ο «διεθνισμός» της παραίτησης

Πρόκειται για το ιδεολόγημα, σύμφωνα με το οποίο αν δεν «υπάρξει» διεθνώς κάποια «αλλαγή», τότε  η πορεία γενικής καθήλωσης του λαού αποτελεί μονόδρομο.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για ιδεολόγημα που χρησιμοποιεί τον «αρνητικό» διεθνή συσχετισμό ως μια ακόμη παραλλαγή του «αναπόφευκτου» των δεινών που επισωρεύει σε βάρος του λαού η καπιταλιστική κρίση και η επιτελική της διαχείριση. Ως μια ακόμη παραλλαγή του «μονόδρομου» της παραίτησης, της αποχής από τους αγώνες, της ματαιότητας της οργανωμένης πάλης. Ως μια ακόμη απολογητική του 3ου μνημονίου της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ και κατ’ επέκταση και των δυο προηγούμενων.

Πρόκειται για την αντίστροφη όψη της απατηλής ευφορίας που είχε καλλιεργηθεί λ.χ. με την εκλογή του Ολάντ στη Γαλλία και τον «νέο (ιμπεριαλιστικό) άνεμο» που έφερε, αντίστροφη όψη με τη μορφή αυτή τη φορά της εξίσου απατηλής «απαισιοδοξίας» ότι δήθεν τίποτα δε γίνεται αν διεθνώς δεν «υπάρξει» αλλαγή κλπ κλπ.

Αλλά το να «υπάρξει» διεθνώς αλλαγή, τέτοια που να ανταποκρίνεται στις λαϊκές ανάγκες και τις (καταπληγωμένες) λαϊκές προσδοκίες,  δεν εξαρτάται από κάποια «ανώτερη» διεθνή δύναμη… Εξαρτάται αποκλειστικά από την κινητοποίηση των δυνάμεων του κάθε λαού στη χώρα του, την κινητοποίηση αυτή, τη μόνη ικανή να επιφέρει αλλαγές στο διεθνή συσχετισμό των δυνάμεων ανατρέποντας τους συσχετισμούς στο εσωτερικό της καθεμιάς ξεχωριστά χώρας,

Μια τέτοια εικόνα -εικόνα απατηλή αλλά πάντως εικόνα, απατηλή και γι’ αυτό τίποτα άλλο εκτος από εικόνα- αποτέλεσε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος τον Ιούλιο, όταν προκάλεσε την ενθουσιώδη υποδοχή ηγετών όπως ο Φιντέλ και ο Ραούλ Κάστρο, ο Έβο Μοράλες, ο Ραφαέλ Κορήα, ο Νικολάς Μαδούρο… Οι οποίοι το αντιμετώπισαν ακριβώς έτσι: σαν παράγοντα αλλαγής στον διεθνή συσχετισμό των δυνάμεων. Για να τους αδειάσει, βέβαια, αδίστακτα ο ΣΥΡΙΖΑ όπως «άδειασε» τον ελληνικό λαό, κι όλους όσους έτρεφαν (ή τρέφουν) αυταπάτες για τον πραγματικό του ρόλο, με αυτή την δίχως ιστορικό προηγούμενο ανατροπή του αποτελέσματος ενός δημοψηφίσματος δια της «ερμηνείας» του από μια κυβέρνηση που το προκήρυξε και δήθεν υποστήριζε αυτό το αποτέλεσμα.

«Άδειασμα» που αναδεικνύει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τον επικίνδυνο ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ ( του οπορτουνισμού, της σοσιαλδημοκρατικής «αναπαλαίωσης») απέναντι στο λαϊκό κίνημα όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς,

Όμως από την άποψη που εξετάζουμε, η παραπάνω εικόνα δείχνει ξεκάθαρα τι είναι και πώς πετυχαίνεται αυτή η «διεθνής αλλαγή», που δήθεν χωρίς αυτήν τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε, ενώ, στην πραγματικότητα, αν δεν κάνουμε κάτι, τότε καμιά διεθνής αλλαγή δεν πρόκειται να υπάρξει ποτέ…

…Διαφορετικά το σκηνικό είναι προδιαγεγραμμένο και το σενάριο γραμμένο λέξη προς λέξη: Ο ΣΥΡΙΖΑ λ.χ. περιμένει τάχα τους «ποντέμος», μέχρι να έρθουν κι οι ποντέμος ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει (και έχει ήδη) συμβάλει στη χειροτέρευση του διεθνούς (όπως και του εσωτερικού) συσχετισμού, οι ποντέμος αν θάρθουν θα πουν «μα τι να κάνουμε εμείς αφού, κι ο ΣΥΡΙΖΑ να τι έκανε, πώς να κάνουμε κάτι αν δεν υπάρξει διεθνής αλλαγή κλπ κλπ», κι έτσι το ιδεολόγημα περί «μιας» διεθνούς αλλαγής θα συνεχίσει να παίζει τον εργαλειακό του ρόλο για την υποταγή των λαών και του καθενός λαού σε έναν όλο και πιο δυσμενή, αντιλαϊκό συσχετισμό δυνάμεων.

Το ηθικό δίδαγμα είναι οτι κανένας λαός δεν έχει τίποτα να περιμένει από κανέναν ΣΥΡΙΖΑ κι από κανένα «ποντέμος». Έχει να περιμένει πολλά κάθε λαός, και πρώτα από όλα ο λαός μας, εμείς, μόνο αν οργανώσει, συνενώσει και με όλα τα μέσα κινητοποιήσει τις δικές του δυνάμεις ενάντια στην κυριαρχία του κεφαλαίου και τους πολιτικούς μηχανισμούς που τη συγκροτούν και τη διασφαλίζουν.

Η ιστορία διδάσκει, ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος κι ο μόνος δρόμος που μπορεί να γυρίσει τον κόσμο ανάποδα, αυτή είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να γυρίσει τον τροχό της ιστορίας αλλιώς. .


Αν ο τελικός στόχος είναι «τίποτα», τότε κανένας στόχος δεν είναι «κάτι»…

Η παρούσα ανάρτηση είναι γραμμένη «με την πρώτη», πλην από ελάχιστες και επουσιώδεις αλλαγές που υπέστη μ’ ένα ξανακοίταγμα πριν απ’ το «κλικ» στη «δημοσίευση». 

Σαφώς και με δυο – τρία «χτενίσματα» θα μπορούσε να λέει «τα ίδια» με τα μισά λόγια, μόνο που ενδεχομένως «τα ίδια» δεν θα ήταν τα ίδια και τα «μισά λόγια» μπορεί να ήταν μισόλογα.

Προκειμένου να αποφύγω τέτοιου είδους λειάνσεις και στρογγυλέματα, τη δημοσιεύω έτσι όπως είναι, ακατέργαστη, γεμάτη γωνίες και αγκίθες (αν δεν απατώμαι).

***

Η προηγούμενη ανάρτηση αυτού του μπλογκ ήταν ένας λίβελος κατά του λαού.

Ένας κακός μεταφραστής θα μπορούσε να μεταφράσει την παραπάνω πρόταση ως εξής: «Η προηγούμενη ανάρτηση αυτού του μπλογκ ήταν ένας αντιλαϊκός λίβελος».

