«ευρώπη των πολλών ταχυτήτων»

Η ανάρτηση δεν αποσκοπεί ούτε κατά διάνοια να τοποθετηθεί πάνω στα διάφορα  εναλλακτικά σενάρια γύρω από το «ακανθώδες» για την ευρω-ολιγαρχία του πλούτου ζήτημα του «μέλλοντος της ΕΕ», που καταγράφονται σε ακόμα μια «λευκή βίβλο» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Απέναντι στο καθένα ξεχωριστά και σε όλα μαζί τα αντιλαϊκά σενάρια, μοναδικό «σενάριο» για το λαό είναι η αποδέσμευση από την ΕΕ δηλαδή η κατάργηση της ελευθερίας του κεφαλαίου, η ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων, που  η ΕΕ αποτελεί τον «διακρατικό» πολιτικό και οικονομικό μηχανισμό της ταξικής δικτατορίας τους.

Αντίθετα ο σκοπός της ανάρτησης είναι καθαρά αυτοβιογραφικός… Να, όλη αυτή η υψηλού επιπέδου φιλολογία για την «ΕΕ των πολλών διαφορετικών ταχυτήτων» ξυπνά μνήμες από εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα του 1978, στη «γιάφκα» (!) που συνεδρίαζε η μαθητική ΟΒΑ. Στο πολιτικό προσκήνιο ήταν εκείνο τον καιρό η επικείμενη πλήρης ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ των μονοπωλίων. Κι ο διαφωτιστής μας ανέλυε το ζήτημα της «φύσης» της με τα λόγια «ΕΟΚ των δυο ταχυτήτων»: Η ούτως ή άλλως νομοτελειακή ανισομετρία ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες και την οικονομική τους ανάπτυξη και η ΕΟΚ μια ιμπεριαλιστική ένωση που ανυψώνει τη γενική νομοτέλεια σε  πολιτικο-οικονομικό μηχανισμό πραγμάτωσής της. Κάτι τέτοιο.

Πέρασαν τα χρόνια κι οι δεκαετίες, ο «οδικός χάρτης» του ευρωμονόδρομου οδήγησε τη χώρα κατευθείαν και με φόρα στα κατσάβραχα της καπιταλιστικής κρίσης, του χρέους, των μνημονίων, των αξιολογήσεων, της αντεργατικής-αντιλαϊκής επέλασης, και πού ‘σαι ακόμα. Κι εκείνα τα «ανίερα», τα ασεβή απέναντι στην ευρωπαϊκή ιδέα του έθνους, που «μας έλεγαν οι καθοδηγητές μας στην ΚΝΕ», τα έχουν τώρα υπερθεματίσει οι υψηλότεροι εκπρόσωποι των «ευρωπαϊκών θεσμών» που πια δεν τους φτάνουν δυο ταχύτητες «στη ζούλα», αλλά θέλουν 3, 4, και 5 ταχύτητες θεσμοποιημένες νομικά και πολιτικά… Με τους διάφορους γουαναμπήδες να βάζουν λέει και «προϋποθέσεις» στην «Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων» και να διεκδικούν λέει και «πρωταγωνιστικό ρόλο» οι μούρες τους. Πώς λέγανε τότε «ΕΟΚ των λαών» και με τα κούφια τα λόγια μάς «ταπώνανε» για το δικό μας το ξύλινο «η ΕΟΚ των μονοπωλίων» οι απολογητές των αντιλαϊκών προτεραιοτήτων του κεφαλαίου, κάτι τέτοιο και τώρα σε νέα έκδοση. Χαααααχ (χασμουρητό).

Γλυκές αναμνήσεις… «Κομβικές» αναμνήσεις. Γύρω από ένα κομβικό ζήτημα, στο οποίο «συναντιούνται» όλες οι στρατηγικές, οι δικές τους και η δική μας, πραγματικός κρίκος, «χαλκάς της γης» (μπόνους τρακ το άσμα για χάρη του τίτλου του, παρά την στιχουργική παρέκκλιση από το νόημα του κειμένου).


hasta la victoria siempre – το μεταφραστικό ζήτημα

hasta-la-victoria

lahabana-hasta-la-victoria-siempre-venceremos

Τις δυο εβδομάδες που ακολούθησαν το θάνατο του Φιντέλ αυτή η ανάρτηση δέχτηκε περίπου 1.600 επισκέψεις.

Η ανάρτηση αυτή, του 2012, με τον τίτλο «siempre ή para siempre;;;», η οποία ας σημειωθεί ολοκληρώνεται με τα σχόλια που περιλαμβάνει, έχει σαν αντικείμενό της τη μετάφραση του συνθήματος του Τσε, και με ένα ορισμένο σκεπτικό «διαμαρτύρεται» για την ελληνική του απόδοση μερικές φορές ως «μέχρι τη νίκη για πάντα» αντί «μέχρι τη νίκη πάντα».

Αλλά απ’ ό,τι φαίνεται η μετάφραση του συνθήματος, το «μεταφραστικό ζήτημα», απασχολεί αρκετό κόσμο, αφού όλες οι επισκέψεις αυτής της περιόδου (26/11-11/12) προήλθαν από μηχανές αναζήτησης με ερωτήματα όπως «τι σημαίνει», «τι θα πει» κλπ.

Από το 2012 ως το 2017, τα πέντε χρόνια που μεσολαβούν είναι αρκετά για ν’ αλλάξει κανείς άποψη… Έτσι κι η άποψή μου που εκφράζεται σ’ εκείνη την ανάρτηση, που συγκέντρωσε επικαιρικά το ενδιαφέρον το Νοέμβρη και το Δεκέμβρη, δεν είναι σήμερα ακριβώς η ίδια.

Διατηρώ βέβαια τη γνώμη ότι ανάμεσα στις δυο εκδοχές, η πιο πιστή, και πιο «προσγειωμένη», είναι αυτή: «μέχρι τη νίκη πάντα», αλλά μάλλον κι αυτή δεν είναι η μοναδική δυνατή πιστή απόδοση του συνθήματος, με το οποίο τελείωνε το αποχαιρετιστήριο γράμμα του Τσε προς τον Φιντέλ (πρώτη φωτογραφία) και που με τον γραφικό χαρακτήρα του είναι αποτυπωμένο το σύνθημα στο μεγάλο μνημείο της Αβάνας (δεύτερη φωτογραφία).

Όπως φαίνεται και στα σχόλια της ανάρτησης του 2012,  hasta la victoria siempre σημαίνει, κατά λέξη: μέχρι τη νίκη πάντα, και hasta siempre – όπως είναι ο τίτλος του πασίγνωστου τραγουδιού του Carlos Puebla για τον Τσε – σημαίνει, όχι βέβαια «μέχρι πάντα», αλλά σε κανονικά ελληνικά: για πάντα.

Οπότε το ερώτημα είναι αν υπάρχει πιο ελληνική – εκφραστικά – απόδοση του συνθήματος hasta la victoria siempre, άλλη από το σύνθημα: Για τη νίκη πάντα.

Τι πιο απλό και τι πιο γενικό ταυτόχρονα; Τι πιο άμεσο σαν καθοδήγηση για την καθημερινή πράξη και τι πιο καθολικό από την άποψη της ιστορικής πράξης;

Και τι διαλύει πιο απόλυτα όλον τον «ακαδημαϊσμό» που πιθανά να ελλοχεύει και σ’ αυτήν εδώ την ενασχόληση με το «μεταφραστικό ζήτημα» μιας πρότασης που χαράχτηκε στο χαρτί και στην ιστορία συνιστώντας, με μια ορισμένη έννοια, άρνηση κάθε «ακαδημαϊσμού»;

Για τη νίκη πάντα, λοιπόν!


τα μπλουζ των ιμπεριαλιστικών πολέμων

*

*

Από παλιά ακούγοντας το τραγούδι των Λοΐζου – Νεγρεπόντη για τον Γέρο Νέγρο Τζιμ, «γιατί να καιν στο νότο τη σοδειά όταν πεινάν στον κόσμο τα παιδιά, ποιοί και γιατί σκοτώσανε τον Τζακ, τι θέλουν τα παιδιά μας στα Βιετνάμ», σκεφτόμουν ότι ο στίχος είναι ωραίος αλλά ότι περισσότερο προβάλλει τον πόθο των δημιουργών του ή εκφράζει κάτι που βρίσκεται απλώς στο βάθος των λαϊκών «μπλουζ» τραγουδιών των ΗΠΑ, σε τόσο βάθος ώστε να μη βγαίνει στην επιφάνεια.

