η μεγάλη ληστεία των τραίνων

«Η ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. είναι σήμερα πλέον μια κερδοφόρα επιχείρηση. Η διατήρηση των μετοχών της στην κυριότητα του δημοσίου θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικά οφέλη για τα δημόσια ταμεία. Ταυτόχρονα, η εξαγγελθείσα ιδιωτικοποίηση τραυματίζει οποιοδήποτε μελλοντική προσπάθεια για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό στον κλάδο των μεταφορών και ένταξη της χώρας στα δίκτυα του διεθνούς εμπορίου. Τέλος, προωθείται μια εποχή που η μετακίνηση με το τραίνο αναμένεται διεθνώς να αναγεννηθεί τόσο ως μέσου τουριστικής περιήγησης, όσο ως μέσο μαζικής μεταφοράς για τους πολίτες». Γεώργιος Σταθάκης, 2013

***

Στις 18 Ιανουαρίου υπογράφτηκε η σχετική σύμβαση και η ΤΡΑΙΝΟΣΕ πουλήθηκε στην ιταλική Ferrovie dello Stato Italiane έναντι τιμήματος 45 εκατομμυρίων ευρώ.

Όπως συνήθως, στη φιλολογία που ακολούθησε, κυριάρχησε το ύψος του αντιτίμου: Είναι καλή τιμή τα 45 εκατ. ευρώ για την ΤΡΑΙΝΟΣΕ; Μήπως είναι πολύ φτηνά; Και γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ πριν ελάχιστα χρόνια θεωρούσε λίγα και τα περισσότερα, άλλη μια κολοτούμπα λοιπόν, κλπ.

Αλλά όπως συνήθως, το θέμα είναι αρκετά διαφορετικό και πολύ σοβαρότερο από την τιμή πώλησης, η οποία όταν προβάλλεται ως «το» πρόβλημα απλώς νομιμοποιεί το ξεπούλημα και, για την ακρίβεια, εν προκειμένω (για άλλη μια φορά), νομιμοποιεί μια εν ψυχρώ ληστεία δυσθεώρητου ύψους σε βάρος του λαού, για την οποία ληστεία ευθύνονται η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που «πέτυχε» το ξεπούλημα, οι προηγούμενες κυβερνήσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ που πρώτες έβγαλαν την ΤΡΑΙΝΟΣΕ στο σφυρί (βλ. ΤΑΙΠΕΔ), τα ποικιλόμορφα αστικά ΜΜΕ σαν μηχανισμοί συγκάλυψης του αντιλαϊκού εγκλήματος, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο νόμος της τής «ελευθερίας του ανταγωνισμού» τον οποίο περιλαμβάνει η συνθήκη του Μάαστριχτ και τον οποίο υλοποιούν όλες οι κυβερνήσεις από την ψήφιση της συνθήκης το 1992 έως και σήμερα.

***

Η ΤΡΑΙΝΟΣΕ λοιπόν, ξαναλέμε, «πουλήθηκε» για 45 εκατ. ευρώ, «απαλλαγμένη» από χρέη. Αυτά μεταφέρθηκαν στις πλάτες του συνηθισμένου υποζύγιου της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της καπιταλιστικής κρίσης, στις πλάτες των εργαζόμενων.  Σαν μην έφτανε αυτό, ήδη εδώ και ένα χρόνο (πάλι επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) είχε ολοκληρωθεί η νομοθετική ρύθμιση για την ετήσια κρατική χρηματοδότηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ μέχρι το ποσό των 50 εκατ. ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό για το διάστημα 2015 – 2020, για την «εκτέλεση της υποχρεωτικής δημόσιας υπηρεσίας επιβατικών μεταφορών» (κατά το πρότυπο της επιδότησης των εφοπλιστών για τα δρομολόγια της «άγονης γραμμής»…), ενώ από το 2020 και μετά, η παροχή της υποχρεωτικής υπηρεσίας θα ανατίθεται μέσω «διαγωνιστικής διαδικασίας»…

Έτσι η εταιρεία που «αγόρασε» την ΤΡΑΙΝΟΣΕ, δίνοντας 45 εκατ. έχει εξασφαλισμένες κρατικές επιδοτήσεις (2017-2020)  ποσού 200 εκατ. Οπότε τίθεται και το ερώτημα γιατί να πληρώνει 45 εκατ. για την «αγορά» της αντί να εισπράξει απευθείας 200-45=155 εκατ. ευρώ από το κράτος με το που θα παραλάβει την ΤΡΑΙΝΟΣΕ.

Ρητορικό το ερώτημα. Δεν είναι όμως ρητορεία το ότι τις μέχρι χθες κρατικές επιδοτήσεις προς την κρατική ΤΡΑΙΝΟΣΕ  η Ευρωπαϊκή Ένωση τις θεωρούσε «παράνομες ενισχύσεις» οι οποίες παραβίαζαν την απολυταρχία του «ελεύθερου ανταγωνισμού», ενώ οι κρατικές επιδοτήσεις προς ένα καπιταλιστικό μονοπώλιο θεωρούνται από την ίδια όχι απλώς «νομότυπες» αλλά και.. εκ των ουκ άνευ για την «ανάπτυξη» αυτού του όλο και πιο κρατικοδίαιτου μονοπωλιακού καπιταλισμού, που σαν όλο και πιο κρατικοδίαιτος γίνεται την ίδια στιγμή όλο και πιο αντεργατικός, πιο αντιλαϊκός, πιο αντικοινωνικός. Ας θεωρητικολογήσουμε λίγο: Όσο, από τη μια, πιο κοινωνικός γίνεται ο χαρακτήρας της σύγχρονης παραγωγής και όσο, από την άλλη, πιο ατομική γίνεται η ιδιοποίησή της, άλλο τόσο είναι επόμενο ο καπιταλισμός να αποκτά όλο και πιο αντικοινωνικά χαρακτηριστικά.

Κατά τα άλλα ας σημειώσουμε το γεγονός ότι στο όνομα αυτών των «παράνομων» κρατικών ενισχύσεων προς την κρατική ΤΡΑΙΝΟΣΕ, στο όνομα δηλαδή της «παραβίασης της ελευθερίας του ανταγωνισμού» η Ευρωπαϊκή Ένωση απειλούσε την ΤΡΑΙΝΟΣΕ με λουκέτο, αν δεν… ξεπουλιόταν, και ας σημειώσουμε επίσης το γεγονός ότι την απειλή αυτή την επικαλούνται ως «αγωνία» τους οι ίδιοι οι κυβερνητικοί απολογητές της ΕΕ και του Μάαστριχτ για να δικαιολογήσουν το αντιλαϊκό έγκλημα που διέπραξαν ξεπουλώντας την ΤΡΑΙΝΟΣΕ (όπως λίγο νωρίτερα και μερικές δεκάδες αεροδρόμια, το «φιλέτο» του Ελληνικού, όπως βάζουν μπροστά για να συνεχίσουν το ξεπούλημα των λιμανιών, της «ΔΕΔΔΗΕ» κλπ). Ας σημειώσουμε τέλος, κλείνοντας, το κεφάλαιο των «παράνομων ενισχύσεων», ότι με το ίδιο αιτιολογικό «παραβίασης του ελεύθερου ανταγωνισμού» η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε σαν ποινή το λουκέτο στο «εμπορικό τμήμα» των – κρατικών τότε – Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, που παραμένει κλειστό αν και μέσα στις δυνατότητές του είναι και η κατασκευή σιδηροδρομικών βαγονιών, για να επιστρέψουμε με αυτόν τον τρόπο στο κύριο θέμα.

Στο οποίο κύριο θέμα, μετά από όλα αυτά, δεν έχουμε καν μπει.

***

Διότι το κύριο θέμα βρίσκεται στο γεγονός ότι, προκειμένου να «καταφέρνει ο ΟΣΕ να είναι περιζήτητη νύφη για ορισμένους ξένους επενδυτές» και προκειμένου «η σιδηροδρομική σύνδεση Αθήνας – Θεσσαλονίκης να φιγουράρει ανάμεσα στις πιο δελεαστικές ευρωπαϊκές γραμμές», από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 μέχρι και σήμερα έχει πραγματοποιηθεί και συνεχίζει να πραγματοποιείται ένα τεράστιο έργο εκσυγχρονισμού του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας, το οποίο έργο ο λαός το έχει πληρώσει και συνεχίζει να το πληρώνει με πολλά δισεκατομμύρια ευρώ, το έχει φορτωθεί και συνεχίζει να  το φορτώνεται στις πλάτες του σαν χρέος πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ.  Και η ολοκλήρωση του μεγάλου μέρους αυτού του έργου, χάρη στο οποίο π.χ. το ταξίδι  Αθήνα – Θεσσαλονίκη θα γίνεται σε λιγότερο απο 3,5 ώρες, «συμπίπτει» χρονικά με το ξεπούλημα της ΤΡΑΙΝΟΣΕ… Έτσι, λοιπόν, τον Ιανουάριο του 2010 ο προϋπολογισμός των έργων του σιδηροδρομικού άξονα Πάτρα – Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Ειδομενή/Προμαχώνας (ΠΑΘΕΠ) για τα έτη 2000-2015 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 6,2 δισ. ευρώ. Από αυτά,  4,6 δισ. προέρχονται από την ΕΕ (Γ΄ ΚΠΣ & ΕΣΠΑ) και 1,6 δισ. ευρώ προέρχονται από εθνικούς πόρους. Ας προστεθούν τώρα και οι, εθνικοί μόνο, πόροι των δισ. που δαπανήθηκαν κατά την πρώτη τουλάχιστον πενταετία των έργων. Ας προστεθεί και ο προϋπολογισμός των δισ. (με την όποια κατανομή των πόρων σε ευρωενωσιακούς και εθνικούς) για την κατασκευή και επέκταση του «προαστιακού» που επίσης περνά στην εκμετάλλευση του «αγοραστή». Το συμπέρασμα που βγαίνει αβίαστα είναι ότι υπάρχει κάποιος κερατάς, που στενάζει στην καθημερινή του αγγαρεία, που για τα χρέη «του» σέρνεται δεμένος σαν άλλος Έκτορας στο άρμα των «θεσμών», ο οποίος κερατάς από τους πόρους του ιδρώτα του έβγαλε μερικά δισ. για να κατασκευαστούν οι υποδομές οι οποίες τώρα παραχωρούνται στον «αγοραστή» σαν δωρεάν πάγιο κεφάλαιο της καπιταλιστικής του κερδοφορίας.

***

Στην περίπτωση του ξεπουλήματος της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ακολουθήθηκε κάθε διαστροφικό-καπιταλιστικό-οικονομικό πρότυπο που είχε ακολουθηθεί και σε ανάλογες προηγούμενες περιπτώσεις:

Το πρότυπο της ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ όπου τα χρέη  της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» φορτώθηκαν στις πλάτες του λαού, όπως στις πλάτες του λαού φορτώθηκε και η «εξυγείανση» της κρατικής πια ΑΓΕΤ εωσότου έγινε κερδοφόρα, για να ξεπουληθεί τότε στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Πρώτα σε ένα ιταλικό μονοπώλιο την περίοδο που «συνέπιπτε» με την έναρξη των μεγάλων κρατικών έργων της δεκαετίας του 1990 (μετρό, οδικοί άξονες) και σε συνέχεια σε ένα γαλλικό μονοπώλιο την περίοδο που «συνέπιπτε» με την έναρξη των ολυμπιακών έργων, έως τη σημερινή καπιταλιστική κρίση όπου η ιδιοκτήτρια εταιρεία κλείνει μονάδες  της ΑΓΕΤ γιατί πια «δεν την συμφέρουν».

Το πρότυπο του ΟΤΕ, που πρώτα – σαν εταιρεία «μιας μετοχής και αυτής κρατικής» – εκσυγχρόνισε το δίκτυο όλης της χώρας αντικαθιστώντας τα χάλκινα σύρματα με οπτικές ίνες, για να «περάσει» κατόπιν στα χέρια της γερμανικής Ντόιτσε Τέλεκομ.

Το πρότυπο της «αυτοχρηματοδότησης» των οδικών αξόνων, που συνίσταται στο ότι το κράτος πληρώνει την κατασκευή τους και οι μονοπωλιακοί κατασκευαστικοί όμιλοι εισπράττουν τα διόδια, με τη διαφορά στην περίπτωση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ότι τα εισητήρια δεν θα τα κόβει ο κατασκευαστικός όμιλος αλλά ο επιχειρηματικός όμιλος που την «αγόρασε».

Το πρότυπο της Αγροτικής Τράπεζας που τεμαχίστηκε σε «κακή», την οποία φορτώθηκε ο λαός, και σε «καλή» η οποία μεταβιβάστηκε στον όμιλο Σαλά. Το πρότυπο επίσης της ΔΕΗ, η οποία για τις ανάγκες του ξεπουλήματός της και της «ελευθερίας του ανταγωνισμού» τεμαχίστηκε σε φέτες. Άλλη «φέτα» για την παραγωγή του ρεύματος, άλλη για τη διανομή του κ.ο.κ., σε «μεγάλη ΔΕΗ», σε «μικρή ΔΕΗ», σε διάφορες επιχειρήσεις με μυστικιστικά αρκτικόλεξα (ΑΔΜΗΕ, ΔΕΔΔΗΕ κλπ) που κανείς «απλός άνθρωπος» δεν ξέρει τι σημαίνουν τα αρχικά τους και τι κάνουν αυτές οι επιχειρήσεις, τέλειος κοινωνικός αναλφαβητισμός δηλαδή. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν, από το 1996 (όταν μόλις είχαν αρχίσει τα έργα εκσυγχρονισμού του σιδηροδρομικού δικτύου) η κυβέρνηση (ΠΑΣΟΚ) έδεσε τον ενιαίο κρατικό ΟΣΕ στο κρεβάτι του Προκρούστη και άρχισε να τον τεμαχίζει: Από τη μέση και κάτω ΕΡΓΟΣΕ, η επιχείρηση που αναθέτει σε μονοπωλιακούς κατασκευαστικούς ομίλους και πληρώνει τα  έργα κατασκευής των σιδηροδρομικών υποδομών. Από τη μέση και πάνω, το 2005 (ΝΔ), ΤΡΑΙΝΟΣΕ, η επιχείρηση που εκτελεί το συγκοινωνιακό έργο, δηλαδή η επιχείρηση που αξιοποιεί, που εκμεταλλεύεται τις υποδομές που κατασκευάζει η ΕΡΓΟΣΕ…

Όπως είναι φανερό, η ΕΡΓΟΣΕ που πληρώνει την κατασκευή και συντήρηση των υποδομών αποτελεί ας πούμε τον «κακό ΟΣΕ» και η ΤΡΑΙΝΟΣΕ που εκμεταλλεύεται αυτές τις υποδομές αποτελεί τον «καλό ΟΣΕ». Και όπως μπορεί πια και ένα μικρό παιδί να μαντέψει, η ΕΡΓΟΣΕ θα παραμείνει κρατική ενώ η ΤΡΑΙΝΟΣΕ, η «περιζήτητη νύφη», η «δελεαστική», ξεπουλήθηκε. Το 2017 (ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ).

Βρε «πού πήγαν τα λεφτά»… Και πού εξακολουθούν να πηγαίνουν, βεβαίως – βεβαίως!

