγική διαδικασία, αν επιτρεπόταν στη μάζα των «ανεξάρτητα» εργαζόμενων που υπόκεινται στο γενικό καθεστώς της εκμεταλλευσης να οικοδομούν συνείδηση και όρους ζωής εργαζόμενου μέρους της εργαζόμενης κοινωνίας (με κίνδυνο γενίκευσης μιας συνείδησης ανεξαρτησίας της κοινωνικής εργασίας) αντί για συνείδηση και όρους ζωής ιδιοκτήτη εξαρτημένου από τις γενικές σχέσεις της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, αν οι άνεργοι δεν βίωναν τον άπλετο «ελεύθερο» χρόνο τους σαν χρόνο καθολικής αποστέρησης, αν η συνειδησιακή αναπαραγωγή των εργαζομένων στο σύνολό τους δεν οριοθετούνταν από τη θεσμισμένη «μορφωτική» αποστολή του μονοπωλίου των μμε, αν σωματικά έπαυε το σύνολο των εργαζομένων να υπόκειται σε ένα πολύπλοκο σύστημα καθημερινών ελέγχων και, μετά από αυτούς, «κυρώσεων».

Πρόκειται, βέβαια, για ένα οικοδόμημα θεμελιωμένο στις «φυσικές» αρχές της κοινωνικής συνύπαρξης… Εξίσου «φυσικά», όμως, οι ίδιες αυτές αρχές της κοινωνικής συνύπαρξης είναι εξ υπαρχής αντεστραμμένες σε αρχές επιβολής της ταξικής κυριαρχίας πάνω στο σύνολο της κοινωνικής ύπαρξης και των κοινωνικών σχέσεων. Και εξίσου «φυσικά» από τη βάση αυτής της αφετηριακής αντιστροφής ορθώνεται ολόκληρο το οικοδόμημα που μετατρέπει την «κοινωνική συνύπαρξη» σε κοινωνική απομόνωση, στον γενικευμένο κοινωνικό ανταγωνισμό που έχει περιγραφτεί με τη φράση «ο καθένας εναντίον του άλλου και ο θεός εναντίον όλων», με τα μονοπωλιακά συγκροτήματα και το κράτος τους να διεκδικούν, στις μέρες μας, το ρόλο του θεού στο κοινωνικό «θέατρο», υποτασσόμενα ταυτόχρονα στην επίγνωση ότι πάνω κι από τα ίδια βασιλεύει η «τυχαιότητα» των τυφλών καπιταλιστικών νόμων της αγοράς.

*

Με όσα προηγήθηκαν ήθελα απλώς να υπογραμμίσω αυτό που αναγράφεται από την πρώτη φράση αυτού του κειμένου: το ότι η καταστολή για το σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης αποτελεί «αυταξία» και το τι σημαίνει ότι αποτελεί «αυταξία». Και το τι, κατά συνέπεια, συνεπάγεται η πάλη ενάντια στην «αυταξία» της καταστολής, η πάλη ενάντια στο κατασταλτικό περίβλημα που σαν προπέτασμα κρύβει από την άμεση θέα ολόκληρο το οικοδόμημα της κοινωνικής ταξικής κυριαρχίας και τον στοιχειακό της πυρήνα, τον πολλαπλά εξατομικευμένο στην «φυσική» καθημερινότητα της παραγωγικής διαδικασίας και των σχέσεών της. Για το σύστημα της εκμετάλλευσης η καταστολή αποτελεί «αυταξία». Για τις κοινωνικές τάξεις που υπόκεινται στο καθεστώς της εκμετάλλευσης, «αυταξία» είναι η αποτίναξή της και η οικοδόμηση σχέσεων κυριαρχίας της εργαζόμενης κοινωνίας πάνω στη δραστηριότητά της και τους καρπούς της. Η «αυταξία» των μεν δεν είναι το συμμετρικό αντίθετο της «αυταξίας» των δε και, επομένως, η πάλη τους ενάντια στην καταστολή δεν ορίζεται σαν μηχανική της αντανάκλαση.

Πίσω από το προπέτασμα της τρέχουσας κατασταλτικής παράκρουσης της κυβέρνησης Μητσοτάκη αποκρύβεται από την άμεση θέα η γιγάντια απόβαση ΝΑΤΟϊκών στρατευμάτων και πολεμικού υλικού από το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης προς την ανατολική Ευρώπη για την εξάμηνη ιμπεριαλιστική πρόβα πολέμου κατά της Ρωσίας, έξω και πέρα και σε αντίθεση από οτιδήποτε θα μπορούσε να εννοηθεί σαν «εθνικό συμφέρον» για τη λαϊκή αντίληψη του «εθνικού» και του «συμφέροντός» του.

Πίσω από το προπέτασμα της καταστολής, μένει αθέατη η συμμετοχή της φρεγάτας «Κανάρης» στην πολυεθνική ναυτική δύναμη «TF 473» και στη συνοδεία του γαλλικού αεροπλανοφόρου «Charles de Gaulle» στο πλαίσιο της επιχείρησης «Clemenceau 21», η επιχείρηση της φρεγάτας «Κουντουριώτης» με την ΝΑΤΟική αρμάδα SNMG2 στην άσκηση του ΝΑΤΟ «Dynamic Manta 2121» στα ανοιχτά της Σικελίας, η συμμετοχή της φρεγάτας «Ναβαρίνον» στην «Unifil Marops» του ΟΗΕ στα ανοιχτά του Λιβάνου με βασικό αντικείμενο το εθνικά «απαραίτητο» εμπάργκο όπλων στην οργάνωση «Χεζμπολάχ», η συμμετοχή της φρεγάτας «Αιγαίον» ως ναυαρχίδας στην επιχείρηση «Irini» της ΕΕ με υποτιθέμενο κύριο καθήκον της την εφαρμογή του εμπάργκο όπλων του ΟΗΕ στη Λιβύη, η περιήγηση της φρεγάτας «Υδρα» από το Αμπου Ντάμπι για συνεκπαιδεύσεις με πλοία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και των ΗΠΑ ως τη συμμετοχή της σε ρόλο «associated support» στην πολυεθνική αποστολή «EMASOH / Agenor» για «την ασφαλή και ελεύθερη διέλευση των εμπορικών πλοίων στον Κόλπο, στα Στενά του Ορμούζ και στον Κόλπο του Ομάν», η συμμετοχή του ναρκοθηρευτικού «Ευρώπη» στην πολυεθνική άσκηση «Poseidon 21» στη Μαύρη Θάλασσα με τη ΝΑΤΟϊκή αρμάδα SNMCMG2.

Μετά κι από όλα αυτά, παραμένει αθέατη πίσω από το προπέτασμα της καταστολής, η προσφορά από τον διαπιστευμένο πλασιέ και τοποτηρητή των ΗΠΑ κι άλλων φρεγατών για πώληση, μια που οι ΝΑΤΟϊκές ανάγκες για παγκόσμια κυριαρχία είναι ανεξάντλητες, ενώ οι «διευθετήσεις» για τα «οικόπεδα» των ΑΟΖ και των υφαλοκρηπίδων τρέχουν στον αυτόματο πιλότο των κάθε είδους «διερευνητικών επαφών».

Μένουν αθέατα πίσω από το προπέτασμα της κρατικής – κυβερνητικής καταστολής, τα εξελισσόμενα εγκλήματα σε βάρος των παραγωγικών προοπτικών της χώρας και του λαού της, τα οποία ακούν σε ονόματα όπως διάλυση – ξεπούλημα της ΛΑΡΚΟ, «απολιγνιτοποίηση» και καταστροφή των λιγνιτικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Μένει αθέατη πίσω από το προπέτασμα της καταστολής η βαθύτερη εμπορευματοποίηση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, η μετατροπή της σε εξάρτημα των πολυεθνικών και του ΝΑΤΟ, η επιβολή νέων πιο αδιαπέραστων ταξικών φραγμών στη λαϊκή παιδεία, η κατηγοριοποίηση των εκπαιδευτικών μονάδων ανάλογα με την κοινωνική θέση του μαθητικού πληθυσμού.

Μένει αθέατη πίσω από το προπέτασμα της καταστολής η επίθεση σε μεροκάματα, μισθούς, εργασιακές σχέσεις, η διάλυση της ζωής των εργαζομένων μέσω της τηλεργασίας, η συνεχιζόμενη φοροληστεία του λαϊκού εισοδήματος, η επιχείρηση αρπαγής της κατοικίας του «πτωχευμένου» λαού, η απάνθρωπη βαρβαρότητα των προσφυγικών-μεταναστευτικών στρατοπέδων συγκέντρωσης της ΕΕ, οι εγκληματικές κυβερνητικές πράξεις και παραλείψεις στη διαχείριση της πανδημίας, οι σχεδιασμοί της «νέας κανονικότητας».

Μένουν αθέατα όλα αυτά και τόσα άλλλα πίσω από το προπέτασμα της καταστολής, που για αυτών ταυτόχρονα τη διασφάλιση και υλοποίηση ορθώνεται και εξαπλώνεται, και που πίσω από τον κατασταλτικό κουρνιαχτό περιμένουν σαν οδοστρωτήρας με αναμένες τις μηχανές έτοιμος να συνθλίψει και να ισοπεδώσει τις ζωές των εργαζομένων, του λαού της νεολαίας.

*

Η έξαρση της κυβερνητικής καταστολής φέρνει στο ιδεολογικό προσκήνιο το ζήτημα του «κράτους δικαίου».

Σύμφωνα με τη γνωστή αποφθεγματική περιγραφή του από τον Ανατόλ Φρανς: «Φυσικά και είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στο νόμο. Απαγορεύεται το ίδιο, τόσο στους πλούσιους όσο και στους φτωχούς, να κοιμούνται κάτω από τις γέφυρες».

Το καθεστώς της καταστολής, ταυτόχρονα με τη δική του «αυτοαναφορική» εμπέδωση, υποβάλλει στις συνειδήσεις και την ακόλουθη «εναλλακτική»:

«Φυσικά και είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στο νόμο. Επιτρέπεται το ίδιο, τόσο στους πλούσιους όσο και στους φτωχούς, να κοιμούνται κάτω από τις γέφυρες».

Πραγματικά λύση «ανάγκης», όταν με την πολύμορφη συνδρομή των κατασταλτικών κοινωνικών όρων και κρατικών τεχνικών οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι κι οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι και πληθαίνουν.


Στην ΕΕ των 500.000 νεκρών από την πανδημία

Έχετε δει πουθενά όλον αυτό τον καιρό την Ευρωπαϊκή Ένωση να παρουσιάζει τον δικό της απολογισμό σε κρούσματα και νεκρούς από την πανδημία;

Μάλλον όχι… Γιατί βλέπετε, η ΕΕ είναι «ενιαία» όταν βάζει «πρόστιμα» για την Ολυμπιακή, τη ΛΑΡΚΟ, τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, όταν πρόκειται για τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, την καθήλωση των λαϊκών εισοδημάτων, την εμπορευματοποίηση των κοινωνικών αναγκών, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών και προσφύγων, τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, την ενίσχυση της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων… Όταν όμως πρόκειται για τον απολογισμό του «πολέμου κατά της πανδημίας», για την καταμέτρηση των θυμάτων της περικοπής δαπανών και της εμπορευματοποίησης σε υγεία και πρόνοια, τότε σιωπηρά η ΕΕ «διαλύεται» σε «διάφορα κράτη» που το καθένα έχει να επιδείξει τον «δικό του» απολογισμό…

Κάνοντας κανείς τον μικρό κόπο να αθροίσει αυτούς τους «εθνικούς» απολογισμούς, διαπιστώνει ότι μέχρι σήμερα, 20-2-2021, ο συνολικός αριθμός των νεκρών στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ήδη ξεπεράσει τις 500.000, και συγκεκριμένα ανέρχεται στους 528.707 νεκρούς από την πανδημία, σύμφωνα με τα στοιχεία της ιστοσελίδας worldometers. Πράγμα που σημαίνει ότι με τον πληθυσμό των χωρών της ΕΕ να ανέρχεται περίπου στους 446,8 εκατομμύρια ανθρώπους, πάνω από ένας στους χίλιους κατοίκους των χωρών της ΕΕ έχει ως τώρα χάσει τη ζωή του λόγω της ευρωενωσιακής διεξαγωγής του «πολέμου» με τον κόβιντ-19.

«Παράξενος πόλεμος», όπως έλεγαν και το 1939…

*

Βέβαια, αν ακούσουμε τους ζηλωτές του ευρωενωσιακού καπιταλιστικού «μονόδρομου», εκπροσωπούμενους εν προκειμένω από τον αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Μαργαρίτη Σχοινά, τότε θα πρέπει να ευγνωμονούμε την ΕΕ που φτάνοντας στους 500.000 νεκρούς από την πανδημία θα… «μας αγοράσει εμβόλια», κάτι το οποίο προφανώς πρέπει να το θεωρήσουμε κι αυτό ως «πρωτόγνωρο» – μαζί με τόσα άλλα – μέσα σε συνθήκες πανδημίας, λες και είναι η πρώτη φορά που σε τέτοιες συνθήκες τα κράτη εμβολιάζουν τον πληθυσμό τους, ή λες και ο λογαριασμός της αναμενόμενης μυθικής κερδοφορίας των φαρμακευτικών μονοπωλίων δεν θα πληρωθεί με τη μια ή άλλη μορφή από τους λαούς των χωρών της ΕΕ.

Και βέβαια, επίσης, η απολογητική της αντιλαϊκής πολιτικής έχει πάντοτε να επιδείξει κι ένα χειρότερο παράδειγμα… Αν λ.χ. ο «δικός μας» Υπουργός Ανάπτυξης επιμένει να κραυγάζει στα τηλεπαράθυρα για την «επιτυχία» των 6.249 νεκρών -σήμερα – στην Ελλάδα έναντι π.χ. των 21.859 του Βελγίου, ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν στους 528.707 νεκρούς της ΕΕ θα μπορούσε να αντιπαραβάλει τους 507.756 νεκρούς στις ΗΠΑ και τους 1,1 νεκρούς ανά 1000 κατοίκους στην ΕΕ με τους 1,5 νεκρούς ανά 1000 κατοίκους στις ΗΠΑ. Με τη σειρά του και ο Τραμπ, θα μπορούσε επίσης να «δείξει» την ΕΕ βεβαιώνοντας έτσι ότι και αυτός, ως πρόεδρος των ΗΠΑ, δεν τα πήγε και «τόσο» άσχημα κ.ο.κ.

Και στο τέλος, από όλους μαζί, δεν έχουμε παρά να περιμένουμε έναν γενικό απολογισμό της «οικονομίας» που αποτελεί για τα συνολικά κοινωνικά αποθέματα του κεφαλαίου η μείωση του πληθυσμού της γης, των ΗΠΑ, της ΕΕ, του κάθε κράτους-μέλους κατά 1 ή 2 χιλιοστά, τα οποία αυτά χιλιοστά μεταφράζονται σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό «εξοικονόμησης» δαπανών για συντάξεις, επιδόματα, δαπάνες περίθαλψης κλπ κλπ.

Φυσικό και επόμενο να πανηγυρίζουν οι πολιτικοί υπάλληλοι των μονοπωλίων για την «επιτυχία» τους.

*

Απέναντι στον χωρίς τέλος εγκλεισμό και τους λοιπούς περιορισμούς που, σαν προοίμιο της «νέας κανονικότητας», επιβάλλουν στους λαούς τα καπιταλιστικά κράτη της «δύσης» ως μοναδική «μέθοδο» αντιμετώπισης της πανδημίας, υπάρχει το παράδειγμα της Ουχάν, όπου οι 3,5 μήνες αυστηρών μέτρων χρησιμοποιήθηκαν επιτυχημένα για την εξάλειψη της επιδημίας στις εστίες της και για την επαναφορά της κοινωνικής ζωής στην όποια κανονική της κατάσταση…

Δεν έχει θέση στο κείμενο αυτό οποιαδήποτε απόπειρα ανάλυσης του παρόντος και του μέλλοντος του κινέζικου καπιταλισμού ή των κοινωνικών-επαναστατικών καταβολών του κινέζικου κράτους, ούτε κάποια απόπειρα εντοπισμού των οποιωνδήποτε πιθανών φαινομένων κινέζικης αξιοποίησης της πανδημίας προς χάρη της περιβόητης καπιταλιστικής «νέας κανονικότητας» όπως και στις «δυτικές» χώρες. Αυτό που έχει εδώ σημασία, είναι ότι αφού έγινε σε ένα μέρος μπορούσε (και πάντα μπορεί, αν και δυσκολότερα τώρα) να γίνει παντού . Και όταν λέμε «σε ένα μέρος», δεν εννοούμε ένα χωριουδάκι ή κάποια ιδιωτική νήσο «αρίστων», αλλά για τη συγκέντρωση ενός πληθυσμού 10 εκατομμυρίων κατοίκων σε μια πόλη όπως η Ουχάν, και για μια χώρα που αν ακολουθούσε το παράδειγμα των ΗΠΑ και της ΕΕ θα μετρούσε τώρα, μόνη της, περισσότερους από 1.393.000 νεκρούς από την πανδημία, και αν ακολουθούσε το παράδειγμα της Ελλάδας περισσότερους από 837.000. Κι όμως, αυτή τη στιγμή μετράει 4.636.

Οι απολογητές του «δυτικού» καπιταλισμού είτε υποδύονται αδυναμία να ερμηνεύσουν αυτές τις κραυγαλέες διαφορές είτε τις αποδίδουν στον κινέζικο «αυταρχισμό»… Λες και δεν ζούμε κι εδώ, στην «δημοκρατική» Ελλάδα, τον κρατικό αυταρχισμό στο πετσί μας… Λες και δεν συμπληρώνουμε ήδη, ουσιαστικά, έναν χρόνο εγκλεισμού. Λες και στα μικρά διαλείμματα του εγκλεισμού στερηθήκαμε περιορισμούς στην κοινωνική ζωή, ξύλο και πρόστιμο. Λες και δεν απαγορεύεται τόσον καιρό η νυχτερινή κυκλοφορία από τις 9 ή από τις 6 μ.μ.. Λες και έλειψαν από τις λαϊκές κινητοποιήσεις, από τους εργατικούς αγώνες, το ξύλο, το πρόστιμο, ο χημικός πόλεμος, οι «προσαγωγές», οι συλλήψεις, οι ποινικές διώξεις «λόγω του κορονοϊού». Λες κι έλλειψε, για τον ίδιο «λόγο», το τσαλαπάτημα μιας σειράς κοινωνικών και εργατικών δικαιωμάτων που σε πολλές περιπτώσεις «ήρθε για να μείνει». Λες κι αυτές οι άμεσες μορφές κρατικού αυταρχισμού δεν συναντήθηκαν με τον αυταρχισμό της εντατικής αντιλαϊκής-αντεργατικής νομοθέτησης σε συνθήκες «απαγόρευσης κυκλοφορίας», με τον αυταρχισμό στους μεγάλους εργασιακούς χώρους, στα μέσα μεταφοράς, στα σχολεία και σε άλλες – υποχρεωτικές και με το νόμο – εστίες διάδοσης της πανδημίας, μεταξύ των οποίων και ο καλοκαιρινός κορονοτουρισμός.

Λες και η έλλειψη κάθε στόχου πραγματικής αντιμετώπισης της πανδημίας δεν απογυμνώνει αυτόν τον αυταρχισμό από κάθε ουσιαστική νομιμοποίηση. Λες και δεν είναι αυτή ακριβώς η έλλειψη που εδώ κι ένα χρόνο οδηγεί τους «αρμόδιους» να παίζουν καθημερινά την κολοκυθιά των απαγορεύσεων και της μονόφαρδης ή διπλόφαρδης μάσκας, ανάλογα και με τις ταμειακές προσδοκίες των λογής-λογής τοκιστών και κερδοσκόπων του «πολέμου κατά της πανδημίας».

Τι είναι λοιπόν αυτό που λείπει από τον ανομολόγητο, πλην όμως τόσο «πρωτόγνωρο» που πια «βγάζει μάτι» αυταρχισμό των «δημοκρατιών» τους και που το διαθέτει ο «κινέζικος αυταρχισμός», τόσο ώστε η σύγκριση των αποτελεσμάτων θα έπρεπε να έχει οδηγήσει τους διάφορους ανευθυνοϋπεύθυνους υπουργούς των καναλιών και της πόζας, τους διάφορους ευρωενωσιακούς κομισάριους, και άλλους ομόλογούς τους, να έχουν δέσει μια θηλιά στο λαιμό τους αφήνοντας πίσω τους απολογητικά σημειώματα…

*

Το παράδειγμα της Ουχάν αποδεικνύει, ότι με τα τρισεκατομμύρια που δαπανούν (η σωστή λέξη είναι: επενδύουν) ΗΠΑ και ΕΕ κλπ για την «αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας», θα μπορούσε να έχει αντιμετωπιστεί ριζικά η ίδια η πανδημία, όχι μόνο σε ΗΠΑ και Ευρώπη και σε κάθε ξεχωριστή χώρα, αλλά σε όλο τον κόσμο με την οργάνωση και κινητοποίηση της «διεθνούς κοινότητας» γι’ αυτό τον σκοπό.

Αντ’ αυτού, εγκληματικά, η πανδημία αφέθηκε να εξαπλωθεί. Όπως και ήταν αναμενόμενο, η εξάπλωσή της είχε ως συνέπεια και την εμφάνιση μεταλλάξεων που δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο το καθαρά επιστημονικό-ερευνητικό έργο αντιμετώπισής της. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι «επόμενο» και το να εμφανίζεται ως μοναδικό «όπλο» ο εμβολιασμός, με μια και δυο δόσεις, ο επανεμβολιασμός ανά τακτά χρονικά διαστήματα για την εκ νέου απόκτηση ανοσίας, και «φυσικά» τα εξ αυτών αμύθητα κέρδη των μονοπωλίων της φαρμακευτικής βιομηχανίας.

Υπό αυτές τις συνθήκες, επίσης, με εμβολιασμένους κάθε φορά τους μισούς, με την ανοσία να χάνεται σχεδόν πριν προλάβει να ολοκληρωθεί ο κάθε εμβολιαστικός κύκλος, με την απειλή νέων μεταλλάξεων κ.ο.κ., είναι «επόμενη» και η επιτηδευμένη διατήρηση ενός επιπέδου «υγειονομικού κινδύνου», ένα έδαφος εξαιρετικά πρόσφορο για να αντλούνται οφέλη υπέρ της κερδοφορίας και της εξουσίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, για να επιβάλλονται, ακόμα και με τη μορφή «νέων» πολιτισμικών όρων, σφιχτότερα δεσμά σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής των εργαζομένων και των λαών.

Απέναντι σε αυτό το παρόν και μέλλον, δεν χωράει τήρηση «αναμονής» από τη μεριά των εργαζομένων και του λαού. Δε χωράνε, επίσης, ψευδαισθήσεις «αντίστασης» με τη μορφή της «άρνησης» μιας υπαρκτής πραγματικότητας, με μοναδική αντικειμενική συνέπεια της «άρνησής» της την «άνευ όρων» παράδοση του λαού στην αντιλαϊκή της διαχείριση, τη ματαίωση κάθε σκέψης και κάθε διεκδίκησης για διαχείρισή της όπως επιβάλλει η ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Ίσα-ίσα, απέναντι σε αυτό το παρόν και το μέλλον, απέναντι στις συνέπειες και τους στόχους της πολιτικής των μονοπωλίων, η μοναδική και όχι «βιαστική» αλλά επείγουσα λύση κάθε άμεσου και κάθε γενικού προβλήματος είναι να οργανώσουν και να διεξάγουν οι εργαζόμενοι, ο λαός κι η νεολαία, την διεκδικητική πάλη τους για το σύνολο των δικαιωμάτων τους που πλήττονται και με σταθερό στόχο να πάρουν στα χέρια τους την παραγωγή του κοινωνικού πλούτου αυτοί που τον παράγουν.

***

Είπε κι άλλες «μεγάλες κουβέντες» ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Κάποιες από αυτές δεν περιγράφουν παρά μόνο «ευσεβείς πόθους»…

Κάποιες άλλες προκαλούν την υπόνοια ενός-κάποιου διαζυγίου των εκπροσώπων της πολιτικής του κεφαλαίου με την πραγματικότητα που βιώνουν οι εργαζόμενοι…

Ίσως είναι πιο ρεαλιστική η «αυτοσυγκράτηση» της Γερμανίδας πρωθυπουργού Άγγελας Μέρκελ όταν, υποστηρίζοντας πρόσφατα ότι: «στις δημοκρατικές χώρες το θέμα δεν είναι μόνο η ελευθερία ή οι αξίες, αλλά και τα αποτελέσματα», αυτές τις «αξίες» παρέλειψε να τις κατονομάσει…

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τις ενδόμυχες προθέσεις αυτής της παράλειψης, αν δηλαδή οφείλεται πράγματι σε μια μορφή «ρεαλισμού» ή σε μια γενικότερη «τάση» ιδεολογικής αποσιώπησης των συγκεκριμένων αξιών, πάντως ως χθες, πλάι στην αστικοδημοκρατική «ελευθερία» οι λοιπές ακατονόμαστες αξίες δεν είναι άλλες από την ισότητα και την αδελφοσύνη.

Δίκαια λοιπόν (!) η ηγέτις του ισχυρότερου κράτους της ΕΕ παρέλειψε να τις κατονομάσει έχοντας ίσως επίγνωση ότι εδώ και πολύ καιρό η επίκληση αυτών των αξιών ηχεί σαν ανέκδοτο στις καπιταλιστικές κοινωνίες.

Αν και η «καταστατική» τους, στην πραγματικότητα, ισοπέδωση αποτελεί και μια ορισμένη απάντηση στο θέμα των «αποτελεσμάτων» της πολιτικής του κεφαλαίου. Ίσως όχι με την έννοια που το έθεσε η κ. Μέρκελ, αλλά πάντως με την έννοια που τίθεται σε πλευρές του παρόντος κείμενου…

*

ΥΓ Περί δημοκρατίας έκανε λόγο και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν: «Είμαστε», είπε, «στη μέση μιας θεμελιώδους συζήτησης σχετικά με τη μελλοντική κατεύθυνση του κόσμου μας. Μεταξύ εκείνων οι οποίοι υποστηρίζουν ότι τα απολυταρχικά καθεστώτα είναι ο καλύτερος τρόπος να προχωρήσουμε και εκείνων που θεωρούν ότι η δημοκρατία είναι απαραίτητη προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις». Δεν μένει παρά να ψηφίζουν στις εκλογές για πρόεδρο των ΗΠΑ και οι λαοί που βομβαρδίζονται, για να βομβαρδίζονται δημοκρατικά και να τερματιστεί η ιμπεριαλιστική απολυταρχία που επικρατεί στην «κατεύθυνση του κόσμου μας» και στην «αντιμετώπιση των προκλήσεων».


1985: Η γαλλική διανόηση και οι ερευνητικές κατευθύνσεις των ΗΠΑ

Μια παραπομπή στη σελ. 127 της ΚΟΜΕΠ 1/2020 αποτέλεσε το έναυσμα για την ενασχόληση με την «εκκαθαρισμένη» και αποχαρακτηρισμένη (το 2011) «ερευνητική εργασία» (research paper) της CIA, χρονολογούμενη από τον Δεκέμβριο 1985, με τον τίτλο «Γαλλία: αποστασία των αριστερών διανοούμενων» [1].

Παρά τον τίτλο του, το εν λόγω έγγραφο ασχολείται συνολικά με τη γαλλική διανόηση, «αριστερή» και «δεξιά». Η ιδιαίτερη αναφορά του τίτλου στους «αριστερούς» και την «αποστασία» τους, οφείλεται μάλλον στην εκτίμηση του εγγράφου για την – συγκριτικά προς την παραδοσιακή «συντηρητική» διανόηση – «μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην υπονόμευση του Μαρξισμού» εκ μέρους «εκείνων των διανοούμενων που εμφανίστηκαν σαν αληθινοί πιστοί για να εφαρμόσουν τη Μαρξιστική θεωρία στις κοινωνικές επιστήμες αλλά τελείωσαν με τον αναστοχασμό και την απάρνηση   ολόκληρης της παράδοσης». Ή, με άλλα λόγια, στην εκτίμηση του εγγράφου για τον «ρόλο κλειδί» που έπαιξαν οι διανοούμενοι της «νέας αριστεράς» και της «νέας φιλοσοφίας» σε αυτό που το έγγραφο αποκαλεί «ιστορική μεταβολή» στη γαλλική πνευματική ζωή.

Η ιδιαίτερη σημασία που εξαρχής το έγγραφο της ΚΥΠ των ΗΠΑ αποδίδει στη γαλλική διανόηση, ανάγεται ακριβώς στις ιδεολογικές παραδόσεις της Γαλλικής Επανάστασης:   

«Η σημασία των διανοούμενων στη Γαλλία είναι ίσως η μεγαλύτερη απ’ ό,τι στις περισσότερες δυτικές δημοκρατίες» «Οι Γάλλοι διανοούμενοι (ο όρος συμπεριλαμβάνει δημοσιογράφους, καλλιτέχνες, συγγραφείς, και εκπαιδευτικούς) έχουν χαράξει για τον εαυτό τους τον ειδικό ρόλο των ερμηνευτών της πολιτικής παράδοσης, ιδιαίτερα των συνεπειών και επιπτώσεων (consequences and implications) της Γαλλικής Επανάστασης…».

Στην ολοκλήρωση της «έρευνας» γίνεται φανερό, ότι στο κέντρο των στόχων της βρίσκεται η εξάλειψη των επαναστατικών παραδόσεων ως την απώτατη αφετηρία τους…

Στις παραμονές των τελικών αντεπαναστατικών ανατροπών του 20ου αιώνα, οι «συνέπειες και επιπτώσεις» της Γαλλικής Επανάστασης, η «ερμηνεία» τους, αποκτούν κεντρική σημασία, που όμως δεν περιορίζεται στο «άμεσο καθήκον», την ανατροπή του σοσιαλισμού. Η αντεπανάσταση δεν περιορίζεται σε «ημίμετρα». Ο σύγχρονος καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός, σαν πολιτική «αντίδραση σε όλη τη γραμμή» [2], τραβάει την αντεπανάσταση ως το τέλος της, ως την ανατροπή των ίδιων των «δικών του» ιδεολογικών αφετηριών. Το γεγονός αυτό, που θα γίνει εμφανέστερο στη συνέχεια του κειμένου, ορίζει και το πλαίσιο επικαιρότητας του εγγράφου σε αυτή τη συνεχιζόμενη ιστορική διαδικασία, στον σημερινό της «σταθμό», 35 χρόνια μετά τη σύνταξή του.

*

Το έγγραφο καταπιάνεται με ιδεολογικά ζητήματα που βρίσκονταν και βρίσκονται στο επίκεντρο της κοινωνικής – ταξικής αντιπαράθεσης, εξεταζόμενα από τη σκοπιά των συντακτών και των αποδεκτών του υπό τους όρους ενός εσωτερικού εγγράφου που επιτρέπουν  σ’ αυτή τη σκοπιά να καθίσταται ιδιαίτερα έκδηλη.

Στην ανάλυσή του εντοπίζονται κρίκοι που διαχρονικά συναρθρώνουν την ιδεολογική στρατηγική των ΗΠΑ ως ηγεμονεύουσας δύναμης του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Πρόκειται, γενικότερα, για κρίκους της ιδεολογικής στρατηγικής του μονοπωλιακού κεφαλαίου, εκφραζόμενης εν προκειμένω από τις ΗΠΑ και για τις ΗΠΑ.

Την επικαιρότητα του εγγράφου επαυξάνει και ορισμένη διεθνής αναλογία ανάμεσα στο τότε και στο τώρα: Η επιθετικότητα του μονοπωλιακού κεφαλαίου με τους τοτινούς όπως και με τους τωρινούς όρους βρισκόταν και βρίσκεται σε φάση ολόπλευρης έξαρσης: Τότε ήταν ο Ρήγκαν και η Θάτσερ που προσωποποιούσαν την επιθετική επιδίωξη του κεφαλαίου να γκρεμίσει κάθε εθνικό και διεθνή φραγμό στην ανάπτυξή του. Τώρα είναι τα αποτελέσματα αυτής της «χωρίς φραγμούς» ανάπτυξης που, με τη μορφή της καπιταλιστικής κρίσης, έχουν μετατραπεί σε φραγμό της εντείνοντας (πάνω και στη βάση του σύγχρονου τεχνολογικού «άλματος»)  τις σύγχρονες μορφές επιθετικότητας του κεφαλαίου.

Τότε έμπαινε σε κίνηση η οριστική πράξη της αντεπανάστασης σε ΕΣΣΔ και ανατολική Ευρώπη. Τώρα βρίσκονται σε κίνηση οι «προληπτικές» μέθοδοι απέναντι στις λαϊκές αντιδράσεις που γεννιόνται από τα κοινωνικά αδιέξοδα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, οι μέθοδοι της κατάπνιξης, της αφομοίωσης, της εκτροπής τους από την κατεύθυνση της επαναστατικής ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου.

*

Πλάι στις διεθνείς αναλογίες δεν περνάνε απαρατήρητες και ορισμένες πολιτικές αναλογίες ανάμεσα στη Γαλλία του 1985 και την Ελλάδα του 2020: Και στις δυο περιπτώσεις πρόκειται για χρονική συγκυρία (όπως ως προς το γαλλικό 1985 με αρκετή έμφαση στέκεται το έγγραφο της CIA), όπου μόλις έχει «αποτύχει» η «κυβέρνηση της αριστεράς» και όπου η «αποτυχία» αυτή επιχειρείται να μετατραπεί σε εφαλτήριο μιας αντιδραστικής «δεξιάς» αντεπίθεσης με όχι περιορισμένο αλλά με στρατηγικά ευρύ πολιτικό περιεχόμενο. 

