πόσα λεφτά είναι 5 τρισ;

Ούτε εγώ μπορώ ούτε κανείς ανάμεσά μας μπορεί να καταλάβει πόσα είναι 5 τρισεκατομμύρια δολάρια, και σε τίποτα δεν βοηθάει αν πούμε ότι 5.000.000.000.000 δολάρια, προς 1,09 δολάρια στο ευρώ, είναι τέσσερα τρισεκατομμύρια πεντακόσια ογδόντα επτά δισεκατομμύρια εκατον πενήντα πέντε εκατομμύρια εννιακόσιες εξήντα τρεις χιλιάδες τρακόσια δυο ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτα. Δεν θα βοηθούσε ν’ αντιληφθούμε το «νόημα» αυτού του ποσού (την… ποιότητα της ποσότητας), ούτε κι αν διευκρινίζαμε ότι πρόκειται για το ποσό που αποφάσισε να διαθέσει στην «παγκόσμια οικονομία» η Ομάδα των 20 πλουσιότερων χωρών του κόσμου (G20), στο πλαίσιο – σύμφωνα με το ρεπορτάζ – «στοχευμένης οικονομικής, χρηματοπιστωτικής πολιτικής και άλλων οικονομικών μέτρων για περιορισμό όχι μόνον των σοβαρών χρηματοπιστωτικών αλλά και κοινωνικών επιπτώσεων της πανδημίας»

*

Μιά σύγκριση που θα μπορούσε κάπως να βοηθήσει: Το ποσό αυτό είναι 123,9 φορές τα 37 δισ. ευρώ που περικόπηκαν μέσα σε μια δεκαετία από το σύστημα υγείας της Ιταλίας, της χώρας που ανήκει στην «Ομάδα των 20» και μετράει αυτή τη στιγμή πάνω από 11.591 νεκρούς και 101.739 κρούσματα της πανδημίας.

Είναι 152.905 φορές τα 30.000.000 ευρώ που δίνει η ελληνική κυβέρνηση στις ιδιωτικές επιχειρήσεις υγείας και 60.757 φορές η έκτακτη ενίσχυση του Υπουργείου Υγείας με 75,5 εκατομμύρια ευρώ, που ανακοίνωσε η κυβέρνηση στις 20 Μαρτίου.

Είναι 603,57 ευρώ για κάθε έναν από τους περίπου 7,6 δισεκατομμύρια κατοίκους των 193 κρατών- μελών του ΟΗΕ, ένα ποσό που στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού (περίπου 10,8 εκατομμύρια κάτοικοι) θα αντιστοιχούσε με πάνω από 6,5 δισεκατομμύρια ευρώ και στο σύνολο του πληθυσμού π.χ. των ΗΠΑ (περίπου 330 εκατομμύρια κάτοικοι) θα αντιστοιχούσε με σχεδόν 200 δισεκατομμύρια ευρώ.

*

Είναι προφανές ότι αυτό το ποσό των 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων αποτελεί μόνο ένα μικρό κλάσμα από τα χρηματικά αποθέματα των χωρών της «Ομάδας των 20» και ένα ακόμα μικρότερο κλάσμα αν συνυπολογιστούν τα χρηματικά αποθέματα που διαθέτει το παγκόσμιο «κράτος εν κράτει» των μονοπωλιακών επιχειρηματικών ομίλων. Και πρέπει να υπογραμμιστεί, ότι στο σύνολό τους αυτά τα χρηματικά αποθέματα αντιπροσωπεύουν οικονομική αξία που έχει παραγάγει η συνολική παγκόσμια κοινωνική εργασία και είναι ικανά να κινητοποιήσουν οικονομικούς πόρους αντίστοιχης αξίας για την παραγωγή νέου πλούτου και για την υλοποίηση οποιουδήποτε κοινωνικά αναγκαίου σκοπού.

Αλλά ας περιοριστούμε εν προκειμένω στο συγκεκριμένο ποσό των 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων και ας αναρωτηθούμε με το φτωχό μας το μυαλό:

Πόσον ακόμα καιρό θα διαρκούσε η πανδημία, αν αυτά τα 5 τρισεκατομμύρια δολάρια αυτήν εδώ τη στιγμή κατευθύνονταν  στην οργάνωση μιας υγειονομικής εκστρατείας με στόχο τη ριζική της αντιμετώπιση παντού, σε ολόκληρο τον κόσμο, σε κάθε χώρα της γης; Αν με αυτά τα 5 τρισεκατομμύρια δολάρια και με τη διεθνή συνεργασία των κρατών συγκεντρωνόταν και κατανεμόταν το αναγκαίο υγειονομικό προσωπικό, εξασφαλίζονταν τα αναγκαία υλικά μέσα (τεστ, αντιδραστήρια, μέσα προστασίας, κλίνες, φαρμακευτικό υλικό), διενεργούνταν υγειονομικοί έλεγχοι στην κάθε γωνιά της γης που έχει πληγεί από τη διάδοση του ιού, εντοπίζονταν και αξιολογούνταν τα κρούσματα, απομονώνονταν από τον κοινωνικό τους περίγυρο και λάμβαναν την απαραίτητη θεραπευτική αγωγή… 

Η απάντηση που μπορεί να δώσει το δικό μου φτωχό μυαλό, είναι ότι μέσα σε έναν μήνα από τώρα η πανδημία θα είχε τεθεί υπό έλεγχο παγκόσμια και σε ένα σχετικά βραχύ χρονικό διάστημα θα είχε εξαλειφθεί πλήρως.

Δεν πρόκειται για φαντασιοκοπία. Πρόκειται – λέει το δικό μου το φτωχό το μυαλό μου – για ρεαλιστική εκτίμηση, και ο ρεαλισμός της δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ένα τέτοιο «σχέδιο» δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί.

Αλλά γιατί δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί;

*

Όπως αναφέρεται παραπάνω, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η «Ομάδα των 20» αποφάσισε τη διάθεση του ποσού των 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων «στο πλαίσιο της στοχευμένης οικονομικής, χρηματοπιστωτικής πολιτικής και άλλων οικονομικών μέτρων για περιορισμό όχι μόνον των σοβαρών χρηματοπιστωτικών αλλά και κοινωνικών επιπτώσεων της πανδημίας». Κι αυτό, σύμφωνα και με τον τίτλο του ρεπορτάζ, μεταφράζεται σε: «σωσίβιο» 5 τρισ. στους μονοπωλιακούς ομίλους.

Με τη γλώσσα της ίδιας της «Ομάδας των 20», ο σκοπός βρίσκεται όχι στον «περιορισμό» και την εξάλειψη της πανδημίας, αλλά στον «περιορισμό» των «επιπτώσεών της» οι οποίες περιγράφονται ως επιπτώσεις «όχι μόνο χρηματοπιστωτικές αλλά και κοινωνικές». Και στο σημείο αυτό μάλλον έχουμε το δικαίωμα να προβούμε στην εξής ερμηνεία: Στη γλώσσα (και στην αντίληψη) της «Ομάδας των 20» οι χρηματοπιστωτικές και οι κοινωνικές επιπτώσεις της πανδημίας ουσιαστικά και σε τελική ανάλυση ταυτίζονται.

Μπορεί να θεωρηθεί «λογικό»: Ένα πλήθος επιχειρήσεων σταματάνε, οι «επενδυτές» δεν παίρνουν πίσω τα κεφάλαιά τους προσαυξημένα με το προσδοκώμενο κέρδος, οι τράπεζες δεν παίρνουν πίσω τα δάνειά τους προσαυξημένα με τον προσδοκώμενο τόκο, οι δανειστές των κρατών περιέρχονται σε ανάλογη ανασφαλή θέση. Οι επιχειρήσεις θα οδηγούνταν στην καταστροφή αν απ’ τα συσσωρευμένα τους κέρδη πλήρωναν τους εργαζόμενους για να «κάθονται». Οπότε μένουν χωρίς δουλειά και χωρίς εισόδημα δεκάδες εκατομμύρια εργαζόμενοι οι οποίοι – τουλάχιστον σ’ ένα ικανό ποσοστό τους – πρέπει κουτσά-στραβά να επιβιώσουν για να προσφέρουν ξανά τις υπηρεσίες τους κατά την στιγμή της «επανεκκίνησης της οικονομίας».

Σύφωνα λοιπόν με αυτή την σχηματική και «απλοϊκή» αλλά, νομίζω, όχι λάθος περιγραφή οι «χρηματοπιστωτικές και κοινωνικές επιπτώσεις της πανδημίας» εμφανίζονται αξεχώριστες μεταξύ τους, και είναι επόμενο σε αυτές – και όχι στην εξάλειψη της πανδημίας – να κατευθυνθεί το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί κατά κεφαλή σε 603,57 ευρώ για κάθε κάτοικο του πλανήτη… Μόνο που η «λογική» αυτή αφορά την «οικονομία των ιδιωτών» [1] (όπου ως «ιδιώτης» νοείται τόσο, ας πούμε, o ημιαπασχολούμενος των 300 ευρώ μισθό το μήνα όσο, με την ευκαιρία, και η τράπεζα των 270 εκατομμυρίων ευρώ κέρδος το χρόνο)… [2] Μόνο, επίσης, που «λογική» της «οικονομίας» των ιδιωτών, καθόλου δεν είναι λογική της οικονομίας γενικά… [3] Μόνο, τέλος, που η «λογική» της «οικονομίας» των ιδιωτών βρίσκεται σε σύγκρουση με κάθε λογική που θα δικαιούνταν να αποτελεί τη λογική της οικονομίας γενικά.

Και δεν είναι παρά η πολιτική κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου αυτή που, σε συνθήκες πανδημίας, επιβάλλει την εφαρμογή της πρώτης «λογικής» αντί της δεύτερης και εναντίον της δεύτερης.

*

 Για τη μία «λογική», για την «οικονομία» των ιδιωτών, ο «ιδιώτης» βγάζει ένα καθαρό ετήσιο κέρδος π.χ. 270 εκατομμύρια ευρώ, το οποίο είναι αποτέλεσμα της «αξιοποίησης του κεφαλαίου του» και γι’ αυτό του ανήκει. Για τη λογική της οικονομίας γενικά, αυτά τα 270 εκατομμύρια ευρώ αποτελούν αποτέλεσμα της κοινωνικής εργασίας, γι’ αυτό ανήκουν στην κοινωνία και πρέπει να διατεθούν για τις ανάγκες της.

