αντίπαλο δέος

«Ανθρώπινος καπιταλισμός δεν υπήρξε ποτέ, ούτε πρόκειται να υπάρξει. Στην περίοδο που αναφέρεστε η καπιταλιστική ανάπτυξη θεμελιώθηκε με το αίμα των εκατομμυρίων νεκρών και στα ερείπια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έτσι βγήκε ο καπιταλισμός από την κρίση του 1929 – 1939. Έτσι τα μονοπώλια απέκτησαν υψηλή κερδοφορία ξανά, καταληστεύοντας ταυτόχρονα τους λαούς της Αφρικής, της Ασίας, της Λ. Αμερικής, έχοντας όμως απέναντι τους ένα σοσιαλιστικό στρατόπεδο και ισχυρό κομμουνιστικό κίνημα. Έτσι είχαν και περιθώρια και ισχυρότερη πίεση να κάνουν παραχωρήσεις για να αντιμετωπίσουν τον λεγόμενο κομμουνιστικό κίνδυνο. Αυτά τα περιθώρια για τον γερασμένο καπιταλισμό της Ευρώπης και των ΗΠΑ εξαντλήθηκαν από τη δεκαετία του ’70 και δεν γίνεται να τα αποκτήσει ξανά. Τώρα έχει να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό νέων καπιταλιστικών κέντρων με τεράστια μάζα φτηνής εργατικής δύναμης, όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Βραζιλία, η Ινδία.

Η κρίση είναι ένα σύμπτωμα του καπιταλισμού που σαπίζει, που μόνο τη βαρβαρότητα της στυγνής εκμετάλλευσης και των πολέμων επιφυλάσσει στους λαούς».

Με αυτά τα λόγια απάντησε η Αλέκα Παπαρήγα, στη δημοσιογραφική ερώτηση, «Πιστεύετε ότι ο καπιταλισμός δεν διορθώνεται, δεν εξανθρωπίζεται. Στο παρελθόν όμως έχει γίνει. Για παράδειγμα, η περίοδος της σοσιαλδημοκρατίας 1945-1980 στην Δυτική Ευρώπη ήταν μια καλή περίοδος για τον καπιταλισμό και τους εργαζόμενους. Γιατί το αποκλείετε να ξανασυμβεί;»,  που της τέθηκε σε συνέντευξή της στην «Εφημερίδα των Συντακτών».

Στο ίδιο θέμα αναφέρθηκε και σε σημείο της ομιλίας της στη βουλή για τον προϋπολογισμό, όπου, σε διάκριση με την καπιταλιστική στρατηγική των μεταπολεμικών δεκαετιών,  μιλώντας για τη σύγχρονη στρατηγική του καπιταλισμού  έκανε λόγο για την ταχύτατη διεθνοποίηση και το δυνάμωμα της ανταγωνιστικότητας, αντικειμενικές συνθήκες οι οποίες επιβάλλουν φθηνή εργατική δύναμη, πλήρη απελευθέρωση (προφανώς της αγοράς -και, στο επίκεντρο της «αγοράς»  γενικά, απελευθέρωση της «αγοράς εργασίας»-  της κίνησης του κεφαλαίου και του ανταγωνισμού), αποκρατικοποιήσεις και συγκεντροποίηση (του κεφαλαίου).

Σημείωσε μάλιστα ότι ως απάντηση στην καπιταλιστική κρίση της δεκαετίας του ’70 η στρατηγική αυτή άρχισε να υλοποιείται, πριν ακόμα από την ανατροπή του σοσιαλισμού στην Ευρώπη, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 πρώτα  σε ΗΠΑ και Βρετανία, και από τα μέσα της δεκετίας του ’80 γενικεύθηκε και στην ΕΕ (τότε ΕΟΚ) σαν προετοιμασία για τη συνθήκη του Μάαστριχτ.

Ολόκληρη αυτή η τοποθέτηση της Αλέκας Παπαρήγα στη βουλή, στο βίντεο που ακολουθεί (από 05:20 έως 06:50 η παραπάνω αναφορά).

***

Στη συνέχεια, και στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, θα κάνω μια απόπειρα αναλυτικότερης σκιαγράφησης (υπό τύπο «οριστικών» προτάσεων, που όμως μπορούν να διαβαστούν και σαν ερωτήματα που εν μέρει γυρεύουν διάψευση ή επιβεβαίωση) των γενικών όρων της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, η οποία καθορίζεται από δυο ειδών γενικές συνθήκες: Πρώτον, από τους εσωτερικούς όρους και ρυθμούς της ως καπιταλιστικής ανάπτυξης στη συγκεκριμένη περίοδο και, δεύτερον, από τη συνύπαρξη του καπιταλιστικού συστήματος με το σύστημα που συγκροτούσαν οικονομικά και πολιτικά τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κράτη.