Η υπηρέτηση αυτής της στρατηγικής, η υλοποίησή της στο παρόν και στο μέλλον, τότε όπως και τώρα, εκεί όπως και εδώ, συνδέεται αναγκαία με μια αναθεώρηση της ιδεολογικής και πολιτικής «παράδοσης» των κοινωνιών, ακόμα και της ίδιας της κυρίαρχης ιδεολογίας και των ιστορικών της αφετηριών.

Πρόκειται και στις δυο περιπτώσεις για την αστική τάξη που «επανεκτιμά» τα μακρινά ίχνη του ιστορικά προοδευτικού παρελθόντος της από την οπτική γωνία του ιστορικά αντιδραστικού πλέον ρόλου της.

Πρόκειται και στις δυο περιπτώσεις για σταθμούς της ιστορικής διαδρομής «από τη φεουδαρχία στην πλουτοκρατία», με τον ειδικό – στην ελληνική περίπτωση – ιστορικό τύπο της διαδρομής «από την τουρκοκρατία στην πλουτοκρατία». Και αν στην περίπτωση της γαλλικής ιστορικής παράδοσης (Γαλλική Επανάσταση) η «νοηματοδότηση» αυτής της διαδρομής προσδίδει στη γαλλική διανόηση εμφανώς ευρύτερο ιδεολογικό ρόλο, δεν παύει και η ελληνική διανόηση να κατέχει στα περισσότερο «στενά» όρια της επιρροής της τον ειδικό ρόλο που της αναλογεί ενόψει, μάλιστα, και των αναγκών «νοηματοδότησης» που θέτει η «στρογγυλή» 200στή επέτειος από το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης [3].

*

Σημειώνεται ότι η αρκετά εκτεταμένη παρουσίαση δεν αποσκοπεί στην «υιοθέτηση» μιας ανάλυσης, που άλλωστε μπορεί να υιοθετηθεί κατά λέξη μόνο απ’ την οπτική γωνία από την οποία προέρχεται ή στην οποία απευθύνεται, με στόχο (της «ερευνητικής εργασίας») όχι μόνο να «περιγράψει» αλλά και να επιδράσει ενεργά στο αντικείμενο της περιγραφής, να το αφομοιώσει στις επιδιώξεις της.

Από τη γαλλική επανάσταση στην «αριστερή πνευματοκρατία»…

Σύμφωνα με την εισαγωγική αφήγηση του εγγράφου, από τον 19ο αιώνα ως και τις 3 πρώτες δεκαετίες του 20ου, στη Γαλλία, οι πνευματικές δυνάμεις παρέμεναν σε ισορροπία μεταξύ «αριστεράς» και «δεξιάς». Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος απαξίωσε τον γαλλικό συντηρητισμό, όχι μόνο για τον «ξενοφοβικό εθνικισμό, τον αντι-εξισωτισμό και την ερωτοτροπία του με το φασισμό στα προπολεμικά χρόνια, αλλά και για τη συμμετοχή πολλών ηγετικών εκπροσώπων του στο δοσιλογικό (collaborating) καθεστώς του Βισύ». Αντίθετα, η «αριστερά» [4] αντιτάχθηκε συντεταγμένα στον φασισμό και την κατοχή. Αποτέλεσε  «τη ραχοκοκαλιά και το μεγαλύτερο μπλοκ μαχητών της Αντίστασης, μεταξύ των οποίων οι Κομμουνιστές έπαιξαν ηγετικό ρόλο»«αν και συχνά αυτοαναφορικό (self-serving)» όπως θέλει το έγγραφο να «στιγματίσει» ειδικά τον ρόλο των κομμουνιστών στην Αντίσταση… Για την Αντίσταση η Σοβιετική Ένωση αποτέλεσε λαμπρό παράδειγμα.  Τη στιγμή που η γαλλική «δεξιά» συντρίφτηκε πνευματικά από τον πόλεμο, η «αριστερά» βρέθηκε σε ετοιμότητα να διεκδικήσει τους καρπούς των επιτυχιών της στην Αντίσταση και «την πίστη όσων αγαπούσαν την ελευθερία και την ισότητα». Κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ενώ η «δεξιά» διατηρούσε την «εξουσία» (hold on power), η «αριστερά» βρισκόταν στη θέση της αντιπολίτευσης και οι αριστεροί διανοούμενοι έγιναν ειδικοί στην εκπόνηση «σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών συνταγών» μετασχηματισμού της γαλλικής κοινωνίας και στην αδιάκοπη κριτική της πολιτικής «επιτυχημένων συντηρητικών κυβερνήσεων». Μέσα από την εκδοτική τους δραστηριότητα και την συνδικαλιστική οργάνωση σε πανεπιστημιακή και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το Σοσιαλιστικό και το Κομμουνιστικό Κόμμα «προσπάθησαν να εδραιώσουν αυτό στο οποίο μια πρόσφατη (σ.σ. 1985) κριτική έδωσε τον τίτλο τής αριστερής “πνευματοκρατίας” (“intellocracy”)».

*

Πρόκειται, βέβαια, για την απαρχή του ιδεολογήματος, που 30-35 χρόνια αργότερα βρήκε την ελληνική του μετάφραση στον τίτλο της «αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας»: Ίδιες αιτίες – ίδια αποτελέσματα, θα μπορούσαμε να πούμε, αν η παραπάνω διαπίστωση περί «αριστερής πνευματοκρατίας» αντικατόπτριζε επακριβώς την πραγματικότητα και δεν αποσκοπούσε «εργαλειακά» στη χειραγώγησή της.

Το τι είναι αυτό που, στην πραγματικότητα, ως το τέλος του, περιγράφει ο «τίτλος» της «αριστερής πνευματοκρατίας», θα το δούμε στη συνέχεια.

Για την ώρα αρκούμαστε στο ότι μέσω αυτού ήδη έχει τοποθετηθεί στο στόχαστρο, τότε όπως και τώρα,  το περιεχόμενο της πανεπιστημιακής και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η παιδεία, η συνδικαλιστική οργάνωση και τα δικαιώματα του σχολικού και πανεπιστημιακού εκπαιδευτικού προσωπικού, η ιστορική ερμηνεία και νοηματοδότηση, η κατανόηση του κοινωνικού παρόντος και της ιστορικής κίνησής του:  «…Η διαρκής δημόσια συζήτηση (debate) των διανοούμενων για το νόημα της ιστορίας τους αποτελεί για τους Γάλλους μια βάση κατανόησης της γαλλικής κοινωνίας», επισημαίνει το έγγραφο και τηρουμένων των αναλογιών η επισήμανση αφορά προφανώς κάθε κοινωνία και κάθε λαό. Και μάλλον, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, δικαιούμαστε να υποθέσουμε, ότι για τους συντάκτες και αποδέκτες της «ερευνητικής εργασίας» σε αυτό βρίσκεται ακριβώς και το πρόβλημα: Στην κατανόηση της κοινωνίας και στις βάσεις αυτής της κατανόησης [5].

…Και από την «ιστορική μεταβολή» στην πνευματική ύφεση (decline)

«Ο Ραϋμόν Αρόν εργάστηκε αρκετά χρόνια για να απαξιώσει τον παλιό του κολεγιακό συγκάτοικο Σαρτρ και, μέσω αυτού, το πνευματικό οικοδόμημα του Γαλλικού Μαρξισμού. Ακόμα πιο αποτελεσματικοί στην υπονόμευση του Μαρξισμού, όμως, ήταν εκείνοι οι διανοούμενοι που εμφανίστηκαν σαν αληθινοί πιστοί για να εφαρμόσουν τη Μαρξιστική θεωρία στις κοινωνικές επιστήμες αλλά τελείωσαν με τον αναστοχασμό και την απάρνηση   ολόκληρης της παράδοσης».

***

Στο έδαφος της, κατ’ αρχήν, αντικειμενικής ιστορικής ερμηνεία της αποκαλούμενης «αριστερής πνευματοκρατίας» ή (στα ελληνικά) «αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας», το έγγραφο αναζητά και βρίσκει αντερείσματα σε «ψυχολογικές» ερμηνείες.

 Το ενδιαφέρον του στρέφεται προς τον Ραϋμόν Αρόν, έναν «από τους λίγους σημαντικούς διανοητές που αντιστάθηκαν στην απορρόφηση, αποδοκίμασε  την έλξη των συνομηλίκων του προς την αριστερά».

Σύμφωνα με το έγγραφο, κύρια σημεία της κριτικής του Ρ. Αρόν στους αριστερούς διανοούμενους της γενιάς του, είναι: «δουλικότητα» (για την «αποδοχή τέτοιων αισχών όπως οι σταλινικές εκκαθαρίσεις και η συντριβή της ουγγρικής εξέγερσης») και «υποκρισία» (για την «υπεράσπιση ψευδών όπως η προσωπολατρία του Στάλιν»), ενώ κατά τον ίδιο το «φαινόμενο αιτιολογείται  με την επιτυχία της σύγχρονης αριστεράς, ιδίως των κομμουνιστών, να ικανοποιήσει δυο βαθιές εσωτερικές ανάγκεςεπιβεβαίωσε στους διανοούμενους την  αρμοδιότητά τους (relevance) στο πολιτικό προτσές, οργάνωσε και διοχέτευσε σε μια ορισμένη κοίτη (gave ful rein) την απεριόριστη ροπή τους στην κριτική» [6].

Στο σημείο αυτό οι ερμηνείες – ιστορικές ή ψυχολογικές – της «αριστερής πνευματοκρατίας» τελειώνουν και το έγγραφο, μπαίνοντας στο θέμα του, στέκεται σε αυτό που αποκαλεί «ιστορική μεταβολή» των προηγούμενων συσχετισμών:

*

Το 1981 «οι σοσιαλιστές αναλαμβάνουν την εξουσία» και εμφανίζεται η αδυναμία τους να προσεταιριστούν τους διανοούμενους. Η «σιωπή» της διανόησης είναι ανησυχητική για τις σχέσεις της κυβέρνησης με τους πνευματικούς της συμμάχους, ενώ μέρος της «αριστερής» διανόησης επικεντρώνει την κριτική της «ιδίως στην απόφαση της κυβέρνησης να εμπιστευτεί τέσσερα υπουργεία σε κομμουνιστές» [7]. Λίγοι μόνο διανοούμενοι με κάποιο κύρος (Μαξ Γκαλό, Ρεζί Ντεμπραί, Αντουάν Μπλανκά) δέχονται θέσεις που τους προσφέρονται στην κυβέρνηση Μιτεράν. Την «αποτυχία της επεκτατικής οικονομικής πολιτικής» των σοσιαλιστών, ακολουθούν κυβερνητικές προσπάθειες προσέλκυσης της διανόησης σε έναν «δημόσιο διάλογο», όχι μόνο για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, αλλά και για τις «επιδόσεις της σε πολιτικά ζητήματα όπως η τρομοκρατία και το έγκλημα». Μέσα από τη «σιωπή» της η «αριστερή διανόηση» έδωσε την απάντηση ότι θα ήταν προτιμότερο για την κυβέρνηση να μην ανοίξει το στόμα της.

*

Ως σημαντικός λόγος για την κυβερνητική αποτυχία στην προσέλκυση της διανόησης, ξεχωρίζεται η επίδραση που είχε ασκήσει ένας «όμιλος νεαρών πνευματικών δαυλών», οι «αυτοαποκαλούμενοι “Νέοι Φιλόσοφοι”, οι οποίοι για περισσότερο από μια δεκαετία  είχαν κάνει πλατιάς δημοσιότητας προσηλυτισμό ανάμεσα στους αριστερούς αγωνιστές, επιτιθέμενοι στη γαλλική αριστερά ως επικίνδυνη και σιωπηρά ολοκληρωτική».

Το έγγραφο αναγνωρίζει τους «περισσότερους» από τους «νέους φιλόσοφους» ως «πρώην κομμουνιστές που έφυγαν από το κόμμα μετά τα τραυματικά γεγονότα του Μάη 1968»: Φοιτητικά οδοφράγματα και συγκρούσεις στο Παρίσι, 7 εκατομμύρια απεργοί εργάτες (που προχωρούν σε καταλήψεις εργοστασίων), κλονισμός της δεκάχρονης κυβέρνησης Ντεγκώλ… «…Οι μαρξιστές φοιτητές»κατά το έγγραφο«προσέβλεπαν στο Κομμουνιστικό Κόμμα  για την ηγεσία και την ανακήρυξη προσωρινής κυβέρνησης, όμως οι ηγέτες του ΓΚΚ επιχειρούσαν ήδη την αναχαίτιση της εργατικής εξέγερσης και κατήγγελλαν τους ριζοσπάστες φοιτητές για αναρχική σύγχυση. Πολλοί φοιτητές συμπέραναν ότι το ΓΚΚ είχε έρθει σε συμφωνία με τον Ντεγκώλ, ο οποίος τελικά κατέστειλε τις ταραχές».

Σύμφωνα με αυτή την περιγραφή, το πολιτικό τραύμα που μετέτρεψε τους «πρώην κομμουνιστές» σε «νέους φιλόσοφους» συνίσταται στο ότι ένα εξ ορισμού επαναστατικό κόμμα αποποιήθηκε τα επαναστατικά του καθήκοντα. Το αντιφατικό στοιχείο, στο σημείο αυτό, συνίσταται στις ιδεολογικές και πολιτικές θέσεις που ανέπτυξε στη συνέχεια ο «όμιλος» της «νέας φιλοσοφίας», θέσεις κάθε άλλο παρά επαναστατικές, στην καλύτερη ίσως περίπτωση κριτικές θέσεις συχνά ασαφείς ή κοινωνικά περιορισμένες, ακόμη περισσότερο θέσεις που αποτέλεσαν συστατικό της κυρίαρχης ιδεολογίας. Το έγγραφο προσπερνά αυτή την αντίφαση, αρκείται στα όσα είναι ικανά να προσδώσουν στη «νέα φιλοσοφία» χαρακτηριστικά αριστερής αυθεντικότητας. Από την άποψη της «ιδεολογίας προς διάδοση» που φέρει το έγγραφο, αυτό είναι και το σημαντικό: Η «αποτελεσματικότητα στην υπονόμευση του Μαρξισμού» εκ των έσω, εξ οικείων, όπως θα λέγαμε.

Όσο για την ίδια την αντίφαση στην πραγματικότητα, θα μπορούσε να αποτελεί ένα δείγμα μεταστροφής της «επαναστατικής απογοήτευσης» σε συντηρητισμό ή σε αντιδραστικές θέσεις. Δείγμα μεταστροφής σε θέσεις που, αν προϋπήρχαν, δεν θα δικαιολογούσαν κανενός είδους «επαναστατική απογοήτευση». Με τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της άρχουσας τάξης πρόθυμους να «αγκαλιάσουν», να αφομοιώσουν αυτή τη μεταστροφή, ίσως ακόμα και να αφομοιωθούν από αυτήν.

*

Θα ήταν αντικείμενο άλλης μελέτης, όχι χωρίς ενδιαφέρον και πάντως «εκκαθαρισμένης» από τον τρόπο σκέψης των «εμπειρογνωμόνων» της CIA,  μια εκτίμηση των δεσμών ανάμεσα στο μαρξισμό και τη φιλοσοφία του Σαρτρ, που ο Ραϋμόν Αρόν – σαν εκπρόσωπος της παραδοσιακής συντηρητικής διανόησης – «εργάστηκε αρκετά χρόνια για να τον απαξιώσει» και «μέσω αυτού να απαξιώσει τον μαρξισμό», σύμφωνα με το έγγραφο.

Σημαντικότερη ως προς το θέμα του εγγράφου είναι η διαπίστωση για την ανώτερη αποτελεσματικότητα, στην υπονόμευση του μαρξισμού, εκείνων των διανοούμενων που εμφανίστηκαν σαν «αληθινοί πιστοί» για να «αποστατήσουν» στη συνέχεια.

Ακόμα σημαντικότερο είναι το πώς αξιολογούνται από το έγγραφο τα επιτεύγματα αυτής της «αποτελεσματικής υπονόμευσης».

Σχετικά με την ακρίβεια των εκτιμήσεων του εγγράφου για πρόσωπα και καταστάσεις, γενικά μπορεί (ή και – κατά περίπτωση – δεν μπορεί) να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και προσεγγίσεις. Το «αποκαλυπτικό», σε τελική ανάλυση, βρίσκεται στην απαρίθμηση του οφέλους που αποκομίζουν οι ΗΠΑ από την περιγραφόμενη στο έγγραφο δραστηριότητα της «νέας φιλοσοφίας» και «νέας αριστεράς», σε συνάρτηση με την παράλληλη  δραστηριότητα της «νέας δεξιάς» κλπ.

Από γενική άποψη πρόκειται για αποτελέσματα της επίδρασης που ασκεί η διανόηση πάνω στην κοινωνική συνείδηση. Στην οποία επίδραση οι συντάκτες του εγγράφου αποδίδουν «πραγματιστικά» τη δέουσα αναγνώριση και σημασία, κατά τη θριαμβολογική απαρίθμηση των «αποτελεσμάτων της υπονόμευσης»:

α) Το ιδεολόγημα του «ολοκληρωτισμού». Αντισοβιετισμός.

Η «λεγόμενη νέα δεξιά», ως «ανανέωση της συντηρητικής πνευματικής δραστηριότητας» κατά το έγγραφο, διέθετε ήδη μια παράδοση «πολεμικής ενάντια στα ηθικά γυμνάσματα υπεράσπισης της ΕΣΣΔ από τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ» και «έκθεσης της ρηχότητας της Κομμουνιστικής πνευματικής ζωής».

«Τώρα» (σ.σ. 1985), οι εκπρόσωποί της ανέλαβαν «το μεγαλύτερο έργο να αναπροσανατολίσουν τον πνευματικό λόγο από την παραδοσιακή του εστίαση στο “δεξιά κατά αριστεράς” στο “ολοκληρωτισμός κατά ελευθερίας”».

*

Δεν πρόκειται, βέβαια, για τον «ολοκληρωτισμό» που δεσπόζει στη βάση των κοινωνικών σχέσεων του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ούτε για τον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό «ολοκληρωτισμό». Πρόκειται, αντίθετα για τη γενική ερμηνευτική μαύρη τρύπα, την ικανή να καταπιεί και να εξαφανίσει μέσα της κάθε στοιχειακή πραγματική αντίθεση και, πρωταρχικά, την αντίθεση ανάμεσα στις εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής και τους όρους εξάλειψής τους. Την ικανή, επίσης, να χρησιμεύσει  για την πλαστή ιδεολογική εξομοίωση της πιο απροκάλυπτης εκμεταλλευτικής βαρβαρότητας και του ιστορικού εγχειρήματος της οριστικής ανατροπής του  συστήματος της εκμετάλλευσης, για την – μέσω αυτής της εξομοίωσης – ιδεολογική νομιμοποίηση της πρώτης και ποινικοποίηση του δεύτερου.

Από τότε (1985) ως τώρα, όσο περισσότερο η πια «ανεμπόδιστη» καπιταλιστική ανάπτυξη έρχεται αντιμέτωπη με τα κοινωνικά αδιέξοδα που παράγει, τόσο περισσότερο το ιδεολόγημα της αντίθεσης μεταξύ «ολοκληρωτισμού και ελευθερίας» επανέρχεται σαν ιστορικός μπαμπούλας  και τόσο περισσότερο τα καπιταλιστικά κοινωνικοπολιτικά αδιέξοδα το οδηγούν σε χρεοκοπία.

*

Ο «αναπροσανατολισμός της συντηρητικής σκέψης» στη φιλοτέχνηση του «αντιολοκληρωτικού» ιδεολογήματος βρίσκει, κατά τη γενική περιγραφή του εγγράφου, το έδαφος προετοιμασμένο για πάνω από μια δεκαετία από τη «νέα φιλοσοφία» και κάποιους εκπροσώπους της:

«Ακαδημαϊκές σπουδές και έντυπη αρθρογραφία για τη χρεοκοπία του Μαρξισμού στη Γαλλία αξίωσαν τους Νέους Φιλόσοφους με έναν κεντρικό ρόλο στο να πειστεί μια ολόκληρη γενιά Γάλλων διανοούμενων ότι: 

— Το Σοβιετικό κράτος είναι απόδειξη πως “η Μαρξιστική Επανάσταση είναι μύθος”, κυνική απάτη, μακριά από το μαρασμό του κράτους, επιβάλλει μια τερατώδη αντιδραστική μηχανή.

— Το τελειότερο σημάδι πνευματικής διάκρισης και ελευθερίας στον σύγχρονο κόσμο είναι το να έχεις ένα αξιοπρεπές μίσος για τη Σοβιετική Ένωση»

Σε «δημοφιλή βιβλία» τους «δυο ηγέτες του 1968», οι Μπερνάρ-Ανρί Λεβί και Αντρέ Γκλουκσμάν, «υποστήριξαν ότι δεν υπήρχε σοσιαλισμός στη Γαλλία που να μην είναι σιωπηρά (implicity, ανεπιφύλακτα) μαρξιστικός και ότι όλη η μαρξιστική σκέψη είναι σε τελική ανάλυση ολοκληρωτική».

Ήδη στην εισαγωγική συνόψιση των κύριων σημείων του εγγράφου γίνεται λόγος για τον «ρόλο κλειδί» που «έπαιξαν οι αριστεροί διανοούμενοι για περισσότερο από μια δεκαετία … στη σκλήρυνση της στάσης του κοινού απέναντι στο μαρξισμό και τη Σοβιετική Ένωση», για την «απόρριψη του μαρξισμού και ανάπτυξη βαθειάς αντιπάθειας προς τη Σοβιετική Ένωση» εκ μέρους πολλών «Νέων Αριστερών»διανοούμενων «υπό την καθοδήγηση ομάδας αποστατών από τις κομμουνιστικές γραμμές που αυτοαποκαλούνται Νέοι Φιλόσοφοι». Ως αποτέλεσμα, «ο αντισοβιετισμός έγινε, πρακτικά, η λυδία λίθος της πνευματικής νομιμότητας».

Προς τεκμηρίωση, το έγγραφο επιστρατεύει και παραθέτει την τοποθέτηση του «Νέου Αριστερού Διανοητή και αποστάτη του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος Χόρχε Σεμπρούν»  που «καθρέφτισε τη σκέψη της σύγχρονης γενιάς απαντώντας σε ερώτηση του πνευματικού περιοδικού Le debat:

LD. Τι σημαίνει να είσαι αριστερός (διανοούμενος) στη Γαλλία σήμερα;

Σ. Σήμερα, η Λυδία λίθος της αριστερής σκέψης είναι μια κριτική στάση προς την ΕΣΣΔ, μια από τις συνέπειες της οποίας είναι η απόρριψη των κομμάτων που προέρχονται από την παράδοση της Κομιντέρν [το ΓΚΚ]… Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι η βαρβαρότητα του Πινοσέτ, ούτε η κατεδάφιση της βιομηχανίας ατσαλιού της Λοραίνης, ούτε ακόμα κι η αυτοκρατορική ανασύνταξη του Ρήγκαν. Το θεμελιακό (fundamental) ζήτημα  είναι αυτό της στάσης απέναντι στην ΕΣΣΔ».

Η θριαμβολογία απογειώνεται με την «αναγνώριση» της κοινής συμβολής «νέας δεξιάς» και «νέας (“αριστερής”) φιλοσοφίας» (με «αποτελεσματικότερη» τη δεύτερη, σύμφωνα με το έγγραφο), στο να αποτελέσουν «ο αντι-μαρξισμός και ο αντι-σοβιετισμός μέρος της γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας».

Τόσο πολύ, ώστε μετά από αυτό, «οι Νέοι Φιλόσοφοι δεν φαίνονται πια να έχουν κάτι νέο να πουν»

*

Με αυτά και μ’ αυτά, εφόσον στη «σκέψη της σύγχρονης γενιάς» ξεκαθαρίζεται τι είναι και τι δεν είναι «πνευματική νομιμότητα και ορθοδοξία», ποιο δεν είναι και ποιο είναι «το θεμελιακό ζήτημα», το έγγραφο της CIA είναι σε θέση να συνοψίσει, «να κάνει τάλιρα» τα οφέλη της πολιτικής των ΗΠΑ από την αναγόρευση του αντισοβιετισμού σε μέρος της «γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας», σε «λυδία λίθο της αριστερής σκέψης»και, κατά συνέπεια, της «πνευματικής νομιμότητας» γενικά. Συνοπτικά:

—  Ένα «νέο κύμα πραγματικά φιλοαμερικανικού αισθήματος», στη Γαλλία.

— Σκλήρυνση της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής έναντι της ΕΣΣΔ.

— Δημιουργία, διεθνώς, ευνοϊκών ιδεολογικών συνθηκών αποδοχής «της πολιτικής των ΗΠΑ στην Κεντρική Αμερική, για παράδειγμα».

— Αποδυνάμωση του δυτικοευρωπαϊκού κινήματος ειρήνης, του κινήματος για τον αφοπλισμό, ενάντια στους πυρηνικούς εξοπλισμούς.

Όμως απέναντι σε κάθε τυπική συνόψιση, σαν την παραπάνω, η γλαφυρή γλώσσα του εγγράφου είναι ασυναγώνιστη:

***

«Ο αντισοβιετισμός» αποδυναμώνει «τον παραδοσιακό αντιαμερικανισμό των αριστερών διανοούμενων» και επιτρέπει «στην αμερικανική κουλτούρα – κι επίσης την οικονομία και πολιτική – να γνωρίσει μια νέα δημοφιλία»«Αντιμαρξισμός και αντισοβιετισμός επέτρεψαν στη νεώτερη γενιά των γάλλων διανοούμενων να υιοθετήσουν πιο ανοιχτή στάση προς τις ΗΠΑ. Αυτό με τη σειρά του μεγάλωσε ένα νέο κύμα πραγματικά φιλοαμερικανικού  αισθήματος, με ρίζες στην μόδα της αμερικανικής δημοφιλούς (popular) κουλτούρας, στο σεβασμό για την αμερικανική οικονομική ζωτικότητα του 80, και στο θαυμασμό για την νέα εικόνα αυτοπεποίθησης που προβάλλουν τώρα οι ΗΠΑ στον κόσμο»

Ενώ προηγουμένως, σύμφωνα με μια κάπως «στοχευμένη» ή «κατευθυντήρια» περιγραφή, «ο αντιαμερικανισμός … θεωρούνταν σημάδι πνευματικού στάτους, που διαχώριζε τους διανοητές από τον κοινό λαό (ο οποίος ήταν γενικά ύποπτος πως κρύβει καλή γνώμη για τις ΗΠΑ ακόμα και στην περίοδο του Βιετνάμ)», τώρα «μόνο το αντίθετο είναι αληθές.. η ανεύρεση αρετών στην Αμερική – ακόμα και η αναγνώριση καλών πραγμάτων στην κυβερνητική πολιτική των ΗΠΑ  – αντικρίζεται   ως ένδειξη οξυδέρκειας»… Ο αντιαμερικανισμός «δεν είναι πια της μόδας». Ιδίως «ο σπασμωδικός αντι-αμερικανισμός – που οι διανοούμενοι της Νέας Αριστεράς αποκαλούσαν “πρωτόγονο αντι-αμερικανισμό”  – τώρα ταυτίζεται με την καθημερινή Κομμουνιστική Ουμανιτέ και θεωρείται κακή μορφή (bad form… Το «νέο κλίμα στη γνώμη της γαλλικής διανόησης», το «πνεύμα αντιμαρξισμού και αντισοβιετισμού, … κάνει δύσκολη την κινητοποίηση αξιοσημείωτης πνευματικής αντίθεσης προς την πολιτική των ΗΠΑ»«Οι απόπειρες κάποιων να αναβιώσουν σημαντική και ευρεία κριτική κατά της πολιτικής των ΗΠΑ θεωρούνται ως διαφανείς προσπάθειες εκτροπής της κριτικής από τον νόμιμο στόχο τους, τις δραστηριότητες της Σοβιετικής Ένωσης».

*

Στο πεδίο άσκησης της γαλλικής πολιτικής, «αν και η αμερικανική πολιτική ποτέ στη Γαλλία δεν είναι απρόσβλητη στην κριτική, είναι καθαρά η Σοβιετική Ένωση αυτή που τώρα αμύνεται στους διανοούμενους της Νέας Αριστεράς – και είναι πιθανό ότι θα παραμείνει σε αυτή τη θέση τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα. Η αξιοσημείωτη ψυχρότητα του Προέδρου Μιτεράν προς τη Μόσχα εκπορεύεται, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, από αυτή τη διαβρωτική (pervasive) στάση»«Αυτό το αντιολοκληρωτικό και αντισοβιετικό συναίσθημα μεταξύ των Γάλλων διανοουμένων θα αντιστρατευτεί κάθε σημαντική τροποποίηση της ήδη σκληρής κυβερνητικής γραμμής έναντι της Μόσχας. Ήδη, πρακτικά, οι περισσότεροι σοσιαλιστές ηγέτες πρέπει να υπολογίσουν ότι μια σκληρή γραμμή έναντι Μόσχας και ΓΚΚ είναι ο μόνος τρόπος για να γαλβανίσουν την υποστήριξη των διανοούμενων στις βουλευτικές εκλογές του 1986. Οι διανοούμενοι επίσης θα καταστήσουν και για  κάθε δεξιά κυβέρνηση δύσκολο το να κατασκευάσει μια επανάληψη της “ειδικής σχέσης” με την Μόσχα που χαρακτήριζε την προεδρία του Βαλερί Ζισκάρ Ντεσταίν».

*

Ως προς το πεδίο της διεθνούς πολιτικής, «στη μεταπολεμική περίοδο, οι Γάλλοι διανοούμενοι βοήθησαν σημαντικά στη δημιουργία και το σχηματισμό μιας διεθνούς εχθρότητας στην πολιτική των ΗΠΑ σε Ευρώπη και Τρίτο Κόσμο. Από τη Βυρηττό ως τη Λισαβόνα και το Μέξικο Σίτυ, διανοούμενοι με επιρροή άκουγαν και μιμούνταν τη σκέψη και τις προκαταλήψεις σοφών (savants) του καφενείου όπως ο Ρεζί Ντεμπραί».

Πια, «αυτό το κλίμα πνευματικής γνώμης σχεδόν σίγουρα θα καταστήσει για οποιονδήποτε πολύ δύσκολο το να κινήσει σημαντική αντίθεση μεταξύ των πνευματικών ελίτ για την πολιτική των ΗΠΑ στην Κεντρική Αμερική, για παράδειγμα» [8]

Επιπλέον, «οι Γάλλοι διανοούμενοι δεν είναι πιθανό να παραχωρήσουν το κύρος τους, όπως έκαναν πριν, σε άλλους δυτικοευρωπαίους συναδέλφους τους που βρέθηκαν σε εχθρότητα προς τις ΗΠΑ για μείζονα ζητήματα όπως ο αφοπλισμός»«Αυτό το κλίμα πνευματικής γνώμης … πιθανό να στερήσει από τους άλλους Ευρωπαίους διανοούμενους – ιδιαίτερα σε Σκανδιναβία και Δυτική Γερμανία –  εχθρικούς προς την πολιτική και τα συμφέροντα των ΗΠΑ – την ισχυρή ηγεσία που προηγουμένως απολάμβαναν από τους Γάλλους (στην περίοδο της ανάμιξης [σ.σ. sic] των ΗΠΑ στο Βιετνάμ) και την υποστήριξη που χρειάζονται τώρα για την οικοδόμηση μιας κοινής Δυτικοευρωπαϊκής συναίνεσης σε διεθνή ζητήματα όπως ο αφοπλισμός. Η εξημμένη (heated) δημόσια συζήτηση στη Δυτική Γερμανία μεταξύ του Γκλουκσμάν και ηγετικών Γερμανών διανοούμενων για τον φιλειρηνισμό και την Συνθήκη για τις Πυρηνικές Δυνάμεις (INF basing) παρείχε παραστατικές αποδείξεις για την απόσταση μεταξύ των δυο πλευρών και για την ικανότητα και ετοιμότητα [σ.σ. !!!] των Γάλλων διανοούμενων της Νέας Αριστεράς στην πειστική αμφισβήτηση στάσεων που εξυπηρετούν (play into the hands) τους Σοβιετικούς».

β) Αντιμαρξισμός

Αντισοβιετισμός και αντιμαρξισμός «πάνε μαζί» στα περισσότερα σημεία του εγγράφου, οπότε τα γενικά ζητήματα που αφορούν τον «αντιμαρξισμό» έχουν ήδη περιγραφεί.

Ωστόσο, ο αντιμαρξισμός διατηρεί στο έγγραφο ορισμένη διακριτή υπόσταση. Και, αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι η θριαμβολογία για τον αντισοβιετισμό περιοριζόταν σε «γεωπολιτικού» τύπου αντιθέσεις  μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, η ξεχωριστή ικανοποίηση για τον αντιμαρξισμό ως συστατικό της «γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας» υποδηλώνει κάτι διαφορετικό: Εδώ δεν πρόκειται για «γεωπολιτικά ζητήματα» αλλά για στοχοπροσήλωση  ενάντια στην θεωρητική και πρακτική άρνηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, για την ιδεολογική «νομιμοποίηση» των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων, πράγμα που στη συνέχεια θα επιχειρηθεί να επισφραγιστεί σε ακόμα μεγαλύτερο ιστορικό και ιδεολογικό βάθος…

*

Οι συντάκτες της έκθεσης εστιάζουν στο περιεχόμενο των πανεπιστημιακών σπουδών και επιχαίρουν για την «εξάλειψη (defunct) των Μαρξιστικών Σπουδών (scholarship) στις Κοινωνικές Επιστήμες».