Για τη «λογική» της «οικονομίας» των ιδιωτών, οι «ιδιώτες», οι επιχειρηματικοί όμιλοι, πληρώνουν τους εργαζόμενους στα όρια της επιβίωσης και για όσο από την εργασία τους  μπορούν να ιδιοποιούνται το προσδοκώμενο κέρδος. Και όταν αυτή η ιδιοποίηση διακόπτεται, τα συσσωρευμένα κέρδη μένουν στους «ιδιώτες», ενώ οι εργαζόμενοι μένουν χωρίς δουλειά και χρήματα για να ζήσουν. Για τη λογική της οικονομίας γενικά, η εργασία όλων παράγει τα μέσα συντήρησης όλων καθώς και οτιδήποτε ανυψώνει τη ζωή όλων πάνω από τα όρια της συντήρησης. Και σε συνθήκες κινδύνου για την ανθρώπινη ύπαρξη, η κινητοποίηση των οικονομικών πόρων της κοινωνίας οργανώνεται με σκοπό την εξάλειψη του κινδύνου και την εξασφάλιση – όσο διαρκεί ο κίνδυνος – της συντήρησης όλων.

Για τη «λογική» της «οικονομίας» των ιδιωτών, χρειάζεται να δαπανηθούν 5 τρισ. από τα κράτη προκειμένου με αυτά, οι κοινωνίες τώρα, να καλύψουν την μαύρη τρύπα που αφήνουν πίσω τους οι «ιδιώτες» καθώς εγκαταλείπουν εσπευσμένα την ίδια τους την «οικονομία».  Για τη λογική της οικονομίας γενικά, το σταμάτημα της παραγωγής σε σειρά κλάδων λόγω υγειονομικού κινδύνου, αντιμετωπίζεται με τη συνέχιση της παραγωγής των αναγκαίων ειδών για τον πληθυσμό και με την ένταση της παραγωγής όσο χρειάζεται στους κλάδους που έχουν ως αντικείμενο την αντιμετώπιση και εξάλειψη του υγειονομικού κινδύνου. 

********

Για να κατανοήσουμε τη λογική της οικονομίας γενικά, την οικονομία της κοινωνικοποιημένης εργασίας και τη λογική της, μπορούμε να ανατρέξουμε στην ιστορικά οικεία μας, μέχρι και τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα, οικογενειακή «πατριαρχική» παραγωγή μιας αγροτικής οικογένειας που παράγει για τις δικές της ανάγκες όσα απαιτούνται για την ύπαρξή της: γέννημα, ζώα, πανί, ρούχα κλπ. [4] Η οικογενειακή δουλειά κατανέμεται ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας σύμφωνα με τις δυνατότητές τους, και το αποτέλεσμα της δουλειάς ανήκει σε όλη την οικογένεια και, μέσα στα ποσοτικά του όρια, κατανέμεται στα μέλη της  σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Στο πεδίο της κοινωνίας, τη θέση της «οικογένειας» παίρνει η ίδια η κοινωνία και τη θέση των «μελών της οικογένειας» παίρνουν τα άτομα, το σύνολο των ατόμων που απαρτίζουν την  κοινωνία, με τη διαφορά ότι, εκεί που τα όρια της πατριαρχικής οικογένειας αποτελούν όρια της ελευθερίας των μελών της και της ίδιας, εδώ η ελευθερία όλων στηρίζεται στην ελευθερία του κάθε ατόμου να δρα και να αναπτύσσεται εντός των διευρυνόμενων ορίων όλης της κοινωνίας.

Αν, τώρα, η πατριαρχική μας οικογένεια τύχει και κρυολογήσει, το απόθεμά της  σε χαμομηλάκι είναι διαθέσιμο για όλα τα μέλη της, όπως είναι διαθέσιμο για όλα τα μέλη της και το απόθεμά της σε μέσα συντήρησης, ενώ επίσης η οικογένεια πρέπει να κατανείμει στα μέλη της και τις εργασίες που δεν μπορούν να αναβληθούν στη διάρκεια του κρυολογήματος…

Η ίδια αυτή οικογένεια θα μπορούσε, επίσης, να μας φανεί χρήσιμη για την κατανόηση της «οικονομίας» των ιδιωτών και της δικής της «λογικής»:

Αν ένα μέλος της ιδιοποιούνταν τα σταροχώραφα και τα υπόλοιπα μέλη της δούλευαν για λογαριασμό του, κάθε ένα από αυτά τα μέλη-εργάτες θα πληρωνόταν με μια φέτα ψωμί ημερομίσθιο και το μέλος-ιδιοκτήτης θα είχε κάθε μέρα δικό του κέρδος ένα καρβέλι, για να το πουλάει έξω απ’ το σπίτι και να συσσωρεύει χρήματα, για να αγοράσει κι άλλα χωράφια και να πολλαπλασιάσει σε καρβέλια το καθημερινό κέρδος του. Όσο ο καιρός πάει καλά, κανένας δεν έχει παράπονο… Τα μέλη-εργάτες έχουν κάθε μέρα τη φέτα τους το ψωμί και το μέλος-ιδιοκτήτης συσσωρεύει καρβέλια και χρήμα, πράγμα που αποτελεί και την υπερηφάνια όλης της οικογένειας… Ώσπου έρχεται μιά χρονιά ανομβρίας. Το μέλος-ιδιοκτήτης, χώρια που στο μπαούλο τού έχουν περισσέψει και αρκετά καρβέλια για να περάσει τις δυσκολες μέρες, ξοδεύει κι ένα μέρος από το χρηματικό απόθεμα που συγκέντρωσε και προμηθεύεται μαρμελάδα για ν’ αλείφει στο ψωμί του.  Τα μέλη-εργάτες, όμως, δεν είχαν φροντίσει να βάζουν στην άκρη ένα ψιχουλάκι από την καθημερινή τους φέτα, και τώρα δεν έχουν καθόλου δικό τους ψωμί. Το μέλος ιδιοκτήτης, αν θέλει, αν τους χρειάζεται για μετά την ανομβρία, μπορεί έως τότε να τους δίνει κάθε μέρα μια μπουκιά ψωμί. Βέβαια, καμιά υποχρέωση δεν έχει να τους δώσει από το δικό του το ψωμί. Το κάνει γιατί, στο  κάτω-κάτω, «μια οικογένεια είμαστε», αλλά όπως είναι και δίκαιο, τα μέλη-εργάτες θα τού το ανταποδόσουν με τη δουλεία τους όταν οι βροχές ξαναρχίσουν. Εκτός αν θέλουν να αγοράζουν το ψωμί τους, από αυτόν ή από άλλα σπίτια, εφόσον προηγουμένως δανειστούν με τόκο, από τον πατέρα της οικογένειας, που έχει αναλάβει το ρόλο του τραπεζίτη…

…Διότι, δεν το είπαμε απ’ την αρχή: Τραπεζίτης στην οικογένεια είναι ο πατέρας, ο οποίος μέχρι πριν κρατούσε στα χέρια του το χρηματικό της απόθεμα. Και για να πούμε την αλήθεια, ο γιος-ιδιοκτήτης, όταν πήρε στην ιδιοκτησία του τα σταροχώραφα, είχε δανειστεί από τον πατέρα-τραπεζίτη ένα ποσό για τα πρώτα έξοδα της καλλιέργειας, έτσι που από το κάθε καρβέλι κέρδος που του έμενε κάθε μέρα, κοντά μισό καρβέλι το κρατούσε ο πατέρας-τραπεζίτης για τόκους. Τώρα με την ανομβρία διακόπηκε η παραγωγή του ψωμιού και μαζί της και η παραγωγή αυτού του ξεχωριστού καρβελιού που έμενε στον γιο-ιδιοκτήτη κάθε μέρα και που κοντά το μισό ήταν οι τόκοι του τραπεζίτη-πατέρα. Όμως δεν είναι δίκαιο να ζημιωθεί ο τραπεζίτης-πατέρας εξαιτίας της ανομβρίας, όταν δάνειζε τα χρήματά του δεν είχαν πει τίποτα για «ανομβρία». Ή μήπως πρέπει τώρα να ψάξει κι αυτός για δάνειο από άλλους πατέρες-τραπεζίτες, τη στιγμή που έχει κι αυτός υποχρεώσεις που τρέχουν: τις δόσεις για κάτι χωριά που είχε αγοράσει στους περακάμπους. Πατέρας-τραπεζίτης και γιος-ιδιοκτήτης συμφωνούν μεταξύ τους, για τον «περιορισμό των χρηματοπιστωτικών αλλά και κοινωνικών επιπτώσεων» της ανομβρίας, να διαθέσουν από τα χρηματικό απόθεμα «όλης της οικογένειας» το ποσό των 4.587.155.963.302,75 ευρώ.

Στη θέση της ανομβρίας μπορούμε να βάλουμε το γενικό κρυολόγημα της οικογένειας, και στη θέση του ψωμιού το χαμομήλι. Εδώ συμβαίνει το εξής: Η κόρη, που έως πριν μάζευε χαμομήλι για όλη την οικογένεια, κατόπιν δανείστηκε κι αυτή από τον πατέρα-τραπεζίτη ένα ποσό για τα πρώτα έξοδα και προσέλαβε για το μάζεμα του χαμομηλιού τους 5 από τους 10 γιους-εργάτες. Αυτοί οι 5 κάθε μέρα πληρώνονταν απ’ την κόρη τόσο ώστε να μπορούν  να αγοράσουν μια φέτα ψωμί από τον γιο-ιδιοκτήτη (σε χρήμα, όχι σε χαμομήλι, τι να το κάνει αυτός το χαμομήλι, αυτός δεν πουλάει χαμομήλι, πουλάει ψωμί). Για αυτή την αμοιβή οι γιοί-εργάτες μάζευαν για την κόρη-χαμομηλού τόσο χαμομήλι όσο έφτανε ώστε να της μένει κάθε μέρα κέρδος τόσο χαμομήλι όσο μάς κάνει κι ένα καρβέλι ψωμί (μείον το κοντά μισό καρβέλι που είχε κι αυτή να πληρώνει για τόκους του πατέρα-τραπεζίτη). Τώρα, με το κρυολόγημα, συμβαίνει με το χαμομήλι ό,τι συνέβαινε και με το ψωμί στην ανομβρία. Οι γιοί-εργάτες, δε φτάνει που τότε είχαν μείνει χωρίς μπουκιά ψωμί, τώρα μένουν και χωρίς μια κούπα χαμομήλι. Αλλά και με αυτόν τον πυρετό ποιος μπορεί να πάει για δουλειά στα χωράφια; 

Για να μην τα πολυλογούμε, κόρη-χαμομηλού, γιος-ιδιοκτήτης και πατέρας-τραπεζίτης, για να μην κολλήσουν το κρυολόγημα από την εστία διάδοσης που αποτελούν οι γιοί-εργάτες, αποσύρονται στα εξοχικά τους, αφήνοντας έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού τον γιο-αστυνομικό να προσέχει την καραντίνα των υπόλοιπων. Και μέσω τηλεδιάσκεψης οι τρεις συμφωνούν μεταξύ τους στα γνωστά: για τον «περιορισμό των χρηματοπιστωτικών αλλά και κοινωνικών επιπτώσεων» του κρυολογήματος, να διαθέσουν από τα χρηματικό απόθεμα «όλης της οικογένειας» το ποσό των 4.587.155.963.302,75 ευρώ.

