Το τραγούδι του ενιαίου μετώπου

Είναι τόσο γνωστό που θα «περίττευε» να το θυμήσω. Ήθελα όμως να το παρουσιάσω με μια κατά λέξη μετάφρασή του έστω και σε βάρος του μέτρου και της ρίμας, γι’ αυτό και αυτή η ανάρτηση:

Das Einheitsfrontlied

Und weil der Mensch ein Mensch ist,

Drum braucht er was zum Essen, bitte sehr!

Es macht ihn ein Geschwätz nicht satt,

Das schafft kein Essen her.

 

 |: Drum links, zwei, drei! :|

 Wo dein Platz, Genosse ist!

 Reih dich ein, in die Arbeitereinheitsfront,

 Weil du auch ein Arbeiter bist.

 

 Und weil der Mensch ein Mensch ist,

 Drum braucht er auch Kleider und Schuh!

 Es macht ihn ein Geschwätz nicht warm

 Und auch kein Trommeln dazu!

 Drum links, . . . .

 

 Und weil der Mensch ein Mensch ist,

 Drum hat er Stiefel im Gesicht nicht gern!

 Er will unter sich keinen Sklaven sehn

 Und über sich keinen Herrn

 Drum links . . . .

 

 Und weil der Prolet ein Prolet ist,

 Drum wird ihn kein anderer befrein.

 Es kann die Befreiung der Arbeiter

 Nur das Werk der Arbeiter sein.

 Drum links, . . . .

*

Το τραγούδι του ενιαίου μετώπου

Κι επειδή ο άνθρωπος είναι άνθρωπος

Γι’ αυτό χρειάζεται κάτι για τροφή, με συγχωρείτε πολύ!

Η φλυαρία δεν τον κάνει χορτάτο.

Δεν παράγει τροφή.

 

Γι’ αυτό αριστερά, εμπρός μαρς!

Εκεί όπου είναι η θέση σου, σύντροφε!

Στις γραμμές του ενιαίου μετώπου των εργατών,

Γιατί εργάτης είσαι κι εσύ.

 

Κι επειδή ο άνθρωπος είναι άνθρωπος,

Γι’ αυτό χρειάζεται επίσης ρούχα και παπούτσια!

Η φλυαρία δεν τον κρατά ζεστό

Ούτε κι οι τυμπανοκρουσίες!

Γι’ αυτό…

 

Κι επειδή ο άνθρωπος είναι άνθρωπος,

Δεν του αρέσει μια μπότα στο πρόσωπο!

Δεν θέλει να βλέπει σκλάβους κάτω απ’ αυτόν

Ούτε αφεντικά από πάνω του.

Γι’ αυτό…

 

Κι επειδή ο προλετάριος είναι προλετάριος

Γι’ αυτό δεν θα τον ελευθερώσει κανείς άλλος

Η απελευθέρωση των εργατών

Μπορεί να είναι μόνο το δικό τους έργο.

Γι’ αυτό αριστερά, εμπρός μαρς!

Εκεί όπου είναι η θέση σου, σύντροφε!

Στις γραμμές του ενιαίου μετώπου των εργατών,

Γιατί εργάτης είσαι κι εσύ.


Advertisements

δίκηο από την πλευρά τους

 

Οι αντίπαλοί μας είναι οι αντίπαλοι της ανθρωπότητας. Δεν έχουν «δίκιο» από την άποψή τους: η ίδια η άποψή τους αποτελεί το άδικο.

Ίσως η κοινωνική τους θέση τους αναγκάζει να είναι όπως είναι, αλλά είναι ανάγκη να πάψουν να έχουν κοινωνική θέση.  Είναι κατανοητό, ότι υπερασπίζονται τον εαυτό τους, αλλά έτσι υπερασπίζονται τη ληστρική αρπαγή και τα προνόμια. Το να τους κατανοήσουμε δε σημαίνει, ότι πρέπει να τους συγχωρήσουμε. Όποιος φέρεται στον άνθρωπο σαν λύκος, δεν είναι άνθρωπος, αλλά λύκος.