Τώρα έτυχε και έπεσα πάνω σε μερικά μπλουζ «της Κορέας και του Βιετνάμ», αναρτημένα στο διαδίκτυο, κι έτσι οι στίχοι του «Τζιμ» εκτός από ωραίοι έγιναν και πιο αληθινοί (όπως βέβαια ήταν πάντα, μόνο που δεν το ήξερα), δηλαδή ακόμα πιο ωραίοι.

Στη συνέχεια μπορείς ν’ ακούσεις αυτά τα τραγούδια. Μην περιμένεις βέβαια κάτι διαφορετικό από ό,τι είναι τα μπλουζ, κάτι που να βρίσκεται έξω από ό,τι θα μπορούσε να αποτελεί προσωπικό βίωμα για το δημιουργό, για τ’ αδέλφια του και τους φίλους του, για τη γειτονιά του και για τις γειτονιές του κόσμου κατά προέκταση.

Προσωπικό μειονέκτημα ότι η γνώση μου των αγγλικών (και των γαλλικών) δεν μου επιτρέπει μια ηχητική κατανόηση και καταγραφή των στίχων. Οπότε αρκούμαι στους τίτλους, στις σκόρπιες λέξεις που πιάνω και στην αίσθηση την προερχόμενη από τη χροιά του ήχου  και τη μελωδία. Αν κάποιος είναι επαρκώς γλωσσομαθής κι έχει όρεξη μπορεί να δώσει τα φώτα του σχετικά με τους στίχους.

Πρώτο στη σειρά το τραγούδι του Sherman «Blues» Johnson, Χαμένος στην Κορέα (Lost in Korea). Ακούστε πίσω από τα λόγια και το πιάνο τη «μουσική» των πυροβολισμών και των βομβαρδισμών, αυτό που μερικά χρόνια αργότερα έκανε με την κιθάρα του ο Jimi Hendrix πάνω στον εθνικό ύμνο των ΗΠΑ.

*


*

Ακολουθεί το Μπλουζ της Κορέας, «Korea blues», του Fats Domino. Μια παρατήρηση εδώ για το «σπασμένο» εμβατήριο που συνοδεύει με την τρομπέτα το τραγούδι και τα σχετικά σχόλια στο διαδίκτυο, σε κάποιες αναρτήσεις του τραγουδιού, ότι «δεν είναι και ο καλύτερος ήχος του Φατς», ότι είναι «χάλια»,  ότι η τρομπέτα εμποδίζει την απόλαυση του τραγουδιού, ενώ στην πραγματικότητα αυτή η τρομπέτα είναι το μισό τραγούδι από μόνη της: είναι ό,τι και το μουσικό φόντο των κροταλισμάτων  στον Sherman «Blues» Johnson, ό,τι είναι στον Hendrix η παραμόρφωση στην κιθάρα.

*

*

Lloyd Price και «Mailman blues», «μπλουζ του ταχυδρόμου», ένα ρυθμικό κομμάτι που, αν κατάλαβα καλά από αναφορές στο διαδίκτυο, μιλά για το γράμμα που περιμένουν στο σπίτι από τον στρατιώτη στην Κορέα.

*

*

«Korea» από τους Shirley and Lee και αν και πάλι καταλαβαίνω καλά, πρόκειται περίπου για το γράμμα  που περιμένανε στο προηγούμενο τραγούδι. Όπως είναι φανερό η ανάρτηση έχει εκ μέρους μου και κάτι το υποθετικό σε ορισμένες περιπτώσεις!..

*

*

Θλίβερά νέα από την Κορέα, «Sad News From Korea», τραγουδάει και παίζει με την κιθάρα του ο  Lightnin’ Hopkins, στο κλασικό ύφος που καμιά μουσική μόδα, κι ακόμα και καμία πρόοδος στη μουσική, δεν μπορεί να το ξεπεράσει ή να το κάνει ξεπερασμένο.

*

*

Ακόμα ένα κλασικό «μπλουζ της Κορέας» (Korea Blues) από  τον J. B. Lenoir

*

*

Όπως διαβάζω σε κάποια σχόλια στο διαδίκτυο το τραγούδι του  J. B. Lenoir «I’m In Korea» (που δεν ξέρω αν είναι το ίδιο με το παραπάνω και με απλώς διαφορετικό τίτλο) είχε κυκλοφορήσει το 1953 μαζί με το «Eisenhower Blues» στην πίσω όψη του δίσκου, αλλά (αδιευκρίνιστο το ποιο από τα δυο) «ήταν τόσο αμφιλεγόμενο» ώστε αντικαταστάθηκε από άλλο τραγούδι με τον τίτλο «Tax Paying Blues». Το μπλουζ της πληρωμής των φόρων. [Προσθήκη της επόμενης μέρας: Το αίνιγμα τελικά λύθηκε. Το «αμφιλεγόμενο» ήταν το  «Eisenhower Blues», το οποίο και αντικαταστάθηκε από το  «Tax Paying Blues»  με σχεδόν ίδιους στίχους]. Ας κάνουμε λοιπόν μια θεματολογική παρένθεση και ας το ακούσουμε σαν επίκαιρο που είναι σ’ αυτή την περίοδο των χαρατσιών και της αντιλαϊκής φοροληστείας. Άλλωστε χωρίς αυτή την τελευταία δεν νοείται και ιμπεριαλιστικός πόλεμος.

*

*

1951, Robert Bland w/ Roscoe Gordon and his Orchestra: A Letter From A Trench In Korea, Γράμμα από ένα όρυγμα στην Κορέα.

*

*

Το τρίτο «μπλουζ της Κορέας» (Korea Blues) είναι γαλλόφωνη country από τους Horace Lebleau & the Bar-X Ramblers.

*

*

Και πάλι  από τον J. B. Lenoir, ένα «μπλουζ του Βιετνάμ» (Vietnam Blues) αυτή τη φορά.

*

*

Θα κλείσουμε με το μπλουζ του βετεράνου. Δεν είναι τραγούδι, είναι ομιλία. Για το ρατσισμό που χρησιμεύει σαν όπλο των ιμπεριαλιστικών πολέμων, όπλο πιο χρήσιμο από τα τανκς (που χρειάζονται οδηγό…) και τα βομβαρδιστικά (που χρειάζονται πιλότο…),  για την εργατική τάξη που σκοτώνει και σκοτώνεται για τον έλεγχο των παγκόσμιων αγορών από μια χούφτα πλουτοκράτες, για να γίνονται οι πλούσιοι πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι, για την «εχθρικό» λαό με τον οποίο έχουμε περισσότερα κοινά από ό,τι με τους δισεκατομμυριούχους της χώρας μας μόνο που κι αυτό ο ρατσισμός το συγκαλύπτει,  για τον πραγματικό εχθρό που δε βρίσκεται στις ξένες χώρες και λαούς αλλά στο σύστημα που διεξάγει κερδοφόρους πολέμους, στις επιχειρήσεις που μας απολύουν για την κερδοφορία τους, στους νοσηλευτικούς ομίλους που μας αρνούνται την περίθαλψη για την κερδοφορία τους, στις τράπεζες που μας παίρνουν τα σπίτια για την κερδοφορία τους, για την οργάνωση και τον αγώνα που μπορούν να φτιάξουν έναν καλύτερο κόσμο.

*


Εκπομπή της «Φωνής της Αλήθειας» με τραγούδια του αντιδικτατορικού αγώνα

Επετειακά καθυστερημένος εφέτος, δανείζομαι έστω την τελευταία στιγμή από τον 902gr, μέσω του οικοδόμου, το αφιέρωμα που ακολουθεί.

Στο ίδιο μπλογκ, εδώ, μπορείτε και αξίζει να δείτε ένα ακόμα αφιέρωμα που φιλοξενεί:  ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΄73: Έξι αφίσες, έξι ποιητές και πολλαπλάσιες μνήμες.