*

Πώς να τελειώσουμε την ιστορία μας; Ας δοκιμάσουμε αυτό:

Η τάξη των μελών-εργατών της οικογένειας (ο θεός να την κάνει τέτοια) απαιτεί από την τάξη των μελών-καπιταλιστών της, να διαθέσουν όλο το χαμομήλι που χρειάζεται για να τελειώσει το κρυολόγημα, κι όλο το ψωμί που χρειάζονται για να ζήσουν ως τότε.

Και προβληματίζεται για την «οικονομία» των ιδιωτών και τη «λογική» της και για το αν έχει αυτή οποιαδήποτε σχέση με την οικονομία γενικά και τη δική της (δική τους) λογική.

*

«Καπιταλιστική οικονομία»: Αντίφαση εν τοις όροις.

======================================

[1] Οικονομία των ιδιωτών: Economy of the idiots, idiotic economy

[2] Καθαρά κέρδη 270 εκατομμυρίων ευρώ για το 2019 ανακοίνωσε η Τράπεζα Πειραιώς. Μια που, καθώς αναμένεται, θ’ αρχίσουμε τ’ απογεύματα στις 7 να χειροκροτάμε από τα μπαλκόνια τους πολιτικούς που προσφέρουν σε δυο δόσεις από έναν μισθό τους «κατά του κορονοϊού», ας υπολογίσουμε και το ότι τα παραπάνω ετήσια κέρδη της Τ.Π. αντιστοιχούν σε μηνιαίο ποσό καθαρών κερδών 22.5 εκατομμυρίων ευρώ. Και, φυσικά, η Τ.Π. είναι μία μόνο από τις τράπεζες, οι τράπεζες είναι λίγες μόνο από όλους τους μονοπωλιακούς επιχειρηματικούς ομίλους, και τα καθαρά κέρδη ενός από αυτούς – όπως η Τ.Π. – είναι λίγα μόνο από τα συνολικά τους κέρδη. 

[3] Μαρξ – Ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών: «…εκδήλωνε στην πραγματικότητα τη μεγάλη έριδα ανάμεσα στην τυφλή κυριαρχία των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης που αποτελούν την πολιτική οικονομία της αστικής τάξης, και στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής από  την κοινωνική πρόβλεψη, που αποτελεί την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης»

[4] Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Α΄ τόμος, σελ. 91, ΣΕ: «Για να εξετάσουμε την κοινή, δηλ. την άμεσα κοινωνικοποιημένη εργασία δε χρειάζεται ν’ ανατρέξουμε στην πρωτόγονη μορφή της που τη βρίσκουμε στο κατώφλι της ιστορίας όλων των πολιτισμένων λαών. Ένα πιο κοντινό παράδειγμα αποτελεί η αγροτική πατριαρχική παραγωγή μιας αγροτικής οικογένειας που παράγει για τις δικές της ανάγκες γέννημα, ζώα, πανί, ρούχα κλπ. Τα διάφορα αυτά πράγματα αποτελούν για την οικογένεια διάφορα προϊόντα της οικογενειακής της εργασίας, δεν αποτελούν όμως το ένα για το άλλο εμπορεύματα. Οι διάφορες εργασίες που παράγουν αυτά τα προϊόντα, η γεωργία, η χτηνοτροφία, το κλώσιμο, η υφαντική, η ραφτική κλπ είναι κοινωνικές λειτουργίες στη φυσική τους μορφή, γιατί είναι λειτουργίες της οικογένειας που έχει το δικό της αυθόρμητο καταμερισμό της εργασίας, ακριβώς όπως και η εμπορευματική παραγωγή. Οι διακρίσεις φύλου και ηλικίας καθώς και οι φυσικοί όροι της εργασίας που αλλάζουν μαζί με την εναλλαγή των εποχών του έτους, ρυθμίζουν τον καταμερισμό της εργασίας μέσα στην οικογένεια και το χρόνο εργασίας του κάθε ξεχωριστού μέλους της οικογένειας. Το ξόδεμα όμως των ατομικών εργατικών δυνάμεων που μετριέται με τη χρονική τους διάρκεια εμφανίζεται εδώ ανέκαθεν σαν κοινωνικός καθορισμός των ίδιων των εργασιών, γιατί οι ατομικές εργατικές δυνάμεις δρουν εδώ από ανέκαθεν μόνο σαν όργανα της κοινής εργατικής δύναμης της οικογένειας. …»


Σχετικά με το περιεχόμενο και τη μεθόδευση της συμφωνίας για τις βάσεις των ΗΠΑ

«Χωρίς νόμο που ψηφίζεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, δεν είναι δεκτή στην Ελληνική Επικράτεια ξένη στρατιωτική δύναμη ούτε μπορεί να διαμένει σ’ αυτή ή να περάσει μέσα από αυτή».  

Η πραπάνω διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 27) είναι αυτή που, από τη μια, επιτρέπει τη διαμονή ξένου στρατού στη χώρα και τη διέλευσή του από τη χώρα και, από την άλλη, βάζει  σαν όρο την ψήφιση σχετικού νόμου με πλειοψηφία τουλάχιστον 151 βουλευτών. 

Φαίνεται όμως ότι αυτός ο συνταγματικός όρος (η ψήφιση νόμου με πλειοψηφία 151 βουλευτών) προκαλεί διαχρονική αλλεργία στις ελληνικές κυβερνήσεις όλων των κομμάτων που ως τώρα έχουν καθίσει στο σβέρκο του λαού. Και μια που – λόγω και των καλπονοθευτικών εκλογικών νόμων – ποτέ δεν τους έλλειψε η πλειοψηφία των 151 βουλευτών, μπορεί να βγει το συμπέρασμα ότι υπολογίζουν τα αντιιμπεριαλιστικά λαϊκά αισθήματα περισσότερο από όσο θέλουν να δείχνουν. Ότι αντιλαμβάνονται – περισσότερο από όσο παριστάνουν – το χάσμα ανάμεσα στην δική τους προσήλωση στις «συμμαχικές υποχρεώσεις» τους και στα αισθήματα που τρέφει ο ελληνικός λαός απέναντι στους «συμμάχους» και τον διαχρονικό ρόλο τους. Και γι’ αυτό, παρόλο που σε τίποτα δεν δυσκολεύονται να μαζέψουν 151 βουλευτές και να ψηφίσουν το οποιοδήποτε αντιλαϊκό νομοθέτημα, εν προκειμένω φροντίζουν να να μην εκτίθενται και τόσο στο δημόσιο φως. Και ένα κάποιο εμπόδιο σ’ αυτή τη «φροντίδα» αποτελεί κι η συνταγματική υποχρέωση που περιγράψαμε. Γι’ αυτό και κάθε τόσο την τσαλαπατούν.

Ένα τέτοιο «εμβληματικό» τσαλαπάτημα αποτέλεσε, επί κυβέρνησης Σημίτη (ΠΑΣΟΚ), η διέλευση των ΝΑΤΟϊκών χερσαίων δυνάμεων από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και από οπουδήποτε αλλού προς τη Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια του ΝΑΤΟΪκού πολέμου κατά της Σερβίας. Το κόμμα της «3ης Σεπτέμβρη» σε εκείνη την περίπτωση προτίμησε να «ξεχάσει» την «συνταγματική νομιμότητα».

Στο εντελώς επίκαιρο σήμερα τώρα, η κυβέρνηση Τσίπρα (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ)  στη διάρκεια της ύπαρξής της πρόλαβε να παραχωρήσει «στο μιλητό»  τρεις (3) νέες στρατιωτικές βάσεις στις ΗΠΑ που, μακριά από κοινοβουλευτικές διαδικασίες, άρχισαν να λειτουργούν επί ημερών της σε Λάρισα, Στεφανοβίκειο και Αλεξανδρούπολη. Το Σύνταγμα αποδείχθηκε αχρείαστο και για τους γουαναμπί «κληρονόμους» της «3ης Σεπτέμβρη». 

Τόσο αχρείαστο που όταν προχθές η ΝΔ έφερε στη βουλή τη νέα συμφωνία για τις βάσεις, ώστε εκτός των άλλων να καλυφθεί το «νομοθετικό κενό» που άφησε πίσω του ο ΣΥΡΙΖΑ, ο τελευταίος επέλεξε να «διαφοροποιηθεί» προτείνοντας το «πάγωμα» της συμφωνίας. Μεγάλη η χαρά της ΝΔ που άδραξε την ευκαιρία να κάνει στον ΣΥΡΙΖΑ μαθήματα «νομιμότητας» και μάλιστα «συνταγματικής».

Κατά τα άλλα, βέβαια, δεν παρέλειψε και η κυβέρνηση Μητσοτάκη (ΝΔ), με τον ίδιο αυτό ψευδεπίγραφο νόμο περί «αμοιβαίας (!) αμυντικής (!) συνεργασίας» Ελλάδας – ΗΠΑ, να βάλει και τη δική της υποψηφιότητα  για πρωταθλήτρια στον ανασκολοπισμό της συγκεκριμενης συνταγματικής διάταξης.

Διότι όταν στο νομοθέτημα που ψήφισαν, εκτός από τις τέσσερις βάσεις των ΗΠΑ που αναφέρονται ονομαστικά (Σούδα, Λάρισα, Στεφανοβίκειο, Αλεξανδρούπολη), προβλέπεται επίσης ότι σε αμερικάνικες στρατιωτικές βάσεις μπορεί να μετατραπούν οποιεσδήποτε «άλλες» πολιτικές εγκαταστάσεις και υποδομές καθώς και οποιεσδήποτε «άλλες» εγκαταστάσεις των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων με αντίστοιχη μάλιστα «διευθέτηση» των ζητημάτων διοίκησης, ελέγχου, λειτουργίας και ασφάλειας σε αυτές, και ότι για αυτό το σκοπό αρκούν σχετικές συμφωνίες των «Μερών ή των ορισμένων εκπροσώπων τους σύμφωνα με τις εσωτερικές τους διαδικασίες», είναι προφανές ότι πολύ απλά πρόκειται για μια γενική καταστρατήγηση της συνταγματικής υποχρέωσης νόμου ψηφισμένου από την απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών, με στόχο  κάθε στρατιωτική βάση ή «διευκόλυνση» των ΗΠΑ να παραχωρείται στο μέλλον με μια «φθηνή» υπουργική απόφαση. 

