1985: Η γαλλική διανόηση και οι ερευνητικές κατευθύνσεις των ΗΠΑ

Μια παραπομπή στη σελ. 127 της ΚΟΜΕΠ 1/2020 αποτέλεσε το έναυσμα για την ενασχόληση με την «εκκαθαρισμένη» και αποχαρακτηρισμένη (το 2011) «ερευνητική εργασία» (research paper) της CIA, χρονολογούμενη από τον Δεκέμβριο 1985, με τον τίτλο «Γαλλία: αποστασία των αριστερών διανοούμενων» [1].

Παρά τον τίτλο του, το εν λόγω έγγραφο ασχολείται συνολικά με τη γαλλική διανόηση, «αριστερή» και «δεξιά». Η ιδιαίτερη αναφορά του τίτλου στους «αριστερούς» και την «αποστασία» τους, οφείλεται μάλλον στην εκτίμηση του εγγράφου για την – συγκριτικά προς την παραδοσιακή «συντηρητική» διανόηση – «μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην υπονόμευση του Μαρξισμού» εκ μέρους «εκείνων των διανοούμενων που εμφανίστηκαν σαν αληθινοί πιστοί για να εφαρμόσουν τη Μαρξιστική θεωρία στις κοινωνικές επιστήμες αλλά τελείωσαν με τον αναστοχασμό και την απάρνηση   ολόκληρης της παράδοσης». Ή, με άλλα λόγια, στην εκτίμηση του εγγράφου για τον «ρόλο κλειδί» που έπαιξαν οι διανοούμενοι της «νέας αριστεράς» και της «νέας φιλοσοφίας» σε αυτό που το έγγραφο αποκαλεί «ιστορική μεταβολή» στη γαλλική πνευματική ζωή.

Η ιδιαίτερη σημασία που εξαρχής το έγγραφο της ΚΥΠ των ΗΠΑ αποδίδει στη γαλλική διανόηση, ανάγεται ακριβώς στις ιδεολογικές παραδόσεις της Γαλλικής Επανάστασης:   

«Η σημασία των διανοούμενων στη Γαλλία είναι ίσως η μεγαλύτερη απ’ ό,τι στις περισσότερες δυτικές δημοκρατίες» «Οι Γάλλοι διανοούμενοι (ο όρος συμπεριλαμβάνει δημοσιογράφους, καλλιτέχνες, συγγραφείς, και εκπαιδευτικούς) έχουν χαράξει για τον εαυτό τους τον ειδικό ρόλο των ερμηνευτών της πολιτικής παράδοσης, ιδιαίτερα των συνεπειών και επιπτώσεων (consequences and implications) της Γαλλικής Επανάστασης…».

Στην ολοκλήρωση της «έρευνας» γίνεται φανερό, ότι στο κέντρο των στόχων της βρίσκεται η εξάλειψη των επαναστατικών παραδόσεων ως την απώτατη αφετηρία τους…

Στις παραμονές των τελικών αντεπαναστατικών ανατροπών του 20ου αιώνα, οι «συνέπειες και επιπτώσεις» της Γαλλικής Επανάστασης, η «ερμηνεία» τους, αποκτούν κεντρική σημασία, που όμως δεν περιορίζεται στο «άμεσο καθήκον», την ανατροπή του σοσιαλισμού. Η αντεπανάσταση δεν περιορίζεται σε «ημίμετρα». Ο σύγχρονος καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός, σαν πολιτική «αντίδραση σε όλη τη γραμμή» [2], τραβάει την αντεπανάσταση ως το τέλος της, ως την ανατροπή των ίδιων των «δικών του» ιδεολογικών αφετηριών. Το γεγονός αυτό, που θα γίνει εμφανέστερο στη συνέχεια του κειμένου, ορίζει και το πλαίσιο επικαιρότητας του εγγράφου σε αυτή τη συνεχιζόμενη ιστορική διαδικασία, στον σημερινό της «σταθμό», 35 χρόνια μετά τη σύνταξή του.

*

Το έγγραφο καταπιάνεται με ιδεολογικά ζητήματα που βρίσκονταν και βρίσκονται στο επίκεντρο της κοινωνικής – ταξικής αντιπαράθεσης, εξεταζόμενα από τη σκοπιά των συντακτών και των αποδεκτών του υπό τους όρους ενός εσωτερικού εγγράφου που επιτρέπουν  σ’ αυτή τη σκοπιά να καθίσταται ιδιαίτερα έκδηλη.

Στην ανάλυσή του εντοπίζονται κρίκοι που διαχρονικά συναρθρώνουν την ιδεολογική στρατηγική των ΗΠΑ ως ηγεμονεύουσας δύναμης του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Πρόκειται, γενικότερα, για κρίκους της ιδεολογικής στρατηγικής του μονοπωλιακού κεφαλαίου, εκφραζόμενης εν προκειμένω από τις ΗΠΑ και για τις ΗΠΑ.

Την επικαιρότητα του εγγράφου επαυξάνει και ορισμένη διεθνής αναλογία ανάμεσα στο τότε και στο τώρα: Η επιθετικότητα του μονοπωλιακού κεφαλαίου με τους τοτινούς όπως και με τους τωρινούς όρους βρισκόταν και βρίσκεται σε φάση ολόπλευρης έξαρσης: Τότε ήταν ο Ρήγκαν και η Θάτσερ που προσωποποιούσαν την επιθετική επιδίωξη του κεφαλαίου να γκρεμίσει κάθε εθνικό και διεθνή φραγμό στην ανάπτυξή του. Τώρα είναι τα αποτελέσματα αυτής της «χωρίς φραγμούς» ανάπτυξης που, με τη μορφή της καπιταλιστικής κρίσης, έχουν μετατραπεί σε φραγμό της εντείνοντας (πάνω και στη βάση του σύγχρονου τεχνολογικού «άλματος»)  τις σύγχρονες μορφές επιθετικότητας του κεφαλαίου.

Τότε έμπαινε σε κίνηση η οριστική πράξη της αντεπανάστασης σε ΕΣΣΔ και ανατολική Ευρώπη. Τώρα βρίσκονται σε κίνηση οι «προληπτικές» μέθοδοι απέναντι στις λαϊκές αντιδράσεις που γεννιόνται από τα κοινωνικά αδιέξοδα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, οι μέθοδοι της κατάπνιξης, της αφομοίωσης, της εκτροπής τους από την κατεύθυνση της επαναστατικής ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου.