Δυστυχώς, όμως, δεν ήταν αντιλαϊκός ο λίβελος. Αντιλαϊκές ήταν οι ελογικές επιλογές του λαού στις εκλογές της 20ης Σεπτέμβρη. Κι αυτό που διαφοροποιεί το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών από άλλα, παλιότερα εκλογικά αποτελέσματα,  είναι ότι για πρώτη φορά σε αυτές τις εκλογές, το κεντρικό δίλημμα δεν βρισκόταν στην «παραδοσιακή» δικομματική εναλλαγή των χρόνων πριν την καπιταλιστική κρίση και τα μνημόνια, ούτε και σε μια γενικόλογη δυνατότητα διεξόδου από τα σημερινά αδιέξοδα όπως στις εκλογές του Γενάρη και του 2012. Το κεντρικό δίλημμα αυτών των εκλογών ήταν  ένα τραχύ, για πρώτη φορά αφτιασίδωτο, στην πραγματικότητα απογυμνωμένο από «καλολογικά στοιχεία», ωμό κι απερίφραστο πολιτικό δίλημμα ανάμεσα στην ανυπακοή και την πειθάρχηση. Ανάμεσα στην αποδοχή των κάθε λογής (αριστερώνυμων ή δεξιώνυμων) εκπροσώπων, «εξωραϊστών», απολογητών και διαχειριστών της αντιλαϊκής πολιτικής, της καθοριζόμενης από το πραγματικό, υπαρκτό και όχι ιδεατό, σύστημα της εκμεταλλευτικής κυριαρχίας, από τη μια, και στην ανοιχτή απόρριψη ενάντια και στο σύστημα της εκμεταλλευτικής κυριαρχίας και στην πολιτική του και στους εκπροσώπους, απολογητές και διαχειριστές της. Το κεντρικό δίλημμα αυτών των εκλογών δεν βρισκόταν στην επιλογή ανάμεσα στον καλό και στον κακό δήμιο των λαϊκών δικαιωμάτων. Βρισκόταν  στην επιλογή ανάμεσα σ’ όλους τους δήμιους των λαϊκών δικαιωμάτων, από τη μια, και σε μια στοιχειώδη και ανοιχτή (δηλαδή εκλογική) αγωνιστική στάση προάσπισης αυτών των δικαιωμάτων, αντίστασης στο ποδοπάτημά τους, προοπτικής για την αντιστροφή του συσχετισμού των δυνάμεων.

Απέναντι σε αυτό το κεντρικό πολιτικό δίλημμα μπορούν να υπάρξουν ποικίλες αιτιολογήσεις της λαϊκής «εκλογικής συμπεριφοράς». Αυτό που δεν μπορεί να υπάρξει  είναι η οποιαδήποτε δικαιολόγησή της μέσω των πολλών και διάφορων αιτιολογήσεών της: Οποιαδήποτε τέτοια δικαιολόγηση θα ήταν μια δήθεν «φιλολαϊκή» κολακεία, και μάλιστα κολακεία ανιστόρητη: Στα νεώτερα ιστορικά χρόνια δεν είναι ούτε ένα ούτε δυο τα παραδείγματα, στην Ελλάδα και στον κόσμο, όπου η παθητικότητα των λαών απέναντι στις δυνάμεις της χειραγώγησής τους, επέφερε τις χείριστες συνέπειες για τους ίδιους τους λαούς. Θα ήταν, επιπλέον, κολακεία των πιο αρνητικών χαρακτηριστικών της ατομικής και συλλογικής συνείδησης τη στιγμή που αυτά επιχειρείται να μετατραπούν σε μόνιμα και διαρκή χαρακτηριστικά της:

Η πολιτική υπεκφυγή, αυτή η υπεκφυγή από τα καθήκοντα που θέτει στον καθένα ο «αντιμέτωπος» εξωτερικός κόσμος, για την εκδήλωση και την εδραίωσή της προϋποθέτει την ενσυνείδητη εσωτερίκευσή της. Απαιτεί από τον άνθρωπο την υπεκφυγή από τον ίδιο του τον εαυτό. Απαιτεί και προϋποθέτει την απομάκρυνση των ατόμων από τον συνειδησιακό τους πυρήνα που τα καθιστά ενεργητικά ιστορικά υποκείμενα, τη συνεχή τους συνειδησιακή παρέκκλιση από αυτόν τον πυρήνα, προς τον «τελικό στόχο» της εσωτερικής τους μεταμόρφωσης σε παθητικά αντικείμενα της ιστορίας μαθημένα να παρακάμπτουν την εξαπάτησή τους εξαπατώντας τον εαυτό τους και κατόπιν εξαπατώντας ο ένας τον άλλο κι όλοι μαζί τη συλλογική τους ύπαρξη. Η ενσυνείδητη πολιτική υπεκφυγή απαιτεί και προϋποθέτει την παράκαμψη του εξωτερικού ψεύδους μέσω της εσωτερικής του οικειοποίησης, το ψέμμα για να γίνει αποδεκτό απαιτεί από τον άνθρωπο να γίνει ο ίδιος ψεύτης, στην αρχή απέναντι στον εαυτό του, έπειτα απέναντι στους άλλους, εωσότου το ενσυνείδητο ψεύδος «ανυψωθεί» στο επίπεδο της συλλογικής συνείδησης καταβαραθρώνοντάς την. Κι αν ο φασισμός εκφράζει την επιδίωξη της ενεργητικής στρατολόγησης του λαού ενάντια στον εαυτό του, η διάχυση του οπορτουνισμού (διότι για αυτον πρόκειται) από την πολιτική στην κοινωνία μέσω των αθροιζόμενων ατομικών ψυχισμών, αποτελεί σαν αντίστροφη όψη του νομίσματος τη μορφή της παθητικής στρατολόγησης του λαού στη στρατηγική του συστήματος των εκμεταλλευτών του.

Αυτό, είναι το  τελικό προϊόν του «καπιταλισμού που σαπίζει»: Η διαφθορά των ανώτερων κύκλων του είναι το «λιγότερο» από τα χαρακτηριστικά του. Η αποσύνθεση εκτείνεται σε όλο το πεδίο της καπιταλιστικής κοινωνίας (καπιταλισμός = κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός, και «σαπίλα» του καπιταλισμού = «σαπίλα» του κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού) και επισφραγίζεται όταν διεισδύσει στα άτομα, όταν τα άτομα εσωτερικεύουν σαν δική τους την κοινωνική αποσύνθεση, όταν «εν ημίν» σκηνώσουν οι «κηλίδες» της κοινωνικής αποσύνθεσης με μορφή ατομική. Αυτό είναι το τελικό προϊόν του «καπιταλισμού που σαπίζει», κι αυτός είναι ο στρατηγικός «τελικός στόχος» της εκμεταλλευτικής εξουσίας, ο τελικός της στόχος που πίσω από την οικονομική επίτευξη των οικονομικών του δεικτών κρύβει την επίτευξη ενός ακόμα προϋποτιθέμενου δείκτη: του δείκτη της ατομικής και κοινωνικής πειθάρχησης των καταπιεζόμενων.

Γι’ αυτήν, για την εξουσία των εκμεταλλευτών, ο «τελικός στόχος» της είναι το παν.

Δεν χρειάζεται να τονιστεί ότι το ικανότερο εργαλείο για την πραγματοποίηση του στόχου αυτού είναι ο οπορτουνισμός, οι πολιτικές και κομματικές του εκφράσεις, οι ιδεολογικές μορφές του που τα γενικά του συστατικά επιχειρούν να τα καταστήσουν κεντρικά και κυρίαρχα συνειδησιακά- ψυχολογικά συστατικά των ατομικών στάσεων και συμπεριφορών: τι είναι ο οπορτουνισμός αν όχι μια δίχως τέλος ενσυνείδητη υπεκφυγή από την πρόκληση του προκείμενου, μια δίχως τέλος υπεκφυγή με οικοδομημένο για τις ανάγκες της ένα ολόκληρο πολιτικό, ιδεολογικό, συνειδησιακό-ψυχικό σύστημα;

Κι από τη στιγμή που η λαϊκή ψήφος, κάτω από τις ιδιαίτερες, συγκεκριμένες συνθήκες των εκλογών της  20ης Σεπτέμβρη, αποδέχθηκε, οικειοποίηθηκε, ενσυνείδητα παρακάμπτοντας την πλαστότητά του, το «αριστερό» (βλ. ΣΥΡΙΖΑ) και «πατριωτικό» (βλ. ΑΝΕΛ) άλλοθι που προσφέρθηκε στον καθένα άνθρωπο για να αποποιηθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την ευθύνη του για τη ζωή του, από αυτή τη στιγμή κι έπειτα δεν στέκονται απέναντι αλλά στέκονται πάνω από αυτό το κεντρικό στοιχείο της λαϊκής ψήφου, σαν ομπρέλα, οι κλασικές «αντικειμενικές» ερμηνείες της: οι αρνητικοί συσχετισμοί, ο πολιτικά «περιορισμένος» χαρακτήρας του «αστικού» εκλογικού δικαιώματος, οι «εκβιασμοί», οι «ανεπαρκείς» προγραμματικές επεξεργασίες, τα μεταβατικά ή όχι μεταβατικά προγράμματα, ο βαθμός εξειδίκευσης της γενικότητας κλπ κλπ, ερμηνείες που κινδυνεύουν να μετατραπούν σε «τεχνοκρατικές» κοινοτοπίες, και σε φαύλο κύκλο ανάμεσα στο αίτιο και στο αποτέλεσμα, εφόσον δεν αναδεικνύουν ένα κεντρικό διακύβευμα της περιόδου που διανύουμε, έναν ουσιαστικό, ενεργητικό και «εκ των ουκ άνευ» παράγοντα, το φιλότιμο και τη λεβεντιά σαν απαιτήσεις πρώτα από όλα του καθένα απέναντι στον εαυτό του.

