Σε αυτές τις «μη επαναστατικές» συνθήκες που ζούμε

Άσχετα από τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ο καθένας το ότι ζούμε και δρούμε σε «μη επαναστατικές» συνθήκες, το γεγονός ότι οι συνθήκες είναι «μη επαναστατικές» δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση πολιτικής ανταπόκρισης στο ερώτημα το διατυπωνόμενο από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων εργαζόμενων στρωμάτων: τι κυβέρνηση έχει ανάγκη η χώρα. Ερώτημα που καταρχήν δεν σημαίνει «ποιο κόμμα» θα ασκεί την κυβερνητική πολιτική, αλλά ποια κυβερνητική πολιτική πρέπει να ασκηθεί.

Πόσο μάλλον που οι υπάρχουσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, δεν έχουν σαν σύνολο την παραμικρή σχέση με συνθήκες στις οποίες «οι πάνω» διαθέτουν τη βεβαιότητα ότι μπορούν να ζουν  «όπως παλιά», ότι μπορούν «να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους» και στις οποίες «οι κάτω θέλουν να ζουν όπως παλιά». Τέτοιες συνθήκες ήταν οι υπάρχουσες μέχρι το 2010 και έχουν παρέλθει. Από τότε διατηρείται μια κατάσταση διαρκούς «επιδείνωσης, μεγαλύτερης από την συνηθισμένη, της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων». Από τότε, επίσης, είναι εμφανής η αδυναμία μιας οριστικής αναδιάταξης του αστικού πολιτικού σκηνικού τέτοιας που να ενσωματώνει αποτελεσματικά τις εργαζόμενες τάξεις και στρώματα, και μάλιστα σε συνθήκες «ρευστότητας» των διεθνών ανταγωνισμών εντός των οποίων οφείλουν να εντάσσονται και οι βλέψεις της εγχώριας άρχουσας τάξης. Από τότε επίσης, εμφανίστηκε, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της, μια διετής περίοδος «σημαντικού ανεβάσματος της δραστηριότητας των μαζών», διαφορετική από την περίοδο όπου οι μάζες «αφήνονται ήσυχα να τις ληστεύουν». Το ότι αυτή η δραστηριότητα δεν απέκτησε τα χαρακτηριστικά «αυτοτελούς ιστορικής δράσης», καθώς και το γιατί δεν τα απέκτησε, το ότι εκείνη η άνοδος της δραστηριότητας δεν είχε συνέχεια καθώς και το γιατί δεν είχε συνέχεια, το ότι εκείνη η «σύντομη» άνοδος της δραστηριότητας των μαζών έχει δώσει τη θέση της σε μια στάση αναμονής και «απάθειας» αλλά όχι προσαρμογής, το ότι τα προηγούμενα επιδρούν «θετικά» στη δυνατότητα της άρχουσας τάξης να διατηρεί και να επιζητά την αναδιάταξη των μορφών της κυριαρχίας της, αυτά είναι αλήθεια. Αλλά όλα τα παραπάνω μαζί παρμένα, όσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση ύπαρξης επαναστατικών συνθηκών, άλλο τόσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση των συνθηκών σαν τέτοιες που τυπικά και με βάση όλα τους τα γνωρίσματα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «μη επαναστατικές συνθήκες».

Ο γνωστός λενινιστικός ορισμός των επαναστατικών συνθηκών, περιέχει σαν αντίστροφη όψη του και έναν ορισμό των μη επαναστατικών συνθηκών: 1) Οι κορυφές μπορούν να ζουν όπως παλιά, μπορούν να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους.  2) Τα κάτω στρώματα θέλουν να ζουν όπως παλιά. 3) Η ανέχεια και η αθλιότητα των καταπιεζόμενων τάξεων παραμένει η συνηθισμένη, χωρίς επίδείνωσή της. 4) Οι μάζες αφήνονται να τις ληστεύουν ήσυχα, το επίπεδο της δραστηριότητάς τους είναι αυτό των «ειρηνικών» εποχών.