*

*

Τι μπορεί καλύτερα να μεταδώσει το κλίμα μιας εποχής εκτός από τη φωνή της; Πώς μπορεί να γεφυρωθεί το παρόν με το παρελθόν; Να συνδεθούν και να γίνουν αυτό που είναι; Μια αδιάσπαστη πορεία που δεν τελειώνει ποτέ; Αυτό το κλίμα, την αγωνιστική ανάταση που επικρατούσε στους κόλπους του λαού, αποτυπώνει το ντοκουμέντο που πρωτοδημοσιεύτηκε πέρσυ, από το πόρταλ «902.gr».

Πρόκειται για τα κείμενα μιας εκπομπής του ραδιοσταθμού του ΚΚΕ «Η Φωνή της Αλήθειας» που βγήκε στον «αέρα» των βραχέων στις 5 Σεπτέμβρη 1973. Αυτά τα κείμενα προλογίζουν έξι τραγούδια που μεταδόθηκαν τότε από το σταθμό. Έξι ξεχωριστά τραγούδια που γράφτηκαν και τραγουδήθηκαν από μέλη της ΚΝΕ μέσα στην πιο σκληρή και αδυσώπητη χρονική περίοδο της δικτατορίας. Όταν έβλεπε το λυκόφως της εξουσίας της.

Ηχογραφήθηκαν και στάλθηκαν όπως λέει ο ένας από τους δύο εκφωνητές «σε μια λιλιπούτεια ταινία μαγνητοφώνου, τυλιγμένη σε ένα χιλιοτσαλακωμένο χαρτί» Και οι κνίτες υπόσχονται να στείλουν και άλλες και με σεμνότητα που διακρίνει τους κομμουνιστές, ακόμα και στις πιο ηρωικές τους στιγμές, ζητούν τη γνώμη των ακροατών, την κρίση τους.

Τα τραγούδια συνόδεψαν και συνοδεύουν την πάλη του λαού. Το «Ήρωες», το «Εβίβα Λιμπερτά» και άλλα που συγκλονίζουν με την απλότητα που συνοδεύεται από την ομορφιά της απόφασης για αγώνα ασυμβίβαστο και ανυπότακτο, που παίρνεται μια για πάντα.

Αυτό το κείμενο με αυτά τα τραγούδια προσπαθήσαμε να διασκευάσουμε ηχογραφώντας το, με όλη την ευθύνη που περικλείει ένα τέτοιο εγχείρημα, γιατί πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να το παρουσιάσεις μικρότερο ή και μεγαλύτερο από αυτό που είναι. Το παρουσιάζουμε, ελπίζοντας ότι συμβάλαμε στη σκληρή προσπάθεια να κρατηθεί η μνήμη των αγώνων του χθες ζωντανή και να μιλήσει «σαν ζωντανή προς ζωντανούς» στους αγώνες του σήμερα.

Παρακάτω παρατίθενται τα κείμενα που εκφώνησαν οι παρουσιαστές στο σταθμό του ΚΚΕ και στο τέλος της σελίδας σε φωτογραφίες τα ντοκουμέντα από τα κείμενα της εκπομπής.

«5.9.73

Ταινία: Το μέρος των εγχόρδων που παίζει το μοτίβο «Εβίβα Λιμπερτά».

Εκφωνητής Α’:

ΕΒΙΒΑ ΛΙΜΠΕΡΤΑ

Εκφωνητής Β’:Ο ραδιοφωνικός σταθμός “Η Φωνή της Αλήθειας” σας παρουσιάζει ένα μουσικό πρόγραμμα με επαναστατικά τραγούδια που έγραψαν, που μελοποίησαν και τραγουδούν ανώνυμοι δημιουργοί: Οι νέοι αγωνιστές της Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδας (ΚΝΕ) που αντιμάχονται γεμάτοι φλόγα και αυταπάρνηση τη νεοφασιστική τυραννία.

Εκφωνητής Α’:Τούτες τις μέρες έφτασε στα χέρια μας μια λιλιπούτεια ταινία μαγνητοφώνου, τυλιγμένη σ’ ένα χιλιοτσαλακωμένο χαρτί. Το περιτύλιγμα της ταινίας ήταν μαζί και γράμμα. Σας το διαβάζουμε.

Εκφωνητής Β’:“Αγαπητή Φωνή της Αλήθειας. Στη μικρή αυτή ταινία που σου στέλνουμε, μαζί με τους θερμούς αδερφικούς, επαναστατικούς μας χαιρετισμούς, είναι ηχογραφημένα και 6 τραγούδια. Στίχοι, μουσική και εκτέλεση είναι όλα έργο δικό μας: Των νέων αγωνιστών – μελών της Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδας.

Σε παρακαλούμε να τα μεταδώσεις, να τ’ ακούσουν οι ακροατές σου. Κι’ ελπίζουμε να τους αρέσουν. Πολύτιμη βοήθεια θα ‘ταν για μας η κρίση τους, η γνώμη τους.

Όσο για μας, σου υποσχόμαστε να σου στείλουμε σύντομα κι άλλα τραγούδια.

Και πάνω απ’ όλα σ’ ευχαριστούμε

Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς

Μέλη της ΚΝΕ».

Εκφωνητής Α’:Βάλαμε την ταινία στο μαγνητόφωνο να παίζει. Κι αναρριγήσαμε από χαρά και συγκίνηση. Οι νέοι της ΚΝΕ μας πρόσφεραν αυτή τη μεγάλη συγκίνηση. Η ταινία τους ήταν ένα πολύτιμο, ένα ανεκτίμητο δώρο.

Γιατί, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η πιο ζωοδότρα, η πιο παρήγορη κι ελπιδοφόρα φωνή που έχει κρατήσει στη μνήμη της η ιστορία στο μακραίωνο, πολύβουο και πολυτάραχο κλωθογύρισμά της είναι αυτή η ίδια κραυγή που μας στέλνουν και σήμερα οι νέοι της ΚΝΕ: “Εβίβα Λιμπερτά”.

Ταινία: Το τραγούδι “Εβίβα Λιμπερτά”

Εκφωνητής Α’: (απαγγέλλει):

“Χωριάτισσα μάνα, εργάτη Λαέ,
αγρότη πατέρα, νεκρέ αδερφέ,
το αίμα ως το γόνα, στα χέρια φωτιά
εμπρός στον αγώνα, εμπρός στη Λευτεριά…».

Εκφωνητής Β’:Απ’ τα πανάρχαια χρόνια ο Παιάνας συντρόφευε την κάθε έφοδο των λαών για τη Λευτεριά. Δε γίνεται μάχη χωρίς τραγούδι.

Κι είναι δεκάδες λαοί που τα παλιά θούρια των επαναστατικών παραδόσεών τους τα ‘χουνε κάνει σήμερα επίσημους εθνικούς ύμνους. Τι είναι η “Μαρσεγιές” των Γάλλων; Τι είναι το “Εμπρός της Γης οι κολασμένοι” για τα εκατοντάδες εκατομμύρια των κομμουνιστών όλου του κόσμου;

“Εμπρός στον αγώνα, εμπρός στη Λευτεριά”, – τραγουδούν, λοιπόν, σήμερα και οι νέοι της ΚΝΕ.

Ταινία: “Χωριάτισσα μάνα, εργάτη Λαέ”.

Εκφωνητής Α’:Ατόφιο τον επαναστατικό δυναμισμό των συνειδητών νέων του καιρού μας κι ακόμα τη φλόγα της ανυποχώρητης αυταπάρνησης για την ελευθερία του λαού που πυρπολεί τα στήθια τους εκφράζει και το επόμενο από τα 6 τραγούδια που μας έστειλαν οι νέοι της ΚΝΕ. Ακούστε το, αγαπητοί ακροατές!

Ταινία: “Στην κορφή του κόσμου θ’ ανέβω ψηλά”

Εκφωνητής Β’:Με τον πικρό συμβολισμό της “Εβδομάδας των Παθών” παρουσιάζουν το δράμα του λαού κάτω από την μπότα της δικτατορίας οι νέοι της ΚΝΕ στο επόμενο τραγούδι τους. Απ’ τη Μεγάλη Δευτέρα, που ο λαός βρέθηκε κάτω απ’ τη ρομφαία της τυραννίας, ως τη Μεγάλη Παρασκευή όπου τον καρφώσαν και με το καρφί της προδοσίας, -να ο Γολγοθάς μας σαν λαού και σαν έθνους.