Επιχαίρουν για την «απάρνηση της μέχρι σήμερα μαρξιστικής θεωρίας της ιστορικής προόδου», για την επίκληση της «μαρξιστικής παράδοσης» μόνο ως  «κριτικού αφετηριακού σημείου για την ανακάλυψη των πραγματικών μοτίβων της κοινωνικής ιστορίας», για την «εκτέλεση της ίδιας αποστολής» από την «σημαντικής επιρροής (influential) στρουκτουραλιστική σχολή συνδεμένη με τους Κλωντ Λεβί-Στρώς, Φουκώ και άλλους, στο πεδίο της ανθρωπολογίας», για την «κριτική κατεδάφιση της Μαρξιστικής επιρροής στις κοινωνικές επιστήμες», που «είναι πιθανό να διαρκέσει ως μια βαθιά συνεισφορά στις σύγχρονες σπουδές τόσο στη Γαλλία όσο και αλλού στην Δυτική Ευρώπη».

Το έγγραφο, όμως, δεν επιχαίρει μόνο για την «εξάλειψη των μαρξιστικών σπουδών από τις κοινωνικές επιστήμες». Επιχαίρει για την αποδυνάμωση των κοινωνικών επιστημών γενικά,  για την εγκατάλειψη των κοινωνικών επιστημών ως επιλογής σπουδών από τη γαλλική νεολαία: «Η Γαλλική νεολαία, που κάποτε συμμετείχε σε κάθε πρόσκαιρη πνευματική μόδα (fad), τώρα σκέφτεται καριέρες σε θετικές επιστήμες και επιχειρήσεις»

Επιχαίρει, με άλλα λόγια, το έγγραφο, για τον αυξημένο βαθμό απομάκρυνσης της νεολαίας από τις «βάσεις κατανόησης»  της κοινωνίας και της ιστορίας όπου μετέχει, για την κατεύθυνσή της να αποτελέσει γρανάζι μιας κοινωνίας και μιας ιστορίας που δεν κατανοεί. Είδαμε παραπάνω [5] και τη σύγχρονη, εγχώρια αναπαραγωγή αυτής της κατεύθυνσης.

«…Η διαρκής δημόσια συζήτηση (debate) των διανοούμενων για το νόημα της ιστορίας τους αποτελεί για τους Γάλλους μια βάση κατανόησης της γαλλικής κοινωνίας», εκτιμούσε το έγγραφο στις εισαγωγικές του γραμμές… Πλέον, η «εξάλειψη του μαρξισμού» και η εγκατάλειψη των κοινωνικών επιστημών, συνιστά μια ενθαρρυντική «βάση» για μια πιο περιορισμένη κατανόηση της γαλλικής κοινωνίας από τους Γάλλους και, γενικότερα, της κάθε κοινωνίας από τον κάθε λαό, θα μπορούσαμε να σχολιάσουμε.

*

Και, μετά τη συντριβή του μαρξιστικού υλισμού, σειρά στο έγγραφο έχει «η Ιδέα», ακόμη κι αυτή που έχει στην ιστορία καταγραφεί ως «αστική».

γ) Αντιεξισωτισμός (antiegalitarianism)…

Ο περιορισμός των θριαμβολογιών του εγγράφου της CIA στον αντισοβιετισμό θα μπορούσε να αποδοθεί, απλώς, στις γεωπολιτικές αντιθέσεις του «ψυχρού πολέμου». Η επέκταση της θριαμβολογίας στον «αντιμαρξισμό» προδίδει βαθύτερους και απώτερους κοινωνικοπολιτικούς στόχους, αφορά τον ιδεολογικό (και οργανωτικό, πρακτικό) αφοπλισμό των εργαζομένων απέναντι στο σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Όταν φτάνουμε στον «αντιεξισωτισμό» οι στόχοι ολοκληρώνονται. Στο κέντρο τους βρίσκεται η προάσπιση του εκμεταλλευτικού συστήματος «γενικά και αφηρημένα», όχι μόνο η υλιστική του αμφισβήτηση αλλά και η «ιδεαλιστική». 

Οι πνευματικές ανησυχίες της αστικής διανόησης δεν την αφήνουν να εφησυχάσει με την επικράτηση του αντισοβιετισμού και του αντιμαρξισμού ως «λυδίας λίθου της αριστερής σκέψης», της «πνευματικής νομιμότητας», ως «μέρους της πνευματικής ορθοδοξίας» [9]. Κάπου «βαθύτερα» πρέπει να αναζητηθεί το «λάθος»… Η σύγχρονη αντιδραστική μονοπωλιακή – ιμπεριαλιστική αστική τάξη ανακαλύπτει το «λάθος» στην ίδια την ιστορία «της»… Και η διανόησή της, αυτή που στη Γαλλία  «έχει χαράξει για τον εαυτό της τον ειδικό ρόλο του ερμηνευτή της πολιτικής παράδοσης, ιδιαίτερα των συνεπειών και επιπτώσεων της Γαλλικής Επανάστασης», πραγματοποιεί για λογαριασμό της πρώτης την μεγάλη πνευματική κατάδυση αντιμέτωπη πλέον με τις «συνέπειες» και «επιπτώσεις» της «πολιτικής της παράδοσης», της Γαλλικής Επανάστασης…

*

Είδαμε ότι η απόρριψη του «ολοκληρωτισμού» αποτέλεσε κοινό τόπο της γαλλικής «νέας δεξιάς» και «νέας αριστεράς».

Αποστολή που εκτέλεσε η δεύτερη, σύμφωνα με τα εύσημα που αποδίδει το έγγραφο της CIA, ήταν η ταύτιση της ΕΣΣΔ και του μαρξισμού με την έννοια του «ολοκληρωτισμού» και η αναγόρευση αυτής της θέσης σε «αριστερή» ιδεολογική «λυδία λίθο», σε «μέρος της γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας» και της «πνευματικής νομιμότητας». Το ότι αυτή της η υπηρεσία κατέστησε και την ίδια τη «νέα αριστερά» και «νέα φιλοσοφία» τμήμα αυτής της «πνευματικής ορθοδοξίας», δηλαδή της αστικής, κυρίαρχης ιδεολογίας, συνιστά και ερμηνευτική πτυχή της διαπίστωσης του εγγράφου, ότι αν και η επίδρασή της θα είναι σχετικά μακρόχρονη, δεν έχει ωστόσο και κάτι άλλο να πει.

Όσο για τη «νέα δεξιά» διανόηση, επιχειρώντας, στο παράδειγμα του Ρήγκαν και της Θάτσερ (αρχές δεκαετίας ’80), να επεξεργαστεί τον γαλλικό δρόμο αλλά και τη… γενική «ουσία» του φιλελευθερισμού, έφτασε να ανακαλύψει το κέντρο του   προβλήματος γενικά: Η ΕΣΣΔ και ο μαρξισμός ως «απλές παραστάσεις της εμπειρίας», θα λέγαμε, ίσως δεν της αρκούσαν. Το λάθος έπρεπε να βρεθεί στην Ιδέα:

Η «οικονομικά επεκτατική» τριετία της κυβέρνησης Μιτεράν απέδειξε την «αποτυχία του σοσιαλισμού» [10]. Το «ελιξίριο που χρειαζόταν η Γαλλία για να αναρρώσει από τη σοσιαλιστική κακοδιαχείριση» ήταν η «αναβίωση του κλασικού φιλελευθερισμού (liberalism. Η «συντηρητική ιατρική συνταγή για τις νόσους της γαλλικής κοινωνίας» ήταν η «μείωση του ρόλου της κυβέρνησης και η ώθηση των ανθρώπων (people) να γίνουν πιο αυτάρκεις». «Οι νεαροί συντηρητικοί πολιτικοί έπιασαν το ρεφρέν, υποστήριξαν στον τύπο και σε συζητήσεις με διπλωμάτες των ΗΠΑ ότι η δεξιά θα έπρεπε να οδηγήσει τους Γάλλους σε μεγαλύτερη αυτονομία». «Πρωταρχικό έργο μιας συντηρητικής κυβέρνησης θα ήταν να συρρικνώσει τον δικό της ρόλο – είτε φορολογικό είτε διαχειριστικό, διοικητικό, διευθυντικό είτε ως προς τις δαπάνες. Σύμμαχοι σε αυτή την κυβερνητική αντίληψη, οι νέοι φιλελεύθεροι επιδοκιμάζουν την αποκέντρωση των συμπαγώς συγκεντρωτικών δυνάμεων και πόρων της Γαλλικής Κυβέρνησης σε περιφερειακές (subnational) κυβερνήσεις [11], μια αργή διεργασία που πρόσφατα κέρδισε δυναμική και στους σοσιαλιστές».

«Αυτάρκεια των ανθρώπων», «αυτονομία των Γάλλων», (άλλο θέμα ότι για τους εργαζόμενους αυτονομία μπορεί να υπάρχει μόνο εφόσον οι ίδιοι είναι κάτοχοι των κοινωνικών όρων της ύπαρξής τους δηλαδή των μέσων παραγωγής), είναι το ελκυστικό ιδεολογικό περιτύλιγμα της στρατηγικής αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου, που ακολούθησε τα επόμενα χρόνια (όχι μόνο στη Γαλλία), έχοντας βέβαια στην άλλη της όψη τη στρατηγική αποδιάρθρωση των εργαζομένων. Είναι η γαλλικά «ελκυστική» εκδοχή του θατσερικού δόγματος ότι «δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνο άτομα και οικογένειες».

Παραπέρα, από εκπροσώπους της «νέας δεξιάς» υποστηρίχτηκε «ότι η πολιτισμική ύφεση στην Γαλλία συνδέεται άμεσα με τον εξισωτισμό (egalitarianism) – με τη, θεωρούμενη ως ανόητη, άρνηση της ουσιαστικής υπεροχής κάποιων ανθρώπων και την επιβολή της δρομαίας (maninthestreet) μετριοκρατίας (mediocracy) στη Γαλλική κοινωνία». Η δε «προτίμηση της Νέας Δεξιάς για τον κλασικό φιλελευθερισμό» [12] συνίσταται, κατά το έγγραφο, «στο όραμα μιας κοινωνίας στην οποία η κυβέρνηση αρνείται να επιβάλει μια τεχνητή ισότητα στους πολίτες και στην οποία τα άτομα είναι ελεύθερα να πραγματώσουν τα πλήρη πλεονεκτήματα των ταλέντων τους».

Η κοινωνική ανισότητα, λοιπόν, η «ουσιαστική υπεροχή κάποιων ανθρώπων» και η μειονεκτική θέση των υπόλοιπων, είναι ζήτημα ατομικών «ταλέντων».  Κάθε μετριασμός της ανισότητας είναι «τεχνητός», πόσο μάλλον οι προϋποθέσεις της κατάργησής της. Δεν είναι η ισότητα «φυσική», αλλά «φυσική» είναι η ανισότητα. Στο σημείο αυτό η πνευματική δραστηριότητα φτάνει στο τέλος της:

 «Κάποιοι Νέοι Δεξιοί διανοούμενοι υποστηρίζουν επίσης ότι, επειδή η ισότητα είναι τεχνητή, απαιτεί από την κυβέρνηση έναν ισχυρό ρόλο εξαναγκαστικής επιβολής. Αυτό, πιστεύουν, είναι η πηγή του ολοκληρωτισμού».

Επιτέλους βρέθηκε. Ακολουθώντας ανάποδα, προς τα πίσω, την ιστορική πλημμυρίδα του «ολοκληρωτισμού», φτάσαμε στην πηγή της: την ισότητα [13].

*

Στο πλαίσιο του «αντιολοκληρωτικού» κοινού τόπου «νέας αριστεράς» και «νέας δεξιάς», όπως φαίνεται στο έγγραφο, η πρώτη έκανε αρκετή προσπάθεια για την ιδεολογική «καθιέρωση» της ταύτισης κομμουνισμού – φασισμού, ΕΣΣΔ – χιτλερικής Γερμανίας, Στάλιν – Χίτλερ, μέχρι που πια «δεν είχε κάτι άλλο να πει».

Η «νέα δεξιά», κοιτώντας πραγματικά τη δουλειά της, ικανή για ακόμα ένα βήμα στη «σκέψη» της πριν την τελική της αυτοκατάργηση, αναγορεύει σε πηγή του ολοκληρωτισμού την ισότητα.

Τι σχέση έχει όμως με την ισότητα ο φασισμός, ο ναζισμός, ο χιτλερισμός, η «ιδεολογία» της ανώτερης φυλής που θέλει να εγκαθιδρυθεί ως η «ιδεολογία» της ανώτερης κοινωνικής τάξης, της κοινωνικής ταξικής διαίρεσης και εκμετάλλευσης, ως η «ιδεολογία» της εξαναγκαστικής επιβολής των όρων της κοινωνικής ανισότητας σε συνθήκες διακινδύνευσης της «φυσικής» τους διατήρησης;

Εδώ οι δυνατές απαντήσεις είναι δυο: Είτε η ιστορική διαστρέβλωση που, αντιστρέφοντας την πραγματικότητα, θα εμφανίζει τον ναζισμό ως «εξισωτικό κίνημα» είτε η αναγόρευση του «ολοκληρωτισμού» ως αποκλειστικά κομμουνιστική ιδιότητα.

«Στα δημοφιλή βιβλία τους οι Γκλουκσμάν και Λεβί υποστηρίζουν ότι η μηχανή τρέφεται από την εύπιστη ανθρωπότητα εν μέρει μέσω των σοφιστειών διεφθαρμένων διανοούμενων. Στην πραγματικότητα, λέει ο Λεβί, “Η μόνη επιτυχής επανάσταση αυτού του αιώνα είναι ο ολοκληρωτισμός”, του οποίου το Σοβιετικό κράτος αποδείχθηκε ο ανθεκτικός και τέλειος κύριος. Ως εκ τούτου, επίσης, η εξίσωση των Νέων Φιλοσόφων εκλαϊκεύτηκε από τον Γκλουκσμάν, “Χίτλερ = Στάλιν, Στάλιν = Χίτλερ.”»

Όπως φαίνεται, ο Χίτλερ δεν γνώριζε την  μυστική πηγή του «ολοκληρωτισμού», την ισότητα, γι’ αυτό και δεν κατάφερε να μακροημερεύσει. Αντίθετα με την ΕΣΣΔ, που χάρη στην επίγνωση αυτού του μυστικού όπλου είχε φτάσει μετά από σχεδόν 60 χρόνια ύπαρξης (και τι ύπαρξης) να αναγορεύεται από την «νέα φιλοσοφία» ως «ο ανθεκτικός και τέλειος κύριος του ολοκληρωτισμού».

Στην οικονομική και κοινωνική ισότητα των ανθρώπων πρέπει, λοιπόν, να αναζητήσουν την «ανθεκτικότητα και τελειότητά» τους οι μελλοντικές επαναστάσεις (οι, επομένως, εξ ορισμού «ολοκληρωτικές», τουλάχιστον σύμφωνα με τα πορίσματα της γαλλικής «νέας δεξιάς»), ενάντια στην «ουσιαστική υπεροχή κάποιων»: υπεροχή όχι λόγω «ταλέντου», βέβαια, αλλά λόγω της ιδιοποίησης του κοινωνικού παραγωγικού πλούτου. Ενάντια σε αυτή την «ουσιαστική υπεροχή κάποιων», η οποία αποτελεί (τι να κάνουμε;) την κοινή «ηθική» αρχή τόσο της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας όσο και του φασισμού, τον κοινό «ηθικό» παρονομαστή των δυο αυτών ιστορικών πολιτικών μορφών της δικτατορίας του κεφαλαίου στην εποχή του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού.

***

Η Γαλλική Επανάσταση αντιμετώπισε την εκκλησία και τη θρησκεία σαν πνευματική εγγύηση της φεουδαρχικής ανισότητας. Η σύγχρονη αστική τάξη, στον «κολοφώνα» της σκέψης της, -πληροφορούν οι συντάκτες του εγγράφου τους αποδέκτες του -, μέσω εκπροσώπων της «νέας δεξιάς» διανόησης τίθεται αντιμέτωπη με τον χριστιανισμό ως «πηγή της εξισωτικής (egalitarian) εξασθένισης του ευρωπαϊκού πολιτισμού»

Για τον δουλοπάροικο αγρότη του 18ου αιώνα η χριστιανική ισότητα των ανθρώπων έναντι του «θεού» αποτελούσε εμπόδιο για την πραγματική κοινωνική ισότητα που, τότε, ταυτιζόταν με την απαλλοτρίωση της φεουδαρχικής ιδιοκτησίας. Για την σύγχρονη μονοπωλιακή, ιμπεριαλιστική αστική τάξη η χριστιανική ισότητα έναντι του «θεού» αποτελεί ανεπιθύμητο ιδεολογικό ίχνος που της φέρνει στον νου την μελλοντική της εξαφάνιση. Όντως διδακτικό για το περιεχόμενο των «αστικών εκσυγχρονισμών» στην αναντίστρεπτα αντιδραστική εποχή της αστικής τάξης… Διδακτικό για το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης και των συμβιβασμών του σκοταδιστικού πλέον, ψευδοεπιστημονικού «ορθολογισμού» της με τους μηχανισμούς του ανορθόλογου θρησκευτικού σκοταδισμού [14].

Ο οποίος τελευταίος, άλλωστε, κατά έναν τρόπο προβάλλεται ταυτόχρονα ως πηγή πολιτισμικής αναγέννησης:

 «Η πιο εσωτερική (esoteric) πλευρά της διανόησης της Νέας Δεξιάς επικέντρωσε εκπληκτική ενέργεια σε αναζήτηση μιας πολιτισμικής ανανέωσης, υποστηρίζοντας πως ό,τι είναι ουσιαστικά λάθος στη Γαλλία, είναι πως ο πολιτισμός της (culture) διαβρώθηκε από εξωτερικές επιρροές και υποβαθμίστηκε λόγω παραμέλησης. Συντηρητικοί συγγραφείς, πολλοί από αυτούς συνδεδεμένοι με τα Group for Research and Study of European Civilization (GRECE) και Horloge Club [15]  … ενθάρρυναν την δεξιά ανθρωπολογία, η οποία πέρα από την Επανάσταση βλέπει τον Χριστιανισμό ως πηγή της εξισωτικής (egalitarian) εξασθένισης του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Οι Πάουελς και Μπενουά πολλές φορές εγκωμίασαν τον “οξυδερκή (perceptive) ελιτισμό” των προχριστιανικών Ευρωπαϊκών κοινωνιών ως πηγή πολιτισμικών (cultural) αρετών στις οποίες οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι θα έπρεπε να στραφούν για αναβίωση (revival) και ανανέωση».

*

Η μάχη είναι, βέβαια, σκληρή: «Ο ελιτισμός [16] στη σκέψη της Νέας Δεξιάς είναι σχεδόν σίγουρα ένας σημαντικός λόγος που λίγοι διανοούμενοι έκαναν τη διαδρομή από την αριστερά στην GRECE. Κατά την άποψή μας, υπάρχει μικρή πιθανότητα να την κάνουν πολλοί στο μέλλον, παρά τις περιστασιακές ομοιότητες και συμμαχίες ως προς την οπτική γωνία. Πρόσφατα, διανοούμενοι της Νέας Δεξιάς υποβάθμισαν τα αντιεξισωτικά και ακόμα και αντίχριστιανικά στοιχεία της σκέψης GRECE/Horloge, αλλά οι αριστεροί διανοούμενοι και οι συντηρητικοί όπως ο Ρεβέλ που θεωρούν τους εαυτούς τους “ανθρώπους της αριστεράς” είναι ακόμα σφιχτά δεμένοι με την ισότητα ως την ουσία της δημοκρατικής-ρεπουμπλικανικής παράδοσης στη Γαλλία. Οι συντηρητικοί πολιτικοί αποφεύγουν ευκαιρίες ευαρέσκειας προς τους πιστούς των λειτουργιών της Horloge, και ακόμη και ο Πάουελς σπάνια τώρα αναμασά τις αρετές του παγανισμού και των ελίτ».

 «Ο Ραϋμόν Αρόν, ο σεβαστός πρύτανης της σύγχρονης φιλοσοφικής σκέψης στη Γαλλία, εξέφρασε απέχθεια κατά των διανοούμενων της Νέας Δεξιάς, συχνά εξισώνοντας τον ελιτίστικο αντιεξισωτισμό τους με τις χειρότερες αντιδημοκρατικές τάσεις στον Γαλλικό συντηρητισμό. Η Άνι Κρίγκελ συνενώθηκε με τον Αρόν στον φόβο ότι  ελλοχεύουν ρατσιστικά και φασιστικά συναισθήματα στην εχθρότητα της Νέας Δεξιάς προς τις ξένες πολιτισμικές (cultural) επιρροές και στη σκέψη τους για τη γενετική, την κληρονομικότητα, την εθνολογία…»

Τίποτα, ωστόσο, δεν κρίθηκε ακόμη: «…Αλλά ο Αρόν είναι νεκρός, ο Ντεμπραί [17] δεν λαμβάνεται στα σοβαρά ως διανοητής, και η Κρίγκελ δεν κατάφερε ποτέ να την ακολουθήσει ένα μεγάλο κοινό. Εναντίον αυτών των κριτικών οι Νέοι Δεξιοί μπορούν να επικαλεστούν τη δόξα του Μισέλ Φουκώ, του εμβριθέστερου και με την μεγαλύτερη επιρροή διανοητή της Γαλλίας. Ο  Φουκώ τους εγκωμίασε για το ότι, μεταξύ άλλων, υπενθύμισαν στους φιλόσοφους τις “αιματηρές” συνέπειες που έρρευσαν από την ορθολογιστική κοινωνική θεωρία του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα και της Επαναστατικής περιόδου».  

Με άλλα λόγια, ο αντιεξισωτισμός δεν έχει αποτελέσει συστατικό της γαλλικής «πνευματικής ορθοδοξίας» και «νομιμότητας», όμως ποτέ δεν είναι αργά.

***

Πέρα από την γενική περιγραφή της αδυναμίας ιδεολογικής επικράτησης ενός θεωρητικού – πολιτικού λόγου που όχι απλώς θα ήταν αλλά και θα φαινόταν ότι είναι «δεξιός», η «εργαλειακή» χρησιμότητα της ορολογίας περί «αριστερής πνευματοκρατίας» ή «αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας»  αφορά σε πρώτο πλάνο ανάγκες της «εντός των τειχών» διπολικής ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης και, σε δεύτερο πλάνο, – όχι πάντως «δεύτερο» με την ειδική έννοια της χρονικής διαδοχής -, στοχεύει τον ιδεολογικό-πολιτικό λόγο που απειλεί τα ίδια τα «τείχη» της εξουσίας του κεφαλαίου.

Όμως, σαν αποτέλεσμα όλης της παραπάνω ανάπτυξης, οι συντάκτες του εγγράφου (για λογαριασμό και χρήση των αποδεκτών του), διαπερνώντας τα περιβλήματα των «ευκαιριακών», «συγκυριακών» πολιτικών μορφών και χρήσεων του ιδεολογήματος,  φτάνουν στον πυρήνα της «πνευματοκρατίας» που τους απασχολεί: στον «εξισωτισμό», το τελευταίο της προπύργιο…

Η «ερευνητική εργασία» αρχίζει με τη γαλλική επανάσταση και τον «ειδικό ρόλο» που λόγω αυτής κατέχει η γαλλική διανόηση, και καταλήγει με την τοποθέτηση της γαλλικής επανάστασης και των κεντρικών ιδεολογικών αρχών της στο στόχαστρο.

*

Το καθεστώς της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης επιδιώκει την οριστική ιδεολογική του ασφάλεια με τη νομιμοποίηση και αποδοχή της κοινωνικοοικονομικής ανισότητας που αποτελεί βάση και προϊόν των εκμεταλλευτικών σχέσεων. Επιδιώκει να ξεριζώσει από την κοινωνική συνείδηση την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι «γεννιούνται ίσοι», ότι ο βαθμός της μεταξύ τους ανισότητας αποτελεί μέτρο ιστορικής παρέκκλισης από το σκοπό της ανθρώπινης ύπαρξης και δραστηριότητας, ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα αποσκοπεί στην πραγματοποίηση των κοινωνικοοικονομικών προϋποθέσεων της ισότητας των ανθρώπων.

Αυτή η συγκεκριμένη, η εξισωτική «πνευματοκρατία», αυτή η «ιδεολογική ηγεμονία» του «εξισωτισμού», αποτελεί  τελική ουσία και τελικό στόχο των επιτυχιών του «αντισοβιετισμού» και του «αντιμαρξισμού», αναγορευόμενη για τις ανάγκες της πνευματικής «ορθοδοξίας και νομιμότητας» σε πηγή του «ολοκληρωτισμού».

Αυτή, επίσης, αποτελεί την πηγή κάθε πνευματικής ζωτικότητας και η άρνησή της έχει ως «ανεξήγητη» συνέπεια την πνευματική «ύφεση».

δ) …και ύφεση (decline) της πνευματικής ζωής

Το έγγραφο χρησιμοποιεί σαν προμετωπίδα την φράση:

«Υπάρχει ένας λήθαργος στην πνευματική ζωή αυτής της χώρας, και μάλιστα θεαματικός. Ποτέ πριν δεν γνώρισα τέτοια σιωπή, τέτοιο κενό. Είναι σαν οικογένεια στην όποια πέθανε κάποιος. Αλέν Τουρέν»

Συμπτώματα αυτού του «λήθαργου» περιγράφονται στο έγγραφο εκτενώς.

Ανάμεσά τους  μπορούμε να εντάξουμε και την επισήμανση της ουσιαστικής εξάντλησης του λόγου των «νέων φιλοσόφων» στον αντιμαρξισμό και τον αντισοβιετισμό: Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 «άνοιγαν δρόμο», αλλά από τότε, αντιμαρξισμός και αντισοβιετισμός «συνέχισαν τη δική τους ζωή και έγιναν τόσο πολύ μέρος της Γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας που οι Νέοι Φιλόσοφοι (σσ. ως Νέοι Ορθόδοξοι πλέον…) δεν φαίνονται πια να έχουν κάτι νέο να πουν».

*

Οι «νέοι φιλόσοφοι», κατά τα άλλα, «αντιστάθμισαν τον συχνά δυσνόητο λόγο τους με το να γίνουν συναρπαστικές προσωπικότητες των μμε, υπερασπιζόμενοι τις απόψεις τους στα πολύωρα πνευματικού περιεχομένου τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά προγράμματα που ορέγονται οι Γάλλοι». Εκτός από τον αντιμαρξισμό και τον αντισοβιετισμό, την «σαρωτική καταγγελία της τυφλότητα της αριστεράς, όπως την αποκάλεσε ο Λεβί», δεν έπαυαν να πρεσβεύουν «συνεχή αντιπάθεια για τον Γκωλισμό και μια αποδοχή του καπιταλισμού μόνο ως το μικρότερο κακό», ωστόσο «η επιρροή τους ήταν πρωτίστως αρνητική, από τη στιγμή που λίγα είχαν να προσφέρουν με μορφή πρακτικών προτάσεων για ένα νέο πρόγραμμα».

Αναφορικά προς την παρουσία τους στα μμε,  ο Ρεζί Ντεμπραί, στις «διατριβές του εναντίον των σύγχρονων πνευματικών αποστατών, τους καταλογίζει εγκατάλειψη του γραπτού λόγου προκειμένου να γίνουν ετοιμόλογες προσωπικότητες των μμε (glib media personalities) (mediatics). Κατηγορεί ειδικά τους αριστερούς Νέους Φιλόσοφους ότι έχουν αναμορφωθεί πνευματικά από την TV σε ρηχές ομιλούσες κεφαλές ανίκανες για ακριβολογημένη φιλοσοφική συγγραφή».

*

Δύσκολα μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι το έγγραφο επιχαίρει για ορισμένα συμπτώματα του «λήθαργου», της «ύφεσης της πνευματικής ζωής».

— Σαφώς επιχαίρει όταν, μάλλον ως «έμφαση στο δευτερεύον», περιλαμβάνει σε υποσημείωση την πληροφορία, ότι «η πλατιάς δημοσιότητας επίθεση του Λανγκ στον “αμερικάνικο πολιτιστικό ιμπεριαλισμό” το 1981 και κατόπιν η σύγκληση μιας διεθνούς διάσκεψης  αριστερών διανοουμένων, επέσυρε αιχμηρές κριτικές, ιδιαίτερα από την Wall Street Journal, για την παρούσα ένδεια της γαλλικής πολιτιστικής παραγωγής, ειδικά σε σύγκριση με τα αμερικανικά επιτεύγματα. Αυτές οι κατηγορίες προκάλεσαν μια μεγάλη προσφορά αυτοκριτικής εκ μέρους Γάλλων διανοούμενων, όπως οι Μπεζανσόν και Ριγκλέ». Η «πνευματική ύφεση» οδήγησε μέρος της γαλλικής διανόησης στα πρόθυρα της μετάνοιας…

— Επιχαίρει, επίσης, για τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών, από τις οποίες εκλέχτηκε μεγάλος αριθμός «μη-ιδεολογικοποιημένων είτε συντηρητικών» εκπροσώπων.

— Παρομοίως, για τον δείκτη αυξανόμενης αβεβαιότητας ως προς την επαγγελματική αποκατάσταση των εκπαιδευτικών: «Η επαγγελματική σταδιοδρομία των διανοούμενων, στο παρελθόν σχεδόν εγγυημένη για όσους φοιτούσαν σε σχολές της ελίτ, καθώς φαίνεται δεν είναι πια διασφαλισμένη. Η κυβέρνηση Φαμπιούς, για παράδειγμα, εξήγγειλε πρόσφατα ένα πρόγραμμα ανεύρεσης εργασίας στα τοπικά και εθνικά κυβερνητικά όργανα  (local and national governments) και στις επιχειρήσεις για τους άνεργους απόφοιτους της ENS», δηλαδή της «Ecole Normale Superieure», της «γαλλικής σχολής με το μεγαλύτερο γόητρο για την εκπαίδευση διδασκόντων και διανοητών». «Οι σοσιαλιστές επίσης κινήθηκαν για τον αποκλεισμό των αλλοδαπών κατοίκων από εκπαιδευτικά επαγγέλματα χαμηλής βαθμίδας, κατά πάσα πιθανότητα για να ελευθερώσουν δυσεύρετες θέσεις για Γάλλους δασκάλους».

— Τη ίδια στιγμή, «οι νεώτεροι αδελφοί και αδελφές των ταραχοποιών ξεχειλίζουν τις αίθουσες διδασκαλίας των επιχειρηματικών σπουδών και των θετικών επιστημών ακόμα και σε πρώην κόκκινα πανεπιστήμια…».

«Άλλωστε, υπήρξε μια δημοφιλής τάση φυγής από την ιδεολογία προς μια πιο πραγματιστική (pragmatic) προσέγγιση των πολιτικών προβλημάτων, κι αυτό έτεινε να υπονομεύσει το ανάστημα των διανοουμένων κάθε κατεύθυνσης» [18].

— Φυσικό, κατά τα άλλα, να επιχαίρει το συγκεκριμένο έγγραφο, για την εκτίμησή του, ότι «η αποστασία των νέων διανοουμένων από το Μαρξισμό και το ΓΚΚ άφησε τους ηλικιωμένους Μαρξιστές μανδαρίνους μόνο στήριγμα της παράδοσης. Οι Σαρτρ, Ρολάν Μπαρτ, Ζακ Λακάν, Λουί Αλτουσέρ – η τελευταία κλίκα Κομμουνιστών  σοφών [19] – βρέθηκαν υπό τα αμείλικτα πυρά των πρώην προστατευόμενων, αλλά κανείς δεν είχε τα κότσια για μια άμυνα οπισθοφυλακής υπέρ του Μαρξισμού. Οι κριτικοί – με προεξέχοντες μεταξύ τους τούς Νέους Φιλοσόφους – είχαν μεγάλη επιτυχία στο να πείθουν την παρούσα γενιά για την “ανοησία” (foolishness) του Σαρτρ, τα κακά του Μαρξισμού και τη βαρβαρότητα του Σοβιετικού Κομμουνισμού …». Ως αποτέλεσμα, η Κομμουνιστική Νεολαία  αποδυναμώνεται, ακόμα και στα πανεπιστήμια. «Τώρα, κανένας διανοούμενος κύρους δεν ανήκει και δεν στηρίζει το ΓΚΚ» [20].

*

Οι συζητήσεις των Γάλλων διανοούμενων, πλέον (1985), αν πιστέψουμε το έγγραφο, περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό τους και την αδυναμία τους να παραγάγουν πνευματικό λόγο. Οι ερμηνείες που δίνονται διάφορες: Ένα «είδος νωθρότητας» πολλών αριστερών διανοούμενων χαρακτηρίζεται (από το έγγραφο) ως επακόλουθο της εκ μέρους τους «σθεναρής απόρριψης της ιδεολογίας και του κομματικού δεσμού»

Η «γενική πτώση του πνευματικού αναστήματος» αποδίδεται από κάποιους διανοούμενους «στην άνοδο μιας τεχνολογικά υψηλής οικονομίας και κοινωνίας στη Γαλλία», παρά τα πάσης φύσεως ιδεολογικά ζητήματα που γεννά η άνοδος της τεχνολογίας, σημειώνουμε.