Τα παραπάνω αποτελούν μόνο την εισαγωγή για όσα ακολουθούν, με αφορμή μια ανάρτηση που έτυχε να διαβάσω, με τίτλο: «Από τον περήφανο λαό στον υποταγμένο;»

Και για να κλείνω με την εισαγωγή: Τα όσα γράφονται παραπάνω, όπως και τα γραφόμενα στην προηγούμενη ανάρτηση, αποτελούν φυσικά μια γενίκευση εντός της οποίας εντάσσονται (ή και δεν εντάσσονται)  ποικίλες συγκεκριμένες ατομικές πολιτικές στάσεις. Αποτελεί, όμως, ευθύνη του καθενός, να τοποθετήσει την ατομική του πολιτική στάση απέναντι στο ίδιο του το «Εγώ» και να αντιπαραβάλλει την αλήθεια και το ψέμμα της πολιτικής στάσης του με την αλήθεια και το ψέμμα του «Εγώ» του. Χωρίς αυτή την αντιπαραβολή δεν πρόκειται να αποφύγει την βαθμιαία προσωπική παρέκκλιση ως το σημείο όπου ο χθεσινός και σημερινός του εαυτός άυριο θα του φαίνεται αγνώριστος, κι ο αυριανός του εαυτός θα είναι κομμένος και ραμμένος  στα μέτρα του έτοιμου κουστουμιού που προορίζουν για τον καθένα ξεχωριστά και κατ’ επέκταση για όλους μαζί οι μηχανισμοί του συστήματος της εκμετάλλευσης, οι μηχανισμοί επιβολής της κυρίαρχης ιδεολογίας, οι μηχανισμοί επιβολής της κυρίαρχης ψυχολογίας στο βαθμό που μπορεί κανείς να εκφραστεί έτσι…

***

Ας αφήσουμε, λοιπόν, τώρα τα παραπάνω γενικόλογα και ψυχολογικά, κι ας περάσουμε σε μερικά καθαυτό πολιτικά ζητήματα:

Ο «συμβιβασμός» της υποταγής, δηλαδή η υποταγή εμφανιζόμενη  σαν συμβιβασμός, σαν κάτι το «ενδιάμεσο» μεταξύ υποταγής και αντίστασης, ώστε με το πλαστό άλλοθι του «ενδιάμεσου» ενσυνείδητα να πραγματώνεται η επιλογή της υποταγής, αυτή εδώ την ιστορικά καθορισμένη στιγμή, όχι μόνο αποτέλεσε και αποτελεί ηθικό αποφρονηματισμό, ηθικό τσαλάκωμα ενός κόσμου που ως πρόσφατα εμφάνιζε διαθέσεις σύγκρουσης με τη «νέα κατοχή», την «απώλεια της εθνικής κυριαρχίας», την κυριαρχία «των τραπεζιτών», την πολιτική της «λιτότητας», την «πρόταση των δανειστών», ή όπως αλλιώς κατανοούσε ο καθένας την σύνθλιψη ως και των πιο στοιχειωδών δικαιωμάτων του και του ήδη «λιτού» βιοτικού του επιπέδου για την επιβολή ενός καθεστώτος οικονομικής αποστέρησης και πολιτικής καταπίεσης… Όχι μόνο, αντ’ αυτών, αποτέλεσε και αποτελεί επιλογή αποδοχής της οικονομικής αποστέρησης ως «αναπόφευκτης», και της πολιτικής καταπίεσης ως ανύπαρκτης εφόσον, δήθεν, δεν υπάρχει καταπίεση στην περίπτωση της προϊούσας «εθελούσιας» υποταγής και συμμόρφωσης «προς τα υποδείξεις» και τα προκατασκευασμένα διλήμματα που υπαγορεύουν οι μηχανισμοί της χειραγώγησης… Όχι μόνο, επίσης, είχε και έχει  σαν συνέπεια την παραχώρηση, προς αυτούς τους μηχανισμούς χειραγώγησης, ικανού χρόνου για να κλείσουν την λαβίδα τόσο ώστε και «την άλλη φορά» να βρουν μπροστά τους κλειστή τη λαβίδα όσοι αυταπατόνται ότι, μέσω της υποταγής στη χειραγώγησή τους, «αύριο» τάχα θα μπορέσουν να ξεγλυστρίσουν από τη χειραγώγηση…

…Αλλά, που είναι και το «κυριότερο» από «πολιτική» άποψη, αποτέλεσε και αποτελεί αποποίηση της αφετηρίας και του δρόμου προς τη μοναδική οικονομική και κοινωνική διέξοδο για το λαό, της αφετηρίας και του δρόμου που κατά αναπόδραστη αναγκαιότητα περνά μέσα από την άρνηση, την απόρριψη των δεσμών, την απελευθέρωση από τα δεσμά της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, «υλική μορφή» της οποίας κυριαρχίας αποτελούν εν προκειμένω οι μηχανισμοί του «ευρωατλαντισμού», το ΝΑΤΟ, η ΕΕ, το ΔΝΤ κλπ…

…Αποδεικνύοντας, ότι αν ο «τελικός στόχος» δεν είναι τίποτα και το «κίνημα» είναι το «παν», τότε δεν είναι τίποτα κανένας-μα-κανένας στόχος και το κίνημα μετατρέπεται σε «τίποτα» και αυτό.

Το κίνημα δεν μπορεί να κάνει ούτε ένα βήμα μπροστά, δεν μπορεί καν να ξέρει ποιό θα μπορούσε να ήταν ένα τέτοιο βήμα μπροστά, αν αυτό το ένα, αυτό το πρώτο κάθε φορά βήμα δεν προσδιορίζεται και δεν καθορίζεται από τη διαδρομή ανάμεσα στις συντεταγμένες του παρόντος και τις συντεταγμένες του τελικού στόχου. Αν το ιστορικά δρον υποκείμενο, αυτό το ένα βήμα και τη διαδρομή που αυτό χαράζει, δεν τα αντικρίζει ταυτόχρονα από την οπτική γωνία του παρόντος κι από την οπτική γωνία του τελικού στόχου.  Κι από την άλλη πλευρά, αυτός ο τελικός στόχος, όσο κι αν είναι θεωρητικά διατυπωμένος στις βασικές και κύριες γραμμές του περιεχομένου του, δεν είναι ένα θεωρητικό κατασκεύασμα, δεν είναι απλά ένα θεωρητικό «αίτημα», αλλά οι προϋποθέσεις του και η αναγκαιότητά του αναβλύζουν διαρκώς από κάθε πόρο των σημερινων κοινωνικών σχέσεων, όπως από  κάθε τους πόρο αναβλύζει κι η διαρκής αντιδραση, η διαρκής ιστορική οπισθοδρόμηση.

Οι υπαρκτές επιλογές είναι πολύ λίγες. Μόνο δυο: Είτε ο όλο και πιο κοινωνικός χαρακτήρας της οικονομικής παραγωγής, χάρη στην συνειδητή κινητοποίηση των εργαζομένων θα παραμερίσει την όλο και περισσότερο ατομική ιδιοποίηση της παραγωγής, και θα αντιστοιχηθεί με σχέσεις κοινωνικής ιδιοποίησης των μέσων παραγωγής…  Είτε η κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου, θα συνεχίσει να επιβάλλει την εκμεταλλευτική εξουσία όλο και πλατύτερα όλο και βαθύτερα, σε κάθε κύτταρο των κοινωνικών σχέσεων, του σχηματισμού της κοινωνίας, της ζωής των ατόμων, σέρνοντας πίσω της και σπρώχνοντας μπρος της φτώχια, εξαθλίωση, ολόπλευρη κοινωνική αποσύνθεση («σαπίλα»), αντιλαϊκή βία, ολόκληρες εποχές πολέμων… [*] Ήδη άλλωστε….

Η μεγάλη οπορτουνιστική υπεκφυγή από αυτό το μοναδικό πραγματικό δίλημμα, πραγματοποιείται με τη μέθοδο των μικρών ή λίγο μεγαλύτερων καθημερινών υπεκφυγών, με τη μέθοδο των υπεκφυγών γύρω από το κάθε ένα «μόνο» βήμα του κινήματος, με τη μέθοδο της θεωρητικής και πρακτικής δήθεν τεκμηρίωσης των μικρών και των μεγάλων υπεκφυγών είτε από το κάθε ένα «μόνο» βήμα είτε από τον τελικό στόχο, με τη μέθοδο της διαρκούς απομάκρυνσης από αυτό το σταθερό σημείο αναφοράς, αυτό το «τίποτα» του τελικού στόχου, για χάρη της οποίας απομάκρυνσης το κάθε ένα «μόνο» βήμα του κινήματος «οφείλει» να είναι βήμα πραγματικής παρέκκλισης από το ένα «μόνο» βήμα που θα έπρεπε να είχε γίνει. Και που θα έπρεπε να είχε γίνει  όχι για τις θεωρητικές ανάγκες του «τελικού στόχου», αλλά για τις άμεσες ανάγκες για τις οποίες αυτό το ένα «μόνο» βήμα καλείται να πραγματοποιηθεί. Και για τις οποίες άμεσες ανάγκες δεν μπορεί παρά να είναι βήμα όχι απομάκρυνσης από-, αλλά βήμα κατεύθυνσης προς τον τελικό στόχο που αναβλύζει μέσα από τις ίδιες αυτές τις άμεσες ανάγκες.

Διαφορετικά δεν μπορει να είναι παρά βήμα προς την αντίδραση και την ιστορική οπισθοδρόμηση. Το πόσο λοιπόν «περήφανος» ή το πόσο «υποταγμένος» είναι ο λαός δεν κρίνεται από την ιδέα που θέλει να έχει ο ίδιος για τον εαυτό του ούτε από την ιδέα που θέλει να έχει γι’ αυτόν ο οποιοσδήποτε. Κρίνεται από την κατεύθυνση του κάθε ενός «μόνο» βήματός του,  κι ακόμη περισσότερο από το βαθμό που ενσυνείδητα (ή όχι) πληρώνεται (ο καθένας ξεχωριστά και αθροιστικά σαν σύνολο) με την ψευδαισθηση της «ηρεμίας» που προσφέρει η ευθυγράμμιση με τις υποτείνουσες της υποταγής στην εξουσία, για να πουλήσει, με αυτό το αντίτιμο, στην εξουσία τα συνειδησιακά, ιδεολογικά, πολιτικά συστατικά της ίδιας του της υποταγής.

Από εκεί και πέρα ή μάλλον: πέρα από εκεί, θα μπορούσε πράγματι να γίνει μια συζήτηση για το αν θα «μας αφήσουνε» ή «δεν θα μας αφήσουνε» και για τι ακριβώς μπαίνει ζήτημα να μας «αφήσουνε» ή να μη μας «αφήσουνε»,

για το αν υπάρχει ποτέ περίπτωση να θελήσουν να μας «αφήσουνε» σε οποιαδήποτε των περιπτώσεων κάνουμε ένα παραμικρό βήμα εξόδου από το μονόδρομο της υποταγής μας,

για το ποιες επομένως προϋποθέσεις πρέπει να εκπληρωθούν, για να αντιταχθούν εκπληρωμένες και αποτελεσματικά σε αυτή τη θέλησή «τους»,

για το πώς η εκπλήρωση αυτών των προϋποθέσεων πρέπει από τώρα να οικοδομείται και για το πόσο «μακριά» βρίσκονται οι όροι του ερωτήματος «αν θα μας αφήσουνε», από τους τωρινούς όρους κάτω από τους οποίους πρέπει να αρχίσει η οικοδόμηση της εκπλήρωσης αυτών των  προϋποθέσεων,

για το ότι δεν συμπίπτει σε κανένα της σημείο η διαδικασία εκπλήρωσης αυτών των προϋποθέσεων με τη διαδικασία συνειδησιακής – πολιτικής χειραγώγησης του λαού,

για το ότι οι «λάθος» ερωτήσεις (π.χ. των δημοψηφισμάτων ή της εκάστοτε τηλεοπτικής επικαιρότητας) διατυπώνονται με προορισμό την είσπραξη «λάθος» απαντήσεων, για το ότι η «σωστή» απάντηση σε μια λάθος ερώτηση είναι «σωστή» μόνο υποκειμενικά θεωρημένη (όπως π.χ. μόνο υποκειμενικά θεωρημένη από τον καθένα είναι «σωστή» και η στάση του της αποχής) και γι’ αυτό -για να μετατρέψουμε το σωστό «για εμάς» σε σωστό για όλους- πρέπει να δίνουμε τις σωστές απαντήσεις  χωρίς να μας ρωτάνε και δίνοντας τις σωστές απαντήσεις να επιβάλλουμε τις σωστές ερωτήσεις,

για το ότι το παιχνίδι με τις (περισότερο ή λιγότερο πετυχημένες) λεκτικές διατυπώσεις  δεν μπορεί να συσκοτίσει το γεγονός πως οι συνεπείς πολιτικές (και όχι οι χρονικά πρωθύστερες) προϋποθέσεις αντιμετώπισης κρίσιμων και πολιτικά κομβικών ζητημάτων όπως η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση συνίστανται στην ανατροπή της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, δηλαδη στην ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, στην κατοχή της κοινωνίας επί των παραγωγικών δυνάμεων (και όχι το αντίθετο) οι οποίες πλέον επιδέχονται μόνο την κοινωνική διεύθυνση,  στην [προσθήκη μιας λέξης 30-9-2015: μονομερή] διαγραφή του χρέους,

για το ότι η ίδια αυτή η αποδέσμευση  από την Ευρωπαϊκή Ένωση και συνολικά τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς ταυτίζεται ήδη από σήμερα, από τώρα, με την αποδέσμευση από τους ιδρυτικούς της κανόνες της μονοπωλιακής αγοράς, της ελευθερίας του καπιταλιστικού ανταγωνισμού  και της ελευθερίας κίνησης του κεφαλαίου που θεμελιώνονται πάνω στις, όχι «νομικές», νομοτέλειες του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού (ανισομετρία, μοίρασμα και ξαναμοίρασμα του κόσμου από τα μονοπώλια και τα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη),

για το ότι επομένως η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους κανόνες της, που εγγυόνται την γενική ελευθερία του κεφαλαιου και την γενική κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου,  δεν μπορεί παρά να αποτελεί ουσιώδες συστατικό των διεκδικήσεων του κινήματος σε κάθε πραγματικό καθημερινό ένα «μόνο» βήμα του,

για το ότι από αυτό το καθημερινό ένα «μόνο» βήμα έως την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων το ζήτημα αυτής της αποδέσμευσης αποτελεί μια ολόκληρη διαδικασία εντός της οποία το εθνικό νόμισμα μπορεί να εντάσσεται μόνο σαν στιγμή της, υποταγμένη στους όρους της, και χωρίς σε τίποτα να μπορεί να την υποκαθιστά,

για το ότι το «εθνικό νόμισμα» από κάθε άλλη άποψη δεν αποτελεί παρά επιλογή επιβαλλόμενη εξίσου όσο επιβάλλεται και το ευρώ (και ενδεχομένως και από τις ίδιες δυνάμεις) και για το ότι στην περίπτωση επιβολής μιας τέτοιας επιλογής, στην περίπτωση μιας τέτοιας «στιγμής»  έξω από αυτή τη διαδικασία και την πραγματική της ανάπτυξη, το «εθνικό νόμισμα» δεν υποτάσσεται στους όρους αυτής της διαδικασίας αλλά -το μόνο- θέτει την επιτακτική ανάγκη της ανάδειξης των ορων της, πράγμα που έχει πολύ μεγάλη διαφορά,

για το ότι δεν υπάρχουν δοτές «παγκόσμιες λύσεις» για τα προβλήματα των λαών και για το ότι οι λύσεις έρχονται σαν διεθνείς ή παγκόσμιες μόνο σαν αποτέλεσμα της λαϊκής πάλης στη βάση της ιστορικά δοσμένης βαθμίδας της κοινωνικής τους ανάπτυξης και οργάνωσης, για το ότι αυτή η βαθμίδα είναι σήμερα η εθνική, για το ότι μόνο πάνω σε αυτή τη βαθμίδα μπορεί να οικοδομηθεί ο διεθνισμός των εργαζομένων και των λαών, για το ότι οι εμφανιζόμενες ως «υπερεθνικές» (και εσχάτως π.χ. «γερμανικές») καπιταλιστικές «ολοκληρώσεις» δεν υποτάσσονται σε καμία άλλη νομοτέλεια πέρα από τη «νομοτέλεια» της αντιδραστικής φύσης του ιμπεριαλισμού σε όλη τη γραμμή. [**] 

Για το ότι, μετά από όλα αυτά, μόνο εφόσον η διαδρομή, η σχέση, ανάμεσα στο κάθε επόμενο ένα «μόνο» βήμα του και στον τελικό στόχο είναι η μοναδική διαδρομή, η μοναδική σχέση που το καθορίζει, τότε και μόνο τότε, μπορεί να είναι και το κίνημα το ίδιο όχι  «τίποτα» αλλά το παν.

*

*

[*] «…ο πόλεμος παρατείνεται και απειλεί να εξελιχθεί σε ολόκληρη εποχή πολέμου!», Λένιν, «Απάντηση στον Κίεβσκι (Γ. Πιατακόφ)», 1916

[**] «Μια που οι πολιτικές ιδιομορφίες του ιμπεριαλισμού είναι η αντίδραση σ’ όλη τη γραμμή και το δυνάμωμα της εθνικής καταπίεσης, συνδυασμένα με το ζυγό της χρηματιστικής ολιγαρχίας και με την εξάλειψη του ελεύθερου συναγωνισμού…», Λένιν, Ο ιμπεριαλισμός…, ΣΕ, σελ. 129


Έλαβαν: Χαμένη ψήφος 94,5%

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο λαός θα βρεθεί, από Δευτέρα, αντιμέτωπος με την ψήφο του της Κυριακής.

Είναι, όμως, η πρώτη φορά που η λαϊκή «εκλογική συμπεριφορά» έχει τέτοια χαρακτηριστικά υπεκφυγής από τα κεντρικά ζητήματα της πολιτικής πραγματικότητας.

Η «υπεκφυγή», σαν λέξη, μπορεί ν’ ακούγεται λίγο καθαρεύουσα… Και ο συσχετισμός της  με την ειδικά «εκλογική» συμπεριφορά μπορεί και να προκαλεί την παρεξήγηση ότι η σημασία της περιορίζεται σε αυτό και μόνο το «εκλογικό» πεδίο. Όμως στην πραγματικότητα η «υπεκφυγή» αφορά κάτι το πολύ πιο εκτεταμένο από τις εκλογές και κάτι το πολύ πιο βαθύ από την μια ψήφο της προχθεσινής Κυριακής.

Αφορά το φιλότιμο, για να το γυρίσουμε λοιπόν στη δημοτική: Γιατί, ψήφος αντί για φιλότιμο, αυτό είναι το νόημα της προχθεσινής ψήφου. Και το χειρότερο: δεν υπάρχει καμία αφηρημένη οντότητα που να λέγεται «λαός» και που στη βούλησή της υποτάσσεται ο καθένας ατομικά. Αυτό που ονομάζουν λαϊκή βούληση το συνθέτει η προσωπική θέση και στάση του καθενός, κι επομένως την «υπεκφυγή» μ’ όλη της τη σημασία δεν την χρεώνεται καμία αφηρημένη οντότητα, αλλά ο καθένας ατομικά.

Η επιβράβευση του αριβισμού, στην απόλυτη τιμή του, που εκπροσωπεί κομματικά ο ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά ο Τσίπρας σαν «αρχηγός» του,  είναι -στην καθαρεύουσα- μια από τις πλευρές, μια από τις σημασίες, της προχθεσινής λαϊκής «υπεκφυγής». Η μετάφραση αυτής της σημασίας στη δημοτική, δείχνει ένα λαό, μερικά εκατομμύρια άτομα, πρόθυμα θύματα της κατάμουτρης κοροϊδίας, να λένε κι «ευχαριστώ», που δήθεν δεν καταλαβαίνουν ότι τους φτύνουν κι ανοίγουν ομπρέλα γιατί τάχα ψιχαλίζει, που τους προσβάλλουν στα σοβαρά κι απαντούν «ευτυχώς, γιατί εγώ αστεία δεν σηκώνω», που τους ξεφτιλίζουν στ’ αστεία τάχα κι απαντάνε «ωρέ τι θα πάθαινες αν μιλούσες στα σοβαρά», που για να μην παραδεχτούν αυτό που ξέρουν, δηλαδή ότι τους εξαπατούν στεγνά, εξαπατούν (δήθεν) κι οι ίδιοι τον εαυτό τους, που τους κουρελιάζουν την απαίτησή τους (;) για σεβασμό και κουρελιάζουν γι’ αυτό κι οι ίδιοι τον αυτοσεβασμό τους, που λένε για τους άλλους ότι «είναι όλοι ίδιοι» μόνο και μόνο για να είναι τέτοιοι κι αυτοί.

Μη γελιέται κανείς ότι πρόκειται για συμπεριφορά, για υπεκφυγή, απλώς «εκλογική». Όχι. Πρόκειται για εκλογική συμπεριφορά που εν προκειμένω αποκαλύπτει τη συμπεριφορά γενικά. Συμπεριφορά που δείχνει ότι οι άνθρωποι χαλάνε, και τότε…

Δε χρειάζονται περισσότερες αποδείξεις… Περάσαμε μια χρονική περίοδο που στη διάρκειά της ο τραχανάς απλώθηκε για τα καλά. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ήξερε – δε γνώριζε.  Κι ό,τι απομένει από τους τελευταίους επτά μήνες και τα τελευταία επτά χρόνια που πέρασαν, είναι το ντιβιντί της Αλεξανδράτου την ώρα που ο Ανίβας της καπιταλιστικής κρίσης είχε περάσει τις πύλες για μην τις ξαναδιαβεί ποτέ πίσω, -μιλώντας στην καθαρεύουσα, – είναι μια τσόντα (μιλώντας) στη δημοτική) που τη διαδέχτηκαν κάποια άθλια κλαψουρίσματα από όσους δήθεν «προδόθηκαν» από τους «πολιτευτές» – διαφθορείς τους των περασμένων δεκαετιών, κλαψουρίσματα  για όσα τους πήρανε και που δίκαια τα είχαν μόνο που τ’ αποκτήσανε χωρίς ποτέ τους οι ίδιοι ν’ αγωνιστούνε γι’ αυτά, κλαψουρίσματα από όσους ζητάνε απ’ τους… προγόνους τους να (ξανα)αγωνιστούνε γι’ αυτούς, κλαψουρίσματα από εκείνους που γυρεύουν  από άλλους να βγάζουν το φίδι απ’ την τρύπα και τα κάστανα απ’ τη φωτιά, κλαψουρίσματα άθλια όπως αποδείχτηκαν τώρα που το μόνο που τους μένει είναι όχι να μουτζώσουν αλλά να μουτζωθούνε. Και δεν «σώζονται» ούτε με την επικλήση  των «εκβιασμών», ούτε με το γελοίο δίλημα ανάμεσα στην «αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ, την «αριστερά» αυτή που το τελευταίο οκτάμηνο ψόφησε και πρόλαβε κιόλας να βρωμίσει, και στην «δεξιά» του Μεϊμαράκη με το μπεγλέρι, ούτε με τις καραμελίτσες των προηγούμενων χρόνων για τις «χωριστές συγκεντρώσεις»  και τις κυβερνητικές συνεργασίες της συνενοχής στο φόνο, ούτε με το κουστουμάκι της αντιπολίτευσης στη… Μέρκελ, ούτε σώζονται, τέλος, με την επίκληση του «αναπόφευκτου», ότι δηλαδή «δε γίνεται αλλιώς»: Η επίκληση ότι δε γίνεται «αλλιώς», είναι άκυρη από όσους συναινούνε να γίνει «έτσι», όπως άκυρη είναι κι η επίκληση ότι «με τις εκλογές έτσι κι αλλιώς δε γίνεται τίποτα» από όσους στις εκλογές ψηφίσανε αυτό το «κάτι» που έγινε και που θα γίνει δίνοντας στους εμπόρους των πλαστογραφημένων ελπίδων τη συγκατάθεσή τους να τους εμπορευτούν εν λευκώ.

Είναι φανερό ότι τα παραπάνω αποτελούν σχολιασμό για τη λαϊκή ψήφο που κατευθύνθηκε στο ΣΥΡΙΖΑ. Χαμένη ψήφος είναι αυτή, η λαϊκή ψήφος που πήγε στο ΣΥΡΙΖΑ, κι όχι οι ψήφοι που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ από όσους έχουν συμφέρον στην αντιλαϊκή πολιτική, στην ευρωενωσιακή «εγγύηση» της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, στο μνημόνιο 1, στο μνημόνιο 2, στο μνημόνιο 3.  Όμως κι η χαμένη λαϊκή ψήφος, κι η ψήφος αυτών των άλλων, η κερδισμένη γι’ αυτούς και μόνο γι’ αυτούς, είναι εξίσου αντιλαϊκή. Η μόνη διαφορά: άλλος ακονίζει το μαχαίρι του για τους άλλους, κι άλλος κάνει μόνος του χαρακίρι (κάθε άλλο, όμως, παρά ηρωικό).

Δεν είναι βέβαια, μόνο η ψήφος που πήγε στον ΣΥΡΙΖΑ χαμένη για το λαό. Χαμένη είναι κάθε λαϊκή  ψήφος που χαραμίστηκε στους κάθε είδους απολογητές της κυριαρχίας των μονοπωλίων, στους κάθε είδους απολογητές και εξωραϊστές του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης – είτε αυτοί το παίζουν ανοιχτοί οπαδοί του είτε το παίζουν απλώς «ικανοί διαχειριστές».  Η μόνη τους ξεχωριστή διαχειριστική ικανότητα είναι να παγιδεύουν το λαό στον κάλπικο πραγματισμό της υποταγής του.

Χαμένη για το λαό είναι κι η ψήφος στη ΛΑΕ του Λαφαζάνη, όχι γιατί δε στάθηκε αρκετή να τον βάλει στη βουλή, αλλά γιατί εξαρχής αυτοπροτάθηκε σαν υποκατάστατο της «υπεκφυγής» που απαίτησε και κέρδισε από το λαό ο ΣΥΡΙΖΑ, σαν λαθραία υπεκφυγή για όσους δεν ήταν έτοιμοι να υπεκφύγουν ανοιχτά μπροστά στους άλλους και μπροστά στον ίδιο τους τον εαυτό.

Χαμένη είναι και η «ψήφος» της αποχής: Φαίνεται πως για πολλούς (και δε γίνεται λόγος για όσους δεν θέλησαν να ξοδευτούν για να πάνε στους τόπους της καταγωγής τους), η ακύρωση μιας «ελπίδας» που είχε όλες τις πολιτικές προδιαγραφές  της ακύρωσής της και της ενσωμάτωσής της στο σύστημα της δυνάστευσης του λαού,  πολιτικές προδιαγραφές τέτοιες που έχουν κατονομαστεί με σαφήνεια, δεν στάθηκε ικανή να τους φέρει αντιμέτωπους, και χωρίς προφάσεις, με αυτήν ακριβώς τη σαφήνεια και τις συνέπειές της.  Τις πολιτικές τους αυταπάτες τις μεταφράσανε σε αυταπάτες «εκλογικές» για να διατηρήσουν τις πολιτικές τους αυταπάτες στο ακέραιο. Και αντί για τη  σαφήνεια των προδιαγραφών της «ήττας» τους που είναι και προδιαγραφές της ανασύνταξής τους, προτιμήσανε την ασάφεια την δοκιμασμένη στο καλοκαιρινό τους «ΟΧΙ στην πρόταση των δανειστών», για να την ξαναδοκιμάσουν σαν ασάφεια της αποχής τώρα. Κι όπως μόλις χθες βρήκαν «ελπίδα» στο 62% αυτού του ακαθόριστου μεγάλου «ΟΧΙ» που είχε και απέδειξε τις προδιαγραφές του να μετατραπεί σ’ ένα αντίθετο, μεγαλύτερο «ΝΑΙ», έτσι και τώρα βρίσκουν -ή και δεν βρίσκουν- «ελπίδα» στο ακαθόριστο 43% της αποχής μαζί με ένα 20% ηλικιωμένων που δεν μπορούν να πάνε να ψηφίσουν, πεθαμένων που παραμένουν στους εκλογικούς καταλόγους, πολιτικά αδιάφορων που στηρίζουν τις ελπίδες τους στο θεό, και άλλων, που όλοι μαζί δεν είναι σε θέση να φέρουν στο προσκήνιο οποιοδήποτε συλλογικό πολιτικό λόγο μπορεί να δώσει μορφή άλλη από την ατομική επιλογή του καθενός τους στην αποχή. Υπάρχουν άνθρωποι που μόνο οι αυταπάτες τούς κάνουν να νιώθουν εξοπλισμένοι πολιτικά…

Μόνη κερδισμένη ψήφος ήταν εκείνη που, και πάλι, έμεινε «στο 5%». Η ψήφος όσων αψηφήσανε και τους ψευτοπραγματισμούς και τα γελοία ψευτοδιλήματα, η ψήφος όσων χρόνια τώρα τους πρήζονταν τα συκώτια από όλους εκείνους που αποδείχτηκαν έτοιμοι από καιρό και «θαρραλέοι» να συνυπογράψουν την εξαπάτησή τους και να κατακυρώσουν την αυτοεξαπάτησή τους, η ψήφος όσων απέναντι στους «εκβιασμούς»  αντιπαραθέτουνε τη δύναμη της οργάνωσης και της πάλης των εργαζομένων για την πατρίδα και τον κόσμο που αντικειμενικά τους αξίζει.

*

Άφησα για το τέλος την χαμένη ψήφο στη «ΧΑ»:

Το να προτιμά κανείς από τη σημερινή «λαμογιοδημοκρατία» μια λαμογιοδικτατορία σαν «του Παπαδόπουλου» μπορεί και να σημαίνει απλώς ότι είναι, άνθρωπος πολιτικά αμόρφωτος και ανιστόρητος.

Το να νομίζει ότι η «ΧΑ» δεν είναι φασιστική, γιατί κατά τη γνώμη του κι ο ίδιος δεν είναι φασίστας, είναι κι αυτό, ας πούμε, μια πιθανότητα: Και στη Γερμανία του 1930 οι «μάζες» που παρασυρμένες από τη ναζιστική δημαγωγία έφεραν το Χίτλερ στην εξουσία μπορεί να μην είχαν συνείδηση ούτε ότι οι ίδιοι είναι ναζί ούτε για την βαθιά εγκληματική και εχθρική απέναντι στον άνθρωπο φύση του ναζισμού.

Το να θέλουν όμως να απευθύνονται σε μαλάκες και να έχουν από τους άλλους την απαίτηση να παριστάνουν τους μαλάκες είναι εντελώς διαφορετικό.

Και το να υπερψηφίζουν την «πολιτική ευθύνη» της δολοφονίας του Φύσσα, και κατ’ επέκταση την «πολιτική» ευθύνη για τη συνολική δολοφονική, εγκληματική και φασιστική – τρομοκρατική δραστηριότητα της «ΧΑ», είναι ταυτόσημο με το ότι αυτή την ευθύνη την αναλαμβάνουν οι ίδιοι. Ταυτόσημο με το ότι οι ίδιοι είναι χαλασμένοι και είναι δικό τους πρόβλημα το αν είναι χαλασμένοι απλώς αρκετά ή είναι χαλασμένοι εντελώς.


«Έχω να πάω κι αύριο»

Άνοιξε, λέει, η πόρτα και μπήκε μέσα στο σπίτι η γυναίκα που είχε εξαφανιστεί από μέρες. Μπήκε μέσα βρώμικη, γδαρμένη, ματωμένη, μελανιασμένη, με σχισμένα ρούχα κι έπεσε λαχανιασμένη στον καναπέ βογκώντας με λυγμούς. Ο άντρας της έτρεξε αλλόφρων από την ανησυχία να της δώσει τις πρώτες βοήθειες, κι όταν ησύχασαν κάπως, τη ρώτησε τι της συνέβη.

– Ε, του λέει αυτή, τι να συνέβη, εκεί που πήγαινα μ’ αρπάζει μια συμμορία, με πάει σ’ ένα μέρος και μ’ αρχίζει ο ένας από ‘δω, ο άλλος από ‘κεί, πότε ένας-ένας, πότε όλοι μαζί, αδιάκοπα όλες αυτές τις μέρες, ώσπου στο τέλος με παρατήσανε σε μια ερημιά και κατάφερα να συρθώ μέχρι εδώ.

– Αγάπη μου τι τράβηξες, της λέει αυτός. Ευτυχώς, όμως, όλα αυτά πέρασαν πιά.

– Μα τι λες, αντρούλη μου, εχω να πάω κι αύριο.

***

Ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε να «σκίσει τα μνημόνια», στη συνέχεια να εφαρμόσει (άλλο ανέκδοτο κι αυτό) το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης κλπ κλπ, αλλά γύρισε «σπίτι» σαν την κυρία του παραπάνω καλαμπουριού.

Το πρόβλημα θα ήταν σχετικά περιορισμένο, αν ύστερα από το πάθημά του ο ΣΥΡΙΖΑ έπαιρνε το μάθημά του κι αναγνώριζε ότι αυτή είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι μέσα σ’ αυτό το συνεταιρισμό του μονοπωλιακού κεφαλαίου δεν υπάρχει διέξοδος για τους λαούς από την καπιταλιστική κρίση, ότι η ευρωενωσιακή διαχείριση της κρίσης επιτείνει αφόρητα τα συμπτώματά της σε βάρος των λαών και εν προκειμένω του ελληνικού λαού, ότι μοναδικός δρόμος που υπηρετεί τις λαϊκές ανάγκες σήμερα και στο μέλλον είναι η ριζική στροφή έξω από τις ράγες του ευρωενωσιακού (και ελληνικού) υπαρκτού καπιταλισμού, ότι στην αντίθετη περίπτωση το παρόν και το μέλλον του λαού θα βουλιάζει όλο και πιο πολύ στο ζοφερό «βάθος χρόνου» που προδιαγράφει η ευθυγράμμιση της χώρας με τη στρατηγική των μονοπωλίων.

Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ, αντί γι’ αυτά, «έχει να πάει κι αύριο».

Συνεπής και πιστός στον διαχρονικό του ρόλο, στον ρόλο της πολιτικής του γενεαλογίας από το λεγόμενο «ΚΚΕ εσωτερικού» της «ΕΟΚ των λαών» και την μετέπειτα ΕΑΡ, τον μετέπειτα «ΣΥΝ» της ΕΕ και του Μάαστριχτ, της ΟΝΕ και του ευρώ, μέχρι τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ, συνεχίζει με αδιάκοπη συνέχεια την επιχείρηση εξωραϊσμού της ευρωενωσιακής «δημοκρατικής» δικτατορίας των μονοπωλίων.

Τη στιγμή που ο «μονόδρομός» της έπεσε με φόρα και με πάταγο στα βράχια της καπιταλιστικής κρίσης (το κορυφαίο αποτέλεσμα της μέχρι τότε αντιλαϊκής καπιταλιστικής «ανάπτυξης»), ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ να ανανεώσει στη λαϊκή συνείδηση το τσακισμένο, κάλπικο ευρωπαϊκό «όνειρο», ζητώντας τη λαϊκή ψήφο για να «αποδείξει» από τη θέση της κυβέρνησης ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην «Ευρώπη» του μονοπωλιακού κεφαλαίου αλλά στη διαχειριστική «ανικανότητα» των προκατόχων του στην κυβέρνηση.

Και τώρα που κι ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, η πολιτική του κι η «σκληρή του διαπραγμάτευση», τσακίστηκε κι αυτός στα προαπαιτούμενα και τα απαιτούμενα των «εταίρων» και των «θεσμών», τώρα που η στράτευσή του στην υπηρεσία του καπιταλιστικού «ευρωμονόδρομου» (επισφραγισμένη με τη σφραγίδα του ευρωατλαντισμού) έμεινε νέτη-σκέτη μπροστά στα μάτια όλων, απογυμνωμένη από κάθε είδους εξωραϊσμούς κι αυταπάτες, τώρα καλεί το λαό να «κατανοήσει» αυτό που δεν είχε κατανοήσει τόσον καιρό και που μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ μπορούσε να τον κάνει να το «κατανοήσει», ότι «δεν γίνεται αλλιώς», ότι αυτό το παρόν κι αυτό το μέλλον είναι για το λαό «μοναδική επιλογή», γιατί μοναδική επιλογή των μονοπωλίων είναι η ευρωενωσιακή φυλακή του λαού, και γιατί ο καλύτερος δεσμοφύλακας για το λαό σ’ αυτή τη φυλακή είναι η κυβέρνηση της «αριστεράς».

Ο ΣΥΡΙΖΑ «έχει να πάει κι αύριο». Ο λαός, αντίθετα, έχει να χαράξει τη δική του πορεία: σε σύγκρουση με τις αξιώσεις των «εταίρων», σε ρήξη με τους «θεσμούς» και τους κάθε είδους υπηρέτες τους σε κυβέρνηση κι «αντιπολίτευση», σε ρήξη με τη στρατηγική των μονοπωλίων  κι αυτούς που την υπηρετούν σαν σημερινοί ή επίδοξοι αυριανοί πολιτικοί διαχειριστές της.


«ευρωπαϊκό κεκτημένο»

Οπορτουνισμός γενικά είναι ο καιροσκοπισμός, η ιδεολογία και πολιτική του ευκαιριακού. Με αυτή την έννοια οπορτουνιστική απέναντι στο λαό είναι γενικά η αστική πολιτική αφού για να εξασφαλίζει μια μίνιμουμ σταθερότητα πρέπει να τον  εξαπατά διαρκώς κι αυτό μπορεί να το κάνει μόνο με ισχυρές δόσεις οπορτουνισμού, είτε φωνάζοντας εοκ και νατο το ίδιο συνδικάτο, είτε τάζοντάς του χρηματιστηριακούς τζόγους, είτε ότι λεφτά υπάρχουν, είτε ότι μόλις γίνουμε κυβέρνηση θα καταργήσουμε το μημόνιο, είτε συνδυάζοντας το ρατσισμό με το δουλεμπόριο.

Στην ορολογία του κομμουνιστικού κινήματος, ο οπορτουνισμός (χωρίς να χάνει τη γενική του έννοια, ίσα-ίσα) είναι η διείσδυση της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής στο εργατικό κίνημα, η μεταμφίεση με εργατική φόρμα της ιδεολογίας και της πολιτικής των εκμεταλλευτών. Γι’ αυτό και η ιδεολογική και πολιτική πολεμική κατά του οπορτουνισμού, είναι πολεμική πρώτης γραμμής για το εργατικό κίνημα.

Γι’ αυτό ας μην κλαψουρίζουν θλιβερά οι διάφοροι εκπρόσωποι και τα διάφορα επικοινωνιακά μέσα του ΣΥΡΙΖΑ για το ότι το ΚΚΕ ασκεί στον ΣΥΡΙΖΑ κριτική «περισσότερη» από ό,τι στην κυβέρνηση. Αυτό είναι φυσικό, εφόσον ο ΣΥΡΙΖΑ είναι επί της ουσίας φωνή  της «κυβέρνησης» μέσα στο εργατικό, μέσα στο  λαϊκό κίνημα. Και είναι εντελώς διαφορετικό θέμα το αν αυτή η κριτική ασκείται και αν αυτή η πολεμική διεξάγεται πάντα σωστά. [*]

Όλη αυτή η εισαγωγή έχει να κάνει με το ότι στη συνέχεια της ανάρτησης θα «βρίσω» ειδικά τον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ θα μπορούσα για τους ίδιους λόγους να βρίζω πχ την κυβέρνηση, τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, τη ΔΗΜΑΡ ή τους «58».

Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν, κάθε φορά που κάτι πάει κατά τη γνώμη του στραβά στην κυβερνητική πολιτική κλπ, σπεύδει να επικαλεστεί το «ευρωπαϊκό κεκτημένο», βάζει τις φωνές ότι αυτό το «κεκτημένο» παραβιάζεται, και ζητάει από την κυβέρνηση να ευθυγραμμιστεί με το «κεκτημένο» αυτό διότι διαφορετικά θα κάνει αυτός κυβέρνηση και τότε το «κεκτημένο» θα δείξει την πραγματική του λάμψη.

Το θέμα όμως, δηλαδή το δυστύχημα για τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι ότι το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» δεν «παραβιάστηκε» ποτέ. «Κεκτημένο» είναι αυτό που έχει ήδη αποκτηθεί. Και κάθε φορά που αποκτιέται κάτι ακόμα πλάι στο προηγούμενο, αυτό είναι απλώς ένα νέο «κεκτημένο» που δεν παραβιάζει το παλιό αλλά προστίθεται σ’ αυτό και το συμπληρώνει.

Μιλώντας πρόχειρα λοιπόν, «ευρωπαϊκό κεκτημένο» είναι οι βομβαρδισμοί στο Βελιγράδι, το παραβιασμένο (ξεπαρθενεμένο) ελληνικό σύνταγμα όταν επί Σημίτη περνούσαν τα  «συμμαχικά» στρατεύματα για να μπουν οι «χερσαίοι» στη Γιουγκοσλαβία, οι ευρωενωσιακές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις σε κάθε γωνιά του πλανήτη για το μερίδιο της ΕΕ στον ανταγωνισμό της με τις ΗΠΑ (ή το αντίθετο), η κατεδάφιση της κοινωνικής ασφάλισης και των κοινωνικών εργατικών – λαϊκών δικαιωμάτων, η ανεργία σε διψήφια ποσοστά και απόλυτες τιμές εκατομμυρίων και εκατομμυρίων ανθρώπων, ο ρατσισμός των αντιμεταναστευτικών στρατοπέδων συγκέντρωσης,  οι μισθοί της πείνας και η ζωή των εργαζομένων με την ψυχή στο στόμα, το χτύπημα στο σφυρί της δημόσιας – λαϊκής περιουσίας, η τελειοποίηση των αντιλαϊκών κατασταλτικών νόμων και μηχανισμών, η δωροδοκία των πολιτικών, η δωροληψία των πολιτικών, η ανοχή της ΕΕ στην τουρκική κατοχή ενός εδαφικού τμήματός της, οι επαναλαμβανόμενες προσπάθειες για διχοτόμηση της Κύπρου, και πολλά ακόμα γιατί στο σύνολο τους ουκ έστιν αριθμός,   ΚΑΙ ΤΩΡΑ! ΝΕΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΕΚΤΗΜΕΝΟ! Η διεύρυνση της επιρροής της ΕΕ προς την ανατολή με δύναμη κρούσης τον ουκρανικό εθνικισμό, φασισμό, νεοναζισμό, την μοναδική βία που δεν καταδικάζουμε από όπου κι αν προέρχεται! Η ενσυνείδητη και ηθελημένη «ομηρία» των ευϋπόληπτων «δημοκρατών» υπαλλήλων του ευρωενωσιακού μονοπωλιακού κεφαλαίου στους φασιναζιστικούς μηχανισμούς που εξέθρεψαν και εκτρέφουν για να διασφαλίσουν τη δική ΤΟΥ κυριαρχία.

*

Διαβάζουμε στον ημερήσιο τύπο ότι, τώρα,  στην ΕΕ φοβούνται για κύμα Ουκρανών μεταναστών προς τα δυτικά.

Είπαμε όμως: Ο οπορτουνισμός είναι γενικό χαρακτηριστικό του αστισμού. Δε»φοβούνται» λοιπόν κανένα κύμα Ουκρανών μεταναστών. Απλώς το αναμένουν σχεδιάζοντας την αξιοποίησή του για τη στερέωση της στρατηγικής των εκμεταλλευτών. Κι όπως εκεί στηρίχτηκαν σε κάθε είδους «εθνικιστικούς», ρατσιστικούς, φασιστικούς μηχανισμούς, τώρα αφήνουν τον σμπάρο στημένο για το δεύτερο τριγώνι, για την αξιοποίηση του πιθανού και αναμενόμενου νέου μεταναστευτικού κύματος στο στόχο του πνιξίματος του εργατικού, λαϊκού κινήματος και της δημοκρατίας μέσω της ανάπτυξης ενός νέου κύματος φασισμού και ρατσισμού στους κόλπους των ευρωπαϊκών λαών, είτε με μορφές συμμορίτικες είτε με μορφές «νόμιμων» στρατοπέδων συγκέντρωσης, στο στόχο δηλαδή της συνεχιζόμενης τερατογένεσης του «ευρωπαϊκού κεκτημένου».

Διότι αν ο οπορτουνισμός είναι η διείσδυση της ιδεολογίας και της πολιτικής των αφεντικών ανάμεσα στους εργαζόμενους, ο φασισμός και ο ρατσισμός είναι η ενεργητική υιοθέτηση από τους εργαζόμενους του ταξικού μίσους των αφεντικών τους ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥΣ, ενάντια στους εαυτούς τους, είναι το ξεδόντιασμα του κάβουρα και το κόλλημα πίσω του της ουράς του σκορπιού με την οποία δαγκώνει και σκοτώνει τον εαυτό του.

*

Φυσικά τα παραπάνω δεν τα γράφω μήπως τα διαβάσει ο ΣΥΡΙΖΑ και διορθωθεί… Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει γίνει αδιόρθωτος, κι ας το σκεφτούν αυτό καλά όσες δυνάμεις του λαού είναι εγκλωβισμένες σ’ αυτόν, είτε στη «δεξιά» είτε στην «αριστερή» του τάση, όπως κι όσες λαϊκές δυνάμεις είναι εγκλωβισμένες στα κόμματα του ευρωενωσιακού «μονόδρομου» είτε του «πολιτικά ορθού» είτε του «λευκού» και ρατσιστικού, επιδιώκοντας αντικειμενικά με τον δικό τους εγκλωβισμό να εγκλωβίσουν όλο το λαό στο μαύρο «ευρωπαϊκό κεκτημένο» που έρχεται.

*

Βέβαια, μετά από αυτά είναι «φυσικό» να αναμένεται κι ένα ακόμα κύμα λάσπης τύπου «βαθύ πασόκ» ενάντια στο ΚΚΕ.

[*] Τα σχετικά με τον οπορτουνισμό θα μπορούσαν να βρουν το αντίστοιχό τους και στο φασισμό. Όπως όλα τα κόμματα του καπιταλιστικού τόξου είναι κατ’ ανάγκη οπορτουνιστικά, έτσι τα ίδια κόμματα τείνουν κατ’ ανάγκη και στην υποταγή τους στο φασισμό που είναι η «ιδεολογία» και πολιτική της τάξης των εκμεταλλευτών στην καθαρότητά της (δηλαδή και οπορτουνισμός στην καθαρότερή του μορφή).  Επειδή όμως  αν αρχιζαμε να λέμε «οπορτουνιστές» το Σαμαρά και τον Βενιζέλο θα ξεχνούσαμε γιατί είναι οπορτουνιστής ο Τσίπρας κι ο Λαφαζάνης, για τον ίδιο  λόγο καλό είναι γενικά να λέμε φασίστες τους φασίστες παρ’ ότι και διότι όλοι οι δρόμοι της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο οδηγούν αναγκαστικά στο φασισμό.