*

Πλάι στις διεθνείς αναλογίες δεν περνάνε απαρατήρητες και ορισμένες πολιτικές αναλογίες ανάμεσα στη Γαλλία του 1985 και την Ελλάδα του 2020: Και στις δυο περιπτώσεις πρόκειται για χρονική συγκυρία (όπως ως προς το γαλλικό 1985 με αρκετή έμφαση στέκεται το έγγραφο της CIA), όπου μόλις έχει «αποτύχει» η «κυβέρνηση της αριστεράς» και όπου η «αποτυχία» αυτή επιχειρείται να μετατραπεί σε εφαλτήριο μιας αντιδραστικής «δεξιάς» αντεπίθεσης με όχι περιορισμένο αλλά με στρατηγικά ευρύ πολιτικό περιεχόμενο. 

Η υπηρέτηση αυτής της στρατηγικής, η υλοποίησή της στο παρόν και στο μέλλον, τότε όπως και τώρα, εκεί όπως και εδώ, συνδέεται αναγκαία με μια αναθεώρηση της ιδεολογικής και πολιτικής «παράδοσης» των κοινωνιών, ακόμα και της ίδιας της κυρίαρχης ιδεολογίας και των ιστορικών της αφετηριών.

Πρόκειται και στις δυο περιπτώσεις για την αστική τάξη που «επανεκτιμά» τα μακρινά ίχνη του ιστορικά προοδευτικού παρελθόντος της από την οπτική γωνία του ιστορικά αντιδραστικού πλέον ρόλου της.

Πρόκειται και στις δυο περιπτώσεις για σταθμούς της ιστορικής διαδρομής «από τη φεουδαρχία στην πλουτοκρατία», με τον ειδικό – στην ελληνική περίπτωση – ιστορικό τύπο της διαδρομής «από την τουρκοκρατία στην πλουτοκρατία». Και αν στην περίπτωση της γαλλικής ιστορικής παράδοσης (Γαλλική Επανάσταση) η «νοηματοδότηση» αυτής της διαδρομής προσδίδει στη γαλλική διανόηση εμφανώς ευρύτερο ιδεολογικό ρόλο, δεν παύει και η ελληνική διανόηση να κατέχει στα περισσότερο «στενά» όρια της επιρροής της τον ειδικό ρόλο που της αναλογεί ενόψει, μάλιστα, και των αναγκών «νοηματοδότησης» που θέτει η «στρογγυλή» 200στή επέτειος από το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης [3].

*

Σημειώνεται ότι η αρκετά εκτεταμένη παρουσίαση δεν αποσκοπεί στην «υιοθέτηση» μιας ανάλυσης, που άλλωστε μπορεί να υιοθετηθεί κατά λέξη μόνο απ’ την οπτική γωνία από την οποία προέρχεται ή στην οποία απευθύνεται, με στόχο (της «ερευνητικής εργασίας») όχι μόνο να «περιγράψει» αλλά και να επιδράσει ενεργά στο αντικείμενο της περιγραφής, να το αφομοιώσει στις επιδιώξεις της.

Από τη γαλλική επανάσταση στην «αριστερή πνευματοκρατία»…

Σύμφωνα με την εισαγωγική αφήγηση του εγγράφου, από τον 19ο αιώνα ως και τις 3 πρώτες δεκαετίες του 20ου, στη Γαλλία, οι πνευματικές δυνάμεις παρέμεναν σε ισορροπία μεταξύ «αριστεράς» και «δεξιάς». Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος απαξίωσε τον γαλλικό συντηρητισμό, όχι μόνο για τον «ξενοφοβικό εθνικισμό, τον αντι-εξισωτισμό και την ερωτοτροπία του με το φασισμό στα προπολεμικά χρόνια, αλλά και για τη συμμετοχή πολλών ηγετικών εκπροσώπων του στο δοσιλογικό (collaborating) καθεστώς του Βισύ». Αντίθετα, η «αριστερά» [4] αντιτάχθηκε συντεταγμένα στον φασισμό και την κατοχή. Αποτέλεσε  «τη ραχοκοκαλιά και το μεγαλύτερο μπλοκ μαχητών της Αντίστασης, μεταξύ των οποίων οι Κομμουνιστές έπαιξαν ηγετικό ρόλο»«αν και συχνά αυτοαναφορικό (self-serving)» όπως θέλει το έγγραφο να «στιγματίσει» ειδικά τον ρόλο των κομμουνιστών στην Αντίσταση… Για την Αντίσταση η Σοβιετική Ένωση αποτέλεσε λαμπρό παράδειγμα.  Τη στιγμή που η γαλλική «δεξιά» συντρίφτηκε πνευματικά από τον πόλεμο, η «αριστερά» βρέθηκε σε ετοιμότητα να διεκδικήσει τους καρπούς των επιτυχιών της στην Αντίσταση και «την πίστη όσων αγαπούσαν την ελευθερία και την ισότητα». Κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ενώ η «δεξιά» διατηρούσε την «εξουσία» (hold on power), η «αριστερά» βρισκόταν στη θέση της αντιπολίτευσης και οι αριστεροί διανοούμενοι έγιναν ειδικοί στην εκπόνηση «σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών συνταγών» μετασχηματισμού της γαλλικής κοινωνίας και στην αδιάκοπη κριτική της πολιτικής «επιτυχημένων συντηρητικών κυβερνήσεων». Μέσα από την εκδοτική τους δραστηριότητα και την συνδικαλιστική οργάνωση σε πανεπιστημιακή και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το Σοσιαλιστικό και το Κομμουνιστικό Κόμμα «προσπάθησαν να εδραιώσουν αυτό στο οποίο μια πρόσφατη (σ.σ. 1985) κριτική έδωσε τον τίτλο τής αριστερής “πνευματοκρατίας” (“intellocracy”)».

*

Πρόκειται, βέβαια, για την απαρχή του ιδεολογήματος, που 30-35 χρόνια αργότερα βρήκε την ελληνική του μετάφραση στον τίτλο της «αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας»: Ίδιες αιτίες – ίδια αποτελέσματα, θα μπορούσαμε να πούμε, αν η παραπάνω διαπίστωση περί «αριστερής πνευματοκρατίας» αντικατόπτριζε επακριβώς την πραγματικότητα και δεν αποσκοπούσε «εργαλειακά» στη χειραγώγησή της.