Ενώ κάποιοι διανοούμενοι υποστηρίζουν ότι η διανόηση (κυρίως η «αριστερή») απλώς «γεμίζει μπαταρίες», άλλοι «σημειώνουν ύφεση (decline)  της πνευματικής ζωτικότητας» και (σ.σ. μάλλον ταυτολογικά) αποδίδουν την αδυναμία των Γάλλων διανοούμενων «να κινητοποιηθούν και να συμμετέχουν σε μια ζωντανή συζήτηση», στο ότι «δεν είναι πια τόσο ικανοί όσο κάποτε» ως αποτέλεσμα «μιας δεκαετούς πολιτισμικής αδράνειας που ήρθε να χαρακτηρίσει τη Γαλλία», «ενός κύκλου πολιτισμικής ύφεσης (decline)», αφού «πράγματι δεν υπάρχουν Φλωμπέρ, Προυστ, Μποντλαίρ» και «δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε τέτοιους σύντομα»

 «Τον περασμένο χρόνο στο Παρίσι ένα συνέδριο, οργανωμένο για να εξεταστεί το ζήτημα της “Γαλλικής ταυτότητας”, γρήγορα στράφηκε στον λήθαργο των Γάλλων διανοούμενων και τις επιπτώσεις του στον μελλοντικό πολιτικό ρόλο τους». Υπήρξε γενική συμφωνία – αριστερών και δεξιών – ότι δεν βλέπουν μέλλον. Απογοητευμένοι μαρξιστές οδηγήθηκαν σε «ουδετερότητα» ενώ και οι φιλελεύθεροι («λιγότερη κυβέρνηση – περισσότερη ατομική αυτάρκεια») δεν πολυεπηρεάζουν την πνευματική είτε την κοινή γνώμη, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις και αναφορές των μμε [21].

*

Όλα τα περιγραφόμενα συμπτώματα της «πνευματικής ύφεσης» συνιστούν, ουσιαστικά, την διάδοχη κατάσταση αυτής «που μια πρόσφατη κριτική την αποκάλεσε αριστερή πνευματοκρατία».

Είναι όμως παράδοξο που την λεγόμενη «αριστερή πνευματοκρατία», κάτω από τον τίτλο της οποίας εννοείται εν προκειμένω επίσης μια ιστορική περίοδος όπου ο μαρξισμός και η υπεράσπιση της ΕΣΣΔ δεν είχαν υπαχθεί  εκτός πνευματικής «ορθοδοξίας και νομιμότητας», διαδέχθηκε η «πνευματική ύφεση»;

Η έκθεση, στα εισαγωγικά «κύρια σημεία» της, επισημαίνει μια (εμφανιζόμενη ως) χρονική σύμπτωση που όμως δεν είναι απλώς χρονική και δεν είναι απλώς σύμπτωση:

«Η ευρεία αποδοχή αυτής της περισσότερο κριτικής προσέγγισης στο μαρξισμό και τη Σοβιετική Ένωση συνοδεύτηκε από μια γενική ύφεση (decline)  της πνευματικής ζωής στη Γαλλία…».

Η σύνδεση, έστω αθέλητα διατυπωμένη, είναι σαφής.

Αντιμαρξισμός και αντισοβιετισμός, ως συστατικά της πνευματικής «ορθοδοξίας και νομιμότητας», αποτελούν την ονομαστική μορφή του αποκλεισμού – από αυτήν την «ορθοδοξία και νομιμότητα» – του κεντρικού ιστορικού προβλήματος της εποχής: της απελευθέρωσης της εργασίας και του κόσμου από τον ζυγό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Τι πιο φυσικό, όμως, από την πνευματική παρακμή, όταν το «πνεύμα» αποστρέφεται  το κεντρικό ιστορικό πρόβλημα  της εποχής του, με όλες τις θεωρητικές, ιδεολογικές, ηθικές ή όποιες άλλες «πνευματικές» προεκτάσεις του;

Αντισοβιετισμός και αντιμαρξισμός δεν μπορεί παρά να αποτελούσαν και να αποτελούν κεντρικά συστατικά της κυρίαρχης, αστικής ιδεολογίας και της «πνευματικής ορθοδοξίας» της, μόνο που πέρα από αυτά τα συστατικά δεν υπάρχει ουσιαστικός πνευματικός λόγος ικανός να αρθρωθεί. Παραφράζοντας ελαφρά  μια πρόταση του εγγράφου, πέρα από αυτά τα συστατικά, «δεν φαίνεται πια να υπάρχει κάτι νέο να ειπωθεί». 

Πέρα από αυτά τα συστατικά μένει μόνο, αφενός, ο τετραγωνισμός του κύκλου: η «παραδοσιακή» ιδέα της ισότητας πάνω στο πραγματικό έδαφος των σύγχρονων εκμεταλλευτικών σχέσεων, έστω και «αποδεκτών μόνο ως το μικρότερο κακό».

Μένει, αφετέρου, ως ασφαλιστική δικλείδα της οριστικής αυτοαναίρεσης του πνεύματος, η συνεπάγωγη ρητή ή άρρητη απόρριψη της ίδιας του της ιστορικής «ιδεαλιστικής» αφετηρίας: της ισότητας, έχοντας το «πνεύμα» ανακαλύψει σε αυτήν την αιτία της «εξασθένισής» του…

Δυστυχώς για την πνευματική ζωή που περιγράφει το έγγραφο της CIA, ευτυχώς για την πνευματική ζωή γενικά, εκεί που πεθαίνει το πνεύμα της ισότητας, εκεί που αρχίζει η απολογητική των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων, ακόμα και με τη μορφή του «μικρότερου κακού», εκεί πεθαίνει το πνεύμα γενικά. Εκεί που δεν επικρατεί αυτό το πνεύμα, δεν υπάρχει κανένα άλλο πνεύμα παρά μόνο το «πνεύμα» της αντιπνευματικότητας για να επικρατήσει.

———————————————-

[1] –>https://www.cia.gov/library/readingroom/docs/CIA-RDP86S00588R000300380001-5.PDF

[2] Λένιν, Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, σελ. 129, ΣΕ

[3] Εύλογο, επομένως, και το σύγχρονο ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την ελληνική επανάσταση και τη «νοηματοδότησή» της:

Ριζοσπάστης 21-8-2020: «…ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Τζ. Πάιατ, …συναντήθηκε και με την υπουργό Πολιτισμού, Λ. Μενδώνη, με θέματα τις εκδηλώσεις για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821…».

–>https://www.rizospastis.gr/story.do?id=10899007

 [4] Με τον όρο «αριστερά» το έγγραφο εννοεί βασικά τους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές.

Πέρα από το τι εννοεί το έγγραφο, τότε ακόμα (1985), η διάκριση ως ένα βαθμό εξακολουθούσε, τουλάχιστον θεωρητικά-τυπικά, να διατηρεί την «παραδοσιακή» της έννοια, αντιπροσωπεύοντας αντίστοιχα τη ρεφορμιστική και την επαναστατική ιδεολογία και πολιτική στο εργατικό κίνημα.

Ωστόσο, επίσης σε έναν βαθμό, οι έννοιες είχαν σημειώσει ορισμένη «υποχώρηση»: Η δεκαετία του ’80 ήταν ίσως αυτή στην οποία ο «ρεφορμισμός», τουλάχιστον στην Ευρώπη,  ταυτίστηκε οριστικά – μέχρις σημείου εξαφάνισής του «ως τέτοιου» – με έναν από τους πόλους διαχείρισης του καπιταλισμού. Ενώ την ίδια ώρα, με τη συμβολή και του «ευρωκομμουνισμού», η έννοια της σοσιαλιστικής επανάστασης διαποτιζόταν θεωρητικά και πολιτικά από τη δογματική «βουλησιαρχία» του «ειρηνικού δρόμου».

[5] Ο πρόσφατος περιορισμός και κατάργηση του μαθήματος της κοινωνιολογίας (όπως άλλωστε και των καλλιτεχνικών μαθημάτων) από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αποτελεί δείγμα της επίθεσης στο περιεχόμενο των σπουδών, σε «αρμονία» με την ιδεολογική  στρατηγική που εκπορεύεται από το έγγραφο της ΚΥΠ των ΗΠΑ.

Η επίθεση στην «βάση της κατανόησης της κοινωνίας», δηλαδή – σύμφωνα με το έγγραφο της CIA – η επίθεση στο «νόημα της ιστορίας», συμπληρώνεται με  τη σχετικά πρόσφατη (2018) «αποκήρυξη», από τον σημερινό πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, του ενδιαφέροντος της νεολαίας για την ιστορία: «Πείτε μου τώρα, το παιδί των 17 ετών που θα ψηφίσει για πρώτη φορά, που τον ενδιαφέρει πως θα είναι η Ελλάδα το 2030. Αν τον ενδιαφέρει το τι έγινε το 1963».

–>https://nd.gr/nea/synenteyxi-toy-proedroy-tis-nd-k-kyriakoy-mitsotaki-ston-tileoptiko-stathmo-skai-0

Αλλά και  η εξαγγελία εισαγωγής στο νηπιαγωγείο, όχι της γνωριμίας με την ύπαρξη ξένων γλωσσών και ξένων πολιτισμών γενικά, όχι της γνωριμίας με τη μητρική γλώσσα του τυχόν μετανάστη και πρόσφυγα συμμαθητή των μικρών παιδιών, αλλά της διδασκαλίας τής μιας και μόνης παιδαγωγικά «κατάλληλης» για το νηπιαγωγείο ξένης γλώσσας: της αγγλικής, επιτείνει την «εντύπωση» ότι η εξεταζόμενη «ερευνητική εργασία» θα μπορούσε να χρησιμεύει σαν κυβερνητικό εγχειρίδιο για την υλοποίηση μιας ιδεολογικής – πολιτισμικής στρατηγικής όχι απλώς του κεφαλαίου γενικά, αλλά και των ΗΠΑ ειδικότερα.

[6] Ο σύγχρονος εγχώριος ψυχολογισμός, σε μια εμφανή έκπτωσή του συγκριτικά με τον γαλλικό των δεκαετιών του ’50 – ’60, για τις ανάγκες αντιμετώπισης του «φαντάσματος» της «αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας», εκτός από παρόμοια αναμασήματα, καταφεύγει (από… εντελώς ανιδεόληπτες και ψυχικά στέρεες θέσεις) στο «ερμηνευτικό» σχήμα των «αριστερών ιδεοληψιών» ή ακόμα και της «ψυχικής νόσου» π.χ. των αντιχουντικών αγωνιστών.

Σύμφωνα με την, σημερινή, Υφυπουργό Εργασίας Δόμνα Μιχαηλίδου (29-3-2018):

 «Είχαμε μια αγιοποίηση του αγώνα, του αγώνα της δικτατορίας, η οποία ουσιαστικά έγινε επειδή δεν έγινε ο αγώνας την ώρα που έπρεπε να γίνει. Άρα τι έχουμε; Έχουμε μια σχέση η οποία καταρρίπτει τις διαστάσεις που της ανήκουν, αυτή της αντίστασης, και παίρνει διαστάσεις υπερβολής όπως αυτή της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου. Το δεύτερο κομμάτι της πρότασης …  έχει σχέση με τη μετατροπή σε βαθιά ψυχική νόσο, οποία πολύ φοβάμαι ότι είναι μια μετατροπή σε μια συλλογική ψυχική νόσο … διότι έχει δημιουργηθεί αυτό το συλλογικό αφήγημα μέσα από τη συλλογική μνήμη, αυτής της ιστορικότητας. Ακούω συνέχεια, «ιστορικό στέλεχος της αριστεράς», «ιστορικός αγώνας», κι αναρωτιέμαι, για ποια ιστορία μιλάμε; ποιος έγραψε αυτή την ιστορία; Την έγραψαν αυτοί οι άνθρωποι των οποίων η απώλεια του αισθήματος της δικτατορίας είναι αντίστοιχο με μια απώλεια δικού τους ανθρώπου; Και ποιοι; Αυτοί ακριβώς οι οποίοι είναι οι ψυχικά νοσούντες; … Η έκβαση αυτή της συλλογικής μνήμης φοβάμαι ότι φανερώνει μια συλλογική ψυχική νόσο παρά μια μεμονωμένη».

–>https://www.dailymotion.com/video/x7cybou

Ενδιαφέρουσα, στα παραπάνω, και η «επιμελώς» μονόπλευρη θεώρηση της Ιστορίας ως «γραφής», όχι ως πράξης…

 [7] Η πολιτική αντίθεση προς την «ενότητα της αριστεράς» και την κυβερνητική συνεργασία  σοσιαλιστών – κομμουνιστών αναδείχνει ένα ζήτημα πολιτικών «συνωνύμων»:

Αφενός, εν προκειμένω, πρόκειται για την πολιτική θέση που καταδικάζει το σοσιαλιστικό κόμμα γι’ αυτή τη συνεργασία. Η οποία θέση συναντά την αμερικανική επιδοκιμασία χωρίς άλλους, εμφανείς στο έγγραφο, υπολογισμούς για τις συνέπειες αυτής της «ενότητας» και συνεργασίας στα συνεργαζόμενα κόμματα και τους γενικούς πολιτικούς συσχετισμούς. Στη θέση τέτοιων πολιτικών υπολογισμών βρίσκεται στο έγγραφο η ίδια η περιγραφή της ονομαζόμενης «ιστορικής μεταβολής».

Αφετέρου, πρόκειται για την πολιτική αντίθεση από την άποψη του συνεπούς ρόλου ενός ΚΚ που δρα σε καπιταλιστική χώρα.

Είναι δυο διαφορετικά πράγματα η κριτική στους «σοσιαλιστές» για τη συμμετοχή κομμουνιστών στην κυβέρνησή τους και η κριτική στους κομμουνιστές για τη συμμετοχή τους σε μια «σοσιαλιστική» κυβέρνηση. 

Η κριτική της «αριστερής διανόησης» και της «νέας φιλοσοφίας», όπως εμφανίζεται στο έγγραφο, προέρχεται από την πρώτη αφετηρία.

[8] Ενδεικτικά, ως προς την πολιτική των ΗΠΑ στην Κεντρική Αμερική, μόλις πριν δυο χρόνια, 1983, είχε γίνει η στρατιωτική εισβολή των ΗΠΑ στη Γρενάδα, ενώ όλη τη δεκαετία του ’80 βρίσκεται σε εξέλιξη η πολιτική και υλική επεμβατική ενίσχυση (συνδεμένη και με το γνωστό σκάνδαλο «Ιρανγκέιτ») του πολέμου των «κόντρας» ενάντια στην επανάσταση των σαντινίστας στη Νικαράγουα.

Τα σχετικά αποσπάσματα του εγγράφου προϊδεάζουν για το τι εκτιμήσεις θα μπορούσε να διαβάζουμε μετά από λίγες δεκαετίες σε αποχαρακτηρισμένα έγγραφα που γράφονται σήμερα, για το βαθμό διευκόλυνσης που παρέχει π.χ. η στάση της ελληνικής διανόησης στην πολιτική των ΗΠΑ σε Μέση Ανατολή, ΝΑ Μεσόγειο, Βαλκάνια, ΒΑ Ευρώπη και, βεβαίως, Ελλάδα.

[9] Δεν είναι αβάσιμες, βέβαια, οι θριαμβολογίες του εγγράφου της ΚΥΠ των ΗΠΑ για το «νέο» στίγμα της «γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας» και την «λυδία λίθο της πνευματικής νομιμότητας», ούτε και αφορούν αφηρημένα την «σκέψη». Οι καρποί αυτής της «πνευματικής ορθοδοξίας» και «νομιμότητας» έγιναν εμφανείς στη διάρκεια των βομβαρδισμών της Γιουγκοσλαβίας, όταν η «νέα» γαλλική διανόηση, «αριστερή» και «δεξιά», στήριξε την ιμπεριαλιστική επίθεση έως το βαθμό της ιδεολογικής κακοποίησης των «συναδέλφων» της που αντιτάχθηκαν στη ΝΑΤΟϊκή επέμβαση.

Σύμπτωμα αυτής της «ορθοδοξίας» και «λυδίας λίθου» συνιστά και η αντιμετώπιση που δέχθηκε ο Ιγνάσιο Ραμονέ μετά την έκδοση του βιβλίου του «Φιντέλ Κάστρο. Βιογραφία σε δύο φωνές ή Εκατό ώρες με τον Φιντέλ»,  καρπός πέντε χρόνων καταγραφής και δουλειάς, και εκατοντάδων ωρών συζητήσεων με τον ηγέτη της κουβανικής επανάστασης. Ύστερα από τη γαλλική έκδοση του βιβλίου (2007), και απροσχημάτιστα εξαιτίας αυτής,  τερματίστηκε το ραδιοφωνικό του πρόγραμμα στη δημόσια γαλλική ραδιοφωνία, παύτηκε από διδάσκων στο πανεπιστήμιο Παρίσι 7, διώχθηκε από τη διεύθυνση της Le  Monde diplomatique και διακόπηκε γενικά η συνεργασία του με αυτήν. Έναν χρόνο πριν, μετά την πρώτη (ισπανική) έκδοση του βιβλίου (2006) είχε για τον ίδιο λόγο διακοπεί η συνεργασία του από τις εφημερίδες El Paíκαι Φωνή της Γαλικίας. Το ότι ο ίδιος ο Ιγνάσιο Ραμονέ αμύνεται απέναντι στους διώκτες του χαρακτηρίζοντας «σταλινικές» τις πρακτικές τους, ενδεχομένως πιστώνεται στους ίδιους ως μια ακόμη ιδεολογική «νίκη», αποτελώντας πτυχή της ίδιας «πνευματικής ορθοδοξίας», μέσω της οποίας το -περιβεβλημένο με δημοκρατικό τύπο – καθεστώς της δικτατορίας του  μονοπωλιακού κεφαλαίου πραγματώνεται στο πεδίο της ιδεολογίας.

Βλ., Ραμονέ: Ακριβά το πλήρωσα που έδωσα φωνή στον Φιντέλ Κάστρο

–>http://prensa-rebelde.blogspot.com/2016/12/blog-post_70.html

Ignacio Ramonet, Caro pagué por dar voz a Fidel Castro, Periódico La Jornada
Viernes 9 de diciembre de 2016, p. 48

–>https://www.jornada.com.mx/2016/12/09/mundo/048n1mun

[10] Τρία χρόνια (1981-1984) χρειάστηκε ο «σοσιαλισμός» για να «αποτύχει» στη Γαλλία. Στην Ελλάδα «απέτυχε» αυθημερόν (στις 18 σοσιαλισμός!) αν και η ζωή του παρατάθηκε για περίπου 30 χρόνια (1981-2010) με μικρά «καπιταλιστικά» διαλείμματα. Ενώ και η «αριστερά» της «1ης φοράς» χρειάστηκε μόνο λίγους μήνες από τον Ιανουάριο ως τον Αύγουστο του 2015 για να περάσει από τις «αυταπάτες» του «σχισίματος των μνημονίων με τη συμφωνία των εταίρων» στον πραγματισμό του 3ου μνημονίου και της επισφράγισης των δυο προηγούμενων, βοηθούμενη από την κοινοβουλευτική «αστική ευγένεια» των δεξιών «αντιπάλων» της.

[11] Στην κατεύθυνση της περιφερειακής («υποεθνικής» κατά το έγγραφο) διοικητικής («κυβερνητικής») κατάτμησης των εθνικών κρατών εντάσσονται και οι εγχώριες μεταρρυθμίσεις «Καποδίστριας», «Καλλικράτης» κλπ. Αυτή η «υποεθνική» κατάτμηση αποτελεί, ταυτόχρονα, οργανικό εξάρτημα της «υπερεθνικής»  πολιτικής κυριαρχίας των μονοπωλίων μέσω διακρατικών ιμπεριαλιστικών ενώσεων όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση κ.ά.

[12] Βέβαια ο «κλασικός» φιλελευθερισμός – της εποχής του ελεύθερου καπιταλιστικού συναγωνισμού – δεν είναι καθόλου «κλασικός» στην εποχή των μονοπωλίων. Η αντιγραφή και επικόλλησή του από τη μια εποχή στην άλλη ουσιαστικά συνεπάγεται ένα κοινωνικό τέρας που συνδυάζει την απάλειψη των κοινωνικών «πλεονεκτημάτων» του με τη διόγκωση των κοινωνικών αδιεξόδων του.

[13] Το ζήτημα αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία και από το γεγονός ότι η «νέα» (αν και… προπολεμική σύμφωνα με την εισαγωγική αφήγηση του εγγράφου) γαλλική «σκέψη» του 1985 αποτελεί και τη «σύγχρονη», «φρέσκια», «άφθαρτη», «νέα» κυβερνητική «σκέψη» της Ελλάδας του σήμερα.

Από το βήμα της 82ης Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, το 2017, ο (σημερινός πρωθυπουργός) Κυριάκος Μητσοτάκης,  αφού χαρακτήρισε «τεράστια πληγή» την «διεύρυνση των ανισοτήτων τα τελευταία χρόνια», αμέσως στη συνέχεια αναγόρευσε τις ανισότητες σε συστατικό της ανθρώπινης φύσης, λέγοντας επί λέξει:  «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση και όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη Δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα». Ιδού λοιπόν ο «εξισωτισμός» (το ιδεολογικό θεμέλιο της Γαλλικής Επανάστασης, το ουσιαστικό συστατικό κάθε δημοκρατίας που δεν έχει μετατραπεί σε άδειο κοινοβουλευτικό πουκάμισο) ως πηγή του «ολοκληρωτισμού».

–>https://nd.gr/nea/omilia-toy-proedroy-tis-neas-dimokratias-k-kyriakoy-mitsotaki-stin-82i-deth

Για μια ακριβέστερη καταγραφή των πραγματικών πολιτικο-ιδεολογικών συσχετισμών, σημειώνουμε ότι σε απάντησή του ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας δεν αμφισβήτησε τον ουσιαστικό πυρήνα του ιδεολογήματος Μητσοτάκη («δε ξέρω που το ‘χουν βρει αυτό γραμμένο»), αλλά υπεραμύνθηκε των «κατακτήσεων του σύγχρονου πολιτισμού μας» όπως «η αναδιανομή του πλούτου, η κοινωνική προστασία, η στήριξη των μικρών απέναντι στους μεγάλους, των ανίσχυρων απέναντι στους ισχυρούς».

–>https://www.avgi.gr/arheio/253719_al-tsipras-eimaste-edo-gia-na-kinisoyme-pros-ta-mpros-ton-troho-tis-istorias-video

Τον είχε όμως προλάβει ο αντίπαλός. Την «αντιεξισωτική» διακήρυξή του ο κ. Μητσοτάκης είχε αμέσως συμπληρώσει με την «διευκρίνιση» ότι «το μέρισμα ευημερίας πρέπει να μοιραστεί με όσο το δυνατόν πιο δίκαιο τρόπο», με διαβεβαιώσεις ότι «για εμάς η αλληλεγγύη είναι η άλλη όψη της ελευθερίας» και για την «αναγνώριση της κοινής μοίρας που δένει όλες τις Ελληνίδες και όλους τους Έλληνες»: μικρούς και μεγάλους, ανίσχυρους και ισχυρούς, όπως θα έλεγε και ο κ. Τσίπρας. Η κοινωνικοοικονομική ισότητα «αντίθετη στην ανθρώπινη φύση», καταστατικός κοινωνικός θεσμός επομένως «οι μικροί και οι μεγάλοι», οι «ανίσχυροι και οι ισχυροί»… Δε μένει παρά η δήθεν αντιπαράθεση για την «προστασία» και τη «στήριξη» των δε απέναντι στους μεν, για την «αλληλεγγύη» των δεύτερων προς τους πρώτους…

Απομένει επίσης το ερώτημα του κ. Τσίπρα,  «που το ‘χουν βρει αυτό γραμμένο». Ενδεχομένως το έχουν βρει γραμμένο στην έκθεση της CIA του 1985 για τη γαλλική διανόηση. Στη συνέχεια της οποίας, μάλιστα, εμφανίζονται ορισμένες επιφυλάξεις για τον «ελιτισμό» μιας ευθείας διακήρυξης του «αντιεξισωτισμού». Ωστόσο, στην κοινωνικο-οικονομική «ελίτ» απευθυνόταν ο κ. Μητσοτάκης με τη συγκεκριμένη ομιλία του στη ΔΕΘ. Επομένως, και «ολίγος ελιτισμός» εν προκειμένω δεν αντενδείκνυται.

[14] Στο περιεχόμενο μιας τέτοιου είδους αντιπαράθεσης, συνδεμένης με εντεινόμενες ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και επιδιώξεις, εντάσσεται πρόσφατα και η ηχηρή στοχοθέτηση θρησκευτικών αισθημάτων των μουσουλμανικών πληθυσμών εντός και εκτός Γαλλίας.

Η γαλλική άρχουσα τάξη, ενώ εξοστρακίζει την ισότητα από την πνευματική της «ορθοδοξία» και «νομιμότητα», ανεμίζει υπό όρους φάρσας τη σημαία της «ελευθερίας του (“ορθόδοξου” και “νόμιμου”) λόγου», εφόσον βέβαια δεν πρόκειται για  την εναντίωση στον βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας ή για τις συζητήσεις με το Φιντέλ.

Η κατασκευή του χρήσιμου εχθρού κρίνεται προφανώς «ωφέλιμη» για την προώθηση των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων στο εξωτερικό και την ένταση της αντιλαϊκής, αντεργατικής (αντιεξισωτικής!) καταστολής στο εσωτερικό.

Η «έμψυχη», – άθρησκη ή θρησκευόμενη, χριστιανική ή μουσουλμανική -, πρώτη ύλη της βιομηχανίας του ιμπεριαλιστικού πολέμου,  πρέπει να πειστεί, ότι ο καυγάς δεν αφορά ενεργειακά κοιτάσματα και αγωγούς, αλλά τα γένια του προφήτη και τη ζωγραφική τους. Ότι πρόκειται για αναβίωση του πολέμου μεταξύ εικονολατρίας και εικονομαχίας, κι όχι για την αρπαγή των πηγών του κοινωνικού πλούτου.

[15] «Ομάδα Έρευνας και Μελέτης Ευρωπαϊκού Πολιτισμού» και «Λέσχη του Ρολογιού». Οργανισμοί της «νέας δεξιάς» διανόησης προσδιοριζόμενοι ως «δεξαμενές σκέψης» με ακροδεξιό (αν και «μεταμοντέρνο») θεωρητικό λόγο και πρακτική «εισοδισμού» στα κέντρα άσκησης της αστικής πολιτικής.

[16] Εν προκειμένω, όταν διαβάζουμε «ελιτισμός» μπορούμε να εννοήσουμε και τα μη ελκυστικά για τις μάζες ιδεολογήματα, τα οποία ναι μεν εκφράζουν την ταξική αλήθεια των εκφραστών τους, αλλά δημιουργούν ορισμένη δυσκολία στην ιδεολογική ενσωμάτωση των εργαζομένων καθώς και του τμήματος της διανόησης που υπηρετεί – με τις απόψεις του – τη λειτουργία αυτής της ενσωμάτωσης.

Έτσι και στη συνέχεια του κειμένου, η μεταφυσική χριστιανική ισότητα ενώπιον του Θεού δεν προκαλεί πρακτικές πολιτικές δυσκολίες, επομένως δεν συντρέχει άμεσος λόγος μεταφυσικών ιδεολογικών μετώπων που ενδεχομένως προσκρούουν σε «προλήψεις» του βασικού συντηρητικού target group, παρότι, στο δευτερεύον «αριστερό» target group ενδεχομένως θα ασκούσαν μια απατηλή γοητεία.

Συχνά, άλλωστε, είναι για τον κυρίαρχο αστικό λόγο αποδοτικότερη η ανάπτυξη των θεωρητικών ιδεολογημάτων στη βάση ενός σιωπηρού αλλά ήδη διατυπωμένου θεμελιακού υπόβαθρου, παρά η εξασθένηση της επίδρασης των ιδεολογημάτων χάριν επαναλαμβανόμενης εμμονής στο υπόβαθρο που προκαλεί δυσάρεστα ιδεολογικά αντανακλαστικά.

Κατά τα άλλα ο «τελικός στόχος» είναι διατυπωμένος: κάποιοι «υπερέχουν ουσιαστικά» από τους υπόλοιπους, πράγμα το οποίο η κοινωνία οφείλει να  αναγνωρίσει πολιτικά. Η «ουσιαστική υπεροχή» της «ελίτ» στο κοινωνικό βασίλειο, δεν προτίθεται πάντως να αφήσει χάρισμα στα κατώτερα όντα ούτε την «βασιλεία των ουρανών»: Όχι η «τεχνητή ισότητα» αλλά η «ουσιαστική υπεροχή κάποιων» οφείλει να εξουσιάζει τόσο την πολιτική και την οικονομία όσο και το κοινωνικό πνεύμα…

[17] Στο προηγούμενο παράθεμα, πριν την αναφορά στον Ρ. Αρόν, αφαιρέσαμε μια αναφορά του εγγράφου στον Ρ. Ντεμπραί κρίνοντάς την, στο σημείο εκείνο, εμβαλωματική και ικανή να προκαλέσει σύγχυση, αφού η κριτική του Ντεμπραί αφορά όχι τη «νέα δεξιά», που είναι εκεί το θέμα, αλλά τη «νέα αριστερά» και τους «νέους φιλοσόφους» της. Την παραθέτουμε στο μέρος το σχετικό με την «ύφεση της πνευματικής ζωής».

[18] «Εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει κι η μοναξιά», ήταν η ελληνική (ορθόδοξη και «πνευματώδης») εκδοχή της «φυγής από την ιδεολογία» την ίδια χρονική περίοδο, στην οποία αναφέρεται το έγγραφο. Η αντίστροφη τοποθέτηση, «εκτός από τη μοναξιά υπάρχει κι ο ιμπεριαλισμός», προφανώς δεν διέθετε ποτέ «ορθόδοξα» πιστοποιητικά, τουλάχιστον από αυτά που εκδίδουν έγγραφα σαν και αυτό. Φυσικά, την «φυγή από την ιδεολογία» ακολουθεί είτε, κατ’ εξαίρεση, ο ατομικός αναχωρητισμός είτε, κατά κανόνα, ο «πραγματισμός» της ατομικής προσαρμογής και της (επιτυχούς ή ανεπιτυχούς) επιδίωξης ατομικού οφέλους από την πραγματικότητα, όποια κι αν είναι αυτή. 

[19] «Σοφοί», «savants», με πλάγια έμφαση στο πρωτότυπο, όπως και στα σημεία όπου υπάρχουν αναφορές στον Ρεζί Ντεμπραί. Διακινδυνεύοντας μια ερμηνεία,  ίσως να πρόκειται για επιτηδευμένη εννοιολογική απόχρωση της αγγλικής ή της αμερικάνικης αγγλικής, μια απόχρωση (savant) πολιτισμικά πιο «αρχαϊκή» από ό,τι του διανοούμενου (intellectual), και η έμφαση να ανταποκρίνεται στον ενεργό ιδεολογικό ρόλο του εγγράφου: Οι κομμουνιστές, οι αντίπαλοι του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού,  μπορούν να είναι «πολύξεροι», μπορούν να είναι «σοφοί του καφενείου», το να κατέχουν όμως τον «υψηλό» τίτλο του «διανοούμενου» προσκρούει στην «πνευματική ορθοδοξία και νομιμότητα» που «λυδία λίθος» και μέρος της είναι ο αντικομμουνισμός, ο αντισοβιετισμός, ο «αντιολοκληρωτισμός».

[20]. Παρά το συζητήσιμο πλευρών αυτού του σημείου, όπως και άλλων στο έγγραφο, στις πραγματικές αιτίες των πραγματικών φαινομένων, θα πρέπει, πέραν και της ιδεολογικής «πίεσης» που σημασιοδοτούν οι όροι πνευματική «ορθοδοξία» και «νομιμότητα»,   να υπολογιστούν και άλλοι παράγοντες,  όπως ο οπορτουνισμός, η τάση «σοσιαλδημοκρατικοποίησης» μέσω του ευρωκομμουνισμού, επομένως ορισμένος βαθμός άρρητης οικειοποίησης των βάσεων της πολεμικής.

[21] Το έγγραφο δεν παραλείπει μια εκτίμηση για «ζητήματα που μπορούν να κρατήσουν τους διανοούμενους σε τριβή»: Τέτοια είναι: Η ανάμιξη στην πολιτική – χαρακτηριστικό των αριστερών – αλλά όχι κομματική ή ιδεολογική ανάμιξη. Το ιδεολογικό ζήτημα της Γαλλικής πολιτιστικής ταυτότητας, «στενά δεμένης με τα συναισθηματικά ζητήματα των ξένων επιρροών στη Γαλλία, της μετανάστευσης και του ρατσισμού»«Αντι-μεταναστευτική ρητορική και ρατσισμός συνδεμένα με την άνοδο του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου γαλβάνισαν  πολλούς αριστερούς διανοούμενους στη δράση, κυρίως σε διαμαρτυρίες στους δρόμους οργανωμένες από μια αντιρατσιστική ομάδα αποκαλούμενη ΣΟΣ Ρατσισμός».