Μα στην ψυχή των νέων κομμουνιστών δεν υπάρχει θέση για απαισιοδοξίες και μοιρολόγια. Απ’ τη Μεγάλη Τρίτη κιόλας η Λευτεριά αρχίζει “στη γειτονιά να σκάει μύτη”, ώσπου να φτάσει το Σαββάτο του λαού το αναστάσιμο.

Αυτό είναι το πρωτότυπο τραγουδάκι που σκαρώσανε με τη θαυμαστή έμπνευσή τους οι νέοι της ΚΝΕ.

Ας το ακούσουμε, λοιπόν.

Ταινία: “Μεγάλη Δευτέρα” κλπ.

Εκφωνητής Α’:Οι νέοι αγωνιστές της ΚΝΕ είναι από τους πιο φυσικούς και γνήσιους κληρονόμους των ηρωικότερων και των ιερότερων μαζί αγωνιστικών παραδόσεων αυτού του λαού.

Είναι η φύτρα που έλκει απ’ ευθείας, «εξ αίματος” την καταγωγή από την αθάνατη, την ηρωική δρακογενιά που ‘γραψε με το αίμα της και τη θυσία της την ένδοξη εποποιία της Εθνικής Αντίστασης.

Είναι η γενιά που έχει όχι μόνο στο αίμα της, μα και στην ψυχή της εκείνους τους μυριάδες επώνυμους και ανώνυμους ήρωες και μάρτυρες, που νίκησαν ακόμη και τον ίδιο το χάρο, καθώς ανυψώθηκαν άπαρτα, πελώρια κάστρα, γίγαντες “στην κορφή της αρετής φτασμένοι”, όπως τους είπανε κι οι ποιητές.

Αυτές τις μορφές των ζωντανών και των νεκρών ηρώων όλων των εθνικοαπελευθετικών και των κοινωνικών αγώνων του λαού μας ανακαλούν απ’ τον καιρό με το ακόλουθο τραγούδι τους οι νέοι της ΚΝΕ.

Ταινία: “Ήρωες, άπαρτα βουνά…”

Εκφωνητής Β’:Οι νέοι της ΚΝΕ είναι παιδιά της εργατικής τάξης, γόνοι της αδικημένης αγροτιάς, γέννημα και θρέμμα των πιο αγνών, των πιο προοδευτικών, των πιο πατριωτικών δυνάμεων αυτού του τόπου. Είναι η γενιά που εξ απαλών ονύχων μεστώνει με την παραδοσιακή διδαχή ότι το πιο ακριβοαγόραστο αγαθό της ζωής είναι η Ελευθερία.

Ταινία: “Έι οικοδόμοι, έι εργατιά».

Εκφωνητής: Ακούσατε μια σειρά από επαναστατικά τραγούδια που έγραψαν και τραγούδησαν νέοι αγωνιστές – μέλη της ΚΝΕ».

27538122753813275381427538152753816

902


Το «τείχος», η «ειρηνική συνύπαρξη» και η «άμιλλα των δυο συστημάτων»

25 χρόνια συμπληρώθηκαν αυτές τις μέρες από την πτώση του τείχους που χώριζε στα δυο το Βερολίνο, την πτώση που «σηματοδότησε» και «σηματοδοτεί» την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην ανατολική Ευρώπη και την ΕΣΣΔ. Με αφορμή αυτή την επέτειο, που τους αρνητικούς της καρπούς γεύονται καθημερινά οι λαοί, είπα να γράψω κι εγώ την άποψή μου, ή την αποψάρα μου – ανάλογα με το πώς θα την εκτιμήσει ο καθένας- ή, έστω, απλώς κάποιες σκέψεις.

Εισαγωγικά παραθέτω τους συνδέσμους προς τη σχετική αρθογραφία του προχθεσινού κυριακάτικου Ριζοσπάστη:

65 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΓΛΔ – 25 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Η σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα «στοιχειώνει» τους εφιάλτες των αστών!

Πώς φτάσαμε στις δύο Γερμανίες;

Η ανέγερση του «προστατευτικού τείχους»

Για τα θύματα του τείχους

Τα παραπάνω άρθρα δίνουν μια περιγραφή των πραγματικών ιστορικών – πολιτικών όρων που μεταπολεμικά οδήγησαν στις δυο Γερμανίες, στα δυο Βερολίνα και στην εδαφική ύπαρξη του ενός από αυτά όχι εντός της δικής του αλλά εντός της άλλης Γερμανίας, και στην ανέγερση το 1961 του τείχους ως αμυντικού  μέτρου της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας απέναντι στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα που ακατάπαυστα εκδηλωνόταν με στρατιωτικοπολιτικά και οικονομικά μέσα, και ως αυτονόητη θεμελίωση διακριτών κρατικών συνόρων από την πλευρά της.

Με τα παραπάνω το ζήτημα εξαντλείται στις βασικές του γραμμές τουλάχιστον από την άποψη του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς νομιμότητας, από την άποψη μιας σειράς αναγκαίων όρων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης απέναντι στην ιμπεριαλιστική υπονόμευση και από την άποψη της αποκατάστασης της ιστορικής αλήθειας απέναντι στις διαστρεβλώσεις της τότε και της σύγχρονης ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας.

Έτσι όσα ακολουθούν σε αυτή την ανάρτηση προφανώς και δεν αφορούν τα παραπάνω που με την παρατιθέμενη αρθρογραφία εξαντλούνται στις βασικές τους γραμμές.

*

Στο σύνολό της η όποια άποψη εκφράζεται στις παρακάτω σειρές, έχει την αφετηρία της στην εκτίμηση του τείχους ως μιας λύσης απέναντι σε ένα πρόβλημα που παρουσιαζόταν με ένταση, αλλά ως μιας λύσης μη-βιώσιμης καθαυτής. Γιατί, φυσικά και η θεμελίωση διακριτών κρατικών συνόρων είναι αυτονήτη συνθήκη σε επίπεδο διεθνών – διακρατικών σχέσεων, για τη ζωή όμως του πληθυσμού μιας πόλης δεν είναι συνθήκη αυτονόητη και, με άλλα λόγια, δεν είναι συνθήκη αφομοιώσιμη η ύπαρξη ενός τείχους που σαν σύνορο χωρίζει την πόλη σε δυο διαφορετικά κράτη: Ουσιαστικά, βέβαια, από αυτό το τελευταίο (την κρατική διαίρεση της πόλης) προέρχεται και σε αυτό έγκειται εν προκειμένω το μη-αυτονόητο, όμως είναι το τείχος που του έδινε υλική μορφή.

Δε νομίζω ότι χρειάζεται επιχειρηματολογία για το μη-αφομοιώσιμο ενός «τείχους» στη ζωή μιας πόλης. Ούτε το θέμα περιορίζεται στις συγγενικές και φιλικές σχέσεις. Αρκεί κανείς να υποθέσει νοερά την περίπτωση μιας Αθήνας που λόγω της έκβασης του οποιουδήποτε κοσμοϊστορικού γεγονότος θα διαιρούνταν  στα δυο από ένα τείχος κατά μήκος πχ του άξονα Βουλιαγμένης – Βασιλίσσης Σοφίας – Κηφισίας. Ποιος θα μπορούσε να «αφομοιώσει» το γεγονός ότι κατοικώντας στους Αμπελόκηπους δεν θα μπορούσε πλέον να επισκεφτεί ξανά το Παγκράτι, παρά μόνο εκτός αν είχε εκεί συγγενείς αλλά και τότε με ειδικές διαδικασίες κλπ κλπ. Ποιος θα μπορούσε να αποδεχτεί σαν μόνιμη μια τέτοια τοπική συνθήκη στη ζωή της πόλης στο όνομα των ανώτερων γεωπολιτικών συνθηκών που την επιβάλλουν, στο όνομα της νομιμότητάς της από διεθνή άποψη κλπ.