Μπέρτολτ Μπρεχτ, από τη συλλογή Για την τέχνη και την πολιτική, Σύγχρονη Εποχή, σελ. 40


αποφάσεις του καιρού των αποφάσεων

 

«Μέσα σ’ αυτούς τους καιρούς των αποφάσεων, και η τέχνη είναι υποχρεωμένη να αποφασίσει» Μπέρτολτ Μπρεχτ

Το 1985 εκδόθηκε από την «Σύγχρονη Εποχή» το παραπάνω αξιολογότατο βιβλίο – συλλογή κειμένων του Μπρεχτ που αφορούν το θέμα του τίτλου του. Η έκδοση αποτελεί μετάφραση από την πρωτότυπη γερμανική (DDR) του 1977. Από την ιδια πρωτότυπη γερμανική έκδοση προέρχεται και ο πρόλογος του Μάνφρεντ Βέκβερτ, με τίτλο «Εκείνος έκανε προτάσεις, Σκέψεις 20 χρόνια μετά το θάνατο του Μπρεχτ». Σε αυτόν τον πρόλογο (σελ. 9) ανήκει και το απόσπασμα που ακολουθεί:

«…Τίποτα πιο εύκολο δεν υπάρχει, από το να γίνει το θέατρο περιθωριακό ιστορικό φαινόμενο, όταν δεν συμβαδίζει με την ιστορία (…) Και ιδιαίτερα στην εποχή της «επιταχυμένης ιστορίας», όπως κάποτε ονόμασε ο Βένζαμιν την επαναστατική εποχή, δηλαδή, όταν η επαναστατική τάξη και οι σύμμαχοί της προκαλούν γεγονότα τέτοια, που για όποιον αγνοεί τη διαλεκτική είναι «αναπάντεχα», κατά τη γνώμη του «αδικαιολόγητα».

     Εγώ θα θεωρούσα «επιταχυμένη ιστορία» στην εποχή μας το πρόσφατο επίτευγμα των επαναστατικών δυνάμεων, δηλαδή το άλμα από τον ψυχρό πόλεμο στη συνύπαρξη του Ελσίνκι. Πραγματικά, τις τελευταίες μέρες των συζητήσεών μας (τον καιρό που ετοιμάζαμε την παράσταση του έργου «Ημέρες της Κομμούνας») ο Μπρεχτ φοβόταν (αν και δεν του έδινε τις διαστάσεις του τρομερού), ότι μια μέρα θα βρίσκαμε ίσως δυσκολίες στο να συμβιβαστούμε με την «επιταχυμένη ιστορία», επειδή δε θα τη διακρίναμε πιά. Όπως έγινε π.χ., όταν οι μορφές της πάλης άλλαξαν και οι αγώνες στα οδοφράγματα αντικαταστάθηκαν από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων…»

Ο Μπρεχτ βέβαια στην ηλικία των 58 χρονών, το 1956, είχε φύγει από αυτή τη ζωή, αρκετά χρόνια πριν το πρόσφατο (τότε που το βιβλίο εκδόθηκε στην Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία) «επίτευγμα των επαναστατικών δυνάμεων, δηλαδή το άλμα από τον ψυχρό πόλεμο στη συνύπαρξη του Ελσίνκι». Αρκτά χρόνια επίσης πριν «αλλάξουν οι μορφές πάλης» και τα «οδοφράγματα» αντικατασταθούν από το «τραπέζι των διαπραγματεύσεων». Οπότε οι «συγκεκριμενοποιήσεις» -από τον συγγραφέα του προλόγου- των ανησυχιών του Μπρεχτ γύρω από τη διαλεκτική της θεατρικής και της ιστορικής πραγματικότητας δεν τον αγγίζουν, και φυσικά ούτε ο συγγραφέας του προλόγου ισχυρίζεται το αντίθετο.

Εγώ θα ήθελα να σταθώ σε αυτές τις «παθητικές διαπιστώσεις» του συγγραφέα που προλογίζει την συλλογή των κειμένων,  «παθητικές διαπιστώσεις» που συνιστούν ταυτόχρονα και μια ιδιότυπη «πολιτική ανακοίνωση» εκ μέρους του, σύμφωνα με την οποία, το «Ελσίνκι» συνιστούσε «άλμα από τον ψυχρό πολεμο στη συνύπαρξη…», και ότι «οι μορφές της πάλης άλλαξαν και οι αγώνες στα οδοφράγματα αντικαταστάθηκαν από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων».

Ως προς το πρώτο σκέλος βέβαια, αν ο συγγραφέας ήθελε να ακριβολογεί, θα έπρεπε να κάνει έστω λόγο για «άλμα» από την «συνύπαρξη του ψυχρού πολέμου» στην συνύπαρξη «του Ελσίνκι», όποιο περιεχόμενο κι αν υποδηλώνει αυτή η τελευταία μορφή «συνύπαρξης». Ως προς το δεύτερο σκέλος είναι σαφής: Δεν μας αφορά εδώ η τοποθέτηση από τον συγγραφέα των «αγώνων στα οδοφράγματα» στην πρωτοκαθεδρία των μορφών πάλης της εργατικής τάξης, μας αφορά το ότι αυτή ή η οποιαδήποτε άλλη πρωτοκαθεδρία «αντικαταστάθηκε» από μια νέα: «το τραπέζι των διαπραγματεύσεων».