Κατά τα άλλα (το έγγραφο) ψυχρά παραθέτει τι μπορεί να ενδιαφέρει την πολιτική των ΗΠΑ σε σχέση με τη γαλλική πολιτική και την μελλοντική επιρροή της «νέας αριστεράς» σ’ αυτήν: Στήριξη προσπάθειας μετριοπαθών σοσιαλιστών για κεντροαριστερή συμμαχία και αντίθεση σε κάθε προσπάθεια σκληρής γραμμής σοσιαλιστών για «ενότητα της αριστεράς» (εντός εισαγωγικών στο πρωτότυπο) με το κομμουνιστικό κόμμα στις επικείμενες εκλογές. Η δραστηριότητα της νέας αριστεράς πιθανά θ’ αυξήσει τις διαφωνίες μεταξύ των δυο αριστερών κομμάτων και στο εσωτερικό του  Σοσιαλιστικού Κόμματος καθώς και την εκλογική αποστασία από αμφότερα τα στρατόπεδα, σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό.


πόσα λεφτά είναι 5 τρισ;

Ούτε εγώ μπορώ ούτε κανείς ανάμεσά μας μπορεί να καταλάβει πόσα είναι 5 τρισεκατομμύρια δολάρια, και σε τίποτα δεν βοηθάει αν πούμε ότι 5.000.000.000.000 δολάρια, προς 1,09 δολάρια στο ευρώ, είναι τέσσερα τρισεκατομμύρια πεντακόσια ογδόντα επτά δισεκατομμύρια εκατον πενήντα πέντε εκατομμύρια εννιακόσιες εξήντα τρεις χιλιάδες τρακόσια δυο ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτα. Δεν θα βοηθούσε ν’ αντιληφθούμε το «νόημα» αυτού του ποσού (την… ποιότητα της ποσότητας), ούτε κι αν διευκρινίζαμε ότι πρόκειται για το ποσό που αποφάσισε να διαθέσει στην «παγκόσμια οικονομία» η Ομάδα των 20 πλουσιότερων χωρών του κόσμου (G20), στο πλαίσιο – σύμφωνα με το ρεπορτάζ – «στοχευμένης οικονομικής, χρηματοπιστωτικής πολιτικής και άλλων οικονομικών μέτρων για περιορισμό όχι μόνον των σοβαρών χρηματοπιστωτικών αλλά και κοινωνικών επιπτώσεων της πανδημίας»

*

Μιά σύγκριση που θα μπορούσε κάπως να βοηθήσει: Το ποσό αυτό είναι 123,9 φορές τα 37 δισ. ευρώ που περικόπηκαν μέσα σε μια δεκαετία από το σύστημα υγείας της Ιταλίας, της χώρας που ανήκει στην «Ομάδα των 20» και μετράει αυτή τη στιγμή πάνω από 11.591 νεκρούς και 101.739 κρούσματα της πανδημίας.

Είναι 152.905 φορές τα 30.000.000 ευρώ που δίνει η ελληνική κυβέρνηση στις ιδιωτικές επιχειρήσεις υγείας και 60.757 φορές η έκτακτη ενίσχυση του Υπουργείου Υγείας με 75,5 εκατομμύρια ευρώ, που ανακοίνωσε η κυβέρνηση στις 20 Μαρτίου.

Είναι 603,57 ευρώ για κάθε έναν από τους περίπου 7,6 δισεκατομμύρια κατοίκους των 193 κρατών- μελών του ΟΗΕ, ένα ποσό που στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού (περίπου 10,8 εκατομμύρια κάτοικοι) θα αντιστοιχούσε με πάνω από 6,5 δισεκατομμύρια ευρώ και στο σύνολο του πληθυσμού π.χ. των ΗΠΑ (περίπου 330 εκατομμύρια κάτοικοι) θα αντιστοιχούσε με σχεδόν 200 δισεκατομμύρια ευρώ.

*

Είναι προφανές ότι αυτό το ποσό των 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων αποτελεί μόνο ένα μικρό κλάσμα από τα χρηματικά αποθέματα των χωρών της «Ομάδας των 20» και ένα ακόμα μικρότερο κλάσμα αν συνυπολογιστούν τα χρηματικά αποθέματα που διαθέτει το παγκόσμιο «κράτος εν κράτει» των μονοπωλιακών επιχειρηματικών ομίλων. Και πρέπει να υπογραμμιστεί, ότι στο σύνολό τους αυτά τα χρηματικά αποθέματα αντιπροσωπεύουν οικονομική αξία που έχει παραγάγει η συνολική παγκόσμια κοινωνική εργασία και είναι ικανά να κινητοποιήσουν οικονομικούς πόρους αντίστοιχης αξίας για την παραγωγή νέου πλούτου και για την υλοποίηση οποιουδήποτε κοινωνικά αναγκαίου σκοπού.

Αλλά ας περιοριστούμε εν προκειμένω στο συγκεκριμένο ποσό των 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων και ας αναρωτηθούμε με το φτωχό μας το μυαλό:

Πόσον ακόμα καιρό θα διαρκούσε η πανδημία, αν αυτά τα 5 τρισεκατομμύρια δολάρια αυτήν εδώ τη στιγμή κατευθύνονταν  στην οργάνωση μιας υγειονομικής εκστρατείας με στόχο τη ριζική της αντιμετώπιση παντού, σε ολόκληρο τον κόσμο, σε κάθε χώρα της γης; Αν με αυτά τα 5 τρισεκατομμύρια δολάρια και με τη διεθνή συνεργασία των κρατών συγκεντρωνόταν και κατανεμόταν το αναγκαίο υγειονομικό προσωπικό, εξασφαλίζονταν τα αναγκαία υλικά μέσα (τεστ, αντιδραστήρια, μέσα προστασίας, κλίνες, φαρμακευτικό υλικό), διενεργούνταν υγειονομικοί έλεγχοι στην κάθε γωνιά της γης που έχει πληγεί από τη διάδοση του ιού, εντοπίζονταν και αξιολογούνταν τα κρούσματα, απομονώνονταν από τον κοινωνικό τους περίγυρο και λάμβαναν την απαραίτητη θεραπευτική αγωγή… 

Η απάντηση που μπορεί να δώσει το δικό μου φτωχό μυαλό, είναι ότι μέσα σε έναν μήνα από τώρα η πανδημία θα είχε τεθεί υπό έλεγχο παγκόσμια και σε ένα σχετικά βραχύ χρονικό διάστημα θα είχε εξαλειφθεί πλήρως.

Δεν πρόκειται για φαντασιοκοπία. Πρόκειται – λέει το δικό μου το φτωχό το μυαλό μου – για ρεαλιστική εκτίμηση, και ο ρεαλισμός της δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ένα τέτοιο «σχέδιο» δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί.

Αλλά γιατί δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί;

*

Όπως αναφέρεται παραπάνω, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η «Ομάδα των 20» αποφάσισε τη διάθεση του ποσού των 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων «στο πλαίσιο της στοχευμένης οικονομικής, χρηματοπιστωτικής πολιτικής και άλλων οικονομικών μέτρων για περιορισμό όχι μόνον των σοβαρών χρηματοπιστωτικών αλλά και κοινωνικών επιπτώσεων της πανδημίας». Κι αυτό, σύμφωνα και με τον τίτλο του ρεπορτάζ, μεταφράζεται σε: «σωσίβιο» 5 τρισ. στους μονοπωλιακούς ομίλους.

Με τη γλώσσα της ίδιας της «Ομάδας των 20», ο σκοπός βρίσκεται όχι στον «περιορισμό» και την εξάλειψη της πανδημίας, αλλά στον «περιορισμό» των «επιπτώσεών της» οι οποίες περιγράφονται ως επιπτώσεις «όχι μόνο χρηματοπιστωτικές αλλά και κοινωνικές». Και στο σημείο αυτό μάλλον έχουμε το δικαίωμα να προβούμε στην εξής ερμηνεία: Στη γλώσσα (και στην αντίληψη) της «Ομάδας των 20» οι χρηματοπιστωτικές και οι κοινωνικές επιπτώσεις της πανδημίας ουσιαστικά και σε τελική ανάλυση ταυτίζονται.

Μπορεί να θεωρηθεί «λογικό»: Ένα πλήθος επιχειρήσεων σταματάνε, οι «επενδυτές» δεν παίρνουν πίσω τα κεφάλαιά τους προσαυξημένα με το προσδοκώμενο κέρδος, οι τράπεζες δεν παίρνουν πίσω τα δάνειά τους προσαυξημένα με τον προσδοκώμενο τόκο, οι δανειστές των κρατών περιέρχονται σε ανάλογη ανασφαλή θέση. Οι επιχειρήσεις θα οδηγούνταν στην καταστροφή αν απ’ τα συσσωρευμένα τους κέρδη πλήρωναν τους εργαζόμενους για να «κάθονται». Οπότε μένουν χωρίς δουλειά και χωρίς εισόδημα δεκάδες εκατομμύρια εργαζόμενοι οι οποίοι – τουλάχιστον σ’ ένα ικανό ποσοστό τους – πρέπει κουτσά-στραβά να επιβιώσουν για να προσφέρουν ξανά τις υπηρεσίες τους κατά την στιγμή της «επανεκκίνησης της οικονομίας».

Σύφωνα λοιπόν με αυτή την σχηματική και «απλοϊκή» αλλά, νομίζω, όχι λάθος περιγραφή οι «χρηματοπιστωτικές και κοινωνικές επιπτώσεις της πανδημίας» εμφανίζονται αξεχώριστες μεταξύ τους, και είναι επόμενο σε αυτές – και όχι στην εξάλειψη της πανδημίας – να κατευθυνθεί το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί κατά κεφαλή σε 603,57 ευρώ για κάθε κάτοικο του πλανήτη… Μόνο που η «λογική» αυτή αφορά την «οικονομία των ιδιωτών» [1] (όπου ως «ιδιώτης» νοείται τόσο, ας πούμε, o ημιαπασχολούμενος των 300 ευρώ μισθό το μήνα όσο, με την ευκαιρία, και η τράπεζα των 270 εκατομμυρίων ευρώ κέρδος το χρόνο)… [2] Μόνο, επίσης, που «λογική» της «οικονομίας» των ιδιωτών, καθόλου δεν είναι λογική της οικονομίας γενικά… [3] Μόνο, τέλος, που η «λογική» της «οικονομίας» των ιδιωτών βρίσκεται σε σύγκρουση με κάθε λογική που θα δικαιούνταν να αποτελεί τη λογική της οικονομίας γενικά.

Και δεν είναι παρά η πολιτική κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου αυτή που, σε συνθήκες πανδημίας, επιβάλλει την εφαρμογή της πρώτης «λογικής» αντί της δεύτερης και εναντίον της δεύτερης.

*

 Για τη μία «λογική», για την «οικονομία» των ιδιωτών, ο «ιδιώτης» βγάζει ένα καθαρό ετήσιο κέρδος π.χ. 270 εκατομμύρια ευρώ, το οποίο είναι αποτέλεσμα της «αξιοποίησης του κεφαλαίου του» και γι’ αυτό του ανήκει. Για τη λογική της οικονομίας γενικά, αυτά τα 270 εκατομμύρια ευρώ αποτελούν αποτέλεσμα της κοινωνικής εργασίας, γι’ αυτό ανήκουν στην κοινωνία και πρέπει να διατεθούν για τις ανάγκες της.

Για τη «λογική» της «οικονομίας» των ιδιωτών, οι «ιδιώτες», οι επιχειρηματικοί όμιλοι, πληρώνουν τους εργαζόμενους στα όρια της επιβίωσης και για όσο από την εργασία τους  μπορούν να ιδιοποιούνται το προσδοκώμενο κέρδος. Και όταν αυτή η ιδιοποίηση διακόπτεται, τα συσσωρευμένα κέρδη μένουν στους «ιδιώτες», ενώ οι εργαζόμενοι μένουν χωρίς δουλειά και χρήματα για να ζήσουν. Για τη λογική της οικονομίας γενικά, η εργασία όλων παράγει τα μέσα συντήρησης όλων καθώς και οτιδήποτε ανυψώνει τη ζωή όλων πάνω από τα όρια της συντήρησης. Και σε συνθήκες κινδύνου για την ανθρώπινη ύπαρξη, η κινητοποίηση των οικονομικών πόρων της κοινωνίας οργανώνεται με σκοπό την εξάλειψη του κινδύνου και την εξασφάλιση – όσο διαρκεί ο κίνδυνος – της συντήρησης όλων.

Για τη «λογική» της «οικονομίας» των ιδιωτών, χρειάζεται να δαπανηθούν 5 τρισ. από τα κράτη προκειμένου με αυτά, οι κοινωνίες τώρα, να καλύψουν την μαύρη τρύπα που αφήνουν πίσω τους οι «ιδιώτες» καθώς εγκαταλείπουν εσπευσμένα την ίδια τους την «οικονομία».  Για τη λογική της οικονομίας γενικά, το σταμάτημα της παραγωγής σε σειρά κλάδων λόγω υγειονομικού κινδύνου, αντιμετωπίζεται με τη συνέχιση της παραγωγής των αναγκαίων ειδών για τον πληθυσμό και με την ένταση της παραγωγής όσο χρειάζεται στους κλάδους που έχουν ως αντικείμενο την αντιμετώπιση και εξάλειψη του υγειονομικού κινδύνου. 

********

Για να κατανοήσουμε τη λογική της οικονομίας γενικά, την οικονομία της κοινωνικοποιημένης εργασίας και τη λογική της, μπορούμε να ανατρέξουμε στην ιστορικά οικεία μας, μέχρι και τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα, οικογενειακή «πατριαρχική» παραγωγή μιας αγροτικής οικογένειας που παράγει για τις δικές της ανάγκες όσα απαιτούνται για την ύπαρξή της: γέννημα, ζώα, πανί, ρούχα κλπ. [4] Η οικογενειακή δουλειά κατανέμεται ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας σύμφωνα με τις δυνατότητές τους, και το αποτέλεσμα της δουλειάς ανήκει σε όλη την οικογένεια και, μέσα στα ποσοτικά του όρια, κατανέμεται στα μέλη της  σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Στο πεδίο της κοινωνίας, τη θέση της «οικογένειας» παίρνει η ίδια η κοινωνία και τη θέση των «μελών της οικογένειας» παίρνουν τα άτομα, το σύνολο των ατόμων που απαρτίζουν την  κοινωνία, με τη διαφορά ότι, εκεί που τα όρια της πατριαρχικής οικογένειας αποτελούν όρια της ελευθερίας των μελών της και της ίδιας, εδώ η ελευθερία όλων στηρίζεται στην ελευθερία του κάθε ατόμου να δρα και να αναπτύσσεται εντός των διευρυνόμενων ορίων όλης της κοινωνίας.

Αν, τώρα, η πατριαρχική μας οικογένεια τύχει και κρυολογήσει, το απόθεμά της  σε χαμομηλάκι είναι διαθέσιμο για όλα τα μέλη της, όπως είναι διαθέσιμο για όλα τα μέλη της και το απόθεμά της σε μέσα συντήρησης, ενώ επίσης η οικογένεια πρέπει να κατανείμει στα μέλη της και τις εργασίες που δεν μπορούν να αναβληθούν στη διάρκεια του κρυολογήματος…

Η ίδια αυτή οικογένεια θα μπορούσε, επίσης, να μας φανεί χρήσιμη για την κατανόηση της «οικονομίας» των ιδιωτών και της δικής της «λογικής»:

Αν ένα μέλος της ιδιοποιούνταν τα σταροχώραφα και τα υπόλοιπα μέλη της δούλευαν για λογαριασμό του, κάθε ένα από αυτά τα μέλη-εργάτες θα πληρωνόταν με μια φέτα ψωμί ημερομίσθιο και το μέλος-ιδιοκτήτης θα είχε κάθε μέρα δικό του κέρδος ένα καρβέλι, για να το πουλάει έξω απ’ το σπίτι και να συσσωρεύει χρήματα, για να αγοράσει κι άλλα χωράφια και να πολλαπλασιάσει σε καρβέλια το καθημερινό κέρδος του. Όσο ο καιρός πάει καλά, κανένας δεν έχει παράπονο… Τα μέλη-εργάτες έχουν κάθε μέρα τη φέτα τους το ψωμί και το μέλος-ιδιοκτήτης συσσωρεύει καρβέλια και χρήμα, πράγμα που αποτελεί και την υπερηφάνια όλης της οικογένειας… Ώσπου έρχεται μιά χρονιά ανομβρίας. Το μέλος-ιδιοκτήτης, χώρια που στο μπαούλο τού έχουν περισσέψει και αρκετά καρβέλια για να περάσει τις δυσκολες μέρες, ξοδεύει κι ένα μέρος από το χρηματικό απόθεμα που συγκέντρωσε και προμηθεύεται μαρμελάδα για ν’ αλείφει στο ψωμί του.  Τα μέλη-εργάτες, όμως, δεν είχαν φροντίσει να βάζουν στην άκρη ένα ψιχουλάκι από την καθημερινή τους φέτα, και τώρα δεν έχουν καθόλου δικό τους ψωμί. Το μέλος ιδιοκτήτης, αν θέλει, αν τους χρειάζεται για μετά την ανομβρία, μπορεί έως τότε να τους δίνει κάθε μέρα μια μπουκιά ψωμί. Βέβαια, καμιά υποχρέωση δεν έχει να τους δώσει από το δικό του το ψωμί. Το κάνει γιατί, στο  κάτω-κάτω, «μια οικογένεια είμαστε», αλλά όπως είναι και δίκαιο, τα μέλη-εργάτες θα τού το ανταποδόσουν με τη δουλεία τους όταν οι βροχές ξαναρχίσουν. Εκτός αν θέλουν να αγοράζουν το ψωμί τους, από αυτόν ή από άλλα σπίτια, εφόσον προηγουμένως δανειστούν με τόκο, από τον πατέρα της οικογένειας, που έχει αναλάβει το ρόλο του τραπεζίτη…

…Διότι, δεν το είπαμε απ’ την αρχή: Τραπεζίτης στην οικογένεια είναι ο πατέρας, ο οποίος μέχρι πριν κρατούσε στα χέρια του το χρηματικό της απόθεμα. Και για να πούμε την αλήθεια, ο γιος-ιδιοκτήτης, όταν πήρε στην ιδιοκτησία του τα σταροχώραφα, είχε δανειστεί από τον πατέρα-τραπεζίτη ένα ποσό για τα πρώτα έξοδα της καλλιέργειας, έτσι που από το κάθε καρβέλι κέρδος που του έμενε κάθε μέρα, κοντά μισό καρβέλι το κρατούσε ο πατέρας-τραπεζίτης για τόκους. Τώρα με την ανομβρία διακόπηκε η παραγωγή του ψωμιού και μαζί της και η παραγωγή αυτού του ξεχωριστού καρβελιού που έμενε στον γιο-ιδιοκτήτη κάθε μέρα και που κοντά το μισό ήταν οι τόκοι του τραπεζίτη-πατέρα. Όμως δεν είναι δίκαιο να ζημιωθεί ο τραπεζίτης-πατέρας εξαιτίας της ανομβρίας, όταν δάνειζε τα χρήματά του δεν είχαν πει τίποτα για «ανομβρία». Ή μήπως πρέπει τώρα να ψάξει κι αυτός για δάνειο από άλλους πατέρες-τραπεζίτες, τη στιγμή που έχει κι αυτός υποχρεώσεις που τρέχουν: τις δόσεις για κάτι χωριά που είχε αγοράσει στους περακάμπους. Πατέρας-τραπεζίτης και γιος-ιδιοκτήτης συμφωνούν μεταξύ τους, για τον «περιορισμό των χρηματοπιστωτικών αλλά και κοινωνικών επιπτώσεων» της ανομβρίας, να διαθέσουν από τα χρηματικό απόθεμα «όλης της οικογένειας» το ποσό των 4.587.155.963.302,75 ευρώ.

Στη θέση της ανομβρίας μπορούμε να βάλουμε το γενικό κρυολόγημα της οικογένειας, και στη θέση του ψωμιού το χαμομήλι. Εδώ συμβαίνει το εξής: Η κόρη, που έως πριν μάζευε χαμομήλι για όλη την οικογένεια, κατόπιν δανείστηκε κι αυτή από τον πατέρα-τραπεζίτη ένα ποσό για τα πρώτα έξοδα και προσέλαβε για το μάζεμα του χαμομηλιού τους 5 από τους 10 γιους-εργάτες. Αυτοί οι 5 κάθε μέρα πληρώνονταν απ’ την κόρη τόσο ώστε να μπορούν  να αγοράσουν μια φέτα ψωμί από τον γιο-ιδιοκτήτη (σε χρήμα, όχι σε χαμομήλι, τι να το κάνει αυτός το χαμομήλι, αυτός δεν πουλάει χαμομήλι, πουλάει ψωμί). Για αυτή την αμοιβή οι γιοί-εργάτες μάζευαν για την κόρη-χαμομηλού τόσο χαμομήλι όσο έφτανε ώστε να της μένει κάθε μέρα κέρδος τόσο χαμομήλι όσο μάς κάνει κι ένα καρβέλι ψωμί (μείον το κοντά μισό καρβέλι που είχε κι αυτή να πληρώνει για τόκους του πατέρα-τραπεζίτη). Τώρα, με το κρυολόγημα, συμβαίνει με το χαμομήλι ό,τι συνέβαινε και με το ψωμί στην ανομβρία. Οι γιοί-εργάτες, δε φτάνει που τότε είχαν μείνει χωρίς μπουκιά ψωμί, τώρα μένουν και χωρίς μια κούπα χαμομήλι. Αλλά και με αυτόν τον πυρετό ποιος μπορεί να πάει για δουλειά στα χωράφια; 

Για να μην τα πολυλογούμε, κόρη-χαμομηλού, γιος-ιδιοκτήτης και πατέρας-τραπεζίτης, για να μην κολλήσουν το κρυολόγημα από την εστία διάδοσης που αποτελούν οι γιοί-εργάτες, αποσύρονται στα εξοχικά τους, αφήνοντας έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού τον γιο-αστυνομικό να προσέχει την καραντίνα των υπόλοιπων. Και μέσω τηλεδιάσκεψης οι τρεις συμφωνούν μεταξύ τους στα γνωστά: για τον «περιορισμό των χρηματοπιστωτικών αλλά και κοινωνικών επιπτώσεων» του κρυολογήματος, να διαθέσουν από τα χρηματικό απόθεμα «όλης της οικογένειας» το ποσό των 4.587.155.963.302,75 ευρώ.

*

Πώς να τελειώσουμε την ιστορία μας; Ας δοκιμάσουμε αυτό:

Η τάξη των μελών-εργατών της οικογένειας (ο θεός να την κάνει τέτοια) απαιτεί από την τάξη των μελών-καπιταλιστών της, να διαθέσουν όλο το χαμομήλι που χρειάζεται για να τελειώσει το κρυολόγημα, κι όλο το ψωμί που χρειάζονται για να ζήσουν ως τότε.

Και προβληματίζεται για την «οικονομία» των ιδιωτών και τη «λογική» της και για το αν έχει αυτή οποιαδήποτε σχέση με την οικονομία γενικά και τη δική της (δική τους) λογική.

*

«Καπιταλιστική οικονομία»: Αντίφαση εν τοις όροις.

======================================

[1] Οικονομία των ιδιωτών: Economy of the idiots, idiotic economy

[2] Καθαρά κέρδη 270 εκατομμυρίων ευρώ για το 2019 ανακοίνωσε η Τράπεζα Πειραιώς. Μια που, καθώς αναμένεται, θ’ αρχίσουμε τ’ απογεύματα στις 7 να χειροκροτάμε από τα μπαλκόνια τους πολιτικούς που προσφέρουν σε δυο δόσεις από έναν μισθό τους «κατά του κορονοϊού», ας υπολογίσουμε και το ότι τα παραπάνω ετήσια κέρδη της Τ.Π. αντιστοιχούν σε μηνιαίο ποσό καθαρών κερδών 22.5 εκατομμυρίων ευρώ. Και, φυσικά, η Τ.Π. είναι μία μόνο από τις τράπεζες, οι τράπεζες είναι λίγες μόνο από όλους τους μονοπωλιακούς επιχειρηματικούς ομίλους, και τα καθαρά κέρδη ενός από αυτούς – όπως η Τ.Π. – είναι λίγα μόνο από τα συνολικά τους κέρδη. 

[3] Μαρξ – Ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών: «…εκδήλωνε στην πραγματικότητα τη μεγάλη έριδα ανάμεσα στην τυφλή κυριαρχία των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης που αποτελούν την πολιτική οικονομία της αστικής τάξης, και στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής από  την κοινωνική πρόβλεψη, που αποτελεί την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης»

[4] Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Α΄ τόμος, σελ. 91, ΣΕ: «Για να εξετάσουμε την κοινή, δηλ. την άμεσα κοινωνικοποιημένη εργασία δε χρειάζεται ν’ ανατρέξουμε στην πρωτόγονη μορφή της που τη βρίσκουμε στο κατώφλι της ιστορίας όλων των πολιτισμένων λαών. Ένα πιο κοντινό παράδειγμα αποτελεί η αγροτική πατριαρχική παραγωγή μιας αγροτικής οικογένειας που παράγει για τις δικές της ανάγκες γέννημα, ζώα, πανί, ρούχα κλπ. Τα διάφορα αυτά πράγματα αποτελούν για την οικογένεια διάφορα προϊόντα της οικογενειακής της εργασίας, δεν αποτελούν όμως το ένα για το άλλο εμπορεύματα. Οι διάφορες εργασίες που παράγουν αυτά τα προϊόντα, η γεωργία, η χτηνοτροφία, το κλώσιμο, η υφαντική, η ραφτική κλπ είναι κοινωνικές λειτουργίες στη φυσική τους μορφή, γιατί είναι λειτουργίες της οικογένειας που έχει το δικό της αυθόρμητο καταμερισμό της εργασίας, ακριβώς όπως και η εμπορευματική παραγωγή. Οι διακρίσεις φύλου και ηλικίας καθώς και οι φυσικοί όροι της εργασίας που αλλάζουν μαζί με την εναλλαγή των εποχών του έτους, ρυθμίζουν τον καταμερισμό της εργασίας μέσα στην οικογένεια και το χρόνο εργασίας του κάθε ξεχωριστού μέλους της οικογένειας. Το ξόδεμα όμως των ατομικών εργατικών δυνάμεων που μετριέται με τη χρονική τους διάρκεια εμφανίζεται εδώ ανέκαθεν σαν κοινωνικός καθορισμός των ίδιων των εργασιών, γιατί οι ατομικές εργατικές δυνάμεις δρουν εδώ από ανέκαθεν μόνο σαν όργανα της κοινής εργατικής δύναμης της οικογένειας. …»


Οι «120 δόσεις» και η χθεσινη ανακοίνωση του ΚΚΕ

Στην προηγούμενη ανάρτηση του μπλογκ παρουσιάσαμε το ζήτημα των χρεών προς το δημόσιο τοποθετημένο στο όχι ιδεατό αλλά εντελώς πραγματικό και εντελώς προσωπικό πεδίο των οφειλών που συσσωρεύτηκαν στις πλάτες ενός αυτοαπασχολούμενου, κατά κύριο λόγο από τη ληστρική φορολόγηση του εισοδήματος μετά την κατάργηση του αφορολόγητου ορίου των 12.000 ευρώ και τη θέσπιση του «τέλους επιτηδεύματος», κατά το χρονικό διάστημα 2012-2017.

Συνοψίζοντας τα στοιχεία αυτών των 6 χρόνων:

Πραγματικό μέσο ετήσιο εισόδημα = 3238,7 ευρώ. 

Μέσο ετήσιο «τεκμαρτό εισδόδημα» = 7880 ευρώ.

Μέσος ετήσιος φόρος εισοδήματος (μαζί και με το «τέλος επιτηδέυματος») = 3075,61 ευρώ. 

Μέσος ετήσιος φόρος που παρακρατήθηκε «αυτόματα» = 1010,84 ευρώ.

Μέσο ετήσιο χρέος από φορολόγηση του εισοδήματος (χωρίς τις μετέπειτα προσαυξήσεις) = 1445,4 ευρώ. 

Σημερινές οφειλές, όπως εμφανίζονται στο «TAXIS»:

Από φόρο εισοδήματος (και «τέλος επιτηδεύματος»), σύνολο 15486,23 ευρώ, εκ των οποίων το αρχικό χρέος χωρίς τις προσαυξήσεις = 11770,62 ευρώ.

Σύνολο οφειλών (εισόδημα/»τέλος επιτηδεύματος», ΕΕΤΗΔΕ/ΕΝΦΙΑ, «τέλη κυκλοφορίας») 19494,34, εκ των οποίων το αρχικό χρέος (με τον διπλασιασμό του απλήρωτου τέλους κυκλοφορίας και χωρίς τις άλλες προσαυξήσεις) = 14744,20. 

Δεν θα κάνω περισσότερα σχόλια, τα σχόλια έχουν κατά βάση γίνει στην προηγούμενη ανάρτηση. Όποιος έχει μάτια βλέπει κι όποιος ξέρει ανάγνωση μπορεί να συγκρίνει τα ποσά του εισοδήματος, της φορολόγησης και του χρέους. Κι όποιος ξέρει απλή αριθμητική μπορεί να τοποθετήσει αυτά τα δεδομένα  πάνω από τον παρονομαστή των φοροληστρικών μέτρων (κατάργηση αφορολόγητου ορίου και επιβολή «τέλους επιτηδεύματος»)  και να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα για την κατάσταση αυτή στο σύνολό της, και όχι στο 90 80 ή 70% της, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στο συγκεκριμένο προσωπικό δείγμα που εκτίθεται στην προηγούμενη και σε αυτή την ανάρτηση προς τέρψη του αναγνωστικού κοινού. [1]

***

Σχετικά με το ζήτημα των «120 δόσεων» για χρέη στο δημόσιο (και στα ασφαλιστικά ταμεία) εκδόθηκε χθες ανακοίνωση του Τμήματος ΕΒΕ της ΚΕ του ΚΚΕ.

Μέσα σε όλα τα σωστά που περιλαμβάνει (άμεση επαναφορά του αφορολόγητου ορίου για τους αυτοαπασχολούμενους στα 12.000 ευρώ, προσαυξανόμενο κατά 3.000 ανά προστατευόμενο μέλος, κατάργηση χαρατσιών όπως ο ΕΝΦΙΑ και το τέλος επιτηδεύματος και τα υπόλοιπα), η ανακοίνωση αυτή βάζει σαν «αίτημα» και την «κατάργηση του 30% του χρέους για αυτοαπασχολούμενους με εισόδημα έως 12.000 ευρώ».

Πρώτο και γενικό ερώτημα: Τι σχέση έχει αυτό το «αίτημα» με την πάλη για την ανάκτηση όλων των απωλειών που είχαν οι εργαζόμενοι στα χρόνια της «κρίσης» και των «μνημονίων»;

Οι απώλειες των αυτοαπασχολούμενων κατά την προηγούμενη δεκαετία, περιλαμβάνουν όλους τους φόρους που επιβλήθηκαν και όλες τις οφειλές που συσσωρεύτηκαν λόγω της κατάργησης του αφορολόγητου όριου και της θέσπισης «τελών» όπως το τέλος επιτηδεύματος και το ΕΕΤΗΔΕ/ΕΝΦΙΑ.

Ένα «αίτημα», λοιπόν, όπως η «κατάργηση του 30% του χρέους» – ακόμα και με τη διαγραφή των προσαυξήσεων, όπως διατυπώνεται στην ανακοίνωση – δεν ισοδυναμεί παρά με «αίτημα» ανάκτησης των απωλειών κατά… 30%.

Ισοδυναμεί επίσης με την κατά 70% αναγνώριση και «νομιμοποίηση» αυτών των απωλειών και της φοροληστρικής πολιτικής που ακολουθήθηκε τα προηγούμενα χρόνια από όλες τις κυβερνήσεις  που τσαλαπάτησαν και τσαλαπατούν τη ζωή των εργαζομένων για να αυξηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου και να στερεωθεί η εξουσία του.

Και αλήθεια, όταν η αφετηρία αυτών των απωλειών βρίσκεται στις συγκεκριμένες «ρυθμίσεις» (κατάργηση αφορολόγητου ορίου, «τέλος επιτηδεύματος», ΕΕΤΗΔΕ/ΕΝΦΙΑ κλπ) και όταν αυτές οι απώλειες αποτελούν συνέπεια των συγκεκριμένων «ρυθμίσεων», ποια πολιτική ή άλλη λογική υπαγορεύει την παράκαμψη της αφετηρίας του προβλήματος και την αντιμετώπισή του με τη μορφή «παζαριού», 30% κλπ, για τις απώλεις που θα «ανακτηθούν» και τις απώλειες που επί της ουσίας «νομιμοποιούνται»;

Και ποια λογική υπαγορεύει ακόμα και τον συγκεκριμένο καθορισμό του «αιτήματος», δηλαδή το συγκεκριμένο ποσοστό «ανάκτησης των απωλειών»; Γιατί 30%; Γιατί όχι 20% ή 40%; Απάντηση σε αυτό δεν μπορεί να δοθεί… Και δεν μπορεί να δοθεί γιατί το ίδιο το «αίτημα» δεν υπακούει σε καμία συνέπεια, η οποία και θα υπαγόρευε ένα καθορισμένο διεκδικητικό περιεχόμενο. Κι αφού δεν υπακούει σε καμία διεκδικητική συνέπεια δεν απομένει παρά ένα «αίτημα» πρόσφορο στην διαπραγμάτευση της κολοκυθιάς: 30 τοις εκατό! Και γιατί 30 τοις εκατό; Αμ πόσο τοις εκατό;

***

100-30=70 και, επιστρέφοντας εντός παρενθέσεως στο πραγματικό προσωπικό μας δείγμα, 70% των σημερινών συνολικών οφειλών εισοδήματος (χωρίς τις προσαυξήσεις) ύψους 11770,62 ευρώ, μας κάνει 8249,43 ευρώ. Αποτελεί λοιπόν «αίτημα» η αναγνώριση ενός συνόλου οφειλών εισοδήματος, κατασκευασμένου μέσα σε μια εξαετία, το οποίο σύνολο υπερβαίνει το μέσο ετήσιο «τεκμαρτό» εισόδημα αυτής της εξαετίας και είναι υπερδιπλάσιο από το μέσο ετήσιο πραγματικό εισόδημα αυτής της εξαετίας!