Κι αν στο Βερολίνο του 1961 η ένταση βρισκόταν σε τόσο υψηλό σημείο ώστε μια κρίσιμη μάζα του λαού μπορούσε να αποδεχτεί το τείχος σαν άμεση λύση στα προβλήματα του παρόντος, πόσο θα μπορούσε χρονικά να διαρκέσει αυτή η αποδοχή, και ποιό θα μπορούσε να ειναι το ανώτατο χρονικό περιθώριο ως την αντικατάσταση της κρίσιμης μάζας αποδοχής από μια κρίσιμη μάζα αμφισβήτησης και αντίθεσης απέναντι στη συγκεκριμένη υλική συνθήκη. Κατά τη γνώμη μου, το χρονική αυτό περιθώριο δεν θα μπορούσε παρά με μαθηματική βεβαιότητα να είναι ελάχιστο. Πόσο μάλλον που με την ανέγερση του τείχους η ιμπεριαλιστική τακτική των προκλήσεων θα έδινε τη θέση της σε μια νέα τακτική προσαρμοσμένη όχι στην ανυπαρξία διακριτού συνόρου αλλά στην ύπαρξη του τείχους που στη ζωή του βερολινέζικου πληθυσμού εξ αντικειμένου θα ήταν για πάντα στοιχείο «παρά φύσει».

Από τη στιγμή λοιπόν που χτίστηκε το τείχος, το ερώτημα δεν ήταν αν κάποια μέρα θα έπεφτε. Το ερώτημα ήταν πότε και κάτω από ποιους όρους. Και εφόσον οι όροι αυτοί επέρχονταν (όπως και επήλθαν) κάτω από συσχετισμούς που θα «σηματοδοτούσαν» την αφετηρία της διαδικασίας ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος σε ανατολική Ευρώπη και ΕΣΣΔ, εφόσον -με άλλα λόγια ή από άλλη άποψη- οι όροι αυτοί καθιστούσαν (μεταφυσικά κατά τη γνώμη μου) το τείχος σε αγκωνάρι πάνω στο οποίο στηριζόταν η ύπαρξη ολόκληρου του σοσιαλιστικού συστήματος, τότε θα ήταν (και πράγματι ήταν) εξαιρετκά δυσανάλογη και εξαιρετικά ουτοπική η απαίτηση από τον λαό ή ευρύτερα τον πληθυσμό του Βερολίνου να σηκώσει σαν τιτάνας στους ώμους του ολόκληρο το σοσιαλιστικό στερέωμα αποδεχόμενος στωικά την ύπαρξη του τείχους εως τη στιγμή εκείνη όπου «νομοτελειακά» η «οικονομική άμιλλα» μεταξύ των δυο συστημάτων θα έγερνε την πλάστιγγα υπέρ του σοσιαλισμού.

*

Αντίθετα με μια άποψη που συχνά εκφράζεται, το πρόβλημα (το υποκειμενικό πρόβλημα) δεν εντοπίζεται ιστορικά στο σοσιαλιστικό κρατικό δόγμα της «ειρηνικής συνύπαρξης». Αυτό το δόγμα, στη γενικότητά του, αποτελούσε για το σοσιαλισμό αναγκαστικό μονόδρομο από τα πρώτα χρόνια ύπαρξης της ΕΣΣΔ, αμέσως μετά την ήττα της ιμπεριαλιστικής επέμβασης για το άμεσο πνίξιμο της επανάστασης. Και σαν δόγμα σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής κρατικής πολιτικής δεν μπορούσε παρά να έχει την έννοια της ειρηνικής συνύπαρξης ανάμεσα σε κράτη διαφορετικών συστημάτων έως τη στιγμή όπου η ανάπτυξη της ταξικής πάλης στις καπιταλιστικές χώρες (και κάτω από τις ευνοϊκές συνθήκες που συνιστούσε για αυτήν η ύπαρξη του σοσιαλιστικού στρατοπέδου) θα οδηγούσε και σε αυτές στην εγκαθίδρυση του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής.

Είναι αργότερα, που ενώ το «δόγμα» της κρατικής πολιτικής έμεινε ονομαστικά το ίδιο, το περιεχόμενό του είχε ριζικά μεταβληθεί και πλέον κεντρική θέση σε αυτό δεν είχε η ταξική πάλη αλλά η «οικονομική άμιλλα» των δυο συστημάτων, άσχετα αν ονομαζόταν «ταξική πάλη» και αυτή.

Όμως έτσι, αν με το ένα ουσιαστικό περιεχόμενο του «δόγματος» η ταξική πάλη εύρισκε στην «ειρηνική συνύπαρξη» ευνοϊκές συνθήκες ανάπτυξής της, με την άλλη ουσιαστική έννοια η «ειρηνική συνύπαρξη» έτεινε να αποτελεί μια «ευνοϊκή συνθήκη» την οποία η ταξική πάλη υπήρχε φόβος να βλάψει…

Ριζική μετατροπή στο περιεχομενο της «γενικής έννοιας» ομολογουμένως σιωπηρή από πολιτική άποψη. Δεν γνωρίζω αν είναι δυνατόν να βρεθεί πολιτικό ντοκουμέντο που να τη διατυπώνει ρητά. Όμως, αφενός, η πράξη αποτελεί το «δοκιμαστήριο» και  την τελική αποτύπωση ή αποκρυστάλλωση κάθε θεωρίας. Και, αφετέρου, πώς αλλιώς αν όχι με αυτόν τον τρόπο μπορεί να ερμηνευτεί η θεωρητική επεξεργασία ενός ανώτατου επιστημονικού φορέα της ΕΣΣΔ όπως το Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας, όταν στον 5ο τόμο της πεντάτομης «Πολιτικής Οικονομίας»  της Οικονομικής του Σχολής (έκδοση του Υπουργείου Παιδείας της ΕΣΣΔ, ελληνική έκδοση Gutenberg) το τελευταίο της κεφάλαιο έχει τον τίτλο «ΤΟ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΜΙΛΛΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ»;

Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να ερμηνευτεί μια άποψη σαν αυτή, προερχόμενη εν προκειμένω από την ίδια τη ΓΛΔ, για το «άλμα από τον ψυχρό πόλεμο στη συνύπαρξη του Ελσίνκι»  ως «επίτευγμα των επαναστατικών δυνάμεων» και για τη συνακόλουθη «αντικατάσταση των οδοφραγμάτων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων».

 Για να είμαι ξεκάθαρος και απέναντι σε ορισμένα «δευτερεύοντα» ζητήματα, τιμώ την μνήμη του πρόσφατα φευγάτου Μάνφρεντ Βέκβερτ, που το 1977 αποτέλεσε εκφραστή αυτής της -κάθε άλλο παρά προσωπικής υποθέτω- άποψης και επίσης δεν μπορώ να πω ότι με κάποιον τρόπο συμμερίζομαι την σημερινή πολιτική στάση του συμπατριώτη του Βολφ Μπίρμαν ούτε και ότι μπορώ να ταυτιστώ πλήρως με το σύνολο των αλλοτινών ποιητικών του θέσεων όπως τις γνωρίζουμε από τη μελοποίηση του Μικρούτσικου.

Παρ’ όλα αυτά δεν μπορώ να παραβλέψω, αλλά ούτε και να «τακτοποιήσω» λογικά – ακροβατικά, το γεγονός ότι η παραπάνω άποψη για «επαναστατικό επίτευγμα», «άλμα από τον ψυχρό πόλεμο στη συνύπαρξη», «αντικατάσταση των οδοφραγμάτων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων» διατυπώνεται σε μια έκδοση του 1977, ενώ ένα χρόνο πριν ο Μπίρμαν (που σε «οριστική» διάσταση από τα παραπάνω τραγουδούσε «από τα στόμια βγαίνει η δύναμη κι όχι από τα στόματα») βρέθηκε «εγκλωβισμένος» εκτός ΓΛΔ.   Πόσο μάλλον: Ο Βολφ Μπίρμαν τραγουδούσε επίσης για την «πόλη που στα δυό έχει σχιστεί» ενώ ο Μάνφρεντ Βέκβερτ σαν φορέας της -ε όσο να ‘ναι επισημότερης από του Μπίρμαν- άποψης για «αντικατάσταση των οδοφραγμάτων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων» φαινόταν σαν να μην βλέπει από πάνω του τη σκιά του μεγαλύτερου οδοφράγματος της ιστορίας, του οδοφράγματος των οδοφραγμάτων που έσχιζε στα δυο το Βερολίνο…

Σε ποια λοιπόν από τις δυο απόψεις, κρίνοντάς τες εντελώς αποπροσωποποιημένα (όπως σε τελική ανάλυση πρέπει να κρίνεται κάθε άποψη), βρίσκεται η ρεαλιστική προσέγγιση της πραγματικότητας και σε ποια η «αιρετικότητα»; Σε αυτή που κάτω από το «τείχος» μιλά για «αντικατάσταση των οδοφραγμάτων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων»  και στο τειχος δεν βλέπει κανένα «οδόφραγμα» ή σε αυτήν που υπενθυμίζει από πού «βγαίνει η δύναμη» και δεν ντρέπεται ρητά να στρέφει το βλέμμα προς το «τείχος» και το «σχίσιμο της πόλης στα δυό»;

Μια ερώτηση στην οποία ακόμα και η απάντηση του είδους «καμία από τις δυο απόψεις» απαιτεί πειστική αιτιολόγηση.