***

Μετά από όλα αυτά, ας ανατρέξουμε, ένα χρόνο νωρίτερα, σε εκείνη τη συνεδρίαση Επιτροπής της Βουλής, όπου ο υπουργός Μεταφορών, Υποδομών και Δικτύων, Χρ. Σπίρτζης, «επέρριψε ευθύνες στην προηγούμενη κυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ για τον άγονο διαγωνισμό, λέγοντας ότι ‘θα πρέπει να απολογηθούν όσοι σχεδίασαν τον διαγωνισμό γιατί απέτυχε, ενώ ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση θα προωθήσει με αποφασιστικότητα την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας, γιατί ‘αυτό είναι μία δέσμευση όχι μόνο σε σχέση με τους δανειστές αλλά το έχει ζητήσει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή».

Αλήθεια, μήπως εν προκειμένω δεν πρέπει να απολογηθεί, απέναντι στο λαό, η προηγούμενη κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ για την «αποτυχία» της, αλλά η σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για την «επιτυχία» της;

***

Η «μεγάλη ληστεία των τραίνων», ληστεία δισεκατομμυρίων ευρώ, δεν είναι άλλη από το ξεπούλημα της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, τελεία και παύλα. Το θέμα θα μπορούσε να ολοκληρωθεί εδώ. Παρ’ όλα αυτά ας δώσουμε μια παράταση για κάποιες «επιμέρους» πλευρές του, που μπορεί με τον ένα άλλο τρόπο να απασχολούν:

Πρώτη τέτοια πλευρά: Το ζήτημα των «κοινοτικών», ευρωενωσιακών ενισχύσεων για την κατασκευή των σιδηροδρομικών υποδομών. Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε, ότι το πιο δύσκολο θέμα στην διαδικτυακή αναζήτηση, για τις ανάγκες αυτού του κειμένου, ήταν να «ανακαλυφθεί» το συνολικό κόστος των έργων και η κατανομή αυτού του κόστους. Κι όμως θα έπρεπε να είναι πανεύκολα προσβάσιμη κάθε πληροφορία αυτού του είδους. Έτσι π.χ. δεν μπόρεσα να βρω το ποσό που δαπανήθηκε από ΟΣΕ – ΕΡΓΟΣΕ για την περίοδο 1995-2000, πριν δηλαδή αρχίσει η ευρωενωσιακή συγχρηματοδότηση των έργων. Όπως δεν μπόρεσα να βρω και την κατανομή των ποσών για την κατασκευή του «προαστιακού», ο οποίος από το 2007 «απορροφήθηκε» από την ΤΡΑΙΝΟΣΕ, και ο οποίος το 2003 φέρεται να έχει κοστίσει «περίπου ένα δισ. ευρώ», ενώ η επέκτασή του συνεχίζεται και σήμερα. Εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέρθηκε ήδη, το 2010 ο προϋπολογισμός των έργων του σιδηροδρομικού άξονα Πάτρα – Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Ειδομενή/Προμαχώνας (ΠΑΘΕΠ) ανερχόταν, για τα έτη 2000-2015, στο συνολικό ποσό των 6,2 δισ. ευρώ. Και από αυτά,  4,6 δισ. προέρχονται από την ΕΕ (Γ΄ ΚΠΣ & ΕΣΠΑ) και 1,6 δισ. ευρώ προέρχονται από εθνικούς πόρους.

Θα πρέπει όμως να ξεκαθαριστεί το εξής: Δεν μπαίνουμε εδώ βαθύτερα στο πραγματικό ερώτημα  πόσα μάς δίνει και πώς μας τα δίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε πόσα μάς παίρνει και πώς μας τα παίρνει. Περιοριζόμαστε στο εξής: Όσο υπόλογη είναι απέναντι στον ελληνικό λαό η ελληνική κυβέρνηση (και διαχρονικά οι ελληνικές κυβερνήσεις) για τη ληστεία σε βάρος του την οποία αποτελεί το ξεπούλημα της ΤΡΑΙΝΟΣΕ (και φυσικά: όχι μόνο), άλλο τόσο υπόλογη είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι και στον ελληνικό και σε κάθε λαό των κρατών-μελών της. Όσο οφείλουν οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις και τα ελληνικά κόμματα του καπιταλιστικού-ευρωπαϊκίστικου «τόξου» να «εξηγήσουν» στον «Έλληνα φορολογούμενο» πώς και γιατί τον βάζουν να πληρώσει πολύ περισσότερα από 1,6 δισ. για τις ράγες που πάνω της θα τσουλήσουν τα… ταμεία της οποιασδήποτε καπιταλιστικής επιχείρησης, άλλο τόσο οφείλει η Ευρωπαϊκή Ένωση να εξηγήσει το ίδιο πράγμα στον Γερμανό, τον Γάλλο, τον Ιταλό, τον Ισπανό, τον «ευρωπαίο φορολογούμενο» για τα 4,6 δισ. που τον χρεώνει προκειμένου να συσσωρεύονται κέρδη στα ταμεία των επιχειρηματικών ομίλων.

Δεύτερη πλευρά: Η «Ferrovie dello Stato Italiane», η εταιρεία που «αγόρασε» την ΤΡΑΙΝΟΣΕ είναι ιταλική κρατική σιδηροδρομική εταιρεία. «Κρατική». Επομένως;

Επομένως, αναδεικνύεται ο ρόλος που επιτελεί το κράτος της δικτατορίας των μονοπωλίων, στην γενική επιβολή των όρων του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Η σύμφυση του τραπεζικού και του εμποροβιομηχανικού κεφαλαίου σε ένα «ενιαίο» χρηματιστικό κεφάλαιο  συμπληρώνεται με τη σύμφυση του καπιταλιστικού κράτους με τα καπιταλιστικά μονοπώλια. Και αυτός είναι ο μονοπωλιακός, δηλαδή ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός. Αναδεικνύεται επίσης ένα μέρος των σχέσεων ανάμεσα σε κράτη, οι σχέσεις της μεταξύ τους ανισομετρίας, οι τέτοιες μεταξύ τους σχέσεις που «στην εποχή του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού γίνονται γενικό σύστημα, αποτελούν μέρος του συνόλου των σχέσεων του ‘μοιράσματος του κόσμου’, μετατρέπονται σε κρίκους της αλυσίδας των πράξεων του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου» (Λένιν, Ιμπεριαλισμός, σελ. 101). Είναι λοιπόν μια «κρατική επιχείρηση» αυτή που εν προκειμένω βάζει τους καρπούς του κοινωνικού εργατικού, λαϊκού μόχθου στην τροχιά της «ανοιχτής αγοράς», της «ελευθερίας κίνησης των κεφαλαίων», της «ελευθερίας του ανταγωνισμού», της κερδοφορίας των μονοπωλίων και της εξουσίας που πηγάζει από αυτήν και που τη στηρίζει.

Αλλά μήπως και ο ελληνικός κρατικός ΟΤΕ δεν έκανε  στα Βαλκάνια «μπίζνες» παρόμοιες με της ιταλικής σιδηροδρομικής εταιρείας, μέχρι να πουληθεί στην επίσης κρατική γερμανική εταιρία; Αλλά μήπως, επίσης, και η ίδια αυτή η κρατική ιταλική εταιρεία δεν βρίσκεται ήδη στο δρόμο της ιδιωτικοποίησης, μήπως δεν χαρακτηρίζεται ήδη ως «κρατική εταιρεία υπό ιδιωτικοποίηση», η οποία: «υλοποιεί εκτεταμένο πλάνο ανάπτυξης ώστε να δημιουργήσει τις καλύτερες συνθήκες μέσα στις οποίες θα πραγματοποιήσει την αποκρατικοποίησή της. Στοχεύει δηλαδή σε initial public offering, δηλαδή σε εισαγωγή στο χρηματιστήριο με πώληση μέρους των μετοχών της. Το πλάνο αφορά στην περίοδο 2014-2017 και προβλέπει έσοδα 9,5 δισ. ευρώ και λειτουργικά κέρδη EBITDA 2,5 δισ. ευρώ. Ήδη η εταιρεία έκλεισε το 2015 με έσοδα 8,6 δισ. ευρώ. Με την εξαγορά της ΤΡΑΙΝΟΣΕ θα προσθέσει τζίρο 125 εκατ. ευρώ, με κόστος μόλις 45 εκατ. ευρώ»; Μήπως τώρα δεν είναι πιο «χειροπιαστό» τι σημαίνει «κρίκοι της αλυσίδας των πράξεων του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου»;

Τρίτη και τελευταία πλευρά: Μερικά πράγματα είναι τόσο ξένα προς την «κοινή λογική», που φαντάζουν απίστευτα. Πώς μπορεί η «κοινή λογική» να «χωνέψει» π.χ. στην περίπτωση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ότι είναι «οικονομία» να πληρώνει ένα κράτος κάμποσα δισ. για να φτιάξει ράγες και ηλεκτροδότηση εκατοντάδων χιλιομέτρων, γέφυρες, σήραγγες κλπ, και κατόπιν να εγκαταστεθείς πάνω σε αυτές τις ράγες εσύ ή εγώ και να κόβεις εισητήρια για λογαριασμό σου. Και πώς μπορεί η «κοινή λογική» να χωνέψει ότι έχει δίκιο αυτή και όχι οι «μορφωμένοι άνθρωποι», οι «ειδικοί» πάνω σε αυτά τα ζητήματα, τα οποία στο κάτω-κάτω ίσως είναι πολύ πιο περίπλοκα από όσο φαίνονται…

Κι όμως μερικά πράγματα μπορούν στ’ αλήθεια να τα καταλάβουν και τα παιδιά του δημοτικού… Όσο καλά μπορούν, για παράδειγμα, τα παιδιά δημοτικού να καταλάβουν ότι «η καλή μας αγελάδα βόσκει κάτω στη λιακάδα μικρά χόρτα και μεγάλα για να κατεβάσει γάλα», την ίδια ώρα που επιστήμονες με διδακτορικά στην υπηρεσία του καπιταλιστικού κέρδους μπορούν να ταΐζουν την αγελάδα με τα οστεάλευρα της μαμάς της…

Και απλώς, αν είναι τόσο μεγάλη η διάσταση ανάμεσα σε αυτό που μπορούν και τα μικρά παιδιά να το καταλάβουν και στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τα πράγματα οι επιστημονικοί και πολιτικοί διαχειριστές των υποθέσεων του μονοπωλιακού κεφαλαίου, αυτό μάλλον οφείλεται στο οριστικό «διαζύγιο» του καπιταλιστικού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού  από οτιδήποτε σε αυτόν θα μπορούσε να αποτελεί λειτουργία που να υπηρετεί τις κοινωνικές σχέσεις. Κι αυτό το «διαζύγιο» δεν εκφράζεται μόνο στην περίπτωση της διατροφής των αγελάδων αλλά και στο πεδίο της οικονομικής διαχείρισης.

Στις παραμονές της γαλλικής επανάστασης, όταν οι φεουδαρχικές σχέσεις είχαν πια οριστικά ξεπεραστεί από την τότε ανάπτυξη του χαρακτήρα της παραγωγής, η Μαρία-Αντουανέτα είπε, λένε, για τους φτωχούς «αν δεν έχουν ψωμί ας φάνε παντεσπάνι». Μια πρόταση ανήκουστη για τη λογική των φτωχών, όμως για τη Μαρία-Αντουανέτα και τη δική της αντίληψη των πραγμάτων μια πρόταση απόλυτα λογική. Απλή διάσταση απόψεων…


Το λάδι και το γάλα

Πρόκειται για αναδημοσίευση παλιότερων άρθρων, με αφορμή την είδηση για σχεδιαζόμενο λουκέτο σε 2750 ελαιοτριβεία της χώρας προκειμένου, για τις ανάγκες ανάπτυξης του χρηματιστικού κεφαλαίου,  να «αντικατασταθούν» από μερικά ελαιοτριβικά «μεγαθήρια», μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Το πρώτο άρθρο, «το λάδι», γράφτηκε και αναρτήθηκε σε αυτό το ιστολόγιο πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, και το δεύτερο, «το γάλα» δυο περίπου μήνες νωρίτερα από το πρώτο.

Προκαταλαμβάνοντας εισαγωγικά την ανάγνωση των δυο άρθρων, σημειώνω πως το κεντρικό νόημά τους είναι, ότι ενώ από τη μια, η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού εμφανίζεται ως (αναγκαία και δυνατή) συνέπεια του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής που είναι σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη (την ανάπτυξη του κεφαλαίου), από την άλλη: Καθόλου κατ’ ανάγκη δεν συμπίπτει ο βαθμός μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής ο υποταγμένος στην ανάπτυξη του κεφαλαίου, με το βαθμό μεγέθυνσης και συγκέντρωσής της  που ανταποκρίνεται στις ανάγκες ανάπτυξης της κοινωνίας. Ότι, αντίθετα, και χωρίς να απαιτούνται μαθηματικοί τύποι γι’ αυτό το συμπέρασμα,  ο βαθμός μεγέθυνσης και συγκέντρωσης του κεφαλαίου (και μαζί και της παραγωγής) ως συνέπεια της δικής του ανάπτυξης μπορεί να έρχεται, και εν προκειμένω έρχεται, σε αντίθεση, σε σύγκρουση με το βαθμό μεγέθυνσης και συγκέντρωσης τον αναγκαίο από την άποψη της ειδικά κοινωνικής ανάπτυξης. Και ότι επομένως, την ίδια στιγμή που ο σοσιαλισμός «εμφανίζεται ως (αναγκαία και δυνατή) συνέπεια του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής που είναι σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη», εμφανίζεται ταυτόχρονα και ως ανάγκη αποτροπής και αναστροφής αυτού του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής στο μέτρο που αυτός ο βαθμός υπερβαίνει τον αναγκαίο στη βάση των αναγκών της κοινωνικής ανάπτυξης και όχι της ανάπτυξης του κεφαλαίου.

Ακολουθούν τα δυο άρθρα.

—————————————————————-

Το λάδι

Εδώ και εδώ γράφει για το σχέδιο που υπέβαλε ο Στουρνάρας στο Γιούρογκρουπ, λίγο πριν τη λήξη της υπουργικής του θητείας και τη μεταπήδησή του στην ΤτΕ.

Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο τα 1500 λιοτρίβια που λειτουργούν σήμερα στην επικράτεια θα πρέπει μέχρι το 2024 να αντικατασταθούν από δυο ελαιοτριβεία που θα καλύπτουν τις συνολικές «ανάγκες» της χώρας. Όπως επίσης προβλέπεται και η λειτουργία, για όλη τη χώρα,  τριών συσκευαστήριων φρούτων και λαχανικών.

Προβαλλόμενος λόγος, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, είναι να «πετύχουμε «οικονομίες κλίμακος» και έτσι να μπορέσουμε να ανταγωνιστούμε με χαμηλές τιμές την Ισπανία».

Οι όροι του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, λοιπόν, εμφανίζονται ως αξεχώριστοι από τους όρους της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής. Κι η ίδια η μονοπωλιακή συγκέντρωση της παραγωγής εμφανίζεται ως όρος «εκ των ουκ άνευ»  της οικονομικής ανάπτυξης υπό αυτούς τους όρους ανταγωνισμού, δηλαδή σαν αναγκαίος όρος της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Προτού, όμως, κλείσουμε το θέμα «ανακαλύπτοντας» την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού ως συνέπεια της συγκέντρωσης του κεφαλαίου, της μονοπώλησης της παραγωγής και της «ανάπτυξης» που συμβαδίζει με αυτή τη συγκέντρωση και αυτή τη μονοπώληση, θα πρέπει να επισημάνουμε τη διάσταση ανάμεσα σε αυτή την «ανάπτυξη» που οι όροι της υποτάσσονται στις ανάγκες του κεφαλαίου και την «ανάπτυξη» που τους όρους της καθορίζουν οι κοινωνικές ανάγκες.