Διαφορετικά  η γενική και αόριστη αναφορά σε «άλλες» εγκαταστάσεις και υποδομές, που μπορούν να  γίνουν στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ, δεν θα χρειαζόταν καθόλου αφού θα έπρεπε γι’ αυτές να έρθει νέος νόμος για ψήφιση στη βουλή. Οπότε από μόνη η συγκεκριμένη πρόβλεψη καθιστά προφανή τη σκοπιμότητά της ως νομικίστικο τέχνασμα για τη διαρκή παραβίαση των συνταγματικών προϋποθέσεων στο μέλλον. 

Με άλλα λόγια, ενώ το Σύνταγμα λέει ότι για το συγκεκριμένο θέμα πρέπει να ψηφίζεται νόμος με ειδική πλειοψηφία, προκειμένου η χώρα να μη γίνεται ολόκληρη «ξέφραγο αμπέλι», η ΝΔ ήρθε να νομοθετήσει τις προϋποθέσεις ώστε η χώρα να γίνεται ολόκληρη «ξέφραγο αμπέλι» των αμερικανο-ΝΑΤΟϊκών, ψηφίζοντας νόμο που στη θέση των συνταγματικών προϋποθέσεων βάζει μια «συμφωνία των ορισμένων εκπροσώπων», η όποια επί της ουσίας αφορά όλες χωρίς εξαίρεση τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις και πολιτικές υποδομές, δηλαδή το σύνολο της επικράτειας.

*

Στο σημείο αυτό ίσως είναι χρήσιμο να σημειωθεί, ότι πριν την κατάθεση της συμφωνίας στη βουλή είχε προηγηθεί μια περίοδος αποπροσανατολιστικών «διαρροών», σύμφωνα με τις οποίες η συμφωνία θα είχε χρονικά παρατεταμένη ισχύ συγκριτικά με την ισχύουσα υποχρέωση ετήσιας παράτασής της με υπουργικές αποφάσεις, όπως συμβαίνει κάθε χρόνο εδώ και δεκαετίες. Τελικά το ζήτημα αυτό δεν θίχτηκε τύπικα, ουσιαστικά όμως το νομοθέτημα που ψηφίστηκε αποσκοπεί στην υπαγωγή πλέον σε υπουργικές αποφάσεις όχι μόνο της ετήσιας χρονικής παράτασης τής συμφωνίας αλλά και γενικά της παραχώρησης κάθε στρατιωτικής βάσης και «διευκόλυνσης» προς τις ΗΠΑ στο αόριστο μέλλον… 

Με αυτό το περιεχόμενο το νομοθέτημα της ΝΔ θα ήταν σύμφωνο με μια υποθετική συνταγματική διάταξη, η οποία θα είχε το νόημα ότι «με νόμο που ψηφίζει η βουλή, η διαμονή και διέλευση ξένου στρατού μπορεί να ανατίθεται σε εκπρόσωπο της κυβέρνησης», αλλά δυστυχώς για τη ΝΔ τέτοια συνταγματική διάταξη δεν υπάρχει.

***

Δεν χρειάζεται εδώ φιλολογία γύρω από τον αστικό χαρακτήρα του Συντάγματος. Αστικό άλλωστε δεν είναι μόνο το Σύνταγμα, αστική είναι η νομοθεσία στο σύνολό της. Και φυσικά ο αστικός της χαρακτήρας δεν αποτρέπει από την επίκλησή της κάθε φορά που αυτή η αστική νομοθεσία – σε οποιαδήποτε πτυχή της και λεπομέρεια – γίνεται αντικείμενο κυβερνητικής, κρατικής, εργοδοτικής παραβίασής της σε αντιλαϊκή φυσικά – σε τι άλλη; – κατεύθυνση… Δεν θα μπορούσε να συμβαίνει διαφορετικά και με το Σύνταγμα.

Το ίδιο το Σύνταγμα επαφίει την τήρησή του στον πατριωτισμό του λαού, αλλά και γύρω από αυτό δεν υπάρχει λόγος «ανησυχίας»: Ο λαός δεν πρόκειται να υπερασπιστεί με τον πατριωτισμό του τις συνταγματικά κατοχυρωμένες φοροαπαλλαγές των εφοπλιστών λόγου χάρη, αλλά ούτε και η συνταγματική κατοχύρωση των εφοπλιστικών προνομίων είναι αυτή που πρόκειται να παραβιαστεί από τις κυβερνήσεις του κεφαλαίου…

Οι μόνες πάγια υποψήφιες για παραβίαση συνταγματικές διατάξεις και οι μόνες που ο λαός ενδέχεται να υπερασπιστεί με τον πατριωτισμό του, είναι εκείνες που θα μπορούσε να θεωρηθούν σαν ίχνη που αποτύπωσαν στο Σύνταγμα οι διαχρονικοί αγώνες του: η υποχρέωση – έστω – νόμου για τη διαμονή και διέλευση των ιμπεριαλιστικών στρατών, οι έστω «κάποιες» προϋποθέσεις για την παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και για την αναγνώριση συνταγματικών αρμοδιοτήτων  σε ξένα όργανα, το δικαίωμα στην εργασία, το γενικό συμφέρον ως υπέρτερο των δικαιωμάτων που απορρέουν από την καπιταλιστική ιδιοκτησία, οι ατομικές ελευθερίες και τα κοινωνικά δικαιώματα και άλλα παρόμοια. Αυτά και τα παρόμοια είναι τα μόνα που δεν τηρούνται, αυτά είναι τα μόνα που παραβιάζονται, αυτά είναι και τα μόνα που μπορεί ο πατριωτισμός του λαού να βρίσκεται ξανά και ξανά στην ανάγκη της υπεράσπισής τους.

Άλλωστε και ο πατριωτισμός του λαού είναι έννοια πολύ πιο πλατιά από αυτήν που της δίνει το Σύνταγμα. Δεν περιορίζεται στο αν τηρείται το Σύνταγμα προκειμένου να καταστεί ολόκληρη η χώρα «φθηνό πεδίο βολής» και δολοφονικών ιμπεριαλιστικών εξορμήσων. Περιλαμβάνει  και το ιμπεριαλιστικό «πεδίο βολής» το ίδιο, άσχετα από τους «τύπους» που τηρήθηκαν ή παραβιάστηκαν. Περιλαμβάνει όλα τα δικαιώματα του λαού – αναγνωρισμένα και μη – στη ζωή του, στο παρόν και το μέλλον του.

 

 


αν η αποχή μπορούσε ν’ αλλάξει τα πράγματα κλπ

Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα όπου οι εκλογικοί κατάλογοι των ευρωεκλογών του Μάη 2019 περιλαμβάνουν 10.074.898 εγγεγραμμένους, η συμμετοχή 5.920.404 ψηφισάντων  εμφανίζει ένα ποσοστό αποχής σχεδόν 42%, για την ακρίβεια 41,24%.

10.074.898 εγγεγραμμένοι είναι όμως υπερβολικός αριθμός για μια χώρα που στην απογραφή του 2011 εμφάνισε συνολικό «μόνιμο πληθυσμό» 10.816.286 ατόμων και «νόμιμο πληθυσμό» 9.904.286. Με αυτά τα πληθυσμιακά δεδομένα, και επίσης με το δεδομένο ότι στον παραπάνω «μόνιμο πληθυσμό» οι ηλικίες 0-19 ετών ανέρχονταν το 2011 σε 2.122.544 ανθρώπους, θα μπορούσε να εκτιμηθεί ότι όσοι πραγματικά έχουν δικαίωμα ψήφου (από 17 ετών και άνω) ανέρχονται σε περίπου 8.200.000 άτομα, και ότι συνεπώς το πραγματικό ποσοστό της αποχής είναι περίπου 28%. Δεν πρόκειται για προσπάθεια «υποτίμησης», αλλά για προσπάθεια αναγνώρισης των πραγματικών διαστάσεων της αποχής. Άλλωστε, με τα παραπάνω δεδομένα, ένα ποσοστό αποχής 28% σημαίνει αμέσως-αμέσως ότι σχεδόν 2.300.000 άτομα απείχαν από τις ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου.

Παραπέρα, για την αναγνώριση του πραγματικού ποσοτικού μεγέθους της αποχής, αλλά και για την αναγνώριση του πολιτικού «περιεχομένου» αυτού του μεγέθους, των τάσεων και διακυμάνσεών του, πιο χρήσιμος και πιο ασφαλής από την αναφορά σε ποσοστά είναι ο δείκτης των απόλυτων αριθμών που προκύπτουν από τη διαφορά του αριθμού των ψηφισάντων ανάμεσα στο εκάστοτε προηγούμενο και επόμενο εκλογικό αποτέλεσμα.

Βάσει των αποτελεσμάτων των εθνικών εκλογών από το 1993 έως και το 2015 προκύπτει ο ακόλουθος «δείκτης»:

Το 1993 ψήφισαν 7.019.925 (με εμφανιζόμενο ποσοστό συμμετοχής 79,21%).

Το 1996 η συμμετοχή μειώθηκε κατά 239.876 (6.780.049 ψηφίσαντες).

Το 2000 οι ψηφίσαντες αυξάνονται κατά 87.962 και το 2004 αυξάνονται κατά 705.357 φτάνοντας τους 7.753.368, τον υψηλότερο αριθμό της περιόδου 1993-2015.

Το 2007 οι ψηφίσαντες μειώνονται κατά 218.491, το 2009 μειώνονται ξανά κατά 310.205 άτομα, το Μάιο του 2012 ψηφίζουν ακόμα 567.929 λιγότεροι και τον Ιούνιο 2012 ο αριθμός των ψηφισάντων μειώνεται κατά ακόμα 260.315 άτομα.

Τον Ιανουάριο 2015 ο αριθμός των ψηφισάντων αυξάνεται κατά 113.890.

Τέλος, τον Σεπτέμβριο 2015 ψηφίζουν συνολικά 5.567.483, δηλαδή  762.835 λιγότεροι σε σύγκριση με τον Ιανουάριο.

***

Αν θεωρούσαμε σταθερό κάθε πληθυσμιακό δεδομένο θα συμπεραίναμε ότι από το 1993 έως τον Σεπτέμβριο του 2015 η αποχή αυξήθηκε κατά (7.019.925 – 5.567.483 =) 1.452.442 ανθρώπους και αν η σύγκριση γίνει με το 2004 τότε προκύπτουν (7.753.368 – 5.567.483 =) 2.186.355 άτομα που απείχαν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, ένας αριθμός που προσεγγίζει τους περίπου 2.300.000 που υπολογίσαμε με βάση τα πληθυσμιακά δεδομένα.

