Ο ύποπτος για φόνο, που δολοφονήθηκε

Τις προάλλες, τα ρεπορτάζ για τη δολοφονία του δικηγόρου Ζαφειρόπουλου επανέφεραν συνειρμικά μια όψη, μια πτυχή κάποιας άλλης υπόθεσης, η οποία πτυχή είχε βγει «δειλά» στο φως της δημοσιότητας πριν από τρία χρόνια, επίσης με «συνειρμικό» τρόπο.

Σύμφωνα λοιπόν με τα ρεπορτάζ για τη δολοφονία του δικηγόρου, ένας από τους τρεις φερόμενους ως ηθικούς αυτουργούς της, οι οποίοι είναι κρατούμενοι στον Κορυδαλλό, «ήταν ο δράστης του μακελειού σε μπαρ στο Μικρολίμανο τον Νοέμβριο του 2014, όπου είχαν τραυματιστεί 15 άτομα». Ανατρέχοντας στα ρεπορτάζ εκείνης της υπόθεσης,  βρίσκουμε μια περιγραφή των συγκεκριμένων κυκλωμάτων του οργανωμένου εγκλήματος, σύμφωνα με την οποία ο δράστης του «μακελειού» συνεργάζεται στις διάφορες δραστηριότητές του με έναν συμπατριώτη του, ο οποίος συμπατριώτης, με τη σειρά του, φέρεται με ακόμα έναν να αποτελούν «το πιο πρόσφατο δίδυμο εκτελεστών της μαφίας του οργανωμένου εγκλήματος»Αυτός ο τελευταίος, πάλι, μαζί με δύο άλλα άτομα, φέρονται  ως να «αποτελούσαν τους πληρωμένους εκτελεστές του ελληνικού συνδικάτου του εγκλήματος». Τέλος, το ένα από αυτά τα «δύο άλλα άτομα», ο «31χρονος Ι.Τ. γνωστός ως «Πιτσίλας» που δολοφονήθηκε στις 21 Μαΐου 2014 στον Κορυδαλλό, (…) ήταν ανάμεσα στους υπόπτους  της διπλής δολοφονίας των μελών της Χρυσής Αυγής στο Ν. Ηράκλειο την 1η Νοεμβρίου 2013, ενέργεια που ανέλαβαν οι «Μαχόμενες Λαϊκές Επαναστατικές Δυνάμεις». Οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. δεν είχαν αποκλείσει η δολοφονία του «Πιτσίλα» να αποτελούσε «απόσυρση» προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο παροχής πληροφοριών που θα οδηγούσε στους «εντολείς».» 

δολοφονια-υποπτου-για-φονο1

Κι έτσι φτάνουμε στο τελικό σημείο αυτής της σειράς των «συνειρμών», στο οποίο σημείο, και στο «περιθώριο» ενός κύκλου συσχετισμών με καθαρά ποινικό χαρακτήρα, η ποινική υπόθεση αποκτά διάσταση πολιτική.

***

«Θολά νερά», θα πει κάποιος. Και τι άλλο θα μπορούσε να είναι, εκτός από «θολά  νερά», άλλωστε… Θολά, έτσι κι αλλιώς, ακόμα δηλαδή κι αν δεν υπήρχε η συμπτωματική ουσιαστικά αποκάλυψη αυτής της «πτυχής», ή της «φερόμενης ως πτυχής», των γεγονότων. Των οποίων γεγονότων η «εξήγηση» θα όφειλε να περιορίζεται, χωρίς τέτοιες «πτυχές», στην «ανάληψη ευθύνης» της διπλής δολοφονίας από την υποτιθέμενη «λαϊκή» και «επαναστατική οργάνωση». Στην «ανάληψη ευθύνης» που αποσκοπεί να εμφανίσει τα θολά νερά σαν κρυστάλλινα, στις 8.813 λέξεις της που αποτελούν 8.813 δολώματα στα χέρια των μηχανισμών που έχουν την αποστολή να θολώνουν τα νερά και να ψαρεύουν στα θολά νερά για την υλοποίηση των αντιλαϊκών τους επιδιώξεων.

Αλλά να που οι ανάγκες του καταμερισμού αρμοδιοτήτων μεταξύ των διάφορων μηχανισμών, η έλλειψη απόλυτου «συντονισμού» μεταξύ τους, – για τον οποίο θα απαιτούνταν μια πραγματική «δικτατορία» του ενός μηχανισμού επί του άλλου -, επιτρέπουν πού και πού την εμφάνιση μερικών ψηγμάτων της πραγματικότητας της προορισμένης να μένει στο απόλυτο σκοτάδι. Όσοι επομένως δείχνουν με το δάχτυλο το απόλυτο σκοτάδι και το παρουσιάζουν σαν φεγγάρι, καλό θα ήταν να μην χλευάζουν όσους «αντί για το φεγγάρι κοιτάνε το δάχτυλο»,  αλλά να αναλάβουν την ιδεολογική ευθύνη τους απέναντι στον «νεανικό και αγνό ενθουσιασμό» που μέσα σε αυτά τα θολά νερά γίνεται βορά των σαρκοβόρων και που αυτά τα θολά νερά αποτελούν την παγίδα την προορισμένη γι’ αυτόν.

***

Με άλλα λόγια, ο στερεότυπα επαναλαμβανόμενος εξωραϊσμός και η κολακεία του κρατικού μονοπώλιου χειραγώγησης του ιδεολογικού-πολιτικού «αυθορμητισμού», δια της αναγόρευσης των δραστηριοτήτων του σε «αμφισβήτηση του κρατικού μονοπώλιου της βίας», δεν θα ήταν πρόβλημα αν αποτελούσε απλώς μια έμπρακτη επιβεβαίωση του μονοπώλιου της ιδεολογικής και πολιτικής α-νοησίας, το οποίο μονοπώλιο σίγουρα δεν είναι κρατικό. Αποτελεί πρόβλημα στο βαθμό που λειτουργεί σαν το αναγκαίο ιδεολογικό συμπλήρωμα των μηχανισμών της χειραγώγησης, το ιδεολογικό συμπλήρωμα το απαιτούμενο για την ολοκλήρωση της δραστηριότητας και των στόχων τους. Που πολύπλευρα στρέφονται ενάντια στη γνήσια ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος και που για τις ανάγκες τους απαιτούν τον οργανωτικό εγκλωβισμό αναλώσιμων ατόμων στην υπηρεσία τους.

Ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, που η επέλαση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας θέτει στην ίδια «ανάγκες» επέκτασης και εμβάθυνσης  του κατασταλτικού της οπλοστασίου, «ανάγκες» που με τη σειρά τους απαιτούν αρκετή εικονική «επανάσταση» ως όρο θωράκισης της καπιταλιστικής εξουσίας απέναντι στο φάντασμα της πραγματικής, και απέναντι – πριν ακόμα κι από αυτήν – στην ανάπτυξη της αμφισβήτησης αυτής της εξουσίας από το κίνημα των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας.

Advertisements

«Μια βραδιά στο Λονδίνο», μέρος δεύτερο. Αναλύοντας μια υπόθεση εργασίας.

Η υπόθεση εργασίας αφορά το (προαπαιτούμενο για την κατανόηση) περιστατικό που περιγράφεται εδώ.

Ίσως πρέπει -σε σχέση με την υπόθεση εργασίας και την ανάλυση τη βασισμένη σ’ αυτή- να «απολογηθώ» κατά κάποιο τρόπο εκ των προτέρων: Για μένα το ίδιο το περιστατικό με τα βιογραφικά στοιχεία που το συνοδεύουν δεν θα είχε ανάγκη καμιάς «ανάλυσης». Ως προς το θέμα που με απασχολεί θα μιλούσε μόνο του. Ίσως όμως αυτή η άποψη να είναι «υποκειμενική», ίσως να οφείλεται στον δικό μου τρόπο σκέψης, την όποια πολιτική εμπειρία έχω με τον καιρό αποκτήσει, ίσως ακόμα και στον εκ μέρους μου «υπερβολικό» βαθμό εξέτασης όλων των πιθανών πιθανοτήτων (των πιθανών και όχι των απίθανων: δηλαδή όχι των «συνομωσιολογικών» για ζητήματα που, όμως, έτσι κι αλλιώς, αντικειμενικά, αφορούν υποθέσεις «συνομωτικότητας»).

Η υπόθεση εργασίας αφορά την περίπτωση όπου στο εν λόγω περιστατικό ο Περικλής θα δεχόταν την πρόταση του Κρις, τα ονόματα των οποίων δανείζομαι για να προχωρήσω αμέσως στη συνέχεια:

1}  Ο Κρις κάμπτει τους τεχνικούς και τους μαρξιστικούς-λενινιστικούς ενδοιασμούς του Περικλή, ο οποίος έτσι δέχεται την πρόταση του Κρις, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να οργανώσει γύρω του έναν πυρήνα έμπιστων ανθρώπων αποφασισμένων και ικανών να αφιερωθούν σε αυτή τη δραστηριότητα. Ο Κρις του επισημαίνει το από συνομωτική άποψη αυτονόητο: ότι «δεν είναι καθόλου ανάγκη» τα άτομα αυτά να πληροφορηθούν την ανάμιξή του στο όλο εγχείρημα. Ο Περικλής δεν έχει παρά να συμφωνήσει σ’ αυτό (ποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει σε κάτι τόσο αυτονόητο;). Πρακτικά, στη συνέχεια, ενδεχομένως αφήσει να υποψιαστούν κάτι 1-2 από τους πιο κοντινούς του συντρόφους, όμως αναγκαστικά σε επίπεδο ευρύτερης στρατολόγησης θα συνενωθούν άτομα που δεν θα μάθουν απολύτως τίποτα για τη συζήτηση ανάμεσα στον Κρις και τον Περικλή. Το πολύ να «ξέρουν» ότι η δραστηριότητά τους έχει κάποια ισχυρή υποστήριξη από «πάνω», από «μέσα» κ.ο.κ. Με αυτόν τον τρόπο ήδη η θέση του Περικλή έχει γίνει θέση «συνδέσμου» ανάμεσα στον Κρις και τους υπόλοιπους που (οι δεύτεροι) αγνοούν τη σχέση «αμοιβαιότητας» υπό την οποία τελούν. Και όχι μόνο την αγνοούν, αλλά γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο θεωρούν και προσβλητική οποιαδήποτε νύξη με την οποία θα καταγγέλονταν για οποιαδήποτε τέτοια σχέση στη γενικότητά της.

2} Ως προς το καθαυτό οργανωτικό-επιχειρησιακό επίπεδο, ο Κρις λέει στον Περικλή το εξίσου αυτονόητο, ότι, μια που ο ίδιος δεν μπορεί να εγκαταλείψει τις δουλειές του στην Οξφόρδη, ο Περικλής χρειάζεται έναν ακόμα σύνδεσμο ανάμεσα σ’ εκείνον και τον Κρις: Από τις επαφές που έχει διατηρήσει ο Κρις στην Ελλάδα θα διαθέσει στον Περικλή «τον καλύτερό του άνθρωπο» ο οποίος -εκτός των άλλων- έχει και αναπτυγμένο δίκτυο διασυνδέσεων στον κρατικό μηχανισμό, «πράγμα πολύ χρήσιμο για την υπόθεσή μας». «Μιλώντας μαζί του είναι σαν να μιλάς μ’ εμένα», του λέει.  Τον άνθρωπο αυτό ο Περικλής δεν τον γνωρίζει, αλλά εκείνος θα γνωρίσει τον Περικλή και θα έρθει να τον συναντήσει όταν επιστρέψει στην Ελλάδα με τα χαρτιά που θα τον εφοδιάσει ο Κρις («τίποτα ευκολότερο»).

3} Ως προς το ιδεολογικό προφίλ της οργάνωσης ο Κρις απευθύνει την ακόλουθη σύσταση στον Περικλή: «Be yourself!» Ο Κρις δεν θέλει να ποδηγετήσει ιδεολογικά τον Περικλή στο πλαίσιο του «κοινού δημοκρατικού τους αγώνα» και, άλλωστε, είναι και για τον ίδιο προτιμότερο ο δημοκρατικός αυτός αγώνας να εμφανίζεται μέσα από ένα, ας το πούμε έτσι, «μαρξιστικό – λενινιστικό» λεκτικό πρίσμα παρά από το πρίσμα των ευρύτερων επιδιώξεων της βρετανικής αυτοκρατορίας στην υπηρεσία της οποίας ο Κρις εξακολουθεί να διατηρεί μια ορισμένη -χαλαρή έστω- σχέση.

4} Ο Περικλής επιστρέφει στην Ελλάδα και ρίχνεται στη δουλειά κάτω από τους όρους που περιγράψαμε. Η επιλογή των στόχων, η μέθοδος της δράσης, ο εφοδιασμός με τα απαραίτητα λαβαίνουν χώρα με την αμέριστη συμβολή του ανθρώπου που συνάντησε τον Περικλή μετά την επιστροφή του. Στη διάρκεια των 3-4 χρόνων που απομένουν μέχρι την αντικατάσταση της δικτατορίας από τη νέα, μεταπολιτευτική, ΝΑΤΟϊκή φρουρά ο αρχικός πυρήνας της οργάνωσης διευρύνεται από έναν κύκλο νέων ατόμων, που αφενός ακόμα «δοκιμάζονται», αφετέρου είναι σε σχέση με τους παλιότερους ακόμα πιο απομακρυσμένα από το οργανωτικό καθοδηγητικό κέντρο και, τέλος, διακρίνονται για τον μαχητικό επαναστατικών προθέσεων ενθουσιασμό και την πίστη τους στην οργάνωση, της οποίας άλλωστε η δραση «μιλώντας από μόνη της» αποδεικνύει ότι «όλα πάνε καλά».

5} Ώσπου η δικτατορία πέφτει. Τόσο ο Περικλής όσο και ο γύρω από αυτόν αρχικός πυρήνας ανακοινώνει στον Κρις ότι θεωρούν πως η αποστολή τους -με αυτή τη μορφή- έχει λήξει. Ο Κρις υπερθεματίζει: Με τη μορφή αυτή έχει λήξει και η δική του αποστολή. Όπως το 1953 στο Ιράν ο Συνταγματάρχης Γουντχαουζ παρέδωσε τις επαφές του Robin Zaehner στον σταθμάρχη της CIA, ο άνθρωπος του Κρις στην Αθήνα δεν έχει παρά να παραδώσει σε αυτόν που του υποδεικνύεται  (νέος σύνδεσμος!) τις δικές του επαφές, πρώτα απ’ όλα τις «επαφές» του εκείνες που απαρτίζουν τον νεώτερο κύκλο της οργάνωσης. Τα γεμάτα με «επαναστατικό» ενθουσιασμό αυτά άτομα, όσο και απογοητευμένα για τη δήθεν δικαίωση του αγώνα τη στιγμή που τα ίδια -πριν καν δοκιμαστούν σε αληθινά πυρά- ήταν έτοιμα να συμβάλουν με τη δράση τους σε αυτόν, ίσως και στο κατά τη γνώμη τους «ανέβασμά του σε ένα ανώτερο επίπεδο». Υλικό σαν αυτές τις «επαφές» είναι για την βρετανική αυτοκρατορία πολύτιμο -ακόμη κι αν όχι τόσο όσο το πιο πολύτιμο εξωτερικό περιουσιακό της στοιχείο: τα πετρέλαια- και δεν επιτρέπεται να χαθεί. Εξάλλου: Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ! Αυτό το διακηρύσσουν όλοι και πρώτοι απ’ όλους οι μαρξιστές – λενινιστές, ο χειρότερος εχθρός του Κρις από τα παλιά…

Επίλογος

Από τότε ως τώρα είναι πολλά τα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει. Το να προβάλει κανείς αυτούσιο το παραπάνω υποθετικό πρότυπο στη σημερινή περίοδο, είναι βέβαιο πως θα τον οδηγούσε σε παραπλανητικά συμπεράσματα. Έτσι κι αλλιώς ο σκοπός δεν ήταν να συντεθεί ένα πρότυπο που θα μπορούσε «αυτούσιο» να προβληθεί σε οποιαδήποτε περίοδο. Έτσι κι αλλιώς, επίσης, οι μέθοδοι ελέγχου των οποιωνδήποτε «ακαλλιέργητων» επαναστατικών διαθέσεων και δραστηριοτήτων δεν εξαντλούνται στο πρότυπο το στηριγμένο στο περιστατικό που διαμείφθηκε ανάμεσα στον Κρις και τον Περικλή. Είναι πολλών ειδών οι δεσμοί (υλικοί και «ηθικοί») που μπορούν -στην κλίμακα του ενός ή του άλλου μεγέθους- να χρησιμοποιηθούν για την άσκηση ελέγχου, τον εγκλωβισμό, την χειραγώγηση, έως και την εξουδετέρωση… Είναι δηλαδή πολλών ειδών οι παραλλαγές του παραπάνω «αρχετυπικού» υποθετικού προτύπου.

Δεν πρόκειται λοιπόν στην πραγματικότητα παρά για μια (τουλάχιστον ως προς τη φιλοδοξία της) ανάλυση η οποία έχει σαν στόχο να «υποψιάσει» για τις μεθόδους ελέγχου «μορφών πάλης» υπαγορευόμενων κάποτε από συναισθηματικές βεβαιότητες και για τις μορφές πάλης με τις οποίες πραγματικά γράφονται οι αγώνες για την κοινωνική απελευθέρωση.

Πρόκειται επίσης για ανάλυση (εφοσον δεχόμαστε ότι αποτελεί τέτοια), του είδους που μάλλον δεν διαθέτουν οι ποικιλώνυμες αρμόδιες «αντιτρομοκρατικές» υπηρεσίες, τα λογικά συμπεράσματα της οποίας (και όχι μόνο αυτής!) τους υποδεικνύουν τον χώρο όπου θα έπρεπε πρώτιστα να επικεντρώσουν τις έρευνές τους: στο εσωτερικό τους.


Μια βραδιά στο Λονδίνο με τον Κρις Γουντχάουζ

Τυχαία χθες έπεσα πάνω σε ένα παλιότερο (προ δεκαετίας) κείμενο του Περικλή Κοροβέση από την “εποχή”, που μου φάνηκε σχετικά επίκαιρο και το παραθέτω αμέσως στη συνέχεια:

«Αρχές της δεκαετίας του ’70 είχε κυκλοφορήσει στα αγγλικά το πρώτο μου βιβλίο “Ανθρωποφύλακες” που τουλάχιστον δεν πέρασε απαρατήρητο και σε κάποιο σημείο απασχόλησε κριτικούς σε μεγάλα έντυπα όπως και κάποια τηλεοπτικά κανάλια τόσο στην Αγγλία όσο και στον υπόλοιπο αγγλοσαξωνικό κόσμο. Είχε προηγηθεί η κατάθεσή μου στο Στρασβούργο, στο Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τα βασανιστήρια της χούντας που και αυτή είχε πάρει μια σχετική δημοσιότητα. Όλοι της παρέας είμαστε ευχαριστημένοι μια που γνωρίζαμε πως η δημοσιότητα είναι ο μεγαλύτερος και αποτελεσματικότερος εχθρός των βασανιστηρίων, όταν δεν λειτουργούν οι θεσμοί που κατατάσσουν τα βασανιστήρια σε ιδιώνυμα εγκλήματα και κολάζονται ποινικώς αυτεπαγγέλτως. Η οργάνωση του Πατριωτικού Μετώπου του Λονδίνου ανέλαβε να τυπώσει το βιβλίο στα ελληνικά και να κυκλοφορήσει παράνομα. Βγήκαν και τα πρώτα δοκίμια και ήρθαν στο σπίτι μου με το ταχυδρομείο μαζί με μια επιστολή του Μάρκου Δραγούμη (όχι του μουσικολόγου αλλά αυτού που ήταν κάποτε στους “Δρόμους της Ειρήνης”). Ως εκπρόσωπος του Μετώπου μού ζητούσε να λογοκρίνω κάποια αποσπάσματα του βιβλίου, που τα θεωρούσε επιζήμια για το κόμμα (ΚΚΕ εσ. τότε). Και το βιβλίο δεν εξεδόθη.

Το βιβλίο αυτό είχα προσπαθήσει να το κάνω όσο γίνεται απρόσωπο, έτσι που να αναγνωρίζονται όλες οι αντίστοιχες περιπτώσεις και να φανεί καθαρά ο μηχανισμός και η λογική της γραφειοκρατίας των βασανιστών. Αυτό δεν ήταν σύμφωνο με τους κανόνες του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού, πράγμα που σήμαινε: “Ράβδος στη γωνία, άρα βρέχει”. Τώρα γιατί κάθομαι και τα λέω όλα αυτά ξεκάρφωτα; Είναι για να δώσω το κλίμα της εποχής, για να πω τα υπόλοιπα, μετά από μία κουβέντα που είχα με το Γιάννη Μπανιά. Η Ελένη Βλάχου ζήτησε να με γνωρίσει και είχε ήδη παρουσιάσει το βιβλίο με κολακευτικό τρόπο στο περιοδικό της “Hellenique Review”. Αποδέχομαι την πρόσκληση με τη σκέψη, πως η Βλάχου η “μη δική” μου ήταν πιο κοντά από το “δικό” μου Δραγούμη. Για μένα τότε κάθε φωνή του κατεστημένου εναντίον της χούντας ήταν πολύτιμη, ακόμα και για το δικό μας αγώνα που είχε άλλη προοπτική.

Βρεθήκαμε στο σπίτι της. Προσκεκλημένη ήταν επίσης η Αμαλία Φλέμιγκ που είχα συνεργαστεί μαζί της για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και την εκτιμούσα βαθύτατα πέρα από τα αισθήματα αγάπης που είχα. Μαζί μας ήταν και ο Κρις Γουντχάουζ, που για κάποιο λόγο νόμιζα πως είχε πεθάνει (κατά περίεργο τρόπο, όλα τα ιστορικά πρόσωπα τα θεωρούμε πεθαμένα, όπως και τους συγγραφείς). Από αυτή τη συνάντηση μου έκανε εντύπωση η πολιτική τους διαύγεια και η βαθιά τους απόφαση να εξοντώσουν τη χούντα. Πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου βρέθηκα με ανθρώπους της εξουσίας. Η αίσθησή μου ήταν πως ενώ πετροβολούσα ένα βουνό εγώ, αυτοί είχαν τα μηχανήματα να το ισοπεδώσουν.

Και πέφτει η πρόταση από τον Γουντχάουζ μιας δυναμικής αντίστασης εναντίον της χούντας με πράξεις σαμποτάζ και όσο το δυνατόν αποφυγή ανθρωπίνων θυμάτων, αλλά σχεδόν είναι αδύνατο να αποφευχθούν. Δυστυχώς οι αγώνες γίνονται και με θυσίες. Του εξήγησα πως ούτε εγώ ούτε οι φίλοι μου έχουμε την οποιαδήποτε στρατιωτική εκπαίδευση, και ο Γουντχάουζ γέλασε. Θα έχετε δασκάλους τους καλύτερους σαμποτέρ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και εγώ έχω κάποια πείρα, συμπλήρωσε με ένα άψογο αγγλοσαξωνικό φλέγμα ο δυναμιτιστής του Γοργοποτάμου. Το δεύτερό μου επιχείρημα ήταν πολιτικό και του εξήγησα πως η χούντα πρέπει να πέσει με μαζικούς αγώνες και όχι πράξεις πρωτοπορίας. Σχολίασε πως είμαι ρομαντικός και ματαιόπονος. Ο λαός είναι με τη χούντα. Θα έρθει μαζί μας αν καταλάβει πως εμείς είμαστε πιο δυνατοί. Η κουβέντα έληξε εκεί και συνεχίσαμε μ’ άλλο θέμα. Οι δύο κυρίες δεν πήραν μέρος στη συζήτηση.

Στη χούντα οι απόψεις οι δικές του ήταν μειοψηφικές στους χώρους μου. Η έννοια της δυναμικής και ένοπλης αντίστασης ήταν το πρώτο θέμα της ημερήσιας διάταξης. Περπατώντας κάποια χιλιόμετρα για να πάω σπίτι, και με τη βοήθεια ενός ατέλειωτου παγόνερου σιγανού και επίμονου, ξελαμπικάρισα τελείως. Σκεφτόμουν πως ο Γουντχάουζ και οι όποιες υπηρεσίες υπήρχαν από πίσω, θέλανε εμάς να παίξουμε τη ζωή μας κορώνα γράμματα για να φέρουμε τον Καραμανλή. Πράγμα που έγινε βέβαια και χωρίς εμάς. Τα σκέφθηκα όλα αυτά μ’ αφορμή τη χούντα των καναλιών. Αν κάποιοι από μας δεν είχαμε κάποια τούβλα μαρξισμού-λενινισμού (τότε, μπορεί και σήμερα) στον εγκέφαλο, θα είμαστε όλοι δυναμιτιστές. Ήταν εύκολο, γοητευτικό και ριψοκίνδυνο. Δηλαδή ό,τι χρειάζεται για κάποιο νέο που βαριέται τα πολλά μπλα μπλα των αναζητήσεων. Αλλά οι πολιτικοί αγώνες είναι άλλο πράγμα. Εντούτοις κατανοώ αυτό το φαινόμενο και πια δεν μιλάω για λάθη, αλλά για ιστορικά φαινόμενα.»

*

Παραθέτω παρακάτω λίγα βιογραφικά στοιχεία του Κρις Γουντχάουζ  από την αγγλική έκδοση της wikipedia  (σε δική μου πρόχειρη και ίσως όχι καλή μετάφραση) προκεμένου να δοθεί μια ολοκληρωμένη εικόνα του περιστατικού που περιγράφει ο Π.Κ. Πολλοί βέβαια έχουν ακούσει ή διαβάσει από διάφορες πηγές για τη δράση του Γουντχάουζ στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κατοχής, όμως οι περισσότεροι αγνοοούν άλλες ενδιαφέρουσες πτυχές της ζωής και της δράσης του. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για στοιχεία χρήσιμα ώστε (χωρίς διάθεση προσβολής των όποιων «φιλελληνικών» ή «φιλελεύθερων» κινήτρων του…) να μπορεί κανείς να εκτιμήσει τη θέση του ίδιου στην πλευρά του ανθρώπου που έκανε μια πρόταση σαν κι αυτή και τη θέση οποιουδήποτε στην πλευρά του ανθρώπου που ενθουσιασμένος θα τη δεχόταν, που στη συνέχεια θα αποκτούσε επαφή με τους «συνδέσμους» που διατηρούσε ο Γουντχάουζ στην Ελλάδα, που θα βρισκόταν ενταγμένος σ’ ένα πλέγμα σχέσεων και εξαρτήσεων του οποίου οι αφετηρίες αλλά και οι «όροι αναπαραγωγής» θα ελέγχονταν από κέντρα «άλλου» τρόπου σκέψης και μήκους κύματος, που θα εκχωρούσε τη δραστηριότητά του και τους στόχους της σε σχεδιασμούς υπαγορευμένους από κριτήρια μιας «άλλης» στρατηγικής κλπ κλπ.   Από εκεί και πέρα ας βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματά του (ή τα συμπερασματικά του ερωτήματα) για τους τρόπους και τους στόχους δράσης των σχετικών υπηρεσιών, είτε γενικά μιλώντας είτε ειδικά:

Ο Κρίστοφερ Μόνταγκιου «Μόντυ» Γουντχάουζ, 5ος Βαρώνος του Τέρινγκτον DSO [Τάξη Διακεκριμένων Υπηρεσιών], OBE [Τάξη Βρετανικής Αυτοκρατορίας] (11 Μαΐου 1917 – 13 Φεβρουαρίου 2001) ήταν Συντηρητικός πολιτικός και μέλος του Κοινοβουλίου σαν αντιπρόσωπος της Οξφόρδης από το 1959 ως το 1966 και ξανά από το 1970 ως το 1974. Επίσης ήταν επισκέπτης καθηγητής στο Νάφηλντ Κόλετζ, Οξφόρδη από το 1956 ως το 1964. Ο Γουντχάουζ ήταν ειδικός στις ελληνικές υποθέσεις…

…Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του εντάχθηκε στο Βασιλικό πυροβολικό το 1939 και υπηρέτησε κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκόσμιου Πόλεμου, οπότε έγινε αξιωματικός το 1940 και προήχθη σε συνταγματάρχη το 1943. Βραβεύθηκε με DSO [Τάξη Διακεκριμένων Υπηρεσιών] και διορίστηκε Αξιωματικός της Τάξης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας το 1944. Τον περισσότερο καιρό του πολέμου υπηρέτησε στην Ελλάδα όπου η αγάπη του για αυτή τη χώρα έγινε ισχυρή, όπως φαίνεται στα γραπτά του. Το 1941 ήταν ένας από τους αξιωματικούς της SOE [Εκτέλεση Ειδικών Επιχειρήσεων] που στάλθηκαν στην Κρήτη για να οργανώσουν την αντίσταση πίσω από τις εχθρικές γραμμές.

Το Σεπτέμβριο του 1942 έπεσε με αλεξίπτωτο στην ηπειρωτική Ελλάδα σαν υπαρχηγός της Δύναμης Harling, με επικεφαλής τον Έντι Μάγερς, της οποίας έργο ήταν να ανατινάξει τη γέφυρα του Γοργοπόταμου. Μετά την επιτυχία αυτής της επιχείρησης οι Μάγερς και Γουντχάουζ διατάχθηκαν από τη SOE Καΐρου να μείνουν στην ηπειρωτική Ελλάδα και να σχηματίσουν την Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή. Αρχικά η παρουσία τους αποσκοπούσε μόνο στην Επιχείρηση Harling [την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου]. Ο Γουντχάουζ ένας από τους ελάχιστους Βρετανούς αξιωματικούς στην αποστολή που μιλούσε ελληνικά, στάλθηκε αρκετές φορές μόνος για να αποκτήσει επαφή με πολιτικά στοιχεία στην Αθήνα. Με το επιβλητικό του παρουσιαστικό, ψηλός με πυρόξανθα γένια, αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο, αλλά ο Γουντχάουζ πέτυχε πολυάριθμες μετακινήσεις στα αθηναϊκά περίχωρα συχνά ακόμα και φορώντας τη στολή του Βρετανικού Στρατού. Μετά την απομάκρυνση του Μάγερς κατόπιν αιτήματος του Φόρειν Όφις τον Ιούλιο του 1943, ο Γουντχάουζ έγινε επικεφαλής της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής.

Μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Γ. υπηρέτησε σαν Δεύτερος Γραμματέας στη Βρετανική Πρεσβεία στην Αθήνα μέχρι το 1946, οπότε επέστρεψε στη Βρετανία και υπηρέτησε σε ποικίλες βιομηχανικές και ακαδημαϊκές θέσεις. Από το 1951 ως το 1952, εργάστηκε στη Βρετανική Πρεσβεία στην Τεχεράνη, Ιράν. Το 1952 και 1953 ο Γ. αναμίχθηκε στην μεθόδευση από βρετανικής πλευράς του οργανωμένου από ΗΠΑ/Ηνωμένο Βασίλειο Ιρανικού πραξικοπήματος το 1953.

Επιχείρηση Μπότα

Στη διάρκεια των πρώτων φάσεων του ΒΠΠ, 1941, οι Σύμμαχοι (Σοβιετικοί και Βρετανοί) από κοινού εισέβαλαν στο Ιράν για να διασφαλίσουν τις πετρελαιοπηγές και τις γραμμές εφοδιασμού και να αποτρέψουν υποστήριξη των Γερμανών. Στα 1950 η Βρετανία ανησύχησε από πιθανό χάος και εισβολή της ΕΣΣΔ. Από το 1951 ο Γουντχάουζ ήταν πράκτορας της ΜΙ6 [Secret Intelligence Service (SIS),  γνωστής και ως MI6 (Military Intelligence, Section 6)] –επιχειρώντας υπό την κάλυψη μιας θέσης του Φόρειν Όφις- στην Τεχεράνη. Το 1952 ο Συνταγματάρχης Γουντχάουζ διατάχθηκε να εξοπλίσει μέλη των φυλών στο βόρειο Ιράν για να αντισταθούν στην όποια Σοβιετική επίθεση. Ο Γουντχάουζ έφερε όπλα στο Ιράν –με πτήσεις της RAF από την Ιρακινή Χαμπανίγια- για ένα κίνημα «αντίστασης» που δεν υπήρχε ακόμη.

Αργότερα το 1953 μια μυστική αποστολή για την απομάκρυνση του Μοχάμεντ Μοσαντέκ από την εξουσία διενεργήθηκε από τη Βρετανική κυβέρνηση Τσόρτσιλ και την κυβέρνηση Αϊζενχάουερ των ΗΠΑ. Ο Μοσαντέκ είχε γίνει δημοκρατικά εκλεγμένος ηγέτης του Ιράν και είχε εθνικοποιήσει Βρετανικής κατοχής πετρέλαια ύστερα από την άρνηση της Βρετανίας να διαπραγματευτεί το πιο πολύτιμο εξωτερικό περιουσιακό της στοιχείο.

Ο Robin Zaehner είχε αναπτύξει επαφές στο Ιράν και όταν οι Βρετανοί απελάθηκαν, ο Γουντχάουζ πήγε τις επαφές του στον σταθμάρχη της CIA. Έτσι μια συνομωσία ανατροπής του Μοσαντέκ σκηνοθετήθηκε σε από κοινού αποστολή μεταξύ της CIA και της ΜΙ6. Η CIA την ονόμασε Επιχείρηση TPAjax ειρωνικά αναφερόμενη ως επιχείρηση Ajax, με τα αρχικά ΤΡ για το στηριζόμενο από τα Σοβιέτ κομμουνιστικό κόμμα Τουντέχ (Tudeh Party of Iran). Οι βρετανικές δραστηριότητες κωδικοποιήθηκαν με την ονομασία Επιχείρηση Μπότα. Ο Γουντχάουζ πρότεινε την Επιχείρηση Μπότα στην κυβέρνηση Αϊζενχάουερ. Θα χρησιμοποιούσε «απογοητευμένα» Ιρανικά στοιχεία του στρατού, τον κλήρο και τα πολιτικά κόμματα για να εκδιώξουν τον Μοσαντέκ. Μαζί με τη CIA υποκίνησε και ενορχήστρωσε τις διαδηλώσεις των «παζαριών» της Τεχεράνης κατά του Μοσαντέκ. Διαδηλώσεις που οδήγησαν στο θάνατο εκατοντάδων ίσως και χιλιάδων Ιρανών. Ο Γουντχάουζ, μέσω της αδερφής του Σάχη, ενθάρρυνε τον ηγεμόνα να μην εγκαταλείψει το θρόνο…

…Στη συνέχεια ακολούθησε κοινοβουλευτική, ακαδημαϊκή και συγγραφική σταδιοδρομία.

συνεχίζεται


δε βρίσκεται στην «προκήρυξη» το νόημα

Αναμενόμενο το ότι η «προκήρυξη» στις 8.813 λέξεις της αναλώνεται σ’ ένα βερμπαλιστικό συνδυασμό θέσεων του είδους «κάλλιο πλούσιος και υγιής παρά φτωχός και ασθενής» μαζί με θέσεις του είδους «ράβδος εν γωνία άρα βρέχει».

Άλλωστε τι άλλο να πούνε τέτοιες προκηρύξεις;

«…Όλη η ως τώρα ιστορία των κοινωνιών είναι ιστορία ταξικών αγώνων κλπ (Μαρξ-Ένγκελς, Κομμουνιστικό Μανιφέστο)… —> …Για αυτό το λόγο προχωρήσαμε στην εκτέλεση του αντιδραστικού Ταδόπουλου, ο οποίος κλπ κλπ…»

«…Το προτσές κατανάλωσης της εργατικής δύναμης είναι ταυτόχρονα το προτσές παραγωγής εμπορευμάτων και υπεραξίας κλπ (Μαρξ, Κεφάλαιο)… —> …Κατά συνέπεια των παραπάνω εκτελέσαμε τις προάλλες τον επιφανή εκπρόσωπο της οικονομικής ολιγαρχίας Φουφουτίδη, τον στυγνό αυτό εκμεταλλευτή που κλπ κλπ…»

«…Οι πολιτικές ιδιομορφίες του ιμπεριαλισμού είναι η αντίδραση σ’ όλη τη γραμμή και το δυνάμωμα της εθνικής καταπίεσης, συνδυασμένα με το ζυγό της χρηματιστικής ολιγαρχίας και με την εξάλειψη του ελεύθερου συναγωνισμού κλπ (Λένιν, Ιμπεριαλισμός)… —> …Να γιατί εκτελέσαμε και αναλαμβάνουμε την ευθύνη κλπ κλπ…»

Αν έχει κανείς όρεξη μπορεί με άλλες 8.813 λέξεις να κάτσει και ν’ αναλύσει τον ακραίο βαθμό απόσπασης της θεωρίας από την πράξη και της πράξης από τη θεωρία, που απορρέει από το συνδυασμό αυτού του είδους πράξης και αυτού του είδους θεωρίας, η «συνένωση» των οποίων  κατόπιν εορτής δεν μπορεί παρά να είναι μια συνένωση προκρούστεια.

Όμως αυτά είναι «ψιλά γράμματα» μπροστά στο «κύριο», και το κύριο αυτό συνίσταται στο γεγονός ότι το νόημα της συγκεκριμένης πράξης δεν βρίσκεται καθόλου στο περιεχόμενο της «προκήρυξης».

Το νόημα βρίσκεται στην πέρα από κάθε σεναριολογία αντικειμενική επιδίωξη της συγκεκριμένης πράξης (όσο και της συνοδευτικής της «προκήρυξης»),  να παρεμβάλει το πρόστυχο περιεχόμενό της στην ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος, στην αντικειμενική της επιδίωξη να επιβάλει πάνω από την ανάπτυξη  του λαϊκού κινήματος το δικό της πρόστυχο περιεχόμενο και τους εξίσου πρόστυχους όρους της εξίσου πρόστυχης αξιοποίησής του, για την οποία αξιοποίηση ενάντια στο λαϊκό κίνημα είναι πολλά τα ενδιαφερόμενα εξουσιαστικά κέντρα, άσχετα από το αν έπρεπε γι’ αυτή την αξιοποίηση να κατασκεύασουν εξαρχής το συγκεκριμένο πρωτοεμφανιζόμενο «red group» ή αν είχαν την ευκολία να χρησιμοποιήσουν από τα «έτοιμα», και ως την οποία επιχείρηση αξιοποίησης (όσο κι αν η επιτυχία της σταθεί περιορισμένη παρά και ενάντια στις αντικειμενικές επιδιώξεις της δολοφονικής ενέργειας και της «προκήρυξής» της) δεν είναι βέβαια με κανένα τρόπο σε θέση να φτάσει η οποιαδήποτε «ανάληψη ευθύνης».


ένας προβοκατόρικος σμπάρος για πολλά πολιτικά τρυγόνια

Ποιός είναι λοιπόν ο «αόρατος εχθρός» και ποιός είναι αυτός που σκηνοθετεί τη δραστηριότητα αυτού του «αόρατου εχθρού» με σκοπό η κοινωνία κι η κοινωνικοπολιτική-ταξική αντιπαράθεση να πάψει να κινείται με τους όρους των πραγματικών σχέσεων που τη διέπουν, και να τη βάλει να χορεύει σαν αρκούδα στο δικό του νταούλι;

Όταν πριν 1,5 χρόνο ο ίδιος «αόρατος εχθρός» οργάνωνε και εκτελούσε την επιχείρηση εμπρησμού περισσότερων από 30 κτιρίων στο κέντρο της Αθήνας, στη διάρκεια της μεγάλης λαϊκής κινητοποίησης ενάντια στην ψήφιση του «2ου μνημόνιου», φανέρωνε και στην πράξη το -στη θεωρία γνωστό- αδίστακτο πρόσωπό του, επιδείκνυε την πρόθεσή του  να επιβληθεί «δια πυρός και σιδήρου» η στρατηγική της οικονομικής – κοινωνικής – πολιτικής σύνθλιψης των λαϊκών, εργαζόμενων στρωμάτων και της «ολοκληρωτικής» στερέωσης της εκμεταλλευτικής εξουσίας (της οικονομικής εξουσίας των μονοπωλίων και της πολιτικής εξουσίας των μηχανισμών του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού), παρεμπόδιζε στην πράξη το ξεδίπλωμα των δυνατοτήτων της λαϊκής κινητοποίησης και, ταυτόχρονα, τη συκοφαντούσε (την ίδια και κάθε λαϊκή κινητοποίηση) εμφανίζοντας σαν «διαδηλωτές» το «πλήθος» των (συνειδητών ή παραπλανημένων) οργάνων του τα οποία εκτέλεσαν την επιχείρηση που τους είχε ανατεθεί.

1,5 χρόνο μετά, με όσα έχουν μεσολαβήσει στη διαμόρφωση της κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης του λαού, στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού, με άλλα λόγια στη διαμορφωμένη «συνύπαρξη» των λαϊκών κοινωνικο-οικονομικών αδιεξόδων από τη μια και των πολιτικών αδιεξόδων που αντιμετωπίζουν οι διαχειριστές του συστήματος από την άλλη, έρχεται η επαγγελματική εγκληματική εν ψυχρώ δολοφονία των (συνειδητών ή παραπλανημένων) μελών του ναζιστικού κόμματος-συμμορίας της «χρυσής αυγής» αποσκοπώντας  να «βάλει στη θέση τους τα πράγματα» που έχουν παρεκκλίνει από την τροχιά την επιθυμητή για τα στρατηγικά επιτελεία του συστήματος της εκμετάλλευσης.

Όλο αυτό τον καιρό το λαϊκό κίνημα αντιμετώπισε με όρους οργανωμένους και μαζικούς την επιχείρηση της «χ.α.» να καθυποτάξει τη λαϊκή συνείδηση και καθημερινή δραστηριότητα, μέσω της άσκησης από αυτήν απροσχημάτιστης δολοφονικής βίας και τρομοκρατίας, να επιβάλλει με τον τρόπο αυτό όρους θέσμισής της ως «φυσικής» κρατικής εξουσίας συμπληρωματικής ή εναλλακτικής προς την εξουσία του «επίσημου» αστικού κράτους.

Η τέτοια αντιμετώπισή της από το λαϊκό κίνημα ενώ από τη μια έκανε ορατές τις προϋποθέσεις της ίδιας της δικής του ανάπτυξης πέρα από τα (ποιοτικά και ποσοτικά) όρια εντός των οποίων θα ήταν δυνατή η διαχείρισή του από τα πολιτικά επιτελεία της «υπαρκτής» εξουσίας, ταυτόχρονα έθεσε φραγμό στην ανάπτυξη οποιουδήποτε «αυθόρμητου» κοινωνικο-πολιτικού «αυτοματισμού» στη βάση άσκησης «αντιδιαμετρικά αντίθετων» πρακτικών ανάμεσα σε αντίπαλες πλευρές που δεν είναι «συμμετρικά όμοιες» και γι’ αυτό δεν μπορούν να είναι και «αντιδιαμετρικά αντίθετες»…

Η αποτυχία, λοιπόν, των μέχρι χθες αντιλαϊκών σχεδιασμών υπήρξε, ως προς αυτή την πλευρά τους, τριπλή: 1] Απέτυχαν να επιβάλουν την «χ.α.» ως τη ληστρική εξουσία που θα όφειλε να προσκυνήσει ο λαός. 2] Στην προσπάθειά τους αυτή εισέπραξαν την απάντηση ενός λαϊκού κινήματος ικανού να αναπτυχθεί πέρα από τα όρια πολιτικής «ασφάλειας» του αντιλαϊκού κοινωνικο-πολιτικού συνασπισμού. Και 3] έπεσε στο κενό το εγχείρημά τους να επιβάλλουν επιθυμητούς γι’ αυτόν τον συνασπισμό όρους «αντιπαράθεσης» ικανούς να χειραγωγηθούν και να αξιοποιηθούν «τέλεια» προς όφελος των αντιλαϊκών στρατηγικών σχεδιασμών που εδώ και πολύ καιρό έχουν τεθεί σε εφαρμογή.

Τώρα;

Με το υπ’ αριθμ. 1, σε ό,τι αφορά τον «μικροϊστορικό» κύκλο από τις περσινές εκλογές έως και χθες, το «παιχνίδι» χάθηκε, τουλάχιστον προσωρινά όπως φυσικά θέλουν να ελπίζουν,

Με το υπ’ αριθμ. 2 δεν μπορούν να «παίξουν», εδώ τους όρους δεν τους διαμορφώνουν αυτοί, αλλά οι μορφές και το περιεχόμενο της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης των εργαζόμενων, του λαού και της νεολαίας. Κι είναι η συνέχιση και ανάπτυξη, το βάθεμα, η ένταση, η μαζικοποίηση της λαϊκής πάλης σε αυτή ακριβώς τη βάση η μόνη που είναι ικανή να  χαράξει τη διέξοδο μέσα από τον κλοιό των μέτρων της αντιλαϊκής, αντεργατικής βαρβαρότητας, του συμβιβασμού, της φασιστικής ποδηγέτησης, των προβοκατόρικων επιχειρήσεων που απεργάζονται τα κέντρα της αντιλαϊκής εκμεταλλευτικής εξουσίας.

Το μόνο λοιπόν που τους απομένει είναι ό,τι σχετίζεται με το υπ’ αριθμ. 3: Σε αυτό το πεδίο, άλλωστε, η ανάπτυξη των τεχνικών της εξουσίας είναι τέτοια, ώστε ισχύει κυριολεκτικά η «αρχή» ότι «αν η πραγματικότητα δεν είναι αυτή που θα θέλανε, τότε τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα». Η «σκηνοθεσία» μιας «πραγματικότητας» βολικής για την υλοποίηση προ-εκπονημένων σχεδιασμών είναι τεχνικά απλή, «φτηνή», όσο «φτηνή» είναι λόγου χάρη από άποψη κόστους παραγωγής η χθεσινή επαγγελματική δολοφονία δυο νέων ανθρώπων: 5 δράστες Χ 100 ευρώ = 500 ευρώ + 2 ζωές αναλώσιμες στο βωμό των κέντρων εξουσίας για λογαριασμό της οποίας οι ίδιες αυτές ζωές είχαν στρατολογηθεί… Και με αυτό το ελάχιστο κόστος μπορεί να γίνουν δυο και τρεις δουλειές ταυτόχρονα: Να μεταβιβαστούν σημαντικά μηνύματα μεταξύ μηχανισμών που υπηρετούν και που κατευθύνονται από τα ίδια επιτελικά κέντρα… Μηνύματα σιωπής και κάλυψης του μηχανισμού που «συνορεύει» με τον μηχανισμό που ανακρίνεται, μηνύματα για το είδος της δραστηριότητας που έχει ενδεχομένως σειρά να τεθεί σε κίνηση, μηνύματα για τα κέντρα διεύθυνσης αυτού του «νέου» είδους δραστηριότητας… Κι εκτός από μηνύματα, με το ίδιο αυτό ελάχιστο κόστος, η ίδια αυτή ενέργεια θα μπορούσε κάτω από ορισμένες εκτιμητέες περιστάσεις να αποτελέσει και το εναρκτήριο λάκτισμα μιας τέτοιας δραστηριότητας, «σαν» επίθεση που πρέπει να απαντηθεί «με το ίδιο νόμισμα»… Κι αν δεν υπάρχει «πραγματικό» υποκείμενο διατεθειμένο να αναλάβει το έργο μιας τέτοιας «απάντησης», τότε -στην ανάγκη- μπορεί με άλλα τόσα έξοδα αυτή η απάντηση να «σκηνοθετηθεί». Τέλος, πέρα από όλα αυτά τα σχετικά περισσότερο φιλόδοξα, το βέβαιο είναι ότι στο ίδιο ελάχιστο κόστος που καταβλήθηκε, περιλαμβάνονται και αποτελέσματα «ρουτίνας»:  μια ελάχιστη διέξοδος στην κυβέρνηση απέναντι στα εσωκομματικά της προβλήματα, η παραπέρα «τριβή» της «θεωρίας των άκρων» στα μμε συνοδευόμενη από εμφυλιοπολεμικά σκιάχτρα ικανά να εκφοβίσουν όσους σχηματίζουν από τα «πρωινάδικα» αντίληψη για τον εμφύλιο πόλεμο και τους όρους του ξεσπάσματός του (κατ’ αναλογία προς όσους έχουν για την κατοχή μια εικόνα δημιουργημένη από τις θεωρίες περί τροϊκανής «κατοχής), αντίστροφα κηρύγματα «ενότητας του έθνους και της κοινωνίας» απέναντι στην απειλή του αόρατου εχθρού, δημιουργία ενός «κλίματος» μπροστά στην γενική απεργία, απόσπαση από τους μέχρι χθες «δύστροπους» δηλώσεων του είδους «είμαστε όλοι αμερικάνοι».

***

Ποιός είναι όμως εν τέλει ο «αόρατος εχθρός» που επιχειρεί να κάνει το λαό αρκούδα που χορεύει στο νταούλι του; Ως προς τη στενά «εκτελεστική» πλευρά του ζητήματος είναι τόσα πολλά τα κέντρα και οι μηχανισμοί που επιτελούν σχετικές «αρμοδιότητες» ώστε, φυσικά, η απάντηση δεν μπορεί να δωθεί. Αρκεί να θυμηθεί κανείς την κατά λάθος σύλληψη ως «τρομοκράτη» από μια κρατική υπηρεσία, τη δεκαετία του 80, ενός προσώπου που την επομένη αποδείχτηκε ότι «εργαζόταν» ως πράκτορας και προβοκάτορας όχι σε μια αλλά σε πέντε διαφορετικές κρατικές υπηρεσίες… Αρκεί επίσης να αναλογιστεί κανείς τον αριθμό, τη διάρθρωση, την διακλάδωση και την ιεραρχία όλων των ομοειδών υπηρεσιών, το βαθμό ένταξής τους, ημιαυτονόμησης και αυτονόμησής τους εντός – εκτός – επί τα αυτά και εναλλάξ του κρατικού μηχανισμού, την απροσδιοριστία που χαρακτηρίζει την ύπαρξη τους και τη μεταξύ τους σχέση και υπαγωγή στη μια ή άλλη «πτέρυγα» του κρατικού μηχανισμού, την υπαγωγή ολόκληρου του κρατικού μηχανισμού και ιδίως των συγκεκριμένων δομών του στη ΝΑΤΟϊκή και ευρωενωσιακή ιεραρχία, την λειτουργική ιεραρχία που επίσης αποκαθιστούν διμερείς διακρατικές «αντεγκληματικές» και «αντιτρομοκρατικές» συμφωνίες και συμβάσεις, την προέκτασή τους έξω από τα καθαυτό όρια του κράτους και των μηχανισμών του, την εξ όλων αυτών σχετική διοικητική απροσδιοριστία που συνεπάγεται, ώστε η απάντηση στο ερώτημα να καθίσταται από ειδική άποψη εντελώς αδύνατη και από γενική άποψη άλλο τόσο σαφής.

«Θεωρίες συνωμοσίας!» θα πουν οι απολογητές των οργανωτικών – επιτελικών κέντρων που πραγματικά συνωμοτούν σε βάρος του λαού, της ζωής του και του μέλλοντός του… Ας εκδόσουν λ.χ. τα πρακτικά των συζητήσεών τους στις διάφορες λέσχες της πλουτοκρατίας, σε αυτά τα πραγματικά ταξικά κόμματά της όπου επεξεργάζονται την υλοποίηση της στρατηγικής τους πέρα από κάθε πολιτική – κομματική βιτρίνα του τύπου ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΧΑ, κλπ κλπ. Ας δώσουν στη δημοσιότητα τις συζητήσεις που είχαν στη «Λέση Μπίλντερμπεργκ» στην Αθήνα ελάχιστους μήνες πριν από την «ξαφνική» ανακοίνωση στο λαό των «θυσιών» στις οποίες πρέπει να υποβληθεί γι’ αυτούς στις επόμενες δεκαετίες, ελάχιστους μήνες προτού αρχίσει η υλοποίηση της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής ψυχολογικής στρατηγικής που επεξεργάστηκαν κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους του πολυτελούς ξενοδοχείου όπου συνεδρίαζαν. Ας πουν στο λαό τι συζητήσανε τότε, και τις επόμενες χρονιές μέχρι σήμερα, για να μην κατηγορούνται σαν συνωμότες ενάντια στην ύπαρξή του.

Συνωμοσιολογική προσθήκη: Η εικόνα αυτή είχε εμφανιστεί πριν μερικά χρόνια στο "ιντιμίντια". Χαρακτηριστική ως προς το περιεχόμενο μεν, χρήζει διασταύρωσης και επιβεβαίωσης δε. Αν υπάρχει ενδιαφερόμενος κάτοχος των παραπάνω τευχών θα ήταν χρήσιμη η συμβολή του, όσο κι αν διαδικτυακά είναι εύκολη η επιβεβαίωση του γεγονότος, δύσκολη όμως η χειροπιαστή του διάψευση.

Συνωμοσιολογική προσθήκη: Η εικόνα αυτή είχε εμφανιστεί πριν μερικά χρόνια στο «ιντιμίντια». Χαρακτηριστική ως προς το περιεχόμενο μεν, χρήζει διασταύρωσης και επιβεβαίωσης δε. Αν υπάρχει ενδιαφερόμενος κάτοχος των παραπάνω τευχών θα ήταν χρήσιμη η συμβολή του, όσο κι αν διαδικτυακά είναι εύκολη η επιβεβαίωση του γεγονότος, δύσκολη όμως η χειροπιαστή του διάψευση.


Ο στόχος της «χύτρας» και της «βολίδας»

«Για όποιον έχει στοιχειώδη κατανόηση της λειτουργίας του ελληνικού Δημοσίου η ιδέα πως λειτουργεί κάποιος βαθύς μηχανισμός που στήνει τέτοιες προβοκάτσιες και μάλιστα κατ’ εντολήν της πολιτικής ηγεσίας μόνο ως ανέκδοτο ακούγεται».

Το παραπάνω πόνημα ανήκει στον κ. Παντελή Καψή και δημοσιεύτηκε πριν λίγες μέρες στο Έθνος.

Αν δεν ήταν το θέμα τόσο σοβαρό, μόνο σαν αστεία θα μπορούσε να ηχεί η προσπάθεια του κ. Καψή για ταύτιση της λειτουργίας των κέντρων του καθαυτό αστικού κράτους, του κράτους δηλαδή ως μηχανισμού διασφάλισης της ταξικής κυριαρχίας του κεφαλαίου,  με την «λειτουργία του ελληνικού Δημοσίου».

«Το κράτος ως μηχανισμός διασφάλισης της ταξικής κυριαρχίας του κεφαλαίου» μπορεί να είναι ψιλά γράμματα για τον κ. Καψή, για την ακρίβεια μάλιστα μπορεί ο κ. Καψής να επιλέγει την κατάταξη μιας τέτοιας φράσης στα ψιλά γι’ αυτόν γράμματα, και παραπέρα να επιχειρεί την επιβολή της αποσιώπησής της γενικά: Ψιλά γράμματα για όλους.

Ας αποσιωπηθεί επίσης, θα έλεγε ο κ. Καψής, ότι το «ελληνκό Δημόσιο» αποτελεί μια μόνο πλευρά της συνολικής λειτουργίας του ελληνικού κράτους, ας αποσιωπηθεί και το ότι το ελληνικό κράτος, ιδιαίτερα οι πιο «ευαίσθητοι» μηχανισμοί του,  είναι οργανικά και ιεραρχικά ενταγμένοι στις «περίπλοκες» δομές των ΝΑΤΟικών (και των αντίστοιχων αναπτυσσόμενων ευρωενωσιακών) μηχανισμών, που κανείς υποθέτω δεν αρνείται ότι είναι μηχανισμοί «κρατικοί», και οι οποίοι ούτως ή άλλως δεν καταλαβαίνουν «Χριστό» από «Δημόσιο» και άλλα τέτοια επιτηδευμένα «αφελή».

Με το ζήτημα της αποσιώπησης, που αποτελεί ουσιαστικά το κεντρικό και τελικό περιεχόμενο της «ανάλυσης» του κ. Καψή, θα ασχοληθούμε στη συνέχεια. Για την ώρα ας παραμείνουμε λίγο ακόμα στην «αφέλεια».

«Ούτε η CIA δεν το έχει καταφέρει να κρατηθεί κάτι τέτοιο μυστικό» αποφαίνεται ο κ. Καψής. Και θεωρεί προφανώς ότι είναι πολύ ικανότερος από τη CIA, στο «να κρατά μυστικά», ο «αντιεξουσιαστικός χώρος»  και η «αριστερά», στην οποία φυσικά και «ανήκει» η τρομοκρατία που δηλώνει «αριστερή», μια που όπως είναι γνωστό, στην Ελλάδα είσαι ότι δηλώσεις.

Και προκειμένου να πείσει για αυτό που «πρέπει» όλοι να πειστούν (άλλωστε διαφορετικά, χωρίς τη συμβολή της απαραίτητης «πειθούς» κάθε προβοκάτσια θα έπεφτε στο απόλυτο κενό), δεν διστάζει ο κ. Καψής να κατεβάσει το επίπεδο του λόγου του ως το επίπεδο της «ευφυούς» ανοησίας: «Στην Ελλάδα», λέει, «δεν έχουμε κράτος. Θα είχαμε παρακράτος;» Έλα μου ντε!

Ποιοί ΝΑΤΟϊκοί μηχανισμοί; Ποιές «κόκκινες προβιές»; Ποιές «καρφίτσες»; Ποιοί μηχανισμοί «συνέχειας» του αστικού κράτους μετά το χουντικό «στιγμιαίο»; Ποιά διεθνής εμπειρία για τις σχέσεις κρατικών μυστικών υπηρεσιών και οργανωμένου εγκλήματος; Ποιός Κένεντι και ποιό Ράιχσταγκ, Ποιός Χούβερ και ποιός Μανιαδάκης; Ποιά γκλάντιο; Ποιά Πι-2; Ποιά διεθνή δίκτυα της δεκαετίας του ’80; Ποιός έλεγχος, ποιοί «κόμβοι» και ποιοί σύνδεσμοι;  Μηχανισμοί χειραγώγησης και παγίδεσης; Τι είναι αυτό;

Τίποτα απ’ όλα αυτά. Το μόνο που πρέπει να «ξέρουν» και να λένε τα καλά παιδιά είναι: «Στην Ελλάδα δεν υπάρχει κράτος. Θα υπήρχε παρακράτος;» Και στο κάτω-κάτω, όπως συνεχίζει αμίμητα ο κ. Καψής, «ποιοί πολιτικοί θα έπαιζαν την καριέρα τους και την ελευθερία τους κορώνα – γράμματα» και «θα έδιναν τέτοιες εντολές;»

Αστείο, ιδιαίτερα ενόψει της τρέχουσας επικαιρότητας, το να αναζητεί κανείς πολιτικούς που «θα έπαιζαν κορώνα – γράμματα την ελευθερία τους και την καριέρα τους» προκειμένου να εξασφαλίσουν αξιόλογες απολαβές…  Θα μπορούσα αμέσως-αμέσως να αναφέρω μερικούς που ήδη παίξαν κορώνα «την καριέρα τους και την ελευθερία τους» αλλά -φευ- τους έκατσε «γράμματα», όμως μην ανησυχεί ο κ. Καψής: Ακόμα κι αν επί του ιδιαίτερου ζητήματος της συζήτησης ο σχετικός κύκλος πολιτικών είναι σίγουρα πολύ πιο περιορισμένος (σε σύγκριση με ό,τι αφορά μίζες και ηλεκτρονικά στικ),  ο αντίστοιχος καταμερισμός εργασίας ανάμεσα στο «φυσικό» και στο «πολιτικό» κράτος είναι τόσο εκλεπτυσμένος, ώστε κάτω από συνηθισμένες συνθήκες το να παιχτεί «κορώνα – γράμματα» μια «καριέρα» για τέτοιες δουλειές είναι στατιστικά πιο απίθανο από ό,τι λ.χ. η πρόσκρουση του Τιτανικού σε παγόβουνο.

Και, στο κάτω-κάτω, ποιός του είπε του κ. Καψή ότι «στην Ελλάδα δεν υπάρχει κράτος»; Τότε ποιος επιβάλλει, και πώς, τους φόρους και τα χαράτσια;

*

Προς τι όμως η τόση προσπάθεια του κ. Καψή να «πειστεί» η «αριστερά» ότι λίγο πολύ της «ανήκουν» οι δολοφόνοι της μάρφιν, οι εμπρηστές της Αθήνας, οι βολίδες της Συγγρού και η χύτρα του μωλ;

Πρώτα-πρώτα, διότι διαφορετικά, αυτές οι δραστηριότητες θα αποτελούσαν χειροπιαστό δείγμα για την έλλειψη δισταγμών της εξουσίας των μονοπωλίων όταν πρόκειται για τη διασφάλιση της ύπαρξής της απέναντι στην έντονη λαϊκή αμφισβήτηση.   Και από αυτό θα απέρρεε για τη λαϊκή αμφισβήτηση ολόκληρο σύστημα αναγκών σχετικά με την οργάνωσή της.

Ακόμα είμαστε όμως στην αντίστροφη πλευρά. Όχι την κύρια, όχι στην κεντρική σκοπιμότητα αυτών των δραστηριοτήτων, η οποία μπορεί να υπηρετηθεί μόνο εφόσον η «τρομοκρατία» εμπεδωθεί στις συνειδήσεις σαν αυτό που προβάλλεται, σαν «αριστερή».

Και ποια είναι αυτη η σκοπιμότητα λοιπόν; Μα αυτή, την οποία χωρίς περιστροφές δηλώνει στην «ανάλυσή» του ο κ. Καψής:

«…Αν η Αριστερά αποδεχτεί την άποψη της αριστερής τρομοκρατίας, τότε πέρα από την κρίση θα πρέπει να αναλογιστεί και δικές της ενδεχόμενες ευθύνες που προκύπτουν για παράδειγμα από τη βιαιότητα του πολιτικού της λόγου». 

Υπάρχει καλύτερη διατύπωση από αυτή για το πού στοχεύουν στην πραγματικότητα οι βολίδες κι οι χύτρες;

Ούτε σε παράθυρα ούτε σε βιτρίνες. Αλλά στην  «βιαιότητα» του πολιτικού λόγου της «αριστεράς». Στον πολιτικό λόγο που υπερασπίζεται και ενισχύει το λαϊκό αγωνιστικό φρόνημα, που αποκαλύπτει την ταξικότητα της «κρίσης», που ως μέρος της πράξης κινητοποιεί, που θέτει στο στόχαστρό του την ταξική εξουσία του κεφαλαίου, που αναδεικνύει την αναγκαιότητα, τις δυνατότητα και τους όρους της ανατροπής της, που απειλεί να μετατραπεί σε υλική δύναμη γι’ αυτήν.

Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει. Προφανώς, και για τον κ. Καψή, ό,τι «τσακίζει κόκαλα» είναι «τρομοκρατικό». Μόνο που αν δεν «τσακίζει κόκαλα», παύει να είναι και γλώσσα. Δεν απομένει τότε παρά ένας σιελογόνος αδένας.


Αφιέρωμα χωρίς επέτειο

Το τεύχος Μαΐου 1998 του περιοδικού «Δρόμοι της Ειρήνης» ήταν αφιερωμένο στα 25χρονα από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Γι’ αυτό το λόγο κυκλοφόρησε σαν επανέκδοση του τεύχους του Ιουνίου 1963, αρ. φύλλου 66, από όπου και το μικρό φωτογραφικό αφιέρωμα εκεί.

Από το ίδιο τεύχος δημοσιεύουμε εδώ, σε φωτογραφική μορφή (κλικ στις εικόνες για μεγέθυνση), το άρθρο του Κ. Ιωάννου με τον τίτλο «σφηκοφωλιές»…

…Κυρίως για το ιστορικό του ενδιαφέρον, με επίγνωση όμως της Ιστορίας σαν κίνησης. Ή για να το πούμε αλλιώς με επίγνωση της Ιστορίας ως Παρούσας, ως δρώσας ιστορίας. Από αυτή την άποψη η δημοσίευση δεν γίνεται για το ιστορικό της ενδιαφέρον αλλά για την επικαιρότητά της.