Το τι είναι αυτό που, στην πραγματικότητα, ως το τέλος του, περιγράφει ο «τίτλος» της «αριστερής πνευματοκρατίας», θα το δούμε στη συνέχεια.

Για την ώρα αρκούμαστε στο ότι μέσω αυτού ήδη έχει τοποθετηθεί στο στόχαστρο, τότε όπως και τώρα,  το περιεχόμενο της πανεπιστημιακής και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η παιδεία, η συνδικαλιστική οργάνωση και τα δικαιώματα του σχολικού και πανεπιστημιακού εκπαιδευτικού προσωπικού, η ιστορική ερμηνεία και νοηματοδότηση, η κατανόηση του κοινωνικού παρόντος και της ιστορικής κίνησής του:  «…Η διαρκής δημόσια συζήτηση (debate) των διανοούμενων για το νόημα της ιστορίας τους αποτελεί για τους Γάλλους μια βάση κατανόησης της γαλλικής κοινωνίας», επισημαίνει το έγγραφο και τηρουμένων των αναλογιών η επισήμανση αφορά προφανώς κάθε κοινωνία και κάθε λαό. Και μάλλον, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, δικαιούμαστε να υποθέσουμε, ότι για τους συντάκτες και αποδέκτες της «ερευνητικής εργασίας» σε αυτό βρίσκεται ακριβώς και το πρόβλημα: Στην κατανόηση της κοινωνίας και στις βάσεις αυτής της κατανόησης [5].

…Και από την «ιστορική μεταβολή» στην πνευματική ύφεση (decline)

«Ο Ραϋμόν Αρόν εργάστηκε αρκετά χρόνια για να απαξιώσει τον παλιό του κολεγιακό συγκάτοικο Σαρτρ και, μέσω αυτού, το πνευματικό οικοδόμημα του Γαλλικού Μαρξισμού. Ακόμα πιο αποτελεσματικοί στην υπονόμευση του Μαρξισμού, όμως, ήταν εκείνοι οι διανοούμενοι που εμφανίστηκαν σαν αληθινοί πιστοί για να εφαρμόσουν τη Μαρξιστική θεωρία στις κοινωνικές επιστήμες αλλά τελείωσαν με τον αναστοχασμό και την απάρνηση   ολόκληρης της παράδοσης».

***

Στο έδαφος της, κατ’ αρχήν, αντικειμενικής ιστορικής ερμηνεία της αποκαλούμενης «αριστερής πνευματοκρατίας» ή (στα ελληνικά) «αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας», το έγγραφο αναζητά και βρίσκει αντερείσματα σε «ψυχολογικές» ερμηνείες.

 Το ενδιαφέρον του στρέφεται προς τον Ραϋμόν Αρόν, έναν «από τους λίγους σημαντικούς διανοητές που αντιστάθηκαν στην απορρόφηση, αποδοκίμασε  την έλξη των συνομηλίκων του προς την αριστερά».

Σύμφωνα με το έγγραφο, κύρια σημεία της κριτικής του Ρ. Αρόν στους αριστερούς διανοούμενους της γενιάς του, είναι: «δουλικότητα» (για την «αποδοχή τέτοιων αισχών όπως οι σταλινικές εκκαθαρίσεις και η συντριβή της ουγγρικής εξέγερσης») και «υποκρισία» (για την «υπεράσπιση ψευδών όπως η προσωπολατρία του Στάλιν»), ενώ κατά τον ίδιο το «φαινόμενο αιτιολογείται  με την επιτυχία της σύγχρονης αριστεράς, ιδίως των κομμουνιστών, να ικανοποιήσει δυο βαθιές εσωτερικές ανάγκεςεπιβεβαίωσε στους διανοούμενους την  αρμοδιότητά τους (relevance) στο πολιτικό προτσές, οργάνωσε και διοχέτευσε σε μια ορισμένη κοίτη (gave ful rein) την απεριόριστη ροπή τους στην κριτική» [6].

Στο σημείο αυτό οι ερμηνείες – ιστορικές ή ψυχολογικές – της «αριστερής πνευματοκρατίας» τελειώνουν και το έγγραφο, μπαίνοντας στο θέμα του, στέκεται σε αυτό που αποκαλεί «ιστορική μεταβολή» των προηγούμενων συσχετισμών:

*

Το 1981 «οι σοσιαλιστές αναλαμβάνουν την εξουσία» και εμφανίζεται η αδυναμία τους να προσεταιριστούν τους διανοούμενους. Η «σιωπή» της διανόησης είναι ανησυχητική για τις σχέσεις της κυβέρνησης με τους πνευματικούς της συμμάχους, ενώ μέρος της «αριστερής» διανόησης επικεντρώνει την κριτική της «ιδίως στην απόφαση της κυβέρνησης να εμπιστευτεί τέσσερα υπουργεία σε κομμουνιστές» [7]. Λίγοι μόνο διανοούμενοι με κάποιο κύρος (Μαξ Γκαλό, Ρεζί Ντεμπραί, Αντουάν Μπλανκά) δέχονται θέσεις που τους προσφέρονται στην κυβέρνηση Μιτεράν. Την «αποτυχία της επεκτατικής οικονομικής πολιτικής» των σοσιαλιστών, ακολουθούν κυβερνητικές προσπάθειες προσέλκυσης της διανόησης σε έναν «δημόσιο διάλογο», όχι μόνο για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, αλλά και για τις «επιδόσεις της σε πολιτικά ζητήματα όπως η τρομοκρατία και το έγκλημα». Μέσα από τη «σιωπή» της η «αριστερή διανόηση» έδωσε την απάντηση ότι θα ήταν προτιμότερο για την κυβέρνηση να μην ανοίξει το στόμα της.

*

Ως σημαντικός λόγος για την κυβερνητική αποτυχία στην προσέλκυση της διανόησης, ξεχωρίζεται η επίδραση που είχε ασκήσει ένας «όμιλος νεαρών πνευματικών δαυλών», οι «αυτοαποκαλούμενοι “Νέοι Φιλόσοφοι”, οι οποίοι για περισσότερο από μια δεκαετία  είχαν κάνει πλατιάς δημοσιότητας προσηλυτισμό ανάμεσα στους αριστερούς αγωνιστές, επιτιθέμενοι στη γαλλική αριστερά ως επικίνδυνη και σιωπηρά ολοκληρωτική».