Φαινομενικά βέβαια αυτή η «παρένθεση» ανάμεσα στο γεγονός και την «αποκάλυψη» θέτει προσκόμματα στη δεύτερη, θίγει την μεταξύ τους θεωρητική «αρμονία», τον «αυτοματισμό» της σχέσης ανάμεσα σε πρόβλημα και συμπέρασμα. «Άρα»;

Πριν όμως φτάσουμε στο «άρα», το θέμα είναι ότι έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που η καπιταλιστική ανάπτυξη, έστω στρεβλά, έστω στην πλάτη του προλεταριάτου, έστω σε βάρος της εργατικής τάξης, συνέπιπτε στα γενικά ποσοτικά της μεγέθη με τις κοινωνικές οικονομικές ανάγκες, έχει δηλαδή περάσει αρκετός καιρός από τον καπιταλισμό στο στάδιο του τού «ελεύθερου συναγωνισμού».

Ο βαθμός της μονοπωλιακής συγκέντρωσης του κεφαλαίου δεν είναι ποσοτικό μέγεθος ειδικά κοινωνικό. Δεν είναι ποσοτικό μέγεθος που προσδιορίζει την ανάπτυξη της κοινωνίας, που προέρχεται από την ειδικά δική της ανάπτυξη. Είναι ποσοτικό μέγεθος της ανάπτυξης του κεφαλαίου, η οποία πραγματώνεται χάρη στην ιδιοποίηση, χάρη στη μονοπώληση των όρων ανάπτυξης της κοινωνίας. Ποσοτικό μέγεθος που προέρχεται από την αντίφαση, και που αυξάνει την αντίφαση, ανάμεσα στην κοινωνική φύση των μέσων παραγωγής και την ατομική τους ιδιοποίηση.  Είναι, σαν μέγεθος, συνέπεια αυτής της αντίφασης, που από ποσότητα έχει μετατραπεί σε ποιότητα μετατρέποντας ταυτόχρονα τον καπιταλισμό από καπιταλισμό του «ελεύθερου συναγωνισμού» σε μονοπωλιακό καπιταλισμό, σε ιμπεριαλισμό: τόσο προς τα έξω όσο και προς τα μέσα.

Με άλλα λόγια η ανάπτυξη του κεφαλαίου αφήνει ποσοτικά πίσω της την ανάπτυξη της κοινωνίας. Με άλλα επίσης λόγια οι δυνατότητες και ταυτόχρονα οι ανάγκες του κεφαλαίου που προκύπτουν από την δική του ποσοτική ανάπτυξη, δεν έχουν καμία αναγκαία σχέση με τις δυνατότητες και ανάγκες του δοσμένου επίπεδου κοινωνικής ανάπτυξης.

Με άλλα λόγια επίσης, παίρνοντας σαν πρόσφατο παράδειγμα το γάλα, τα μεγέθη της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και οι ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ τέτοιων μεγεθών μπορεί να επιβάλλουν την κατάργηση του φρέσκου γάλακτος, αλλά αντίθετα σκοπός  της ανάπτυξης της κοινωνίας είναι να μπορεί να έχει ένα ποτήρι φρέσκο γάλα κάθε παιδί και οι όροι της κοινωνικής ανάπτυξης οφείλουν να υποτάσσονται σε αυτό το σκοπό.

Σε ό,τι αφορά το λάδι (ή τα φρούτα και τα λαχανικά) περιοριζόμαστε στο ότι -εκτός από το αυτονόητο (;), την ικανοποίηση σε ποσότητα και ποιότητα των λαϊκών διατροφικών αναγκών- σε μια ισόρροπη κοινωνική ανάπτυξη η παραγωγική δραστηριότητα κλιμακώνεται προοδευτικά, ενώ αντιθετα τα μεγέθη της μονοπωλιακής συσσώρευσης είναι τέτοια που στην «οικονομία κλίμακός» τους καταπίνουν μονομιάς κάθε προοδευτική κλιμάκωση αφήνοντας πίσω τους, αντί για μια κοινωνία που αναπτύσσεται, μια κοινωνία που σαπίζει.

Πρόκειται δηλαδή για μια από τις περιπτώσεις, όπου η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού δεν πρέπει να κατανοείται τόσο σαν «αντικειμενική συνέπεια» ενός «αντικειμενικού» βαθμού οικονομικής ανάπτυξης, αλλά κυρίως  ως συνέπεια της αντίθεσης ανάμεσα στους αντικειμενικά αναγκαίους όρους ανάπτυξης του κεφαλαίου και τους αντικειμενικά αναγκαίους όρους της κοινωνικής ανάπτυξης και ως επιλογή απέναντι στο δίλημμα που προκύπτει από αυτή την αντίθεση.

ΥΓ Θα ήταν ακόμα πιο ανάγλυφο το παραπάνω σκεπτικό αν η «οικονομία κλίμακος» και οι ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού επέβαλαν την λειτουργία όχι δυο μόνο ελαιοτριβείων στην Ελλάδα, αλλά, αντί γι’ αυτά, ενός μόνο ελαιοτριβείου στην Κίνα ή στην Ινδία…

Το ότι στην πραγματικότητα αυτή η υπόθεση επαληθεύεται -αν όχι στο λάδι- στην κλωστοϋφαντουργία και σε άλλους κλάδους της μεταποίησης, κάνει φανερή την απόσταση που χωρίζει τους ορους της καπιταλιστικής ανάπτυξης από τους όρους της κοινωνικής ανάπτυξης, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την απόσπαση της υπεραξίας, αλλά και σε ό,τι αφορά τις γενικές κοινωνικές αναπτυξιακές δυνατότητες και προοπτικές.

Από αυτή την άποψη λοιπόν η ανάγκη του σοσιαλισμού προβάλλει όχι μόνο σαν αντικειμενική συνέπεια της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής αλλά και σαν συνέπεια της αντίθεσης απέναντι στην «ανάπτυξη» που επιβάλλει η κυριαρχία των μονοπωλίων, η οποία αντιστρατεύεται την ικανοποίηση των αναγκαιων όρων της κοινωνικής ανάπτυξης, καταστρέφοντας επίσης την υλική βάση ακόμα και του δοσμένου επίπεδου ανάπτυξης της κοινωνίας.

—————————————————————-

το γάλα

Σε παλιότερη ανάρτηση (την πρώτη του μπλογκ πριν 1,5-2 χρόνια) με τον τίτλο «υπερεθνικότητα» vs έθνους και διεθνισμού, είχα χρησιμοποιήσει τον «αδόκιμο» όρο «υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου», τον οποίο σε υποσημείωση εκείνης της ανάρτησης δικαιολογούσα ως εξής:

«Μπορεί ορισμένους να ξενίζει η χρήση του όρου «υπερσυγκέντρωση», σε σχέση με τον βαθμό συγκέντρωσης του κεφαλαίου.

Όμως από τη στιγμή κι έπειτα, όπου η ανάπτυξη του κεφαλαίου, και συνακόλουθα ο βαθμός της συγκέντρωσής του, άρχισε να αποτελεί μέγεθος ολωσδιόλου ξεχωριστό από τα μεγέθη που αφορούν την ανάπτυξη της κοινωνίας, από τη στιγμή που επίσης η ανάπτυξη του κεφαλαίου άρχισε να αποτελεί όρο που αντιστρατεύεται την ανάπτυξη της κοινωνίας και τους όρους αυτής της ανάπτυξης, από τη στιγμή που τα ποσοτικά μεγέθη της αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική φύση των παραγωγικών δυνάμεων και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησής τους μεταβλήθηκαν σε μια «νέα ποιότητα», από τη στιγμή δηλαδή που ο «παλιός» καπιταλισμός του ελεύθερου συναγωνισμού έδωσε οριστικά τη θέση του στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, από τότε κι έπειτα μπορεί κατά τη γνώμη μου να γίνεται λόγος για καπιταλισμό που αναπτύσσεται με όρους υπερσυγκέντρωσης του κεφαλαίου».

Το πρόβλημα που με απασχολεί δεν είναι βέβαια καθόλου το να γίνει αποδεκτός ο όρος «υπερσυγκέντρωση». Το ζήτημα δεν είναι αυτό, αλλά η εκτίμηση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που -ας μην το ξεχνάμε- όσο κι αν εμφανίζεται σαν φορέας της «τελευταίας λέξης» της τεχνικής προόδου, είναι στην πραγματικότητα φορέας της ιστορικής αντίδρασης σε όλη τη γραμμή, και η ίδια του η ανάπτυξη μπορεί να νοηθεί μόνο σαν ανάπτυξη της ιστορικής αντίδρασης: όσο περισσότερο αναπτύσσεται και «προοδεύει» ο μονοπωλιακός καπιταλισμός, τόσο περισσότερο ιστορικά αντιδραστικός γίνεται. Και τόσο περισσότερο οι ανάγκες της ανάπτυξής του έρχονται σε σύγκρουση με τις κοινωνικές ανάγκες και τους όρους ικανοποίησής τους.

Εδώ θα προσπαθήσω να δείξω ότι από την παραπάνω διαπίστωση δεν εξαιρείται η «καθαρά» οικονομική πλευρά, η πλευρά που συνήθως νοείται σαν μια απλώς «αντικειμενική», και απλώς ποσοτική εξέλιξη, η οποία καταδείχνει την ανάγκη της αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό. Το τελευταίο είναι βέβαια σωστό. Όμως αν δεν κατανοηθεί ότι, πια, και αυτή η «αντικειμενική» οικονομική εξέλιξη, τα ίδια τα «ποσοτικά» της μεγέθη είναι συναρτημένα όχι με την οικονομική εξέλιξη γενικά αλλά με την εξέλιξη του καπιταλισμού που από καιρό αντιστρατεύεται την εξέλιξη της κοινωνίας, τότε είναι δυνατόν να βγούνε λαθεμένα συμπεράσματα  για μια σειρά θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα της ταξικής πάλης.

Για να γίνω σαφέστερος, το ζήτημα που τίθεται με αφορμή την πρόσφατη νομοθεσία για το γάλα, δεν είναι μόνο ότι ως «εξέλιξη» μεν προχωράει όμως μέσω της καταστροφής των μικρών αγροτών. Το ζήτημα που τίθεται είναι  επίσης, ότι οι όροι της μονοπωλιακής συγκέντρωσης κεφαλαίου δεν συμπίπτουν με τους όρους συγκέντρωσης της παραγωγής που θα υπαγόρευαν οι κοινωνικές ανάγκες σε μια κοινωνικά σχεδιασμένη οικονομία.

*

Για το γεγονός ότι η κατάργηση της ετικέτας «φρέσκο γάλα» (μια που το φρέσκο γάλα έχει καταργηθεί αρκετό καιρό πριν την ετικέτα του) υπαγορεύτηκε από τις ανάγκες του μονοπωλιακού ανταγωνισμού που είναι καταδικασμένος  να ανεβαίνει τις αναβαθμίδες του (καταδικάζοντας και την κοινωνία να ανεβαίνει το γολγοθά της) μέσω μιας όλο και πιο μεγάλης συγκέντρωσης κεφαλαίου στα χέρια των μονοπωλιακών ομίλων, δεν είναι δύσκολο να συγκεντρωθούν αποδείξεις.

Στη σχετική έκθεση του «Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης» (από την περίφημη «εργαλειοθήκη» του οποίου  προήλθε η κατάργηση του «φρέσκου γάλακτος») αναφέρεται ότι:

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα το «φρέσκο» παστεριωμένο γάλα κυκλοφορεί με διάρκεια ζωής 5 ημερών, αποτελεί «μια αυστηρή απόκλιση από τις συνήθεις πρακτικές της ΕΕ, που προκύπτουν από τη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η απόκλιση αυτή ενδεχομένως να βλάπτει τον ανταγωνισμό στη σχετική αγορά σε σημαντικό βαθμό».

«Η κατάργηση του ορίου των πέντε ημερών θα δώσει επαρκή χρόνο στη βιομηχανία για την εισαγωγή γάλακτος από άλλες, φθηνότερες χώρες της ΕΕ, μειώνοντας έτσι το κόστος των πρώτων υλών»

«Η εντατικοποίηση του ανταγωνισμού θα καταστήσει πολύ δύσκολο για τα τοπικά μικρά αγροκτήματα να λειτουργήσουν σύμφωνα με το ισχύον επιχειρηματικό τους μοντέλο και θα περίμενε κανείς ότι ορισμένα από αυτά θα αγοραστούν από τις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις»

Από τα παραπάνω, εκτός από το ότι η κατάργηση έστω και του κατ’ όνομα φρέσκου γάλακτος υπαγορεύεται από τις ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, εκτός και από την κυνική ομολογία των επιπτώσεων στους μικρομεσαίους κτηνοτρόφους αυτού του ανταγωνισμού και των μέτρων που παίρνονται για την εξυπηρέτησή του, γίνεται φανερό και το ότι το ίδιο αυτό μέτρο που νομοθετήθηκε αποτελεί προσαρμογή στις «συνήθεις πρακτικές» της Ευρωπαϊκής Ένωσης που «προκύπτουν από τη σχετική της νομοθεσία», καθώς άλλωστε με την ιδρυτική της πράξη του Μάαστριχτ η ΕΕ έχει προσδώσει στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό (δηλαδή την κυριαρχία των μονοπωλίων) νομικό κύρος με ισχύ για όλα τα κράτη – μέλη της.

Ήρθε λοιπόν η στιγμή που και το «φρέσκο γάλα» αναγνωρίστηκε σαν περιορισμός ή σαν καταστρατήγηση της «αρχής της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων [!!!]«  την οποία προβλέπει το άρθρο 102Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Και σίγουρα δεν είναι δική μας δουλειά να παραστήσουμε τον «κριτή» για το αν την «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό» την παραβιάζει πράγματι το «φρέσκο γάλα» ή αντίθετα η κατάργησή του, για τον αν «αθέμιτος» ανταγωνισμός σε βάρος των μονοπωλίων είναι η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών ή αν, αντίθετα, «αθέμιτος» ανταγωνισμός είναι η χρησιμοποίηση από τα μονοπώλια της νομοθετικής ισχύος που αποκτούν χάρη στην ψήφο των μικρομεσαίων κτηνοτρόφων με σκοπό την εξαφάνισή τους. Ούτε, επίσης, να παραστήσουμε τον κρίτη για το αν η «αποτελεσματική κατανομή των πόρων ευνοείται» περισσότερο με το γάλα των 5 ή με το γάλα των 10 ημερών. Ούτε για το αν η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών αποτελεί ή όχι «μέσο αυθαίρετων διακρίσεων» ή «συγκεκαλυμμενο περιορισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών» (πράγμα που «απαγορεύει» το άρθρο 73Δ παρ. 3 της Συνθήκης του Μάαστριχτ):  Πόσο μάλλον που το γάλα μετατρέπεται σε «ελεύθερα κινούμενο» κεφάλαιο όταν βρίσκεται στα χέρια των καπιταλιστών και των μονοπωλίων, ενώ στα χέρια του αυτοαπασχολούμενου κτηνοτρόφου το γάλα δεν είναι καν κεφάλαιο…

*

Όλα αυτά όμως είναι η μισή αλήθεια, όσο δεν τίθεται και δεν απαντιέται το ζήτημα γύρω από τη σχέση του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής όπως αυτή πραγματοποιείται από την άποψη των αναγκών του κεφαλαίου («μεταφραζόμενη» από την άποψη αυτή σε συγκέντρωση κεφαλαίου), από τη μια, και του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής από την άποψη των αναγκών της κοινωνίας, από την άλλη.