Δεν είναι τέτοιες οι σημερινές συνθήκες, συνολικά παρμένες, όπως δεν είναι και αντίθετες. Είναι «μη επαναστατικές συνθήκες» μόνο σχετικά, δηλαδή μόνο από την άποψη ότι δεν είναι επαναστατικές, όχι όμως από την άποψη της «απόλυτης τιμής» των συνθηκών που θα ορίζονταν ως «μη επαναστατικές». Από την άποψη αυτής της «απόλυτης τιμής» οι υπάρχουσες συνθήκες δεν είναι «μη επαναστατικές». Και ειδικά γύρω από τον καταλυτικό παράγοντα της δραστηριότητας των καταπιεζόμενων τάξεων, το χαμηλό επίπεδο αυτής της δραστηριότητας οφείλεται σε έναν μεγάλο βαθμό  στην  έλλειψη ενός συγκεκριμένου και καθοδηγητικού γι’ αυτές πολιτικού στόχου, τέτοιου που α) να απαντά με γενικό τρόπο στις ανάγκες τους και β) να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι μη-επαναστατικές  αλλά δεν είναι και επαναστατικές, και δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες «ανεξάρτητα από τη θέληση ορισμένων χωριστών ομάδων και κομμάτων, αλλά και από τη θέληση ορισμένων χωριστών τάξεων». Ενός συγκεκριμένου καθοδηγητικού πολιτικού στόχου που να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες, αλλλά είναι συνθήκες γενικού μετεωρισμού ανάμεσα σε μια «παλιά» κατάσταση πραγμάτων και σε μια νέα «ακαθόριστη» στο περιεχόμενό της.

Κι είναι αυτό το «ακαθόριστο» που επιδρά αποφασιστικά στο να διατηρείται σε χαμηλό επίπεδο η δραστηριότητα των μαζών. Που δεν επιτρέπει την ανοδική ανάπτυξη της δραστηριότητάς τους όσο ο γενικός στόχος αυτής δραστηριότητας, τέτοιος που να αντιστοιχεί στις παρούσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, παραμένει ακαθόριστος. Δηλαδή παραμένει τέτοιος που δεν κινητοποιεί σε δραστηριότητα η οποία συνεπάγεται ανατροπή των όρων προσαρμογής των ατόμων στις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις, σε δραστηριότητα η οποία προϋποθέτει θυσία αυτής της προσαρμογής για χάρη ενός πολιτικού στόχου άμεσου, αναγκαίου και γι’ αυτό ικανού να συνεγείρει.  Και ένας τέτοιος πολιτικός στόχος σήμερα ανάγεται άμεσα στο γενικό ζήτημα της κυβέρνησης που έχει ανάγκη η χώρα, δηλαδή της κυβερνητικής πολιτικής που μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων στρωμάτων: σήμερα που, ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων, οι συνθήκες δεν είναι επαναστατικές. Σήμερα που, εντός «μη επαναστατικών» συνθηκών, και επίσης ανεξάρτητα από την ίδια αυτή θέληση, μόνο μια κυβερνητική πολιτική με επαναστατικό περιεχόμενο μπορεί να ανταποκριθεί στις εργατικές – λαϊκές ανάγκες. Και που μόνο ο στόχος μιας τέτοιας πολιτικής μπορεί να ανεβάσει τη δραστηριότητα των μαζών στο ύψος των περιστάσεων, και σε ακόμα ανώτερο ύψος όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν.

Κι αυτός είναι ο στόχος μιας κυβερνητικής πολιτικής η οποία, μαζί με το κρατικό χρέος και τα «μνημόνια», μαζί με τις επαχθείς για το λαό δεσμεύσεις της χώρας στην ΕΕ των μονοπωλίων, αναγκαστικά θα καταργήσει και το ΕΣΠΑ και τον κρατικό δανεισμό… Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά και (για άλλη μια φορά) «ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων», θα πρέπει – στη θέση αυτών – να «δεσμεύσει» τον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο και τις πηγές του στην ικανοποίηση των εργατικών-λαϊκών αναγκών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να διαθέτει την ικανότητα να καθυποτάξει την αντίδραση των σημερινών εγχώριων και ξένων σφετεριστών του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου και των πηγών του, την αντίδραση των καπιταλιστών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να στηρίζεται στην λαϊκή οργάνωση και κινητοποίηση, να αποτελεί εμπνευστή και εκφραστή αυτής της οργάνωσης και κινητοποίησης. Μια κυβερνητική πολιτική την οποία μπορούν να υλοποιήσουν μόνο πολιτικές δυνάμεις, «ομάδες και κόμματα», ταγμένες από την ύπαρξή τους στην υπηρεσία των εργατικών-λαϊκών συμφερόντων ενάντια στην οικονομική και πολιτική εξουσία των εκμεταλλευτών και καταπιεστών του λαού και ενάντια στην πολιτική των κομμάτων τους.