*

Όλα τα παραπάνω υποστηρίζουν μια άποψη (η οποία σίγουρα δεν στηρίζεται σε κανέναν «πραγματισμό»), ότι το αυτονόητο της ανέγερσης του τείχους εξαντλεί την ισχύ του στα όρια κατά τα οποία αποτελεί μια έγκυρη απάντηση στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα του «χθες» και στην ιμπεριαλιστική προπαγάνδα του «σήμερα». Ότι, δηλαδή, έξω από αυτά τα όρια και εντός του πεδίου που αφορά τους υποκειμένικούς όρους ύπαρξης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος μεταπολεμικά το ζήτημα τίθεται με διαφορετικούς όρους.

Εντός αυτού του πεδίου τα ερωτήματα που γεννιόνται όχι για την ανέγερση του τείχους, αλλά για το «γιατί καθυστέρησε από την πλευρά των Σοβιετικών και των Ανατολικογερμανών να θεμελιώσουν για τη ΓΛΔ το αυτονόητο, το δικαίωμα ύπαρξής της», τίθενται με διαφορετικό τρόπο.

Με τρόπο ο οποίος διατηρεί στο προσκήνιο των ιδεολογικών προβληματισμών (τουλάχιστον των δικών μου βέβαια) σαν πιθανή απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα για την «αργοπορια» αλλά και για την τελική απόφαση, την απάντηση που σχετίζεται τόσο με το πρωταρχικά (στο επίπεδο των «φυσικών νόμων της ζωής» ή ακριβέστερα στο επίπεδο των νόμων που διέπουν την κοινωνική ζωή μιας πόλης) μη αφομοιώσιμο αυτού του «θεμέλιου», όσο και (σε συνάρτηση με αυτό) με τους όρους τακτικής που επιβάλλει το ένα ή το άλλο ουσιαστικό περιεχόμενο του (στη γενικότητά του αναγκαίου) κρατικού δόγματος της «ειρηνικής συνύπαρξης».

Υποστηρίζουν, τα παραπάνω, την άποψη (ή τουλάχιστον υποστηρίζουν ότι το ιστορικό ερώτημα δεν είναι «λυμμένο»), ότι η ύπαρξη του «τείχους», όλο το «προτσές» από την ανέγερσή του ως την πτώση του, καθορίστηκε από τη στροφή και την εμπέδωση της «ειρηνικής συνύπαρξης» όχι ως δόγματος βασισμένου στην ταξική πάλη αλλά βασισμένου στο ιδεολόγημα της «οικονομικής άμιλλας» και της «αναπόφευκτης» έκβασής της. Διαφορετικά το «τείχος» είτε δεν θα είχε ανεγερθεί και θα είχαν επιλεγεί διαφορετικές (όχι ανώδυνες βέβαια, αλλά ούτε και το «τείχος» ήταν «ανώδυνο», ενώ το ποσοτικό μέγεθος του «πραγματισμού» είναι κάποτε αντιστρόφως ανάλογο προς το μέγεθος του ρεαλισμού: όσο λιγότερο από τον πρώτο τόσο περισσότερο από τον δεύτερο) μορφές αντιμετώπισης των προβλημάτων που προκαλούσε η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, είτε η πτώση του δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να «σημάνει» (ερήμην ακόμα και της πλειοψηφίας του πλήθους που πανηγύριζε) την αλυσιδωτή  διαδικασία ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος ελλείψει, πλέον, «θεμελίου»…

«Αποψάρα» σίγουρα: τόσο ως προς την ταπεινότητα του εκφραστή της όσο και ως προς (και πόσο μάλλον σε σύγκριση προς) το ιστορικό μέγεθος του αντικειμένου της.  Από μόνα τους αυτά, όμως, δεν είναι αρκετά και για να την αναιρούν.

*

ΥΓ1 Την πτώση του «τείχους» στο Βερολίνο την ακολούθησε η ανέγερση πολλαπλών εθνικών και ταξικών, ακόμα και ρατσιστικών, τοίχων και συρματοπλεγμάτων στην Ευρώπη και τον Κόσμο. Έτσι όπως είχαν τα πράγματα: δίνεις ένα – παίρνεις δέκα από αυτά…

ΥΓ2 Σαν κατακλείδα: Προς όσους ως αριστεροί, δημοκράτες, εναλλακτικοί κ.ο.κ. πανηγύρισαν και εξακολουθούν να πανηγυρίζουν για την «πτώση του τείχους» και τη νίκη της δήθεν δημοκρατίας τους, μια υπενθύμιση της προτροπής που διατυπώθηκε καλλιτεχνικά έναν χρόνο πριν από από όλα αυτά. Προτροπή που, νομίζω, είναι ικανή να αναδείξει την τουλάχιστον αφέλεια αυτών των πανηγυρισμών:

Παιδιά, το Μανχάταν πρώτα, κι ύστερα το Βερολίνο…


Τριλογία του Δόκτωρος Νο. 2] Της επανάστασης

(Δρ Νο 1)

*

Υπάρχουν αμέτρητοι «λόγοι» για το συμπέρασμα του «ανέφικτου» της σοσιαλιστικής επανάστασης:

– Ο κόσμος είναι χορτάτος, γιατί να κάνει επανάσταση;

– Ή η αντίθετη παραλλαγή: Ο κόσμος πεινάει, μην περιμένεις επανάσταση από εξαθλιωμένους.

– Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός έχει πια δημιουργήσει την εργατική αριστοκρατία.

– Οι στρατοί είναι πια επαγγελματικοί. (Εδώ θα μπορούσε να προστεθεί και ο συνολικός υλικός και νομικός όγκος του σύγχρονου κατασταλτικού οπλοστάσιου).

– Οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις επιλύονται οργανικά, δεν οξύνονται ως τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, κι έτσι δεν βρίσκει πεδίο εφαρμογής η «θεωρία του αδύναμου κρίκου».

– Η ιστορία «αποδείχνει» ότι οι επαναστάσεις δε γίνονται στον αναπτυγμένο καπιταλισμό. Από την άλλη, ο ιμπεριαλισμός αναπτύσσει παντού τον καπιταλισμό, οπότε μην περιμένεις ούτε  «αντιαποικιακές»  επαναστάσεις.

Στους παραπάνω «λόγους» θα μπορούσαν να προστεθούν άλλοι τόσοι. Άλλωστε οι «λόγοι» του ανέφικτου της επανάστασης μπορούν να είναι μυριάδες, ενώ λόγος για την πραγματοποίησή της μόνο ένας…

Το θέμα όμως είναι ότι όλοι αυτοί οι «λόγοι του ανέφικτου» ανάγονται στο ίδιο πρόβλημα: «Ο πόλεμος μερικούς τους εξουθενώνει και τους τσακίζει και άλλους τους ατσαλώνει και τους φωτίζει – όπως και κάθε κρίση στη ζωή των ανθρώπων ή στην ιστορία των λαών» (Λένιν, Απάντηση στον Κιέβσκι).