Το έγγραφο αναγνωρίζει τους «περισσότερους» από τους «νέους φιλόσοφους» ως «πρώην κομμουνιστές που έφυγαν από το κόμμα μετά τα τραυματικά γεγονότα του Μάη 1968»: Φοιτητικά οδοφράγματα και συγκρούσεις στο Παρίσι, 7 εκατομμύρια απεργοί εργάτες (που προχωρούν σε καταλήψεις εργοστασίων), κλονισμός της δεκάχρονης κυβέρνησης Ντεγκώλ… «…Οι μαρξιστές φοιτητές»κατά το έγγραφο«προσέβλεπαν στο Κομμουνιστικό Κόμμα  για την ηγεσία και την ανακήρυξη προσωρινής κυβέρνησης, όμως οι ηγέτες του ΓΚΚ επιχειρούσαν ήδη την αναχαίτιση της εργατικής εξέγερσης και κατήγγελλαν τους ριζοσπάστες φοιτητές για αναρχική σύγχυση. Πολλοί φοιτητές συμπέραναν ότι το ΓΚΚ είχε έρθει σε συμφωνία με τον Ντεγκώλ, ο οποίος τελικά κατέστειλε τις ταραχές».

Σύμφωνα με αυτή την περιγραφή, το πολιτικό τραύμα που μετέτρεψε τους «πρώην κομμουνιστές» σε «νέους φιλόσοφους» συνίσταται στο ότι ένα εξ ορισμού επαναστατικό κόμμα αποποιήθηκε τα επαναστατικά του καθήκοντα. Το αντιφατικό στοιχείο, στο σημείο αυτό, συνίσταται στις ιδεολογικές και πολιτικές θέσεις που ανέπτυξε στη συνέχεια ο «όμιλος» της «νέας φιλοσοφίας», θέσεις κάθε άλλο παρά επαναστατικές, στην καλύτερη ίσως περίπτωση κριτικές θέσεις συχνά ασαφείς ή κοινωνικά περιορισμένες, ακόμη περισσότερο θέσεις που αποτέλεσαν συστατικό της κυρίαρχης ιδεολογίας. Το έγγραφο προσπερνά αυτή την αντίφαση, αρκείται στα όσα είναι ικανά να προσδώσουν στη «νέα φιλοσοφία» χαρακτηριστικά αριστερής αυθεντικότητας. Από την άποψη της «ιδεολογίας προς διάδοση» που φέρει το έγγραφο, αυτό είναι και το σημαντικό: Η «αποτελεσματικότητα στην υπονόμευση του Μαρξισμού» εκ των έσω, εξ οικείων, όπως θα λέγαμε.

Όσο για την ίδια την αντίφαση στην πραγματικότητα, θα μπορούσε να αποτελεί ένα δείγμα μεταστροφής της «επαναστατικής απογοήτευσης» σε συντηρητισμό ή σε αντιδραστικές θέσεις. Δείγμα μεταστροφής σε θέσεις που, αν προϋπήρχαν, δεν θα δικαιολογούσαν κανενός είδους «επαναστατική απογοήτευση». Με τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της άρχουσας τάξης πρόθυμους να «αγκαλιάσουν», να αφομοιώσουν αυτή τη μεταστροφή, ίσως ακόμα και να αφομοιωθούν από αυτήν.

*

Θα ήταν αντικείμενο άλλης μελέτης, όχι χωρίς ενδιαφέρον και πάντως «εκκαθαρισμένης» από τον τρόπο σκέψης των «εμπειρογνωμόνων» της CIA,  μια εκτίμηση των δεσμών ανάμεσα στο μαρξισμό και τη φιλοσοφία του Σαρτρ, που ο Ραϋμόν Αρόν – σαν εκπρόσωπος της παραδοσιακής συντηρητικής διανόησης – «εργάστηκε αρκετά χρόνια για να τον απαξιώσει» και «μέσω αυτού να απαξιώσει τον μαρξισμό», σύμφωνα με το έγγραφο.

Σημαντικότερη ως προς το θέμα του εγγράφου είναι η διαπίστωση για την ανώτερη αποτελεσματικότητα, στην υπονόμευση του μαρξισμού, εκείνων των διανοούμενων που εμφανίστηκαν σαν «αληθινοί πιστοί» για να «αποστατήσουν» στη συνέχεια.

Ακόμα σημαντικότερο είναι το πώς αξιολογούνται από το έγγραφο τα επιτεύγματα αυτής της «αποτελεσματικής υπονόμευσης».

Σχετικά με την ακρίβεια των εκτιμήσεων του εγγράφου για πρόσωπα και καταστάσεις, γενικά μπορεί (ή και – κατά περίπτωση – δεν μπορεί) να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και προσεγγίσεις. Το «αποκαλυπτικό», σε τελική ανάλυση, βρίσκεται στην απαρίθμηση του οφέλους που αποκομίζουν οι ΗΠΑ από την περιγραφόμενη στο έγγραφο δραστηριότητα της «νέας φιλοσοφίας» και «νέας αριστεράς», σε συνάρτηση με την παράλληλη  δραστηριότητα της «νέας δεξιάς» κλπ.

Από γενική άποψη πρόκειται για αποτελέσματα της επίδρασης που ασκεί η διανόηση πάνω στην κοινωνική συνείδηση. Στην οποία επίδραση οι συντάκτες του εγγράφου αποδίδουν «πραγματιστικά» τη δέουσα αναγνώριση και σημασία, κατά τη θριαμβολογική απαρίθμηση των «αποτελεσμάτων της υπονόμευσης»:

α) Το ιδεολόγημα του «ολοκληρωτισμού». Αντισοβιετισμός.

Η «λεγόμενη νέα δεξιά», ως «ανανέωση της συντηρητικής πνευματικής δραστηριότητας» κατά το έγγραφο, διέθετε ήδη μια παράδοση «πολεμικής ενάντια στα ηθικά γυμνάσματα υπεράσπισης της ΕΣΣΔ από τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ» και «έκθεσης της ρηχότητας της Κομμουνιστικής πνευματικής ζωής».