Το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από τη θέση της κυβέρνησης είτε από τη θέση της αντιπολίτευσης, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από την άποψη της λαϊκής κινητοποίησης για την απόκρουση της αντιλαϊκής επίθεσης είτε από την άποψη της λαϊκής αντεπίθεσης για την υλοποίησή του, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι τέτοιος που η διεκδίκησή του φέρνει την αστική τάξη αντιμέτωπη με τις «δικές της» πολιτικές ελευθερίες, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος απαιτεί ουσιαστικά την ίδια οργάνωση του λαού και την ίδια «αυτοτελή ιστορική δράση» του που απαιτεί και κάθε μορφή «απλώς» αντίστασής του στην αντιλαϊκή λαίλαπα, το ότι στο τέλος του αυτός ο πολιτικός στόχος οδηγεί στην αντικατάσταση των οικονομικών και πολιτικών ελευθεριών και της εξουσίας του κεφαλαίου από την οικονομική και πολιτική ελευθερία και εξουσία του εργαζόμενου λαού, στην αντικατάση της οργανωμένης κυριαρχίας των εκμεταλλευτών από την οργανωμένη κυριαρχία του λαού, όλα αυτά μένει να εξηγηθούν. Και καλύτερα από το κάθε τι, τα εξηγεί η ίδια η ανάπτυξη της λαϊκής δραστηριότητας από τη στιγμή που θέτει άμεσα μπροστά της αυτόν τον πολιτικό στόχο και στο κάθε της βήμα για την τελική του πραγμάτωση.


επικοινωνία και πολιτική ως τέχνη (ορισμένες σκέψεις)

«…Η ιστορία γίνεται έτσι, που το τελικό αποτέλεσμα βγαίνει πάντα από τις συγκρούσεις πολλών ατομικών θελήσεων, που η καθεμιά τους πάλι γίνεται τέτοια που είναι από ένα πλήθος ιδιαίτερες συνθήκες ζωής. Υπάρχουν λοιπόν εδώ αναρίθμητες δυνάμεις που διασταυρώνονται, μια ατέλειωτη ομάδα από παραλληλόγραμμα δυνάμεων, από τα οποία βγαίνει μια συνισταμένη – δηλ. το ιστορικό αποτέλεσμα. Το ιστορικό αυτό αποτέλεσμα μπορεί πάλι να θεωρηθεί σαν το προϊόν μιας δύναμης που δρα σαν ένα σύνολο, ασυνείδητα και άβουλα. Γιατί αυτό που θέλει το κάθε άτομο, εμποδίζεται από κάθε άλλο άτομο κι αυτό που προκύπτει είναι κάτι που κανένας δεν το θέλησε. Έτσι η ως τώρα ιστορία κυλά σαν ένα φυσικό προτσές και υπόκειται κι αυτή ουσιαστικά στους ιδιους νόμους κίνησης. Όμως από το γεγονός, ότι οι ατομικές θελήσεις -που η καθεμιά τους θέλει εκείνο προς το οποίο τη σπρώχνουν η σωματική της διάπλαση και οι εξωτερικές, σε τελευταία ανάλυση οικονομικές συνθήκες (είτε οι δικές της προσωπικές, είτε οι γενικές-κοινωνικές συνθήκες) – δεν πετυχαίνουν εκείνο που θέλουν, αλλά συγχωνεύονται σ’ έναν γενικό μέσο όρο, σε μια κοινή συνισταμένη, από το γεγονός αυτό δεν έχει κανένας το δικαίωμα να συμπεράνει ότι οι θελήσεις αυτές είναι ίσες με μηδέν. Απεναντίας, η καθεμιά συμβάλλει στη συνισταμένη και περιέχεται ανάλογα μέσα της…»