Οι δυσκολίες, λοιπόν, μπορεί να αναδεικνύουν – μπορεί και να συσκοτίζουν εντελώς τις αντικειμενικές δυνατότητες. Η αναντιστοιχία ανάμεσα στον υποκειμενικό παράγοντα και την αντικειμενική αναγκαιότητα μπορεί και να εμφανίζεται σαν σύγχρονος ιστορικός «νόμος». Τα φαινόμενα με τα οποία εκδηλώνεται η ουσία των πραγματικών σχέσεων μπορεί και να αναγορεύονται σε ουσία των φαινομένων. Η ιστορική εμπειρία μπορεί και να αναγορεύεται σε θεωρία της ιστορίας και οι προκλήσεις της ιστορίας, αντί να αποτελούν προκλήσεις στη θεωρία, μπορεί και να αποτελούν και «αποκαλύψεις» του τέλους της.

Η  «εξουθένωση», λοιπόν, περιγράφεται παραπάνω σαν μερική συνέπεια «κάθε κρίσης στη ζωή των ανθρώπων και στην ιστορία των λαών», και τι πιο φυσικό από το ότι η συνέπεια αυτή, εν ώρα κρίσεως, εμφανίζεται και σε ένα ζήτημα που βρίσκεται στο θεωρητικό και πρακτικό επίκεντρο κάθε κρίσης, στο ζήτημα της επανάστασης.  Και τώρα που η κρίση είναι παρούσα αλλά η επανάσταση «δεν γίνεται», τι πιο αναμενόμενο, κατά κάποιο τρόπο, από την θεωρητική «αντικειμενοποίηση» του γεγονότος ότι «δεν γίνεται», η οποία υποκαθιστά την ανάγκη της θεωρητικής και πρακτικής δουλειάς για «να γίνει». (Η οποία δουλειά, σημειωτέον, ενώ διαθέτει όλο το πολύτιμο απόθεμα της κλασικής θεωρητικής και πρακτικής επαναστατικής παράδοσης, δεν μπορεί παρά να είναι δουλειά «πρωτότυπη», όπως «πρωτότυπη» υπήρξε στον καιρό της κάθε παράδοση για να αποτελέσει ακριβώς παράδοση και να γίνει κλασική. Καθώς όμως και αυτή η σημείωση δε λύνει από μόνη της το πρόβλημα, γύρω από τη σχέση παράδοσης και πρωτοτυπίας, ή «νεωτερικότητας» για όποιον προτιμά αυτή την ορολογία, μπορεί κανείς να πάρει μια πρώτη γενική ιδέα εδώ.) Και για να κλείνουμε με το ζήτημα της «εξουθένωσης»: τι πιο αναμενόμενο, επίσης, να εμφανίζονται τα συμπτώματά της τόσο πιο πολύ, εκεί όπου τόσο περισσότερο επικρατεί η συνήθεια «να κλίνεται η επανάσταση σε όλες τις πτώσεις», εκεί όπου τόσο περισσότερο αυτή η συνήθεια υποκαθιστά την προσπάθεια επαναστατικής ανάδειξης και αξιοποίησης (δηλαδή ανάδειξης και αξιοποίησης για τον σκοπό της επανάστασης) των υπαρκτών, πραγματικών όρων που την καθιστούν αναγκαία και δυνατή: προσπάθειας, που σε τελικότατη ανάλυση, δεν έχει καν την λεκτική ανάγκη της «επανάστασης» για να αναδείξει τους πραγματικούς όρους και προϋποθέσεις της, να συμβάλει στην εκπλήρωσή τους και να υλοποιήσει τελικά το πραγματικό της περιεχόμενο.

*

Κι αφού λοιπόν, να, η επανάσταση «δε γίνεται», κι αφού πρέπει αυτή η πραγματικότητα να «αντικειμενοποιηθεί» ιστορικά και θεωρητικά ώστε να μη μένει τετραγωνάκι άλυτο στο σταυρόλεξο των νοητικών κατασκευών, τότε γιατί να μην οδηγούν όλοι οι δρόμοι στο «ανέφικτό» της;

Γιατί να μην «αποδεικνύεται» αυτό το «ανέφικτο» στο καφενείο, πότε με το ότι ο κόσμος «είναι χορτάτος» και πότε με το ότι ο κόσμος εξαθλιώνεται; Γιατί η «υλική αιτία» του να μην εντοπίζεται στην «εργατική αριστοκρατία» των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών, αλλά –γιατί όχι;- και στο σάπισμα των ίδιων κρατών και την αντίστροφη όψη του: την δημιουργία μιας μεγάλης στερημένης έως και εξαθλιωμένης εργατικής – προλεταριακής μάζας; Η «οργανική επίλυση» των ενδο-ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων, αν αποτελεί μια ιστορικά πρόσκαιρη πραγματικότητα, μπορεί να «δικαιολογήσει» το «ανέφικτο της επανάστασης», αρκεί ως «καθαυτό» ιμπεριαλισμός να νοηθεί  αποκλειστικά η «δύση» και ως «καθαυτό» ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις εκείνες που αναπτύσσονται και «επιλύονται οργανικά» μεταξύ των «δυτικών» κρατών.   Αν τυχόν πάλι η ίδια αυτή «οργανική επίλυση» αποτελεί οριστικό αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, τότε το ανέφικτο αποδεικνύεται δυο φορές μια που τότε «δεν χωρά» στην πραγματικότητα η «θεωρία του αδύναμου κρίκου», όπως βέβαια την κατανοούμε. Αν, πάλι, οι στρατοί είναι πλέον επαγγελματικοί (και προερχόμενοι βέβαια χωρίς αμφιβολία αυτοί οι «επαγγελματίες» από τα προλεταριακά στρώματα), τότε πώς να συγκριθεί η ανυπέρβλητη «δυσκολία» της επαναστατικής παρέμβασης σε αυτούς τους επαγγελματίες με την, προφανώς «αποδεδειγμένη» από την Ιστορία, «ευκολία» της παρέμβασης στους στρατούς της γενικής υποχρεωτικής θητείας, και τι νόημα έχει μπροστά σε αυτή την ανυπέρβλητη δυσκολία η παρέμβαση στα προλεταριακά  στρώματα από τα οποία προέρχονται οι «επαγγελματίες» των ιμπεριαλιστικών στρατών;  Αν, παρακάτω, μας «εξυπηρετεί» θεωρητικά και «επιβεβαιώνεται» εμπειρικά ότι επαναστάσεις γίνονται στις χώρες που δεν είναι «και τόσο» αναπτυγμένος ο καπιταλισμός τους κι όχι στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, τότε γιατί να μην αντικαταστήσουμε τη θεωρία με τον εμπειρισμό, γιατί να μη θυμηθούμε τη Ρωσία του 1917 και γιατί να μην ξεχάσουμε τη Γερμανία του 1919, σε κάθε περίπτωση γιατί να μη θυμηθούμε όλες τις επαναστάσεις που νίκησαν και να μην ξεχάσουμε τις επαναστάσεις που ηττήθηκαν σαν αυτές να μην «έγιναν»; Και γιατί να μην ξεχάσουμε και το μέγεθος της καταστολής που δέχτηκε η πρωτοπορία της εργατικής τάξης στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, είτε τη δεκαετία του ’30 είτε του ’50, αν αυτό το μέγεθος από μόνο του αποκαλύπτει πόσο περισσότερο από εμάς τους ίδιους ο αντίπαλος διαισθάνεται το εφικτό της επανάστασης και παίρνει τα μέτρα του για να το αποσωβήσει.   Κι αν είναι επίσης θεωρητικά «εξυπηρετικό» το εξίσου «επιβεβαιωμένο» ότι η σοσιαλιστική επανάσταση συνδέεται σε σχέση «εκ των ουκ άνευ» με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, τότε όσες επαναστάσεις δεν «επιβεβαιώνουν» αυτή τη σχέση ήταν απλώς «αντιαποικιακές» (πράγμα «αδιανόητο» σήμερα…), τέτοια ήταν και η «αστική που γρήγορα μετατράπηκε σε σοσιαλιστική» κουβανική επανάσταση, ενώ και η μοναδική απόπειρα εντός τυπικών αστικοδημοκρατικών συνθηκών και εντός ενός καπιταλισμού σε «ενδιάμεσο» επίπεδο ανάπτυξης, δηλαδή η απόπειρα της Χιλής του ’70, μπορεί να αγνοηθεί: αυτή δεν ήταν καν «σοσιαλιστική» και δεν ήταν καν «επανάσταση», επομένως κανένα θετικό δίδαγμα δε μπορεί να βγει από αυτήν…