«Τώρα» (σ.σ. 1985), οι εκπρόσωποί της ανέλαβαν «το μεγαλύτερο έργο να αναπροσανατολίσουν τον πνευματικό λόγο από την παραδοσιακή του εστίαση στο “δεξιά κατά αριστεράς” στο “ολοκληρωτισμός κατά ελευθερίας”».

*

Δεν πρόκειται, βέβαια, για τον «ολοκληρωτισμό» που δεσπόζει στη βάση των κοινωνικών σχέσεων του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ούτε για τον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό «ολοκληρωτισμό». Πρόκειται, αντίθετα για τη γενική ερμηνευτική μαύρη τρύπα, την ικανή να καταπιεί και να εξαφανίσει μέσα της κάθε στοιχειακή πραγματική αντίθεση και, πρωταρχικά, την αντίθεση ανάμεσα στις εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής και τους όρους εξάλειψής τους. Την ικανή, επίσης, να χρησιμεύσει  για την πλαστή ιδεολογική εξομοίωση της πιο απροκάλυπτης εκμεταλλευτικής βαρβαρότητας και του ιστορικού εγχειρήματος της οριστικής ανατροπής του  συστήματος της εκμετάλλευσης, για την – μέσω αυτής της εξομοίωσης – ιδεολογική νομιμοποίηση της πρώτης και ποινικοποίηση του δεύτερου.

Από τότε (1985) ως τώρα, όσο περισσότερο η πια «ανεμπόδιστη» καπιταλιστική ανάπτυξη έρχεται αντιμέτωπη με τα κοινωνικά αδιέξοδα που παράγει, τόσο περισσότερο το ιδεολόγημα της αντίθεσης μεταξύ «ολοκληρωτισμού και ελευθερίας» επανέρχεται σαν ιστορικός μπαμπούλας  και τόσο περισσότερο τα καπιταλιστικά κοινωνικοπολιτικά αδιέξοδα το οδηγούν σε χρεοκοπία.

*

Ο «αναπροσανατολισμός της συντηρητικής σκέψης» στη φιλοτέχνηση του «αντιολοκληρωτικού» ιδεολογήματος βρίσκει, κατά τη γενική περιγραφή του εγγράφου, το έδαφος προετοιμασμένο για πάνω από μια δεκαετία από τη «νέα φιλοσοφία» και κάποιους εκπροσώπους της:

«Ακαδημαϊκές σπουδές και έντυπη αρθρογραφία για τη χρεοκοπία του Μαρξισμού στη Γαλλία αξίωσαν τους Νέους Φιλόσοφους με έναν κεντρικό ρόλο στο να πειστεί μια ολόκληρη γενιά Γάλλων διανοούμενων ότι: 

— Το Σοβιετικό κράτος είναι απόδειξη πως “η Μαρξιστική Επανάσταση είναι μύθος”, κυνική απάτη, μακριά από το μαρασμό του κράτους, επιβάλλει μια τερατώδη αντιδραστική μηχανή.

— Το τελειότερο σημάδι πνευματικής διάκρισης και ελευθερίας στον σύγχρονο κόσμο είναι το να έχεις ένα αξιοπρεπές μίσος για τη Σοβιετική Ένωση»

Σε «δημοφιλή βιβλία» τους «δυο ηγέτες του 1968», οι Μπερνάρ-Ανρί Λεβί και Αντρέ Γκλουκσμάν, «υποστήριξαν ότι δεν υπήρχε σοσιαλισμός στη Γαλλία που να μην είναι σιωπηρά (implicity, ανεπιφύλακτα) μαρξιστικός και ότι όλη η μαρξιστική σκέψη είναι σε τελική ανάλυση ολοκληρωτική».

Ήδη στην εισαγωγική συνόψιση των κύριων σημείων του εγγράφου γίνεται λόγος για τον «ρόλο κλειδί» που «έπαιξαν οι αριστεροί διανοούμενοι για περισσότερο από μια δεκαετία … στη σκλήρυνση της στάσης του κοινού απέναντι στο μαρξισμό και τη Σοβιετική Ένωση», για την «απόρριψη του μαρξισμού και ανάπτυξη βαθειάς αντιπάθειας προς τη Σοβιετική Ένωση» εκ μέρους πολλών «Νέων Αριστερών»διανοούμενων «υπό την καθοδήγηση ομάδας αποστατών από τις κομμουνιστικές γραμμές που αυτοαποκαλούνται Νέοι Φιλόσοφοι». Ως αποτέλεσμα, «ο αντισοβιετισμός έγινε, πρακτικά, η λυδία λίθος της πνευματικής νομιμότητας».

Προς τεκμηρίωση, το έγγραφο επιστρατεύει και παραθέτει την τοποθέτηση του «Νέου Αριστερού Διανοητή και αποστάτη του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος Χόρχε Σεμπρούν»  που «καθρέφτισε τη σκέψη της σύγχρονης γενιάς απαντώντας σε ερώτηση του πνευματικού περιοδικού Le debat:

LD. Τι σημαίνει να είσαι αριστερός (διανοούμενος) στη Γαλλία σήμερα;

Σ. Σήμερα, η Λυδία λίθος της αριστερής σκέψης είναι μια κριτική στάση προς την ΕΣΣΔ, μια από τις συνέπειες της οποίας είναι η απόρριψη των κομμάτων που προέρχονται από την παράδοση της Κομιντέρν [το ΓΚΚ]… Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι η βαρβαρότητα του Πινοσέτ, ούτε η κατεδάφιση της βιομηχανίας ατσαλιού της Λοραίνης, ούτε ακόμα κι η αυτοκρατορική ανασύνταξη του Ρήγκαν. Το θεμελιακό (fundamental) ζήτημα  είναι αυτό της στάσης απέναντι στην ΕΣΣΔ».

Η θριαμβολογία απογειώνεται με την «αναγνώριση» της κοινής συμβολής «νέας δεξιάς» και «νέας (“αριστερής”) φιλοσοφίας» (με «αποτελεσματικότερη» τη δεύτερη, σύμφωνα με το έγγραφο), στο να αποτελέσουν «ο αντι-μαρξισμός και ο αντι-σοβιετισμός μέρος της γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας».