(Ένγκελς, γράμμα στον Μπλοχ, “Διαλεχτά Έργα”, 2ος τόμος, σελ. 572-575, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ)

*

Αν υπάρχει λόγος να μιλάμε για τέχνη της πολιτικής, τότε ένα μέρος από το κύριο νόημά της συνίσταται στο ότι σκοπός της άσκησής της δεν είναι η παραγωγή «ασυνείδητα και άβουλα» του ιστορικού αποτελέσματος ως τυχαίας συνισταμένης, στην οποία θα έχει «συμβάλει» και θα περιέχεται ανάλογα μέσα της η ατομική θέληση του υποκειμένου που δρα πολιτικά.

Σκοπός της άσκησής της είναι το ιστορικό αποτέλεσμα, που -ως συνισταμένη «των αναρίθμητων δυνάμεων»- ανταποκρίνεται όσο το δυνατόν περισσότερο στην ατομική θέληση του πολιτικού υποκειμένου.

Εφόσον είναι έτσι, αυτό σημαίνει ότι  για το πολιτικό υποκείμενο και την ατομική του θέληση δεν αρκεί να επαφίεται στην κατεύθυνση   «προς [την οποία] τη σπρώχνουν η σωματική της διάπλαση και οι εξωτερικές, σε τελευταία ανάλυση οικονομικές συνθήκες», κι ότι, ακόμα περισσότερο, σε τελευταία ανάλυση όχι απλώς δεν αρκεί να επαφίεται αλλά ότι στην περίπτωση αυτή συγκεντρώνει στον εαυτό της τους όρους και τις προϋποθέσεις της μετατροπής της σε έναν από όλους αυτούς τους παράγοντες των οποίων τη συνισταμένη θα αποτελέσει το ιστορικό αποτέλεσμα «ασυνείδητα και άβουλα»: Όσο πιο «ασυνείδητα» και όσο πιο «άβουλα» θα είναι αυτό δυνατό στη βάση των πραγματικών εξωτερικών και σε τελευταία ανάλυση οικονομικών συνθηκών…

Σημαίνει επίσης ότι, αντίθετα, το πολιτικό υποκείμενο οφείλει στην έκφραση της ατομικής θέλησής του (στο περιεχόμενό της που εκφράζεται και στη μορφή της με την οποία μπορεί αυτό το περιεχόμενο να εκφραστεί) να συνυπολογίζει το σύνολο των δυνάμεων, των «ατομικών θελήσεων» που επιδρούν,  ώστε αυτός ο «γενικός μέσος όρος», η «κοινή συνισταμένη» στην οποία θα συγχωνευτούν, το ιστορικό αποτέλεσμα, να ανταποκρίνεται στην ατομική θέληση του δρώντος υποκειμένου, συνειδητά και θεληματικά…

*

Εφόσον, παραπέρα, πριν την οποιασδήποτε μορφής πραγματική υλική δύναμη, ο κρισιμότερος παράγοντας καθορισμού των πολιτικών συσχετισμών και των αποκρυσταλλώσεών τους είναι η κοινωνική συνείδηση, οι ατομικές συνειδήσεις στο σύνολό τους παρμένες, οι συνειδήσεις που πραγματώνονται με τη μορφή ατομικών θελήσεων και με τη μορφή της έκφρασης αυτών των ατομικών θελήσεων, τότε λοιπόν πλάι στην τέχνη της πολιτικής και σαν μέρος της τέχνης της πολιτικής αποκτά κρίσιμη σημασία η τέχνη της επικοινωνίας, η οποία μπορεί να εξασκηθεί είτε με τη μια είτε με την άλλη μέθοδο: Είτε δηλαδή να αποτελέσει την έκφραση της ατομικής θέλησης που επαφίεται στη σωματική της διάπλαση και τις εξωτερικές συνθήκες, είτε να μην «επαφίεται» αλλά να ασκείται με γνώμονα το «ιστορικό αποτέλεσμα» που πρόκειται να επιφέρει η άσκησή της και το οποίο αποτέλεσμα συνίσταται εδώ σε μια ασυνείδητη ή συνειδητή, άβουλη ή θεληματική, κοινωνική και ατομική συνειδησιακή μεταβολή.