Σ’ ένα πρώτο στάδιο λοιπόν μετά το τέλος του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου οι εσωτερικές αγορές των μεγάλων, πιο αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών (και των σχετικά εξαρτημένων από αυτά) αποτελούν επαρκή χώρο για την καπιταλιστική ανάπτυξη, εφόσον οι ανάγκες της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης κάθε χώρας δεν έχουν ακόμα εξαντληθεί από άποψη «προσφοράς και ζήτησης». Αυτό το χρονικό διάστημα  της «ανοικοδόμησης» παρατείνεται από αυτή την τελευταία άποψη και από το γεγονός ότι, χάρη και στην ανάπτυξη της τεχνολογίας, μετά τον πόλεμο βγαίνουν στην αγορά ως μαζικά καταναλωτικά είδη πρώτης ανάγκης μια σειρά νέων βιομηχανικών προϊόντων: ποικίλες οικιακές συσκευές (ψυγεία, πλυντήρια, κουζίνες, τηλεοράσεις κλπ), αυτοκίνητα κά.

Σ’΄αυτό το πρώτο, αρκετά μακρόχρονο στάδιο, και καθώς η ανοικοδόμηση γίνεται κατά βάση με όρους εσωτερικής αγοράς μέχρι την εξάντληση των ορίων της, για την καπιταλιστική ανάπτυξη προέχει η εθνική οικονομική ρύθμιση, όπως επίσης απαιτείται ως «συλλογική ιδιοκτησία του κεφαλαίου» και ένας σχετικά εκτεταμένος κρατικός παραγωγικός τομέας ιδιαίτερα σε τομείς που υπηρετούν τις γενικές κοινωνικές παραγωγικές λειτουργίες και το σύνολο των διαφορετικών κλάδων του βιομηχανικού κεφαλαίου, όπως τέτοιοι τομείς είναι οι σχετιζόμενοι με τις επικοινωνίες, τις συγκοινωνίες και την ενέργεια, αλλά σε έναν βαθμό ίσως και με την χρηματική κυκλοφορία, κά.

Από την άλλη, αν η κρατικοποίηση της «μεγάλης» παραγωγής (εν προκειμένω ορισμένων νευραλγικών τομέων της) δεν συνιστά «λύση της σύγκρουσής» ανάμεσα στη φύση των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων και των κοινωνικών σχέσεων εντός των οποίων αυτές λειτουργούν, παρέχει όμως το μέσο, τον «τύπο» για αυτή τη λύση  (Ένγκελς), και ένα σχετικά μακρόχρονο διάστημα σταθερότητας αυτού του «τύπου», μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα και την ανάπτυξη κοινωνικών μορφών που ανταποκρίνονται επίσης «τυπικά» σε όρους αντίστοιχους αυτής της λύσης χωρίς να την συνιστούν ουσιαστικά καθαυτή. Στην ίδια κατεύθυνση συντείνει και ο κατά βάση «εθνικός» από οικονομική άποψη χαρακτήρας αυτού του πρώτου σταδίου της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης για την «ανοικοδόμηση», αφού σε αυτή τη βάση η ανάπτυξη του κεφαλαίου συμβαδίζει με μια ορισμένη εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινωνίας που αναπτύσσεται παράλληλα με το αναπτυσσόμενο κεφάλαιο, έστω και υπό τους ειδικούς όρους της δικής του ανάπτυξης αντί των γενικών όρων που θα έθετε η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Και επίσης, ο «τύπος της λύσης» και οι εθνικοί οικονομικοί όροι της ανάπτυξης, συμπληρώνονται από τη μαζική παραγωγή των νέων καταναλωτικών ειδών, που αποτελεί εκείνη τη στιγμή μια αλματώδη μεταβολή στο λαϊκό επίπεδο διαβίωσης και στους υλικούς όρους συντήρησης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.

Ουσιαστικά, με τις παραπάνω παραγράφους ερμηνεύται τόσο η λεγόμενη κεϊνσιανή διαχείριση που επικράτησε στην καπιταλιστική Ευρώπη κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες, όσο επίσης και η ανάπτυξη και σταθερότητα κατά τις δεκαετίες αυτές του λεγόμενου κοινωνικού κράτους, κράτους πρόνοιας, και της ορισμένης κοινωνικής ευμάρειας στην οποία συνήθισαν εκτεταμένα λαϊκά στρώματα στις χώρες αυτές. Στην ίδια βάση μπορεί επίσης να ερμηνευτεί η σχετική σταθερότητα της ύπαρξης και του ρόλου των μικρομεσαίων στρωμάτων που δραστηριοποιούνται, συμπληρωματικά προς το μονοπωλιακό κεφάλαιο, στους διάφορους τομείς της κοινωνικής παραγωγής.

Πριν ολοκληρωθεί, όμως, η περιγραφή αυτού του «πρώτου σταδίου», πρέπει να επισημανθούν ορισμένα στοιχεία (που στην πραγματικότητα αποτελούν και μια τρίτη πλευρά, ένα τρίτο «είδος συνθηκών» του όλου θέματος): Πρόκειται, από τη μιά, για την ιμπεριαλιστική καταλήστευση (από το μονοπωλιακό κεφάλαιο και τα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη)  των λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λ. Αμερικής σε όλη ατή την περίοδο, και από την άλλη, για την οικονομική ανισομετρία ανάμεσα στις χώρες της καπιταλιστικής Ευρώπης με αποτέλεσμα τα παραπάνω γενικά χαρακτηριστικά να υπόκεινται σε διάφορες ποιοτικές και ποσοτικές διαβαθμίσεις, να περιπλέκονται με δεσμά πολιτικών και οικονομικών εξαρτήσεων κλπ… Πρόκειται για πλευρά όχι ασήμαντη, ίσα-ίσα, αλλά η ανάλυσή της δεν εντάσσεται στη φιλοδοξία και στις δυνατότητες αυτής της ανάρτησης.