Τόσο πολύ, ώστε μετά από αυτό, «οι Νέοι Φιλόσοφοι δεν φαίνονται πια να έχουν κάτι νέο να πουν»

*

Με αυτά και μ’ αυτά, εφόσον στη «σκέψη της σύγχρονης γενιάς» ξεκαθαρίζεται τι είναι και τι δεν είναι «πνευματική νομιμότητα και ορθοδοξία», ποιο δεν είναι και ποιο είναι «το θεμελιακό ζήτημα», το έγγραφο της CIA είναι σε θέση να συνοψίσει, «να κάνει τάλιρα» τα οφέλη της πολιτικής των ΗΠΑ από την αναγόρευση του αντισοβιετισμού σε μέρος της «γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας», σε «λυδία λίθο της αριστερής σκέψης»και, κατά συνέπεια, της «πνευματικής νομιμότητας» γενικά. Συνοπτικά:

—  Ένα «νέο κύμα πραγματικά φιλοαμερικανικού αισθήματος», στη Γαλλία.

— Σκλήρυνση της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής έναντι της ΕΣΣΔ.

— Δημιουργία, διεθνώς, ευνοϊκών ιδεολογικών συνθηκών αποδοχής «της πολιτικής των ΗΠΑ στην Κεντρική Αμερική, για παράδειγμα».

— Αποδυνάμωση του δυτικοευρωπαϊκού κινήματος ειρήνης, του κινήματος για τον αφοπλισμό, ενάντια στους πυρηνικούς εξοπλισμούς.

Όμως απέναντι σε κάθε τυπική συνόψιση, σαν την παραπάνω, η γλαφυρή γλώσσα του εγγράφου είναι ασυναγώνιστη:

***

«Ο αντισοβιετισμός» αποδυναμώνει «τον παραδοσιακό αντιαμερικανισμό των αριστερών διανοούμενων» και επιτρέπει «στην αμερικανική κουλτούρα – κι επίσης την οικονομία και πολιτική – να γνωρίσει μια νέα δημοφιλία»«Αντιμαρξισμός και αντισοβιετισμός επέτρεψαν στη νεώτερη γενιά των γάλλων διανοούμενων να υιοθετήσουν πιο ανοιχτή στάση προς τις ΗΠΑ. Αυτό με τη σειρά του μεγάλωσε ένα νέο κύμα πραγματικά φιλοαμερικανικού  αισθήματος, με ρίζες στην μόδα της αμερικανικής δημοφιλούς (popular) κουλτούρας, στο σεβασμό για την αμερικανική οικονομική ζωτικότητα του 80, και στο θαυμασμό για την νέα εικόνα αυτοπεποίθησης που προβάλλουν τώρα οι ΗΠΑ στον κόσμο»

Ενώ προηγουμένως, σύμφωνα με μια κάπως «στοχευμένη» ή «κατευθυντήρια» περιγραφή, «ο αντιαμερικανισμός … θεωρούνταν σημάδι πνευματικού στάτους, που διαχώριζε τους διανοητές από τον κοινό λαό (ο οποίος ήταν γενικά ύποπτος πως κρύβει καλή γνώμη για τις ΗΠΑ ακόμα και στην περίοδο του Βιετνάμ)», τώρα «μόνο το αντίθετο είναι αληθές.. η ανεύρεση αρετών στην Αμερική – ακόμα και η αναγνώριση καλών πραγμάτων στην κυβερνητική πολιτική των ΗΠΑ  – αντικρίζεται   ως ένδειξη οξυδέρκειας»… Ο αντιαμερικανισμός «δεν είναι πια της μόδας». Ιδίως «ο σπασμωδικός αντι-αμερικανισμός – που οι διανοούμενοι της Νέας Αριστεράς αποκαλούσαν “πρωτόγονο αντι-αμερικανισμό”  – τώρα ταυτίζεται με την καθημερινή Κομμουνιστική Ουμανιτέ και θεωρείται κακή μορφή (bad form… Το «νέο κλίμα στη γνώμη της γαλλικής διανόησης», το «πνεύμα αντιμαρξισμού και αντισοβιετισμού, … κάνει δύσκολη την κινητοποίηση αξιοσημείωτης πνευματικής αντίθεσης προς την πολιτική των ΗΠΑ»«Οι απόπειρες κάποιων να αναβιώσουν σημαντική και ευρεία κριτική κατά της πολιτικής των ΗΠΑ θεωρούνται ως διαφανείς προσπάθειες εκτροπής της κριτικής από τον νόμιμο στόχο τους, τις δραστηριότητες της Σοβιετικής Ένωσης».

*

Στο πεδίο άσκησης της γαλλικής πολιτικής, «αν και η αμερικανική πολιτική ποτέ στη Γαλλία δεν είναι απρόσβλητη στην κριτική, είναι καθαρά η Σοβιετική Ένωση αυτή που τώρα αμύνεται στους διανοούμενους της Νέας Αριστεράς – και είναι πιθανό ότι θα παραμείνει σε αυτή τη θέση τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα. Η αξιοσημείωτη ψυχρότητα του Προέδρου Μιτεράν προς τη Μόσχα εκπορεύεται, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, από αυτή τη διαβρωτική (pervasive) στάση»«Αυτό το αντιολοκληρωτικό και αντισοβιετικό συναίσθημα μεταξύ των Γάλλων διανοουμένων θα αντιστρατευτεί κάθε σημαντική τροποποίηση της ήδη σκληρής κυβερνητικής γραμμής έναντι της Μόσχας. Ήδη, πρακτικά, οι περισσότεροι σοσιαλιστές ηγέτες πρέπει να υπολογίσουν ότι μια σκληρή γραμμή έναντι Μόσχας και ΓΚΚ είναι ο μόνος τρόπος για να γαλβανίσουν την υποστήριξη των διανοούμενων στις βουλευτικές εκλογές του 1986. Οι διανοούμενοι επίσης θα καταστήσουν και για  κάθε δεξιά κυβέρνηση δύσκολο το να κατασκευάσει μια επανάληψη της “ειδικής σχέσης” με την Μόσχα που χαρακτήριζε την προεδρία του Βαλερί Ζισκάρ Ντεσταίν».

*

Ως προς το πεδίο της διεθνούς πολιτικής, «στη μεταπολεμική περίοδο, οι Γάλλοι διανοούμενοι βοήθησαν σημαντικά στη δημιουργία και το σχηματισμό μιας διεθνούς εχθρότητας στην πολιτική των ΗΠΑ σε Ευρώπη και Τρίτο Κόσμο. Από τη Βυρηττό ως τη Λισαβόνα και το Μέξικο Σίτυ, διανοούμενοι με επιρροή άκουγαν και μιμούνταν τη σκέψη και τις προκαταλήψεις σοφών (savants) του καφενείου όπως ο Ρεζί Ντεμπραί».

Πια, «αυτό το κλίμα πνευματικής γνώμης σχεδόν σίγουρα θα καταστήσει για οποιονδήποτε πολύ δύσκολο το να κινήσει σημαντική αντίθεση μεταξύ των πνευματικών ελίτ για την πολιτική των ΗΠΑ στην Κεντρική Αμερική, για παράδειγμα» [8]

Επιπλέον, «οι Γάλλοι διανοούμενοι δεν είναι πιθανό να παραχωρήσουν το κύρος τους, όπως έκαναν πριν, σε άλλους δυτικοευρωπαίους συναδέλφους τους που βρέθηκαν σε εχθρότητα προς τις ΗΠΑ για μείζονα ζητήματα όπως ο αφοπλισμός»«Αυτό το κλίμα πνευματικής γνώμης … πιθανό να στερήσει από τους άλλους Ευρωπαίους διανοούμενους – ιδιαίτερα σε Σκανδιναβία και Δυτική Γερμανία –  εχθρικούς προς την πολιτική και τα συμφέροντα των ΗΠΑ – την ισχυρή ηγεσία που προηγουμένως απολάμβαναν από τους Γάλλους (στην περίοδο της ανάμιξης [σ.σ. sic] των ΗΠΑ στο Βιετνάμ) και την υποστήριξη που χρειάζονται τώρα για την οικοδόμηση μιας κοινής Δυτικοευρωπαϊκής συναίνεσης σε διεθνή ζητήματα όπως ο αφοπλισμός. Η εξημμένη (heated) δημόσια συζήτηση στη Δυτική Γερμανία μεταξύ του Γκλουκσμάν και ηγετικών Γερμανών διανοούμενων για τον φιλειρηνισμό και την Συνθήκη για τις Πυρηνικές Δυνάμεις (INF basing) παρείχε παραστατικές αποδείξεις για την απόσταση μεταξύ των δυο πλευρών και για την ικανότητα και ετοιμότητα [σ.σ. !!!] των Γάλλων διανοούμενων της Νέας Αριστεράς στην πειστική αμφισβήτηση στάσεων που εξυπηρετούν (play into the hands) τους Σοβιετικούς».

β) Αντιμαρξισμός

Αντισοβιετισμός και αντιμαρξισμός «πάνε μαζί» στα περισσότερα σημεία του εγγράφου, οπότε τα γενικά ζητήματα που αφορούν τον «αντιμαρξισμό» έχουν ήδη περιγραφεί.

Ωστόσο, ο αντιμαρξισμός διατηρεί στο έγγραφο ορισμένη διακριτή υπόσταση. Και, αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι η θριαμβολογία για τον αντισοβιετισμό περιοριζόταν σε «γεωπολιτικού» τύπου αντιθέσεις  μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, η ξεχωριστή ικανοποίηση για τον αντιμαρξισμό ως συστατικό της «γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας» υποδηλώνει κάτι διαφορετικό: Εδώ δεν πρόκειται για «γεωπολιτικά ζητήματα» αλλά για στοχοπροσήλωση  ενάντια στην θεωρητική και πρακτική άρνηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, για την ιδεολογική «νομιμοποίηση» των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων, πράγμα που στη συνέχεια θα επιχειρηθεί να επισφραγιστεί σε ακόμα μεγαλύτερο ιστορικό και ιδεολογικό βάθος…

*

Οι συντάκτες της έκθεσης εστιάζουν στο περιεχόμενο των πανεπιστημιακών σπουδών και επιχαίρουν για την «εξάλειψη (defunct) των Μαρξιστικών Σπουδών (scholarship) στις Κοινωνικές Επιστήμες».

Επιχαίρουν για την «απάρνηση της μέχρι σήμερα μαρξιστικής θεωρίας της ιστορικής προόδου», για την επίκληση της «μαρξιστικής παράδοσης» μόνο ως  «κριτικού αφετηριακού σημείου για την ανακάλυψη των πραγματικών μοτίβων της κοινωνικής ιστορίας», για την «εκτέλεση της ίδιας αποστολής» από την «σημαντικής επιρροής (influential) στρουκτουραλιστική σχολή συνδεμένη με τους Κλωντ Λεβί-Στρώς, Φουκώ και άλλους, στο πεδίο της ανθρωπολογίας», για την «κριτική κατεδάφιση της Μαρξιστικής επιρροής στις κοινωνικές επιστήμες», που «είναι πιθανό να διαρκέσει ως μια βαθιά συνεισφορά στις σύγχρονες σπουδές τόσο στη Γαλλία όσο και αλλού στην Δυτική Ευρώπη».

Το έγγραφο, όμως, δεν επιχαίρει μόνο για την «εξάλειψη των μαρξιστικών σπουδών από τις κοινωνικές επιστήμες». Επιχαίρει για την αποδυνάμωση των κοινωνικών επιστημών γενικά,  για την εγκατάλειψη των κοινωνικών επιστημών ως επιλογής σπουδών από τη γαλλική νεολαία: «Η Γαλλική νεολαία, που κάποτε συμμετείχε σε κάθε πρόσκαιρη πνευματική μόδα (fad), τώρα σκέφτεται καριέρες σε θετικές επιστήμες και επιχειρήσεις»

Επιχαίρει, με άλλα λόγια, το έγγραφο, για τον αυξημένο βαθμό απομάκρυνσης της νεολαίας από τις «βάσεις κατανόησης»  της κοινωνίας και της ιστορίας όπου μετέχει, για την κατεύθυνσή της να αποτελέσει γρανάζι μιας κοινωνίας και μιας ιστορίας που δεν κατανοεί. Είδαμε παραπάνω [5] και τη σύγχρονη, εγχώρια αναπαραγωγή αυτής της κατεύθυνσης.