Το γενικό σχήμα της επικοινωνίας έχει την ακόλουθη μορφή:

πρόθεση –> πομπός –> μήνυμα (+συμπεριέχον) –> δέκτης –> διαφορικό αποτέλεσμα [*]

Στην περίπτωση που ο πομπός επαφίεται και ακολουθεί παθητικά την κατεύθυνση όπου τον σπρώχνουν η «σωματική του διάπλαση και οι εξωτερικές συνθήκες», τότε στην πραγματικότητα, ουσιαστικά, καταργεί αν όχι την πρόθεση την ίδια , σίγουρα όμως καταργεί κάθε συνειδητή σχέση του με την πρόθεση, και αλυσιδωτά καταργεί επίσης κάθε συνειδητή σχέση ανάμεσα στην πρόθεση και στο διαφορικό αποτέλεσμα (το περιεχομενο της συνειδησιακής μεταβολής), καταργεί επομένως και κάθε συνειδητή σχέση του μηνύματος με τον δέκτη, αγνοεί τον ίδιο τον δέκτη και τους όρους που καθορίζουν την ατομικότητά του και τη θέληση αυτής της ατομικότητας, αγνοεί το συμπεριέχον δηλαδή το κοινωνικό και πνευματικό περιβάλλον που επιδρά στη σχέση μεταξύ μηνύματος και δέκτη πέρα από την ατομική υλική υπόσταση και μορφή του μηνύματος και τον αντίστοιχο ατομικό καθορισμό του δέκτη, και εν τέλει το μήνυμα καθορίζεται σε μορφή και περιεχόμενο αποκλειστικά απ’ την εξάρτησή του από τον πομπό, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια χειρότερη ή καλύτερη επανάληψη αυτού που «είναι» ο πομπός.

Στην περίπτωση, αντίθετα, που ο πομπός στοχεύει όχι σε ένα λίγο-πολύ τυχαίο αλλά σε ένα συνειδητό διαφορικό αποτέλεσμα, τότε οφείλει να ξεκινήσει όχι από την κατεύθυνση όπου τον σπρώχνουν  η σωματική του διάπλαση και οι εξωτερικές συνθήκες, αλλά από την πρόθεσή του που τότε αναγκαστικά αναφέρεται στο διαφορικό αποτέλεσμα, το οποίο (αντικειμενικά) επέρχεται  από τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον δέκτη και το μήνυμα, το οποίο μήνυμα οφείλει  λοιπόν να καθορίζεται σαν «υλικό» αντικείμενο (σε περιεχόμενο και μορφή) από τις ατομικές ιδιότητες του δέκτη που η σχέση τους με το μήνυμα θα είναι ικανή να τις οδηγήσει προς το επιδιωκόμενο διαφορικό αποτέλεσμα.

Η παραπάνω δεύτερη «περίπτωση» ειναι γνωστή σε όσους  ασχολούνται επαγγελματικά με τον κλάδο της «επικοινωνίας», ανώτατη μορφή «αστικής» έκφρασης της οποίας δεν είναι παρά η διαφήμιση είτε με τη μορφή της «ρεκλάμας» ενός καταναλωτικού προϊόντος είτε με τη μορφή του λεγόμενου «ίματζ μέικινγκ» ενός προϊόντος πολιτικού (ισως όμως όχι και λιγότερο καταναλωτικού – αν και αυτό το ζήτημα υπερβαίνει τα θεματολογικά όρια της ανάρτησης). Σε αυτή την μορφή της επικοινωνίας ο πομπός επιδιώκει βέβαια συνειδητά από την πλευρά του ένα συγκεκριμένο (και όχι «τυχαίο») διαφορικό αποτέλεσμα (τη συνειδησιακή μεταβολή του δέκτη που μπορεί να εκφραστεί με εμπορικές πωλήσεις, δημοσκοπικά ποσοστά, ψήφους, μια ορισμένη στα χαρακτηριστικά της ενεργητικότητα ή παθητικότητα κ.ά.), όμως ταυτόχρονα κατά κανόνα επιδιώκει το διαφορικό αυτό αποτέλεσμα (πρωταρχικά η επιδιωκόμενη συνειδησιακή μεταβολή) να επέρχεται ασυνείδητα από την άποψη του δέκτη: Πρόκειται γι’ αυτό που ονομάζουμε επικοινωνιακή χειραγώγηση όπως λόγου χάρη όταν μια μάρκα αυτοκινήτου ασύνειδα ταυτίζεται με ένα θελκτικό γυναικείο σώμα, μια μάρκα απορρυπαντικού με την οικογενειακή ευτυχία,  ένα πολιτικό πρόσωπο με διαφόρων ειδών διαδεδομένα κοινωνικά ή ατομικά στερεότυπα κλπ.

