Μετά τις πλαστές μεταγωγές να περιμένουμε και πλαστά αποφυλακιστήρια;

Είναι η δεύτερη φορά που υπό την συγκεκριμένη «Γενική Γραμματέα Αντεγκληματικής Πολιτικής» Κα Σοφία Νικολάου, ένας κρατούμενος φτάνει κοντά στα σύνορα της ζωής και του θανάτου διεκδικώντας την νόμιμη «σωφρονιστική» μεταχείρισή του.

Την προηγούμενη φορά, το «δυσεπίλυτο» ζήτημα αφορούσε την πρόσβαση κρατούμενου στις σπουδές του, και τότε η κυρία ΓΓ οχύρωνε την άρνησή της πίσω από μια διαστρεβλωμένη απαρίθμηση των αδικημάτων για τα οποία ο συγκεκριμένος κρατούμενος εκτίει την ποινή του.

Τώρα, που το ζήτημα αφορά την επαναμεταγωγή του Δ. Κουφοντίνα στις φυλακές Κορυδαλλού, όπως ορίζει ο νόμος μετά την κράτησή του σε αγροτικές φυλακές, η κα ΓΓ επικαλείται την έκδοση μιας κάποιας απόφασης μεταγωγής, η οποία όμως ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Όπως το πρώτο ψέμμα χρειάζεται ένα δεύτερο για τη συγκάλυψή του, έτσι και μια παρανομία χρειάζεται για τη συγκάλυψή της μια δεύτερη. Η μεταγωγή ενός κρατουμένου δεν αποτελεί «θεωρητικό» ζήτημα αλλά πραγματικό περιστατικό. Αν αντί του πραγματικού γεγονότος αρκεί μια πλαστή, ψευδής απόφαση μεταγωγής, τότε γιατί να μην αρχίσει η κυρία ΓΓ να εκδίδει και ψευδή αποφυλακιστήρια, με τους κρατούμενους να παραμένουν στη φυλακή και την κυρία ΓΓ να ισχυρίζεται ότι αποφυλακίστηκαν επικαλούμενη κάποιο «χαρτί».

Υπο αυτές τις συνθήκες ενδεχόμενος θάνατος του Δ. Κουφοντίνα ισοδυναμεί με αφαίρεση της ζωής του από την κα ΓΓ και τους προϊσταμένους της (κ.κ. Χρυσοχοΐδη και Μητσοτάκη) και ενδεχόμενη βλάβη της υγείας του ισοδυναμεί με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Βέβαια έχει ήδη γίνει λόγος για το «ασύμμετρο» μιας απεργίας πείνας έναντι μιας παράνομης μεταγωγής, όμως τι να πει κανείς για το «ασύμμμετρο» των πιθανών συνεπειών μιας απεργίας πείνας έναντι μιας παράνομης μεταγωγής και της σπασμωδικής προσπάθειας να συγκαλυφθεί με την προσθήκη μιας δεύτερης παρανομίας πάνω στην πρώτη.

Ο μεν Κουφοντίνας έχει αφαιρέσει ανθρώπινες ζωές και για τον λόγο αυτό εκτίει ποινή πολλαπλής ισόβιας κάθειρξης. Η κα «ΓΓ Αντεγκληματικής Πολιτικής» τι ποινή πρόκειται να εκτίσει στην περίπτωση θανάτωσης ή βαριάς σωματικής βλάβης του κρατούμενου Κουφοντίνα με όπλο την φτήνια της παράνομης «σωφρονιστικής» μεταχείρισής του και κίνητρο τα ιδεολογικά βίτσια μιας «άριστης» που, όπως φαίνεται, για δεύτερη φορά, θεωρεί προσωπικό της φέουδο το σωφρονιστικό σύστημα και διακατέχεται από την έξη της διοικητικής αυθαιρεσίας και παρανομίας καταχρώμενη τη δημόσια θέση της;

Και, ούτως ή άλλως, εξακολουθεί η εισαγγελική αρχή να εποπτεύει το σωφρονιστικό σύστημα; Έχει άραγε ή μήπως δεν έχει πληροφορηθεί η εισαγγελική αρχή την «λεπτομέρεια» της παράνομης μεταγωγής του κρατούμενου και, επιπλέον, την επίκληση της ψευδούς διοικητικής πράξης που φέρεται ότι εκδόθηκε προκειμένου, με μια δεύτερη παρανομία, να συγκαλυφθεί η αρχική παράνομη παράλειψη; Θα αρχίσει η εισαγγελική αρχή, μετά τις ψευδείς μεταγωγές, να ανέχεται και ψευδείς αποφυλακίσεις; Αυτή είναι η περί «κράτους δικαίου» αντίληψη της «ανεξάρτητης» δικαιοσύνης; Δεν πρόκειται για ρητορικά ερωτήματα.

*

Έναντι αυτών των γενικότερα επικίνδυνων μεθοδεύσεων και της καταγγελίας τους, καθόλου δεν προέχει η «καταδίκη της τρομοκρατίας», όπως δεν θα προείχε και στην περίπτωση που η εκτιόμενη ποινή αφορούσε π.χ. το αδίκημα της κλοπής, της υπαιξέρεσης, του «απλού» φόνου ή της μαστρωπίας, για τα οποία και κανείς δεν θα «απαιτούσε» την «καταδίκη» τους ή και την «μετάνοια» του δράστη προκειμένου να τηρηθεί η κείμενη «σωφρονιστική» νομοθεσία.

Έχει ωστόσο τη θέση της εδώ, η πολιτική καταγγελία των μηχανισμών χειραγώγησης που, με εγκληματική μορφή, επιδιώκουν την μέχρι τέλους εξάντλησή τους πάνω στο αντικείμενό τους…

Περισσότερα επ’ αυτού μια άλλη φορά ίσως.

Ως τότε, απομένει η απαίτηση της νόμιμης άμεσης επαναμεταγωγής του Δ. Κουφοντίνα στις φυλακές Κορυδαλλού, του ελέγχου των παρανομιών της διοίκησης, και – σαν τύπος πλήρης ουσίας – η απαίτηση επαναφοράς του σωφρονιστικού συστήματος στην αρμοδιότητα του υπουργείου δικαιοσύνης.


άμπρα κατάμπρα! η μαγική επίκληση της «δημοκρατικής νομιμοποίησης»

Σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθύνσεις της κυβερνητικής απολογητικής και της «κυρίαρχης ιδεολογίας», στο προσεχές μέλλον η ιστορία θα έπρεπε να είναι γραμμένη κάπως έτσι: «Στις 27 Ιανουαρίου 1945 αποκαλύφθηκε η ύπαρξη δομής φιλοξενίας αμάχων στο Άουσβιτς. Ολόκληρη η ανθρωπότητα ένιωσε αισθήματα φρίκης για την χωρίς κοινοβουλευτική νομιμοποίηση ίδρυση και λειτουργία αυτής της δομής. (Εν τούτοις η καθαριότητα ήταν υποδειγματική. Ούτε σταγόνα αίμα στους θαλάμους αερίων, ούτε αποτσίγαρο στους θαλάμους ανάπαυσης. Ενώ η απόλυτη μυστικότητα διασφάλιζε τα προσωπικά δεδομένα των φιλοξενούμενων κατά τον βέλτιστο τρόπο κλπ κλπ)».

*

Το παράδειγμα του Άουσβιτς χρησιμοποιείται εδώ σαν μια ιστορικά συγκεκριμένη «απόλυτη τιμή» ικανή να θέσει σε δοκιμασία το ιδεολογικό και πολιτικό περιεχόμενο μιας σειράς πρόσφατων επικλήσεων της «δημοκρατικής νομιμοποίησης» της αντιλαϊκής πολιτικής και της αντίληψης που αυτές εκφράζουν.

Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη η «δημοκρατική νομιμοποίηση» του εκάστοτε κυβερνητικού νομοθετήματος και της κυβερνητικής πολιτικής στο σύνολό της δεν συνίσταται παρά μόνο στην έγκρισή της από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 151 βουλευτών.

Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, λοιπόν, και τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης θα εξασφάλιζαν «δημοκρατική νομιμοποίηση», αν τύχαινε να τα ψηφίσουν 151 βουλευτές. Στο τέλος της ψηφοφορίας «η συζήτηση θα τελείωνε, θα είχαμε πια δίκαιο», όπως πριν μερικά χρόνια εξέφραζε ο Μ. Βορίδης τις γενικές αντιλήψεις του για την «έννομη τάξη» (όχι ειδικά για το Άουσβιτς, ας διευκρινίσουμε) ως υπουργός, τότε, της κυβέρνησης Σαμαρά.

Βρίσκεται όμως πράγματι σε αυτή την αντίληψη το «μυστικό» της «δημοκρατικής νομιμότητας»;

*

Αν παραμέναμε στο παράδειγμα του Άουσβιτς, θα λέγαμε ότι και 151 και 300 βουλευτές αν το ψήφιζαν, και το σύνταγμα αν προσαρμόζανε στις ανάγκες του νόμου τους και της «έννομης τάξης» τους, και δημοψήφισμα αν κάνανε και το κερδίζανε, η «δημοκρατική νομιμοποίηση» δεν θα βρισκόταν με το μέρος τους αλλά με το μέρος των ελάχιστων, με το μέρος του ενός ή και του κανενός, που θα όρθωναν το ανάστημά τους στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, στον νόμο της και στην έννομη τάξη της, σε θεούς και σε δαίμονες.

Όμως, πριν φτάσουμε (λογικά και ιστορικά) ως την «απόλυτη τιμή» του συγκεκριμένου ή τυχόν άλλου μελλοντικού παραδείγματος, στη θέση του βρίσκεται η ίδια η κοινωνική ζωή, που με την ποικιλία των πλευρών της αλλά και με την ενότητα της διάρθρωσής της, βάζει σε συνεχή δοκιμασία τη «δημοκρατική νομιμοποίηση» της κυβερνητικής πολιτικής, ως «τιμή» – έστω – όχι απόλυτη (όπως του παραδείγματος) αλλά «σχετική».

Πρόκειται για την ιστορία και δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα για να την σταματήσετε, πρόκειται για τις νομοτέλειές της και δεν μπορείτε με κανέναν τρόπο να τις καταργήσετε.

*

Το ότι η «δημοκρατική νομιμοποίηση» δεν είναι κάποιο παιχνιδάκι ανάμεσα σε πλειοψηφίες και μειοψηφίες, το μαρτυρούν οι ίδιοι οι ιστορικοί όροι επιβολής των δημοκρατικών πολιτικών αρχών, που δεν θεμελιώθηκαν ούτε με ψηφοφορία, ούτε με το σύνθημα «η (κοινοβουλευτική!) πλειοψηφία κερδίζει». Αλλά με το σύνθημα της ισότητας, της αδελφοσύνης και της ελευθερίας, που η υλοποίησή του και η υλοποίηση των ιστορικών του προϋποθέσεων εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο της κοινωνικής διεκδίκησης και πάλης.

Δεν είναι οι κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες αυτές που παρέχουν «δημοκρατική νομιμοποίηση» στην εκάστοτε κυβερνητική πολιτική. Είναι ο κοινωνικο-ιστορικός στόχος της ισότητας, της αδελφοσύνης, της ελευθερίας, αυτός που παρέχει ή που δεν παρέχει «δημοκρατική νομιμοποίηση» στις κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, ανάλογα με το αν τα έργα τους, ο «νόμος και η τάξη» τους, η πολιτική τους, τον υπηρετούν ή τον αντιστρατεύονται, ανάλογα με το αν υπηρετούν ή αντιστρατεύονται τις προϋποθέσεις της εκπλήρωσής του.

*

Αποτελεί ερώτημα, αν χωρίς τα παραπάνω στη βάση της μπορεί μια φιλοσοφία του δικαίου να είναι φιλοσοφία του δικαίου, αν παραπέρα, χωρίς φιλοσοφία, μπορεί να υπάρξει εφαρμογή του δικαίου διαφορετική από τη μηχανική υπόσκαψη των ίδιων του των βάσεων, υπό τους ίδιους όρους με τους οποίους και η κοινοβουλευτική λειτουργία αποσπασμένη από τον αφετηριακό της προορισμό απογυμνώνεται σε μια μηχανή παραγωγής αντιλαϊκής νομοθεσίας, «δικαίου» και αυτή.

Βέβαια, η αφετηριακή έλλειψη ενός «πειραματικά» μετρήσιμου κριτηρίου της «δημοκρατικής νομιμοποίησης», όπως είναι ο αριθμός των ψήφων, ο σχηματισμός των πλειοψηφιών και των μειοψηφιών, μοιάζει σαν να ορθώνει το φάσμα του αδιεξόδου μπροστά στη «θετική σκέψη».

Ο παραμερισμός ενός τέτοιου κριτηρίου από το κριτήριο του ουσιαστικού περιεχομένου της ασκούμενης πολιτικής, ως του ιστορικά κρίσιμου και πρωταρχικού, θα μπορούσε να εγείρει, εκ μέρους της «θετικής σκέψης» ή ορισμένων εκδοχών της, αιτιάσεις για μετατροπή της κοινωνίας σε «ζούγκλα».

Σε «ζούγκλα», όμως, μετατρέπει την κοινωνία η πολιτική που υπηρετεί την οικονομική εκμετάλλευση της κοινωνικής πλειοψηφίας από μια χούφτα μονοπωλητών των μέσων της ύπαρξης και της παραγωγής της. Που υπηρετεί την καταπίεση αυτής της κοινωνικής πλειοψηφίας προς χάρη της διαιώνισης του συστήματος της εκμετάλλευσης. Σε «ζούγκλα» μετατρέπουν την κοινωνία η εκμεταλλευτική ηθική που αναβλύζει από όλους τους πόρους της, η αποσύνθεση του εκμεταλλευτικού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού, οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι και οι συνέπειές τους.

Η οργανωμένη πάλη ενάντια στην πολιτική της τάξης των εκμεταλλευτών και στο σύστημα της εκμετάλλευσης δεν μετατρέπει την κοινωνία σε «ζούγκλα». Μετατρέπει τη «ζούγκλα» σε κοινωνία. Κι αυτό μπορεί στην πραγματικότητα να το αναγνωρίσει και η «θετική σκέψη».

*

Η «δημοκρατική» και η «κοινοβουλευτική νομιμοποίηση» δεν αποτελούν μαγική φράση ικανή να προσδώσει νομιμότητα στην αντιλαϊκή πολιτική και στο μακρύ κατασταλτικό χέρι της.


η συζήτηση τελείωσε, υπάρχει πια δίκαιο Νο 2

Διαμαρτύρεται η γερμανική κυβέρνηση, το ίδιο και η ισπανική και η γαλλική, γιατί οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ υποκλέπτουν της τηλεφωνικές, ηλεκτρονικές κλπ συνδιαλέξεις τους.

Κατανοητές ηθικά οι διαμαρτυρίες, αλλά εντελώς ακατάληπτες νομικά.

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ είναι μια κυβέρνηση δημοκρατικά εκλεγμένη, η συζήτηση έγινε, τελείωσε και υπάρχει πια δίκαιο.

Ακόμα και αν πρόκειται για δίκαιο των υποκλοπών, η έννομη τάξη με μηδενική ανοχή οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις της επιβολής του δικαίου.

Ή μήπως η αυθεντικότητα και το «απαραβίαστο» του «δικαίου» αποτελεί δόγμα που μπορεί να έχει εφαρμογή μόνο στο εσωτερικό και όχι στο εξωτερικό μιας χώρας; Όχι. Είναι προφανές ότι η αμφισβήτηση του δόγματος στις εξωτερικές του συνέπειες οδηγεί κατευθείαν και στην εσωτερική του αμφισβήτηση, όπως και η εσωτερική του αναγόρευση σε δόγμα το καθιστά δόγμα που αναγκαστικά θα εφαρμόζεται και στις διεθνείς σχέσεις: Ο ιμπεριαλισμός είναι τέτοιος προς τα έξω όσο είναι και προς τα μέσα, η συζήτηση έχει τελειώσει και επ’ αυτού.

Όσοι λοιπόν το το αποδέχονται, το υπερασπίζονται, το αναγορεύουν σε δόγμα, οφείλουν και να το «λούζονται».

Διαφορετικά μπορεί να υποστούν το δίκαιο του ηλεκτροσόκ… [*]

…Πέραν του γεγονότος ότι οι οψίμως διαμαρτυρόμενοι  (μήπως από απλό φθόνο;) δεν είναι  «Αμερικανοί πολίτες που δεν έχουν εμπλακεί σε μάχη» και ούτε καν βρίσκονται  «σε αμερικανικό έδαφος», γεγονός που καθιστά τη θέση τους (σε «νομικό επίπεδο», σε επίπεδο «δικαίου», σε επίπεδο «συγκεκριμένης διεθνούς έννομης τάξης» και, τέλος, σε επίπεδο «μηδενικής ανοχής») ιδιαιτέρως δυσχερή.

[*] Επί τη ευκαιρία, μια που ο λόγος περί ηλεκτροσόκ, και μια που οι πρόσφατες έρευνες αποκάλυψαν ότι στα χέρια του κάθε χρυσαλήτη και του κάθε αστυνομικού-συνεργάτη τους μπορεί να υπήρχαν και 1-2 πιστολέτα επιτόπιου ηλεκτροσόκ (κατ’ ευφημισμό: «συσκευές ηλεκτρικής εκκένωσης»), μήπως είναι καιρός να διερευνηθούν και οι καταγγελίες για την δυο φορές ως τώρα χρησιμοποίησή τους, ή μήπως ο Δένδιας επιμένει ότι θα κάνει μήνυση σε όποιον λέει τέτοια πράγματα τη στιγμή που «η συζήτηση έχει τελειώσει»;


η συζήτηση τελείωσε, υπάρχει πια δίκαιο

«Λέει κάποιος «εγώ θεωρώ ότι ένας νόμος είναι κακός, θεωρώ ότι νόμος είναι το δίκιο του εργάτη». Σε ηθικό επίπεδο το καταλαβαίνω τι λέει. Σε νομικό επίπεδο όμως λέει κάτι εντελώς ακατάληπτο και το οποίο δεν μπορούμε να συμμεριστούμε. Εδώ μπορεί βεβαίως να αμφισβητηθεί και η απόφαση του ΣΑ του ΟΗΕ, μπορεί να αμφισβητηθεί και η διοικητική πράξη και η αστυνομική διάταξη και η απόφαση ενός δικαστηρίου. Οταν όμως τελειώσει η συζήτηση, έχουμε πια δίκαιο. Μπορώ να παραβιάσω το δίκαιο; Κάθε μέρα παραβιάζεται το δίκαιο, και από την άλλη, η έννομη τάξη με μηδενική ανοχή οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις της επιβολής του δικαίου. Εχουμε κάνει μια επιλογή: ανήκουμε και πιστεύουμε σε αυτή τη συγκεκριμένη διεθνή έννομη τάξη και στην ΕΕ και στον ΟΗΕ…» (Μ. Βορίδης)

Λέει κάποιος «το Νταχάου και το Άουσβιτς είναι κακό». Δικαίωμά του βέβαια σε ηθικό επίπεδο, αλλά αν το Νταχάου και το Άουσβιτς έχουν θεσμοθετηθεί νομότυπα, αν έχουν εγκριθεί από μια νομότυπη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, από μια συγκεκριμένη διεθνή έννομη τάξη, και έχει τελειώσει η συζήτηση, έχουμε δίκαιο. Μπορώ να παραβιάσω το δίκαιο; Η έννομη τάξη οφείλει με μηδενική ανοχή να εφαρμόσει τις διατάξεις της επιβολής του δικαίου.

Λέει κάποιος «κρυώνω». Κατανοητό ηθικά, αλλά τελείως ακατάληπτο σε νομικό επίπεδο.  Η συζήτηση έχει τελειώσει, υπάρχει δίκαιο, η έννομη τάξη με μηδενική ανοχή θα εφαρμόσει τις διατάξεις της επιβολής του. Ένα χλιαρό κοινοβουλευτικό 60% έχει κάνει μια επιλογή έστω κι αν αυτή για ένα 40% του πληθυσμού  συνεπάγεται εφαρμογή των διατάξεων επιβολής του δικαίου της παγωνιάς.

Ένα 40, 30, 20, 10% του πληθυσμού μπορεί να πεινάει, αλλά τι είναι αυτό το 10-40% μπροστά σε ένα 60-90% που δεν πεινάει εντελώς ή που είναι εντελώς χορτάτο; Κάποιοι λένε «εγώ θεωρώ ότι η πείνα είναι κακή, θεωρώ ότι νόμος είναι το δίκιο του ψωμιού», κατανοητό ηθικά αλλά τελείως ακατάληπτο νομικά, οι διατάξεις επιβολής του δικαίου της πείνας θα εφαρμοστούν με μηδενική ανοχή, η συζήτηση έχει τελειώσει.

Δεν έχεις νερό, ρεύμα, δουλειά, σπίτι, δε σε φτάνει η σύνταξη για τα φάρμακα, δεν σου περισσεύει δεκάρα για γιατρούς, το παιδί σου πάει νηστικό στο σχολείο, το σχολείο του παιδιού σου κλείνει και όλα αυτά τα θεωρείς «κακό»; Κατανοητό ηθικά αλλά ακατάληπτο νομικά, η συζήτηση έχει τελειώσει, δε θα το κάνουμε  εδώ πέρα ζούγκλα, εδώ έχουμε έννομη τάξη και μηδενική ανοχή.

Η συζήτηση έχει τελειώσει, έχουμε πια δίκαιο, λέει κάποιος: «το θεωρώ κακό, δεν μου επιτρέπει να επιβιώσω, δεν μου επιτρέπει να ζήσω, θεωρώ ότι νόμος είναι το δίκιο της επιβίωσης, της ζωής», κατανοητό ηθικά, ακατάληπτο νομικά, μπορείς να παραβιάσεις το δίκαιο για να ζήσεις, να επιβιώσεις; η έννομη τάξη με μηδενική ανοχή οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις επιβολής του δικαίου που δε σου επιτρέπει την επιβίωση, τη ζωή, Ίσως στο μέλλον, σε καιρούς καλύτερους, το δίκαιο σου επιτρέψει κι εσένα να ζήσεις, τώρα όμως ψόφα.

Η συζήτηση έχει τελειώσει, δεν το έχεις καταλάβει; υπάρχει πια δίκαιο, η συζήτηση έχει τελειώσει.


Ολοσέλιδο συγκριτικό τεστ: Οι δυο αποφάσεις του ΣτΕ

Ο λόγος φυσικά, και πάλι, περί της προσωρινής διαταγής του προέδρου και της απόφασης του τμήματος αναστολών ΣτΕ.

Το πιθανό ερώτημα που ίσως πρέπει ν’ απαντηθεί εισαγωγικά, είναι ο ίδιος ο λόγος μιας τέτοιας δημοσίευσης. Μπορεί πράγματι να οφείλεται ως έναν βαθμό σε προσωπική «εμμονή». Εκεί όμως που τελειώνει η «εμμονή» αρχίζει το ενδιαφέρον ένος αρκετά πλατιού θέματος με πολλές πλευρές, όπως: Η σχέση των εργατικών, κοινωνικών και πολιτικών αγώνων με την αστική δικαιοσύνη και τις αποφάσεις της: μεταξύ αυταπάτης και «δοκιμής» των ορίων & αντοχών της αστικής νομιμότητας. Το θέμα της δημοκρατίας και η περιστολή της για τις ανάγκες της αντιλαϊκής επίθεσης του κεφαλαίου – πλευρά της οποίας περιστολής είναι η διακυβέρνηση με ένα συνδυασμό πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, υπουργικών αποφάσεων και δικαστικών αποφάσεων.  Η σχέση δημοκρατίας και νομιμότητας – η ταύτισή τους μπορεί να είναι μόνο συμπτωματική: περιστολή της (αστικής) δημοκρατίας, δηλαδή περιστολή λαϊκών-δημοκρατικών δικαιωμάτων προς όφελος της σταθερότερης αστικής κυριαρχίας, δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη (όμως κατ’ ανάγκη επίσης συνεπάγεται) και παραβίαση της αστικής νομιμότητας, ίσα-ίσα η περιστολή δημοκρατικών τύπων και δικαιωμάτων είναι μέρος των προβλέψεων της αστικής νομιμότητας. Παραπέρα, από «δομική» άποψη, ακόμα και η ανοιχτή παραβιαση της αστικής νομιμότητας (λ.χ. σε περιπτώσεις αντισυνταγματικότητας κά) εντός ορισμένων ορίων αποτελεί εν τέλει «τυπική» πράξη για την οποία εξίσου «τυπικά» προβλέπεται η «τυπική» λύση της προσφυγής στη δικαιοσύνη και η «τυπική» επανόρθωση της παραβίασης, έτσι ώστε όλοι οι «τύποι» τελικά να τηρούνται και το ουσιαστικό τους περιεχόμενο να «διαπλάθεται» εντός των μηχανισμών της αστικής εξουσίας και των σχέσεών τους. Άλλες πλευρές: Οι σχέσεις της δικαστικής και της εκτελεστικής εξουσίας (όχι φυσικά οι «κοινωνικές», αλλά από την άποψη της ταξικής πολιτικής κυριαρχίας).  Η σχέση ανάμεσα στους πολιτικούς και τους νομικούς όρους εκτίμησης και «ερμηνείας» των δικαστικών αποφάσεων και της «νομικής πραγματικότητας» που αυτές συνιστούν πάνω στο έδαφος της ταξικής πάλης. Οι μορφές με τους οποίους εμφανίζεται και «αποδεικνύεται» ο αστικός χαρακτήρας της δικαιοσύνης, η λειτουργία της για την εξασφάλιση της σταθερότητας της αστικής κυριαρχίας, οι όροι επίσης με τους οποίους εμφανίζονται γενικότερα τα εσωτερικά όρια της αστικής νομιμότητας ως νομιμότητας προορισμένης να υπηρετεί την ίδια κυριαρχία.

Βέβαια δεν πρόκειται να αναπτυχθούν σε αυτή την ανάρτηση όλες αυτές οι πλευρές. Εδώ απλά θα παραμείνουμε σε ό,τι λέει ο τίτλος της μια και πρόκειται για ένα «νομικό» περιστατικό που αν δεν το εξετάσουμε κατ’ αρχήν «ως έχει» δεν θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε κάποτε ούτε και σε μια διερεύνηση της παραπάνω θεματολογίας βαθύτερα από όσο βάθος καταλαμβάνουν οι απλοί τίτλοι της.

*

Για να μπούμε στο θέμα πρέπει να θυμηθούμε ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση το ΣτΕ λειτουργεί σαν ανασταλτικό δικαστήριο, δηλαδή με μια δικαιοδοσία που τα όρια της φτάνουν ως την αναστολή μιας υπουργικής απόφασης, και πέραν τούτου ουδέν. Το ΣτΕ στη συγκεκριμένη του λειτουργία «αναστέλλει» και δεν «κανονίζει» παρά μόνο με τη μορφή μέτρων «κατάλληλων» μέσα στα «ανασταλτικά» όρια των αποφάσεών του, και -πολύ περισσότερο βέβαια- δεν «νομοθετεί». Κι όταν λέμε «αναστέλλει», δεν μιλάμε για μια γενική ή αόριστη πραγματικότητα, αλλά για μια συγκεκριμένη διάταξη (ή ένα σύνολο διατάξεων) εν προκειμένω της υπουργικής απόφασης για την ΕΡΤ της οποίας συγκεκριμένης διάταξης η εφαρμογή «παύει» μέχρι να κριθεί το θέμα οριστικά, και της οποίας η «μη εφαρμογή» αναγκαστικά συνοδεύεται από μια σειρά πραγματικών και νομικών συνεπειών.

Για ν’ αρχίσουμε να το συγκεκριμενοποιούμε: Το ΣτΕ δεν υπάρχει για να έρθει και να πει, ότι εξαιτίας της υπουργικής απόφασης δεν υπάρχουν εκπομπές δημόσιου ρ/τ φορέα, ότι «αναστέλλει» την μη ύπαρξη τέτοιων εκπομπών και διατάζει ν’ αρχίσουν από δημοσιο ρ/τ φορέα εκπομπές.  Απέναντι του δεν έχει μια γενική πραγματικότητα αλλά μια συγκεκριμένη νομική διάταξη την οποία είτε δεν την αναστέλλει είτε την αναστέλλει, και το κάνει αυτό με βάση το συγκεκριμένο «λεκτικό» της περιεχόμενο…

Έτσι τοσο με την προσωρινή διαταγή όσο και με την απόφαση τμ. αναστολών δεν ανέστειλε ούτε και μπορούσε να αναστείλει το ότι «δεν υπάρχουν εκπομπές από δημόσιο ρ/τ φορέα». Αυτό δεν μπορει να «ανασταλεί» από το ΣτΕ. Μπορεί να αποτελέσει μόνο αιτιολογική βάση για ό,τι αναστέλλεται. Και αυτό που αναστέλλεται και με τις δυο αποφάσεις είναι οι διατάξεις της υπουργικής απόφασης που εντελώς συγκεκριμένα λένε ότι παύουν οι εκπομπές, οι ιστότοποι και οι συχνότητες «της ΕΡΤ ΑΕ».

Μια λοιπόν που όπως όλοι ξέρουν υπάρχει απόλυτη αναλογία ανάμεσα στη μαθηματική και τη νομική σκέψη, και μια που και οι δυο αποφάσεις αναστέλλουν την υπουργική απόφαση ως προς (με απλά λόγια) «την παύση των εκπομπών, των ιστοτόπων και των συχνοτήτων της ΕΡΤ», αυτή η απόφαση δεν έχει και δεν μπορει να έχει άλλο «μαθηματικό» δηλαδή νομικό νόημα εκτός από το ότι οι εκπομπές, οι ιστότοποι και οι συχνότητες της ΕΡΤ ΑΕ πρέπει να συνεχιστούν. Δεν μιλάμε -ούτε και θα μπορούσαμε να μιλάμε σε μια απόφαση αναστολής- για κάποιες εκπομπές, ιστότοπους και συχνότητες σαν της ΕΡΤ ΑΕ, αλλά  για τις εκπομπές, τους ιστότοπους και τις συχνότητες της ΕΡΤ ΑΕ.   Και εφόσον αναστέλλεται η παύση των εκπομπών, των ιστοτόπων και των συχνοτήτων της ΕΡΤ ΑΕ, συνεπάγεται (για να το πούμε με μαθηματικά), ότι η ΕΡΤ ΑΕ πρέπει να συνεχίσει τη λειτουργία της για να συνεχιστούν οι εκπομπές, οι ιστότοποι και οι συχνότητες της.

Και τότε, θα ρωτήσει κάποιος, γιατί δεν έβγαινε το ΣτΕ να πει ευθέως ότι αναστέλλει την κατάργηση της ΕΡΤ και λέει ότι αναστέλλεται η κατάργηση των εκπομπών της ΕΡΤ;

Ο πρώτος λόγος είναι, διότι το  καταρχήν και εντος των ορίων δικαιοδοσίας του ΣτΕ «παράνομο»  της υπουργκής απόφασης δεν βρίσκεται στο ότι καταργεί  την ΕΡΤ ειδικά, αλλά στο ότι καταργώντας την ΕΡΤ παύουν οι εκπομπές κλπ από δημόσιο ρ/τ φορέα. Προκειμένου λοιπόν να υπάρχουν τέτοιες εκπομές το ελάχιστο που μπορεί και οφείλει να κάνει το ΣτΕ σαν ανασταλτικό δικαστήριο είναι να αναστείλει τη συγκεκριμένη διάταξη της υπουργικής απόφασης που λέει: «παύει η μετάδοση των εκπομπών κλπ της ΕΡΤ ΑΕ» – και είδαμε ποιο μπορεί από μαθηματική άποψη να είναι το μοναδικό νόημα αυτης της συγκεκριμένης αναστολής.  Φυσικά όποιος είναι σε θέση να αποδείξει «μαθηματικά» ότι αναστολή της παύσης των εκπομπών της ΕΡΤ μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο από τη συνέχιση των εκπομπών της ΕΡΤ, ας το κάνει.

Ο δεύτερος λόγος είναι ζήτημα καθαρά δικαστικής βούλησης. Το ΣτΕ και στις δυο αποφάσεις του θα μπορούσε να ακολουθήσει ως το τέλος τους τις συνέπειες της συγκεκριμένης αναστολής που επέβαλε και να αναστείλει, κατά συνέπεια, ρητά την καταργηση της ΕΡΤ. Αν είχε τη βούληση να το κάνει (που δεν την είχε), θα επρόκειτο για την εκδήλωση μιας ανοιχτής αντίθεσης ανάμεσα στη δικαστική και στην εκτελεστική εξουσία, με την πρώτη να ρίχνει το γάντι στη δεύτερη προκειμένου να μην υπάρχουν παρερμηνείες βασισμένες στον τύπο και στη νομική «ελλειπτικότητα» του ζητήματος. Εφόσον, όμως, δεν είχε τη βουλήση να το κάνει, το δικαστήριο ήταν καταρχήν τυπικά «καλυμμένο»   (απέναντι στον εαυτό του…) κρατώντας την απόφασή του στα όσο το δυνατόν πιο περιορισμένα πλαίσια του «γράμματός» της και της τυπικής του δικαιοδοσίας. Και στο σημείο αυτο τελειώνουν οι ομοιότητες ανάμεσα στις δυο αποφάσεις του ΣτΕ και αρχίζουν οι διαφορές τους.

Στην προσωρινή διαταγή του προέδρου το σχήμα που τηρείται ουσιαστικά (στην παραπάνω βάση:  τυπικής νομικής-δικανικής κάλυψης του δικαστή – διατήρησης «αρμονικών» σχέσεων μεταξύ δικαστικής & εκτελεστικής εξουσίας) είναι: Επειδή πρέπει να υπάρχουν εκπομπές (κλπ) από δημόσιο ρ/τ φορέα  και με την υπουργική απόφαση  οι εκπομπές της ΕΡΤ (που είναι δημόσιος ρ/τ φορέας) σταματάνε, γι’ αυτό αναστέλλω την υπουργική απόφαση ως προς το σταμάτημα των εκπομπών της ΕΡΤ και διατάζω τους υπουργούς να κάνουν ό,τι είναι αναγκαίο ώστε να υπάρχουν εκπομπές δημόσιου ρ/τ φορέα.

Ίσως δεν θα μπορούσε να υπάρχει περισσότερη προσήλωση στα απολύτως ελάχιστα τυπικά απαιτούμενα μιας απόφασης σαν κι αυτής, προκειμένου να μην εμφανιστεί στην καθαρότητά και την πληρότητά του το ουσιαστικό της περιεχόμενο και οι απώτερες νομικές και πραγματικές του συνέπειες.  Ταυτόχρονα δεν υπάρχει «ερμηνεία» προσηλωμένη στα ίδια αυτά ελάχιστα τυπικά απαιτούμενα, άλλη από αυτήν βάσει της οποίας οι αρμόδιοι υπουργοί προκειμένου να υπάρχει εκπομπή (κλπ) από δημόσιο ρ/τ φορέα οφείλουν να κάνουν ό,τι είναι αναγκαίο ώστε και πρακτικά να ανασταλεί αυτό που ανεστάλη δικαστικά, δηλαδή ό,τι είναι αναγκαίο για να ξαναρχίσουν αμέσως οι εκπομπές (κλπ) της ΕΡΤ.

Και ταυτόχρονα, τέλος, δεν υπήρχε περίπτωση το περιεχόμενο και η «ερμηνεία» αυτής της τυπικά «άψογης» απόφασης, να μην γινόταν αντικείμενο κυβερνητικής «αμηχανίας» και των πολιτικών συσχετισμών εντός της συγκυβέρνησης από τη μια και, από την άλλη, αντικείμενο «τροφής» των μμε και των όσων αυτά υπηρετούν.

Όλα οσα ακολούθησαν στη συνέχεια σχετικά με την «ερμηνεία» της προσωρινής διαταγής, τις «διευκρινίσεις» κλπ κλπ, δεν είχαν στην πραγματικότητα καμία σχέση με το αυτοτελές της περιεχόμενο που δεν παύει να συνίσταται στην αναστολή της παύσης των εκπομπών της ΕΡΤ, στην, κατά άμεση συνέπεια, συνέχιση των εκπομπών της και στην, κατ’ απώτερη συνέπεια, συνέχιση της ύπαρξής της.  Το μοναδικο με το οποίο είχαν σχέση όλες αυτές οι (κυβερνητικής κατεύθυνσης) «ερμηνείες», «διευκρινίσεις»κλπ, δεν ήταν η εφαρμογή της απόφασης αλλά η ανεύρεση μορφών νομότυπης παράκαμψής της: εφοσον αναστέλλεται η παύση των εκπομπών κλπ της ΕΡΤ γιατί πρέπει να υπάρχουν εκπομπές δημόσιου ρ/τ φορέα, βρείτε τρόπο να φτιάξετε στα γρήγορα κάτι που να μοιάζει κάπως με δημόσιο ρ/τ φορέα ώστε να καταστεί άνευ αντικειμένου η συνέχιση των εκπομπών της ΕΡΤ και η απόφαση που αναστέλλει την παύση τους…

Εφόσον η εκτελεστική εξουσια κινείται στα όρια (και για την ακρίβεια: από την εξωτερική πλευρά των ορίων) της νομιμότητάς της, και εφόσον η δικαστική εξουσία δεν έχει τη βούληση να την επαναφέρει έστω στην εσωτερική πλευρά των ορίων αυτών, εφόσον λοιπόν πρέπει να υπηρετηθεί ο στόχος της «αρμονίας» στις σχέσεις ανάμεσα στις δυο «εξουσίες», εφόσον λοιπόν γι’ αυτούς τους λόγους αναγκαστικά θα πορευτούν μαζί στην ίδια πλευρά των ορίων της νομιμότητας, εφόσον επίσης τις πιο «δύσκολες» και «υπεύθυνες» αποφάσεις τις λαμβάνουν καλύτερα πολλοί παρά ένας, εφόσον λοιπόν ισχύουν όλα αυτά, τότε δεν είναι παράδοξο που η παραπάνω διάσταση ανάμεσα στην προσωρινή διαταγή και την (εμφανιζόμενη σαν «ερμηνεία» της) νομότυπη παράκαμψή της υιοθετήθηκε στην συνέχεια και ενσωματώθηκε στο «ενιαίο και αδιάσπαστο» κείμενο της απόφασης του τμήματος αναστολών του ΣτΕ…

Σε μια ανασταλτική απόφαση πρέπει οπωσδήποτε κάτι να ανασταλεί, και  το ελάχιστο που μπορούσε να ανασταλεί ήταν και πάλι το μέρος της υπουργικής απόφασης, με το οποίο διακόπτονται οι εκπομπές (κλπ) «της ΕΡΤ ΑΕ». Αιτιολογία η ίδια: η τυπική υποχρέωση μετάδοσης εκπομπών από δημόσιο ρ/τ φορέα… Αν και η νομική εμπειρία μου δεν είναι δα και αχανής, ωστόσο αποτελεί κατά την πεποίθησή μου σπάνια πρωτοτυπία το ότι στην απόφαση του τμήματος αναστολών του ΣτΕ τα διατασσόμενα «κατάλληλα μέτρα» δεν αποσκοπούν στην εφαρμογή του ανασταλτικού σκέλους της απόφασης αλλά παρεμβαίνουν κανονιστικά για την πραγματοποίηση εκείνων των ενεργειών που θα καταστήσουν (εν καιρώ!) ανεδαφική την αιτιολογία της ώστε να καταστεί πλέον άνευ αντικειμένου και το σκέλος της που αναστέλλει ό,τι αναστέλλει!

Όταν η εκτελεστική εξουσία παρακάμπτει τη νομοθετική (με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου κλπ) είναι φυσικό να έχει όλο και συχνότερα την ανάγκη προσφυγής στη δικαστική εξουσία. Η δικαστική εξουσία πάλι έφτασε για λίγο στο ανώτατο σημείο της ως «ρυθμιστής» της αστικής πολιτικής, είδε για λίγο τον εαυτό της να ξεπερνά σε πολιτική «σημασία» την εκτελεστική εξουσία, κι αυτό την στιγμή ακριβώς της πιο «οριστικής» υποταγής της σ’ αυτήν. Ας μην παρασυρόμαστε φυσικά από τις φαινομενικές σχέσεις των «τριών εξουσιών» που δεν είναι παρά εκδηλώσεις των σχέσεων που επικρατούν στο εσωτερικό της αστικής εξουσίας…   Εκδηλώσεις των ορίων της αστικής νομιμότητας,  που δεν μπορούν παρά να στενεύουν (στενεύοντας ταυτόχρονα και τα όρια στις σχέσεις μεταξύ των «εξουσιών») όσο λιγοστεύει η κοινωνική νομιμοποίηση της αστικής πολιτικής  κατά τη διεξαγωγή της γενικευμένης επίθεσής της κατά των λαϊκών-εργατικών δικαιωμάτων και αναγκών, οι οποίες είναι πια ταυτόσημες με τις ανάγκες ύπαρξης και ανάπτυξης της ίδιας της κοινωνίας.