Αν το πολιτικό περιεχόμενο της εκλογικής αποχής συνίστατο στην αφαίρεση της νομιμοποίησης του αστικού πολιτικού συστήματος, αυτός ο αριθμός θα ήταν πολιτικά «τρομακτικός».

Αν όμως επιχειρήσουμε να εντάξουμε αυτόν τον ίδιο αριθμό μέσα στην πολιτική κίνηση και εξέλιξη αυτών των 22 χρόνων (1993-2015), τότε παίρνουμε σαν αποτέλεσμα έναν αριθμό «τρομακτικό» απλά και μόνο για το μέγεθος της πολιτικά παθητικής και αδρανούς μάζας που αντιπροσωπεύει.

***

Το να συναρτήσουμε μηχανικά την ποσοτική διακύμανση της εκλογικής αποχής με το κεντρικό ή το κυρίαρχο πολιτικό ζήτημα που έφερνε ή υποτίθεται ότι έφερνε στο προσκήνιο η εκάστοτε εκλογική μάχη, είναι ίσως αδύνατο και αποπροσανατολιστικό. Μπορούμε όμως να καταστρώσουμε το περίγραμμα μιας «ιστορίας της εκλογικής αποχής» αυτών των 22 χρόνων ενταγμένης στη γενικότερη πολιτική ιστορία της ίδιας περιόδου:

Π.χ., Το 1993 «ξαναφεύγει η δεξιά» και ξαναεπιστρέφει το ΠΑΣΟΚ. Στο μεταξύ έχει ψηφιστεί («από όλους»; όχι από όλους!) η Συνθήκη του Μάαστριχτ και ο μονόδρομος – σοκάκι της ΕΟΚ έχει γίνει μονόδρομος – λεωφόρος της ΕΕ.

Τρία χρόνια μετά, το 1996, η χρονική απόσταση δεν είναι ακόμα αρκετή για πολιτικές μεταστροφές. Άλλωστε είναι η στιγμή που τον Παπανδρέου διαδέχεται ο Σημίτης στην προεδρία του ΠΑΣΟΚ και την Πρωθυπουργία. Κάθε μέλος της οικογένειας αποκτά το κινητό του τηλέφωνο. Η κινητή αυξάνει την ταχύτητα και τον θόρυβο της επικοινωνίας και, μαζί, την ταχύτητα και τον θόρυβο της «ανάπτυξης». Τα τραπεζικά επιτόκια πέφτουν. Αντί να αποταμιεύεις καλύτερα να δανείζεσαι. Ας δούμε τι θα γίνει, ας δούμε τι θα κάνει και ο Σημίτης, ο μεταρρυθμιστής. «Πίστωση χρόνου». Το σκηνικό μάλλον δεν οδηγεί σε εκλογική εγρήγορση. 239.876 λιγότεροι αυτοί που θα πάνε να ψηφίσουν.

Το 2000 στασιμότητα της εκλογικής συμμετοχής με μικρή αύξησή της κατά 87.962. Το 95% τάσσεται στατιστικά κατά του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία κλπ, το «ΠΑΣΟΚ στην εξουσία» ήδη 7 συνεχόμενα χρόνια (τα τέσσερα με Σημίτη), η θέση των εργαζομένων πολιτικά υπονομεύεται, αλλά οι δείκτες του χρηματιστηριακού τζόγου βρίσκονται στο ζενίθ (χάρη και στα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων). Τι να σου κάνει το 95% κατά του πολέμου ενώ και οι ΝΑΤΟϊκοί «χερσαίοι» διέρχονται από το ελληνικό έδαφος; Τι να σου κάνει και 7 χρόνια «πράσινη» κυριαρχία όταν και οι «γαλάζιοι» φοβούνται μην κάνουν κανένα λάθος και χαλάσουν τους «δείκτες της Σοφοκλέους»; Τίποτα να μην αλλάξει! Ούτε και η εκλογική συμμετοχή! ΠΑΣΟΚ και πάλι λοιπόν, αλλά πριν αλέκτωρ λαλήσει επέρχεται το χρηματιστηριακό κραχ. Δεν μας τόλεγες πριν τις εκλογές να σε μαυρίσουμε; Καθοδόν προς το ευρώ.

Τέσσερα χρόνια υπομονή. Αντίο δραχμούλα κλπ κλπ. Αλλά με το που έρχεται η στιγμή της κάλπης (2004) οι εξαπατημένοι επενδυτές παίρνουν εκδίκηση. Αύξηση ψηφισάντων κατά 705.357 και «απαλλαγή» από την αφόρητη κυβέρνηση Σημίτη. (Στο μεταξύ, ολυμπιακά έργα και ανάπτυξη, εθελοντισμός και θυσίες των εργαζομένων για την εθνική υπόθεση, μόνο που τα λεφτά τελειώνουν: θα πέσει κανένα δάνειο να ολοκληρωθεί η λεωφόρος Μαραθώνος ως την ολυμπιάδα, ή θα μείνουμε με τα μπάζα; Ο Καραμανλής το παίρνει το δάνειο τελικά. Ανακούφιση).

Αφόρητος ο Σημίτης το 2004, αλλά γρήγορα αφόρητος κι ο Καραμανλής. Τουλάχιστον μας δίνουν καταναλωτικά δάνεια αντί για μισθό, χρέη αντί για δικαιώματα. Νάναι καλά οι τράπεζες, γιατί αν περιμένεις απ’ τους πολιτικούς… Καλύτερα πρόωρες εκλογές, σκέφτεται ο Καραμανλής. Άραγε φταίει που τελικά είναι «ίδιοι όλοι» και το 2007 πάνε να ψηφίσουν 218.491 λιγότεροι από ό,τι το 2004; Ή είναι που τα γκάλοπ δεν προβλέπουν ακόμα «αλλαγή»;

Αλλά και το 2009 που οι ψηφίσαντες ξαναλιγοστεύουν κατά 310.205 με την «αλλαγή» επί θύραις (Γιώργος!), τι να φταίει; Μάλλον που είναι «όλοι ίδιοι»; Πρόωρες εκλογές ξανά: Σιγά μην κάτσω να πέσει πάνω μου η καταιγίδα που προειδοποιεί η Παπαρήγα, λέει ο Καραμανλής, ο οποίος και έχει προλάβει σε πέντε χρόνια να γίνει επίσης αφόρητος συνεχίζοντας από εκεί που είχε τελειώσει ο Σημίτης. Στο μεταξύ όμως, «λεφτά υπάρχουν», το κλίμα λένε αλλάζει άρδην με το Γιώργο που αμέσως «απελευθερώνει τους σταζιέ από την ομηρία» (απολύει). Και πριν προλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ να επαναλάβει για 12η φορά την πρόταση της προοδευτικής του συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ, η καταιγίδα ξεσπά: Βρε να κάνει πρόωρες ο Καραμανλής. Τώρα θα ερχόμουν σαν σωτήρας. Ενώ αντ’ αυτού φεύγω ξένος για πάντα ξένος, τώρα φεύγω.

Ο μονόδρομος της ΕΕ πέφτει με φόρα στα κατσάβραχα της καπιταλιστικής κρίσης και των μνημονίων. Κεραμίδα στο κεφάλι, πτώση από τα σύννεφα, ξύλο στους πολιτευτές μας, αγανάκτηση. 567.929 λιγότεροι ψηφίζουν το Μάη 2012 και ακόμα 260.315 λιγότεροι τον Ιούνιο 2012, παρ’ όλη την καυτή άνοδο ΣΥΡΙΖΑ το Μάη, τον καταποντισμό του ΠΑΣΟΚ, την έλλειψη αυτοδυναμίας και τις διερευνητικές εντολές, την «μητέρα όλων των μαχών» στις εκλογές του Ιουνίου  που στοιχίζει 257.878 ψηφοφόρους στο ΚΚΕ γιατί δεν ήθελε να σχίσει το μνημόνιο με τη συμφωνία αλλά χωρίς τη συμφωνία των εταίρων, την αντικατάσταση του Παπαδήμου από το Σαμαρά και του Καρατζαφέρη από τον Κουβέλη με ΝΔ και ΠΑΣΟΚ σταθερά στην «εξουσία» και τους νεοναζί στη βουλή.

Δεν πάει άλλο, πρέπει νάρθει ο ΣΥΡΙΖΑ να καταργήσει τα μνημόνια με ένα νόμο και ένα άρθρο.  113.890 περισσότεροι ψηφοφόροι έρχονται στις κάλπες τον Ιανουάριο 2015, κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (Καισαριανή και Κούγκι αντίστοιχα), αλλά φευ! οι εταίροι δεν συμφωνούν να σχίσουμε μνημόνιο. Διαπραγμάτευση και κάπιταλ κοντρόλ, τον ΣΥΡΙΖΑ πια τον κλαιν κι οι ρέγκες στα καφενεία, οπότε: δημοψήφισμα με στημένη ερώτηση και αίτηση για τρίτο μνημόνιο μια βδομάδα πριν (προτείνω ΟΧΙ αλλά κάνε θεούλη μου να βγει ΝΑΙ με 1-2% διαφορά). Ο «νεανικός και αγνός ενθουσιασμός» πανηγυρίζει στο Σύνταγμα, αλλά οι πολιτικοί αρχηγοί των «δημοκρατικών κομμάτων» ερμηνεύουν το αποτέλεσμα σαν «ΝΑΙ στην Ευρώπη» και ακυρώνουν τα έγκυρα. Το έγκυρο άκυρο του ΚΚΕ κάπου στο 3%. Η μείωση των ψηφισάντων κατά 762.835 στις εκλογές Σεπτεμβρίου 2015 είναι μάλλον η πιο ερμηνεύσιμη από όλες τις ως τώρα μεταβολές της εκλογικής συμπεριφοράς:

Οι εκλογές που θα αλλάζαν τα πάντα, άλλαξαν μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ… Τίποτα δε μπορεί ν’ αλλάξει με τις εκλογές…

Μάλλον τίποτα δεν αλλάζει με τίποτα, αν κρίνει κανείς απ’ την εξαφάνιση αυτών των 762.835 (και ακόμα περισσότερο των 2.186.355 ολόκληρης της υπερ-20ετίας) όχι μόνο από τις εκλογές αλλά σε γενικές γραμμές από παντού: Αν τέτοιοι αριθμοί είχαν πολιτική παρουσία, μάλλον θα γινόταν αισθητή.

***

Εφόσον κριτήριο της αλήθειας είναι η πράξη, η παραπάνω καταγραφή μάλλον αναδείχνει την αποχή σαν εκλογική αποτύπωση όχι «απονομιμοποίησης» του αστικού πολιτικού συστήματος, αλλά αντίθετα εν λευκώ νομιμοποίησής του με τη μορφή του πολιτικού αναχωρητισμού. Η όποια «απαξίωση του πολιτικού συστήματος» βρίσκει τα όριά της στην ατομική εκλογική συμπεριφορά, αντιστρεφόμενη σε πολιτική αυτοαπαξίωση. Και το σύνολο αυτών των ατομικών εκλογικών συμπεριφορών εμφανίζεται αθροιστικά με τη μορφή μιας μάζας, για την οποία η εκλογική αποχή συνιστά ίσως αφετηρία ίσως συμπλήρωμα ίσως κατάληξη της γενικής πολιτικής αποχής της. Αφού «είναι όλοι ίδιοι», τίποτα δεν μπορεί να κάνει τη διαφορά. Κι αν οι εκλογές μπορούσαν ν’ αλλάξουν τα πράγματα θα ήταν παράνομες…

Το ότι «αν οι εκλογές μπορούσαν ν’ αλλάξουν τα πράγμα θα ήταν παράνομες», είναι ένα αληθινό και βαρυσήμαντο απόφθεγμα, που όμως, σαν κάθε γενική αλήθεια, διατρέχει τον κίνδυνο μετατροπής του σε γενική κοινοτοπία, σε «κλισέ» χρήσιμο για πολλών λογιών διαφορετικές και αντιτιθέμενες επιδιώξεις, και του οποίου τη μηχανιστικά «συνεπέστερη» πολιτική έκφραση αποτελεί η θεωρητική απολογητική της αποχής:

Η πράξη είναι κριτήριο ακόμα και της αλήθειας τής εμπειρικά και θεωρητικά «γνωστής»,  ακόμα και της «πασίγνωστης» αλήθειας ότι «αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα, θα ήταν παράνομες».

Της αλήθειας αυτής, της τόσο «πασίγνωστης» ώστε, εκτός από «ριζοσπαστικών» αξιώσεων θεωρητική «θεμελίωση» της αποχής, να χρησιμεύει και για το ακριβώς αντίθετο: σαν θεωρητική «θεμελίωση» τής συμμετοχής τής εγκλωβισμένης στο καθεστώς της πολιτικής εξαγοράς, των «πελατειακών σχέσεων», των προσωπικών εξαρτήσεων, του ρουσφετιού κλπ. Γιατί όχι, αφού οι εκλογές δεν μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα καθώς αν μπορούσαν θα ήταν παράνομες κλπ κλπ; Όμως οι αλλαγές στις συνειδήσεις μπορούν να αποτυπωθούν εκλογικά μόνο εφόσον και επειδή οι εκλογές μπορούν να αλλάξουν κάτι, έστω κι αν αυτό το κάτι «περιορίζεται» (που δεν περιορίζεται) στην αποτύπωση της αλλαγής των συνειδήσεων. Ο εγκλωβισμός των συνειδήσεων στα «πράγματα» για τον λόγο ότι οι εκλογές «δεν μπορούν να τα αλλάξουν», δεν επιτρέπει ούτε την αλλαγή των συνειδήσεων ούτε φυσικά την εκλογική αποτύπωση μιας τέτοιας αλλαγής, και αποτελεί την αυτοεκπληρούμενη εγγύηση της αδυναμίας των «πραγμάτων» να αλλάξουν είτε με εκλογές είτε με οποιοδήποτε τρόπο.

Ακόμα πιο εξειδικευμένα χρησιμεύει, και στην πραγματικότητα ευθέως στοχεύει, η «πασίγνωστη» αυτή αλήθεια σαν θεωρητική απολογία της αποχής από την υπερψήφιση των κομμάτων που στόχο τους έχουν ακριβώς την αλλαγή των πραγμάτων. Με άλλα λόγια, σαν θεωρητική απολογία της αποχής από την υπερψήφιση του ΚΚΕ: «Οι εκλογές, λέμε, δεν αλλάζουν τα πράγματα. Και θα πας να ψηφίσεις ακριβώς αυτό; την αλλαγή των πραγμάτων;»

Ας βάλουμε όμως το ερώτημα:

***

Αν το ΚΚΕ δεν βρισκόταν στη βουλή για να καταψηφίσει, μόνο αυτό, τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η έλλειψη αυτή θα αποτελούσε ή όχι απόσυρση της ταξικής αντίθεσης και πάλης από το πολιτικό προσκήνιο και εν λευκώ παραχώρησή του στην μονοφωνία της ολοκληρωτικής αστικής κυριαρχίας ;

Το ίδιο αυτό «στιγμιότυπο» της καταψήφισης του Μάαστριχτ από το ΚΚΕ αποτέλεσε ή όχι μορφή εισδοχής της ταξικής πάλης στο πολιτικό προσκήνιο έχοντας αφήσει από τότε ως τώρα έντονο αποτύπωμα σε όλες τις μορφές ανάπτυξής της;

Αν ναι, αποτελεί ή όχι αυτό το «στιγμιότυπο» και το διαρκές του αποτύπωμα μια επαρκή απόδειξη της συμβολής των εκλογών στην «αλλαγή των πραγμάτων» ακόμα κι αν αυτές οι ίδιες «δεν μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα»;

Αποτελεί ή όχι μια απόδειξη που μόνο η «συμμετοχή» και όχι η «αποχή» θα μπορούσε να την προσκομίσει, και που τόσο πιο βαθιά θα χάραζε το ίχνος της στη μετέπειτα κοινωνικοπολιτική εξέλιξη, όσο πιο ισχυρή θα ήταν η κοινοβουλευτική δύναμη του ΚΚΕ την στιγμή εκείνη;

Πόσο βαθιά έχει ή δεν έχει χαράξει την παγκόσμια ιστορία η κοινοβουλευτική παρουσία ενός μόνο ανθρώπου, του Καρλ Λίμπκνεχτ, τη στιγμή που – ηρωικά – καταψήφιζε τις πολεμικές πιστώσεις του γερμανικού κράτους στις απαρχές του ιμπεριαλιστικού πολέμου;

Την ίδια περίοδο ήταν η «αποχή» ή η «συμμετοχή» των μπολσεβίκων βουλευτών στη ρωσική δούμα, – που εξορίστηκαν γιατί κατήγγειλαν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, δίνοντας έτσι παράδειγμα και κατεύθυνση στο λαό της Ρωσίας -, αυτή που μπορούσε να μην συμβάλει ή να συμβάλει στην άνοδο της εργατικής λαϊκής πάλης;

***

Αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν «τα πράγματα», «τον κόσμο», θα ήταν παράνομες, και υπήρξαν πολλές φορές παράνομες ακριβώς λόγω της δυνατότητάς τους να συμβάλουν στην ωρίμανση των προϋποθέσεων αλλαγής «των πραγμάτων» και «του κόσμου».

Η εκλογική παραίτηση δεν αποτελεί παρά παραίτηση από τη δυνατότητα αυτής της συμβολής.

Αποτελεί μορφή πολιτικής παραίτησης από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης έως το σημείο στο οποίο οι δυο αντιτιθέμενες πλευρές της έρχονται αντιμέτωπες η καθεμιά με τις δικές της οριστικές επιλογές καθώς και με τις οριστικές επιλογές της αντίπαλης κοινωνικής τάξης.


Σε αυτές τις «μη επαναστατικές» συνθήκες που ζούμε

Άσχετα από τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ο καθένας το ότι ζούμε και δρούμε σε «μη επαναστατικές» συνθήκες, το γεγονός ότι οι συνθήκες είναι «μη επαναστατικές» δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση πολιτικής ανταπόκρισης στο ερώτημα το διατυπωνόμενο από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων εργαζόμενων στρωμάτων: τι κυβέρνηση έχει ανάγκη η χώρα. Ερώτημα που καταρχήν δεν σημαίνει «ποιο κόμμα» θα ασκεί την κυβερνητική πολιτική, αλλά ποια κυβερνητική πολιτική πρέπει να ασκηθεί.

Πόσο μάλλον που οι υπάρχουσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, δεν έχουν σαν σύνολο την παραμικρή σχέση με συνθήκες στις οποίες «οι πάνω» διαθέτουν τη βεβαιότητα ότι μπορούν να ζουν  «όπως παλιά», ότι μπορούν «να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους» και στις οποίες «οι κάτω θέλουν να ζουν όπως παλιά». Τέτοιες συνθήκες ήταν οι υπάρχουσες μέχρι το 2010 και έχουν παρέλθει. Από τότε διατηρείται μια κατάσταση διαρκούς «επιδείνωσης, μεγαλύτερης από την συνηθισμένη, της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων». Από τότε, επίσης, είναι εμφανής η αδυναμία μιας οριστικής αναδιάταξης του αστικού πολιτικού σκηνικού τέτοιας που να ενσωματώνει αποτελεσματικά τις εργαζόμενες τάξεις και στρώματα, και μάλιστα σε συνθήκες «ρευστότητας» των διεθνών ανταγωνισμών εντός των οποίων οφείλουν να εντάσσονται και οι βλέψεις της εγχώριας άρχουσας τάξης. Από τότε επίσης, εμφανίστηκε, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της, μια διετής περίοδος «σημαντικού ανεβάσματος της δραστηριότητας των μαζών», διαφορετική από την περίοδο όπου οι μάζες «αφήνονται ήσυχα να τις ληστεύουν». Το ότι αυτή η δραστηριότητα δεν απέκτησε τα χαρακτηριστικά «αυτοτελούς ιστορικής δράσης», καθώς και το γιατί δεν τα απέκτησε, το ότι εκείνη η άνοδος της δραστηριότητας δεν είχε συνέχεια καθώς και το γιατί δεν είχε συνέχεια, το ότι εκείνη η «σύντομη» άνοδος της δραστηριότητας των μαζών έχει δώσει τη θέση της σε μια στάση αναμονής και «απάθειας» αλλά όχι προσαρμογής, το ότι τα προηγούμενα επιδρούν «θετικά» στη δυνατότητα της άρχουσας τάξης να διατηρεί και να επιζητά την αναδιάταξη των μορφών της κυριαρχίας της, αυτά είναι αλήθεια. Αλλά όλα τα παραπάνω μαζί παρμένα, όσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση ύπαρξης επαναστατικών συνθηκών, άλλο τόσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση των συνθηκών σαν τέτοιες που τυπικά και με βάση όλα τους τα γνωρίσματα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «μη επαναστατικές συνθήκες».

Ο γνωστός λενινιστικός ορισμός των επαναστατικών συνθηκών, περιέχει σαν αντίστροφη όψη του και έναν ορισμό των μη επαναστατικών συνθηκών: 1) Οι κορυφές μπορούν να ζουν όπως παλιά, μπορούν να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους.  2) Τα κάτω στρώματα θέλουν να ζουν όπως παλιά. 3) Η ανέχεια και η αθλιότητα των καταπιεζόμενων τάξεων παραμένει η συνηθισμένη, χωρίς επίδείνωσή της. 4) Οι μάζες αφήνονται να τις ληστεύουν ήσυχα, το επίπεδο της δραστηριότητάς τους είναι αυτό των «ειρηνικών» εποχών.

Δεν είναι τέτοιες οι σημερινές συνθήκες, συνολικά παρμένες, όπως δεν είναι και αντίθετες. Είναι «μη επαναστατικές συνθήκες» μόνο σχετικά, δηλαδή μόνο από την άποψη ότι δεν είναι επαναστατικές, όχι όμως από την άποψη της «απόλυτης τιμής» των συνθηκών που θα ορίζονταν ως «μη επαναστατικές». Από την άποψη αυτής της «απόλυτης τιμής» οι υπάρχουσες συνθήκες δεν είναι «μη επαναστατικές». Και ειδικά γύρω από τον καταλυτικό παράγοντα της δραστηριότητας των καταπιεζόμενων τάξεων, το χαμηλό επίπεδο αυτής της δραστηριότητας οφείλεται σε έναν μεγάλο βαθμό  στην  έλλειψη ενός συγκεκριμένου και καθοδηγητικού γι’ αυτές πολιτικού στόχου, τέτοιου που α) να απαντά με γενικό τρόπο στις ανάγκες τους και β) να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι μη-επαναστατικές  αλλά δεν είναι και επαναστατικές, και δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες «ανεξάρτητα από τη θέληση ορισμένων χωριστών ομάδων και κομμάτων, αλλά και από τη θέληση ορισμένων χωριστών τάξεων». Ενός συγκεκριμένου καθοδηγητικού πολιτικού στόχου που να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες, αλλλά είναι συνθήκες γενικού μετεωρισμού ανάμεσα σε μια «παλιά» κατάσταση πραγμάτων και σε μια νέα «ακαθόριστη» στο περιεχόμενό της.

Κι είναι αυτό το «ακαθόριστο» που επιδρά αποφασιστικά στο να διατηρείται σε χαμηλό επίπεδο η δραστηριότητα των μαζών. Που δεν επιτρέπει την ανοδική ανάπτυξη της δραστηριότητάς τους όσο ο γενικός στόχος αυτής δραστηριότητας, τέτοιος που να αντιστοιχεί στις παρούσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, παραμένει ακαθόριστος. Δηλαδή παραμένει τέτοιος που δεν κινητοποιεί σε δραστηριότητα η οποία συνεπάγεται ανατροπή των όρων προσαρμογής των ατόμων στις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις, σε δραστηριότητα η οποία προϋποθέτει θυσία αυτής της προσαρμογής για χάρη ενός πολιτικού στόχου άμεσου, αναγκαίου και γι’ αυτό ικανού να συνεγείρει.  Και ένας τέτοιος πολιτικός στόχος σήμερα ανάγεται άμεσα στο γενικό ζήτημα της κυβέρνησης που έχει ανάγκη η χώρα, δηλαδή της κυβερνητικής πολιτικής που μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων στρωμάτων: σήμερα που, ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων, οι συνθήκες δεν είναι επαναστατικές. Σήμερα που, εντός «μη επαναστατικών» συνθηκών, και επίσης ανεξάρτητα από την ίδια αυτή θέληση, μόνο μια κυβερνητική πολιτική με επαναστατικό περιεχόμενο μπορεί να ανταποκριθεί στις εργατικές – λαϊκές ανάγκες. Και που μόνο ο στόχος μιας τέτοιας πολιτικής μπορεί να ανεβάσει τη δραστηριότητα των μαζών στο ύψος των περιστάσεων, και σε ακόμα ανώτερο ύψος όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν.

Κι αυτός είναι ο στόχος μιας κυβερνητικής πολιτικής η οποία, μαζί με το κρατικό χρέος και τα «μνημόνια», μαζί με τις επαχθείς για το λαό δεσμεύσεις της χώρας στην ΕΕ των μονοπωλίων, αναγκαστικά θα καταργήσει και το ΕΣΠΑ και τον κρατικό δανεισμό… Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά και (για άλλη μια φορά) «ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων», θα πρέπει – στη θέση αυτών – να «δεσμεύσει» τον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο και τις πηγές του στην ικανοποίηση των εργατικών-λαϊκών αναγκών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να διαθέτει την ικανότητα να καθυποτάξει την αντίδραση των σημερινών εγχώριων και ξένων σφετεριστών του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου και των πηγών του, την αντίδραση των καπιταλιστών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να στηρίζεται στην λαϊκή οργάνωση και κινητοποίηση, να αποτελεί εμπνευστή και εκφραστή αυτής της οργάνωσης και κινητοποίησης. Μια κυβερνητική πολιτική την οποία μπορούν να υλοποιήσουν μόνο πολιτικές δυνάμεις, «ομάδες και κόμματα», ταγμένες από την ύπαρξή τους στην υπηρεσία των εργατικών-λαϊκών συμφερόντων ενάντια στην οικονομική και πολιτική εξουσία των εκμεταλλευτών και καταπιεστών του λαού και ενάντια στην πολιτική των κομμάτων τους.

Το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από τη θέση της κυβέρνησης είτε από τη θέση της αντιπολίτευσης, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από την άποψη της λαϊκής κινητοποίησης για την απόκρουση της αντιλαϊκής επίθεσης είτε από την άποψη της λαϊκής αντεπίθεσης για την υλοποίησή του, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι τέτοιος που η διεκδίκησή του φέρνει την αστική τάξη αντιμέτωπη με τις «δικές της» πολιτικές ελευθερίες, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος απαιτεί ουσιαστικά την ίδια οργάνωση του λαού και την ίδια «αυτοτελή ιστορική δράση» του που απαιτεί και κάθε μορφή «απλώς» αντίστασής του στην αντιλαϊκή λαίλαπα, το ότι στο τέλος του αυτός ο πολιτικός στόχος οδηγεί στην αντικατάσταση των οικονομικών και πολιτικών ελευθεριών και της εξουσίας του κεφαλαίου από την οικονομική και πολιτική ελευθερία και εξουσία του εργαζόμενου λαού, στην αντικατάση της οργανωμένης κυριαρχίας των εκμεταλλευτών από την οργανωμένη κυριαρχία του λαού, όλα αυτά μένει να εξηγηθούν. Και καλύτερα από το κάθε τι, τα εξηγεί η ίδια η ανάπτυξη της λαϊκής δραστηριότητας από τη στιγμή που θέτει άμεσα μπροστά της αυτόν τον πολιτικό στόχο και στο κάθε της βήμα για την τελική του πραγμάτωση.


επικοινωνία και πολιτική ως τέχνη (ορισμένες σκέψεις)

«…Η ιστορία γίνεται έτσι, που το τελικό αποτέλεσμα βγαίνει πάντα από τις συγκρούσεις πολλών ατομικών θελήσεων, που η καθεμιά τους πάλι γίνεται τέτοια που είναι από ένα πλήθος ιδιαίτερες συνθήκες ζωής. Υπάρχουν λοιπόν εδώ αναρίθμητες δυνάμεις που διασταυρώνονται, μια ατέλειωτη ομάδα από παραλληλόγραμμα δυνάμεων, από τα οποία βγαίνει μια συνισταμένη – δηλ. το ιστορικό αποτέλεσμα. Το ιστορικό αυτό αποτέλεσμα μπορεί πάλι να θεωρηθεί σαν το προϊόν μιας δύναμης που δρα σαν ένα σύνολο, ασυνείδητα και άβουλα. Γιατί αυτό που θέλει το κάθε άτομο, εμποδίζεται από κάθε άλλο άτομο κι αυτό που προκύπτει είναι κάτι που κανένας δεν το θέλησε. Έτσι η ως τώρα ιστορία κυλά σαν ένα φυσικό προτσές και υπόκειται κι αυτή ουσιαστικά στους ιδιους νόμους κίνησης. Όμως από το γεγονός, ότι οι ατομικές θελήσεις -που η καθεμιά τους θέλει εκείνο προς το οποίο τη σπρώχνουν η σωματική της διάπλαση και οι εξωτερικές, σε τελευταία ανάλυση οικονομικές συνθήκες (είτε οι δικές της προσωπικές, είτε οι γενικές-κοινωνικές συνθήκες) – δεν πετυχαίνουν εκείνο που θέλουν, αλλά συγχωνεύονται σ’ έναν γενικό μέσο όρο, σε μια κοινή συνισταμένη, από το γεγονός αυτό δεν έχει κανένας το δικαίωμα να συμπεράνει ότι οι θελήσεις αυτές είναι ίσες με μηδέν. Απεναντίας, η καθεμιά συμβάλλει στη συνισταμένη και περιέχεται ανάλογα μέσα της…»

(Ένγκελς, γράμμα στον Μπλοχ, “Διαλεχτά Έργα”, 2ος τόμος, σελ. 572-575, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ)

*

Αν υπάρχει λόγος να μιλάμε για τέχνη της πολιτικής, τότε ένα μέρος από το κύριο νόημά της συνίσταται στο ότι σκοπός της άσκησής της δεν είναι η παραγωγή «ασυνείδητα και άβουλα» του ιστορικού αποτελέσματος ως τυχαίας συνισταμένης, στην οποία θα έχει «συμβάλει» και θα περιέχεται ανάλογα μέσα της η ατομική θέληση του υποκειμένου που δρα πολιτικά.

Σκοπός της άσκησής της είναι το ιστορικό αποτέλεσμα, που -ως συνισταμένη «των αναρίθμητων δυνάμεων»- ανταποκρίνεται όσο το δυνατόν περισσότερο στην ατομική θέληση του πολιτικού υποκειμένου.

Εφόσον είναι έτσι, αυτό σημαίνει ότι  για το πολιτικό υποκείμενο και την ατομική του θέληση δεν αρκεί να επαφίεται στην κατεύθυνση   «προς [την οποία] τη σπρώχνουν η σωματική της διάπλαση και οι εξωτερικές, σε τελευταία ανάλυση οικονομικές συνθήκες», κι ότι, ακόμα περισσότερο, σε τελευταία ανάλυση όχι απλώς δεν αρκεί να επαφίεται αλλά ότι στην περίπτωση αυτή συγκεντρώνει στον εαυτό της τους όρους και τις προϋποθέσεις της μετατροπής της σε έναν από όλους αυτούς τους παράγοντες των οποίων τη συνισταμένη θα αποτελέσει το ιστορικό αποτέλεσμα «ασυνείδητα και άβουλα»: Όσο πιο «ασυνείδητα» και όσο πιο «άβουλα» θα είναι αυτό δυνατό στη βάση των πραγματικών εξωτερικών και σε τελευταία ανάλυση οικονομικών συνθηκών…

Σημαίνει επίσης ότι, αντίθετα, το πολιτικό υποκείμενο οφείλει στην έκφραση της ατομικής θέλησής του (στο περιεχόμενό της που εκφράζεται και στη μορφή της με την οποία μπορεί αυτό το περιεχόμενο να εκφραστεί) να συνυπολογίζει το σύνολο των δυνάμεων, των «ατομικών θελήσεων» που επιδρούν,  ώστε αυτός ο «γενικός μέσος όρος», η «κοινή συνισταμένη» στην οποία θα συγχωνευτούν, το ιστορικό αποτέλεσμα, να ανταποκρίνεται στην ατομική θέληση του δρώντος υποκειμένου, συνειδητά και θεληματικά…

*

Εφόσον, παραπέρα, πριν την οποιασδήποτε μορφής πραγματική υλική δύναμη, ο κρισιμότερος παράγοντας καθορισμού των πολιτικών συσχετισμών και των αποκρυσταλλώσεών τους είναι η κοινωνική συνείδηση, οι ατομικές συνειδήσεις στο σύνολό τους παρμένες, οι συνειδήσεις που πραγματώνονται με τη μορφή ατομικών θελήσεων και με τη μορφή της έκφρασης αυτών των ατομικών θελήσεων, τότε λοιπόν πλάι στην τέχνη της πολιτικής και σαν μέρος της τέχνης της πολιτικής αποκτά κρίσιμη σημασία η τέχνη της επικοινωνίας, η οποία μπορεί να εξασκηθεί είτε με τη μια είτε με την άλλη μέθοδο: Είτε δηλαδή να αποτελέσει την έκφραση της ατομικής θέλησης που επαφίεται στη σωματική της διάπλαση και τις εξωτερικές συνθήκες, είτε να μην «επαφίεται» αλλά να ασκείται με γνώμονα το «ιστορικό αποτέλεσμα» που πρόκειται να επιφέρει η άσκησή της και το οποίο αποτέλεσμα συνίσταται εδώ σε μια ασυνείδητη ή συνειδητή, άβουλη ή θεληματική, κοινωνική και ατομική συνειδησιακή μεταβολή.

Το γενικό σχήμα της επικοινωνίας έχει την ακόλουθη μορφή:

πρόθεση –> πομπός –> μήνυμα (+συμπεριέχον) –> δέκτης –> διαφορικό αποτέλεσμα [*]

Στην περίπτωση που ο πομπός επαφίεται και ακολουθεί παθητικά την κατεύθυνση όπου τον σπρώχνουν η «σωματική του διάπλαση και οι εξωτερικές συνθήκες», τότε στην πραγματικότητα, ουσιαστικά, καταργεί αν όχι την πρόθεση την ίδια , σίγουρα όμως καταργεί κάθε συνειδητή σχέση του με την πρόθεση, και αλυσιδωτά καταργεί επίσης κάθε συνειδητή σχέση ανάμεσα στην πρόθεση και στο διαφορικό αποτέλεσμα (το περιεχομενο της συνειδησιακής μεταβολής), καταργεί επομένως και κάθε συνειδητή σχέση του μηνύματος με τον δέκτη, αγνοεί τον ίδιο τον δέκτη και τους όρους που καθορίζουν την ατομικότητά του και τη θέληση αυτής της ατομικότητας, αγνοεί το συμπεριέχον δηλαδή το κοινωνικό και πνευματικό περιβάλλον που επιδρά στη σχέση μεταξύ μηνύματος και δέκτη πέρα από την ατομική υλική υπόσταση και μορφή του μηνύματος και τον αντίστοιχο ατομικό καθορισμό του δέκτη, και εν τέλει το μήνυμα καθορίζεται σε μορφή και περιεχόμενο αποκλειστικά απ’ την εξάρτησή του από τον πομπό, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια χειρότερη ή καλύτερη επανάληψη αυτού που «είναι» ο πομπός.

Στην περίπτωση, αντίθετα, που ο πομπός στοχεύει όχι σε ένα λίγο-πολύ τυχαίο αλλά σε ένα συνειδητό διαφορικό αποτέλεσμα, τότε οφείλει να ξεκινήσει όχι από την κατεύθυνση όπου τον σπρώχνουν  η σωματική του διάπλαση και οι εξωτερικές συνθήκες, αλλά από την πρόθεσή του που τότε αναγκαστικά αναφέρεται στο διαφορικό αποτέλεσμα, το οποίο (αντικειμενικά) επέρχεται  από τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον δέκτη και το μήνυμα, το οποίο μήνυμα οφείλει  λοιπόν να καθορίζεται σαν «υλικό» αντικείμενο (σε περιεχόμενο και μορφή) από τις ατομικές ιδιότητες του δέκτη που η σχέση τους με το μήνυμα θα είναι ικανή να τις οδηγήσει προς το επιδιωκόμενο διαφορικό αποτέλεσμα.

Η παραπάνω δεύτερη «περίπτωση» ειναι γνωστή σε όσους  ασχολούνται επαγγελματικά με τον κλάδο της «επικοινωνίας», ανώτατη μορφή «αστικής» έκφρασης της οποίας δεν είναι παρά η διαφήμιση είτε με τη μορφή της «ρεκλάμας» ενός καταναλωτικού προϊόντος είτε με τη μορφή του λεγόμενου «ίματζ μέικινγκ» ενός προϊόντος πολιτικού (ισως όμως όχι και λιγότερο καταναλωτικού – αν και αυτό το ζήτημα υπερβαίνει τα θεματολογικά όρια της ανάρτησης). Σε αυτή την μορφή της επικοινωνίας ο πομπός επιδιώκει βέβαια συνειδητά από την πλευρά του ένα συγκεκριμένο (και όχι «τυχαίο») διαφορικό αποτέλεσμα (τη συνειδησιακή μεταβολή του δέκτη που μπορεί να εκφραστεί με εμπορικές πωλήσεις, δημοσκοπικά ποσοστά, ψήφους, μια ορισμένη στα χαρακτηριστικά της ενεργητικότητα ή παθητικότητα κ.ά.), όμως ταυτόχρονα κατά κανόνα επιδιώκει το διαφορικό αυτό αποτέλεσμα (πρωταρχικά η επιδιωκόμενη συνειδησιακή μεταβολή) να επέρχεται ασυνείδητα από την άποψη του δέκτη: Πρόκειται γι’ αυτό που ονομάζουμε επικοινωνιακή χειραγώγηση όπως λόγου χάρη όταν μια μάρκα αυτοκινήτου ασύνειδα ταυτίζεται με ένα θελκτικό γυναικείο σώμα, μια μάρκα απορρυπαντικού με την οικογενειακή ευτυχία,  ένα πολιτικό πρόσωπο με διαφόρων ειδών διαδεδομένα κοινωνικά ή ατομικά στερεότυπα κλπ.

Για εμάς, που ως «πομποί» οφείλουμε να επιδιώκουμε την επέλευση ενός ορισμένου διαφορικού αποτελέσματος συνειδητά  όχι μόνο  από την πλευρά μας αλλά συνειδητά και από την άποψη του δέκτη, ώστε λοιπόν συστατικό του διαφορικού αποτελέσματος (της συνειδησιακής μεταβολής) που επιδιώκουμε καθίσταται και η συνειδητότητα της επέλευσής της από την πλευρά του «δέκτη» (και που επίσης δεν ξεχνάμε ότι στη διαδικασία της διαπαιδαγώγησης διαπαιδαγωγείται και ο παιδαγωγός, πόσο μάλλον όταν οι ιδιότητες του πομπού και του δέκτη εναλλάσσονται συνεχώς), για εμάς λοιπόν η παραπάνω μορφή, η μορφή της επικοινωνιακής χειραγώγησης, είναι  συνολικά ακατάλληλη. Δεν είναι όμως το (αντικειμενικά ισχύον) «γενικό σχήμα» της επικοινωνίας που αλλάζει εδώ, αλλά μόνο το ποιοτικό περιεχόμενο του διαφορικού αποτελέσματος (στο οποίο προστίθεται και η συνειδητότητα του δέκτη) και σ’ αυτό (σ’ αυτό από μόνο του) βρίσκεται η καθοριστική (ή μια καθοριστική) ειδοποιός διαφορά.

Για εμάς, είπα. Πράγμα που καθόλου δεν σημαίνει αποκλειστικά «εμάς». Αντίθετα, όσο σημαίνει «εμάς» άλλο τόσο σημαίνει και τους «άλλους», στο βαθμό που η κοινότητα δεν καθορίζεται από διαχωρισμούς οι οποίοι ως προερχόμενοι από διαφορετικά πραγματικά και εννοιολογικά πεδία είναι στο εξεταζόμενο πεδίο διαχωρισμοί τεχνητοί, στο βαθμό δηλαδή που η κοινότητα καθορίζεται (αν πράγματι καθορίζεται) από το επιδιωκόμενο διαφορικό αποτέλεσμα και τα καθήκοντα που αυτό επιβάλλει σε όλη την έκταση του «γενικού σχήματος», από το αποτέλεσμα έως και την πρόθεση με όλη την καθημερινή ζωή και επικαιρότητα ανάμεσά τους.

[*] Χρήσιμο ίσως να επισημανθεί το ίσως αυτονόητο, ότι ο πομπός και ο δέκτης στο παραπάνω σχήμα δεν είναι βέβαια συσκευές αλλά ανθρώπινα άτομα ή σύνολα ανθρώπινων ατόμων και ότι η υλική μορφή του μηνύματος εξαρτάται από το χρησιμοποιούμενο κάθε φορά μέσο επικοινωνίας: κινηματογράφος, τηλεόραση, ραδιόφωνο, βιβλίο, εφημερίδα είναι μερικά από αυτά. Κι επίσης ο άμεσος προφορικός λόγος (λ.χ. σε μια συζήτηση «δια ζώσης») ή το διαδίκτυο (με τα απρόσωπα και αφηρημένα ατομικά χαρακτηριστικά πομπού και δέκτη, τόσο ώστε το άτομο είτε σαν πομπός είτε σαν δέκτης να εμφανίζεται σαν αφηρημένη γενίκευση) που παρουσιάζουν την ιδιομορφία της διάδρασης μεταξύ πομπού και δέκτη και της συνεχούς μεταξύ τους εναλλαγής αυτών των ιδιοτήτων.