Το τέλος αυτού του πρώτου σταδίου συνδέεται καταρχήν με την εξάντληση των δοσμένων εθνικών ορίων (ορίων των εσωτερικών αγορών) στο πλαίσιο αυτής της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Το τέλος της «ανοικοδόμησης» κι ο σχετικός κορεσμός της νέας ως προς τα αντικείμενά της κατανάλωσης, προκαλεί επιβράδυνση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η καπιταλιστική ανάπτυξη, από την άλλη μεριά, είναι από τη «φυση» της επεκτατική. Το σταμάτημα, η επιβράδυνση της επέκτασής της συνιστά για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής όρο οικονομικής κρίσης, η οποία εφόσον δεν υπάρχουν νέα περιθώρια επέκτασης οφείλει να «επιλυθεί» εντός του δοσμένου πεδίου της έως τώρα ανάπτυξής του.   Η σχετική εξάντληση των εσωτερικών εθνικών αγορών, η αδυναμία τους πια να εξασφαλίζουν την επέκταση των κεφαλαίων, θέτει λοιπόν απέναντι στο μονοπωλιακό κεφάλαιο την οικονομική αναγκαιότητα οριστικού ξεπεράσματος ακριβώς αυτών των εθνικών ορίων, θέτει με άλλα λόγια στον καπιταλισμό την οικονομική αναγκαιότητα της οριστικής διεθνοποίησης της ανάπτυξής του προκειμένου αυτή (η ειδικά καπιταλιστική ανάπτυξη) να μην τερματιστεί.

Στο σημείο αυτό μια παρένθεση: Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο σημειώνει ότι για την καπιταλιστική ανάπτυξη αποτελούν φραγμό και «όριο» οι περιοχές εκείνες της κοινωνικής παραγωγής που δεν έχουν υπαχθεί ή δεν έχουν ολοκληρωτικά υπαχθεί στους οικονομικούς όρους του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, οι περιοχές της κοινωνικής παραγωγής όπου δεν κυριαρχούν όροι αξιοποίησης κεφαλαίου, όπου δεν κυριαρχεί η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία, και σαν τέτοια οικονομική περιοχή αναφέρει αυτή που καταλαμβάνεται από την ατομική εμπορευματική παραγωγή (πρώτα απ’ όλα τη γεωργική καθώς επίσης τη βοτεχνική στις πόλεις κλπ).  Στην περίοδο όμως που εξετάζουμε, στην οικονομική αυτή «περιοχή» ανήκει επίσης ολόκληρη η ΕΣΣΔ μαζί με τα σοσιαλιστικά κράτη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, και μιλώντας γι’ αυτή την «περιοχή» δεν την κατανοούμε μόνο γεωγραφικά αλλά επίσης και με την έννοια των διεθνών οικονομικών σχέσεων που αναπτύσσει με άλλες χώρες το σοσιαλιστικό σύστημα, οι οποίες σχέσεις αποτελούν βέβαια επίσης φραγμούς και «όρια» για την καπιταλιστική ανάπτυξη.

Όπως είναι επόμενο, η ίδια η ανάγκη της καπιταλιστικής οικονομικής διεθνοποίησης, καθιστά πια για τον καπιταλισμό ζωτική την (έτσι κι αλλιώς μόνιμη) «πολιτική» ανάγκη εξάλειψης  του διεθνούς σοσιαλιστικού  συστήματος από το πρόσωπο της γης: Αφενός η υπαρξή του, και σε «ομαλές»  συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης, λειτουργεί αναδραστικά ως προς τους «φυσικούς» όρους μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης. Το επίπεδο των κοινωνικών κατατακτήσεων των εργαζομένων στο σοσιαλισμό αποτελεί κατά κάποιο τρόπο (από πολιτική και οικονομική άποψη) μέτρο κάτω από το οποίο δεν μπορούν να πέσουν τα καπιταλιστικά κράτη τα οποία βρίσκονται σε σχετικά αντίστοιχα οικονομικά επίπεδα, προκειμένου να διασφαλίζουν την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στο καθεστώς της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.  Κι αν αυτό ειναι σχετικά εφικτό και συμβατό με τις συνθήκες του «πρώτου σταδίου» της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, αποτελεί όρο ακατόρθωτο σε συνθήκες διεθνοποιημένου καπιταλιστικού ανταγωνισμού, εφόσον σε αυτές η ένταση της εκμετάλλευσης τείνει να εξομοιωθεί παντού  προς τα ανώτατα δυνατά διεθνή όριά της ή με άλλα λόγια εφόσον το άμεσο και το κοινωνικό «κόστος» της εργατικής δύναμης οφείλει παντού (ως πρωταρχικός όρος της καπιταλιστικής κερδοφορίας και επομένως της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου) να βυθιζεται προς το κατώτατο διεθνές του επίπεδο, σε μια διεθνή «αγορά εργασίας» που τουλάχιστον από αυτή την άποψη οφείλει να «ομογενοποιηθεί»… Δεύτερον, η ύπαρξη του διεθνούς σοσιαλιστικού συστηματος αποτελεί αντικειμενικά, με τον οικονομικό «χώρο» που καταλαμβάνει, απαγορευτικό όρο για την γενίκευση της καπιταλιστικής διεθνοποίησης.  Γεγονός που γίνεται πιο οφθαλμοφανές  σήμερα, αν υπολογίσουμε σε πόσο ελάχιστο στην πραγματικότητα χρόνο η καπαταλιστική διεθνοποίηση ήλθε αντιμέτωπη με «κρισιακά» όρια της ίδιας της ανάπτυξής της σε «παγκοσμιοποιημένες» συνθήκες επέκτασής της… Και τρίτον:   Εξάντληση, έτσι κι αλλιώς, των όποιων υπαρκτών ορίων, εθνικών και διεθνών, της καπιταλιστικής ανάπτυξης, σημαίνει καπιταλιστική κρίση. Και διεθνής καπιταλιστική κρίση σε συνθήκες «συνύπαρξης» των δυο κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων σημαίνει άμεση και γενική διακινδύνευση της ίδιας της ύπαρξης του καπιταλιστικού συστήματος, διακινδύνευση ικανή να πραγματωθεί είτε με οικονομικούς είτε με πολιτικούς είτε με στρατιωτικούς όρους – το τελευταίο, τουλάχιστον, έχει ήδη «αποδειχθεί» ιστορικά δυο φορές ως συνέπεια της με βιαια πολεμικά μέσα ενδοκαπιταλιστικής σύγκρουσης για το ξεπέρασμα της διεθνούς καπιταλιστικής κρισης: Πρώτη φορά το 1917 όταν εν μέσω του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου ξέσπασε νικηφόρα η σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία, και δεύτερη φορά όταν σαν αποτέλεσμα της έκβασης του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου πλάι στην ΕΣΣΔ προστέθηκαν και τα σοσιαλιστικά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης…

***

Η εξάντληση των ορίων του «πρώτου σταδίου» της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης  έγινε διεθνώς αισθητή με την οικονομική κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’70. Πρέπει μάλλον να θεωρήσουμε ότι τα όρια αυτά δεν εξαντλήθηκαν ταυτόχρονα, με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό, για όλα τα καπιταλιστικά κράτη. Από την άλλη πλευρά όμως, στα πλαίσια του διεθνούς καπιταλιστικού ανταγωνισμού, όταν μια καπιταλιστική δύναμη περάσει σε ένα νέο στάδιό του, τότε είναι «υποχρεωμένα» και τα υπόλοιπα καπιταλιστικά κράτη να ακολουθήσουν, καθώς το αντίθετο θα σήμαινε υποδεέστερη θέση τους (δική τους και των καπιταλιστικών μονοπωλίων των οποίων αποτελούν την «πολιτική» εκπροσώπηση) στον  διεθνή ανταγωνισμό του κεφαλαίου (που αποτελεί όρο της ύπαρξης και της ανάπτυξής του).

Σε κάθε περίπτωση, ίσως και για το λόγο ότι μεταπολεμικά βρέθηκαν με τις μικρότερες απώλειες και τα μεγαλύτερα οφέλη δηλαδή σε διαφορετική αφετηριακή βάση σε σύγκριση με τα καπιταλιστικά κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης, ίσως επίσης και λόγω των μεταπολεμικών απωλειών τους σε σχέση με αποικίες και εξαρτημένα από αυτές κράτη, ήταν οι ΗΠΑ και η Βρετανία που εμφανίστηκαν πρώτα σαν τα καπιταλιστικά κράτη που «ασφυκτιούσαν» εντός των μέχρι τότε διεθνών όρων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και που επιδίωκαν να επιβάλουν στο εσωτερικό τους και διεθνώς βαθύτερους και πλατύτερους όρους καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, «αξιοποίησης» του κεφαλαίου, που επιδίωκαν να παραμερίσουν κάθε φραγμό που παρεμπόδιζε την συνέχιση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, είτε επρόκειτο για την τιμή της εργατικής δύναμης στο εσωτερικό τους, ειτε επροκειτο για το όποιο «κράτος πρόνοιας» ως κοινωνικό «κόστος της εργασίας» που δέσμευε κοινωνικό προϊον από το «αξιοποιήσιμο» συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο, είτε επρόκειτο για μια ορισμένη σταθερότητα στις εργασιακές σχέσεις (ωράριο κά) που αποτελεί φραγμό στον βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο, είτε επρόκειτο για τον κρατικό παραγωγικό τομέα, είτε για την με μονοπωλιακούς όρους συγκέντρωση της «μικρής» και «μεσαίας» παραγωγής, είτε τέλος για την ύπαρξη των σοσιαλιστικών κρατών στην Ευρώπη και την ΕΣΣΔ που απέναντι τους από τις αρχές-αρχές της δεκαετίας του ’80 κι ακόμα νωρίτερα ΗΠΑ και Βρετανία πρωτοστάτησαν σε εντεινόμενη πολιτικο-στρατιωτική επιθετικότητα…