Βέβαια η «Τελική Πράξη»  της «Διάσκεψης για Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη» (1975) αποτελούσε, ανεξάρτητα από  το περιεχόμενο της, μια συμφωνία μεταξύ κρατών, συγκεκριμένα μεταξύ των 33 κρατών της Ευρώπης (με εξαίρεση την Αλβανία), των ΗΠΑ και του Καναδά, τα οποία κράτη ποτέ μεταξύ τους δεν είχαν χρησιμοποιήσει τους «αγώνες στα οδοφράγματα» ως μέσο επίλυσης των διαφορών τους: το μεταξύ τους πρόβλημα, με το οποίο ασχολήθηκε η Διάσκεψη, δεν ήταν οι «αγώνες στα οδοφράγματα» αλλά η πιθανότητα μιας πολεμικής σύρραξης.

Όσο για τους «αγώνες στα οδοφράγματα», αυτοί αποτελούσαν και αποτελούν πάντοτε πρώτα από όλα εσωτερική υπόθεση κάθε χώρας, αποτέλεσμα των εσωτερικών της αντιθέσεων, και σε τελική ανάλυση καμιά διεθνής συμφωνία δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει σαν αντικείμενο την αντικατάστασή τους από οποιοδήποτε «τραπέζι».

Η ουσιαστική θέση, όμως, που διατυπώνει ο συγγραφέας του προλόγου (φυσικά όχι «χθες», αλλά -δυστυχώς- εδώ και 35 χρόνια, δηλαδή «σαν χθες»), δεν είναι άλλη από την ταύτιση του «ψυχρού πολέμου» με τους «αγώνες στα οδοφράγματα». Και συνακόλουθα, από την ταύτιση του «άλματος από τον ψυχρό πόλεμο στο Ελσίνκι» με την αντικατάσταση των «αγώνων στα οδοφράγματα» από το «τραπέζι των διαπραγματεύσεων».   Όσο για την τελευταία, δεν απέχει πολύ και για την ακρίβεια δεν απέχει καθόλου, από την «αντικατάσταση των αγώνων γενικά» από το «τραπέζι των διαπραματεύσεων»: πράγμα που κι αυτό δεν θα σήμαινε στην πραγματικότητα τίποτα άλλο, παρά την εξάρτηση των κάθε είδους «διαπραγματεύσεων» από την κάθε είδους υπεροπλία της κάθε πλευράς και από την μεγαλύτερη έλλειψη δισταγμών της κάθε πλευράς ως προς το να την χρησιμοποιήσει.

Την όποια ιστορική σημασία του παραπάνω αποσπάσματος από τον πρόλογο ενός βιβλίου για τη σχέση τέχνης – πολιτικής, δεν την προσδίδει αυτή καθαυτή η υιοθέτηση από τον συγγραφέα των συγκεκριμένων θέσεων που διατυπώνει.

Χωρίς να ανήκει στους σκοπούς μου η προσωπική μου αποστασιοποίηση από την «ένταξή» μου εκείνων των χρόνων, που -επιμένω- δεν διαφέρει από την σημερινή, την ιστορική σημασία του την προσδίδει η ίδια η ύπαρξη αυτών των θέσεων και η βεβαιότητα  της υιοθέτησης, της ανάπτυξης και της επιρροής τους στους πολιτικούς μηχανισμούς των κρατών του τότε υπαρκτού (οικονομικού πρώτα απ’ όλα, κατά την άποψή μου) σοσιαλισμού και, ευρύτερα, του κομμουνιστικού κινήματος στην Ευρώπη και τον Κόσμο.

Διαφορετικά, εφόσον προεκτείνουμε την όλη συλλογιστική ως τις τελικές της συνέπειες, δεν θα ήταν δυνατόν η κατάργηση του «τείχους» στο Βερολίνο (του μοναδικού «οδοφράγματος» που είχε απομείνει ως μεταφυσική «συμπύκνωση» όλων των άλλων οδοφραγμάτων που είχαν «αντικατασταθεί από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων»), να έχει ως «αυτόματο» αποτέλεσμα την αλυσιδωτή πολιτική «κατάρρευση» και την συνακόλουθη οικονομική «ανατροπή» ολόκληρου του διεθνούς σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη.