η μεγάλη ληστεία των τραίνων

«Η ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. είναι σήμερα πλέον μια κερδοφόρα επιχείρηση. Η διατήρηση των μετοχών της στην κυριότητα του δημοσίου θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικά οφέλη για τα δημόσια ταμεία. Ταυτόχρονα, η εξαγγελθείσα ιδιωτικοποίηση τραυματίζει οποιοδήποτε μελλοντική προσπάθεια για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό στον κλάδο των μεταφορών και ένταξη της χώρας στα δίκτυα του διεθνούς εμπορίου. Τέλος, προωθείται μια εποχή που η μετακίνηση με το τραίνο αναμένεται διεθνώς να αναγεννηθεί τόσο ως μέσου τουριστικής περιήγησης, όσο ως μέσο μαζικής μεταφοράς για τους πολίτες». Γεώργιος Σταθάκης, 2013

***

Στις 18 Ιανουαρίου υπογράφτηκε η σχετική σύμβαση και η ΤΡΑΙΝΟΣΕ πουλήθηκε στην ιταλική Ferrovie dello Stato Italiane έναντι τιμήματος 45 εκατομμυρίων ευρώ.

Όπως συνήθως, στη φιλολογία που ακολούθησε, κυριάρχησε το ύψος του αντιτίμου: Είναι καλή τιμή τα 45 εκατ. ευρώ για την ΤΡΑΙΝΟΣΕ; Μήπως είναι πολύ φτηνά; Και γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ πριν ελάχιστα χρόνια θεωρούσε λίγα και τα περισσότερα, άλλη μια κολοτούμπα λοιπόν, κλπ.

Αλλά όπως συνήθως, το θέμα είναι αρκετά διαφορετικό και πολύ σοβαρότερο από την τιμή πώλησης, η οποία όταν προβάλλεται ως «το» πρόβλημα απλώς νομιμοποιεί το ξεπούλημα και, για την ακρίβεια, εν προκειμένω (για άλλη μια φορά), νομιμοποιεί μια εν ψυχρώ ληστεία δυσθεώρητου ύψους σε βάρος του λαού, για την οποία ληστεία ευθύνονται η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που «πέτυχε» το ξεπούλημα, οι προηγούμενες κυβερνήσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ που πρώτες έβγαλαν την ΤΡΑΙΝΟΣΕ στο σφυρί (βλ. ΤΑΙΠΕΔ), τα ποικιλόμορφα αστικά ΜΜΕ σαν μηχανισμοί συγκάλυψης του αντιλαϊκού εγκλήματος, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο νόμος της τής «ελευθερίας του ανταγωνισμού» τον οποίο περιλαμβάνει η συνθήκη του Μάαστριχτ και τον οποίο υλοποιούν όλες οι κυβερνήσεις από την ψήφιση της συνθήκης το 1992 έως και σήμερα.

***

Η ΤΡΑΙΝΟΣΕ λοιπόν, ξαναλέμε, «πουλήθηκε» για 45 εκατ. ευρώ, «απαλλαγμένη» από χρέη. Αυτά μεταφέρθηκαν στις πλάτες του συνηθισμένου υποζύγιου της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της καπιταλιστικής κρίσης, στις πλάτες των εργαζόμενων.  Σαν μην έφτανε αυτό, ήδη εδώ και ένα χρόνο (πάλι επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) είχε ολοκληρωθεί η νομοθετική ρύθμιση για την ετήσια κρατική χρηματοδότηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ μέχρι το ποσό των 50 εκατ. ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό για το διάστημα 2015 – 2020, για την «εκτέλεση της υποχρεωτικής δημόσιας υπηρεσίας επιβατικών μεταφορών» (κατά το πρότυπο της επιδότησης των εφοπλιστών για τα δρομολόγια της «άγονης γραμμής»…), ενώ από το 2020 και μετά, η παροχή της υποχρεωτικής υπηρεσίας θα ανατίθεται μέσω «διαγωνιστικής διαδικασίας»…

Έτσι η εταιρεία που «αγόρασε» την ΤΡΑΙΝΟΣΕ, δίνοντας 45 εκατ. έχει εξασφαλισμένες κρατικές επιδοτήσεις (2017-2020)  ποσού 200 εκατ. Οπότε τίθεται και το ερώτημα γιατί να πληρώνει 45 εκατ. για την «αγορά» της αντί να εισπράξει απευθείας 200-45=155 εκατ. ευρώ από το κράτος με το που θα παραλάβει την ΤΡΑΙΝΟΣΕ.

Ρητορικό το ερώτημα. Δεν είναι όμως ρητορεία το ότι τις μέχρι χθες κρατικές επιδοτήσεις προς την κρατική ΤΡΑΙΝΟΣΕ  η Ευρωπαϊκή Ένωση τις θεωρούσε «παράνομες ενισχύσεις» οι οποίες παραβίαζαν την απολυταρχία του «ελεύθερου ανταγωνισμού», ενώ οι κρατικές επιδοτήσεις προς ένα καπιταλιστικό μονοπώλιο θεωρούνται από την ίδια όχι απλώς «νομότυπες» αλλά και.. εκ των ουκ άνευ για την «ανάπτυξη» αυτού του όλο και πιο κρατικοδίαιτου μονοπωλιακού καπιταλισμού, που σαν όλο και πιο κρατικοδίαιτος γίνεται την ίδια στιγμή όλο και πιο αντεργατικός, πιο αντιλαϊκός, πιο αντικοινωνικός. Ας θεωρητικολογήσουμε λίγο: Όσο, από τη μια, πιο κοινωνικός γίνεται ο χαρακτήρας της σύγχρονης παραγωγής και όσο, από την άλλη, πιο ατομική γίνεται η ιδιοποίησή της, άλλο τόσο είναι επόμενο ο καπιταλισμός να αποκτά όλο και πιο αντικοινωνικά χαρακτηριστικά.

Κατά τα άλλα ας σημειώσουμε το γεγονός ότι στο όνομα αυτών των «παράνομων» κρατικών ενισχύσεων προς την κρατική ΤΡΑΙΝΟΣΕ, στο όνομα δηλαδή της «παραβίασης της ελευθερίας του ανταγωνισμού» η Ευρωπαϊκή Ένωση απειλούσε την ΤΡΑΙΝΟΣΕ με λουκέτο, αν δεν… ξεπουλιόταν, και ας σημειώσουμε επίσης το γεγονός ότι την απειλή αυτή την επικαλούνται ως «αγωνία» τους οι ίδιοι οι κυβερνητικοί απολογητές της ΕΕ και του Μάαστριχτ για να δικαιολογήσουν το αντιλαϊκό έγκλημα που διέπραξαν ξεπουλώντας την ΤΡΑΙΝΟΣΕ (όπως λίγο νωρίτερα και μερικές δεκάδες αεροδρόμια, το «φιλέτο» του Ελληνικού, όπως βάζουν μπροστά για να συνεχίσουν το ξεπούλημα των λιμανιών, της «ΔΕΔΔΗΕ» κλπ). Ας σημειώσουμε τέλος, κλείνοντας, το κεφάλαιο των «παράνομων ενισχύσεων», ότι με το ίδιο αιτιολογικό «παραβίασης του ελεύθερου ανταγωνισμού» η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε σαν ποινή το λουκέτο στο «εμπορικό τμήμα» των – κρατικών τότε – Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, που παραμένει κλειστό αν και μέσα στις δυνατότητές του είναι και η κατασκευή σιδηροδρομικών βαγονιών, για να επιστρέψουμε με αυτόν τον τρόπο στο κύριο θέμα.

Στο οποίο κύριο θέμα, μετά από όλα αυτά, δεν έχουμε καν μπει.

***

Διότι το κύριο θέμα βρίσκεται στο γεγονός ότι, προκειμένου να «καταφέρνει ο ΟΣΕ να είναι περιζήτητη νύφη για ορισμένους ξένους επενδυτές» και προκειμένου «η σιδηροδρομική σύνδεση Αθήνας – Θεσσαλονίκης να φιγουράρει ανάμεσα στις πιο δελεαστικές ευρωπαϊκές γραμμές», από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 μέχρι και σήμερα έχει πραγματοποιηθεί και συνεχίζει να πραγματοποιείται ένα τεράστιο έργο εκσυγχρονισμού του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας, το οποίο έργο ο λαός το έχει πληρώσει και συνεχίζει να το πληρώνει με πολλά δισεκατομμύρια ευρώ, το έχει φορτωθεί και συνεχίζει να  το φορτώνεται στις πλάτες του σαν χρέος πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ.  Και η ολοκλήρωση του μεγάλου μέρους αυτού του έργου, χάρη στο οποίο π.χ. το ταξίδι  Αθήνα – Θεσσαλονίκη θα γίνεται σε λιγότερο απο 3,5 ώρες, «συμπίπτει» χρονικά με το ξεπούλημα της ΤΡΑΙΝΟΣΕ… Έτσι, λοιπόν, τον Ιανουάριο του 2010 ο προϋπολογισμός των έργων του σιδηροδρομικού άξονα Πάτρα – Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Ειδομενή/Προμαχώνας (ΠΑΘΕΠ) για τα έτη 2000-2015 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 6,2 δισ. ευρώ. Από αυτά,  4,6 δισ. προέρχονται από την ΕΕ (Γ΄ ΚΠΣ & ΕΣΠΑ) και 1,6 δισ. ευρώ προέρχονται από εθνικούς πόρους. Ας προστεθούν τώρα και οι, εθνικοί μόνο, πόροι των δισ. που δαπανήθηκαν κατά την πρώτη τουλάχιστον πενταετία των έργων. Ας προστεθεί και ο προϋπολογισμός των δισ. (με την όποια κατανομή των πόρων σε ευρωενωσιακούς και εθνικούς) για την κατασκευή και επέκταση του «προαστιακού» που επίσης περνά στην εκμετάλλευση του «αγοραστή». Το συμπέρασμα που βγαίνει αβίαστα είναι ότι υπάρχει κάποιος κερατάς, που στενάζει στην καθημερινή του αγγαρεία, που για τα χρέη «του» σέρνεται δεμένος σαν άλλος Έκτορας στο άρμα των «θεσμών», ο οποίος κερατάς από τους πόρους του ιδρώτα του έβγαλε μερικά δισ. για να κατασκευαστούν οι υποδομές οι οποίες τώρα παραχωρούνται στον «αγοραστή» σαν δωρεάν πάγιο κεφάλαιο της καπιταλιστικής του κερδοφορίας.

***

Στην περίπτωση του ξεπουλήματος της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ακολουθήθηκε κάθε διαστροφικό-καπιταλιστικό-οικονομικό πρότυπο που είχε ακολουθηθεί και σε ανάλογες προηγούμενες περιπτώσεις:

Το πρότυπο της ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ όπου τα χρέη  της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» φορτώθηκαν στις πλάτες του λαού, όπως στις πλάτες του λαού φορτώθηκε και η «εξυγείανση» της κρατικής πια ΑΓΕΤ εωσότου έγινε κερδοφόρα, για να ξεπουληθεί τότε στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Πρώτα σε ένα ιταλικό μονοπώλιο την περίοδο που «συνέπιπτε» με την έναρξη των μεγάλων κρατικών έργων της δεκαετίας του 1990 (μετρό, οδικοί άξονες) και σε συνέχεια σε ένα γαλλικό μονοπώλιο την περίοδο που «συνέπιπτε» με την έναρξη των ολυμπιακών έργων, έως τη σημερινή καπιταλιστική κρίση όπου η ιδιοκτήτρια εταιρεία κλείνει μονάδες  της ΑΓΕΤ γιατί πια «δεν την συμφέρουν».

Το πρότυπο του ΟΤΕ, που πρώτα – σαν εταιρεία «μιας μετοχής και αυτής κρατικής» – εκσυγχρόνισε το δίκτυο όλης της χώρας αντικαθιστώντας τα χάλκινα σύρματα με οπτικές ίνες, για να «περάσει» κατόπιν στα χέρια της γερμανικής Ντόιτσε Τέλεκομ.

Το πρότυπο της «αυτοχρηματοδότησης» των οδικών αξόνων, που συνίσταται στο ότι το κράτος πληρώνει την κατασκευή τους και οι μονοπωλιακοί κατασκευαστικοί όμιλοι εισπράττουν τα διόδια, με τη διαφορά στην περίπτωση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ότι τα εισητήρια δεν θα τα κόβει ο κατασκευαστικός όμιλος αλλά ο επιχειρηματικός όμιλος που την «αγόρασε».

Το πρότυπο της Αγροτικής Τράπεζας που τεμαχίστηκε σε «κακή», την οποία φορτώθηκε ο λαός, και σε «καλή» η οποία μεταβιβάστηκε στον όμιλο Σαλά. Το πρότυπο επίσης της ΔΕΗ, η οποία για τις ανάγκες του ξεπουλήματός της και της «ελευθερίας του ανταγωνισμού» τεμαχίστηκε σε φέτες. Άλλη «φέτα» για την παραγωγή του ρεύματος, άλλη για τη διανομή του κ.ο.κ., σε «μεγάλη ΔΕΗ», σε «μικρή ΔΕΗ», σε διάφορες επιχειρήσεις με μυστικιστικά αρκτικόλεξα (ΑΔΜΗΕ, ΔΕΔΔΗΕ κλπ) που κανείς «απλός άνθρωπος» δεν ξέρει τι σημαίνουν τα αρχικά τους και τι κάνουν αυτές οι επιχειρήσεις, τέλειος κοινωνικός αναλφαβητισμός δηλαδή. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν, από το 1996 (όταν μόλις είχαν αρχίσει τα έργα εκσυγχρονισμού του σιδηροδρομικού δικτύου) η κυβέρνηση (ΠΑΣΟΚ) έδεσε τον ενιαίο κρατικό ΟΣΕ στο κρεβάτι του Προκρούστη και άρχισε να τον τεμαχίζει: Από τη μέση και κάτω ΕΡΓΟΣΕ, η επιχείρηση που αναθέτει σε μονοπωλιακούς κατασκευαστικούς ομίλους και πληρώνει τα  έργα κατασκευής των σιδηροδρομικών υποδομών. Από τη μέση και πάνω, το 2005 (ΝΔ), ΤΡΑΙΝΟΣΕ, η επιχείρηση που εκτελεί το συγκοινωνιακό έργο, δηλαδή η επιχείρηση που αξιοποιεί, που εκμεταλλεύεται τις υποδομές που κατασκευάζει η ΕΡΓΟΣΕ…

Όπως είναι φανερό, η ΕΡΓΟΣΕ που πληρώνει την κατασκευή και συντήρηση των υποδομών αποτελεί ας πούμε τον «κακό ΟΣΕ» και η ΤΡΑΙΝΟΣΕ που εκμεταλλεύεται αυτές τις υποδομές αποτελεί τον «καλό ΟΣΕ». Και όπως μπορεί πια και ένα μικρό παιδί να μαντέψει, η ΕΡΓΟΣΕ θα παραμείνει κρατική ενώ η ΤΡΑΙΝΟΣΕ, η «περιζήτητη νύφη», η «δελεαστική», ξεπουλήθηκε. Το 2017 (ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ).

Βρε «πού πήγαν τα λεφτά»… Και πού εξακολουθούν να πηγαίνουν, βεβαίως – βεβαίως!

***

Μετά από όλα αυτά, ας ανατρέξουμε, ένα χρόνο νωρίτερα, σε εκείνη τη συνεδρίαση Επιτροπής της Βουλής, όπου ο υπουργός Μεταφορών, Υποδομών και Δικτύων, Χρ. Σπίρτζης, «επέρριψε ευθύνες στην προηγούμενη κυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ για τον άγονο διαγωνισμό, λέγοντας ότι ‘θα πρέπει να απολογηθούν όσοι σχεδίασαν τον διαγωνισμό γιατί απέτυχε, ενώ ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση θα προωθήσει με αποφασιστικότητα την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας, γιατί ‘αυτό είναι μία δέσμευση όχι μόνο σε σχέση με τους δανειστές αλλά το έχει ζητήσει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή».

Αλήθεια, μήπως εν προκειμένω δεν πρέπει να απολογηθεί, απέναντι στο λαό, η προηγούμενη κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ για την «αποτυχία» της, αλλά η σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για την «επιτυχία» της;

***

Η «μεγάλη ληστεία των τραίνων», ληστεία δισεκατομμυρίων ευρώ, δεν είναι άλλη από το ξεπούλημα της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, τελεία και παύλα. Το θέμα θα μπορούσε να ολοκληρωθεί εδώ. Παρ’ όλα αυτά ας δώσουμε μια παράταση για κάποιες «επιμέρους» πλευρές του, που μπορεί με τον ένα άλλο τρόπο να απασχολούν:

Πρώτη τέτοια πλευρά: Το ζήτημα των «κοινοτικών», ευρωενωσιακών ενισχύσεων για την κατασκευή των σιδηροδρομικών υποδομών. Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε, ότι το πιο δύσκολο θέμα στην διαδικτυακή αναζήτηση, για τις ανάγκες αυτού του κειμένου, ήταν να «ανακαλυφθεί» το συνολικό κόστος των έργων και η κατανομή αυτού του κόστους. Κι όμως θα έπρεπε να είναι πανεύκολα προσβάσιμη κάθε πληροφορία αυτού του είδους. Έτσι π.χ. δεν μπόρεσα να βρω το ποσό που δαπανήθηκε από ΟΣΕ – ΕΡΓΟΣΕ για την περίοδο 1995-2000, πριν δηλαδή αρχίσει η ευρωενωσιακή συγχρηματοδότηση των έργων. Όπως δεν μπόρεσα να βρω και την κατανομή των ποσών για την κατασκευή του «προαστιακού», ο οποίος από το 2007 «απορροφήθηκε» από την ΤΡΑΙΝΟΣΕ, και ο οποίος το 2003 φέρεται να έχει κοστίσει «περίπου ένα δισ. ευρώ», ενώ η επέκτασή του συνεχίζεται και σήμερα. Εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέρθηκε ήδη, το 2010 ο προϋπολογισμός των έργων του σιδηροδρομικού άξονα Πάτρα – Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Ειδομενή/Προμαχώνας (ΠΑΘΕΠ) ανερχόταν, για τα έτη 2000-2015, στο συνολικό ποσό των 6,2 δισ. ευρώ. Και από αυτά,  4,6 δισ. προέρχονται από την ΕΕ (Γ΄ ΚΠΣ & ΕΣΠΑ) και 1,6 δισ. ευρώ προέρχονται από εθνικούς πόρους.

Θα πρέπει όμως να ξεκαθαριστεί το εξής: Δεν μπαίνουμε εδώ βαθύτερα στο πραγματικό ερώτημα  πόσα μάς δίνει και πώς μας τα δίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε πόσα μάς παίρνει και πώς μας τα παίρνει. Περιοριζόμαστε στο εξής: Όσο υπόλογη είναι απέναντι στον ελληνικό λαό η ελληνική κυβέρνηση (και διαχρονικά οι ελληνικές κυβερνήσεις) για τη ληστεία σε βάρος του την οποία αποτελεί το ξεπούλημα της ΤΡΑΙΝΟΣΕ (και φυσικά: όχι μόνο), άλλο τόσο υπόλογη είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι και στον ελληνικό και σε κάθε λαό των κρατών-μελών της. Όσο οφείλουν οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις και τα ελληνικά κόμματα του καπιταλιστικού-ευρωπαϊκίστικου «τόξου» να «εξηγήσουν» στον «Έλληνα φορολογούμενο» πώς και γιατί τον βάζουν να πληρώσει πολύ περισσότερα από 1,6 δισ. για τις ράγες που πάνω της θα τσουλήσουν τα… ταμεία της οποιασδήποτε καπιταλιστικής επιχείρησης, άλλο τόσο οφείλει η Ευρωπαϊκή Ένωση να εξηγήσει το ίδιο πράγμα στον Γερμανό, τον Γάλλο, τον Ιταλό, τον Ισπανό, τον «ευρωπαίο φορολογούμενο» για τα 4,6 δισ. που τον χρεώνει προκειμένου να συσσωρεύονται κέρδη στα ταμεία των επιχειρηματικών ομίλων.

Δεύτερη πλευρά: Η «Ferrovie dello Stato Italiane», η εταιρεία που «αγόρασε» την ΤΡΑΙΝΟΣΕ είναι ιταλική κρατική σιδηροδρομική εταιρεία. «Κρατική». Επομένως;

Επομένως, αναδεικνύεται ο ρόλος που επιτελεί το κράτος της δικτατορίας των μονοπωλίων, στην γενική επιβολή των όρων του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Η σύμφυση του τραπεζικού και του εμποροβιομηχανικού κεφαλαίου σε ένα «ενιαίο» χρηματιστικό κεφάλαιο  συμπληρώνεται με τη σύμφυση του καπιταλιστικού κράτους με τα καπιταλιστικά μονοπώλια. Και αυτός είναι ο μονοπωλιακός, δηλαδή ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός. Αναδεικνύεται επίσης ένα μέρος των σχέσεων ανάμεσα σε κράτη, οι σχέσεις της μεταξύ τους ανισομετρίας, οι τέτοιες μεταξύ τους σχέσεις που «στην εποχή του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού γίνονται γενικό σύστημα, αποτελούν μέρος του συνόλου των σχέσεων του ‘μοιράσματος του κόσμου’, μετατρέπονται σε κρίκους της αλυσίδας των πράξεων του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου» (Λένιν, Ιμπεριαλισμός, σελ. 101). Είναι λοιπόν μια «κρατική επιχείρηση» αυτή που εν προκειμένω βάζει τους καρπούς του κοινωνικού εργατικού, λαϊκού μόχθου στην τροχιά της «ανοιχτής αγοράς», της «ελευθερίας κίνησης των κεφαλαίων», της «ελευθερίας του ανταγωνισμού», της κερδοφορίας των μονοπωλίων και της εξουσίας που πηγάζει από αυτήν και που τη στηρίζει.

Αλλά μήπως και ο ελληνικός κρατικός ΟΤΕ δεν έκανε  στα Βαλκάνια «μπίζνες» παρόμοιες με της ιταλικής σιδηροδρομικής εταιρείας, μέχρι να πουληθεί στην επίσης κρατική γερμανική εταιρία; Αλλά μήπως, επίσης, και η ίδια αυτή η κρατική ιταλική εταιρεία δεν βρίσκεται ήδη στο δρόμο της ιδιωτικοποίησης, μήπως δεν χαρακτηρίζεται ήδη ως «κρατική εταιρεία υπό ιδιωτικοποίηση», η οποία: «υλοποιεί εκτεταμένο πλάνο ανάπτυξης ώστε να δημιουργήσει τις καλύτερες συνθήκες μέσα στις οποίες θα πραγματοποιήσει την αποκρατικοποίησή της. Στοχεύει δηλαδή σε initial public offering, δηλαδή σε εισαγωγή στο χρηματιστήριο με πώληση μέρους των μετοχών της. Το πλάνο αφορά στην περίοδο 2014-2017 και προβλέπει έσοδα 9,5 δισ. ευρώ και λειτουργικά κέρδη EBITDA 2,5 δισ. ευρώ. Ήδη η εταιρεία έκλεισε το 2015 με έσοδα 8,6 δισ. ευρώ. Με την εξαγορά της ΤΡΑΙΝΟΣΕ θα προσθέσει τζίρο 125 εκατ. ευρώ, με κόστος μόλις 45 εκατ. ευρώ»; Μήπως τώρα δεν είναι πιο «χειροπιαστό» τι σημαίνει «κρίκοι της αλυσίδας των πράξεων του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου»;

Τρίτη και τελευταία πλευρά: Μερικά πράγματα είναι τόσο ξένα προς την «κοινή λογική», που φαντάζουν απίστευτα. Πώς μπορεί η «κοινή λογική» να «χωνέψει» π.χ. στην περίπτωση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ότι είναι «οικονομία» να πληρώνει ένα κράτος κάμποσα δισ. για να φτιάξει ράγες και ηλεκτροδότηση εκατοντάδων χιλιομέτρων, γέφυρες, σήραγγες κλπ, και κατόπιν να εγκαταστεθείς πάνω σε αυτές τις ράγες εσύ ή εγώ και να κόβεις εισητήρια για λογαριασμό σου. Και πώς μπορεί η «κοινή λογική» να χωνέψει ότι έχει δίκιο αυτή και όχι οι «μορφωμένοι άνθρωποι», οι «ειδικοί» πάνω σε αυτά τα ζητήματα, τα οποία στο κάτω-κάτω ίσως είναι πολύ πιο περίπλοκα από όσο φαίνονται…

Κι όμως μερικά πράγματα μπορούν στ’ αλήθεια να τα καταλάβουν και τα παιδιά του δημοτικού… Όσο καλά μπορούν, για παράδειγμα, τα παιδιά δημοτικού να καταλάβουν ότι «η καλή μας αγελάδα βόσκει κάτω στη λιακάδα μικρά χόρτα και μεγάλα για να κατεβάσει γάλα», την ίδια ώρα που επιστήμονες με διδακτορικά στην υπηρεσία του καπιταλιστικού κέρδους μπορούν να ταΐζουν την αγελάδα με τα οστεάλευρα της μαμάς της…

Και απλώς, αν είναι τόσο μεγάλη η διάσταση ανάμεσα σε αυτό που μπορούν και τα μικρά παιδιά να το καταλάβουν και στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τα πράγματα οι επιστημονικοί και πολιτικοί διαχειριστές των υποθέσεων του μονοπωλιακού κεφαλαίου, αυτό μάλλον οφείλεται στο οριστικό «διαζύγιο» του καπιταλιστικού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού  από οτιδήποτε σε αυτόν θα μπορούσε να αποτελεί λειτουργία που να υπηρετεί τις κοινωνικές σχέσεις. Κι αυτό το «διαζύγιο» δεν εκφράζεται μόνο στην περίπτωση της διατροφής των αγελάδων αλλά και στο πεδίο της οικονομικής διαχείρισης.

Στις παραμονές της γαλλικής επανάστασης, όταν οι φεουδαρχικές σχέσεις είχαν πια οριστικά ξεπεραστεί από την τότε ανάπτυξη του χαρακτήρα της παραγωγής, η Μαρία-Αντουανέτα είπε, λένε, για τους φτωχούς «αν δεν έχουν ψωμί ας φάνε παντεσπάνι». Μια πρόταση ανήκουστη για τη λογική των φτωχών, όμως για τη Μαρία-Αντουανέτα και τη δική της αντίληψη των πραγμάτων μια πρόταση απόλυτα λογική. Απλή διάσταση απόψεων…


Ο Μαρξ για την εγκράτεια, την αποταμίευση, την εργατικότητα

15 χρόνια (1991-2005) καπιταλιστικής ανάπτυξης («πλαστής ευμάρειας» σύμφωνα με την εκκλησία και με τις συνεντεύξεις των περισσότερων διανοουμένων, καλλιτεχνών κλπ) έχουν δώσει τη θέση τους σε ήδη 6 χρόνια καπιταλιστικής κρίσης («κρίσης πρωτίστως ηθικής» σύμφωνα με τους παραπάνω). Το κείμενο του Μαρξ που ακολουθεί, εμφανίζεται στις συνθήκες αυτές ιδιαίτερα επίκαιρο (από άποψη οικονομική όσο και… ηθική): Από την εποχή των «ελληνάδικων», του «σήκωσέ το το τιμημένο» και του καταναλωτικού δανεισμού (αντί για μισθό) έως τους πανηγυρισμούς του «μιλένιουμ» και της «καλύτερης ολυμπιάδας στην ιστορία», από το άδοξο τέλος του χρηματιστηριακού τζόγου έως τον ΕΝΦΙΑ, τα τεκμήρια διαβίωσης, τη δαμόκλειο σπάθα  των πλειστηριασμών και το αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο – τερατούργημα, από το 8ωρο ως την «ευελφάλεια» και από τη «γενιά των 700 ευρώ» ως τη γενιά των 1,5 εκατομμυρίων ανέργων,  η διαφήμιση της απόλαυσης και της κατανάλωσης συμβαδίζει ή εναλάσσεται συνεχώς με το κήρυγμα της εγκράτειας, της λιτότητας, της στέρησης. Κι από ό,τι φαίνεται, μοντέρνο δεν είναι το περιεχόμενο αλλά μόνο οι μορφές. 

Το κείμενο είναι από: Karl Marx, ΒΑΣΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ (GRUNDRISSE) ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, τόμος Β΄, Στοχαστής, σελ. 210-213 (ο χωρισμός σε παραγράφους έγινε από το μπλογκ προς διευκόλυνση της ανάγνωσης).

======================

«…Σκοπός της ανταλλαγής για τον εργάτη είναι η ικανοποίηση των αναγκών του. Αντικείμενο της ανταλλαγής του είναι ένα άμεσο αντικείμενο της ανάγκης, και όχι η ανταλλακτική αξία σαν τέτοια. Εισπράττει βέβαια χρήμα, αλλά μόνο στον προσδιορισμό του νομίσματος· μονάχα δηλαδή σαν διαμεσολάβηση που αίρει τον εαυτό της και εξαφανίζεται. Αυτό λοιπόν που παίρνει με την ανταλλαγή δεν είναι η ανταλλακτική αξία, δεν είναι ο πλούτος, αλλά είναι μέσα διαβίωσης, αντικείμενα για τη συντήρηση της ζωτικότητάς του, για την ικανοποίηση των αναγκών του γενικά – φυσικών, κοινωνικών κλπ. Είναι ένα καθορισμένο ισοδύναμο σε μέσα διαβίωσης, σε αντικειμενοποιημένη εργασία, που μέτρο της είναι το κόστος παραγωγής της δικής του εργασίας. Αυτό που εκχωρεί είναι το δικαίωμα διάθεσης της εργασίας του.

Τώρα, είναι αλήθεια από την άλλη μεριά ότι ακόμα και μέσα στην απλή κυκλοφορία το νόμισμα εξελίσσεται σε χρήμα· και ότι, κατά συνέπεια, στο μέτρο που ο εργάτης εισπράττει στην ανταλλαγή νόμισμα, μπορεί να το μετατρέψει σε χρήμα συσσωρεύοντάς το κλπ., αποσύροντάς το από την κυκλοφορία· παγιώνοντάς το σαν γενική μορφή του πλούτου αντί για φευγαλέο μέσο ανταλλαγής. Απ’ αυτή την άποψη θα μπορούσε λοιπόν να ειπωθεί ότι στην ανταλλαγή του εργάτη με το κεφάλαιο το αντικείμενο που επιδιώκει ο πρώτος -άρα και το προϊόν της ανταλλαγής γι’ αυτόν- δεν είναι το μέσο διαβίωσης αλλά ο πλούτος, δεν είναι μια ιδιαίτερη αξία χρήσης αλλά η ανταλλακτική αξία σαν τέτοια.  Κατά συνέπεια, ο εργάτης θα μπορούσε να κάνει την ανταλλακτική αξία δικό του προϊόν μονάχα με τον μοναδικό τρόπο που και ο πλούτος μπορεί γενικά να εμφανιστεί σαν προϊόν της απλής κυκλοφορίας όπου ανταλλάζονται ισοδύναμα: θυσιάζοντας δηλαδή την ουσιαστική ικανοποίηση για τη μορφή του πλούτου, αποσύροντας δηλαδή – με την εγκράτεια, την αποταμίευση, την περικοπή της κατανάλωσής του – από την κυκλοφορία λιγότερα αγαθά απ’ όσα της δίνει. Αυτός είναι ο μόνος δυνατός τρόπος πλουτισμού που τοποθετεί η ίδια η κυκλοφορία.Η εγκράτεια θα μπορούσε τότε να εμφανιστεί και με την πιο ενεργητική μορφή, που δεν έχει τοποθετηθεί στην απλή κυκλοφορία: ο εργάτης να απαρνηθεί σε ανώτερο βαθμό την ηρεμία, γενικά το είναι του – σε διάκριση από το είναι του σαν εργάτη – και να υπάρχει όσο γίνεται αποκλειστικά σαν εργάτης· να ανανεώνει δηλαδή συχνότερα την πράξη της ανταλλαγής, ή να την επεκτείνει ποσοτικά, με την εργατικότητα.

Γιαυτό και στη σημερινή κοινωνία η απαίτηση για εργατικότητα και ιδιαίτερα για αποταμίευση, εγκράτεια απευθύνεται όχι στους καπιταλιστές αλλά στους εργάτες· και μάλιστα την απευθύνουν οι καπιταλιστές. Η σημερινή κοινωνία διατυπώνει ακριβώς την παράδοξη απαίτηση, να δείχνει εγκράτεια εκείνος για τον οποίο το αντικείμενο της ανταλλαγής είναι το μέσο για τη ζωή, και όχι εκείνος για τον οποίο αποτελεί τον πλουτισμό. Η αυταπάτη ότι τάχα οι κεφαλαιοκράτες πραγματικά «έδειξαν εγκράτεια» και μ’ αυτό τον τρόπο έγιναν κεφαλαιοκράτες – απαίτηση και αντίληψη που δεν είχε νόημα παρά μόνο στην πρώτη περίοδο, όταν το κεφάλαιο διαμορφώνεται μέσα από φεουδαρχικές κλπ. σχέσεις – έχει εγκαταλειφθεί απ’ όλους τους αξιόπιστους σύγχρονους οικονομολόγους. Ο εργάτης πρέπει να αποταμιεύει, και γίνεται μεγάλος θόρυβος για τα ταμιευτήρια κλπ. (Ωστόσο για τα τελευταία παραδέχονται και οι ίδιοι οι οικονομολόγοι ότι πραγματικός τους σκοπός δεν είναι ο πλούτος, παρά μόνο η ορθολογικότερη κατανομή των δαπανών· έτσι ώστε όταν οι εργάτες γερνούν, ή όταν έρχονται αρρώστιες, κρίσεις κλπ. να μην καταφεύγουν στα φτωχοκομεία, στο κράτος, στη ζητιανιά (μ’ ένα λόγο, να επιβαρύνουν την ίδια την εργατική τάξη, και συγκεκριμένα: όχι τους καπιταλιστές, φυτοζωώντας από την τσέπη τους)· η αποταμίευση υπάρχει λοιπόν για τους καπιταλιστές· μείωση γιαυτούς του κόστους παραγωγής των εργατών.)

Ωστόσο κανείς οικονομολόγος δε θα αρνηθεί πως αν οι εργάτες γενικά, δηλαδή σαν εργάτες (αυτό που κάνει, ή μπορεί να κάνει, ο ξεχωριστός εργάτης σ’ αντιδιαστολή προς το γένος του μπορεί να υπάρχει ακριβώς σαν εξαίρεση και μόνο, όχι σαν κανόνας, γιατί δεν ανήκει στον προσδιορισμό της ίδιας της σχέσης), αν δηλαδή κατά κανόνα ικανοποιούσαν αυτές τις απαιτήσεις (πέρα από τη ζημιά που θα προκαλούσαν στη γενική κατανάλωση – το έλλειμμα θα ήταν τεράστιο – άρα και στην παραγωγή, άρα και στον αριθμό και στον όγκο των ανταλλαγών που θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν με το κεφάλαιο, άρα και στον εαυτό τους σαν εργάτες), τότε ο εργάτης θα χρησιμοποιούσε μέσα που αίρουν απόλυτα τον ίδιο τους το σκοπό, και που θα τον υποβίβαζαν αναγκαστικά στο επίπεδο του Ιρλανδού, στο επίπεδο του μισθωτού εργάτη που βλέπει το πιο ζωώδικο ελάχιστο όριο αναγκών, μέσων διαβίωσης, σαν μοναδικό αντικείμενο και σκοπό της ανταλλαγής του με το κεφάλαιο. Σκοπεύοντας λοιπόν να κάνει σκοπό του τον πλούτο αντί για την αξία χρήσης, ο εργάτης όχι μόνο δεν θα πλούτιζε παρά θάχανε κι από πάνω και την αξία χρήσης. Γιατί κατά κανόνα το ανώτατο όριο της εργατικότητας, της εργασίας, και η ελάχιστη κατανάλωση – γιατί αυτό είναι το ανώτατο όριο της εγκράτειας και της αποταμίευσής του – δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν τον εργάτη να παίρνει για το ανώτατο όριο της δουλειάς τον ελάχιστο δυνατό μισθό. Μ’ όλους τους κόπους του απλά θα είχε μειώσει το γενικό επίπεδο του κόστους παραγωγής της ίδιας του της εργασίας, και γιαυτό τη γενική της τιμή.

Μόνο σαν εξαίρεση μπορεί ο εργάτης με τη δύναμη της θέλησης, τη φυσική δύναμη και αντοχή, τη φιλαργυρία κλπ., να μετατρέψει το νόμισμά του σε χρήμα, σαν εξαίρεση από την τάξη του και τους γενικούς όρους της ύπαρξής του. Αν όλοι, ή οι περισσότεροι, δείχνουν εργατικότητα (στο μέτρο που η εργατικότητα αφήνεται καν στην προαίρεσή τους στη σύγχρονη βιομηχανία – πράγμα που δε συμβαίνει στους σημαντικότερους και τους πιο αναπτυγμένους παραγωγικούς κλάδους), τότε δεν αυξάνουν την αξία του εμπορεύματός τους παρά μόνο την ποσότητά του· άρα και τις απαιτήσεις που θα τεθούν πάνω σ’ αυτό σαν αξία χρήσης. Αν όλοι αποταμιεύουν, τότε μια γενική μείωση του μισθού δε θ’ αργήσει να τους ξαναφέρει στον ίσιο δρόμο, γιατί η γενική αποταμίευση θα έχει δείξει στον κεφαλαιοκράτη ότι ο μισθός τους είναι γενικά υπερβολικός, ότι εισπράττουν για το εμπόρευμά τους – την ικανότητα διάθεσης της εργασίας τους – περισσότερο από το ισοδύναμό του· αφού η ουσία της απλής ανταλλαγής – και σ’ αυτή τη σχέση βρίσκονται οι εργάτες προς τον κεφαλαιοκράτη – είναι ακριβώς ότι κανείς δεν προσθέτει στην κυκλοφορία περισσότερα απ’ όσα αποσύρει· αλλά και μπορεί να αποσύρει απ’ αυτή μόνο αυτά που της έδοσε. Ένας εργάτης, ατομικά, μπορεί να είναι εργατικός πάνω από το μέσο επίπεδο, πάνω απ’ όσο είναι υποχρεωμένος για να ζει σαν εργάτης, μονάχα επειδή κάποιος άλλος βρίσκεται κάτω από το μέσο επίπεδο, είναι πιο τεμπέλης· μπορεί να αποταμιεύει επειδή και όταν κάποιος άλλος σπαταλά. Το περισσότερο που μπορεί να πετύχει, κατά μέσο όρο, με την οικονομία του είναι: να μπορεί να υποφέρει καλύτερα τη διακύμανση των τιμών – πάνω και κάτω, τον κύκλο τους· άρα απλά και μόνο να καταμερίσει πιο ορθολογικά τις απολαύσεις του, όχι να αποκτήσει πλούτο.

Κι αυτή είναι και η πραγματική απαίτηση των καπιταλιστών. Οι εργάτες να αποταμιεύουν στους εύπορους καιρούς τόσα που να τους επιτρέπουν λίγο-πολύ να ζουν στις κακές περιόδους, να αντέχουν στην περικοπή των ωρών εργασίας ή την πτώση των μισθών κλπ. (τότε ο μισθός θάπεφτε ακόμα πιο χαμηλά.) Η απαίτηση είναι λοιπόν: οι εργάτες να περιορίζονται πάντα σ’ ένα ελάχιστο επίπεδο βιοτικών απολαύσεων και να διευκολύνουν τους καπιταλιστές στις κρίσεις κλπ.  Να διατηρούνται σαν καθαρές εργασιομηχανές και κατά το δυνατό να πληρώνουν οι ίδιοι τη φθορά τους. Πέρα από την καθαρή αποκτήνωση που θα σήμαινε κάτι τέτοιο – και τέτοια αποκτήνωση θα έκανε αδύνατη ακόμα και την απλή επιδίωξη του πλούτου σε γενική μορφή, σαν χρήμα, σαν συσσωρευμένο χρήμα – (και η συμμετοχή του εργάτη σε ανώτερες, πνευματικές επίσης απολαύσεις· η ζύμωση για τα δικά του συμφέροντα, οι συνδρομές σε εφημερίδες, η παρακολούθηση διαλέξεων, η ανατροφή παιδιών, η ανάπτυξη γούστου κλπ., η μοναδική του συμμετοχή στον πολιτισμό που τον ξεχωρίζει από τον δούλο, είναι οικονομικά δυνατή μόνο με την επέκταση του κύκλου των απολαύσεών του στους εύπορους καιρούς, τότε δηλαδή που η αποταμίευση είναι ως ένα βαθμό δυνατή), πέρα απ’ αυτά, αν ο εργάτης αποταμίευε ολότελα ασκητικά, συσσωρεύοντας έτσι βραβεία για το λούμπεν-προλεταριάτο, τους απατεώνες κλπ., που θα πλήθαιναν ανάλογα με τη ζήτηση, τότε θα μπορούσε να διατηρήσει και να κάνει αποδοτικές τις οικονομίες του – αν αυτές ξεπερνούν τους κουμπαράδες των κρατικών ταμιευτηρίων που του πληρώνουν ένα ελάχιστο τόκο για να βγάζουν οι κεφαλαιοκράτες μεγάλους τόκους από τις δικές τους ή για να του τις καταβροχθίζει το κράτος, κι έτσι ο εργάτης απλά να μεγαλώνει τη δύναμη των αντιπάλων του και την ίδια του την εξάρτηση – μόνο καταθέτοντάς τες σε τράπεζες κλπ. ώστε να χάνει ύστερα, σε καιρούς κρίσεων, τις καταθέσεις του, ενώ σε καιρούς ευημερίας αρνήθηκε κάθε απόλαυση της ζωής για να αυξήσει τη δύναμη του κεφαλαίου· αποταμίευσε λοιπόν από κάθε άποψη για το κεφάλαιο, όχι για τον εαυτό του.

Κατά τα άλλα – στο βαθμό που δεν πρόκειται συνολικά για υποκριτικές φράσεις της αστικής «φιλανθρωπίας», που όλη η ουσία της είναι να τρέφει τους εργάτες με «ευσεβείς πόθους» – κάθε καπιταλιστής απαιτεί βέβαια να αποταμιεύουν οι εργάτες του, αλλά μόνο οι δικοί του, επειδή στέκουν απέναντί του σαν εργάτες· όχι όμως, για το θεό, ο υπόλοιπος εργατικός κόσμος, γιατί αυτοί βρίσκονται απέναντί του σαν καταναλωτές. Παρόλες τις «ευσεβείς» ρητορείες, ο καπιταλιστής ψάχνει λοιπόν όλα τα μέσα για να παρακινήσει τους άλλους εργάτες σε κατανάλωση, να δόσει καινούριες χάρες στα εμπορεύματά του, να τους υποβάλει με την πολυλογία κανούριες ανάγκες κλπ. Αυτή ακριβώς η πλευρά της σχέσης κεφαλαίου και εργασίας αποτελεί ουσιαστικό εκπολιτιστικό στοιχείο, κι εδώ βασίζεται η ιστορική δικαίωση αλλά και η σημερινή δύναμη του κεφαλαίου. (Αυτή τη σχέση παραγωγής και κατανάλωσης να την αναπτύξουμε αργότερα, στον τίτλο Κεφάλαιο και κέρδος κλπ.) (ή και στο: Συσσώρευση και ανταγωνισμός των κεφαλαίων.) Ωστόσο όλες αυτές είναι εξωτερικές παρατηρήσεις, που έχουν θέση εδώ στο μέτρο που οι απαιτήσεις της υποκριτικής αστικής φιλανθρωπίας αποδείχνονται πως αυτοκαταργούνται, και άρα επιβεβαιώνουν αυτό ακριβώς που θέλουν να αναιρέσουν, ότι δηλαδή στην ανταλλαγή του εργάτη με το κεφάλαιο ο εργάτης βρίσκεται στη σχέση της απλής κυκλοφορίας, άρα δεν αποκτά πλούτο παρά μόνο μέσα διαβίωσης, αξίες χρήσης για την άμεση κατανάλωση…»

 


Το λάδι και το γάλα

Πρόκειται για αναδημοσίευση παλιότερων άρθρων, με αφορμή την είδηση για σχεδιαζόμενο λουκέτο σε 2750 ελαιοτριβεία της χώρας προκειμένου, για τις ανάγκες ανάπτυξης του χρηματιστικού κεφαλαίου,  να «αντικατασταθούν» από μερικά ελαιοτριβικά «μεγαθήρια», μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Το πρώτο άρθρο, «το λάδι», γράφτηκε και αναρτήθηκε σε αυτό το ιστολόγιο πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, και το δεύτερο, «το γάλα» δυο περίπου μήνες νωρίτερα από το πρώτο.

Προκαταλαμβάνοντας εισαγωγικά την ανάγνωση των δυο άρθρων, σημειώνω πως το κεντρικό νόημά τους είναι, ότι ενώ από τη μια, η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού εμφανίζεται ως (αναγκαία και δυνατή) συνέπεια του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής που είναι σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη (την ανάπτυξη του κεφαλαίου), από την άλλη: Καθόλου κατ’ ανάγκη δεν συμπίπτει ο βαθμός μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής ο υποταγμένος στην ανάπτυξη του κεφαλαίου, με το βαθμό μεγέθυνσης και συγκέντρωσής της  που ανταποκρίνεται στις ανάγκες ανάπτυξης της κοινωνίας. Ότι, αντίθετα, και χωρίς να απαιτούνται μαθηματικοί τύποι γι’ αυτό το συμπέρασμα,  ο βαθμός μεγέθυνσης και συγκέντρωσης του κεφαλαίου (και μαζί και της παραγωγής) ως συνέπεια της δικής του ανάπτυξης μπορεί να έρχεται, και εν προκειμένω έρχεται, σε αντίθεση, σε σύγκρουση με το βαθμό μεγέθυνσης και συγκέντρωσης τον αναγκαίο από την άποψη της ειδικά κοινωνικής ανάπτυξης. Και ότι επομένως, την ίδια στιγμή που ο σοσιαλισμός «εμφανίζεται ως (αναγκαία και δυνατή) συνέπεια του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής που είναι σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη», εμφανίζεται ταυτόχρονα και ως ανάγκη αποτροπής και αναστροφής αυτού του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής στο μέτρο που αυτός ο βαθμός υπερβαίνει τον αναγκαίο στη βάση των αναγκών της κοινωνικής ανάπτυξης και όχι της ανάπτυξης του κεφαλαίου.

Ακολουθούν τα δυο άρθρα.

—————————————————————-

Το λάδι

Εδώ και εδώ γράφει για το σχέδιο που υπέβαλε ο Στουρνάρας στο Γιούρογκρουπ, λίγο πριν τη λήξη της υπουργικής του θητείας και τη μεταπήδησή του στην ΤτΕ.

Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο τα 1500 λιοτρίβια που λειτουργούν σήμερα στην επικράτεια θα πρέπει μέχρι το 2024 να αντικατασταθούν από δυο ελαιοτριβεία που θα καλύπτουν τις συνολικές «ανάγκες» της χώρας. Όπως επίσης προβλέπεται και η λειτουργία, για όλη τη χώρα,  τριών συσκευαστήριων φρούτων και λαχανικών.

Προβαλλόμενος λόγος, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, είναι να «πετύχουμε «οικονομίες κλίμακος» και έτσι να μπορέσουμε να ανταγωνιστούμε με χαμηλές τιμές την Ισπανία».

Οι όροι του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, λοιπόν, εμφανίζονται ως αξεχώριστοι από τους όρους της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής. Κι η ίδια η μονοπωλιακή συγκέντρωση της παραγωγής εμφανίζεται ως όρος «εκ των ουκ άνευ»  της οικονομικής ανάπτυξης υπό αυτούς τους όρους ανταγωνισμού, δηλαδή σαν αναγκαίος όρος της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Προτού, όμως, κλείσουμε το θέμα «ανακαλύπτοντας» την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού ως συνέπεια της συγκέντρωσης του κεφαλαίου, της μονοπώλησης της παραγωγής και της «ανάπτυξης» που συμβαδίζει με αυτή τη συγκέντρωση και αυτή τη μονοπώληση, θα πρέπει να επισημάνουμε τη διάσταση ανάμεσα σε αυτή την «ανάπτυξη» που οι όροι της υποτάσσονται στις ανάγκες του κεφαλαίου και την «ανάπτυξη» που τους όρους της καθορίζουν οι κοινωνικές ανάγκες.

Φαινομενικά βέβαια αυτή η «παρένθεση» ανάμεσα στο γεγονός και την «αποκάλυψη» θέτει προσκόμματα στη δεύτερη, θίγει την μεταξύ τους θεωρητική «αρμονία», τον «αυτοματισμό» της σχέσης ανάμεσα σε πρόβλημα και συμπέρασμα. «Άρα»;

Πριν όμως φτάσουμε στο «άρα», το θέμα είναι ότι έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που η καπιταλιστική ανάπτυξη, έστω στρεβλά, έστω στην πλάτη του προλεταριάτου, έστω σε βάρος της εργατικής τάξης, συνέπιπτε στα γενικά ποσοτικά της μεγέθη με τις κοινωνικές οικονομικές ανάγκες, έχει δηλαδή περάσει αρκετός καιρός από τον καπιταλισμό στο στάδιο του τού «ελεύθερου συναγωνισμού».

Ο βαθμός της μονοπωλιακής συγκέντρωσης του κεφαλαίου δεν είναι ποσοτικό μέγεθος ειδικά κοινωνικό. Δεν είναι ποσοτικό μέγεθος που προσδιορίζει την ανάπτυξη της κοινωνίας, που προέρχεται από την ειδικά δική της ανάπτυξη. Είναι ποσοτικό μέγεθος της ανάπτυξης του κεφαλαίου, η οποία πραγματώνεται χάρη στην ιδιοποίηση, χάρη στη μονοπώληση των όρων ανάπτυξης της κοινωνίας. Ποσοτικό μέγεθος που προέρχεται από την αντίφαση, και που αυξάνει την αντίφαση, ανάμεσα στην κοινωνική φύση των μέσων παραγωγής και την ατομική τους ιδιοποίηση.  Είναι, σαν μέγεθος, συνέπεια αυτής της αντίφασης, που από ποσότητα έχει μετατραπεί σε ποιότητα μετατρέποντας ταυτόχρονα τον καπιταλισμό από καπιταλισμό του «ελεύθερου συναγωνισμού» σε μονοπωλιακό καπιταλισμό, σε ιμπεριαλισμό: τόσο προς τα έξω όσο και προς τα μέσα.