Από την άποψη του κεφαλαίου (και ιδίως του μονοπωλιακού που αποτελεί πια την κυρίαρχη μορφή του) η συγκέντρωση της παραγωγής στα χέρια του πραγματοποιείται με γνώμωνα τις ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ των μονοπωλίων, τις συνακόλουθες ανάγκες μεγιστοποίησης της κερδοφορίας και του ποσοστού κέρδους, και επίσης πραγματοποιείται πάνω στη βάση μιας ήδη πραγματοποιημένης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου (σαν αποτέλεσμα του πληθωρισμού κερδών, που προγήθηκε κατά τη φάση της «ανάπτυξης»), το οποίο γυρεύει νέα πεδία επένδυσης και κερδοφορίας. Ιδίως όμως σε ό,τι αφορά τους κλάδους παραγωγής μέσων συντήρησης, πρέπει επίσης εμφατικά να υπογραμμιστεί ότι η μείωση του συνολικού κόστους παραγωγής τους, η μείωση δηλαδή της ανταλλακτικής αξίας τους, αποτελεί πρωταρχικό όρο αύξησης του ποσοστού της υπεραξίας, καθώς φτηνότερα μέσα συντήρησης φτηναίνουν την εργατική δύναμη μειώνοντας έτσι το μερίδιο που αποσπά αυτή από την συνολική αξία του κοινωνικού προϊόντος και αυξάνοντας την μάζα της υπεραξίας που σφετερίζεται το κεφάλαιο.

Όμως αυτά (ο ανταγωνισμός, η κερδοφορία, η συσσώρευση,  η υπεραξία κλπ), το τελευταίο πράγμα με το οποίο έχουν σχέση, είναι το γάλα, και πόσο μάλλον το φρέσκο. Και σε ό,τι αφορά το γάλα καθαυτό, η μοναδική του σχέση με αυτές τις «οικονομικές» ανάγκες και κριτήρια, περιορίζεται στο μέγιστο χρονικό διάστημα που μπορεί να καταναλώνεται χωρίς να παύει και τυπικά να είναι πια «γάλα», ως όριο πέρα από το οποίο δεν μπορούν άλλο να παραμεριστούν τα εμπόδια που βάζουν οι έσχατες φυσικές του ιδιότητες  στην «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό», στην «αποτελεσματική κατανομή των πόρων», στην «ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων και των πληρωμών».

Δεν ισχύει όμως το ίδιο από την άποψη της κοινωνίας, με τις ανάγκες της οποίας η κυριαρχία των μονοπωλίων από καιρό βρίσκεται σε αντίθεση, και για την οποία από καιρό το σύστημα της μονοπωλιακής κυριαρχίας έχει καταστεί πια «ξένο σώμα».

Φυσικά και από την άποψη της κοινωνίας δεν είναι αδιάφορη η εξοικονόμηση πόρων, είτε φυσικών είτε ανθρώπινων, δεν είναι αδιάφορο το να απαιτούνται και να ξοδεύονται για το κοινωνικό προϊόν οι ελάχιστες δυνατές ποσότητες φυσικών πόρων και ανθρώπινης εργασίας. Όμως σε ό,τι αφορά για παράδειγμα το γάλα, η εξοικονόμηση αυτή βρίσκει το εκάστοτε όριό της στην ανάγκη το γάλα να παράγεται με τις υγιεινότερες δυνατές φυσικές και τεχνικές μεθόδους και να καταναλώνεται, με μια λέξη, φρέσκο. Κι αυτή η ανάγκη οφείλει να καθορίζει, από κοινωνική άποψη, το βαθμό συγκέντρωσης της παραγωγής, την κατανομή της, την ισόμετρη ανάπτυξή της υπό όρους που δεν εντείνουν αλλά σταδιακά αναιρούν τη διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο.

Πρόκειται όμως για καθορισμό που στην πραγματικότητα απέχει όσο η μέρα και η νύχτα από την «εξέλιξη» που συνιστά η συγκέντρωση του κεφαλαίου στη βάση της συσσώρευσής του, των αναγκών της ανταγωνιστικότητάς του, και της πολιτικής του κυριαρχίας. Για καθορισμό υπό το φως του οποίου αυτή δεν συνιστά καν «εξέλιξη», αλλά μάλλον τερατογένεση. Μια διάσταση που οι συνέπειες της (αλλά και οι συνέπειες της παραγνώρισής της) αφορούν τόσο τους υλικούς – οικονομικούς όρους επαναστατικής μετάβασης από την καπιταλιστική στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή αύριο, όσο και τους όρους οικοδόμησης της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα υπόλοιπα εργαζόμενα κοινωνικά στρώματα σήμερα. Διάσταση, επίσης, που θεωρητικά παραπέμπει στο  «ηθικό συμπέρασμα», ότι «η ορθολογικά οργανωμένη αγροτική οικονομία δεν συμβιβάζεται με το κεφαλαιοκρατικό σύστημα (…) και χρειάζεται είτε το χέρι του μικροαγρότη, που εργάζεται ο ίδιος, ή τον έλεγχο των συνεταιρισμένων παραγωγών» (Μάρξ, Το κεφάλαιο, τ.3, σελ. 157): δυο πράγματα που -καθαυτά- δεν έρχονται μεταξύ τους σε αντίθεση.

 


Αν ο τελικός στόχος είναι «τίποτα», τότε κανένας στόχος δεν είναι «κάτι»…

Η παρούσα ανάρτηση είναι γραμμένη «με την πρώτη», πλην από ελάχιστες και επουσιώδεις αλλαγές που υπέστη μ’ ένα ξανακοίταγμα πριν απ’ το «κλικ» στη «δημοσίευση». 

Σαφώς και με δυο – τρία «χτενίσματα» θα μπορούσε να λέει «τα ίδια» με τα μισά λόγια, μόνο που ενδεχομένως «τα ίδια» δεν θα ήταν τα ίδια και τα «μισά λόγια» μπορεί να ήταν μισόλογα.

Προκειμένου να αποφύγω τέτοιου είδους λειάνσεις και στρογγυλέματα, τη δημοσιεύω έτσι όπως είναι, ακατέργαστη, γεμάτη γωνίες και αγκίθες (αν δεν απατώμαι).

***

Η προηγούμενη ανάρτηση αυτού του μπλογκ ήταν ένας λίβελος κατά του λαού.

Ένας κακός μεταφραστής θα μπορούσε να μεταφράσει την παραπάνω πρόταση ως εξής: «Η προηγούμενη ανάρτηση αυτού του μπλογκ ήταν ένας αντιλαϊκός λίβελος».

Δυστυχώς, όμως, δεν ήταν αντιλαϊκός ο λίβελος. Αντιλαϊκές ήταν οι ελογικές επιλογές του λαού στις εκλογές της 20ης Σεπτέμβρη. Κι αυτό που διαφοροποιεί το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών από άλλα, παλιότερα εκλογικά αποτελέσματα,  είναι ότι για πρώτη φορά σε αυτές τις εκλογές, το κεντρικό δίλημμα δεν βρισκόταν στην «παραδοσιακή» δικομματική εναλλαγή των χρόνων πριν την καπιταλιστική κρίση και τα μνημόνια, ούτε και σε μια γενικόλογη δυνατότητα διεξόδου από τα σημερινά αδιέξοδα όπως στις εκλογές του Γενάρη και του 2012. Το κεντρικό δίλημμα αυτών των εκλογών ήταν  ένα τραχύ, για πρώτη φορά αφτιασίδωτο, στην πραγματικότητα απογυμνωμένο από «καλολογικά στοιχεία», ωμό κι απερίφραστο πολιτικό δίλημμα ανάμεσα στην ανυπακοή και την πειθάρχηση. Ανάμεσα στην αποδοχή των κάθε λογής (αριστερώνυμων ή δεξιώνυμων) εκπροσώπων, «εξωραϊστών», απολογητών και διαχειριστών της αντιλαϊκής πολιτικής, της καθοριζόμενης από το πραγματικό, υπαρκτό και όχι ιδεατό, σύστημα της εκμεταλλευτικής κυριαρχίας, από τη μια, και στην ανοιχτή απόρριψη ενάντια και στο σύστημα της εκμεταλλευτικής κυριαρχίας και στην πολιτική του και στους εκπροσώπους, απολογητές και διαχειριστές της. Το κεντρικό δίλημμα αυτών των εκλογών δεν βρισκόταν στην επιλογή ανάμεσα στον καλό και στον κακό δήμιο των λαϊκών δικαιωμάτων. Βρισκόταν  στην επιλογή ανάμεσα σ’ όλους τους δήμιους των λαϊκών δικαιωμάτων, από τη μια, και σε μια στοιχειώδη και ανοιχτή (δηλαδή εκλογική) αγωνιστική στάση προάσπισης αυτών των δικαιωμάτων, αντίστασης στο ποδοπάτημά τους, προοπτικής για την αντιστροφή του συσχετισμού των δυνάμεων.

Απέναντι σε αυτό το κεντρικό πολιτικό δίλημμα μπορούν να υπάρξουν ποικίλες αιτιολογήσεις της λαϊκής «εκλογικής συμπεριφοράς». Αυτό που δεν μπορεί να υπάρξει  είναι η οποιαδήποτε δικαιολόγησή της μέσω των πολλών και διάφορων αιτιολογήσεών της: Οποιαδήποτε τέτοια δικαιολόγηση θα ήταν μια δήθεν «φιλολαϊκή» κολακεία, και μάλιστα κολακεία ανιστόρητη: Στα νεώτερα ιστορικά χρόνια δεν είναι ούτε ένα ούτε δυο τα παραδείγματα, στην Ελλάδα και στον κόσμο, όπου η παθητικότητα των λαών απέναντι στις δυνάμεις της χειραγώγησής τους, επέφερε τις χείριστες συνέπειες για τους ίδιους τους λαούς. Θα ήταν, επιπλέον, κολακεία των πιο αρνητικών χαρακτηριστικών της ατομικής και συλλογικής συνείδησης τη στιγμή που αυτά επιχειρείται να μετατραπούν σε μόνιμα και διαρκή χαρακτηριστικά της:

Η πολιτική υπεκφυγή, αυτή η υπεκφυγή από τα καθήκοντα που θέτει στον καθένα ο «αντιμέτωπος» εξωτερικός κόσμος, για την εκδήλωση και την εδραίωσή της προϋποθέτει την ενσυνείδητη εσωτερίκευσή της. Απαιτεί από τον άνθρωπο την υπεκφυγή από τον ίδιο του τον εαυτό. Απαιτεί και προϋποθέτει την απομάκρυνση των ατόμων από τον συνειδησιακό τους πυρήνα που τα καθιστά ενεργητικά ιστορικά υποκείμενα, τη συνεχή τους συνειδησιακή παρέκκλιση από αυτόν τον πυρήνα, προς τον «τελικό στόχο» της εσωτερικής τους μεταμόρφωσης σε παθητικά αντικείμενα της ιστορίας μαθημένα να παρακάμπτουν την εξαπάτησή τους εξαπατώντας τον εαυτό τους και κατόπιν εξαπατώντας ο ένας τον άλλο κι όλοι μαζί τη συλλογική τους ύπαρξη. Η ενσυνείδητη πολιτική υπεκφυγή απαιτεί και προϋποθέτει την παράκαμψη του εξωτερικού ψεύδους μέσω της εσωτερικής του οικειοποίησης, το ψέμμα για να γίνει αποδεκτό απαιτεί από τον άνθρωπο να γίνει ο ίδιος ψεύτης, στην αρχή απέναντι στον εαυτό του, έπειτα απέναντι στους άλλους, εωσότου το ενσυνείδητο ψεύδος «ανυψωθεί» στο επίπεδο της συλλογικής συνείδησης καταβαραθρώνοντάς την. Κι αν ο φασισμός εκφράζει την επιδίωξη της ενεργητικής στρατολόγησης του λαού ενάντια στον εαυτό του, η διάχυση του οπορτουνισμού (διότι για αυτον πρόκειται) από την πολιτική στην κοινωνία μέσω των αθροιζόμενων ατομικών ψυχισμών, αποτελεί σαν αντίστροφη όψη του νομίσματος τη μορφή της παθητικής στρατολόγησης του λαού στη στρατηγική του συστήματος των εκμεταλλευτών του.

Αυτό, είναι το  τελικό προϊόν του «καπιταλισμού που σαπίζει»: Η διαφθορά των ανώτερων κύκλων του είναι το «λιγότερο» από τα χαρακτηριστικά του. Η αποσύνθεση εκτείνεται σε όλο το πεδίο της καπιταλιστικής κοινωνίας (καπιταλισμός = κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός, και «σαπίλα» του καπιταλισμού = «σαπίλα» του κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού) και επισφραγίζεται όταν διεισδύσει στα άτομα, όταν τα άτομα εσωτερικεύουν σαν δική τους την κοινωνική αποσύνθεση, όταν «εν ημίν» σκηνώσουν οι «κηλίδες» της κοινωνικής αποσύνθεσης με μορφή ατομική. Αυτό είναι το τελικό προϊόν του «καπιταλισμού που σαπίζει», κι αυτός είναι ο στρατηγικός «τελικός στόχος» της εκμεταλλευτικής εξουσίας, ο τελικός της στόχος που πίσω από την οικονομική επίτευξη των οικονομικών του δεικτών κρύβει την επίτευξη ενός ακόμα προϋποτιθέμενου δείκτη: του δείκτη της ατομικής και κοινωνικής πειθάρχησης των καταπιεζόμενων.

Γι’ αυτήν, για την εξουσία των εκμεταλλευτών, ο «τελικός στόχος» της είναι το παν.

Δεν χρειάζεται να τονιστεί ότι το ικανότερο εργαλείο για την πραγματοποίηση του στόχου αυτού είναι ο οπορτουνισμός, οι πολιτικές και κομματικές του εκφράσεις, οι ιδεολογικές μορφές του που τα γενικά του συστατικά επιχειρούν να τα καταστήσουν κεντρικά και κυρίαρχα συνειδησιακά- ψυχολογικά συστατικά των ατομικών στάσεων και συμπεριφορών: τι είναι ο οπορτουνισμός αν όχι μια δίχως τέλος ενσυνείδητη υπεκφυγή από την πρόκληση του προκείμενου, μια δίχως τέλος υπεκφυγή με οικοδομημένο για τις ανάγκες της ένα ολόκληρο πολιτικό, ιδεολογικό, συνειδησιακό-ψυχικό σύστημα;

Κι από τη στιγμή που η λαϊκή ψήφος, κάτω από τις ιδιαίτερες, συγκεκριμένες συνθήκες των εκλογών της  20ης Σεπτέμβρη, αποδέχθηκε, οικειοποίηθηκε, ενσυνείδητα παρακάμπτοντας την πλαστότητά του, το «αριστερό» (βλ. ΣΥΡΙΖΑ) και «πατριωτικό» (βλ. ΑΝΕΛ) άλλοθι που προσφέρθηκε στον καθένα άνθρωπο για να αποποιηθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την ευθύνη του για τη ζωή του, από αυτή τη στιγμή κι έπειτα δεν στέκονται απέναντι αλλά στέκονται πάνω από αυτό το κεντρικό στοιχείο της λαϊκής ψήφου, σαν ομπρέλα, οι κλασικές «αντικειμενικές» ερμηνείες της: οι αρνητικοί συσχετισμοί, ο πολιτικά «περιορισμένος» χαρακτήρας του «αστικού» εκλογικού δικαιώματος, οι «εκβιασμοί», οι «ανεπαρκείς» προγραμματικές επεξεργασίες, τα μεταβατικά ή όχι μεταβατικά προγράμματα, ο βαθμός εξειδίκευσης της γενικότητας κλπ κλπ, ερμηνείες που κινδυνεύουν να μετατραπούν σε «τεχνοκρατικές» κοινοτοπίες, και σε φαύλο κύκλο ανάμεσα στο αίτιο και στο αποτέλεσμα, εφόσον δεν αναδεικνύουν ένα κεντρικό διακύβευμα της περιόδου που διανύουμε, έναν ουσιαστικό, ενεργητικό και «εκ των ουκ άνευ» παράγοντα, το φιλότιμο και τη λεβεντιά σαν απαιτήσεις πρώτα από όλα του καθένα απέναντι στον εαυτό του.