…Ενώ την ίδια ώρα τα καπιταλιστικά κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης συμμετέχοντας στην ίδια γενική κατεύθυνση  προετοίμαζονταν για τη γενικευμένη επιβολή των νέων όρων καπιταλιστικού ανταγωνισμού προωθώντας την μετεξέλιξη της «ΕΟΚ» σε «Ευρωπαϊκή Ένωση» με την σύναψη της συνθήκες του Μάαστριχτ,  καθιστώντας έτσι για το ευρωπαϊκό μονοπωλιακό κεφάλαιο «εσωτερική αγορά» όλόκληρη την έκταση της «ΕΕ», καταργώντας κάθε διεθνή (και σταδιακά κάθε εσωτερικό) φραγμό στην κίνηση και την ανταγωνιστικότητα του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού  κεφαλαίου…

…Κι όλα αυτά, «εν όψει» της ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη κάτω από το βάρος της πολύμορφης εξωτερικής ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας και των εσωτερικών αντιφάσεων που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης, ιστορικά καθορισμένης μορφής και τρόπου υπάρξής του.  Τι είναι άραγε ικανό να ερμηνεύσει αυτή τη χρονική σύμπτωση ανάμεσα στη ζωτική για τον ιμπεριαλισμό ανάγκη εξάλειψης του σοσιαλισμού στην Ευρώπη και την ΕΣΣΔ από τη μια, και την ανάπτυξη των εσωτερικών του αντιφάσεων ως τον οριστικό βαθμό αδυναμίας αναπαραγωγής του πολιτικού συστήματος εξουσίας των σοσιαλιστικών κρατών από την άλλη;

***

Αν από το σύνολο των παραπάνω θέλαμε να εξαγάγουμε ένα συμπέρασμα χρήσιμο για το παρόν, αυτό θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να αφορά την ανεδαφικότητα των πολιτικών επιδιώξεων μιας δια «κοινωνικού συμβολαίου» ανασύστασης  των -όπως θα μπορούσαν να ονομαστούν- όρων στασιμότητας του κοινωνικού ταξικού ανταγωνισμού που επικράτησαν κατά την μεταπολεμική περίοδο στηριγμένοι σε ένα ακόμη νεαρό «καταναλωτικό πρότυπο», σε ένα φαινομενικά εξασφαλισμένο ικανοποιητικό βιωτικό επίπεδο για μια μεγάλη μάζα του εργαζόμενου πληθυσμού, σε ένα σχετικά ανεκτό για την «κρισιμη μάζα» καθεστώς εργασιακών σχέσεων και συνθηκών, σε ένα επίσης σχετικά ανεκτό επίπεδο κοινωνικών παροχών και διαχείρισης των πληγών του καπιταλιστικού συστήματος…

Όπως είναι φανερό, όλα αυτά δεν προήλθαν σαν αποτέλεσμα κανενός «κοινωνικού συμβολαίου». Προήλθαν από τη συνδυασμένη συνύπαρξη παραγόντων που αφορούν τόσο τις εσωτερικές ανάγκες, δυνατότητες και περιθώρια της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, όσο και τους «εξωτερικούς» προς το καπιταλιστικό σύστημα όρους που επέβαλε  η παρουσία του σοσιαλιστικού συστήματος στις συνθήκες και στα ίδια τα όρια της καπιταλιστικής ανάπυξης διεθνώς. Και ακόμα και σε αυτή τη βάση, προήλθαν μέσα από σκληρούς ταξικούς αγώνες, που ως καρποί και κατακτήσεις τους εξέφραζαν όχι την υλοποίηση των τελικών στόχων τους και την ολοκλήρωση της δυναμικής τους, αλλά το επίπεδο του ικανού στις δοσμένες συνθήκες συμβιβασμού, για χάρη του οποίου η τελικοί στόχοι δεν έφταναν στην υλοποίησή τους και η δυναμική δεν ολοκληρωνόταν.

Στις σημερινές συνθήκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού είναι τουλάχιστον εξαιρετικά αμφίβολη αν όχι απίθανη  η ικανότητα, από τη μεριά του καπιταλιστικού συστήματος, να ανταποκρθεί και κατά το ελάχιστο σε έναν τέτοιο συμβιβασμό. Από την άλλη μεριά το «αίτημα» ενός λεγόμενου «κοινωνικού συμβολαίου», πέρα από το ότι με την ανιστόρητη διατύπωσή του φανερώνει ολοκληρωτική «άγνοια» για το πώς «συνάπτονται» τα «κοινωνικά συμβόλαια» στην πραγματικότητα, δεν ισοδυναμεί παρά μόνο με ένα εκ των προτέρων αίτημα κοινωνικού – ταξικού συμβιβασμού, ενός συμβιβασμού δηλαδή απέναντι σε μια ανύπαρκτη για την άρχουσα τάξη απειλή! Δεν ισοδυναμεί παρά με μια στρατηγική συμβιβασμού, που με την σειρά της δεν σημαίνει παρά στρατηγική οπισθοχώρησης της εργατικής τάξης και του λαού μέχρι το τελικό σημείο επισφάλειας των στοιχειωδέστερων όρων της ύπαρξής τους.