Και σε σχέση με τις συνολικές οφειλές αυτής της εξαετίας,  ύψους (χωρίς τις προσαυξήσεις) 14744,20 ευρώ, αποτελεί «αίτημα»  η αναγνώριση – στα καλά καθούμενα – του 70% αυτής της συνολικής «οφειλής», δηλαδή ενός χρέους 10320,94 ευρώ,  που  ξεπερνά το 130% του μέσου ετήσιου «τεκμαρτού» εισοδήματος και είναι υπερτριπλάσιο από το μέσο ετήσιο πραγματικό εισόδημα αυτής της εξαετίας.

***

«Ο γάιδαρος δεν πετάει όσοι νόμοι κι αν προβλέπουν το αντίθετο», γράφαμε στην προηγούμενη ανάρτηση, και εδώ επιμένουμε σε αυτή τη θέση που έχει ισχύ καθολικού νόμου.

Δεν υπάρχει άλλο πραγματικά (και όχι ευκαιριακά και τυχαία) καθορισμένο διεκδικητικό περιεχόμενο από την ανάκτηση όλων των απωλειών της προηγούμενης δεκαετίας, και αυτό το πραγματικά καθορισμένο διεκδικητικό περιεχόμενο εν προκειμένω εξειδικεύεται αποκλειστικά και μόνο στην ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ για όλους του αφορολόγητου όριου των 12000 ευρώ (προσαυξημένου για κάθε προστατευόμενο μέλος) και μάλιστα ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ από τη στιγμή της κατάργησής του, στην επίσης αναδρομική κατάργηση των τελών και χαρατσιών, στο ΣΒΗΣΙΜΟ των «οφειλών» που προέρχονται από την κατάργηση του αφορολόγητου και τα χαράτσια, και στην ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ τους (σε 120 δόσεις!) σε όσους τις έχουν πληρώσει όλες ή μέρος τους.

***

Αγωνιστικά με τα ψηφοδέλτια του ΚΚΕ στις κάλπες, μαχητικά και χωρίς εκπτώσεις στους καθημερινούς διεκδικητικούς αγώνες!

=========================================

[1] Μένει ίσως να γίνει λόγος για τη «νομοτέλεια». Αν θεωρηθεί ότι στα δεδομένα που παραθέτουμε αντικατοπτρίζεται η νομοτέλεια χωρίς διαθλάσεις και άλλες παραμορφώσεις, πρέπει ωστόσο να υπογραμμιστεί το εξής: Αν κάπου αντικατοπτρίζεται η νομοτέλεια, είναι στο ύψος των εισοδημάτων. Τα ποσά των φόρων και των οφειλών δεν αντικατοπτρίζουν τη «νομοτέλεια» αλλά τη σκόπιμη πολιτική υλοποίηση των στόχων της εξουσίας των μονοπωλίων, η οποία ως φαίνεται δεν έχει εμπιστοσύνη στη… νομοτέλεια ή έστω στην ταχύτητα πραγμάτωσής της και επιβάλλει το περιεχόμενό «της» με τη γνωστή μέθοδο του προκρούστη.

 


Σε 120 δόσεις να τα ΣΒΗΣΟΥΝΕ

Ειρωνεία και εμπαιγμό συνιστά η προετοιμαζόμενη ρύθμιση για πληρωμή σε 120 δόσεις των χρεών προς το δημόσιο, όπως ειρωνεία και εμπαιγμό συνιστά και ο χαρακτηρισμός της ως «ιδιαίτερα γενναιόδωρης».

Για την κατανόηση αυτής της πραγματικότητας δεν αρκούν οι κατά τα άλλα χρήσιμες  απεικονίσεις της ποσοτικής κατανομής οφειλετών και ληξιπρόθεσμων χρεών. Τα αφηρημένα ποσοτικά μεγέθη δεν απεικονίζουν την συγκεκριμένη πραγματικότητα όπως αυτή προσωποποιείται – σε ένα μάλλον τυπικό δείγμα – ως εξής:

Επάγγελμα δικηγόρος, αυτοαπασχολούμενος, με έναρξη το 2005.

Εισοδήματα των ετών 2006, 2007, 2008, 2009: 5294.20, 5314.60, 6209.46 και 9933.83 ευρώ αντίστοιχα. [1]

Μέχρι τότε ισχύει το αφορολόγητο όριο των 12000 ευρώ και επομένως ο φόρος εισοδήματος είναι μηδενικός. Φυσικά, όπως είναι αυταπόδεικτο από το ύψος των παραπάνω εισοδημάτων, αυτά ξοδεύονται εξ ολοκλήρου για πραγματικές και «ανελαστικές» καταναλωτικές ανάγκες, και επομένως – αν και «αφορολόγητα» – φορολογούνται εξ ολοκλήρου μέσω του ΦΠΑ και των λοιπών φόρων και τελών κατανάλωσης (καυσίμων, καπνού, καρτοκινητής κ.ο.κ.)

Για το 2010, με πραγματικό εισόδημα 5664.13 ευρώ και «τεκμαρτό» 7400, επιβάλλεται φορολόγηση 61,50 ευρώ. Το ποσό έχει ήδη παρακρατηθεί οπότε, για την ώρα, οφειλή μηδέν…

Για το εισόδημα του 2011 (4153.17 ευρώ πραγματικό και 7400 «τεκμαρτό») τα πράγματα σοβαρεύουν: Στον φόρο εισοδήματος των 240,90 ευρώ προστίθενται και τα 400 ευρώ του κεφαλικού «τέλους επιτηδεύματος», που η επιβολή του συνοδεύει την κατάργηση του αφορολόγητου όριου των 12000 ευρώ… Και πάλι όμως, το συνολικό ποσό των 640,90 ευρώ έχει ήδη παρακρατηθεί, οπότε κι αυτή τη χρονιά: Οφειλές μηδέν…

Εισόδημα 2012: 2110 ευρώ. «Τεκμαρτό»: 7400 ευρώ. Φόρος: 285 ευρώ + «τέλος επιτηδεύματος»: 650 ευρώ = 935 ευρώ. Καθώς 316,50 ευρώ έχουν ήδη παρακρατηθεί, η «παρθενική» οφειλή ανέρχεται στο ποσό 618,02 ευρώ.

Το 2013, εισόδημα 1545 ευρώ και «τεκμαρτό» 7400. Στον φόρο των 1924 ευρώ και το «τέλος επιτηδεύματος» των 650 ευρώ έρχονται να προστεθούν και 826,45 ευρώ ως «προκαταβολή» του φόρου της επόμενης χρονιάς (2014). Σύνολο 3400,45 ευρώ, δηλαδή το υπερδιπλάσιο του πραγματικού και σχεδόν το μισό του «τεκμαρτού» εισοδήματος. Η ετησία εκκαθάριση, με την αφαίρεση του παρακρατημένου φόρου, προσθέτει στην περσινή οφειλή άλλα 3168,70 ευρώ.

2014, εισόδημα 3071,80 και «τεκμαρτό» 7400, φόρος 1924 ευρώ, «τέλος επιτηδεύματος» 650, προκαταβολή για το 2015 718,88, σύνολο 3292.88 και οφειλή κατά την εκκαθάριση άλλα 2127,11 ευρώ.

2015, εισόδημα 6090 ευρώ και «τεκμαρτό» 8360 ευρώ [2], φόρος 1840,23 ευρώ, «τέλος επιτηδεύματος» 650, προκαταβολή για το 2016 484.18, σύνολο 2974.41πρόσθετη οφειλή κατά την εκκαθάριση 1359,54 ευρώ.

2016, εισόδημα 3758 ευρώ και «τεκμαρτό» 8360 ευρώ, φόρος 1839,20 ευρώ, «τέλος επιτηδεύματος» 650, προκαταβολή για το 2017 1445.55, σύνολο 3934.75, πρόσθετη οφειλή κατά την εκκαθάριση 3056,92 ευρώ.

Και το 2017, εισόδημα 2857,40 ευρώ, «τεκμαρτό» 8360 ευρώ, φόρος 1839,20 ευρώ, «τέλος επιτηδεύματος» 650, προκαταβολή για το 2018 1426.95, σύνολο 3916.15 και πρόσθετη οφειλή κατά την εκκαθάριση 2058.35 ευρώ.

***

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, σήμερα στο «taxis μου» εμφανίζεται «ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο οφειλών 14744,20 €», «προσαυξήσεις, τόκοι, τέλη 4750,14 €», και «συνολικό ποσό οφειλών εκτός ρύθμισης 19494,34 €».

Από αυτό το συνολικό ποσό, κατασκευασμένο ολόκληρο μες στην παραπάνω χρονική περίοδο, από το 2012 ως σήμερα, τα 15486,23 ευρώ αντιστοιχούν (με τις προσαυξήσεις) σε οφειλόμενο «φόρο εισοδήματος»1088,52 ευρώ είναι ΕΝΦΙΑ, 439,11 ευρώ είναι ΕΕΤΗΔΕ (για όποιον δεν θυμάται: ο «πρόγονος» του ΕΝΦΙΑ, που ερχόταν με το λογαριασμό του ρεύματος) και 2171,48 ευρώ είναι τέλη κυκλοφορίας. [3]

Οφειλές 19494,34 ευρώ, κατασκευασμένες μέσα σε ένα χρονικό διάστημα έξι και παραπάνω χρόνων [4] με την προκρούστεια φοροληστρική μέθοδο που περιγράφτηκε, ώσπου έρχεται η κυβέρνηση με την «ιδιαίτερα γενναιόδωρη» ρύθμισή της να απαιτήσει την καταβολή των ληστρικών μες στην επόμενη δεκαετία, λες κι αν μπορείς να πληρώσεις τις οφειλές κοντά 10 χρόνων μέσα στα 10 χρόνια που θάρθουν δε θα μπορούσες να τις έχεις πληρώσει και στα 10 χρόνια που πέρασαν, κι αν δεν μπορούσες να τις πληρώσεις στα 10 χρόνια που πέρασαν θα μπορείς να τις πληρώσεις στα 10 χρόνια που θάρθουν και μάλιστα με τον «αυτονόητο» όρο της «καταβολής των τρεχουσών» φοροληστρικών βαρών!

19494,34 ευρώ σε 120 δόσεις μας κάνουν 162,45 ευρώ κάθε μήνα ή 1949,40 ευρώ το χρόνο για δέκα χρόνια, όταν στα προηγούμενα έξι χρόνια ο ετήσιος μέσος όρος της σήμερα ληξιπρόθεσμης (χωρίς τις προσαυξήσεις)  οφειλής μόνο του εισοδήματος ανέρχεται στο  ποσό των 1961,77 ευρώ και της συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής που δημιουργήθηκε μεταξύ των ετών 2012-2017 ανέρχεται στο ποσό των 2457,37 ευρώ. 

Ιδιαίτερα γενναιόδωρο: Αφού δεν μπορούσες τα προηγούμενα έξι χρόνια να πληρώνεις κάθε χρόνο 2457,37 ευρώ, πλήρωνε τότε κάθε χρόνο και για τα επόμενα δέκα χρόνια 1949,40 ευρώ και μην αμελήσεις ταυτόχρονα να είσαι «συνεπής» με τις φοροληστρικές κυβερνητικές απαιτήσεις της επόμενης δεκαετίας που προστιθέμενες από φέτος κιόλας στα ποσά των ετήσιων «δόσεων» πολύ απλά θα τα διπλασιάζουν και θα τα υπερδιπλασιάζουν δείχνοντάς σου χειροπιαστά τι θα πει «έξοδος από τα μνημόνια» και «ανάπτυξη που έρχεται».

***

Το θέμα δεν εξαντλείται εδώ, το θέμα είναι σε τελική ανάλυση ότι ο γάιδαρος δεν πετάει όσοι νόμοι κι αν προβλέπουν το αντίθετο, το θέμα – όπου όπως και όποτε κι αν καταλήξουν τα σχετικά παζάρια κυβέρνησης και «θεσμών» – δεν βρίσκεται ούτε στις «120 δόσεις» ούτε στις «1200 δόσεις», βρίσκεται στην ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ για όλους του αφορολόγητου όριου των 12000 ευρώ τουλάχιστον, και μάλιστα ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ από τη στιγμή της κατάργησής του, στο ΣΒΗΣΙΜΟ των «οφειλών» που προέρχονται από την κατάργησή του και στην ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ τους σε όσους τις έχουν πληρώσει όλες ή μέρος τους.

Δεκτή και η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ τους (αφού είναι έτσι) με μια ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΗ ρύθμιση: Σε 120 δόσεις.

======================================

[1] α) Τα ποσά αυτά, όπως και στη συνέχεια, προκύπτουν από τα υποχρεωτικά διπλότυπα των δικαστικών παραστάσεων, καθρεφτίζουν εν προκειμένω την αληθινή και όχι κάποια εικονική πραγματικότητα και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις την ξεπερνούν. β) Για την δήλωση αυτών των εισοδημάτων, και όσων ακολουθούν στη συνέχεια, δεν έχουν υπολογιστεί καθόλου επαγγελματικά έξοδα, πράγμα το οποίο θα ήταν άχρηστο για δυο λόγους: Ο πρώτος, ότι όσο ίσχυε το αφορολόγητο όριο των 12.000 ευρώ τα «έσοδα» ούτως ή άλλως υπολείπονταν του ορίου. Ο δέυτερος ότι, μετά την κατάργηση των αφορολόγητου ορίου, τα «έσοδα» υπολείπονται του «τεκμαρτού εισοδήματος» βάσει του οποίου ούτως ή άλλλως υπολογίζεται η φορολογία. γ) Για το «αλατοπίπερο» της υπόθεσης: Σε αυτά τα χρόνια της «ευμάρειας» (τής τόσο προφανούς στα παραπάνω εισοδήματα…) το πρόσωπο που χρησιμοποιούμε σαν «δείγμα» είχε κλεισει τ’ αυτιά στις αδιάκοπες σειρήνες του τραπεζικού καταναλωτικού δανεισμού, προκειμένω να μην υποθηκεύσει τη ζωή του στα χρέη. Διαφορετική όμως γνώμη είχε ο καπιταλιστικός – μονοπωλιακός προκρούστης (και οι πολιτικοί του υπάλληλοι των διαδοχικών κυβερνητικών κομμάτων): Έτσι μού ‘σαι; Πας να ξεφύγεις από την υποτέλεια; Πάρε με το ζόρι χρέη για την υπόλοιπη ζωή τη δική σου και των παιδιών σου!

[2] Για όσους αγαπούν τη λεπτομέρεια, τη χρονιά εκείνη το «τεκμαρτό» ανέβηκε από τα 7400 στα 8360, διότι πέθανε ο θείος του δείγματός μας και από «ψιλός» έγινε «πλήρης κύριος» στο διαμέρισμα των 48 τμ που του είχε δωρήσει όταν ζούσε παρακρατώντας ο ίδιος την «επικαρπία» του. Το δε «τεκμαρτό» εισόδημα των 8360 ευρώ, προκύπτει από το άθροισμα του «τεκμηρίου διαβίωσης», του τεκμηρίου δαπανών λόγω ενός αυτοκινήτου 1400 cc του 1996, και της ιδιοκτησίας πάνω σ’ ένα διαμέρισμα 48 τμ στο Γαλάτσι και ένα διαμέρισμα 45 τμ στον Πύργο, κατασκευής 1975 και 1976 αντίστοιχα.

Φυσικά μιλώντας για «τεκμήριο διαβίωσης», προκύπτει και το ερώτημα: καλά με εισόδημα πχ 1545 ευρώ και πώς ζεις; Μα βέβαια, από τη σύνταξη του μπαμπά και της μαμάς, την μειωμένη όσο μειώθηκαν όλες οι συντάξεις, και την αναγκασμένη εκτός από τους ίδιους να καλύπτει και ανάγκες των «παιδιών» και των εγγονιών. «Η πείνα είναι ντροπή», όπως λέει η ελληνική τουλάχιστον μετάφραση των στίχων του Μπρεχτ ή όπως λεν οι στίχοι του Άκη Πάνου: «τη φτώχεια που μας έχει γονατίσει τη βρίσκω μεγαλύτερη ντροπή».

[3] Αυτά τα τελευταία, τα τέλη κυκλοφορίας, δεν θα είχα αντίρρηση να τα πληρώσω με μια ρύθμιση 120 δόσεων, μάς λέει το πρόσωπο που χρησιμοποιούμε σαν «δείγμα τυπικό» σε αυτή την ανάρτηση. «Τέλη κυκλοφορίας» είναι αυτά… Κι ας κυκλοφορεί το αυτοκίνητο τις 65 από τις 365 μέρες του χρόνου… Κι ας μετριέται και φορολογείται και πληρώνεται επακριβώς η «κυκλοφορία» του με τα τέλη επί του καυσίμου που ανέρχονται γύρω στο 70% της τιμής του…

[4] «Τι άλλο να θυμηθώ γι’ αυτά τα χρόνια…», λέει ο φίλος μας. «Ότι την ώρα που μου βάζουν φόρο 2 και 3 και 4 χιλιάδες το χρόνο, την ίδια ώρα τρέχω να βρω πώς θα πληρώσω το φως, το νερό, το τηλέφωνο και τα ναύλα μου; Ότι όλα αυτά τα χρόνια όπως και τα επόμενα δεν έχει ανάψει στο σπίτι καλοριφέρ; Ότι το ρεύμα έφτασε να κοπεί από τις οφειλές, κι ότι ενώ το ταξίμετρο της φορολογίας δεν παύει να γράφει 2 και 3 και 4 χιλιάρικα το χρόνο, την ίδια ώρα ανακηρύσσομαι κατάλληλος για κοινωνικό τιμολόγιο και «επίδομα αλληλεγγύης» 10 ευρώ το μήνα;  Ότι πλάι στα 20 χιλιάρικα των φορολογικών «οφειλών» υπάρχουν άλλα τόσα από οφειλές ασφαλιστικές; Αλλά μήπως τα χρόνια αυτά τέλειωσαν; Μήπως δεν συνεχίζονται και σήμερα κι αύριο;»


ΒΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ

Στον πάτο της θάλασσας του κόλπου της Ελευσίνας βρίσκεται από την Παρασκευή η πλωτή δεξαμενή Νο1 των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά. Η δεξαμενή, η οποία είχε δυνατότητα να «σηκώσει» πλοία έως 80 χιλιάδες τόνους, «φαγωμένη» πλέον από τη σκουριά λόγω υποσυντήρησης, είχε αρχίσει να βουλιάζει από το πρωί της Πέμπτης, καθώς δεν άντεξε τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή. Μαζί της παρασύρθηκαν και δύο μεγάλοι γερανοί του Ναυπηγείου. Η εξέλιξη αυτή είναι ένα ακόμα δείγμα των συνεπειών που έχει ο καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης σε βάρος των εργαζομένων και υποδομών που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών.

Υπενθυμίζεται ότι τα αραβογερμανικά μονοπώλια που εκμεταλλεύονται το Ναυπηγείο μέχρι και το 2014 («Privinvest» και «Thyssen»), αφού εισέπραξαν το σύνολο σχεδόν των συμβάσεων των υποβρυχίων (4 καινούργια και 3 μετασκευαζόμενα), ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ, κατήγγειλαν τις συμβάσεις με το Δημόσιο, χωρίς να παραδώσουν τίποτα από το σύνολο του έργου. Αποδεκάτισαν τις θέσεις εργασίας, αφήνοντας περίπου 850 εργαζόμενους, από 2.000. Από το 2012 μέχρι σήμερα δεν έχουν καταβάλει κανένα μισθό, ενώ από την ίδια χρονιά έως το 2014 επέβαλαν στους εργαζόμενους εκ περιτροπής εργασία με μία μέρα δουλειά τη βδομάδα. Ρήμαξαν τις εγκαταστάσεις του εμπορικού τμήματος, πούλησαν τη δεξαμενή Νο3 (60.000 dwt) σε επιχειρηματικό όμιλο της Τουρκίας και τώρα, με την αβάντα της κυβέρνησης, κάνουν παζάρια για την πώληση του Ναυπηγείου, αξιώνοντας κι άλλο «ζεστό» χρήμα και προνόμια.

πηγή


η μεγάλη ληστεία των τραίνων

«Η ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. είναι σήμερα πλέον μια κερδοφόρα επιχείρηση. Η διατήρηση των μετοχών της στην κυριότητα του δημοσίου θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικά οφέλη για τα δημόσια ταμεία. Ταυτόχρονα, η εξαγγελθείσα ιδιωτικοποίηση τραυματίζει οποιοδήποτε μελλοντική προσπάθεια για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό στον κλάδο των μεταφορών και ένταξη της χώρας στα δίκτυα του διεθνούς εμπορίου. Τέλος, προωθείται μια εποχή που η μετακίνηση με το τραίνο αναμένεται διεθνώς να αναγεννηθεί τόσο ως μέσου τουριστικής περιήγησης, όσο ως μέσο μαζικής μεταφοράς για τους πολίτες». Γεώργιος Σταθάκης, 2013

***

Στις 18 Ιανουαρίου υπογράφτηκε η σχετική σύμβαση και η ΤΡΑΙΝΟΣΕ πουλήθηκε στην ιταλική Ferrovie dello Stato Italiane έναντι τιμήματος 45 εκατομμυρίων ευρώ.

Όπως συνήθως, στη φιλολογία που ακολούθησε, κυριάρχησε το ύψος του αντιτίμου: Είναι καλή τιμή τα 45 εκατ. ευρώ για την ΤΡΑΙΝΟΣΕ; Μήπως είναι πολύ φτηνά; Και γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ πριν ελάχιστα χρόνια θεωρούσε λίγα και τα περισσότερα, άλλη μια κολοτούμπα λοιπόν, κλπ.

Αλλά όπως συνήθως, το θέμα είναι αρκετά διαφορετικό και πολύ σοβαρότερο από την τιμή πώλησης, η οποία όταν προβάλλεται ως «το» πρόβλημα απλώς νομιμοποιεί το ξεπούλημα και, για την ακρίβεια, εν προκειμένω (για άλλη μια φορά), νομιμοποιεί μια εν ψυχρώ ληστεία δυσθεώρητου ύψους σε βάρος του λαού, για την οποία ληστεία ευθύνονται η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που «πέτυχε» το ξεπούλημα, οι προηγούμενες κυβερνήσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ που πρώτες έβγαλαν την ΤΡΑΙΝΟΣΕ στο σφυρί (βλ. ΤΑΙΠΕΔ), τα ποικιλόμορφα αστικά ΜΜΕ σαν μηχανισμοί συγκάλυψης του αντιλαϊκού εγκλήματος, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο νόμος της τής «ελευθερίας του ανταγωνισμού» τον οποίο περιλαμβάνει η συνθήκη του Μάαστριχτ και τον οποίο υλοποιούν όλες οι κυβερνήσεις από την ψήφιση της συνθήκης το 1992 έως και σήμερα.

***

Η ΤΡΑΙΝΟΣΕ λοιπόν, ξαναλέμε, «πουλήθηκε» για 45 εκατ. ευρώ, «απαλλαγμένη» από χρέη. Αυτά μεταφέρθηκαν στις πλάτες του συνηθισμένου υποζύγιου της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της καπιταλιστικής κρίσης, στις πλάτες των εργαζόμενων.  Σαν μην έφτανε αυτό, ήδη εδώ και ένα χρόνο (πάλι επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) είχε ολοκληρωθεί η νομοθετική ρύθμιση για την ετήσια κρατική χρηματοδότηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ μέχρι το ποσό των 50 εκατ. ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό για το διάστημα 2015 – 2020, για την «εκτέλεση της υποχρεωτικής δημόσιας υπηρεσίας επιβατικών μεταφορών» (κατά το πρότυπο της επιδότησης των εφοπλιστών για τα δρομολόγια της «άγονης γραμμής»…), ενώ από το 2020 και μετά, η παροχή της υποχρεωτικής υπηρεσίας θα ανατίθεται μέσω «διαγωνιστικής διαδικασίας»…

Έτσι η εταιρεία που «αγόρασε» την ΤΡΑΙΝΟΣΕ, δίνοντας 45 εκατ. έχει εξασφαλισμένες κρατικές επιδοτήσεις (2017-2020)  ποσού 200 εκατ. Οπότε τίθεται και το ερώτημα γιατί να πληρώνει 45 εκατ. για την «αγορά» της αντί να εισπράξει απευθείας 200-45=155 εκατ. ευρώ από το κράτος με το που θα παραλάβει την ΤΡΑΙΝΟΣΕ.

Ρητορικό το ερώτημα. Δεν είναι όμως ρητορεία το ότι τις μέχρι χθες κρατικές επιδοτήσεις προς την κρατική ΤΡΑΙΝΟΣΕ  η Ευρωπαϊκή Ένωση τις θεωρούσε «παράνομες ενισχύσεις» οι οποίες παραβίαζαν την απολυταρχία του «ελεύθερου ανταγωνισμού», ενώ οι κρατικές επιδοτήσεις προς ένα καπιταλιστικό μονοπώλιο θεωρούνται από την ίδια όχι απλώς «νομότυπες» αλλά και.. εκ των ουκ άνευ για την «ανάπτυξη» αυτού του όλο και πιο κρατικοδίαιτου μονοπωλιακού καπιταλισμού, που σαν όλο και πιο κρατικοδίαιτος γίνεται την ίδια στιγμή όλο και πιο αντεργατικός, πιο αντιλαϊκός, πιο αντικοινωνικός. Ας θεωρητικολογήσουμε λίγο: Όσο, από τη μια, πιο κοινωνικός γίνεται ο χαρακτήρας της σύγχρονης παραγωγής και όσο, από την άλλη, πιο ατομική γίνεται η ιδιοποίησή της, άλλο τόσο είναι επόμενο ο καπιταλισμός να αποκτά όλο και πιο αντικοινωνικά χαρακτηριστικά.

Κατά τα άλλα ας σημειώσουμε το γεγονός ότι στο όνομα αυτών των «παράνομων» κρατικών ενισχύσεων προς την κρατική ΤΡΑΙΝΟΣΕ, στο όνομα δηλαδή της «παραβίασης της ελευθερίας του ανταγωνισμού» η Ευρωπαϊκή Ένωση απειλούσε την ΤΡΑΙΝΟΣΕ με λουκέτο, αν δεν… ξεπουλιόταν, και ας σημειώσουμε επίσης το γεγονός ότι την απειλή αυτή την επικαλούνται ως «αγωνία» τους οι ίδιοι οι κυβερνητικοί απολογητές της ΕΕ και του Μάαστριχτ για να δικαιολογήσουν το αντιλαϊκό έγκλημα που διέπραξαν ξεπουλώντας την ΤΡΑΙΝΟΣΕ (όπως λίγο νωρίτερα και μερικές δεκάδες αεροδρόμια, το «φιλέτο» του Ελληνικού, όπως βάζουν μπροστά για να συνεχίσουν το ξεπούλημα των λιμανιών, της «ΔΕΔΔΗΕ» κλπ). Ας σημειώσουμε τέλος, κλείνοντας, το κεφάλαιο των «παράνομων ενισχύσεων», ότι με το ίδιο αιτιολογικό «παραβίασης του ελεύθερου ανταγωνισμού» η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε σαν ποινή το λουκέτο στο «εμπορικό τμήμα» των – κρατικών τότε – Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, που παραμένει κλειστό αν και μέσα στις δυνατότητές του είναι και η κατασκευή σιδηροδρομικών βαγονιών, για να επιστρέψουμε με αυτόν τον τρόπο στο κύριο θέμα.

Στο οποίο κύριο θέμα, μετά από όλα αυτά, δεν έχουμε καν μπει.

***

Διότι το κύριο θέμα βρίσκεται στο γεγονός ότι, προκειμένου να «καταφέρνει ο ΟΣΕ να είναι περιζήτητη νύφη για ορισμένους ξένους επενδυτές» και προκειμένου «η σιδηροδρομική σύνδεση Αθήνας – Θεσσαλονίκης να φιγουράρει ανάμεσα στις πιο δελεαστικές ευρωπαϊκές γραμμές», από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 μέχρι και σήμερα έχει πραγματοποιηθεί και συνεχίζει να πραγματοποιείται ένα τεράστιο έργο εκσυγχρονισμού του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας, το οποίο έργο ο λαός το έχει πληρώσει και συνεχίζει να το πληρώνει με πολλά δισεκατομμύρια ευρώ, το έχει φορτωθεί και συνεχίζει να  το φορτώνεται στις πλάτες του σαν χρέος πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ.  Και η ολοκλήρωση του μεγάλου μέρους αυτού του έργου, χάρη στο οποίο π.χ. το ταξίδι  Αθήνα – Θεσσαλονίκη θα γίνεται σε λιγότερο απο 3,5 ώρες, «συμπίπτει» χρονικά με το ξεπούλημα της ΤΡΑΙΝΟΣΕ… Έτσι, λοιπόν, τον Ιανουάριο του 2010 ο προϋπολογισμός των έργων του σιδηροδρομικού άξονα Πάτρα – Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Ειδομενή/Προμαχώνας (ΠΑΘΕΠ) για τα έτη 2000-2015 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 6,2 δισ. ευρώ. Από αυτά,  4,6 δισ. προέρχονται από την ΕΕ (Γ΄ ΚΠΣ & ΕΣΠΑ) και 1,6 δισ. ευρώ προέρχονται από εθνικούς πόρους. Ας προστεθούν τώρα και οι, εθνικοί μόνο, πόροι των δισ. που δαπανήθηκαν κατά την πρώτη τουλάχιστον πενταετία των έργων. Ας προστεθεί και ο προϋπολογισμός των δισ. (με την όποια κατανομή των πόρων σε ευρωενωσιακούς και εθνικούς) για την κατασκευή και επέκταση του «προαστιακού» που επίσης περνά στην εκμετάλλευση του «αγοραστή». Το συμπέρασμα που βγαίνει αβίαστα είναι ότι υπάρχει κάποιος κερατάς, που στενάζει στην καθημερινή του αγγαρεία, που για τα χρέη «του» σέρνεται δεμένος σαν άλλος Έκτορας στο άρμα των «θεσμών», ο οποίος κερατάς από τους πόρους του ιδρώτα του έβγαλε μερικά δισ. για να κατασκευαστούν οι υποδομές οι οποίες τώρα παραχωρούνται στον «αγοραστή» σαν δωρεάν πάγιο κεφάλαιο της καπιταλιστικής του κερδοφορίας.

***

Στην περίπτωση του ξεπουλήματος της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ακολουθήθηκε κάθε διαστροφικό-καπιταλιστικό-οικονομικό πρότυπο που είχε ακολουθηθεί και σε ανάλογες προηγούμενες περιπτώσεις:

Το πρότυπο της ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ όπου τα χρέη  της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» φορτώθηκαν στις πλάτες του λαού, όπως στις πλάτες του λαού φορτώθηκε και η «εξυγείανση» της κρατικής πια ΑΓΕΤ εωσότου έγινε κερδοφόρα, για να ξεπουληθεί τότε στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Πρώτα σε ένα ιταλικό μονοπώλιο την περίοδο που «συνέπιπτε» με την έναρξη των μεγάλων κρατικών έργων της δεκαετίας του 1990 (μετρό, οδικοί άξονες) και σε συνέχεια σε ένα γαλλικό μονοπώλιο την περίοδο που «συνέπιπτε» με την έναρξη των ολυμπιακών έργων, έως τη σημερινή καπιταλιστική κρίση όπου η ιδιοκτήτρια εταιρεία κλείνει μονάδες  της ΑΓΕΤ γιατί πια «δεν την συμφέρουν».

Το πρότυπο του ΟΤΕ, που πρώτα – σαν εταιρεία «μιας μετοχής και αυτής κρατικής» – εκσυγχρόνισε το δίκτυο όλης της χώρας αντικαθιστώντας τα χάλκινα σύρματα με οπτικές ίνες, για να «περάσει» κατόπιν στα χέρια της γερμανικής Ντόιτσε Τέλεκομ.

Το πρότυπο της «αυτοχρηματοδότησης» των οδικών αξόνων, που συνίσταται στο ότι το κράτος πληρώνει την κατασκευή τους και οι μονοπωλιακοί κατασκευαστικοί όμιλοι εισπράττουν τα διόδια, με τη διαφορά στην περίπτωση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ότι τα εισητήρια δεν θα τα κόβει ο κατασκευαστικός όμιλος αλλά ο επιχειρηματικός όμιλος που την «αγόρασε».