Τα παραπάνω αποτελούν μόνο την εισαγωγή για όσα ακολουθούν, με αφορμή μια ανάρτηση που έτυχε να διαβάσω, με τίτλο: «Από τον περήφανο λαό στον υποταγμένο;»

Και για να κλείνω με την εισαγωγή: Τα όσα γράφονται παραπάνω, όπως και τα γραφόμενα στην προηγούμενη ανάρτηση, αποτελούν φυσικά μια γενίκευση εντός της οποίας εντάσσονται (ή και δεν εντάσσονται)  ποικίλες συγκεκριμένες ατομικές πολιτικές στάσεις. Αποτελεί, όμως, ευθύνη του καθενός, να τοποθετήσει την ατομική του πολιτική στάση απέναντι στο ίδιο του το «Εγώ» και να αντιπαραβάλλει την αλήθεια και το ψέμμα της πολιτικής στάσης του με την αλήθεια και το ψέμμα του «Εγώ» του. Χωρίς αυτή την αντιπαραβολή δεν πρόκειται να αποφύγει την βαθμιαία προσωπική παρέκκλιση ως το σημείο όπου ο χθεσινός και σημερινός του εαυτός άυριο θα του φαίνεται αγνώριστος, κι ο αυριανός του εαυτός θα είναι κομμένος και ραμμένος  στα μέτρα του έτοιμου κουστουμιού που προορίζουν για τον καθένα ξεχωριστά και κατ’ επέκταση για όλους μαζί οι μηχανισμοί του συστήματος της εκμετάλλευσης, οι μηχανισμοί επιβολής της κυρίαρχης ιδεολογίας, οι μηχανισμοί επιβολής της κυρίαρχης ψυχολογίας στο βαθμό που μπορεί κανείς να εκφραστεί έτσι…

***

Ας αφήσουμε, λοιπόν, τώρα τα παραπάνω γενικόλογα και ψυχολογικά, κι ας περάσουμε σε μερικά καθαυτό πολιτικά ζητήματα:

Ο «συμβιβασμός» της υποταγής, δηλαδή η υποταγή εμφανιζόμενη  σαν συμβιβασμός, σαν κάτι το «ενδιάμεσο» μεταξύ υποταγής και αντίστασης, ώστε με το πλαστό άλλοθι του «ενδιάμεσου» ενσυνείδητα να πραγματώνεται η επιλογή της υποταγής, αυτή εδώ την ιστορικά καθορισμένη στιγμή, όχι μόνο αποτέλεσε και αποτελεί ηθικό αποφρονηματισμό, ηθικό τσαλάκωμα ενός κόσμου που ως πρόσφατα εμφάνιζε διαθέσεις σύγκρουσης με τη «νέα κατοχή», την «απώλεια της εθνικής κυριαρχίας», την κυριαρχία «των τραπεζιτών», την πολιτική της «λιτότητας», την «πρόταση των δανειστών», ή όπως αλλιώς κατανοούσε ο καθένας την σύνθλιψη ως και των πιο στοιχειωδών δικαιωμάτων του και του ήδη «λιτού» βιοτικού του επιπέδου για την επιβολή ενός καθεστώτος οικονομικής αποστέρησης και πολιτικής καταπίεσης… Όχι μόνο, αντ’ αυτών, αποτέλεσε και αποτελεί επιλογή αποδοχής της οικονομικής αποστέρησης ως «αναπόφευκτης», και της πολιτικής καταπίεσης ως ανύπαρκτης εφόσον, δήθεν, δεν υπάρχει καταπίεση στην περίπτωση της προϊούσας «εθελούσιας» υποταγής και συμμόρφωσης «προς τα υποδείξεις» και τα προκατασκευασμένα διλήμματα που υπαγορεύουν οι μηχανισμοί της χειραγώγησης… Όχι μόνο, επίσης, είχε και έχει  σαν συνέπεια την παραχώρηση, προς αυτούς τους μηχανισμούς χειραγώγησης, ικανού χρόνου για να κλείσουν την λαβίδα τόσο ώστε και «την άλλη φορά» να βρουν μπροστά τους κλειστή τη λαβίδα όσοι αυταπατόνται ότι, μέσω της υποταγής στη χειραγώγησή τους, «αύριο» τάχα θα μπορέσουν να ξεγλυστρίσουν από τη χειραγώγηση…

…Αλλά, που είναι και το «κυριότερο» από «πολιτική» άποψη, αποτέλεσε και αποτελεί αποποίηση της αφετηρίας και του δρόμου προς τη μοναδική οικονομική και κοινωνική διέξοδο για το λαό, της αφετηρίας και του δρόμου που κατά αναπόδραστη αναγκαιότητα περνά μέσα από την άρνηση, την απόρριψη των δεσμών, την απελευθέρωση από τα δεσμά της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, «υλική μορφή» της οποίας κυριαρχίας αποτελούν εν προκειμένω οι μηχανισμοί του «ευρωατλαντισμού», το ΝΑΤΟ, η ΕΕ, το ΔΝΤ κλπ…

…Αποδεικνύοντας, ότι αν ο «τελικός στόχος» δεν είναι τίποτα και το «κίνημα» είναι το «παν», τότε δεν είναι τίποτα κανένας-μα-κανένας στόχος και το κίνημα μετατρέπεται σε «τίποτα» και αυτό.

Το κίνημα δεν μπορεί να κάνει ούτε ένα βήμα μπροστά, δεν μπορεί καν να ξέρει ποιό θα μπορούσε να ήταν ένα τέτοιο βήμα μπροστά, αν αυτό το ένα, αυτό το πρώτο κάθε φορά βήμα δεν προσδιορίζεται και δεν καθορίζεται από τη διαδρομή ανάμεσα στις συντεταγμένες του παρόντος και τις συντεταγμένες του τελικού στόχου. Αν το ιστορικά δρον υποκείμενο, αυτό το ένα βήμα και τη διαδρομή που αυτό χαράζει, δεν τα αντικρίζει ταυτόχρονα από την οπτική γωνία του παρόντος κι από την οπτική γωνία του τελικού στόχου.  Κι από την άλλη πλευρά, αυτός ο τελικός στόχος, όσο κι αν είναι θεωρητικά διατυπωμένος στις βασικές και κύριες γραμμές του περιεχομένου του, δεν είναι ένα θεωρητικό κατασκεύασμα, δεν είναι απλά ένα θεωρητικό «αίτημα», αλλά οι προϋποθέσεις του και η αναγκαιότητά του αναβλύζουν διαρκώς από κάθε πόρο των σημερινων κοινωνικών σχέσεων, όπως από  κάθε τους πόρο αναβλύζει κι η διαρκής αντιδραση, η διαρκής ιστορική οπισθοδρόμηση.

Οι υπαρκτές επιλογές είναι πολύ λίγες. Μόνο δυο: Είτε ο όλο και πιο κοινωνικός χαρακτήρας της οικονομικής παραγωγής, χάρη στην συνειδητή κινητοποίηση των εργαζομένων θα παραμερίσει την όλο και περισσότερο ατομική ιδιοποίηση της παραγωγής, και θα αντιστοιχηθεί με σχέσεις κοινωνικής ιδιοποίησης των μέσων παραγωγής…  Είτε η κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου, θα συνεχίσει να επιβάλλει την εκμεταλλευτική εξουσία όλο και πλατύτερα όλο και βαθύτερα, σε κάθε κύτταρο των κοινωνικών σχέσεων, του σχηματισμού της κοινωνίας, της ζωής των ατόμων, σέρνοντας πίσω της και σπρώχνοντας μπρος της φτώχια, εξαθλίωση, ολόπλευρη κοινωνική αποσύνθεση («σαπίλα»), αντιλαϊκή βία, ολόκληρες εποχές πολέμων… [*] Ήδη άλλωστε….

Η μεγάλη οπορτουνιστική υπεκφυγή από αυτό το μοναδικό πραγματικό δίλημμα, πραγματοποιείται με τη μέθοδο των μικρών ή λίγο μεγαλύτερων καθημερινών υπεκφυγών, με τη μέθοδο των υπεκφυγών γύρω από το κάθε ένα «μόνο» βήμα του κινήματος, με τη μέθοδο της θεωρητικής και πρακτικής δήθεν τεκμηρίωσης των μικρών και των μεγάλων υπεκφυγών είτε από το κάθε ένα «μόνο» βήμα είτε από τον τελικό στόχο, με τη μέθοδο της διαρκούς απομάκρυνσης από αυτό το σταθερό σημείο αναφοράς, αυτό το «τίποτα» του τελικού στόχου, για χάρη της οποίας απομάκρυνσης το κάθε ένα «μόνο» βήμα του κινήματος «οφείλει» να είναι βήμα πραγματικής παρέκκλισης από το ένα «μόνο» βήμα που θα έπρεπε να είχε γίνει. Και που θα έπρεπε να είχε γίνει  όχι για τις θεωρητικές ανάγκες του «τελικού στόχου», αλλά για τις άμεσες ανάγκες για τις οποίες αυτό το ένα «μόνο» βήμα καλείται να πραγματοποιηθεί. Και για τις οποίες άμεσες ανάγκες δεν μπορεί παρά να είναι βήμα όχι απομάκρυνσης από-, αλλά βήμα κατεύθυνσης προς τον τελικό στόχο που αναβλύζει μέσα από τις ίδιες αυτές τις άμεσες ανάγκες.

Διαφορετικά δεν μπορει να είναι παρά βήμα προς την αντίδραση και την ιστορική οπισθοδρόμηση. Το πόσο λοιπόν «περήφανος» ή το πόσο «υποταγμένος» είναι ο λαός δεν κρίνεται από την ιδέα που θέλει να έχει ο ίδιος για τον εαυτό του ούτε από την ιδέα που θέλει να έχει γι’ αυτόν ο οποιοσδήποτε. Κρίνεται από την κατεύθυνση του κάθε ενός «μόνο» βήματός του,  κι ακόμη περισσότερο από το βαθμό που ενσυνείδητα (ή όχι) πληρώνεται (ο καθένας ξεχωριστά και αθροιστικά σαν σύνολο) με την ψευδαισθηση της «ηρεμίας» που προσφέρει η ευθυγράμμιση με τις υποτείνουσες της υποταγής στην εξουσία, για να πουλήσει, με αυτό το αντίτιμο, στην εξουσία τα συνειδησιακά, ιδεολογικά, πολιτικά συστατικά της ίδιας του της υποταγής.

Από εκεί και πέρα ή μάλλον: πέρα από εκεί, θα μπορούσε πράγματι να γίνει μια συζήτηση για το αν θα «μας αφήσουνε» ή «δεν θα μας αφήσουνε» και για τι ακριβώς μπαίνει ζήτημα να μας «αφήσουνε» ή να μη μας «αφήσουνε»,

για το αν υπάρχει ποτέ περίπτωση να θελήσουν να μας «αφήσουνε» σε οποιαδήποτε των περιπτώσεων κάνουμε ένα παραμικρό βήμα εξόδου από το μονόδρομο της υποταγής μας,

για το ποιες επομένως προϋποθέσεις πρέπει να εκπληρωθούν, για να αντιταχθούν εκπληρωμένες και αποτελεσματικά σε αυτή τη θέλησή «τους»,

για το πώς η εκπλήρωση αυτών των προϋποθέσεων πρέπει από τώρα να οικοδομείται και για το πόσο «μακριά» βρίσκονται οι όροι του ερωτήματος «αν θα μας αφήσουνε», από τους τωρινούς όρους κάτω από τους οποίους πρέπει να αρχίσει η οικοδόμηση της εκπλήρωσης αυτών των  προϋποθέσεων,

για το ότι δεν συμπίπτει σε κανένα της σημείο η διαδικασία εκπλήρωσης αυτών των προϋποθέσεων με τη διαδικασία συνειδησιακής – πολιτικής χειραγώγησης του λαού,

για το ότι οι «λάθος» ερωτήσεις (π.χ. των δημοψηφισμάτων ή της εκάστοτε τηλεοπτικής επικαιρότητας) διατυπώνονται με προορισμό την είσπραξη «λάθος» απαντήσεων, για το ότι η «σωστή» απάντηση σε μια λάθος ερώτηση είναι «σωστή» μόνο υποκειμενικά θεωρημένη (όπως π.χ. μόνο υποκειμενικά θεωρημένη από τον καθένα είναι «σωστή» και η στάση του της αποχής) και γι’ αυτό -για να μετατρέψουμε το σωστό «για εμάς» σε σωστό για όλους- πρέπει να δίνουμε τις σωστές απαντήσεις  χωρίς να μας ρωτάνε και δίνοντας τις σωστές απαντήσεις να επιβάλλουμε τις σωστές ερωτήσεις,

για το ότι το παιχνίδι με τις (περισότερο ή λιγότερο πετυχημένες) λεκτικές διατυπώσεις  δεν μπορεί να συσκοτίσει το γεγονός πως οι συνεπείς πολιτικές (και όχι οι χρονικά πρωθύστερες) προϋποθέσεις αντιμετώπισης κρίσιμων και πολιτικά κομβικών ζητημάτων όπως η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση συνίστανται στην ανατροπή της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, δηλαδη στην ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, στην κατοχή της κοινωνίας επί των παραγωγικών δυνάμεων (και όχι το αντίθετο) οι οποίες πλέον επιδέχονται μόνο την κοινωνική διεύθυνση,  στην [προσθήκη μιας λέξης 30-9-2015: μονομερή] διαγραφή του χρέους,

για το ότι η ίδια αυτή η αποδέσμευση  από την Ευρωπαϊκή Ένωση και συνολικά τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς ταυτίζεται ήδη από σήμερα, από τώρα, με την αποδέσμευση από τους ιδρυτικούς της κανόνες της μονοπωλιακής αγοράς, της ελευθερίας του καπιταλιστικού ανταγωνισμού  και της ελευθερίας κίνησης του κεφαλαίου που θεμελιώνονται πάνω στις, όχι «νομικές», νομοτέλειες του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού (ανισομετρία, μοίρασμα και ξαναμοίρασμα του κόσμου από τα μονοπώλια και τα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη),