Για εμάς, που ως «πομποί» οφείλουμε να επιδιώκουμε την επέλευση ενός ορισμένου διαφορικού αποτελέσματος συνειδητά  όχι μόνο  από την πλευρά μας αλλά συνειδητά και από την άποψη του δέκτη, ώστε λοιπόν συστατικό του διαφορικού αποτελέσματος (της συνειδησιακής μεταβολής) που επιδιώκουμε καθίσταται και η συνειδητότητα της επέλευσής της από την πλευρά του «δέκτη» (και που επίσης δεν ξεχνάμε ότι στη διαδικασία της διαπαιδαγώγησης διαπαιδαγωγείται και ο παιδαγωγός, πόσο μάλλον όταν οι ιδιότητες του πομπού και του δέκτη εναλλάσσονται συνεχώς), για εμάς λοιπόν η παραπάνω μορφή, η μορφή της επικοινωνιακής χειραγώγησης, είναι  συνολικά ακατάλληλη. Δεν είναι όμως το (αντικειμενικά ισχύον) «γενικό σχήμα» της επικοινωνίας που αλλάζει εδώ, αλλά μόνο το ποιοτικό περιεχόμενο του διαφορικού αποτελέσματος (στο οποίο προστίθεται και η συνειδητότητα του δέκτη) και σ’ αυτό (σ’ αυτό από μόνο του) βρίσκεται η καθοριστική (ή μια καθοριστική) ειδοποιός διαφορά.

Για εμάς, είπα. Πράγμα που καθόλου δεν σημαίνει αποκλειστικά «εμάς». Αντίθετα, όσο σημαίνει «εμάς» άλλο τόσο σημαίνει και τους «άλλους», στο βαθμό που η κοινότητα δεν καθορίζεται από διαχωρισμούς οι οποίοι ως προερχόμενοι από διαφορετικά πραγματικά και εννοιολογικά πεδία είναι στο εξεταζόμενο πεδίο διαχωρισμοί τεχνητοί, στο βαθμό δηλαδή που η κοινότητα καθορίζεται (αν πράγματι καθορίζεται) από το επιδιωκόμενο διαφορικό αποτέλεσμα και τα καθήκοντα που αυτό επιβάλλει σε όλη την έκταση του «γενικού σχήματος», από το αποτέλεσμα έως και την πρόθεση με όλη την καθημερινή ζωή και επικαιρότητα ανάμεσά τους.

[*] Χρήσιμο ίσως να επισημανθεί το ίσως αυτονόητο, ότι ο πομπός και ο δέκτης στο παραπάνω σχήμα δεν είναι βέβαια συσκευές αλλά ανθρώπινα άτομα ή σύνολα ανθρώπινων ατόμων και ότι η υλική μορφή του μηνύματος εξαρτάται από το χρησιμοποιούμενο κάθε φορά μέσο επικοινωνίας: κινηματογράφος, τηλεόραση, ραδιόφωνο, βιβλίο, εφημερίδα είναι μερικά από αυτά. Κι επίσης ο άμεσος προφορικός λόγος (λ.χ. σε μια συζήτηση «δια ζώσης») ή το διαδίκτυο (με τα απρόσωπα και αφηρημένα ατομικά χαρακτηριστικά πομπού και δέκτη, τόσο ώστε το άτομο είτε σαν πομπός είτε σαν δέκτης να εμφανίζεται σαν αφηρημένη γενίκευση) που παρουσιάζουν την ιδιομορφία της διάδρασης μεταξύ πομπού και δέκτη και της συνεχούς μεταξύ τους εναλλαγής αυτών των ιδιοτήτων.