Το πρότυπο της Αγροτικής Τράπεζας που τεμαχίστηκε σε «κακή», την οποία φορτώθηκε ο λαός, και σε «καλή» η οποία μεταβιβάστηκε στον όμιλο Σαλά. Το πρότυπο επίσης της ΔΕΗ, η οποία για τις ανάγκες του ξεπουλήματός της και της «ελευθερίας του ανταγωνισμού» τεμαχίστηκε σε φέτες. Άλλη «φέτα» για την παραγωγή του ρεύματος, άλλη για τη διανομή του κ.ο.κ., σε «μεγάλη ΔΕΗ», σε «μικρή ΔΕΗ», σε διάφορες επιχειρήσεις με μυστικιστικά αρκτικόλεξα (ΑΔΜΗΕ, ΔΕΔΔΗΕ κλπ) που κανείς «απλός άνθρωπος» δεν ξέρει τι σημαίνουν τα αρχικά τους και τι κάνουν αυτές οι επιχειρήσεις, τέλειος κοινωνικός αναλφαβητισμός δηλαδή. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν, από το 1996 (όταν μόλις είχαν αρχίσει τα έργα εκσυγχρονισμού του σιδηροδρομικού δικτύου) η κυβέρνηση (ΠΑΣΟΚ) έδεσε τον ενιαίο κρατικό ΟΣΕ στο κρεβάτι του Προκρούστη και άρχισε να τον τεμαχίζει: Από τη μέση και κάτω ΕΡΓΟΣΕ, η επιχείρηση που αναθέτει σε μονοπωλιακούς κατασκευαστικούς ομίλους και πληρώνει τα  έργα κατασκευής των σιδηροδρομικών υποδομών. Από τη μέση και πάνω, το 2005 (ΝΔ), ΤΡΑΙΝΟΣΕ, η επιχείρηση που εκτελεί το συγκοινωνιακό έργο, δηλαδή η επιχείρηση που αξιοποιεί, που εκμεταλλεύεται τις υποδομές που κατασκευάζει η ΕΡΓΟΣΕ…

Όπως είναι φανερό, η ΕΡΓΟΣΕ που πληρώνει την κατασκευή και συντήρηση των υποδομών αποτελεί ας πούμε τον «κακό ΟΣΕ» και η ΤΡΑΙΝΟΣΕ που εκμεταλλεύεται αυτές τις υποδομές αποτελεί τον «καλό ΟΣΕ». Και όπως μπορεί πια και ένα μικρό παιδί να μαντέψει, η ΕΡΓΟΣΕ θα παραμείνει κρατική ενώ η ΤΡΑΙΝΟΣΕ, η «περιζήτητη νύφη», η «δελεαστική», ξεπουλήθηκε. Το 2017 (ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ).

Βρε «πού πήγαν τα λεφτά»… Και πού εξακολουθούν να πηγαίνουν, βεβαίως – βεβαίως!

***

Μετά από όλα αυτά, ας ανατρέξουμε, ένα χρόνο νωρίτερα, σε εκείνη τη συνεδρίαση Επιτροπής της Βουλής, όπου ο υπουργός Μεταφορών, Υποδομών και Δικτύων, Χρ. Σπίρτζης, «επέρριψε ευθύνες στην προηγούμενη κυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ για τον άγονο διαγωνισμό, λέγοντας ότι ‘θα πρέπει να απολογηθούν όσοι σχεδίασαν τον διαγωνισμό γιατί απέτυχε, ενώ ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση θα προωθήσει με αποφασιστικότητα την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας, γιατί ‘αυτό είναι μία δέσμευση όχι μόνο σε σχέση με τους δανειστές αλλά το έχει ζητήσει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή».

Αλήθεια, μήπως εν προκειμένω δεν πρέπει να απολογηθεί, απέναντι στο λαό, η προηγούμενη κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ για την «αποτυχία» της, αλλά η σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για την «επιτυχία» της;

***

Η «μεγάλη ληστεία των τραίνων», ληστεία δισεκατομμυρίων ευρώ, δεν είναι άλλη από το ξεπούλημα της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, τελεία και παύλα. Το θέμα θα μπορούσε να ολοκληρωθεί εδώ. Παρ’ όλα αυτά ας δώσουμε μια παράταση για κάποιες «επιμέρους» πλευρές του, που μπορεί με τον ένα άλλο τρόπο να απασχολούν:

Πρώτη τέτοια πλευρά: Το ζήτημα των «κοινοτικών», ευρωενωσιακών ενισχύσεων για την κατασκευή των σιδηροδρομικών υποδομών. Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε, ότι το πιο δύσκολο θέμα στην διαδικτυακή αναζήτηση, για τις ανάγκες αυτού του κειμένου, ήταν να «ανακαλυφθεί» το συνολικό κόστος των έργων και η κατανομή αυτού του κόστους. Κι όμως θα έπρεπε να είναι πανεύκολα προσβάσιμη κάθε πληροφορία αυτού του είδους. Έτσι π.χ. δεν μπόρεσα να βρω το ποσό που δαπανήθηκε από ΟΣΕ – ΕΡΓΟΣΕ για την περίοδο 1995-2000, πριν δηλαδή αρχίσει η ευρωενωσιακή συγχρηματοδότηση των έργων. Όπως δεν μπόρεσα να βρω και την κατανομή των ποσών για την κατασκευή του «προαστιακού», ο οποίος από το 2007 «απορροφήθηκε» από την ΤΡΑΙΝΟΣΕ, και ο οποίος το 2003 φέρεται να έχει κοστίσει «περίπου ένα δισ. ευρώ», ενώ η επέκτασή του συνεχίζεται και σήμερα. Εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέρθηκε ήδη, το 2010 ο προϋπολογισμός των έργων του σιδηροδρομικού άξονα Πάτρα – Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Ειδομενή/Προμαχώνας (ΠΑΘΕΠ) ανερχόταν, για τα έτη 2000-2015, στο συνολικό ποσό των 6,2 δισ. ευρώ. Και από αυτά,  4,6 δισ. προέρχονται από την ΕΕ (Γ΄ ΚΠΣ & ΕΣΠΑ) και 1,6 δισ. ευρώ προέρχονται από εθνικούς πόρους.

Θα πρέπει όμως να ξεκαθαριστεί το εξής: Δεν μπαίνουμε εδώ βαθύτερα στο πραγματικό ερώτημα  πόσα μάς δίνει και πώς μας τα δίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε πόσα μάς παίρνει και πώς μας τα παίρνει. Περιοριζόμαστε στο εξής: Όσο υπόλογη είναι απέναντι στον ελληνικό λαό η ελληνική κυβέρνηση (και διαχρονικά οι ελληνικές κυβερνήσεις) για τη ληστεία σε βάρος του την οποία αποτελεί το ξεπούλημα της ΤΡΑΙΝΟΣΕ (και φυσικά: όχι μόνο), άλλο τόσο υπόλογη είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι και στον ελληνικό και σε κάθε λαό των κρατών-μελών της. Όσο οφείλουν οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις και τα ελληνικά κόμματα του καπιταλιστικού-ευρωπαϊκίστικου «τόξου» να «εξηγήσουν» στον «Έλληνα φορολογούμενο» πώς και γιατί τον βάζουν να πληρώσει πολύ περισσότερα από 1,6 δισ. για τις ράγες που πάνω της θα τσουλήσουν τα… ταμεία της οποιασδήποτε καπιταλιστικής επιχείρησης, άλλο τόσο οφείλει η Ευρωπαϊκή Ένωση να εξηγήσει το ίδιο πράγμα στον Γερμανό, τον Γάλλο, τον Ιταλό, τον Ισπανό, τον «ευρωπαίο φορολογούμενο» για τα 4,6 δισ. που τον χρεώνει προκειμένου να συσσωρεύονται κέρδη στα ταμεία των επιχειρηματικών ομίλων.

Δεύτερη πλευρά: Η «Ferrovie dello Stato Italiane», η εταιρεία που «αγόρασε» την ΤΡΑΙΝΟΣΕ είναι ιταλική κρατική σιδηροδρομική εταιρεία. «Κρατική». Επομένως;

Επομένως, αναδεικνύεται ο ρόλος που επιτελεί το κράτος της δικτατορίας των μονοπωλίων, στην γενική επιβολή των όρων του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Η σύμφυση του τραπεζικού και του εμποροβιομηχανικού κεφαλαίου σε ένα «ενιαίο» χρηματιστικό κεφάλαιο  συμπληρώνεται με τη σύμφυση του καπιταλιστικού κράτους με τα καπιταλιστικά μονοπώλια. Και αυτός είναι ο μονοπωλιακός, δηλαδή ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός. Αναδεικνύεται επίσης ένα μέρος των σχέσεων ανάμεσα σε κράτη, οι σχέσεις της μεταξύ τους ανισομετρίας, οι τέτοιες μεταξύ τους σχέσεις που «στην εποχή του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού γίνονται γενικό σύστημα, αποτελούν μέρος του συνόλου των σχέσεων του ‘μοιράσματος του κόσμου’, μετατρέπονται σε κρίκους της αλυσίδας των πράξεων του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου» (Λένιν, Ιμπεριαλισμός, σελ. 101). Είναι λοιπόν μια «κρατική επιχείρηση» αυτή που εν προκειμένω βάζει τους καρπούς του κοινωνικού εργατικού, λαϊκού μόχθου στην τροχιά της «ανοιχτής αγοράς», της «ελευθερίας κίνησης των κεφαλαίων», της «ελευθερίας του ανταγωνισμού», της κερδοφορίας των μονοπωλίων και της εξουσίας που πηγάζει από αυτήν και που τη στηρίζει.

Αλλά μήπως και ο ελληνικός κρατικός ΟΤΕ δεν έκανε  στα Βαλκάνια «μπίζνες» παρόμοιες με της ιταλικής σιδηροδρομικής εταιρείας, μέχρι να πουληθεί στην επίσης κρατική γερμανική εταιρία; Αλλά μήπως, επίσης, και η ίδια αυτή η κρατική ιταλική εταιρεία δεν βρίσκεται ήδη στο δρόμο της ιδιωτικοποίησης, μήπως δεν χαρακτηρίζεται ήδη ως «κρατική εταιρεία υπό ιδιωτικοποίηση», η οποία: «υλοποιεί εκτεταμένο πλάνο ανάπτυξης ώστε να δημιουργήσει τις καλύτερες συνθήκες μέσα στις οποίες θα πραγματοποιήσει την αποκρατικοποίησή της. Στοχεύει δηλαδή σε initial public offering, δηλαδή σε εισαγωγή στο χρηματιστήριο με πώληση μέρους των μετοχών της. Το πλάνο αφορά στην περίοδο 2014-2017 και προβλέπει έσοδα 9,5 δισ. ευρώ και λειτουργικά κέρδη EBITDA 2,5 δισ. ευρώ. Ήδη η εταιρεία έκλεισε το 2015 με έσοδα 8,6 δισ. ευρώ. Με την εξαγορά της ΤΡΑΙΝΟΣΕ θα προσθέσει τζίρο 125 εκατ. ευρώ, με κόστος μόλις 45 εκατ. ευρώ»; Μήπως τώρα δεν είναι πιο «χειροπιαστό» τι σημαίνει «κρίκοι της αλυσίδας των πράξεων του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου»;

Τρίτη και τελευταία πλευρά: Μερικά πράγματα είναι τόσο ξένα προς την «κοινή λογική», που φαντάζουν απίστευτα. Πώς μπορεί η «κοινή λογική» να «χωνέψει» π.χ. στην περίπτωση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ότι είναι «οικονομία» να πληρώνει ένα κράτος κάμποσα δισ. για να φτιάξει ράγες και ηλεκτροδότηση εκατοντάδων χιλιομέτρων, γέφυρες, σήραγγες κλπ, και κατόπιν να εγκαταστεθείς πάνω σε αυτές τις ράγες εσύ ή εγώ και να κόβεις εισητήρια για λογαριασμό σου. Και πώς μπορεί η «κοινή λογική» να χωνέψει ότι έχει δίκιο αυτή και όχι οι «μορφωμένοι άνθρωποι», οι «ειδικοί» πάνω σε αυτά τα ζητήματα, τα οποία στο κάτω-κάτω ίσως είναι πολύ πιο περίπλοκα από όσο φαίνονται…

Κι όμως μερικά πράγματα μπορούν στ’ αλήθεια να τα καταλάβουν και τα παιδιά του δημοτικού… Όσο καλά μπορούν, για παράδειγμα, τα παιδιά δημοτικού να καταλάβουν ότι «η καλή μας αγελάδα βόσκει κάτω στη λιακάδα μικρά χόρτα και μεγάλα για να κατεβάσει γάλα», την ίδια ώρα που επιστήμονες με διδακτορικά στην υπηρεσία του καπιταλιστικού κέρδους μπορούν να ταΐζουν την αγελάδα με τα οστεάλευρα της μαμάς της…

Και απλώς, αν είναι τόσο μεγάλη η διάσταση ανάμεσα σε αυτό που μπορούν και τα μικρά παιδιά να το καταλάβουν και στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τα πράγματα οι επιστημονικοί και πολιτικοί διαχειριστές των υποθέσεων του μονοπωλιακού κεφαλαίου, αυτό μάλλον οφείλεται στο οριστικό «διαζύγιο» του καπιταλιστικού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού  από οτιδήποτε σε αυτόν θα μπορούσε να αποτελεί λειτουργία που να υπηρετεί τις κοινωνικές σχέσεις. Κι αυτό το «διαζύγιο» δεν εκφράζεται μόνο στην περίπτωση της διατροφής των αγελάδων αλλά και στο πεδίο της οικονομικής διαχείρισης.

Στις παραμονές της γαλλικής επανάστασης, όταν οι φεουδαρχικές σχέσεις είχαν πια οριστικά ξεπεραστεί από την τότε ανάπτυξη του χαρακτήρα της παραγωγής, η Μαρία-Αντουανέτα είπε, λένε, για τους φτωχούς «αν δεν έχουν ψωμί ας φάνε παντεσπάνι». Μια πρόταση ανήκουστη για τη λογική των φτωχών, όμως για τη Μαρία-Αντουανέτα και τη δική της αντίληψη των πραγμάτων μια πρόταση απόλυτα λογική. Απλή διάσταση απόψεων…


Το λάδι και το γάλα

Πρόκειται για αναδημοσίευση παλιότερων άρθρων, με αφορμή την είδηση για σχεδιαζόμενο λουκέτο σε 2750 ελαιοτριβεία της χώρας προκειμένου, για τις ανάγκες ανάπτυξης του χρηματιστικού κεφαλαίου,  να «αντικατασταθούν» από μερικά ελαιοτριβικά «μεγαθήρια», μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Το πρώτο άρθρο, «το λάδι», γράφτηκε και αναρτήθηκε σε αυτό το ιστολόγιο πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, και το δεύτερο, «το γάλα» δυο περίπου μήνες νωρίτερα από το πρώτο.

Προκαταλαμβάνοντας εισαγωγικά την ανάγνωση των δυο άρθρων, σημειώνω πως το κεντρικό νόημά τους είναι, ότι ενώ από τη μια, η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού εμφανίζεται ως (αναγκαία και δυνατή) συνέπεια του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής που είναι σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη (την ανάπτυξη του κεφαλαίου), από την άλλη: Καθόλου κατ’ ανάγκη δεν συμπίπτει ο βαθμός μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής ο υποταγμένος στην ανάπτυξη του κεφαλαίου, με το βαθμό μεγέθυνσης και συγκέντρωσής της  που ανταποκρίνεται στις ανάγκες ανάπτυξης της κοινωνίας. Ότι, αντίθετα, και χωρίς να απαιτούνται μαθηματικοί τύποι γι’ αυτό το συμπέρασμα,  ο βαθμός μεγέθυνσης και συγκέντρωσης του κεφαλαίου (και μαζί και της παραγωγής) ως συνέπεια της δικής του ανάπτυξης μπορεί να έρχεται, και εν προκειμένω έρχεται, σε αντίθεση, σε σύγκρουση με το βαθμό μεγέθυνσης και συγκέντρωσης τον αναγκαίο από την άποψη της ειδικά κοινωνικής ανάπτυξης. Και ότι επομένως, την ίδια στιγμή που ο σοσιαλισμός «εμφανίζεται ως (αναγκαία και δυνατή) συνέπεια του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής που είναι σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη», εμφανίζεται ταυτόχρονα και ως ανάγκη αποτροπής και αναστροφής αυτού του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής στο μέτρο που αυτός ο βαθμός υπερβαίνει τον αναγκαίο στη βάση των αναγκών της κοινωνικής ανάπτυξης και όχι της ανάπτυξης του κεφαλαίου.

Ακολουθούν τα δυο άρθρα.

—————————————————————-

Το λάδι

Εδώ και εδώ γράφει για το σχέδιο που υπέβαλε ο Στουρνάρας στο Γιούρογκρουπ, λίγο πριν τη λήξη της υπουργικής του θητείας και τη μεταπήδησή του στην ΤτΕ.

Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο τα 1500 λιοτρίβια που λειτουργούν σήμερα στην επικράτεια θα πρέπει μέχρι το 2024 να αντικατασταθούν από δυο ελαιοτριβεία που θα καλύπτουν τις συνολικές «ανάγκες» της χώρας. Όπως επίσης προβλέπεται και η λειτουργία, για όλη τη χώρα,  τριών συσκευαστήριων φρούτων και λαχανικών.

Προβαλλόμενος λόγος, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, είναι να «πετύχουμε «οικονομίες κλίμακος» και έτσι να μπορέσουμε να ανταγωνιστούμε με χαμηλές τιμές την Ισπανία».

Οι όροι του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, λοιπόν, εμφανίζονται ως αξεχώριστοι από τους όρους της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής. Κι η ίδια η μονοπωλιακή συγκέντρωση της παραγωγής εμφανίζεται ως όρος «εκ των ουκ άνευ»  της οικονομικής ανάπτυξης υπό αυτούς τους όρους ανταγωνισμού, δηλαδή σαν αναγκαίος όρος της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Προτού, όμως, κλείσουμε το θέμα «ανακαλύπτοντας» την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού ως συνέπεια της συγκέντρωσης του κεφαλαίου, της μονοπώλησης της παραγωγής και της «ανάπτυξης» που συμβαδίζει με αυτή τη συγκέντρωση και αυτή τη μονοπώληση, θα πρέπει να επισημάνουμε τη διάσταση ανάμεσα σε αυτή την «ανάπτυξη» που οι όροι της υποτάσσονται στις ανάγκες του κεφαλαίου και την «ανάπτυξη» που τους όρους της καθορίζουν οι κοινωνικές ανάγκες.

Φαινομενικά βέβαια αυτή η «παρένθεση» ανάμεσα στο γεγονός και την «αποκάλυψη» θέτει προσκόμματα στη δεύτερη, θίγει την μεταξύ τους θεωρητική «αρμονία», τον «αυτοματισμό» της σχέσης ανάμεσα σε πρόβλημα και συμπέρασμα. «Άρα»;

Πριν όμως φτάσουμε στο «άρα», το θέμα είναι ότι έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που η καπιταλιστική ανάπτυξη, έστω στρεβλά, έστω στην πλάτη του προλεταριάτου, έστω σε βάρος της εργατικής τάξης, συνέπιπτε στα γενικά ποσοτικά της μεγέθη με τις κοινωνικές οικονομικές ανάγκες, έχει δηλαδή περάσει αρκετός καιρός από τον καπιταλισμό στο στάδιο του τού «ελεύθερου συναγωνισμού».

Ο βαθμός της μονοπωλιακής συγκέντρωσης του κεφαλαίου δεν είναι ποσοτικό μέγεθος ειδικά κοινωνικό. Δεν είναι ποσοτικό μέγεθος που προσδιορίζει την ανάπτυξη της κοινωνίας, που προέρχεται από την ειδικά δική της ανάπτυξη. Είναι ποσοτικό μέγεθος της ανάπτυξης του κεφαλαίου, η οποία πραγματώνεται χάρη στην ιδιοποίηση, χάρη στη μονοπώληση των όρων ανάπτυξης της κοινωνίας. Ποσοτικό μέγεθος που προέρχεται από την αντίφαση, και που αυξάνει την αντίφαση, ανάμεσα στην κοινωνική φύση των μέσων παραγωγής και την ατομική τους ιδιοποίηση.  Είναι, σαν μέγεθος, συνέπεια αυτής της αντίφασης, που από ποσότητα έχει μετατραπεί σε ποιότητα μετατρέποντας ταυτόχρονα τον καπιταλισμό από καπιταλισμό του «ελεύθερου συναγωνισμού» σε μονοπωλιακό καπιταλισμό, σε ιμπεριαλισμό: τόσο προς τα έξω όσο και προς τα μέσα.

Με άλλα λόγια η ανάπτυξη του κεφαλαίου αφήνει ποσοτικά πίσω της την ανάπτυξη της κοινωνίας. Με άλλα επίσης λόγια οι δυνατότητες και ταυτόχρονα οι ανάγκες του κεφαλαίου που προκύπτουν από την δική του ποσοτική ανάπτυξη, δεν έχουν καμία αναγκαία σχέση με τις δυνατότητες και ανάγκες του δοσμένου επίπεδου κοινωνικής ανάπτυξης.

Με άλλα λόγια επίσης, παίρνοντας σαν πρόσφατο παράδειγμα το γάλα, τα μεγέθη της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και οι ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ τέτοιων μεγεθών μπορεί να επιβάλλουν την κατάργηση του φρέσκου γάλακτος, αλλά αντίθετα σκοπός  της ανάπτυξης της κοινωνίας είναι να μπορεί να έχει ένα ποτήρι φρέσκο γάλα κάθε παιδί και οι όροι της κοινωνικής ανάπτυξης οφείλουν να υποτάσσονται σε αυτό το σκοπό.

Σε ό,τι αφορά το λάδι (ή τα φρούτα και τα λαχανικά) περιοριζόμαστε στο ότι -εκτός από το αυτονόητο (;), την ικανοποίηση σε ποσότητα και ποιότητα των λαϊκών διατροφικών αναγκών- σε μια ισόρροπη κοινωνική ανάπτυξη η παραγωγική δραστηριότητα κλιμακώνεται προοδευτικά, ενώ αντιθετα τα μεγέθη της μονοπωλιακής συσσώρευσης είναι τέτοια που στην «οικονομία κλίμακός» τους καταπίνουν μονομιάς κάθε προοδευτική κλιμάκωση αφήνοντας πίσω τους, αντί για μια κοινωνία που αναπτύσσεται, μια κοινωνία που σαπίζει.

Πρόκειται δηλαδή για μια από τις περιπτώσεις, όπου η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού δεν πρέπει να κατανοείται τόσο σαν «αντικειμενική συνέπεια» ενός «αντικειμενικού» βαθμού οικονομικής ανάπτυξης, αλλά κυρίως  ως συνέπεια της αντίθεσης ανάμεσα στους αντικειμενικά αναγκαίους όρους ανάπτυξης του κεφαλαίου και τους αντικειμενικά αναγκαίους όρους της κοινωνικής ανάπτυξης και ως επιλογή απέναντι στο δίλημμα που προκύπτει από αυτή την αντίθεση.

ΥΓ Θα ήταν ακόμα πιο ανάγλυφο το παραπάνω σκεπτικό αν η «οικονομία κλίμακος» και οι ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού επέβαλαν την λειτουργία όχι δυο μόνο ελαιοτριβείων στην Ελλάδα, αλλά, αντί γι’ αυτά, ενός μόνο ελαιοτριβείου στην Κίνα ή στην Ινδία…

Το ότι στην πραγματικότητα αυτή η υπόθεση επαληθεύεται -αν όχι στο λάδι- στην κλωστοϋφαντουργία και σε άλλους κλάδους της μεταποίησης, κάνει φανερή την απόσταση που χωρίζει τους ορους της καπιταλιστικής ανάπτυξης από τους όρους της κοινωνικής ανάπτυξης, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την απόσπαση της υπεραξίας, αλλά και σε ό,τι αφορά τις γενικές κοινωνικές αναπτυξιακές δυνατότητες και προοπτικές.

Από αυτή την άποψη λοιπόν η ανάγκη του σοσιαλισμού προβάλλει όχι μόνο σαν αντικειμενική συνέπεια της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής αλλά και σαν συνέπεια της αντίθεσης απέναντι στην «ανάπτυξη» που επιβάλλει η κυριαρχία των μονοπωλίων, η οποία αντιστρατεύεται την ικανοποίηση των αναγκαιων όρων της κοινωνικής ανάπτυξης, καταστρέφοντας επίσης την υλική βάση ακόμα και του δοσμένου επίπεδου ανάπτυξης της κοινωνίας.

—————————————————————-

το γάλα

Σε παλιότερη ανάρτηση (την πρώτη του μπλογκ πριν 1,5-2 χρόνια) με τον τίτλο «υπερεθνικότητα» vs έθνους και διεθνισμού, είχα χρησιμοποιήσει τον «αδόκιμο» όρο «υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου», τον οποίο σε υποσημείωση εκείνης της ανάρτησης δικαιολογούσα ως εξής:

«Μπορεί ορισμένους να ξενίζει η χρήση του όρου «υπερσυγκέντρωση», σε σχέση με τον βαθμό συγκέντρωσης του κεφαλαίου.

Όμως από τη στιγμή κι έπειτα, όπου η ανάπτυξη του κεφαλαίου, και συνακόλουθα ο βαθμός της συγκέντρωσής του, άρχισε να αποτελεί μέγεθος ολωσδιόλου ξεχωριστό από τα μεγέθη που αφορούν την ανάπτυξη της κοινωνίας, από τη στιγμή που επίσης η ανάπτυξη του κεφαλαίου άρχισε να αποτελεί όρο που αντιστρατεύεται την ανάπτυξη της κοινωνίας και τους όρους αυτής της ανάπτυξης, από τη στιγμή που τα ποσοτικά μεγέθη της αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική φύση των παραγωγικών δυνάμεων και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησής τους μεταβλήθηκαν σε μια «νέα ποιότητα», από τη στιγμή δηλαδή που ο «παλιός» καπιταλισμός του ελεύθερου συναγωνισμού έδωσε οριστικά τη θέση του στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, από τότε κι έπειτα μπορεί κατά τη γνώμη μου να γίνεται λόγος για καπιταλισμό που αναπτύσσεται με όρους υπερσυγκέντρωσης του κεφαλαίου».

Το πρόβλημα που με απασχολεί δεν είναι βέβαια καθόλου το να γίνει αποδεκτός ο όρος «υπερσυγκέντρωση». Το ζήτημα δεν είναι αυτό, αλλά η εκτίμηση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που -ας μην το ξεχνάμε- όσο κι αν εμφανίζεται σαν φορέας της «τελευταίας λέξης» της τεχνικής προόδου, είναι στην πραγματικότητα φορέας της ιστορικής αντίδρασης σε όλη τη γραμμή, και η ίδια του η ανάπτυξη μπορεί να νοηθεί μόνο σαν ανάπτυξη της ιστορικής αντίδρασης: όσο περισσότερο αναπτύσσεται και «προοδεύει» ο μονοπωλιακός καπιταλισμός, τόσο περισσότερο ιστορικά αντιδραστικός γίνεται. Και τόσο περισσότερο οι ανάγκες της ανάπτυξής του έρχονται σε σύγκρουση με τις κοινωνικές ανάγκες και τους όρους ικανοποίησής τους.

Εδώ θα προσπαθήσω να δείξω ότι από την παραπάνω διαπίστωση δεν εξαιρείται η «καθαρά» οικονομική πλευρά, η πλευρά που συνήθως νοείται σαν μια απλώς «αντικειμενική», και απλώς ποσοτική εξέλιξη, η οποία καταδείχνει την ανάγκη της αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό. Το τελευταίο είναι βέβαια σωστό. Όμως αν δεν κατανοηθεί ότι, πια, και αυτή η «αντικειμενική» οικονομική εξέλιξη, τα ίδια τα «ποσοτικά» της μεγέθη είναι συναρτημένα όχι με την οικονομική εξέλιξη γενικά αλλά με την εξέλιξη του καπιταλισμού που από καιρό αντιστρατεύεται την εξέλιξη της κοινωνίας, τότε είναι δυνατόν να βγούνε λαθεμένα συμπεράσματα  για μια σειρά θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα της ταξικής πάλης.

Για να γίνω σαφέστερος, το ζήτημα που τίθεται με αφορμή την πρόσφατη νομοθεσία για το γάλα, δεν είναι μόνο ότι ως «εξέλιξη» μεν προχωράει όμως μέσω της καταστροφής των μικρών αγροτών. Το ζήτημα που τίθεται είναι  επίσης, ότι οι όροι της μονοπωλιακής συγκέντρωσης κεφαλαίου δεν συμπίπτουν με τους όρους συγκέντρωσης της παραγωγής που θα υπαγόρευαν οι κοινωνικές ανάγκες σε μια κοινωνικά σχεδιασμένη οικονομία.

*

Για το γεγονός ότι η κατάργηση της ετικέτας «φρέσκο γάλα» (μια που το φρέσκο γάλα έχει καταργηθεί αρκετό καιρό πριν την ετικέτα του) υπαγορεύτηκε από τις ανάγκες του μονοπωλιακού ανταγωνισμού που είναι καταδικασμένος  να ανεβαίνει τις αναβαθμίδες του (καταδικάζοντας και την κοινωνία να ανεβαίνει το γολγοθά της) μέσω μιας όλο και πιο μεγάλης συγκέντρωσης κεφαλαίου στα χέρια των μονοπωλιακών ομίλων, δεν είναι δύσκολο να συγκεντρωθούν αποδείξεις.

Στη σχετική έκθεση του «Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης» (από την περίφημη «εργαλειοθήκη» του οποίου  προήλθε η κατάργηση του «φρέσκου γάλακτος») αναφέρεται ότι:

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα το «φρέσκο» παστεριωμένο γάλα κυκλοφορεί με διάρκεια ζωής 5 ημερών, αποτελεί «μια αυστηρή απόκλιση από τις συνήθεις πρακτικές της ΕΕ, που προκύπτουν από τη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η απόκλιση αυτή ενδεχομένως να βλάπτει τον ανταγωνισμό στη σχετική αγορά σε σημαντικό βαθμό».

«Η κατάργηση του ορίου των πέντε ημερών θα δώσει επαρκή χρόνο στη βιομηχανία για την εισαγωγή γάλακτος από άλλες, φθηνότερες χώρες της ΕΕ, μειώνοντας έτσι το κόστος των πρώτων υλών»

«Η εντατικοποίηση του ανταγωνισμού θα καταστήσει πολύ δύσκολο για τα τοπικά μικρά αγροκτήματα να λειτουργήσουν σύμφωνα με το ισχύον επιχειρηματικό τους μοντέλο και θα περίμενε κανείς ότι ορισμένα από αυτά θα αγοραστούν από τις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις»

Από τα παραπάνω, εκτός από το ότι η κατάργηση έστω και του κατ’ όνομα φρέσκου γάλακτος υπαγορεύεται από τις ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, εκτός και από την κυνική ομολογία των επιπτώσεων στους μικρομεσαίους κτηνοτρόφους αυτού του ανταγωνισμού και των μέτρων που παίρνονται για την εξυπηρέτησή του, γίνεται φανερό και το ότι το ίδιο αυτό μέτρο που νομοθετήθηκε αποτελεί προσαρμογή στις «συνήθεις πρακτικές» της Ευρωπαϊκής Ένωσης που «προκύπτουν από τη σχετική της νομοθεσία», καθώς άλλωστε με την ιδρυτική της πράξη του Μάαστριχτ η ΕΕ έχει προσδώσει στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό (δηλαδή την κυριαρχία των μονοπωλίων) νομικό κύρος με ισχύ για όλα τα κράτη – μέλη της.

Ήρθε λοιπόν η στιγμή που και το «φρέσκο γάλα» αναγνωρίστηκε σαν περιορισμός ή σαν καταστρατήγηση της «αρχής της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων [!!!]«  την οποία προβλέπει το άρθρο 102Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Και σίγουρα δεν είναι δική μας δουλειά να παραστήσουμε τον «κριτή» για το αν την «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό» την παραβιάζει πράγματι το «φρέσκο γάλα» ή αντίθετα η κατάργησή του, για τον αν «αθέμιτος» ανταγωνισμός σε βάρος των μονοπωλίων είναι η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών ή αν, αντίθετα, «αθέμιτος» ανταγωνισμός είναι η χρησιμοποίηση από τα μονοπώλια της νομοθετικής ισχύος που αποκτούν χάρη στην ψήφο των μικρομεσαίων κτηνοτρόφων με σκοπό την εξαφάνισή τους. Ούτε, επίσης, να παραστήσουμε τον κρίτη για το αν η «αποτελεσματική κατανομή των πόρων ευνοείται» περισσότερο με το γάλα των 5 ή με το γάλα των 10 ημερών. Ούτε για το αν η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών αποτελεί ή όχι «μέσο αυθαίρετων διακρίσεων» ή «συγκεκαλυμμενο περιορισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών» (πράγμα που «απαγορεύει» το άρθρο 73Δ παρ. 3 της Συνθήκης του Μάαστριχτ):  Πόσο μάλλον που το γάλα μετατρέπεται σε «ελεύθερα κινούμενο» κεφάλαιο όταν βρίσκεται στα χέρια των καπιταλιστών και των μονοπωλίων, ενώ στα χέρια του αυτοαπασχολούμενου κτηνοτρόφου το γάλα δεν είναι καν κεφάλαιο…

*

Όλα αυτά όμως είναι η μισή αλήθεια, όσο δεν τίθεται και δεν απαντιέται το ζήτημα γύρω από τη σχέση του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής όπως αυτή πραγματοποιείται από την άποψη των αναγκών του κεφαλαίου («μεταφραζόμενη» από την άποψη αυτή σε συγκέντρωση κεφαλαίου), από τη μια, και του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής από την άποψη των αναγκών της κοινωνίας, από την άλλη.