Με άλλα λόγια η ανάπτυξη του κεφαλαίου αφήνει ποσοτικά πίσω της την ανάπτυξη της κοινωνίας. Με άλλα επίσης λόγια οι δυνατότητες και ταυτόχρονα οι ανάγκες του κεφαλαίου που προκύπτουν από την δική του ποσοτική ανάπτυξη, δεν έχουν καμία αναγκαία σχέση με τις δυνατότητες και ανάγκες του δοσμένου επίπεδου κοινωνικής ανάπτυξης.

Με άλλα λόγια επίσης, παίρνοντας σαν πρόσφατο παράδειγμα το γάλα, τα μεγέθη της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και οι ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ τέτοιων μεγεθών μπορεί να επιβάλλουν την κατάργηση του φρέσκου γάλακτος, αλλά αντίθετα σκοπός  της ανάπτυξης της κοινωνίας είναι να μπορεί να έχει ένα ποτήρι φρέσκο γάλα κάθε παιδί και οι όροι της κοινωνικής ανάπτυξης οφείλουν να υποτάσσονται σε αυτό το σκοπό.

Σε ό,τι αφορά το λάδι (ή τα φρούτα και τα λαχανικά) περιοριζόμαστε στο ότι -εκτός από το αυτονόητο (;), την ικανοποίηση σε ποσότητα και ποιότητα των λαϊκών διατροφικών αναγκών- σε μια ισόρροπη κοινωνική ανάπτυξη η παραγωγική δραστηριότητα κλιμακώνεται προοδευτικά, ενώ αντιθετα τα μεγέθη της μονοπωλιακής συσσώρευσης είναι τέτοια που στην «οικονομία κλίμακός» τους καταπίνουν μονομιάς κάθε προοδευτική κλιμάκωση αφήνοντας πίσω τους, αντί για μια κοινωνία που αναπτύσσεται, μια κοινωνία που σαπίζει.

Πρόκειται δηλαδή για μια από τις περιπτώσεις, όπου η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού δεν πρέπει να κατανοείται τόσο σαν «αντικειμενική συνέπεια» ενός «αντικειμενικού» βαθμού οικονομικής ανάπτυξης, αλλά κυρίως  ως συνέπεια της αντίθεσης ανάμεσα στους αντικειμενικά αναγκαίους όρους ανάπτυξης του κεφαλαίου και τους αντικειμενικά αναγκαίους όρους της κοινωνικής ανάπτυξης και ως επιλογή απέναντι στο δίλημμα που προκύπτει από αυτή την αντίθεση.

ΥΓ Θα ήταν ακόμα πιο ανάγλυφο το παραπάνω σκεπτικό αν η «οικονομία κλίμακος» και οι ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού επέβαλαν την λειτουργία όχι δυο μόνο ελαιοτριβείων στην Ελλάδα, αλλά, αντί γι’ αυτά, ενός μόνο ελαιοτριβείου στην Κίνα ή στην Ινδία…

Το ότι στην πραγματικότητα αυτή η υπόθεση επαληθεύεται -αν όχι στο λάδι- στην κλωστοϋφαντουργία και σε άλλους κλάδους της μεταποίησης, κάνει φανερή την απόσταση που χωρίζει τους ορους της καπιταλιστικής ανάπτυξης από τους όρους της κοινωνικής ανάπτυξης, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την απόσπαση της υπεραξίας, αλλά και σε ό,τι αφορά τις γενικές κοινωνικές αναπτυξιακές δυνατότητες και προοπτικές.

Από αυτή την άποψη λοιπόν η ανάγκη του σοσιαλισμού προβάλλει όχι μόνο σαν αντικειμενική συνέπεια της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής αλλά και σαν συνέπεια της αντίθεσης απέναντι στην «ανάπτυξη» που επιβάλλει η κυριαρχία των μονοπωλίων, η οποία αντιστρατεύεται την ικανοποίηση των αναγκαιων όρων της κοινωνικής ανάπτυξης, καταστρέφοντας επίσης την υλική βάση ακόμα και του δοσμένου επίπεδου ανάπτυξης της κοινωνίας.

—————————————————————-

το γάλα

Σε παλιότερη ανάρτηση (την πρώτη του μπλογκ πριν 1,5-2 χρόνια) με τον τίτλο «υπερεθνικότητα» vs έθνους και διεθνισμού, είχα χρησιμοποιήσει τον «αδόκιμο» όρο «υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου», τον οποίο σε υποσημείωση εκείνης της ανάρτησης δικαιολογούσα ως εξής:

«Μπορεί ορισμένους να ξενίζει η χρήση του όρου «υπερσυγκέντρωση», σε σχέση με τον βαθμό συγκέντρωσης του κεφαλαίου.

Όμως από τη στιγμή κι έπειτα, όπου η ανάπτυξη του κεφαλαίου, και συνακόλουθα ο βαθμός της συγκέντρωσής του, άρχισε να αποτελεί μέγεθος ολωσδιόλου ξεχωριστό από τα μεγέθη που αφορούν την ανάπτυξη της κοινωνίας, από τη στιγμή που επίσης η ανάπτυξη του κεφαλαίου άρχισε να αποτελεί όρο που αντιστρατεύεται την ανάπτυξη της κοινωνίας και τους όρους αυτής της ανάπτυξης, από τη στιγμή που τα ποσοτικά μεγέθη της αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική φύση των παραγωγικών δυνάμεων και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησής τους μεταβλήθηκαν σε μια «νέα ποιότητα», από τη στιγμή δηλαδή που ο «παλιός» καπιταλισμός του ελεύθερου συναγωνισμού έδωσε οριστικά τη θέση του στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, από τότε κι έπειτα μπορεί κατά τη γνώμη μου να γίνεται λόγος για καπιταλισμό που αναπτύσσεται με όρους υπερσυγκέντρωσης του κεφαλαίου».

Το πρόβλημα που με απασχολεί δεν είναι βέβαια καθόλου το να γίνει αποδεκτός ο όρος «υπερσυγκέντρωση». Το ζήτημα δεν είναι αυτό, αλλά η εκτίμηση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που -ας μην το ξεχνάμε- όσο κι αν εμφανίζεται σαν φορέας της «τελευταίας λέξης» της τεχνικής προόδου, είναι στην πραγματικότητα φορέας της ιστορικής αντίδρασης σε όλη τη γραμμή, και η ίδια του η ανάπτυξη μπορεί να νοηθεί μόνο σαν ανάπτυξη της ιστορικής αντίδρασης: όσο περισσότερο αναπτύσσεται και «προοδεύει» ο μονοπωλιακός καπιταλισμός, τόσο περισσότερο ιστορικά αντιδραστικός γίνεται. Και τόσο περισσότερο οι ανάγκες της ανάπτυξής του έρχονται σε σύγκρουση με τις κοινωνικές ανάγκες και τους όρους ικανοποίησής τους.

Εδώ θα προσπαθήσω να δείξω ότι από την παραπάνω διαπίστωση δεν εξαιρείται η «καθαρά» οικονομική πλευρά, η πλευρά που συνήθως νοείται σαν μια απλώς «αντικειμενική», και απλώς ποσοτική εξέλιξη, η οποία καταδείχνει την ανάγκη της αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό. Το τελευταίο είναι βέβαια σωστό. Όμως αν δεν κατανοηθεί ότι, πια, και αυτή η «αντικειμενική» οικονομική εξέλιξη, τα ίδια τα «ποσοτικά» της μεγέθη είναι συναρτημένα όχι με την οικονομική εξέλιξη γενικά αλλά με την εξέλιξη του καπιταλισμού που από καιρό αντιστρατεύεται την εξέλιξη της κοινωνίας, τότε είναι δυνατόν να βγούνε λαθεμένα συμπεράσματα  για μια σειρά θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα της ταξικής πάλης.

Για να γίνω σαφέστερος, το ζήτημα που τίθεται με αφορμή την πρόσφατη νομοθεσία για το γάλα, δεν είναι μόνο ότι ως «εξέλιξη» μεν προχωράει όμως μέσω της καταστροφής των μικρών αγροτών. Το ζήτημα που τίθεται είναι  επίσης, ότι οι όροι της μονοπωλιακής συγκέντρωσης κεφαλαίου δεν συμπίπτουν με τους όρους συγκέντρωσης της παραγωγής που θα υπαγόρευαν οι κοινωνικές ανάγκες σε μια κοινωνικά σχεδιασμένη οικονομία.

*

Για το γεγονός ότι η κατάργηση της ετικέτας «φρέσκο γάλα» (μια που το φρέσκο γάλα έχει καταργηθεί αρκετό καιρό πριν την ετικέτα του) υπαγορεύτηκε από τις ανάγκες του μονοπωλιακού ανταγωνισμού που είναι καταδικασμένος  να ανεβαίνει τις αναβαθμίδες του (καταδικάζοντας και την κοινωνία να ανεβαίνει το γολγοθά της) μέσω μιας όλο και πιο μεγάλης συγκέντρωσης κεφαλαίου στα χέρια των μονοπωλιακών ομίλων, δεν είναι δύσκολο να συγκεντρωθούν αποδείξεις.

Στη σχετική έκθεση του «Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης» (από την περίφημη «εργαλειοθήκη» του οποίου  προήλθε η κατάργηση του «φρέσκου γάλακτος») αναφέρεται ότι:

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα το «φρέσκο» παστεριωμένο γάλα κυκλοφορεί με διάρκεια ζωής 5 ημερών, αποτελεί «μια αυστηρή απόκλιση από τις συνήθεις πρακτικές της ΕΕ, που προκύπτουν από τη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η απόκλιση αυτή ενδεχομένως να βλάπτει τον ανταγωνισμό στη σχετική αγορά σε σημαντικό βαθμό».

«Η κατάργηση του ορίου των πέντε ημερών θα δώσει επαρκή χρόνο στη βιομηχανία για την εισαγωγή γάλακτος από άλλες, φθηνότερες χώρες της ΕΕ, μειώνοντας έτσι το κόστος των πρώτων υλών»

«Η εντατικοποίηση του ανταγωνισμού θα καταστήσει πολύ δύσκολο για τα τοπικά μικρά αγροκτήματα να λειτουργήσουν σύμφωνα με το ισχύον επιχειρηματικό τους μοντέλο και θα περίμενε κανείς ότι ορισμένα από αυτά θα αγοραστούν από τις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις»

Από τα παραπάνω, εκτός από το ότι η κατάργηση έστω και του κατ’ όνομα φρέσκου γάλακτος υπαγορεύεται από τις ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, εκτός και από την κυνική ομολογία των επιπτώσεων στους μικρομεσαίους κτηνοτρόφους αυτού του ανταγωνισμού και των μέτρων που παίρνονται για την εξυπηρέτησή του, γίνεται φανερό και το ότι το ίδιο αυτό μέτρο που νομοθετήθηκε αποτελεί προσαρμογή στις «συνήθεις πρακτικές» της Ευρωπαϊκής Ένωσης που «προκύπτουν από τη σχετική της νομοθεσία», καθώς άλλωστε με την ιδρυτική της πράξη του Μάαστριχτ η ΕΕ έχει προσδώσει στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό (δηλαδή την κυριαρχία των μονοπωλίων) νομικό κύρος με ισχύ για όλα τα κράτη – μέλη της.

Ήρθε λοιπόν η στιγμή που και το «φρέσκο γάλα» αναγνωρίστηκε σαν περιορισμός ή σαν καταστρατήγηση της «αρχής της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων [!!!]«  την οποία προβλέπει το άρθρο 102Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Και σίγουρα δεν είναι δική μας δουλειά να παραστήσουμε τον «κριτή» για το αν την «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό» την παραβιάζει πράγματι το «φρέσκο γάλα» ή αντίθετα η κατάργησή του, για τον αν «αθέμιτος» ανταγωνισμός σε βάρος των μονοπωλίων είναι η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών ή αν, αντίθετα, «αθέμιτος» ανταγωνισμός είναι η χρησιμοποίηση από τα μονοπώλια της νομοθετικής ισχύος που αποκτούν χάρη στην ψήφο των μικρομεσαίων κτηνοτρόφων με σκοπό την εξαφάνισή τους. Ούτε, επίσης, να παραστήσουμε τον κρίτη για το αν η «αποτελεσματική κατανομή των πόρων ευνοείται» περισσότερο με το γάλα των 5 ή με το γάλα των 10 ημερών. Ούτε για το αν η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών αποτελεί ή όχι «μέσο αυθαίρετων διακρίσεων» ή «συγκεκαλυμμενο περιορισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών» (πράγμα που «απαγορεύει» το άρθρο 73Δ παρ. 3 της Συνθήκης του Μάαστριχτ):  Πόσο μάλλον που το γάλα μετατρέπεται σε «ελεύθερα κινούμενο» κεφάλαιο όταν βρίσκεται στα χέρια των καπιταλιστών και των μονοπωλίων, ενώ στα χέρια του αυτοαπασχολούμενου κτηνοτρόφου το γάλα δεν είναι καν κεφάλαιο…

*

Όλα αυτά όμως είναι η μισή αλήθεια, όσο δεν τίθεται και δεν απαντιέται το ζήτημα γύρω από τη σχέση του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής όπως αυτή πραγματοποιείται από την άποψη των αναγκών του κεφαλαίου («μεταφραζόμενη» από την άποψη αυτή σε συγκέντρωση κεφαλαίου), από τη μια, και του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής από την άποψη των αναγκών της κοινωνίας, από την άλλη.

Από την άποψη του κεφαλαίου (και ιδίως του μονοπωλιακού που αποτελεί πια την κυρίαρχη μορφή του) η συγκέντρωση της παραγωγής στα χέρια του πραγματοποιείται με γνώμωνα τις ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ των μονοπωλίων, τις συνακόλουθες ανάγκες μεγιστοποίησης της κερδοφορίας και του ποσοστού κέρδους, και επίσης πραγματοποιείται πάνω στη βάση μιας ήδη πραγματοποιημένης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου (σαν αποτέλεσμα του πληθωρισμού κερδών, που προγήθηκε κατά τη φάση της «ανάπτυξης»), το οποίο γυρεύει νέα πεδία επένδυσης και κερδοφορίας. Ιδίως όμως σε ό,τι αφορά τους κλάδους παραγωγής μέσων συντήρησης, πρέπει επίσης εμφατικά να υπογραμμιστεί ότι η μείωση του συνολικού κόστους παραγωγής τους, η μείωση δηλαδή της ανταλλακτικής αξίας τους, αποτελεί πρωταρχικό όρο αύξησης του ποσοστού της υπεραξίας, καθώς φτηνότερα μέσα συντήρησης φτηναίνουν την εργατική δύναμη μειώνοντας έτσι το μερίδιο που αποσπά αυτή από την συνολική αξία του κοινωνικού προϊόντος και αυξάνοντας την μάζα της υπεραξίας που σφετερίζεται το κεφάλαιο.

Όμως αυτά (ο ανταγωνισμός, η κερδοφορία, η συσσώρευση,  η υπεραξία κλπ), το τελευταίο πράγμα με το οποίο έχουν σχέση, είναι το γάλα, και πόσο μάλλον το φρέσκο. Και σε ό,τι αφορά το γάλα καθαυτό, η μοναδική του σχέση με αυτές τις «οικονομικές» ανάγκες και κριτήρια, περιορίζεται στο μέγιστο χρονικό διάστημα που μπορεί να καταναλώνεται χωρίς να παύει και τυπικά να είναι πια «γάλα», ως όριο πέρα από το οποίο δεν μπορούν άλλο να παραμεριστούν τα εμπόδια που βάζουν οι έσχατες φυσικές του ιδιότητες  στην «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό», στην «αποτελεσματική κατανομή των πόρων», στην «ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων και των πληρωμών».

Δεν ισχύει όμως το ίδιο από την άποψη της κοινωνίας, με τις ανάγκες της οποίας η κυριαρχία των μονοπωλίων από καιρό βρίσκεται σε αντίθεση, και για την οποία από καιρό το σύστημα της μονοπωλιακής κυριαρχίας έχει καταστεί πια «ξένο σώμα».

Φυσικά και από την άποψη της κοινωνίας δεν είναι αδιάφορη η εξοικονόμηση πόρων, είτε φυσικών είτε ανθρώπινων, δεν είναι αδιάφορο το να απαιτούνται και να ξοδεύονται για το κοινωνικό προϊόν οι ελάχιστες δυνατές ποσότητες φυσικών πόρων και ανθρώπινης εργασίας. Όμως σε ό,τι αφορά για παράδειγμα το γάλα, η εξοικονόμηση αυτή βρίσκει το εκάστοτε όριό της στην ανάγκη το γάλα να παράγεται με τις υγιεινότερες δυνατές φυσικές και τεχνικές μεθόδους και να καταναλώνεται, με μια λέξη, φρέσκο. Κι αυτή η ανάγκη οφείλει να καθορίζει, από κοινωνική άποψη, το βαθμό συγκέντρωσης της παραγωγής, την κατανομή της, την ισόμετρη ανάπτυξή της υπό όρους που δεν εντείνουν αλλά σταδιακά αναιρούν τη διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο.

Πρόκειται όμως για καθορισμό που στην πραγματικότητα απέχει όσο η μέρα και η νύχτα από την «εξέλιξη» που συνιστά η συγκέντρωση του κεφαλαίου στη βάση της συσσώρευσής του, των αναγκών της ανταγωνιστικότητάς του, και της πολιτικής του κυριαρχίας. Για καθορισμό υπό το φως του οποίου αυτή δεν συνιστά καν «εξέλιξη», αλλά μάλλον τερατογένεση. Μια διάσταση που οι συνέπειες της (αλλά και οι συνέπειες της παραγνώρισής της) αφορούν τόσο τους υλικούς – οικονομικούς όρους επαναστατικής μετάβασης από την καπιταλιστική στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή αύριο, όσο και τους όρους οικοδόμησης της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα υπόλοιπα εργαζόμενα κοινωνικά στρώματα σήμερα. Διάσταση, επίσης, που θεωρητικά παραπέμπει στο  «ηθικό συμπέρασμα», ότι «η ορθολογικά οργανωμένη αγροτική οικονομία δεν συμβιβάζεται με το κεφαλαιοκρατικό σύστημα (…) και χρειάζεται είτε το χέρι του μικροαγρότη, που εργάζεται ο ίδιος, ή τον έλεγχο των συνεταιρισμένων παραγωγών» (Μάρξ, Το κεφάλαιο, τ.3, σελ. 157): δυο πράγματα που -καθαυτά- δεν έρχονται μεταξύ τους σε αντίθεση.

 


Ξανά για την «ανισότιμη αλληλεξάρτηση» (ερωτήματα)

Η ΑΛΛΗ ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Ο Τσίπρας σκύβει το κεφάλι και προωθεί ένα σχέδιο 12 δισ. περικοπών και φόρων, όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, συνεχίζοντας στην ίδια γραμμή των αντιλαϊκών πολιτικών. ΤΕΡΜΑ ΣΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ. Μόνο ο σοσιαλισμός και η ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ μπορούν να εγγυηθούν ένα διαφορετικό μέλλον και το τέλος της εκμετάλλευσης για τους λαούς. Μέτωπο Κομμουνιστικής Νεολαίας (Ιταλία)

Η ΑΛΛΗ ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Ο Τσίπρας σκύβει το κεφάλι και προωθεί ένα σχέδιο 12 δισ. περικοπών και φόρων, όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, συνεχίζοντας στην ίδια γραμμή των αντιλαϊκών πολιτικών. ΤΕΡΜΑ ΣΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ. Μόνο ο σοσιαλισμός και η ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ μπορούν να εγγυηθούν ένα διαφορετικό μέλλον και το τέλος της εκμετάλλευσης για τους λαούς. Μέτωπο Κομμουνιστικής Νεολαίας (Ιταλία)

Δεν τίθεται θέμα διαφωνίας με τα συμπεράσματά του, δίνεται όμως η αφορμή για τα παρακάτω από την ανάγνωση του άρθρου με τον τίτλο «Για τη διαπάλη στο εξωτερικό γύρω από τις εξελίξεις στην Ελλάδα», που δημοσιεύτηκε στον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη (19-7-2015, σελ. 13). Η αφορμή βρίσκεται στη φράση: «…Μέσα σ’ αυτές τις ενώσεις, όπως και συνολικά στο καπιταλιστικό σύστημα, είναι διαμορφωμένες σχέσεις ανισότιμης αλληλεξάρτησης κι όχι σχέσεις αποικίας – μητρόπολης…» Και οδηγεί η φράση αυτή στα εξής ερωτήματα: α) Τι μας μαθαίνει για το πραγματικό περιεχόμενο των καπιταλιστικών σχέσεων ανάμεσα στα κράτη, η θεωρητική τους προσέγγιση από τη σκοπιά της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης»; και β) καλύπτει όλο το φάσμα αυτών των πραγματικών σχέσεων η αντιδιαστολή της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης» προς τη σχέση αποικίας – μητρόπολης;

Είναι εντελώς κατανοητή η ιδεολογική πάλη ενάντια στις απόψεις που εμφανίζουν την Ελλάδα σαν «αποικία». Η Ελλάδα, πράγματι, δεν είναι «αποικία», αλλά το κρατικό χρέος (καθώς και άλλες πλευρές των διεθνών σχέσεων στα πλαίσια του ιμπεριαλισμού), όσο κι αν δεν σηματοδοτεί αποικιοκρατικές σχέσεις, δεν παύει να αποτελεί μορφή εγκλωβισμού στα δεσμά της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Είναι, λοιπόν, ανύπαρκτα αυτά τα δεσμά; είναι ανύπαρκτες οι σχέσεις εξάρτησης ανάμεσα σε δυο (και περισσότερες) χώρες οι οποίες και οι δυο, όλες, βρίσκονται πια για τα καλά, αλλά όμως εντελώς ανισόμετρα, στο στάδιο του μονοπωλιακού τους καπιταλισμού; Μπορεί να αποδειχθεί αυτό; Κι αν όχι, τότε ποιές οι οικονομικές, πολιτικές κλπ συνέπειες; Κι επίσης, μπορεί άραγε να γίνει κατανοητό, το ότι στη βάση της (συνεπαγόμενης από την παραπάνω φράση- αφορμή) θεωρητικής – δογματικής εξίσωσης «εξάρτηση = σχέση αποικίας – μητρόπολης»  η αναγνώριση της εξάρτησης ως πραγματικότητας οδηγεί αυτόματα σε λαθεμένα συμπεράσματα για τα οποία δεν θα ευθυνόταν η «εξάρτηση» αλλά η παραπάνω «εξίσωση»;

Αλλά και μήπως η «σχέση αποικίας μητρόπολης» δεν θα μπορούσε να περιγραφεί «αλάνθαστα» σαν σχέση «ανισότιμης αλληλεξάρτησης» σύμφωνα με τους όρους αυτού του θεωρητικού νεολογισμού που «ντρέπεται» για τη φύση, δηλαδή αποφεύγει να περιγράψει τη φύση των ιμπεριαλιστικών σχέσεων ως σχέσεων (εκτός των άλλων χαρακτηριστικών του ιμπεριαλισμού, τους ανταγωνισμούς κλπ) μεταξύ μιας ομάδας ισχυρών και εξαιρετικά αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών στο «άρμα» των οποίων είναι προσδεμένες, εξαρτημένες, ένα πλήθος άλλων χωρών.. ως ένα «πλέγμα» (μια «αλυσίδα», μια «πυραμίδα», αδιάφορο!) τέτοιων σχέσεων αναπαραγόμενων και μεταβαλλόμενων σε όλη την έκταση του «πλέγματος», της «αλυσίδας», της «πυραμίδας»; Και «ντρέπεται»  από θεωρητικό φόβο (!) για τις δήθεν «αυτόματες» συνέπειες αυτής της παραδοχής, από φόβο για τις θεωρητικές, πολιτικές κλπ συνέπειες της «εξάρτησης», λες κι η οπισθοχώρηση προς τη θεωρητική αφαίρεση «εξασφαλίζει», τάχα, από τέτοιες συνέπειες…

Μήπως, λοιπόν, δεν θα μπορούσε στο (θετικιστικό) θεωρητικό σχήμα της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης» να ενταχθούν κι οι τυπικές, οι κλασικές αποικιοκρατικές ιμπεριαλιστικές σχέσεις του περασμένου αιώνα; Η Ινδία είναι εξαρτημένη πολιτικά κλπ από την Αγγλία, αλλά και η Αγγλία εξαρτάται από την Ινδία ως αγορά των βιομηχανικών της προϊόντων κλπ… Άρα; Ανισότιμη αλληλεξάρτηση! Μέσα σ’ αυτήν, όμως, έχουν ήδη σβηστεί οι σχέσεις εξουσίας, οι σχέσεις της στρατιωτικής, πολιτικής, οικονομικής επιβολής, έχει σβηστεί το πραγματικό περιεχόμενο των αποικιοκρατικών σχέσεων… Και το ίδιο δεν μπορεί παρά να συμβαίνει και στην περίπτωση των σχέσεων του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, γιατί αυτό το ίδιο το θεωρητικό σχήμα της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης» αποτελεί αφαίρεση από το πραγματικό περιεχόμενο των σχέσεων, αφαίρεση πέρα από το όριο εντός του οποίου θα μπορούσε αυτό το πραγματικό περιεχόμενο να περιγραφεί θεωρητικά, αφαίρεση ως το βαθμό θεωρητικής μετατροπής σχέσεων ανισότητας σε σχέσεις ισότητας: Η Ελλάδα είναι «ανισότιμα αλληλεξαρτημένη» π.χ. με τη Γερμανία… Η Γερμανία επίσης είναι «ανισότιμα αλληλεξαρτημένη» με την Ελλάδα… Η Ελλάδα κι η Γερμανία είναι μεταξύ τους «ανισότιμα αλληλεξαρτημένες»… Τι μάθαμε, όμως, έτσι, για το πραγματικό περιεχόμενο των σχέσεων Ελλάδας – Γερμανίας; Τι  μάθαμε για τις σχέσεις πραγματικής οικονομικής και πολιτικής υποταγής ποιού μονοπωλιακού καπιταλισμού σε ποιόν μονοπωλιακό καπιταλισμό; Τι μάθαμε για την υποταγή της στρατηγικής ποιού μονοπωλιακού καπιταλισμού στην στρατηγική ποιού μονοπωλιακού καπιταλισμού; Τι μάθαμε για τις μορφές, τους όρους, τα μέσα αυτής της υποταγής;

Παραπέρα: Το ότι η αποικιοκρατική εξάρτηση π.χ. της Ινδίας αφορούσε κύρια μια ινδική αστική τάξη που είχε το συμφέρον και ιστορικό καθήκον,  και σε συμμαχία με τις υπόλοιπες καταπιεζόμενες τάξεις και στρώματα, της εθνικής απελευθέρωσης της δικής της και της χώρας «της».. το ότι -καθόλου ταυτόσημα- η σύγχρονη οικονομική και πολιτική, ιμπεριαλιστική εξάρτηση της Ελλάδας αφορά τον αναπτυγμένο μονοπωλιακό καπιταλισμό της, ότι αποτελεί για αυτόν -και σήμερα και μάλλον για πολύ καιρό ακόμη- συστατικό όρο της ύπαρξής του και της κυρίαρχης κοινωνικο-οικονομικής τάξης του, ότι απέναντι σε αυτόν τον αναπτυγμένο μονοπωλιακό καπιταλισμό μπαίνει για την εργατική τάξη και τους συμμάχους της το ιστορικό καθήκον της ανατροπής του, σε σύγκρουση με την κυριαρχία του κεφαλαίου, και της αντικατάστασής του από τον σοσιαλισμό.. το ότι για την ινδική – κατά το παράδειγμά μας- αστική τάξη η αποικιοκρατική εξάρτηση της Ινδίας αποτελούσε φραγμό στη δική της ανάπτυξη και στην ανάπτυξη του ινδικού καπιταλισμού, ενώ για την ελληνική αστική τάξη και πρώτιστα την μονοπωλιακή η σύγχρονη ιμπεριαλιστική εξάρτηση της χώρας αποτελεί όρο της δικής της ανάπτυξης και του δικού της οικονομικού – πολιτικού επεκτατισμού.. το ότι το ίδιο «φαινόμενο», η «εξάρτηση», μπορεί να έχει και έχει εντελώς διαφορετικές πραγματικές και θεωρητικές συνέπειες κάτω από εντελώς διαφορετικούς όρους εκδήλωσής του, ότι είναι εντελώς διαφορετικοί οι όροι εκδήλωσής της «εξάρτησης»  στην περίπτωση μιας πολιτικά και οικονομικά ανερχόμενης αστικής τάξης και εντελώς διαφορετικοί εφόσον, πιά, «η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο» και εφόσον, πιά, «το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη» (Λένιν, Για τη μπροσούρα του Γιούνιους).. επιτρέπουν, λοιπόν, αυτά τα τόσο διαφορετικά πράγματα, που μοιράζονται μεταξύ τους σαν «κοινό» την «εξάρτηση», την αφαίρεση του πραγματικού περιεχομένου των πραγματικών σχέσεων, προκειμένου, τάχα, να μην υπάρξει σύγχυση ανάμεσα στα ιστορικά καθήκοντα π.χ. της Ινδίας πριν 100 χρόνια και της σημερινής Ελλάδας

Ήδη στην αρχή αυτού του κειμένου γράφεται ότι δεν τίθεται θέμα διαφωνίας με τα συμπεράσματα του άρθρου του Ριζοσπάστη. Τότε, προς τι όλα αυτά; μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος. Όλα αυτά, λοιπόν, για το λόγο ότι το συγκεκριμένο θεωρητικό σχήμα της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης», ως αφαίρεση πέρα από τα όρια της πραγματικής περιγραφής πραγματικών σχέσεων, ως έκφραση κατά τη γνώμη μου θεωρητικού ωφελιμισμού, συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις να αποτελέσει το κύτταρο  ανάπτυξης του οπορτουνισμού στη θεωρία, όλες τις προϋποθέσεις ώστε μια δεδομένη στιγμή να πηγάσουν από αυτό ακόμα και τα εντελώς αντίστροφα συμπεράσματα. Μήπως δεν θα αρκούσε η ενδεχόμενη «αποκάλυψη» μιας σειράς συμπτωμάτων εξάρτησης της Ελλάδας από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία κ.ο.κ., για να οδηγηθούμε αυτόματα, πάνω σε αυτήν ακριβώς τη θεωρητική βάση, στο «συμπέρασμα» ότι πρόκειται για «μια ανισότιμη αλληλεξάρτηση» που επιβάλλει αντιμετώπιση αντίστοιχη των σχέσεων αποικίας – μητρόπολης; Και αυτή δεν είναι η μόνη δυνατή ή πιθανή αρνητική θεωρητική συνέπεια.


«Η Ελλάδα είχε και έχει εναλλακτική λύση»

Διαβάζω ότι ο Π. Λαφαζάνης, την «ύστατη ώρα», κάλεσε τον πρωθυπουργό να πάρει πίσω τη συμφωνία υποστηρίζοντας ότι απέναντι σε αυτήν «η Ελλάδα είχε και έχει εναλλακτική λύση».

Όντως. Εναλλακτική λύση υπάρχει και μάλιστα άμεσα. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα σύνολο ταυτόχρονων μέτρων που θα διασφαλίσουν την αποτελεσματικότητά της. Ενδεικτικά μερικά από αυτά, τα κυριότερα κατά τη γνώμη μου, είναι τα εξής:

1] Άμεσα κρατικοποίηση των 500 μεγαλύτερων επιχειρήσεων, που μόνο αυτές, με τον κύκλο εργασιών τους, καλύπτουν ποσοστό 50% του συνολικού κύκλου εργασιών όλων των εταιρειών.

2] Άμεσα κρατικοποίηση μεμονωμένων επιχειρήσεων ή και κλάδων, ανεξάρτητα από την κατάταξή τους στην επιχειρηματική κερδοφορία, με κριτήριο τη σημασία τους στην ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών και στην παραγωγική διαδικασία.

3] Άμεσα κρατικοποίηση και επαναλειτουργία κλειστών επιχειρήσεων που για τους ιδιοκτήτες τους η λειτουργία τους είναι προς το παρόν  «ασύμφορη» αλλά για τις ανάγκες της κοινωνίας είναι απαραίτητη.

4] Άμεση επιβολή περιορισμών στην κίνηση των κεφαλαίων προκειμένου να αποτραπεί η αντεθνική φυγή τους από τη χώρα.

Τα παραπάνω 4 πατριωτικά μέτρα είναι αναγκαία, εκτός των άλλων, και για το λόγο ότι μια που το νέο εθνικό μας νόμισμα δεν μπορεί να έχει «αντίκρισμα» σε συνάλλαγμα, πολύτιμα μέταλλα, βαρέλια πετρελαίου, βόμβες απεμπλουτισμένου ουρανίου κλπ, θα πρέπει να έχει αντίκρισμα στον εθνικό παραγωγικό πλούτο, στο παραγωγικό προϊόν του και στην εργασία που το παράγει. «Αντίκρισμα» ικανό να καλύψει τις λαϊκές ανάγκες, που σε κάθε άλλη περίπτωση θα δεχτούν σφοδρά πλήγματα. Επίσης απαιτείται:

5] Άμεσος κεντρικά – πανεθνικά σχεδιασμένος γενικός αναπροσανατολισμός της συνολικής παραγωγικής διαδικασίας από τον πρωτογενή τομέα ως και τις υπηρεσίες, προκειμένου να διαρθρωθεί σε όλες της τις πλευρές (εργασιακά, περιβαλλοντικά, από την άποψη του προϊόντος και της κατανομής του) στη βάση της εξυπηρέτησης των λαϊκών αναγκών  κι όχι στη βάση της καπιταλιστικής κερδοφορίας, των νόμων της αγοράς κλπ.

6] Άμεσο ξήλωμα από το κράτος των ευρωενωσιακών, ΝΑΤΟϊκών κλπ μηχανισμών.

7] Άμεσος αναπροσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής στην κατεύθυνση των αμοιβαία επωφελών σχέσεων με κάθε λαό, της αλληλεγγύης με τους λαούς που αγωνίζονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό.

8] Ολόπλευρη οργάνωση και προετοιμασία του λαού για τον έλεγχο και τη διεύρυνση των κατακτήσεών του, την αποτελεσματική  τους υπεράσπιση από κάθε απόπειρα ακύρωσής τους.

Εναλλακτική λύση λοιπόν, και μάλιστα άμεση, αντικειμενικά υπάρχει. Δεν μένει παρά να συγκροτηθεί το οργανωμένο κοινωνικο-πολιτικό υποκείμενο που θα την φέρει στο προσκήνιο  και θα την πραγματοποιήσει.

Φυσικά, όσο κι αν ο σημερινός πρωθυπουργός δηλώνει έτοιμος  να ψηφίσει και να εφαρμόσει μια συμφωνία την οποία «δεν την πιστεύει», είναι φανερό ότι τα παραπάνω μέτρα μπορούν να υλοποιηθούν μόνο από την οργανωμένη δύναμη που πιστεύει σ’ αυτά και είναι γι’ αυτά έτοιμη να κάνει θυσίες. Επομένως για να εφαρμοστούν τα παραπάνω μέτρα πρέπει η πίστη σε αυτά και η απόφαση γι’ αυτά να εκφραστεί στο επίπεδο της εξουσίας…

Εχει λοιπόν δίκιο ο Π. Λαφαζάνης ότι «η Ελλάδα είχε και έχει εναλλακτική λύση», αλλά το ποια θεωρεί ο ίδιος ως τέτοια είναι δικό του ζήτημα και δική του ευθύνη να το γνωστοποιήσει…

[προσθήκη της ίδιας μέρας:] Και μαζί με τα παραπάνω: 9] μονομερής διαγραφή του χρέους.


Συνδικάτο τηλεπικοινωνιών: Τραγικές οι συνέπειες της «απελευθέρωσης»

ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ-ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ Ν. ΑΤΤΙΚΗΣ

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΩΛΗΣΗ ΤΗΣ ΔΕΗ

Εμείς οι εργαζόμενοι στις τηλεπικοινωνίες, έχουμε ζήσει στο πετσί μας την «απελευθέρωση» των τηλεπικοινωνιών. Ο κλάδος μας είναι αυτός που, πολλά από τα μέτρα της ανταγωνιστικότητας και της επιχειρηματικότητας, της πολιτικής, δηλαδή, της ΕΕ που εφάρμοσαν όλες οι κυβερνήσεις πριν από την κρίση και εξακολουθούν να εφαρμόζουν μέχρι και σήμερα, πάρθηκαν πιλοτικά. Είμαστε , λοιπόν, σε θέση και έχουμε βγάλει σημαντικά συμπεράσματα για το τι ακριβώς σημαίνει «απελευθέρωση» και «ανταγωνισμός» και για τους εργαζόμενους, αλλά και για τους «συνδρομητές – καταναλωτές – πελάτες», αλλά κυρίως για την μεγάλη πλειοψηφία του Ελληνικού λαού.
Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι στον κλάδο μας υπάρχει πολύ σημαντική εξέλιξη στην τεχνολογία και όσον αφορά τα παραγόμενα προϊόντα και στην τεχνική και οργάνωση της παραγωγής αυτό που στη πραγματικότητα συμβαίνει 20, περίπου, χρόνια μετά την «απελευθέρωση» μέχρι σήμερα είναι:

1. Για τους εργαζόμενους:

– Το δικαίωμα στην πλήρη και σταθερή εργασία παραδόθηκε στους μεγάλους μονοπωλιακούς ομίλους, στο όνομα της κερδοφορίας. Οι ελαστικές μορφές και η δανεική εργασία έχουν γίνει καθεστώς. Κατ ́ εκτίμηση το 40% των εργαζομένων στο κλάδο, δουλεύουν με κάθε είδους ελαστική μορφή εργασίας, με ανανεωνόμενες ορισμένου χρόνου και 9ωρα- 12ωρα αντί για 8ωρο.

– Όποιες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ίσχυαν στον κλάδο, αφορούν πλέον το 60% των εργαζομένων, ή έχουν λήξει ή λήγουν στο τέλος του 2014. Ακόμα και αν ανανεωθούν, όπως ισχύουν σήμερα, το ύψος του μέσου μισθού, έχει καταβαραθρωθεί.

– Η εξέλιξη της τεχνικής και της οργάνωσης της παραγωγής, αντί να κάνει την ζωή των εργαζομένων πιο εύκολη, αύξησε την εντατικοποίηση στο maximum.

2. Για τους συνδρομητές:

– Ενώ, λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας, το κόστος παραγωγής τριών προϊόντων (σταθερή, κινητή, TV) είναι απίστευτα πιο μειωμένο, από το παλιό σταθερό τηλέφωνο, εν τούτοις το κόστος είναι σχεδόν απαγορευτικό για την εργατική οικογένεια.

– Μέσα στις συνθήκες κρίσης και συγκεκριμένα τα τελευταία 3 χρόνια, έχουν μειωθεί οι συνδέσεις σταθερής και κινητής τηλεφωνίας και έχει μειωθεί σημαντικά η χρήση τους

3. Για το σύνολο του Ελληνικού λαού:

– Η τεράστια περιουσία που χτίστηκε και πληρώθηκε από τον Ελληνικό λαό, όχι μόνο έχει μετατραπεί σε ιδιοκτησία των μεγάλων μονοπωλίων που δραστηριοποιούνται στον κλάδο, αλλά ταυτόχρονα το αγαθό της επικοινωνίας γίνεται όλο και πιο δυσπρόσιτο για την εργατική τάξη και τα φτωχότερα λαϊκά στρώματα.

– Τον τελευταίο χρόνο ο ιδιοκτήτης, της, πάλαι ποτέ δημόσιας περιουσίας, Deusche telecom, ξηλώνει το δίκτυο χαλκού και το στέλνει κατευθείαν στη Γερμανία, καθώς ο χαλκός είναι ένα από τα σημαντικά χρηματιστηριακά προϊόντα.

Αυτά είναι τα αποτελέσματα της «απελευθέρωσης» και του «ανταγωνισμού» στον κλάδο μας. Όσοι λένε ότι διαφωνούν για την πώληση της «μικρής ΔΕΗ» αλλά συμφωνούν με την πολιτική της απελευθέρωσης και την ΕΕ, το κάνουν μόνο και μόνο για τις εντυπώσεις, ενώ ταυτόχρονα «ρίχνουν νερό στο μύλο» των μονοπωλίων. Το πρόβλημα δεν είναι ο τρόπος ή το τίμημα, αλλά συνολικά η πλήρης μετατροπή του αγαθού σε εμπόρευμα. Δηλώνουμε αλληλέγγυοι στον αγώνα των εργαζομένων της ΔΕΗ και θα είμαστε μαζί σε έναν αγώνα ενάντια στη συνολική πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, με οποιαδήποτε μορφή.

πηγή


«φτηνές τιμές λόγω του ανταγωνισμού»

«…Δεν πρόκειται για ελληνική ιδιαιτερότητα. Στα κράτη – μέλη που ολοκλήρωσαν νωρίτερα απ’ την Ελλάδα την «απελευθέρωση» οι αυξήσεις της τιμής της οικιακής κατανάλωσης ξεπέρασαν το 70% και απασχόλησαν ως πρόβλημα την ίδια την ΕΕ. Το αντιπαράδειγμα της μείωσης τιμών σε σύγκριση με τις αρχικές στην «απελευθερωμένη» αγορά κινητής τηλεφωνίας, που αναφέρει η κυβέρνηση, δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Πρόκειται για τομέα με θεαματική αύξηση της παραγωγικότητας, γρήγορη μεταβολή τεχνολογικών δεδομένων και των προσφερόμενων εμπορευμάτων, όπου επιπλέον στη φάση δημιουργίας της σχετικής αγοράς εμποδίστηκε η συμμετοχή του ΟΤΕ…»

«Φτήνυναν» πραγματικά οι τηλεπικοινωνίες λόγω του ανταγωνισμού, όπως ισχυρίζονται οι υποστηρικτές της «απελευθέρωσης» και στην ενέργεια; Μια πρώτη γενική απάντηση δίνει το παραπάνω απόσπασμα από το άρθρο του Ριζοσπάστη.

Επ’ αυτού μερικές παραπέρα σκέψεις:

Καταρχήν η «απελευθέρωση» στις τηλεπικοινωνίες (ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ, εμφάνιση ιδιωτικών εταιριών κινητής και σταθερής τηλεφωνίας κλπ) συνέπεσε με μια γενικευμένη αντικατάσταση της παλιάς τεχνολογίας από νέα.  Οι «αναλογικές» συνδέσεις αντικαταστάθηκαν από ψηφιακές, τα μεταλλικά σύρματα αντικαταστάθηκαν από γυάλινες οπτικές ίνες. (Ας σημειωθεί και το ότι αυτή η αντικατάσταση έγινε κατά το μεγαλύτερο μέρος με έξοδα του κρατικού ΟΤΕ που αμέσως μετά μετοχοποιήθηκε ώστε τα οφέλη να περιέλθουν στο μονοπωλιακό κεφάλαιο).

Αν συγκρίνουμε το επικοινωνιακό φορτίο που μπορούσε να σηκώσει το παλιό «συρμάτινο» δίκτυο με το υπερπολλαπλάσιο φορτίο που μπορεί να σηκώσει το δίκτυο των οπτικών ινών, θα έπρεπε μάλλον να συμπεράνουμε ότι   οι επικοινωνίες όχι μόνο δεν έγιναν πιο φτηνές αλλά ότι η τιμή τους αυξήθηκε πολλαπλασιαστικά.

Τόσο η ψηφιακή τεχνολογία στη σταθερή όσο, ταυτόχρονα,  και η κινητή τηλεφωνία έκαναν την αρχική τους εμφάνιση με υπερβολικά ψηλές τιμές, στην πραγματικότητα όχι με τιμές «αγοράς» αλλά με τιμές μονοπωλιακές. Ακριβώς τη στιγμή που η νέα τεχνολογία αποδέσμευε τη χρήση των τηλεπικοινωνιών από χρονικούς περιορισμούς, τα τιμολόγιά τους συνδέθηκαν με τη «χρονοχρέωση» σε υψηλές τιμές δίνοντας την εντύπωση στον καταναλωτή ότι όση ώρα μιλάει στο τηλέφωνο κάποιος εργαζόμενος κάνει πετάλι για να διατηρεί τη σύνδεση, ενώ πρόκειται για χαρακτηριστική περίπτωση όπου το πάγιο κεφάλαιο υπερτερεί συντριπτικά επί της ζωντανής εργασίας.  Ουσιαστικά τα πρώτα χρόνια της ψηφιακής-σταθερής και της κινητής τηλεφωνίας οι τιμές αποσκοπούσαν στην υπερταχεία απόσβεση του πάγιου κεφαλαίου και ο τζίρος των αντίστοιχων εταιριών αποτελούσε μια μορφή πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου.

Στη συνέχεια κάτω από όρους μονοπωλιακού ανταγωνισμού οι τιμές μειώθηκαν, αλλά εξακολουθούν να μένουν σε ιδιαίτερα ψηλά επίπεδα σε σχέση με τις δυνατότητες της τεχνολογίας. Ο λόγος είναι απλός: Οι εταιρίες «δεν είναι φιλανθρωπικά ιδρύματα»  (ακριβώς το αντίθετο!), αλλά αποσκοπούν στο όσο δυνατό μεγαλύτερο κέρδος. Κι αν η κρατική ιδιοκτησία στον καπιταλισμό δεν παύει να υπηρετεί τις ανάγκες του κεφαλαίου, ωστόσο η ίδια η μορφή της κρατικής ιδιοκτησίας θέτει ταυτόχρονα συνεχώς το ζήτημα και την απαίτηση της λειτουργίας της (δηλαδή της λειτουργίας του κράτους και του είδους του κράτους που ανταποκρίνεται σε αυτή τη λειτουργία)  με αποκλειστικό στόχο την υπηρέτηση των κοινωνικών λαϊκών αναγκών.  Ζήτημα, φυσικά, εξ ορισμού άτοπο απέναντι στους όρους ύπαρξης του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Όμως είναι αποπροσανατολιστική ακόμα και αυτή η διαπίστωση, ότι δηλαδή τις τιμές των τηλεπικοινωνιών τις έριξε γενικά και αόριστα ο «ανταγωνισμός». Τις τιμές τις έριξε ο «ανταγωνισμός», αλλά ο «ανταγωνισμός» που βασίστηκε στο τσάκισμα των εργασιακών δικαιωμάτων και στην καθήλωση των αμοιβών των εργαζομένων στις εταιρίες τηλεπικοινωνιών. Η «απελευθέρωση» των τηλεπικοινωνιών ήδη από την αφετηρία της συνοδεύτηκε (με ευθύνη και των συμβιβασμένων συνδικαλιστικών ηγεσιών, ευθύνη προδοτική απέναντι στη νέα γενιά της εργατικής τάξης) με την απεμπόληση κάθε κατάκτησης των εργαζομένων, το διαχωρισμό τους σε «νέους» και «παλιούς» στον ΟΤΕ, το μεσαιωνικό εργασιακό καθεστώς στις εταιρίες του κλάδου, το τσάκισμα μισθολογικών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, του ωραρίου, την εργοδοτική τρομοκρατία κά…

Έτσι, όσο πιο χαμηλή είναι η τιμή του κάθε νέου πακέτου που μας υπόσχεται η άγνωστη φωνή που μας μιλά στο τηλέφωνο εξ ονόματος της μιας ή της άλλης εταιρίας, τοσο περισσότερο πρέπει να υποθέτουμε οτι η φωνή αυτή που μας μιλά αμείβεται με έναν μισθό πείνας. Και καθώς πρόκειται για εργασιακό καθεστώς που αποτελεί πραγματικότητα όχι μόνο για τους εργαζόμενους στις επικοινωνίες, αλλά που εξαπλώνεται ραγδαία στη ζωή όλων των εργαζομένων, καθώς δηλαδή αυξάνονται συνολικά για τους εργαζόμενους οι δείκτες της απόλυτης φτωχοποίησης και εξαθλίωσης, και καθώς επίσης η συνολική αποδιάρθρωση της ζωής τους σαν αποτέλεσμα της αποδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων έχει καταστήσει  είδος πρώτης ανάγκης το «κινητό» και όλες τις διαφορετικές μορφές επικοινωνιακού θορύβου, το αποτέλεσμα είναι οτι οι τιμές των τηλεπικοινωνιών συνιστούν απλώς τον παράγοντα ενός νέου – ανώτερου βαθμού σχετικής εξαθλίωσης: Μιά νέα κατηγορία κοινωνικού πλούτου που αμέσως με την εμφάνισή της ορθώθηκε  εχθρική απέναντι στους παραγωγούς του.

Με ίσως πιο απλά λόγια: Σε απόλυτες τιμές αυτός που πριν 100 χρόνια πήγαινε με τα πόδια,  ήταν πιο φτωχός από αυτόν που σήμερα πάει με το αυτοκίνητό του. Σε σύγκριση όμως με τις ανάγκες της σύγχρονης ζωής, που με τη σειρά τους καθορίζονται από τη συσσώρευση του κοινωνικού πλούτου, αυτός που σήμερα πάει με το αυτοκίνητο μπορεί να είναι πολλές φορές πιο φτωχός από αυτόν που πριν 100 χρόνια πήγαινε με τα πόδια.  Αυτό που κάποτε ήταν κανονικός όρος της κοινωνικής ύπαρξης του ανθρώπου, σήμερα μπορεί να αποτελεί την απόλυτη φτώχια του. Κι αυτό που κάποτε φάνταζε σαν απρόσιτη πολυτέλεια, σήμερα μπορεί να αποτελεί όρο ζωής που η έλλειψή του συνεπάγεται αυτόματα την  κοινωνική και οικονομική περιθωριοποίηση: η πολυτέλεια  έχει μετατραπεί σε βαρύ καταναγκασμό της επιβίωσης.  «Πολυτέλεια» είναι πια η βρύση του χωριού και, πια, το δίκτυο υδροδότησης όρος δίχως τον οποίο ο άνθρωπος δε ζει. Όμως το ίδιο συμβαίνει και με το ρεύμα όπως και με το τηλέφωνο και την πανάκριβη «φτήνια» του χάρη στον μονοπωλιακό ανταγωνισμό, δηλαδή το χορό του κεφαλαίου πάνω στις πλάτες των εργαζόμενων.