*

Ίσως είναι αλήθεια ότι η ορολογία περί «αριστερού οπορτουνισμού» επινοήθηκε από τον «δεξιό», από τον «καθαυτό» οπορτουνισμό, από τα υποπροϊόντα του ιδεολογικού και πολιτικού εκφυλισμού της σοσιαλδημοκρατίας, για να μπορούν ευκολότερα να πετάνε και το μωρό μαζί με τα όποια «αριστερά» ιοδεολογικά απόνερα…

Αλλά εξίσου αληθινή «αποδεικνύεται» και η ύπαρξη ενός πραγματικού υπόβαθρου για αυτή τη «σοφιστεία». Χωρίς κανένας να δικαιούται εξαίρεσης από αυτόν τον κίνδυνο, «η διαλεκτική χρησίμευε πολλές φορές ως γέφυρα προς τη σοφιστική» (Λένιν, Για τη μπροσούρα του Γιούνιους), αλλά είναι η διαλεκτική και όχι η σοφιστική που υποδείχνει την κοινότητα των συμπερασμάτων (τουλάχιστον), στα οποία οδηγεί τόσο ο έστω και μη οπορτουνιστικός «αριστερισμός» όσο και ο πραγματικός, ο συστηματοποιημένος (ενσυνείδητα ή όχι) οπορτουνισμός:  Στην περίπτωσή μας σε πιο άλλο συμπέρασμα οδηγεί όλη η επιχειρηματολογία που εξετάζουμε, αν όχι στο πιο επίκαιρο «συμπέρασμα» του τυπικού οπορτουνισμού: Αφού λοιπόν η επανάσταση για χίλιους «αριστερούς» λόγους είναι «ανέφικτη», τότε ποια εναλλακτική απομένει; Μα φυσικά η αστική διαχείριση. Και πότε θα ασχοληθούμε, όχι με την «επανάσταση», αλλά με τη θεωρητική και πρακτική ανάδειξη των πραγματικών όρων που καθιστούν όχι «την ίδια» αλλά το ουσιαστικό της περιεχόμενο αναγκαίο και δυνατό; Ίσως αργότερα, όταν θα είναι «εφικτή». Για την ώρα αρκεί να ανατέμνουμε θεωρητικά «την ίδια»…

*

Με το τραγούδι της Tracy Chapman τα πράγματα είναι «πιο απλά»: Σαν καλλιτέχνης η Tracy Chapman είναι φωνή της ανθρωπότητας, και σαν τέτοια δεν βάζει απέναντί της παρά ένα καθήκον τέτοιο όπως τα καθήκοντα που βάζει απέναντί της η ανθρωπότητα: καθήκον ικανό, στον συγκεκριμένο ιστορικό τόπο και χρόνο,  να πραγματοποιηθεί.

 

(Δρ Νο 3)

 


Ψωμί Παιδεία Ελευθερία ή «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα»;

Στην Ελλάδα των 1,5 εκατομμυρίων ανέργων, με τον αριθμό αυτό να τείνει στη μονιμότητα, με επίδομα ανεργίας να δικαιούται μόνο ο ένας στους δέκα ανέργους, είναι φανερό ότι το λεγόμενο «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα»  αφορά μια μεγάλη μάζα του λαϊκού-εργατικού πληθυσμού.

Φυσικά το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην οικονομική ενίσχυση όσων στερούνται τα στοιχείωδη για την επιβίωση, το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι μέσα από το «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» θα γίνει καθεστώς η στέρηση, για τους πολλούς η κοινωνία θα μετατραπεί σε φτωχοκομείο,  θα καταδικαστεί η λαϊκή μάζα να φυτοζωεί και να μαραζώνει περιθωριοποιημένη, σε ένα αργό σάπισμα που είναι ταυτόσημο με το σάπισμα του ίδιου του καπιταλισμού.

«Ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» αντί δουλειά για όλους, αντί μισθό αντίστοιχο των σύγχρονων αναγκών της ζωής, αντί για επίδομα ανεργίας σε όλους μέχρι να βρουν δουλειά, αντί για το δικαίωμα στην παιδεία, στην υγεία, στην κατοικία, στην κοινωνική ασφάλιση, στη σύνταξη, στον πολιτισμό, στον ελεύθερο χρόνο.

Είναι πολλά και διαχρονικά τα συνθήματα του λαϊκού κινήματος, απέναντι στα οποία βρίσκεται αντιμέτωπος ο μηχανισμός του «ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος»:

Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία

Λε-λε-λευτεριά – Μόρφωση – Ψωμί – Δουλειά

Δουλειά για όλους – Μόρφωση – Υγεία – Την κρίση να πληρώσει η πλουτοκρατία

Δεν έχει, βέβαια, τίποτα το κοινό με αυτά η θεσμοθέτηση της εγγυημένης εξαθλίωσης, της «ζωής» με 200 ευρώ για τους μόνους, με 300 ευρώ για τα ζευγάρια, με 400 ευρώ για μια τετραμελή οικογένεια, χωρίς άλλα δικαιώματα και κοινωνικές παροχές, με ματαιωμένη κάθε προοπτική για το μέλλον. «Ζωή» που ισοδυναμεί με έναν μόνιμο αποκλεισμό από κάθε εκδήλωση της ζωής, «ζωή» σαν ευφημισμός του αργού καθημερινού θανάτου, της καθημερινής υλικής και ηθικής φθοράς, του κοινωνικού εκφυλισμού.

Τι τύχη για τους δικαιούχους του «ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος»! Προστατεύονται κουτσά-στραβά από τον θάνατο λόγω ασιτίας για να έχουν τη δυνατότητα να βιώνουν καθημερινά τον κοινωνικό θάνατό τους, να βιώνουν καθημερινά τον ανθρώπινο χρόνο τους σαν αντίστροφη μέτρηση, να διαπιστώνουν καθημερινά πόσο αυξάνεται το μέγεθος της στέρησης και της απώλειας σε σύγκριση με τη χθεσινή μέρα, να μένουν σπίτι γιατί η μετακίνηση κοστίζει αλλά σύντομα να μην έχουν και σπίτι για να μείνουν, αφού όμως πρώτα έχουν μείνει για καιρό χωρίς ρεύμα και στο τέλος και χωρίς νερό. Να βγαίνουν έξω αποκλεισμένοι από οτιδήποτε προϋποθέτει εμπορευματική κατανάλωση δηλαδή αποκλεισμένοι από τα πάντα. Να μετράνε τις ώρες και τις στιγμές που δεν τρώνε – δεν πίνουν – δεν καπνίζουν σαν ώρες κερδισμένες από τον εξαναγκασμό της κατανάλωσης που γι’ αυτούς το μόνο της νόημα είναι ότι τους φέρνει πιο κοντά στο οικονομικό δηλαδή στο κοινωνικό και βιολογικό μηδέν. Να ξέρουν ότι αν πάρουν ψωμί δε θα μπορούν να πάρουν ένα ζευγάρι παπούτσια για τα παιδιά τους, κι αν τους πάρουν ένα ζευγάρι παπούτσια δε θα τους πάρουν ψωμί. Να μην παντρεύονται, για αυτό το λόγο, και να μην κάνουν παιδιά. Ή να κάνουν παιδιά για το πενηντάρικο που θα τους προστεθεί στο μηνιαίο «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα».

Δεν είναι πως είναι λίγα τα λεφτά του «ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος». Είναι πως δε θέλουμε «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα». Θέλουμε δουλειά με μισθό και δικαιώματα, θέλουμε επίδομα ανεργίας όσο δεν έχουμε δουλειά, θέλουμε κοινωνική ασφάλιση, υγεία παιδεία μόρφωση κατοικία ψυχαγωγία διασκέδαση, θέλουμε τη ζωή σαν ηδονή κι όχι σαν πένθος, σαν έπαθλο κι όχι σαν καταδίκη, σαν δημιουργία κι όχι σαν ελεημοσύνη.  Θέλουμε λευτεριά, μόρφωση, δουλειά για όλους, υγεία, κατοικία, ψωμί, παιδεία, ελευθερία.

Θέλουμε και θα πάρουμε όλα αυτά που τη στέρησή τους εγγυάται η καπιταλιστική κοινωνία, που σαπίζει, αθήνα – αθήνα σαπίζω μαζί σου σαπίζεις μαζί μου κι εσύ.