για το ότι επομένως η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους κανόνες της, που εγγυόνται την γενική ελευθερία του κεφαλαιου και την γενική κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου,  δεν μπορεί παρά να αποτελεί ουσιώδες συστατικό των διεκδικήσεων του κινήματος σε κάθε πραγματικό καθημερινό ένα «μόνο» βήμα του,

για το ότι από αυτό το καθημερινό ένα «μόνο» βήμα έως την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων το ζήτημα αυτής της αποδέσμευσης αποτελεί μια ολόκληρη διαδικασία εντός της οποία το εθνικό νόμισμα μπορεί να εντάσσεται μόνο σαν στιγμή της, υποταγμένη στους όρους της, και χωρίς σε τίποτα να μπορεί να την υποκαθιστά,

για το ότι το «εθνικό νόμισμα» από κάθε άλλη άποψη δεν αποτελεί παρά επιλογή επιβαλλόμενη εξίσου όσο επιβάλλεται και το ευρώ (και ενδεχομένως και από τις ίδιες δυνάμεις) και για το ότι στην περίπτωση επιβολής μιας τέτοιας επιλογής, στην περίπτωση μιας τέτοιας «στιγμής»  έξω από αυτή τη διαδικασία και την πραγματική της ανάπτυξη, το «εθνικό νόμισμα» δεν υποτάσσεται στους όρους αυτής της διαδικασίας αλλά -το μόνο- θέτει την επιτακτική ανάγκη της ανάδειξης των ορων της, πράγμα που έχει πολύ μεγάλη διαφορά,

για το ότι δεν υπάρχουν δοτές «παγκόσμιες λύσεις» για τα προβλήματα των λαών και για το ότι οι λύσεις έρχονται σαν διεθνείς ή παγκόσμιες μόνο σαν αποτέλεσμα της λαϊκής πάλης στη βάση της ιστορικά δοσμένης βαθμίδας της κοινωνικής τους ανάπτυξης και οργάνωσης, για το ότι αυτή η βαθμίδα είναι σήμερα η εθνική, για το ότι μόνο πάνω σε αυτή τη βαθμίδα μπορεί να οικοδομηθεί ο διεθνισμός των εργαζομένων και των λαών, για το ότι οι εμφανιζόμενες ως «υπερεθνικές» (και εσχάτως π.χ. «γερμανικές») καπιταλιστικές «ολοκληρώσεις» δεν υποτάσσονται σε καμία άλλη νομοτέλεια πέρα από τη «νομοτέλεια» της αντιδραστικής φύσης του ιμπεριαλισμού σε όλη τη γραμμή. [**] 

Για το ότι, μετά από όλα αυτά, μόνο εφόσον η διαδρομή, η σχέση, ανάμεσα στο κάθε επόμενο ένα «μόνο» βήμα του και στον τελικό στόχο είναι η μοναδική διαδρομή, η μοναδική σχέση που το καθορίζει, τότε και μόνο τότε, μπορεί να είναι και το κίνημα το ίδιο όχι  «τίποτα» αλλά το παν.

*

*

[*] «…ο πόλεμος παρατείνεται και απειλεί να εξελιχθεί σε ολόκληρη εποχή πολέμου!», Λένιν, «Απάντηση στον Κίεβσκι (Γ. Πιατακόφ)», 1916

[**] «Μια που οι πολιτικές ιδιομορφίες του ιμπεριαλισμού είναι η αντίδραση σ’ όλη τη γραμμή και το δυνάμωμα της εθνικής καταπίεσης, συνδυασμένα με το ζυγό της χρηματιστικής ολιγαρχίας και με την εξάλειψη του ελεύθερου συναγωνισμού…», Λένιν, Ο ιμπεριαλισμός…, ΣΕ, σελ. 129


Ξανά για την «ανισότιμη αλληλεξάρτηση» (ερωτήματα)

Η ΑΛΛΗ ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Ο Τσίπρας σκύβει το κεφάλι και προωθεί ένα σχέδιο 12 δισ. περικοπών και φόρων, όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, συνεχίζοντας στην ίδια γραμμή των αντιλαϊκών πολιτικών. ΤΕΡΜΑ ΣΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ. Μόνο ο σοσιαλισμός και η ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ μπορούν να εγγυηθούν ένα διαφορετικό μέλλον και το τέλος της εκμετάλλευσης για τους λαούς. Μέτωπο Κομμουνιστικής Νεολαίας (Ιταλία)

Η ΑΛΛΗ ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Ο Τσίπρας σκύβει το κεφάλι και προωθεί ένα σχέδιο 12 δισ. περικοπών και φόρων, όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, συνεχίζοντας στην ίδια γραμμή των αντιλαϊκών πολιτικών. ΤΕΡΜΑ ΣΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ. Μόνο ο σοσιαλισμός και η ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ μπορούν να εγγυηθούν ένα διαφορετικό μέλλον και το τέλος της εκμετάλλευσης για τους λαούς. Μέτωπο Κομμουνιστικής Νεολαίας (Ιταλία)

Δεν τίθεται θέμα διαφωνίας με τα συμπεράσματά του, δίνεται όμως η αφορμή για τα παρακάτω από την ανάγνωση του άρθρου με τον τίτλο «Για τη διαπάλη στο εξωτερικό γύρω από τις εξελίξεις στην Ελλάδα», που δημοσιεύτηκε στον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη (19-7-2015, σελ. 13). Η αφορμή βρίσκεται στη φράση: «…Μέσα σ’ αυτές τις ενώσεις, όπως και συνολικά στο καπιταλιστικό σύστημα, είναι διαμορφωμένες σχέσεις ανισότιμης αλληλεξάρτησης κι όχι σχέσεις αποικίας – μητρόπολης…» Και οδηγεί η φράση αυτή στα εξής ερωτήματα: α) Τι μας μαθαίνει για το πραγματικό περιεχόμενο των καπιταλιστικών σχέσεων ανάμεσα στα κράτη, η θεωρητική τους προσέγγιση από τη σκοπιά της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης»; και β) καλύπτει όλο το φάσμα αυτών των πραγματικών σχέσεων η αντιδιαστολή της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης» προς τη σχέση αποικίας – μητρόπολης;

Είναι εντελώς κατανοητή η ιδεολογική πάλη ενάντια στις απόψεις που εμφανίζουν την Ελλάδα σαν «αποικία». Η Ελλάδα, πράγματι, δεν είναι «αποικία», αλλά το κρατικό χρέος (καθώς και άλλες πλευρές των διεθνών σχέσεων στα πλαίσια του ιμπεριαλισμού), όσο κι αν δεν σηματοδοτεί αποικιοκρατικές σχέσεις, δεν παύει να αποτελεί μορφή εγκλωβισμού στα δεσμά της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Είναι, λοιπόν, ανύπαρκτα αυτά τα δεσμά; είναι ανύπαρκτες οι σχέσεις εξάρτησης ανάμεσα σε δυο (και περισσότερες) χώρες οι οποίες και οι δυο, όλες, βρίσκονται πια για τα καλά, αλλά όμως εντελώς ανισόμετρα, στο στάδιο του μονοπωλιακού τους καπιταλισμού; Μπορεί να αποδειχθεί αυτό; Κι αν όχι, τότε ποιές οι οικονομικές, πολιτικές κλπ συνέπειες; Κι επίσης, μπορεί άραγε να γίνει κατανοητό, το ότι στη βάση της (συνεπαγόμενης από την παραπάνω φράση- αφορμή) θεωρητικής – δογματικής εξίσωσης «εξάρτηση = σχέση αποικίας – μητρόπολης»  η αναγνώριση της εξάρτησης ως πραγματικότητας οδηγεί αυτόματα σε λαθεμένα συμπεράσματα για τα οποία δεν θα ευθυνόταν η «εξάρτηση» αλλά η παραπάνω «εξίσωση»;

Αλλά και μήπως η «σχέση αποικίας μητρόπολης» δεν θα μπορούσε να περιγραφεί «αλάνθαστα» σαν σχέση «ανισότιμης αλληλεξάρτησης» σύμφωνα με τους όρους αυτού του θεωρητικού νεολογισμού που «ντρέπεται» για τη φύση, δηλαδή αποφεύγει να περιγράψει τη φύση των ιμπεριαλιστικών σχέσεων ως σχέσεων (εκτός των άλλων χαρακτηριστικών του ιμπεριαλισμού, τους ανταγωνισμούς κλπ) μεταξύ μιας ομάδας ισχυρών και εξαιρετικά αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών στο «άρμα» των οποίων είναι προσδεμένες, εξαρτημένες, ένα πλήθος άλλων χωρών.. ως ένα «πλέγμα» (μια «αλυσίδα», μια «πυραμίδα», αδιάφορο!) τέτοιων σχέσεων αναπαραγόμενων και μεταβαλλόμενων σε όλη την έκταση του «πλέγματος», της «αλυσίδας», της «πυραμίδας»; Και «ντρέπεται»  από θεωρητικό φόβο (!) για τις δήθεν «αυτόματες» συνέπειες αυτής της παραδοχής, από φόβο για τις θεωρητικές, πολιτικές κλπ συνέπειες της «εξάρτησης», λες κι η οπισθοχώρηση προς τη θεωρητική αφαίρεση «εξασφαλίζει», τάχα, από τέτοιες συνέπειες…

Μήπως, λοιπόν, δεν θα μπορούσε στο (θετικιστικό) θεωρητικό σχήμα της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης» να ενταχθούν κι οι τυπικές, οι κλασικές αποικιοκρατικές ιμπεριαλιστικές σχέσεις του περασμένου αιώνα; Η Ινδία είναι εξαρτημένη πολιτικά κλπ από την Αγγλία, αλλά και η Αγγλία εξαρτάται από την Ινδία ως αγορά των βιομηχανικών της προϊόντων κλπ… Άρα; Ανισότιμη αλληλεξάρτηση! Μέσα σ’ αυτήν, όμως, έχουν ήδη σβηστεί οι σχέσεις εξουσίας, οι σχέσεις της στρατιωτικής, πολιτικής, οικονομικής επιβολής, έχει σβηστεί το πραγματικό περιεχόμενο των αποικιοκρατικών σχέσεων… Και το ίδιο δεν μπορεί παρά να συμβαίνει και στην περίπτωση των σχέσεων του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, γιατί αυτό το ίδιο το θεωρητικό σχήμα της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης» αποτελεί αφαίρεση από το πραγματικό περιεχόμενο των σχέσεων, αφαίρεση πέρα από το όριο εντός του οποίου θα μπορούσε αυτό το πραγματικό περιεχόμενο να περιγραφεί θεωρητικά, αφαίρεση ως το βαθμό θεωρητικής μετατροπής σχέσεων ανισότητας σε σχέσεις ισότητας: Η Ελλάδα είναι «ανισότιμα αλληλεξαρτημένη» π.χ. με τη Γερμανία… Η Γερμανία επίσης είναι «ανισότιμα αλληλεξαρτημένη» με την Ελλάδα… Η Ελλάδα κι η Γερμανία είναι μεταξύ τους «ανισότιμα αλληλεξαρτημένες»… Τι μάθαμε, όμως, έτσι, για το πραγματικό περιεχόμενο των σχέσεων Ελλάδας – Γερμανίας; Τι  μάθαμε για τις σχέσεις πραγματικής οικονομικής και πολιτικής υποταγής ποιού μονοπωλιακού καπιταλισμού σε ποιόν μονοπωλιακό καπιταλισμό; Τι μάθαμε για την υποταγή της στρατηγικής ποιού μονοπωλιακού καπιταλισμού στην στρατηγική ποιού μονοπωλιακού καπιταλισμού; Τι μάθαμε για τις μορφές, τους όρους, τα μέσα αυτής της υποταγής;

Παραπέρα: Το ότι η αποικιοκρατική εξάρτηση π.χ. της Ινδίας αφορούσε κύρια μια ινδική αστική τάξη που είχε το συμφέρον και ιστορικό καθήκον,  και σε συμμαχία με τις υπόλοιπες καταπιεζόμενες τάξεις και στρώματα, της εθνικής απελευθέρωσης της δικής της και της χώρας «της».. το ότι -καθόλου ταυτόσημα- η σύγχρονη οικονομική και πολιτική, ιμπεριαλιστική εξάρτηση της Ελλάδας αφορά τον αναπτυγμένο μονοπωλιακό καπιταλισμό της, ότι αποτελεί για αυτόν -και σήμερα και μάλλον για πολύ καιρό ακόμη- συστατικό όρο της ύπαρξής του και της κυρίαρχης κοινωνικο-οικονομικής τάξης του, ότι απέναντι σε αυτόν τον αναπτυγμένο μονοπωλιακό καπιταλισμό μπαίνει για την εργατική τάξη και τους συμμάχους της το ιστορικό καθήκον της ανατροπής του, σε σύγκρουση με την κυριαρχία του κεφαλαίου, και της αντικατάστασής του από τον σοσιαλισμό.. το ότι για την ινδική – κατά το παράδειγμά μας- αστική τάξη η αποικιοκρατική εξάρτηση της Ινδίας αποτελούσε φραγμό στη δική της ανάπτυξη και στην ανάπτυξη του ινδικού καπιταλισμού, ενώ για την ελληνική αστική τάξη και πρώτιστα την μονοπωλιακή η σύγχρονη ιμπεριαλιστική εξάρτηση της χώρας αποτελεί όρο της δικής της ανάπτυξης και του δικού της οικονομικού – πολιτικού επεκτατισμού.. το ότι το ίδιο «φαινόμενο», η «εξάρτηση», μπορεί να έχει και έχει εντελώς διαφορετικές πραγματικές και θεωρητικές συνέπειες κάτω από εντελώς διαφορετικούς όρους εκδήλωσής του, ότι είναι εντελώς διαφορετικοί οι όροι εκδήλωσής της «εξάρτησης»  στην περίπτωση μιας πολιτικά και οικονομικά ανερχόμενης αστικής τάξης και εντελώς διαφορετικοί εφόσον, πιά, «η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο» και εφόσον, πιά, «το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη» (Λένιν, Για τη μπροσούρα του Γιούνιους).. επιτρέπουν, λοιπόν, αυτά τα τόσο διαφορετικά πράγματα, που μοιράζονται μεταξύ τους σαν «κοινό» την «εξάρτηση», την αφαίρεση του πραγματικού περιεχομένου των πραγματικών σχέσεων, προκειμένου, τάχα, να μην υπάρξει σύγχυση ανάμεσα στα ιστορικά καθήκοντα π.χ. της Ινδίας πριν 100 χρόνια και της σημερινής Ελλάδας

Ήδη στην αρχή αυτού του κειμένου γράφεται ότι δεν τίθεται θέμα διαφωνίας με τα συμπεράσματα του άρθρου του Ριζοσπάστη. Τότε, προς τι όλα αυτά; μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος. Όλα αυτά, λοιπόν, για το λόγο ότι το συγκεκριμένο θεωρητικό σχήμα της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης», ως αφαίρεση πέρα από τα όρια της πραγματικής περιγραφής πραγματικών σχέσεων, ως έκφραση κατά τη γνώμη μου θεωρητικού ωφελιμισμού, συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις να αποτελέσει το κύτταρο  ανάπτυξης του οπορτουνισμού στη θεωρία, όλες τις προϋποθέσεις ώστε μια δεδομένη στιγμή να πηγάσουν από αυτό ακόμα και τα εντελώς αντίστροφα συμπεράσματα. Μήπως δεν θα αρκούσε η ενδεχόμενη «αποκάλυψη» μιας σειράς συμπτωμάτων εξάρτησης της Ελλάδας από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία κ.ο.κ., για να οδηγηθούμε αυτόματα, πάνω σε αυτήν ακριβώς τη θεωρητική βάση, στο «συμπέρασμα» ότι πρόκειται για «μια ανισότιμη αλληλεξάρτηση» που επιβάλλει αντιμετώπιση αντίστοιχη των σχέσεων αποικίας – μητρόπολης; Και αυτή δεν είναι η μόνη δυνατή ή πιθανή αρνητική θεωρητική συνέπεια.


Ευρωπαϊκή Ένωση: Τώρα βουρ για μεταλλαγμένα

Για «συμβιβαστική συμφωνία» ως προς τα μεταλλαγμένα, ή επί το επιστημονικότερο την καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων ειδών στο ευρωπαϊκό έδαφος, κάνει λόγο η «Αυγή» του ΣΥΡΙΖΑ, σε ρεπορτάζ γύρω από τη σχετική συμφωνία των χωρών-μελών της ΕΕ που «θα επικυρωθεί στις 12 Ιουνίου, στη σύνοδο των υπουργών Περιβάλλοντος στο Λουξεμβούργο» και στη συνέχεια «θα πρέπει να εγκριθεί και από το νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μέχρι το τέλος του έτους».

Όπως αναφέρεται στο ρεπορτάζ της «Αυγής», με τη «συμβιβαστική» συμφωνία «θα επιτρέπεται στο εξής το έγκλημα της καλλιέργειας γενετικά τροποποιημένων ειδών στο ευρωπαϊκό έδαφος», ενώ «τα κράτη που διαφωνούν με την καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων ειδών στο έδαφός τους θα πρέπει να προσφεύγουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία με τη σειρά της θα ζητεί από τις εταιρείες να τα αποκλείουν όταν καταθέτουν αιτήματα για νέες καλλιέργειες».

Με άλλα λόγια ο «συμβιβασμός» συνίσταται στην απελευθέρωση της καλλιέργειας των μεταλλαγμένων, συνοδευόμενη από μια διαδικασία με την οποία το κάθε κράτος ανάλογα με το αν έχει βασιλιά, βενιζέλο ή χούντα στην κυβέρνηση, θα μπορεί να «προσφεύγει» για τον α ή τον β σπόρο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία με τη σειρά της «θα ζητεί» από τις εταιρείες να τον «εξαιρέσουν».

«Τελικά νίκησαν οι εταιρείες παραγωγής σπόρων», διαπιστώνει περίλυπη η «Αυγή», «στο εξής το έγκλημα θα επιτρέπεται». Χαρακτηριστικός τρόπος τοποθέτησης: Αφενός «οι εταιρίες νίκησαν», αλλά ποιόν; Τις «κυβερνήσεις» που εξυπηρετούν τα σμφέροντά τους προβληματιζόμενες μόνο για τον τρόπο που θα «ξεγελάσουν» και θα κάμψουν τις λαϊκές αντιδράσεις στις αποφάσεις τους – αποφάσεις που, ας σημειωθεί λαμβάνονται όχι 3 μέρες πριν αλλά 3 μόνο μέρες μετά τις ευρωεκλογές και με την «Ελλάδα» να προωθεί τον «συμβιβασμό» ως προεδρεύουσα χώρα;  Και αφετέρου, «έγκλημα» μεν, αλλά πάντως «οι εταιρίες νίκησαν»: Οι ευρωπαϊκοί λαοί δεν έχουν παρά να περιμένουν την «έντιμη συμφωνία» του Τσίπρα «με τους θεσμούς και λαούς» της ΕΕ, προκειμένου να αναθεωρηθεί αυτός ο «συμβιβασμός» με κάποιον άλλο «συμβιβασμό», και όταν η εφαρμογή των αποφάσεων θα έχει κάνει την κατάσταση και τις βλάβες μη αναστρέψιμες… Ούτε σκέψη φυσικά δεν περνά από το μυαλό της «Αυγής» για αντίσταση, για ανυπακοή και απειθαρχία «των λαών» της ΕΕ απέναντι «στους θεσμούς» της ΕΕ, ούτε σκέψη για συνολική αποδέσμευση από τους ευρωενωσιακούς καταναγκασμούς και για χάραξη μιας στρατηγικής υποταγμένης αποκλειστικά στην ικανοποίηση των κοινωνικών λαϊκών εργατικών αναγκών.

Στην πιο «ριζοσπαστική» συριζαϊκή εκδοχή, το πολύ να εξαντλείται το θέμα σε συλλογές υπογραφών, και στην υπόσχεση ότι η «κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ» θα «προσφύγει» στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ώστε αυτή «να ζητήσει» από τις εταιρίες την «εξαίρεση» του τάδε ή του δείνα σπόρου, και ποιος ξέρει, ίσως μετά την έφεση και την αναίρεση ευδοκιμήσει και η προσφυγή.

*

Το όλο ζήτημα πάντως των μεταλλαγμένων, προκειμένου να γίνει κατανοητή η στρατηγική για χάρη της οποίας προωθούνται, η σημασία της και η επιμονή της υλοποίησής της, πρέπει να κατανοηθεί από μια γενικότερη σκοπιά: Δεν πρόκειται μόνο για τα «στενά» οικονομικά συμφέροντα των πολυεθνικών που παράγουν κι εμπορεύονται τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς. Δεν πρόκειται επίσης μόνο για τον ολοκληρωτικό έλεγχο της γεωργικής παραγωγής μέσω της αποκλειστικότητας των σπόρων από τα ίδια αυτά μονοπώλια που, επιπλέον, σύμφωνα με κάποια δημοσιεύματα ήδη κατά τις παραμονές της καπιταλιστικής κρίσης, δηλαδή πριν το 2008, είχαν προβεί σε αγορές εκατομμυρίων εκταρίων καλλιεργήσιμης γης στην Ανατολική Ευρώπη και την Αφρική, μέσω των τραπεζών τους που την επόμενη μέρα παρουσίασαν και «έλλειψη ρευστοτητας».

Αλλά, πέρα από αυτά, πρόκειται και για την γενική μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης και συνακόλουθα τη γενική αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας, κοινώς του κέρδους που ιδιοποιείται το κεφάλαιο σε βάρος του μέρους του κοινωνικού προϊόντος που πληρώνεται σε μισθούς, μέσω της γενικής μείωσης της αξίας των μέσων συντήρησης της εργατικής τάξης από τη στιγμή που αυτά τα μέσα συντήρησης θα προέρχονται από την καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Ένα μάλλον σημαντικό για τα μονοπώλια αντιστάθμισμα στην τάση μείωσης του μέσου ποσοστού κέρδους, την σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη και την άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας.

Το ίδιο είχε συμβεί και με τη λεγόμενη «πράσινη επανάσταση» της δεκαετίας του ’60 που «εισήγαγε» σε πλατιά κλίμακα τη μονοκαλλιέργεια, τις λεγόμενες γενετικές βελτιώσεις, τη βιομηχανική παραγωγή και κατανάλωση λιπασμάτων και ζιζανιοκτόνων

…Και τότε, όπως και τώρα, το κόστος στην ανθρώπινη υγεία και στο περιβάλλον, δικαιολογούνταν με τον «ιερό» στοχο της διατροφικής επάρκειας. Ομως τα όρια της ανάπτυξης του κεφαλαίου δεν ταυτίζονται με τα όρια ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών, αλλά με τα όρια της ζήτησης της ικανής να αποφέρει ικανοποιητικό κέρδος. Και δεκάδες και εκατοντάδες εκατομμύρια των πεινασμένων της γης παραμένουν δεκάδες και εκατοντάδες, όχι γιατί δεν υπήρχαν και δεν υπάρχουν οι υλικές προϋποθέσεις της διατροφικής επάρκειας, αλλά γιατί η εκ μέρους τους «ζήτησή» με χρηματοοικονομικούς όρους δεν δημιουργεί προϋποθέσεις αντίστοιχης «προσφοράς» με επίσης χρηματοοικονομικούς όρους καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Αλλά και γιατί η καπιταλιστική συγκέντρωση της αγροτικής γης, που έλαβε χώρα με εργαλείο και αυτές τις τεχνικές «επαναστάσεις», μαζί με την προλεταριοποίηση μεγάλων πληθυσμών, αποξένωσε τους άμεσους παραγωγούς από τις παραδοσιακές μεθόδους με τις οποίες παρήγαγαν και διασφάλιζαν τα μέσα της ύπαρξής τους, εξακολουθώντας παράλληλα μέχρι και σήμερα κάτω από τους δικούς της όρους να οδηγεί την εργαζόμενη αγροτιά στο οικονομικό αδιέξοδο.

Κι αυτή η πραγματικότητα στο σύνολό της δεν «τροποποιείται γενετικά» αλλά ανατρέπεται επαναστατικά, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις κοινωνικού σχεδιασμού της παραγωγής -και της γεωργικής- που θα ικανοποιεί τις ανάγκες των εργαζόμενων παραγωγών και τις διατροφικές ανάγκες των λαών με τις πιο υγιεινές για τον άνθρωπο και το περιβάλλον μεθόδους.


το γάλα

Σε παλιότερη ανάρτηση (την πρώτη του μπλογκ πριν 1,5-2 χρόνια) με τον τίτλο «υπερεθνικότητα» vs έθνους και διεθνισμού, είχα χρησιμοποιήσει τον «αδόκιμο» όρο «υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου», τον οποίο σε υποσημείωση εκείνης της ανάρτησης δικαιολογούσα ως εξής:

«Μπορεί ορισμένους να ξενίζει η χρήση του όρου «υπερσυγκέντρωση», σε σχέση με τον βαθμό συγκέντρωσης του κεφαλαίου.

Όμως από τη στιγμή κι έπειτα, όπου η ανάπτυξη του κεφαλαίου, και συνακόλουθα ο βαθμός της συγκέντρωσής του, άρχισε να αποτελεί μέγεθος ολωσδιόλου ξεχωριστό από τα μεγέθη που αφορούν την ανάπτυξη της κοινωνίας, από τη στιγμή που επίσης η ανάπτυξη του κεφαλαίου άρχισε να αποτελεί όρο που αντιστρατεύεται την ανάπτυξη της κοινωνίας και τους όρους αυτής της ανάπτυξης, από τη στιγμή που τα ποσοτικά μεγέθη της αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική φύση των παραγωγικών δυνάμεων και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησής τους μεταβλήθηκαν σε μια «νέα ποιότητα», από τη στιγμή δηλαδή που ο «παλιός» καπιταλισμός του ελεύθερου συναγωνισμού έδωσε οριστικά τη θέση του στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, από τότε κι έπειτα μπορεί κατά τη γνώμη μου να γίνεται λόγος για καπιταλισμό που αναπτύσσεται με όρους υπερσυγκέντρωσης του κεφαλαίου».

Το πρόβλημα που με απασχολεί δεν είναι βέβαια καθόλου το να γίνει αποδεκτός ο όρος «υπερσυγκέντρωση». Το ζήτημα δεν είναι αυτό, αλλά η εκτίμηση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που -ας μην το ξεχνάμε- όσο κι αν εμφανίζεται σαν φορέας της «τελευταίας λέξης» της τεχνικής προόδου, είναι στην πραγματικότητα φορέας της ιστορικής αντίδρασης σε όλη τη γραμμή, και η ίδια του η ανάπτυξη μπορεί να νοηθεί μόνο σαν ανάπτυξη της ιστορικής αντίδρασης: όσο περισσότερο αναπτύσσεται και «προοδεύει» ο μονοπωλιακός καπιταλισμός, τόσο περισσότερο ιστορικά αντιδραστικός γίνεται. Και τόσο περισσότερο οι ανάγκες της ανάπτυξής του έρχονται σε σύγκρουση με τις κοινωνικές ανάγκες και τους όρους ικανοποίησής τους.

Εδώ θα προσπαθήσω να δείξω ότι από την παραπάνω διαπίστωση δεν εξαιρείται η «καθαρά» οικονομική πλευρά, η πλευρά που συνήθως νοείται σαν μια απλώς «αντικειμενική», και απλώς ποσοτική εξέλιξη, η οποία καταδείχνει την ανάγκη της αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό. Το τελευταίο είναι βέβαια σωστό. Όμως αν δεν κατανοηθεί ότι, πια, και αυτή η «αντικειμενική» οικονομική εξέλιξη, τα ίδια τα «ποσοτικά» της μεγέθη είναι συναρτημένα όχι με την οικονομική εξέλιξη γενικά αλλά με την εξέλιξη του καπιταλισμού που από καιρό αντιστρατεύεται την εξέλιξη της κοινωνίας, τότε είναι δυνατόν να βγούνε λαθεμένα συμπεράσματα  για μια σειρά θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα της ταξικής πάλης.

Για να γίνω σαφέστερος, το ζήτημα που τίθεται με αφορμή την πρόσφατη νομοθεσία για το γάλα, δεν είναι μόνο ότι ως «εξέλιξη» μεν προχωράει όμως μέσω της καταστροφής των μικρών αγροτών. Το ζήτημα που τίθεται είναι  επίσης, ότι οι όροι της μονοπωλιακής συγκέντρωσης κεφαλαίου δεν συμπίπτουν με τους όρους συγκέντρωσης της παραγωγής που θα υπαγόρευαν οι κοινωνικές ανάγκες σε μια κοινωνικά σχεδιασμένη οικονομία.

*

Για το γεγονός ότι η κατάργηση της ετικέτας «φρέσκο γάλα» (μια που το φρέσκο γάλα έχει καταργηθεί αρκετό καιρό πριν την ετικέτα του) υπαγορεύτηκε από τις ανάγκες του μονοπωλιακού ανταγωνισμού που είναι καταδικασμένος  να ανεβαίνει τις αναβαθμίδες του (καταδικάζοντας και την κοινωνία να ανεβαίνει το γολγοθά της) μέσω μιας όλο και πιο μεγάλης συγκέντρωσης κεφαλαίου στα χέρια των μονοπωλιακών ομίλων, δεν είναι δύσκολο να συγκεντρωθούν αποδείξεις.

Στη σχετική έκθεση του «Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης» (από την περίφημη «εργαλειοθήκη» του οποίου  προήλθε η κατάργηση του «φρέσκου γάλακτος») αναφέρεται ότι:

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα το «φρέσκο» παστεριωμένο γάλα κυκλοφορεί με διάρκεια ζωής 5 ημερών, αποτελεί «μια αυστηρή απόκλιση από τις συνήθεις πρακτικές της ΕΕ, που προκύπτουν από τη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η απόκλιση αυτή ενδεχομένως να βλάπτει τον ανταγωνισμό στη σχετική αγορά σε σημαντικό βαθμό».

«Η κατάργηση του ορίου των πέντε ημερών θα δώσει επαρκή χρόνο στη βιομηχανία για την εισαγωγή γάλακτος από άλλες, φθηνότερες χώρες της ΕΕ, μειώνοντας έτσι το κόστος των πρώτων υλών»

«Η εντατικοποίηση του ανταγωνισμού θα καταστήσει πολύ δύσκολο για τα τοπικά μικρά αγροκτήματα να λειτουργήσουν σύμφωνα με το ισχύον επιχειρηματικό τους μοντέλο και θα περίμενε κανείς ότι ορισμένα από αυτά θα αγοραστούν από τις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις»

Από τα παραπάνω, εκτός από το ότι η κατάργηση έστω και του κατ’ όνομα φρέσκου γάλακτος υπαγορεύεται από τις ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, εκτός και από την κυνική ομολογία των επιπτώσεων στους μικρομεσαίους κτηνοτρόφους αυτού του ανταγωνισμού και των μέτρων που παίρνονται για την εξυπηρέτησή του, γίνεται φανερό και το ότι το ίδιο αυτό μέτρο που νομοθετήθηκε αποτελεί προσαρμογή στις «συνήθεις πρακτικές» της Ευρωπαϊκής Ένωσης που «προκύπτουν από τη σχετική της νομοθεσία», καθώς άλλωστε με την ιδρυτική της πράξη του Μάαστριχτ η ΕΕ έχει προσδώσει στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό (δηλαδή την κυριαρχία των μονοπωλίων) νομικό κύρος με ισχύ για όλα τα κράτη – μέλη της.