Από την άποψη του κεφαλαίου (και ιδίως του μονοπωλιακού που αποτελεί πια την κυρίαρχη μορφή του) η συγκέντρωση της παραγωγής στα χέρια του πραγματοποιείται με γνώμωνα τις ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ των μονοπωλίων, τις συνακόλουθες ανάγκες μεγιστοποίησης της κερδοφορίας και του ποσοστού κέρδους, και επίσης πραγματοποιείται πάνω στη βάση μιας ήδη πραγματοποιημένης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου (σαν αποτέλεσμα του πληθωρισμού κερδών, που προγήθηκε κατά τη φάση της «ανάπτυξης»), το οποίο γυρεύει νέα πεδία επένδυσης και κερδοφορίας. Ιδίως όμως σε ό,τι αφορά τους κλάδους παραγωγής μέσων συντήρησης, πρέπει επίσης εμφατικά να υπογραμμιστεί ότι η μείωση του συνολικού κόστους παραγωγής τους, η μείωση δηλαδή της ανταλλακτικής αξίας τους, αποτελεί πρωταρχικό όρο αύξησης του ποσοστού της υπεραξίας, καθώς φτηνότερα μέσα συντήρησης φτηναίνουν την εργατική δύναμη μειώνοντας έτσι το μερίδιο που αποσπά αυτή από την συνολική αξία του κοινωνικού προϊόντος και αυξάνοντας την μάζα της υπεραξίας που σφετερίζεται το κεφάλαιο.

Όμως αυτά (ο ανταγωνισμός, η κερδοφορία, η συσσώρευση,  η υπεραξία κλπ), το τελευταίο πράγμα με το οποίο έχουν σχέση, είναι το γάλα, και πόσο μάλλον το φρέσκο. Και σε ό,τι αφορά το γάλα καθαυτό, η μοναδική του σχέση με αυτές τις «οικονομικές» ανάγκες και κριτήρια, περιορίζεται στο μέγιστο χρονικό διάστημα που μπορεί να καταναλώνεται χωρίς να παύει και τυπικά να είναι πια «γάλα», ως όριο πέρα από το οποίο δεν μπορούν άλλο να παραμεριστούν τα εμπόδια που βάζουν οι έσχατες φυσικές του ιδιότητες  στην «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό», στην «αποτελεσματική κατανομή των πόρων», στην «ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων και των πληρωμών».

Δεν ισχύει όμως το ίδιο από την άποψη της κοινωνίας, με τις ανάγκες της οποίας η κυριαρχία των μονοπωλίων από καιρό βρίσκεται σε αντίθεση, και για την οποία από καιρό το σύστημα της μονοπωλιακής κυριαρχίας έχει καταστεί πια «ξένο σώμα».

Φυσικά και από την άποψη της κοινωνίας δεν είναι αδιάφορη η εξοικονόμηση πόρων, είτε φυσικών είτε ανθρώπινων, δεν είναι αδιάφορο το να απαιτούνται και να ξοδεύονται για το κοινωνικό προϊόν οι ελάχιστες δυνατές ποσότητες φυσικών πόρων και ανθρώπινης εργασίας. Όμως σε ό,τι αφορά για παράδειγμα το γάλα, η εξοικονόμηση αυτή βρίσκει το εκάστοτε όριό της στην ανάγκη το γάλα να παράγεται με τις υγιεινότερες δυνατές φυσικές και τεχνικές μεθόδους και να καταναλώνεται, με μια λέξη, φρέσκο. Κι αυτή η ανάγκη οφείλει να καθορίζει, από κοινωνική άποψη, το βαθμό συγκέντρωσης της παραγωγής, την κατανομή της, την ισόμετρη ανάπτυξή της υπό όρους που δεν εντείνουν αλλά σταδιακά αναιρούν τη διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο.

Πρόκειται όμως για καθορισμό που στην πραγματικότητα απέχει όσο η μέρα και η νύχτα από την «εξέλιξη» που συνιστά η συγκέντρωση του κεφαλαίου στη βάση της συσσώρευσής του, των αναγκών της ανταγωνιστικότητάς του, και της πολιτικής του κυριαρχίας. Για καθορισμό υπό το φως του οποίου αυτή δεν συνιστά καν «εξέλιξη», αλλά μάλλον τερατογένεση. Μια διάσταση που οι συνέπειες της (αλλά και οι συνέπειες της παραγνώρισής της) αφορούν τόσο τους υλικούς – οικονομικούς όρους επαναστατικής μετάβασης από την καπιταλιστική στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή αύριο, όσο και τους όρους οικοδόμησης της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα υπόλοιπα εργαζόμενα κοινωνικά στρώματα σήμερα. Διάσταση, επίσης, που θεωρητικά παραπέμπει στο  «ηθικό συμπέρασμα», ότι «η ορθολογικά οργανωμένη αγροτική οικονομία δεν συμβιβάζεται με το κεφαλαιοκρατικό σύστημα (…) και χρειάζεται είτε το χέρι του μικροαγρότη, που εργάζεται ο ίδιος, ή τον έλεγχο των συνεταιρισμένων παραγωγών» (Μάρξ, Το κεφάλαιο, τ.3, σελ. 157): δυο πράγματα που -καθαυτά- δεν έρχονται μεταξύ τους σε αντίθεση.

 


Αν ο τελικός στόχος είναι «τίποτα», τότε κανένας στόχος δεν είναι «κάτι»…

Η παρούσα ανάρτηση είναι γραμμένη «με την πρώτη», πλην από ελάχιστες και επουσιώδεις αλλαγές που υπέστη μ’ ένα ξανακοίταγμα πριν απ’ το «κλικ» στη «δημοσίευση». 

Σαφώς και με δυο – τρία «χτενίσματα» θα μπορούσε να λέει «τα ίδια» με τα μισά λόγια, μόνο που ενδεχομένως «τα ίδια» δεν θα ήταν τα ίδια και τα «μισά λόγια» μπορεί να ήταν μισόλογα.

Προκειμένου να αποφύγω τέτοιου είδους λειάνσεις και στρογγυλέματα, τη δημοσιεύω έτσι όπως είναι, ακατέργαστη, γεμάτη γωνίες και αγκίθες (αν δεν απατώμαι).

***

Η προηγούμενη ανάρτηση αυτού του μπλογκ ήταν ένας λίβελος κατά του λαού.

Ένας κακός μεταφραστής θα μπορούσε να μεταφράσει την παραπάνω πρόταση ως εξής: «Η προηγούμενη ανάρτηση αυτού του μπλογκ ήταν ένας αντιλαϊκός λίβελος».

Δυστυχώς, όμως, δεν ήταν αντιλαϊκός ο λίβελος. Αντιλαϊκές ήταν οι ελογικές επιλογές του λαού στις εκλογές της 20ης Σεπτέμβρη. Κι αυτό που διαφοροποιεί το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών από άλλα, παλιότερα εκλογικά αποτελέσματα,  είναι ότι για πρώτη φορά σε αυτές τις εκλογές, το κεντρικό δίλημμα δεν βρισκόταν στην «παραδοσιακή» δικομματική εναλλαγή των χρόνων πριν την καπιταλιστική κρίση και τα μνημόνια, ούτε και σε μια γενικόλογη δυνατότητα διεξόδου από τα σημερινά αδιέξοδα όπως στις εκλογές του Γενάρη και του 2012. Το κεντρικό δίλημμα αυτών των εκλογών ήταν  ένα τραχύ, για πρώτη φορά αφτιασίδωτο, στην πραγματικότητα απογυμνωμένο από «καλολογικά στοιχεία», ωμό κι απερίφραστο πολιτικό δίλημμα ανάμεσα στην ανυπακοή και την πειθάρχηση. Ανάμεσα στην αποδοχή των κάθε λογής (αριστερώνυμων ή δεξιώνυμων) εκπροσώπων, «εξωραϊστών», απολογητών και διαχειριστών της αντιλαϊκής πολιτικής, της καθοριζόμενης από το πραγματικό, υπαρκτό και όχι ιδεατό, σύστημα της εκμεταλλευτικής κυριαρχίας, από τη μια, και στην ανοιχτή απόρριψη ενάντια και στο σύστημα της εκμεταλλευτικής κυριαρχίας και στην πολιτική του και στους εκπροσώπους, απολογητές και διαχειριστές της. Το κεντρικό δίλημμα αυτών των εκλογών δεν βρισκόταν στην επιλογή ανάμεσα στον καλό και στον κακό δήμιο των λαϊκών δικαιωμάτων. Βρισκόταν  στην επιλογή ανάμεσα σ’ όλους τους δήμιους των λαϊκών δικαιωμάτων, από τη μια, και σε μια στοιχειώδη και ανοιχτή (δηλαδή εκλογική) αγωνιστική στάση προάσπισης αυτών των δικαιωμάτων, αντίστασης στο ποδοπάτημά τους, προοπτικής για την αντιστροφή του συσχετισμού των δυνάμεων.

Απέναντι σε αυτό το κεντρικό πολιτικό δίλημμα μπορούν να υπάρξουν ποικίλες αιτιολογήσεις της λαϊκής «εκλογικής συμπεριφοράς». Αυτό που δεν μπορεί να υπάρξει  είναι η οποιαδήποτε δικαιολόγησή της μέσω των πολλών και διάφορων αιτιολογήσεών της: Οποιαδήποτε τέτοια δικαιολόγηση θα ήταν μια δήθεν «φιλολαϊκή» κολακεία, και μάλιστα κολακεία ανιστόρητη: Στα νεώτερα ιστορικά χρόνια δεν είναι ούτε ένα ούτε δυο τα παραδείγματα, στην Ελλάδα και στον κόσμο, όπου η παθητικότητα των λαών απέναντι στις δυνάμεις της χειραγώγησής τους, επέφερε τις χείριστες συνέπειες για τους ίδιους τους λαούς. Θα ήταν, επιπλέον, κολακεία των πιο αρνητικών χαρακτηριστικών της ατομικής και συλλογικής συνείδησης τη στιγμή που αυτά επιχειρείται να μετατραπούν σε μόνιμα και διαρκή χαρακτηριστικά της:

Η πολιτική υπεκφυγή, αυτή η υπεκφυγή από τα καθήκοντα που θέτει στον καθένα ο «αντιμέτωπος» εξωτερικός κόσμος, για την εκδήλωση και την εδραίωσή της προϋποθέτει την ενσυνείδητη εσωτερίκευσή της. Απαιτεί από τον άνθρωπο την υπεκφυγή από τον ίδιο του τον εαυτό. Απαιτεί και προϋποθέτει την απομάκρυνση των ατόμων από τον συνειδησιακό τους πυρήνα που τα καθιστά ενεργητικά ιστορικά υποκείμενα, τη συνεχή τους συνειδησιακή παρέκκλιση από αυτόν τον πυρήνα, προς τον «τελικό στόχο» της εσωτερικής τους μεταμόρφωσης σε παθητικά αντικείμενα της ιστορίας μαθημένα να παρακάμπτουν την εξαπάτησή τους εξαπατώντας τον εαυτό τους και κατόπιν εξαπατώντας ο ένας τον άλλο κι όλοι μαζί τη συλλογική τους ύπαρξη. Η ενσυνείδητη πολιτική υπεκφυγή απαιτεί και προϋποθέτει την παράκαμψη του εξωτερικού ψεύδους μέσω της εσωτερικής του οικειοποίησης, το ψέμμα για να γίνει αποδεκτό απαιτεί από τον άνθρωπο να γίνει ο ίδιος ψεύτης, στην αρχή απέναντι στον εαυτό του, έπειτα απέναντι στους άλλους, εωσότου το ενσυνείδητο ψεύδος «ανυψωθεί» στο επίπεδο της συλλογικής συνείδησης καταβαραθρώνοντάς την. Κι αν ο φασισμός εκφράζει την επιδίωξη της ενεργητικής στρατολόγησης του λαού ενάντια στον εαυτό του, η διάχυση του οπορτουνισμού (διότι για αυτον πρόκειται) από την πολιτική στην κοινωνία μέσω των αθροιζόμενων ατομικών ψυχισμών, αποτελεί σαν αντίστροφη όψη του νομίσματος τη μορφή της παθητικής στρατολόγησης του λαού στη στρατηγική του συστήματος των εκμεταλλευτών του.

Αυτό, είναι το  τελικό προϊόν του «καπιταλισμού που σαπίζει»: Η διαφθορά των ανώτερων κύκλων του είναι το «λιγότερο» από τα χαρακτηριστικά του. Η αποσύνθεση εκτείνεται σε όλο το πεδίο της καπιταλιστικής κοινωνίας (καπιταλισμός = κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός, και «σαπίλα» του καπιταλισμού = «σαπίλα» του κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού) και επισφραγίζεται όταν διεισδύσει στα άτομα, όταν τα άτομα εσωτερικεύουν σαν δική τους την κοινωνική αποσύνθεση, όταν «εν ημίν» σκηνώσουν οι «κηλίδες» της κοινωνικής αποσύνθεσης με μορφή ατομική. Αυτό είναι το τελικό προϊόν του «καπιταλισμού που σαπίζει», κι αυτός είναι ο στρατηγικός «τελικός στόχος» της εκμεταλλευτικής εξουσίας, ο τελικός της στόχος που πίσω από την οικονομική επίτευξη των οικονομικών του δεικτών κρύβει την επίτευξη ενός ακόμα προϋποτιθέμενου δείκτη: του δείκτη της ατομικής και κοινωνικής πειθάρχησης των καταπιεζόμενων.

Γι’ αυτήν, για την εξουσία των εκμεταλλευτών, ο «τελικός στόχος» της είναι το παν.

Δεν χρειάζεται να τονιστεί ότι το ικανότερο εργαλείο για την πραγματοποίηση του στόχου αυτού είναι ο οπορτουνισμός, οι πολιτικές και κομματικές του εκφράσεις, οι ιδεολογικές μορφές του που τα γενικά του συστατικά επιχειρούν να τα καταστήσουν κεντρικά και κυρίαρχα συνειδησιακά- ψυχολογικά συστατικά των ατομικών στάσεων και συμπεριφορών: τι είναι ο οπορτουνισμός αν όχι μια δίχως τέλος ενσυνείδητη υπεκφυγή από την πρόκληση του προκείμενου, μια δίχως τέλος υπεκφυγή με οικοδομημένο για τις ανάγκες της ένα ολόκληρο πολιτικό, ιδεολογικό, συνειδησιακό-ψυχικό σύστημα;

Κι από τη στιγμή που η λαϊκή ψήφος, κάτω από τις ιδιαίτερες, συγκεκριμένες συνθήκες των εκλογών της  20ης Σεπτέμβρη, αποδέχθηκε, οικειοποίηθηκε, ενσυνείδητα παρακάμπτοντας την πλαστότητά του, το «αριστερό» (βλ. ΣΥΡΙΖΑ) και «πατριωτικό» (βλ. ΑΝΕΛ) άλλοθι που προσφέρθηκε στον καθένα άνθρωπο για να αποποιηθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την ευθύνη του για τη ζωή του, από αυτή τη στιγμή κι έπειτα δεν στέκονται απέναντι αλλά στέκονται πάνω από αυτό το κεντρικό στοιχείο της λαϊκής ψήφου, σαν ομπρέλα, οι κλασικές «αντικειμενικές» ερμηνείες της: οι αρνητικοί συσχετισμοί, ο πολιτικά «περιορισμένος» χαρακτήρας του «αστικού» εκλογικού δικαιώματος, οι «εκβιασμοί», οι «ανεπαρκείς» προγραμματικές επεξεργασίες, τα μεταβατικά ή όχι μεταβατικά προγράμματα, ο βαθμός εξειδίκευσης της γενικότητας κλπ κλπ, ερμηνείες που κινδυνεύουν να μετατραπούν σε «τεχνοκρατικές» κοινοτοπίες, και σε φαύλο κύκλο ανάμεσα στο αίτιο και στο αποτέλεσμα, εφόσον δεν αναδεικνύουν ένα κεντρικό διακύβευμα της περιόδου που διανύουμε, έναν ουσιαστικό, ενεργητικό και «εκ των ουκ άνευ» παράγοντα, το φιλότιμο και τη λεβεντιά σαν απαιτήσεις πρώτα από όλα του καθένα απέναντι στον εαυτό του.

Τα παραπάνω αποτελούν μόνο την εισαγωγή για όσα ακολουθούν, με αφορμή μια ανάρτηση που έτυχε να διαβάσω, με τίτλο: «Από τον περήφανο λαό στον υποταγμένο;»

Και για να κλείνω με την εισαγωγή: Τα όσα γράφονται παραπάνω, όπως και τα γραφόμενα στην προηγούμενη ανάρτηση, αποτελούν φυσικά μια γενίκευση εντός της οποίας εντάσσονται (ή και δεν εντάσσονται)  ποικίλες συγκεκριμένες ατομικές πολιτικές στάσεις. Αποτελεί, όμως, ευθύνη του καθενός, να τοποθετήσει την ατομική του πολιτική στάση απέναντι στο ίδιο του το «Εγώ» και να αντιπαραβάλλει την αλήθεια και το ψέμμα της πολιτικής στάσης του με την αλήθεια και το ψέμμα του «Εγώ» του. Χωρίς αυτή την αντιπαραβολή δεν πρόκειται να αποφύγει την βαθμιαία προσωπική παρέκκλιση ως το σημείο όπου ο χθεσινός και σημερινός του εαυτός άυριο θα του φαίνεται αγνώριστος, κι ο αυριανός του εαυτός θα είναι κομμένος και ραμμένος  στα μέτρα του έτοιμου κουστουμιού που προορίζουν για τον καθένα ξεχωριστά και κατ’ επέκταση για όλους μαζί οι μηχανισμοί του συστήματος της εκμετάλλευσης, οι μηχανισμοί επιβολής της κυρίαρχης ιδεολογίας, οι μηχανισμοί επιβολής της κυρίαρχης ψυχολογίας στο βαθμό που μπορεί κανείς να εκφραστεί έτσι…

***

Ας αφήσουμε, λοιπόν, τώρα τα παραπάνω γενικόλογα και ψυχολογικά, κι ας περάσουμε σε μερικά καθαυτό πολιτικά ζητήματα:

Ο «συμβιβασμός» της υποταγής, δηλαδή η υποταγή εμφανιζόμενη  σαν συμβιβασμός, σαν κάτι το «ενδιάμεσο» μεταξύ υποταγής και αντίστασης, ώστε με το πλαστό άλλοθι του «ενδιάμεσου» ενσυνείδητα να πραγματώνεται η επιλογή της υποταγής, αυτή εδώ την ιστορικά καθορισμένη στιγμή, όχι μόνο αποτέλεσε και αποτελεί ηθικό αποφρονηματισμό, ηθικό τσαλάκωμα ενός κόσμου που ως πρόσφατα εμφάνιζε διαθέσεις σύγκρουσης με τη «νέα κατοχή», την «απώλεια της εθνικής κυριαρχίας», την κυριαρχία «των τραπεζιτών», την πολιτική της «λιτότητας», την «πρόταση των δανειστών», ή όπως αλλιώς κατανοούσε ο καθένας την σύνθλιψη ως και των πιο στοιχειωδών δικαιωμάτων του και του ήδη «λιτού» βιοτικού του επιπέδου για την επιβολή ενός καθεστώτος οικονομικής αποστέρησης και πολιτικής καταπίεσης… Όχι μόνο, αντ’ αυτών, αποτέλεσε και αποτελεί επιλογή αποδοχής της οικονομικής αποστέρησης ως «αναπόφευκτης», και της πολιτικής καταπίεσης ως ανύπαρκτης εφόσον, δήθεν, δεν υπάρχει καταπίεση στην περίπτωση της προϊούσας «εθελούσιας» υποταγής και συμμόρφωσης «προς τα υποδείξεις» και τα προκατασκευασμένα διλήμματα που υπαγορεύουν οι μηχανισμοί της χειραγώγησης… Όχι μόνο, επίσης, είχε και έχει  σαν συνέπεια την παραχώρηση, προς αυτούς τους μηχανισμούς χειραγώγησης, ικανού χρόνου για να κλείσουν την λαβίδα τόσο ώστε και «την άλλη φορά» να βρουν μπροστά τους κλειστή τη λαβίδα όσοι αυταπατόνται ότι, μέσω της υποταγής στη χειραγώγησή τους, «αύριο» τάχα θα μπορέσουν να ξεγλυστρίσουν από τη χειραγώγηση…

…Αλλά, που είναι και το «κυριότερο» από «πολιτική» άποψη, αποτέλεσε και αποτελεί αποποίηση της αφετηρίας και του δρόμου προς τη μοναδική οικονομική και κοινωνική διέξοδο για το λαό, της αφετηρίας και του δρόμου που κατά αναπόδραστη αναγκαιότητα περνά μέσα από την άρνηση, την απόρριψη των δεσμών, την απελευθέρωση από τα δεσμά της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, «υλική μορφή» της οποίας κυριαρχίας αποτελούν εν προκειμένω οι μηχανισμοί του «ευρωατλαντισμού», το ΝΑΤΟ, η ΕΕ, το ΔΝΤ κλπ…

…Αποδεικνύοντας, ότι αν ο «τελικός στόχος» δεν είναι τίποτα και το «κίνημα» είναι το «παν», τότε δεν είναι τίποτα κανένας-μα-κανένας στόχος και το κίνημα μετατρέπεται σε «τίποτα» και αυτό.

Το κίνημα δεν μπορεί να κάνει ούτε ένα βήμα μπροστά, δεν μπορεί καν να ξέρει ποιό θα μπορούσε να ήταν ένα τέτοιο βήμα μπροστά, αν αυτό το ένα, αυτό το πρώτο κάθε φορά βήμα δεν προσδιορίζεται και δεν καθορίζεται από τη διαδρομή ανάμεσα στις συντεταγμένες του παρόντος και τις συντεταγμένες του τελικού στόχου. Αν το ιστορικά δρον υποκείμενο, αυτό το ένα βήμα και τη διαδρομή που αυτό χαράζει, δεν τα αντικρίζει ταυτόχρονα από την οπτική γωνία του παρόντος κι από την οπτική γωνία του τελικού στόχου.  Κι από την άλλη πλευρά, αυτός ο τελικός στόχος, όσο κι αν είναι θεωρητικά διατυπωμένος στις βασικές και κύριες γραμμές του περιεχομένου του, δεν είναι ένα θεωρητικό κατασκεύασμα, δεν είναι απλά ένα θεωρητικό «αίτημα», αλλά οι προϋποθέσεις του και η αναγκαιότητά του αναβλύζουν διαρκώς από κάθε πόρο των σημερινων κοινωνικών σχέσεων, όπως από  κάθε τους πόρο αναβλύζει κι η διαρκής αντιδραση, η διαρκής ιστορική οπισθοδρόμηση.

Οι υπαρκτές επιλογές είναι πολύ λίγες. Μόνο δυο: Είτε ο όλο και πιο κοινωνικός χαρακτήρας της οικονομικής παραγωγής, χάρη στην συνειδητή κινητοποίηση των εργαζομένων θα παραμερίσει την όλο και περισσότερο ατομική ιδιοποίηση της παραγωγής, και θα αντιστοιχηθεί με σχέσεις κοινωνικής ιδιοποίησης των μέσων παραγωγής…  Είτε η κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου, θα συνεχίσει να επιβάλλει την εκμεταλλευτική εξουσία όλο και πλατύτερα όλο και βαθύτερα, σε κάθε κύτταρο των κοινωνικών σχέσεων, του σχηματισμού της κοινωνίας, της ζωής των ατόμων, σέρνοντας πίσω της και σπρώχνοντας μπρος της φτώχια, εξαθλίωση, ολόπλευρη κοινωνική αποσύνθεση («σαπίλα»), αντιλαϊκή βία, ολόκληρες εποχές πολέμων… [*] Ήδη άλλωστε….

Η μεγάλη οπορτουνιστική υπεκφυγή από αυτό το μοναδικό πραγματικό δίλημμα, πραγματοποιείται με τη μέθοδο των μικρών ή λίγο μεγαλύτερων καθημερινών υπεκφυγών, με τη μέθοδο των υπεκφυγών γύρω από το κάθε ένα «μόνο» βήμα του κινήματος, με τη μέθοδο της θεωρητικής και πρακτικής δήθεν τεκμηρίωσης των μικρών και των μεγάλων υπεκφυγών είτε από το κάθε ένα «μόνο» βήμα είτε από τον τελικό στόχο, με τη μέθοδο της διαρκούς απομάκρυνσης από αυτό το σταθερό σημείο αναφοράς, αυτό το «τίποτα» του τελικού στόχου, για χάρη της οποίας απομάκρυνσης το κάθε ένα «μόνο» βήμα του κινήματος «οφείλει» να είναι βήμα πραγματικής παρέκκλισης από το ένα «μόνο» βήμα που θα έπρεπε να είχε γίνει. Και που θα έπρεπε να είχε γίνει  όχι για τις θεωρητικές ανάγκες του «τελικού στόχου», αλλά για τις άμεσες ανάγκες για τις οποίες αυτό το ένα «μόνο» βήμα καλείται να πραγματοποιηθεί. Και για τις οποίες άμεσες ανάγκες δεν μπορεί παρά να είναι βήμα όχι απομάκρυνσης από-, αλλά βήμα κατεύθυνσης προς τον τελικό στόχο που αναβλύζει μέσα από τις ίδιες αυτές τις άμεσες ανάγκες.

Διαφορετικά δεν μπορει να είναι παρά βήμα προς την αντίδραση και την ιστορική οπισθοδρόμηση. Το πόσο λοιπόν «περήφανος» ή το πόσο «υποταγμένος» είναι ο λαός δεν κρίνεται από την ιδέα που θέλει να έχει ο ίδιος για τον εαυτό του ούτε από την ιδέα που θέλει να έχει γι’ αυτόν ο οποιοσδήποτε. Κρίνεται από την κατεύθυνση του κάθε ενός «μόνο» βήματός του,  κι ακόμη περισσότερο από το βαθμό που ενσυνείδητα (ή όχι) πληρώνεται (ο καθένας ξεχωριστά και αθροιστικά σαν σύνολο) με την ψευδαισθηση της «ηρεμίας» που προσφέρει η ευθυγράμμιση με τις υποτείνουσες της υποταγής στην εξουσία, για να πουλήσει, με αυτό το αντίτιμο, στην εξουσία τα συνειδησιακά, ιδεολογικά, πολιτικά συστατικά της ίδιας του της υποταγής.

Από εκεί και πέρα ή μάλλον: πέρα από εκεί, θα μπορούσε πράγματι να γίνει μια συζήτηση για το αν θα «μας αφήσουνε» ή «δεν θα μας αφήσουνε» και για τι ακριβώς μπαίνει ζήτημα να μας «αφήσουνε» ή να μη μας «αφήσουνε»,

για το αν υπάρχει ποτέ περίπτωση να θελήσουν να μας «αφήσουνε» σε οποιαδήποτε των περιπτώσεων κάνουμε ένα παραμικρό βήμα εξόδου από το μονόδρομο της υποταγής μας,

για το ποιες επομένως προϋποθέσεις πρέπει να εκπληρωθούν, για να αντιταχθούν εκπληρωμένες και αποτελεσματικά σε αυτή τη θέλησή «τους»,

για το πώς η εκπλήρωση αυτών των προϋποθέσεων πρέπει από τώρα να οικοδομείται και για το πόσο «μακριά» βρίσκονται οι όροι του ερωτήματος «αν θα μας αφήσουνε», από τους τωρινούς όρους κάτω από τους οποίους πρέπει να αρχίσει η οικοδόμηση της εκπλήρωσης αυτών των  προϋποθέσεων,

για το ότι δεν συμπίπτει σε κανένα της σημείο η διαδικασία εκπλήρωσης αυτών των προϋποθέσεων με τη διαδικασία συνειδησιακής – πολιτικής χειραγώγησης του λαού,

για το ότι οι «λάθος» ερωτήσεις (π.χ. των δημοψηφισμάτων ή της εκάστοτε τηλεοπτικής επικαιρότητας) διατυπώνονται με προορισμό την είσπραξη «λάθος» απαντήσεων, για το ότι η «σωστή» απάντηση σε μια λάθος ερώτηση είναι «σωστή» μόνο υποκειμενικά θεωρημένη (όπως π.χ. μόνο υποκειμενικά θεωρημένη από τον καθένα είναι «σωστή» και η στάση του της αποχής) και γι’ αυτό -για να μετατρέψουμε το σωστό «για εμάς» σε σωστό για όλους- πρέπει να δίνουμε τις σωστές απαντήσεις  χωρίς να μας ρωτάνε και δίνοντας τις σωστές απαντήσεις να επιβάλλουμε τις σωστές ερωτήσεις,

για το ότι το παιχνίδι με τις (περισότερο ή λιγότερο πετυχημένες) λεκτικές διατυπώσεις  δεν μπορεί να συσκοτίσει το γεγονός πως οι συνεπείς πολιτικές (και όχι οι χρονικά πρωθύστερες) προϋποθέσεις αντιμετώπισης κρίσιμων και πολιτικά κομβικών ζητημάτων όπως η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση συνίστανται στην ανατροπή της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, δηλαδη στην ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, στην κατοχή της κοινωνίας επί των παραγωγικών δυνάμεων (και όχι το αντίθετο) οι οποίες πλέον επιδέχονται μόνο την κοινωνική διεύθυνση,  στην [προσθήκη μιας λέξης 30-9-2015: μονομερή] διαγραφή του χρέους,

για το ότι η ίδια αυτή η αποδέσμευση  από την Ευρωπαϊκή Ένωση και συνολικά τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς ταυτίζεται ήδη από σήμερα, από τώρα, με την αποδέσμευση από τους ιδρυτικούς της κανόνες της μονοπωλιακής αγοράς, της ελευθερίας του καπιταλιστικού ανταγωνισμού  και της ελευθερίας κίνησης του κεφαλαίου που θεμελιώνονται πάνω στις, όχι «νομικές», νομοτέλειες του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού (ανισομετρία, μοίρασμα και ξαναμοίρασμα του κόσμου από τα μονοπώλια και τα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη),

για το ότι επομένως η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους κανόνες της, που εγγυόνται την γενική ελευθερία του κεφαλαιου και την γενική κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου,  δεν μπορεί παρά να αποτελεί ουσιώδες συστατικό των διεκδικήσεων του κινήματος σε κάθε πραγματικό καθημερινό ένα «μόνο» βήμα του,

για το ότι από αυτό το καθημερινό ένα «μόνο» βήμα έως την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων το ζήτημα αυτής της αποδέσμευσης αποτελεί μια ολόκληρη διαδικασία εντός της οποία το εθνικό νόμισμα μπορεί να εντάσσεται μόνο σαν στιγμή της, υποταγμένη στους όρους της, και χωρίς σε τίποτα να μπορεί να την υποκαθιστά,

για το ότι το «εθνικό νόμισμα» από κάθε άλλη άποψη δεν αποτελεί παρά επιλογή επιβαλλόμενη εξίσου όσο επιβάλλεται και το ευρώ (και ενδεχομένως και από τις ίδιες δυνάμεις) και για το ότι στην περίπτωση επιβολής μιας τέτοιας επιλογής, στην περίπτωση μιας τέτοιας «στιγμής»  έξω από αυτή τη διαδικασία και την πραγματική της ανάπτυξη, το «εθνικό νόμισμα» δεν υποτάσσεται στους όρους αυτής της διαδικασίας αλλά -το μόνο- θέτει την επιτακτική ανάγκη της ανάδειξης των ορων της, πράγμα που έχει πολύ μεγάλη διαφορά,

για το ότι δεν υπάρχουν δοτές «παγκόσμιες λύσεις» για τα προβλήματα των λαών και για το ότι οι λύσεις έρχονται σαν διεθνείς ή παγκόσμιες μόνο σαν αποτέλεσμα της λαϊκής πάλης στη βάση της ιστορικά δοσμένης βαθμίδας της κοινωνικής τους ανάπτυξης και οργάνωσης, για το ότι αυτή η βαθμίδα είναι σήμερα η εθνική, για το ότι μόνο πάνω σε αυτή τη βαθμίδα μπορεί να οικοδομηθεί ο διεθνισμός των εργαζομένων και των λαών, για το ότι οι εμφανιζόμενες ως «υπερεθνικές» (και εσχάτως π.χ. «γερμανικές») καπιταλιστικές «ολοκληρώσεις» δεν υποτάσσονται σε καμία άλλη νομοτέλεια πέρα από τη «νομοτέλεια» της αντιδραστικής φύσης του ιμπεριαλισμού σε όλη τη γραμμή. [**] 

Για το ότι, μετά από όλα αυτά, μόνο εφόσον η διαδρομή, η σχέση, ανάμεσα στο κάθε επόμενο ένα «μόνο» βήμα του και στον τελικό στόχο είναι η μοναδική διαδρομή, η μοναδική σχέση που το καθορίζει, τότε και μόνο τότε, μπορεί να είναι και το κίνημα το ίδιο όχι  «τίποτα» αλλά το παν.

*

*

[*] «…ο πόλεμος παρατείνεται και απειλεί να εξελιχθεί σε ολόκληρη εποχή πολέμου!», Λένιν, «Απάντηση στον Κίεβσκι (Γ. Πιατακόφ)», 1916

[**] «Μια που οι πολιτικές ιδιομορφίες του ιμπεριαλισμού είναι η αντίδραση σ’ όλη τη γραμμή και το δυνάμωμα της εθνικής καταπίεσης, συνδυασμένα με το ζυγό της χρηματιστικής ολιγαρχίας και με την εξάλειψη του ελεύθερου συναγωνισμού…», Λένιν, Ο ιμπεριαλισμός…, ΣΕ, σελ. 129