Για την εργατική τάξη και το λαό δεν υπάρχει άλλος δρόμος πάλης από τον δρόμο της οριστικής ρήξης με την εξουσία των μονοπώλίων, από τον δρόμο της ανατροπής της εξουσίας τους, πέρα κι από εκείνο το όριο όπου πια κάθε συμβιβασμός θα αποτελεί απώλεια σε σύγκριση με το ώφελος που συνιστά το τράβηγμα αυτού του δρόμου ως το τέλος του.


ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ: Νέα αποκάλυψη! Εκτός από «νεοφιλελεύθερος» είναι και «μνημονιακός»!

Έντονος και βαθύς υπήρξε o προβληματισμός στον ΣΥΡΙΖΑ, γύρω από το εάν είναι σκόπιμο να προβεί σε καταγγελία της Συνθήκης του Μάαστριχτ στην παρούσα φάση των «μακρόχρονων διεργασιών αλλαγής» της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του «νέου αέρα» που φυσά μέσα από τα κλειστά πορτοπαράθυρα των αιθουσών της στις Βρυξέλες.

Ο όλος προβληματισμός επήλθε ως αποτέλεσμα των αποκαλύψεων για το «νεοφιλελεύθερο», τελικά, περιεχόμενο της  Συνθήκης του Μάαστριχτ, αφού οι βουλευτές του «Συνασπισμού», της κύριας «ιστορικής συνιστώσας» του ΣΥΡΙΖΑ, την ψήφισαν πριν 20 χρόνια στην Βουλή αγνοώντας καθώς φαίνεται τις «νεοφιλελεύθερες» διατάξεις της, οι οποίες με λίγα λόγια  (συγκεκριμένα με 103 λέξεις) καθιστούν τον «νεοφιλελευθερισμό» θεμελιακό νόμο της «Ενωμένης Ευρώπης» και κάθε κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

«Ο γέγονε, γέγονε!», φέρεται να αναφώνησε πρωτοκλασάτο στέλεχος του κόμματος κατά την διάρκεια της επεισοδιακής συνεδρίασης! «Το θέμα –συνέχισε- είναι με ποιον τρόπο θα το κουλαντρίσουμε το ζήτημα!»

Στο σημείο αυτό σημειώθηκαν περαιτέρω αντιπαραθέσεις, ως προς το δίλημμα που τέθηκε, εάν η τυχόν ενδεχόμενη καταγγελία θα έπρεπε να είχε χαρακτήρα γενικό έναντι τις Συνθήκης ή, εάν, η συναίσθηση της πολιτικής ευθύνης επιβάλλει την «μερική» μόνο καταγγελία ή έστω τον «αστερίσκο» του κόμματος έναντι των διατάξεων  που «πριμοδοτούν νεοφιλελεύθερα υποδείγματα», όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε κατά την συνεδρίαση.

Η διαδικασία του κομματικού οργάνου προσανατολίστηκε τελικά προς τη λήψη απόφασης, σύμφωνα με την οποία, το ερώτημα της τελικής θέσης γύρω από την «νομική» ή «πολιτική» φύση της καταγγελίας ή οποιασδήποτε μορφής αντίδρασης του κόμματος επιλεγεί ως κατάλληλη, θα ερχόταν εκ νέου για συζήτηση στα όργανα μετά  την διαμόρφωση και οριστική επικαιροποίηση των θέσεων επί των παραπάνω ζητημάτων.

Στη διάρκεια του γεύματος που ακολούθησε σε γνωστό εστιατόριο, ορισμένα στελέχη, συζητώντας άτυπα πλέον, διερωτήθηκαν με «φιλολογική» και χιουμοριστική διάθεση, μήπως τυχόν θα ήταν σκόπιμο να ακολουθηθεί ανάλογη διαδικασία και για το γεγονός της ψήφισης του μνημονίου από τα στελέχη που απαρτίζουν το ΕΚΜ, την «μετωπική» εκλογική συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με τον οποίο συναποτελούν πλέον ενιαίο κόμμα λόγω των σχετικών όρων που θέτει ο εκλογικός νόμος.

Τη λύση στο όλο θέμα έδωσε η παρέμβαση έμπειρου ιστορικού στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ, που απευθυνόμενος προς τους παρακαθήμενους ανέφερε φλεγματικά ότι «μια καυτή πατάτα ζεματάει, δυο όμως είναι απλώς πουρές»! Και εξήγησε, ότι εφόσον κανείς δεν κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για το ότι τα στελέχη του ΕΚΜ ψήφισαν το μνημόνιο (και μάλιστα από υπουργικές θέσεις! – όπως εμφατικά τόνισε) , τότε κανείς επίσης δεν μπορεί να κατηγορήσει τον ΣΥΡΙΖΑ για το ότι «μια από τις συνιστώσες του» ψήφισε τη Συνθήκη του Μάαστριχτ!

Η παρέμβαση μετέβαλε άρδην το κλίμα και έδωσε άλλο κέφι στο γεύμα, προς το τέλος του οποίου οι συζητήσεις των παρακαθήμενων προσανατολίζονταν ήδη στην αναβολή όλων των σχετικών με τα παραπάνω ζητήματα διαδικασιών, για κάποια μελλοντική στιγμή, όταν –σε βάθος χρόνου- θα το επιτρέψει η διαμόρφωση ευνοϊκότερων εθνικών και διεθνών συσχετισμών.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΑΤΙΡΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΚΑΘΕ ΣΥΜΠΤΩΣΗ ΜΕ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΗ


Αποκαλυπτικό! «Νεοφιλελεύθερη» η συνθήκη του Μάαστριχτ!

Το εάν ο «νεοφιλελευθερισμός» είναι απλώς μια «πολιτική», ένα «μοντέλο» ή είναι στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού αναπόδραστη μορφή της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όταν δεν βρίσκεται αντιμέτωπη (όπως συνέβαινε ως το 1990) με όρια που θέτουν σε κίνδυνο τις βάσεις της ύπαρξής της…

Το εάν κατά συνέπεια, υπάρχει για τον  σύγχρονο μονοπωλιακό καπιταλισμό «επιλογή» άλλη από τον «νεοφιλελευθερισμό» ή κάθε άλλη επιλογή συνιστά φραγμό στην εσωτερική αναγκαιότητα της ανάπτυξής του, με τους βαθιά  αντεργατικούς – αντιλαϊκούς όρους που φυσικά την διέπουν…

…Το εάν, επομένως, ακόμα και ένας «πιο ανθρώπινος» καπιταλισμός (στα αναπυγμένα καπιταλιστικά κράτη) δεν μπορεί να προέλθει παρά μόνον σαν τακτική οπισθοχώρηση της εξουσίας των μονοπωλίων απέναντι στον κίνδυνο της ανατροπής της από το εργατικό  λαίκό κίνημα (από τη μιά), και παρά μόνον σαν στρατηγική οπισθοχώρηση του εργατικού λαϊκού κινήματος που, ενώ θέτει έμπρακτα το ζήτημα αυτής της ανατροπής, εγκλωβίζεται σε έναν τέτοιο συμβιβασμό  (από την άλλη)…

…Αυτά τα ερωτήματα βρίσκονται στο επίκεντρο της ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δυνάμεις που θέτουν ως στόχο της ανάπτυξης της πάλης τους την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων και στις δυνάμεις που θέτουν ως στόχο την αντικατάσταση των «νεοφιλελεύθερων υποδειγμάτων» με κάποια άλλα «κοινωνικά». Βρίσκονται, με άλλα λόγια, στο επίκεντρο της πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαραθεσης ανάμεσα στο ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ.

Με αυτήν την έννοια το ΚΚΕ, και στη βάση της απάντησης που δίνει στα παραπάνω ερωτήματα, δεν συμμερίζεται και δεν υιοθετεί την «αντι-νεοφιλελεύθερη» στρατηγική στις θέσεις του και στην πρακτική του παρέμβασή για την ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος.

Στη βάση των δικών του απαντήσεων ο ΣΥΡΙΖΑ επιλέγει ακριβώς την «αντινεοφιλελεύθερη» στρατηγική. Σε πολιτικό και «προγραμματικό» επίπεδο εξαπολύει  φραστικά πυρά ενάντια στα «νεοφιλελεύθερα υποδείγματα». Ταυτόχρονα, επιδίδεται στη ρητορική της «ενότητας της αριστεράς» χρησιμοποιώντας την σαν πολιορκητικό κριό με στόχο το ΚΚΕ, επιδιώκοντας μέσω αυτής να φέρει το ΚΚΕ σε αντίθεση με τα συναισθήματα ενός κόσμου που αυτοπροσδιορίζει την πολιτική του θέση γενικά στην «αριστερά» (και όχι μόνο), και υποβαθμίζοντας ουσιαστικά ως άνευ σημασίας έναν από τους κύριους λόγους άρνησης του ΚΚΕ στις «ενωτικές» του προσκλήσεις και προκλήσεις.

Αυτός ο κύριος λόγος δεν συνίσταται πρώτα απ’ όλα στην «τυπική» στρατηγική διαφορά που περιγράψαμε παραπάνω. Συνίσταται, όπως είναι γνωστό, στην διαφορά ανάμεσα στην κεντρική πολιτική θέση του ΚΚΕ για αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ευρωενωσιακή  δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ με αφετηρία την ψήφιση από τον «κορμό» του της Συνθήκης του Μάαστριχτ, δηλαδή της «καταστατικής» συνθήκης μετεξέλιξης της ΕΟΚ  σε ΕΕ, πάνω στην οποία θεμελιώνεται και αναπτύσσεται το συνολικό ευρωενωσιακό οικοδόμημα.

Σε αυτό το σημείο όμως, βρίσκεται η αξεπέραστη αντίφαση του ΣΥΡΙΖΑ, αντίφαση που δεν αφορά μόνο τη σχέση του και την πολιτική του απέναντι στο ΚΚΕ, αλλά αντίφαση που διαπερνά οριζόντια και κάθετα την τακτική του και την εμφανιζόμενη ως στρατηγική του σε όλες τους τις διαστάσεις. Καθώς πρόκειται για τακτική και στρατηγική στηριγμένες, από τη μια, στην «αντινεοφιλελεύθερη» ρητορική, την ρητορική μιας «αριστερής ενότητας» σε «αντινεοφιλελεύθερη»βάση, και από την άλλη,  στην πολιτική δέσμευσή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το νομικό-πολιτικό της θεμέλιο τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.

Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ιδιαίτερα στενή σχέση με κάθε τι που αφορά τους «θεσμούς», πόσο μάλλον τους ευρωενωσιακούς. Επομένως μόνον απορία και ερωτηματικά προκαλεί η φαινομενική άγνοιά του για το γεγονός ότι η Συνθήκη του Μάαστριχτ, την οποία έχει ψηφίσει (με φανατισμό) στην Βουλή η κύρια «συνιστώσα» του, και την οποία εμφανίζει ως ασήμαντο εμπόδιο για την «αριστερή ενότητά» του και ουσιαστικά ως προσχηματικό λόγο άρνησης μιας τέτοιας «ενότητας» από το ΚΚΕ, θεσμοθετεί ακριβώς τον «νεοφιλελευθερισμό» σαν θεμελιακή αρχή που διέπει το ευρωενωσιακό οικοδόμημα και τον καθιστά νομο δεσμευτικό για την πολιτική όλων των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και μάλιστα νόμο διατυπωμένο με τον ίσως πρωτοφανή για τον αστικοδημοκρατικό «νομικό πολιτισμό»  όρο της «απαγόρευσης» κάθε διαφορετικής επιλογής.

Δεν είναι το ΚΚΕ αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ που εξασκεί τη ρητορία του ενάντια στα «νεοφιλελεύθερα υποδείγματα», αλλά είναι επίσης ο ΣΥΡΙΖΑ κι όχι το ΚΚΕ, που βαρύνεται με την έγκριση και την δέσμευση  στις παρακάτω νομικές διατάξεις που έχουν καταστεί με την ψήφο του (για την ακρίβεια την ψήφο του «Συνασπισμού», της κύριας «συνιστώσας» του στην οποία ανήκει και ο Πρόεδρος του)   «νόμοι του κράτους»:

“Στα πλαίσια των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, απαγορεύεται οποιοσδήποτε περιορισμός των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ κρατών – μελών και τρίτων χωρών” (άρθρο 73Β παράγραφος 1 της Συνθήκης του Μάαστριχτ)

Οποιαδήποτε μέτρα και διαδικασίες θεσπίζουν τα κράτη – μέλη “δεν μπορούν να αποτελούν ούτε μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμενο περιορισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών όπως ορίζεται στο άρθρο 73Β” (άρ. 73Δ παρ. 3 της ΣτΜ)

“…Τα κράτη – μέλη και η Κοινότητα δρουν σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων (sic), και σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 3Α” (άρ. 102Α της ΣτΜ)

Στο άρθρο 3Α επίσης: “…η δράση των κρατών – μελών και της Κοινότητας … ασκείται σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό”.

Ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό, απαγόρευση περιορισμών (έστω και συγκαλλυμένων!) στην ελευθερία κίνησης του κεφαλαίου καθώς και «αυθαίρετων διακρίσεων» (με τις οποίες δεν υπονοείται παρά ο κρατικός έλεγχος τομέων της οικονομίας), ποιό άλλο «υπόδειγμα» θεωρεί ο ΣΥΝ και ο ΣΥΡΙΖΑ περισσότερο «νεοφιλελεύθερο» από αυτό στο οποίο ο ίδιος δεσμεύεται και το οποίο έχει καταστεί με την ψήφο του νόμος ανώτερος σε ισχύ κι από το ίδιο το Σύνταγμα της χώρας;

Είναι αλήθεια, ότι όταν πριν 20 χρόνια η Συνθήκη του Μάαστριχτ είχε έρθει για ψήφιση στην Βουλή, το κείμενό της δεν είχε διανεμηθεί στους βουλευτές, οι περισσότεροι εκ των οποίων την υπερψήφισαν χωρίς να γνωρίζουν το περιεχόμενό της (όπως πρόσφατα συνέβη με υπουργούς κλπ που ψήφισαν το μνημόνιο χωρίς να το έχουν «διαβάσει») απλά εκτελώντας το υπηρεσιακό τους καθήκον απέναντι στην εκμεταλλευτική εξουσία που υπηρετούν αυτοί και τα κόμματά τους.

Είναι επίσης αλήθεια ότι η μοναδική δημοσίευση του αυτούσιου κειμένου της είχε γίνει από το ΚΚΕ, που βέβαια την καταψήφισε, ως ένθετο στο Ριζοσπάστη.

Ενδεχομένως είναι αυτοί οι λόγοι της «άγνοιας» του ΣΥΡΙΖΑ για το είδος και το περιεχόμενο των  «υποδειγμάτων» τα οποία έχει εγκρίνει (ως ΣΥΝ) και στα οποία εξακολουθεί να δεσμεύεται πολτικά (ως ΣΥΡΙΖΑ), επιχειρώντας να συγκαλύψει τη δέσμευσή του αυτη με τις «επικαιροποιημένες» αοριστολογίες (παγίδευσης του λαού στις αιτίες, την πραγματικότητα και τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης) των προεκλογικών του προγραμμάτων για τις «διεργασίες αλλαγών» στην «Ευρώπη» και για την «επιδίωξη» μιας «νέας έντιμης συμφωνίας», απροσδιόριστου περιεχόμενου, με τους «θεσμούς και λαούς» της…

…Και με τους δυό!