Ήρθε λοιπόν η στιγμή που και το «φρέσκο γάλα» αναγνωρίστηκε σαν περιορισμός ή σαν καταστρατήγηση της «αρχής της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων [!!!]«  την οποία προβλέπει το άρθρο 102Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Και σίγουρα δεν είναι δική μας δουλειά να παραστήσουμε τον «κριτή» για το αν την «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό» την παραβιάζει πράγματι το «φρέσκο γάλα» ή αντίθετα η κατάργησή του, για τον αν «αθέμιτος» ανταγωνισμός σε βάρος των μονοπωλίων είναι η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών ή αν, αντίθετα, «αθέμιτος» ανταγωνισμός είναι η χρησιμοποίηση από τα μονοπώλια της νομοθετικής ισχύος που αποκτούν χάρη στην ψήφο των μικρομεσαίων κτηνοτρόφων με σκοπό την εξαφάνισή τους. Ούτε, επίσης, να παραστήσουμε τον κρίτη για το αν η «αποτελεσματική κατανομή των πόρων ευνοείται» περισσότερο με το γάλα των 5 ή με το γάλα των 10 ημερών. Ούτε για το αν η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών αποτελεί ή όχι «μέσο αυθαίρετων διακρίσεων» ή «συγκεκαλυμμενο περιορισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών» (πράγμα που «απαγορεύει» το άρθρο 73Δ παρ. 3 της Συνθήκης του Μάαστριχτ):  Πόσο μάλλον που το γάλα μετατρέπεται σε «ελεύθερα κινούμενο» κεφάλαιο όταν βρίσκεται στα χέρια των καπιταλιστών και των μονοπωλίων, ενώ στα χέρια του αυτοαπασχολούμενου κτηνοτρόφου το γάλα δεν είναι καν κεφάλαιο…

*

Όλα αυτά όμως είναι η μισή αλήθεια, όσο δεν τίθεται και δεν απαντιέται το ζήτημα γύρω από τη σχέση του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής όπως αυτή πραγματοποιείται από την άποψη των αναγκών του κεφαλαίου («μεταφραζόμενη» από την άποψη αυτή σε συγκέντρωση κεφαλαίου), από τη μια, και του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής από την άποψη των αναγκών της κοινωνίας, από την άλλη.

Από την άποψη του κεφαλαίου (και ιδίως του μονοπωλιακού που αποτελεί πια την κυρίαρχη μορφή του) η συγκέντρωση της παραγωγής στα χέρια του πραγματοποιείται με γνώμωνα τις ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ των μονοπωλίων, τις συνακόλουθες ανάγκες μεγιστοποίησης της κερδοφορίας και του ποσοστού κέρδους, και επίσης πραγματοποιείται πάνω στη βάση μιας ήδη πραγματοποιημένης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου (σαν αποτέλεσμα του πληθωρισμού κερδών, που προγήθηκε κατά τη φάση της «ανάπτυξης»), το οποίο γυρεύει νέα πεδία επένδυσης και κερδοφορίας. Ιδίως όμως σε ό,τι αφορά τους κλάδους παραγωγής μέσων συντήρησης, πρέπει επίσης εμφατικά να υπογραμμιστεί ότι η μείωση του συνολικού κόστους παραγωγής τους, η μείωση δηλαδή της ανταλλακτικής αξίας τους, αποτελεί πρωταρχικό όρο αύξησης του ποσοστού της υπεραξίας, καθώς φτηνότερα μέσα συντήρησης φτηναίνουν την εργατική δύναμη μειώνοντας έτσι το μερίδιο που αποσπά αυτή από την συνολική αξία του κοινωνικού προϊόντος και αυξάνοντας την μάζα της υπεραξίας που σφετερίζεται το κεφάλαιο.

Όμως αυτά (ο ανταγωνισμός, η κερδοφορία, η συσσώρευση,  η υπεραξία κλπ), το τελευταίο πράγμα με το οποίο έχουν σχέση, είναι το γάλα, και πόσο μάλλον το φρέσκο. Και σε ό,τι αφορά το γάλα καθαυτό, η μοναδική του σχέση με αυτές τις «οικονομικές» ανάγκες και κριτήρια, περιορίζεται στο μέγιστο χρονικό διάστημα που μπορεί να καταναλώνεται χωρίς να παύει και τυπικά να είναι πια «γάλα», ως όριο πέρα από το οποίο δεν μπορούν άλλο να παραμεριστούν τα εμπόδια που βάζουν οι έσχατες φυσικές του ιδιότητες  στην «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό», στην «αποτελεσματική κατανομή των πόρων», στην «ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων και των πληρωμών».

Δεν ισχύει όμως το ίδιο από την άποψη της κοινωνίας, με τις ανάγκες της οποίας η κυριαρχία των μονοπωλίων από καιρό βρίσκεται σε αντίθεση, και για την οποία από καιρό το σύστημα της μονοπωλιακής κυριαρχίας έχει καταστεί πια «ξένο σώμα».

Φυσικά και από την άποψη της κοινωνίας δεν είναι αδιάφορη η εξοικονόμηση πόρων, είτε φυσικών είτε ανθρώπινων, δεν είναι αδιάφορο το να απαιτούνται και να ξοδεύονται για το κοινωνικό προϊόν οι ελάχιστες δυνατές ποσότητες φυσικών πόρων και ανθρώπινης εργασίας. Όμως σε ό,τι αφορά για παράδειγμα το γάλα, η εξοικονόμηση αυτή βρίσκει το εκάστοτε όριό της στην ανάγκη το γάλα να παράγεται με τις υγιεινότερες δυνατές φυσικές και τεχνικές μεθόδους και να καταναλώνεται, με μια λέξη, φρέσκο. Κι αυτή η ανάγκη οφείλει να καθορίζει, από κοινωνική άποψη, το βαθμό συγκέντρωσης της παραγωγής, την κατανομή της, την ισόμετρη ανάπτυξή της υπό όρους που δεν εντείνουν αλλά σταδιακά αναιρούν τη διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο.

Πρόκειται όμως για καθορισμό που στην πραγματικότητα απέχει όσο η μέρα και η νύχτα από την «εξέλιξη» που συνιστά η συγκέντρωση του κεφαλαίου στη βάση της συσσώρευσής του, των αναγκών της ανταγωνιστικότητάς του, και της πολιτικής του κυριαρχίας. Για καθορισμό υπό το φως του οποίου αυτή δεν συνιστά καν «εξέλιξη», αλλά μάλλον τερατογένεση. Μια διάσταση που οι συνέπειες της (αλλά και οι συνέπειες της παραγνώρισής της) αφορούν τόσο τους υλικούς – οικονομικούς όρους επαναστατικής μετάβασης από την καπιταλιστική στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή αύριο, όσο και τους όρους οικοδόμησης της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα υπόλοιπα εργαζόμενα κοινωνικά στρώματα σήμερα. Διάσταση, επίσης, που θεωρητικά παραπέμπει στο  «ηθικό συμπέρασμα», ότι «η ορθολογικά οργανωμένη αγροτική οικονομία δεν συμβιβάζεται με το κεφαλαιοκρατικό σύστημα (…) και χρειάζεται είτε το χέρι του μικροαγρότη, που εργάζεται ο ίδιος, ή τον έλεγχο των συνεταιρισμένων παραγωγών» (Μάρξ, Το κεφάλαιο, τ.3, σελ. 157): δυο πράγματα που -καθαυτά- δεν έρχονται μεταξύ τους σε αντίθεση.


Έκλεισε κι η ΑΛΟΥΜΥΛ Ξάνθης – λύση η δήμευση!

Το «πλεονέκτημα» του βιομηχανικού καπιταλισμού σε σύγκριση με τις διάφορες μορφές της φεουδαρχίας, είναι πως ενώ στην δεύτερη ο γαιοκτήμονας δεν ήταν δυνατό να ξηλώσει το τσιφλίκι και να το μεταφέρει όπου του έρχεται πιο βολικά, στον καπιταλισμό αντίθετα τίποτα δεν είναι ευκολότερο από το ξήλωμα των εγκαταστάσεων του σύγχρονου βιομηχανικού «τσιφλικιού»  και τη μεταφορά τους οπουδήποτε μπορεί ο καπιταλιστής να βρει φτηνότερη διεθνή τιμή της εργατικής δύναμης εξασφαλίζοντας τη μεγέθυνση της δικής του κερδοφορίας.

Οι «επιχειρησιακοί λόγοι», βέβαια, για τη «διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της Ξάνθης την 28/11/2013», μπορεί να είναι ακριβώς αυτοί, μπορεί και να είναι περίπου αυτοί, το σίγουρο πάντως είναι πως πρόκειται για λόγους  που αφορούν αποκλειστικά την καπιταλιστική κερδοφορία και σε καμία περίπτωση τις λαϊκές – κοινωνικές ανάγκες και τις ανάγκες των περίπου 100 εργαζομένων του εργοστασίου. Τις ανάγκες αυτές, για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι, τις αφορούν μόνον από την άποψη ότι τις αντιστρατεύονται.

Το θέμα βέβαια δεν είναι «προσωπικό»… Δεν πρόκειται ειδικά για την «ΑΛΟΥΜΥΛ». Πρόκειται για τον συνολικό αριθμό των παραγωγικών μονάδων που τα τελευταία χρόνια είτε έχουν μεταναστεύσει σε διάφορους «καπιταλιστικούς παραδείσους» είτε έχουν κλείσει γιατί οι καπιταλιστές-ιδιοκτήτες τους αποφάσισαν να επενδύσουν τα συσσωρευμένα τους κέρδη σε αποδοτικότερους (για τους ίδιους) τομείς της οικονομίας. Πρόκειται επίσης για τον συνολικό αριθμό των παραγωγικών μονάδων που δεν «μετανάστευσαν» και δεν έκλεισαν ακόμα αλλά θα μεταναστεύσουν ή θα κλείσουν στο μέλλον.   Πρόκειται επίσης για την ικανοποίηση των κοινωνικών εργατικών, λαϊκών αναγών, για την παραγωγική βάση της χώρας και για τις παραγωγικές της προοπτικές, στη θέση των οποίων τα όλο και περισσότερα ξηλωμένα εργοστάσια αφήνουν έναν καπιταλισμό (δηλαδή μια καπιταλιστική κοινωνία) που όλο και περισσότερο σαπίζει.

Η ιστορία πειστικά διδάσκει, ότι όποτε η ανάπτυξη οποιουδήποτε  κοινωνικοοικονομικού συστήματος φτάνει στο σημείο όπου πια με κανέναν τρόπο δεν υπηρετεί αλλά αντίθετα αντιστρατεύεται τις οικονομικές ανάγκες της ύπαρξης και της αναπαραγωγής της κοινωνίας, έρχεται τότε πια κι η ώρα για την αντικατάστασή του από ένα νέο κοινωνικοοικονομικό σύστημα μέσα από τις υλικές προϋποθέσεις που έχει δημιουργήσει ήδη το παλιό. Δεν μπορεί να είναι διαφορετική κι η τύχη του καπιταλισμού, από τη στιγμή που η δική του ανάπτυξη βρίσκεται πια σε αντίθεση με τις προϋποθέσεις ανάπτυξης της κοινωνίας, από τη στιγμή που αυτές οι προϋποθέσεις επιβάλλουν την αντικατάσταση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής από την κοινωνική ιδιοκτησία.

Κι εδώ που τα λέμε, όταν η δουλοκτησία είχε εξαντλήσει τα οικονομικά της όρια, δεν κάθησαν οι δούλοι να ασχοληθούν με την πίκρα του αφεντικού τους την ώρα που τον εγκατέλειπαν, ούτε κι οι κολήγοι αργότερα σκέφτηκαν τη στενοχώρια του τσιφλικά «τους» όταν αποφάσισαν να μοιραστούν τη γη του.

Δήμευση λοιπόν! Και λειτουργία της ΑΛΟΥΜΥΛ Ξάνθης για την εξυπηρέτηση των κοινωνικών λαϊκών, εργατικών αναγκών. Το ίδιο «αίτημα» άλλωστε αφορά (αν και ανεκπλήρωτο) και όλες τις παραγωγικές μονάδες που ως τώρα έκλεισαν και μεταφέρθηκαν αλλού, αφορά επίσης (υπάρχει ακόμα καιρός!) όλες τις παραγωγικές μονάδες που πρόκειται να κλείσουν και να μεταφερθούν, αφορά ακόμα τις βιομηχανίες που αν και αποτελούν λαϊκή περιουσία λειτουργούν με καπιταλιστικά – ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, βγαίνουν στο σφυρί, ξεπουλιόνται, συρρικνώνονται, κλείνουν, παρόλο που για το λαό είναι παραγωγικά αναγκαίες, αφορά τις βιομηχανίες, τις παραγωγικές οικονομικές μονάδες που -μη θέλοντας να μειώσουν αλλά να αυξήσουν τα συσσωρευμένα τους κέρδη- συνεχίζουν να λειτουργούν με τον «όρο» των μισθών της πείνας, των εξαντλητικών ωραρίων, της κατάργησης των εργατικών δικαιωμάτων, του παραγωγικού προσανατολισμού που συμφέρει την καπιταλιστική ιδιοκτησία κι όχι την εργαζόμενη κοινωνία.

Δήμευση λοιπόν, και παραγωγική λειτουργία για την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκων! Πρόκειται για αντικειμενική αναγκαιότητα, που σε τίποτα δεν αλλάζει από το γεγονός, ότι η κυβέρνηση, λόγω της φύσης της σαν όργανο διαχείρισης των υποθέσεων του κεφαλαίου, είναι ανίκανη να την εκπληρώσει. Αντικειμενική αναγκαιότητα, που σε τίποτα δεν την επηρεάζει το γεγονός ότι το αστικό κράτος, σαν όργανο διασφάλισης της εξουσίας του κεφαλαίου πάνω στην εργατική τάξη και τα υπόλοιπα εργαζόμενα στρώματα, βρίσκεται «συνταγμένο» με την πλευρά της καπιταλιστικής ανάπτυξης και όχι της κοινωνικής. Αντικειμενική αναγκαιότητα που σε τίποτα δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι η ευρωενωσιακή συνθήκη του Μάαστριχτ αναγορεύει σε «υπέρτατο» νόμο την ελευθερία του κεφαλαίου, ή από το γεγονός ότι το εθνικό σύνταγμα «προστατεύει την ιδιοκτησία» δήθεν ανίκανο να διακρίνει ανάμεσα στο καλύβι και το σαραβαλάκι από τη μια και τα κοινωνικά μέσα παραγωγής, τα μέσα της κοινωνικής παραγωγής, τα μέσα παραγωγής της κοινωνίας από την άλλη…