«…Η διαρκής δημόσια συζήτηση (debate) των διανοούμενων για το νόημα της ιστορίας τους αποτελεί για τους Γάλλους μια βάση κατανόησης της γαλλικής κοινωνίας», εκτιμούσε το έγγραφο στις εισαγωγικές του γραμμές… Πλέον, η «εξάλειψη του μαρξισμού» και η εγκατάλειψη των κοινωνικών επιστημών, συνιστά μια ενθαρρυντική «βάση» για μια πιο περιορισμένη κατανόηση της γαλλικής κοινωνίας από τους Γάλλους και, γενικότερα, της κάθε κοινωνίας από τον κάθε λαό, θα μπορούσαμε να σχολιάσουμε.

*

Και, μετά τη συντριβή του μαρξιστικού υλισμού, σειρά στο έγγραφο έχει «η Ιδέα», ακόμη κι αυτή που έχει στην ιστορία καταγραφεί ως «αστική».

γ) Αντιεξισωτισμός (antiegalitarianism)…

Ο περιορισμός των θριαμβολογιών του εγγράφου της CIA στον αντισοβιετισμό θα μπορούσε να αποδοθεί, απλώς, στις γεωπολιτικές αντιθέσεις του «ψυχρού πολέμου». Η επέκταση της θριαμβολογίας στον «αντιμαρξισμό» προδίδει βαθύτερους και απώτερους κοινωνικοπολιτικούς στόχους, αφορά τον ιδεολογικό (και οργανωτικό, πρακτικό) αφοπλισμό των εργαζομένων απέναντι στο σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Όταν φτάνουμε στον «αντιεξισωτισμό» οι στόχοι ολοκληρώνονται. Στο κέντρο τους βρίσκεται η προάσπιση του εκμεταλλευτικού συστήματος «γενικά και αφηρημένα», όχι μόνο η υλιστική του αμφισβήτηση αλλά και η «ιδεαλιστική». 

Οι πνευματικές ανησυχίες της αστικής διανόησης δεν την αφήνουν να εφησυχάσει με την επικράτηση του αντισοβιετισμού και του αντιμαρξισμού ως «λυδίας λίθου της αριστερής σκέψης», της «πνευματικής νομιμότητας», ως «μέρους της πνευματικής ορθοδοξίας» [9]. Κάπου «βαθύτερα» πρέπει να αναζητηθεί το «λάθος»… Η σύγχρονη αντιδραστική μονοπωλιακή – ιμπεριαλιστική αστική τάξη ανακαλύπτει το «λάθος» στην ίδια την ιστορία «της»… Και η διανόησή της, αυτή που στη Γαλλία  «έχει χαράξει για τον εαυτό της τον ειδικό ρόλο του ερμηνευτή της πολιτικής παράδοσης, ιδιαίτερα των συνεπειών και επιπτώσεων της Γαλλικής Επανάστασης», πραγματοποιεί για λογαριασμό της πρώτης την μεγάλη πνευματική κατάδυση αντιμέτωπη πλέον με τις «συνέπειες» και «επιπτώσεις» της «πολιτικής της παράδοσης», της Γαλλικής Επανάστασης…

*

Είδαμε ότι η απόρριψη του «ολοκληρωτισμού» αποτέλεσε κοινό τόπο της γαλλικής «νέας δεξιάς» και «νέας αριστεράς».

Αποστολή που εκτέλεσε η δεύτερη, σύμφωνα με τα εύσημα που αποδίδει το έγγραφο της CIA, ήταν η ταύτιση της ΕΣΣΔ και του μαρξισμού με την έννοια του «ολοκληρωτισμού» και η αναγόρευση αυτής της θέσης σε «αριστερή» ιδεολογική «λυδία λίθο», σε «μέρος της γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας» και της «πνευματικής νομιμότητας». Το ότι αυτή της η υπηρεσία κατέστησε και την ίδια τη «νέα αριστερά» και «νέα φιλοσοφία» τμήμα αυτής της «πνευματικής ορθοδοξίας», δηλαδή της αστικής, κυρίαρχης ιδεολογίας, συνιστά και ερμηνευτική πτυχή της διαπίστωσης του εγγράφου, ότι αν και η επίδρασή της θα είναι σχετικά μακρόχρονη, δεν έχει ωστόσο και κάτι άλλο να πει.

Όσο για τη «νέα δεξιά» διανόηση, επιχειρώντας, στο παράδειγμα του Ρήγκαν και της Θάτσερ (αρχές δεκαετίας ’80), να επεξεργαστεί τον γαλλικό δρόμο αλλά και τη… γενική «ουσία» του φιλελευθερισμού, έφτασε να ανακαλύψει το κέντρο του   προβλήματος γενικά: Η ΕΣΣΔ και ο μαρξισμός ως «απλές παραστάσεις της εμπειρίας», θα λέγαμε, ίσως δεν της αρκούσαν. Το λάθος έπρεπε να βρεθεί στην Ιδέα:

Η «οικονομικά επεκτατική» τριετία της κυβέρνησης Μιτεράν απέδειξε την «αποτυχία του σοσιαλισμού» [10]. Το «ελιξίριο που χρειαζόταν η Γαλλία για να αναρρώσει από τη σοσιαλιστική κακοδιαχείριση» ήταν η «αναβίωση του κλασικού φιλελευθερισμού (liberalism. Η «συντηρητική ιατρική συνταγή για τις νόσους της γαλλικής κοινωνίας» ήταν η «μείωση του ρόλου της κυβέρνησης και η ώθηση των ανθρώπων (people) να γίνουν πιο αυτάρκεις». «Οι νεαροί συντηρητικοί πολιτικοί έπιασαν το ρεφρέν, υποστήριξαν στον τύπο και σε συζητήσεις με διπλωμάτες των ΗΠΑ ότι η δεξιά θα έπρεπε να οδηγήσει τους Γάλλους σε μεγαλύτερη αυτονομία». «Πρωταρχικό έργο μιας συντηρητικής κυβέρνησης θα ήταν να συρρικνώσει τον δικό της ρόλο – είτε φορολογικό είτε διαχειριστικό, διοικητικό, διευθυντικό είτε ως προς τις δαπάνες. Σύμμαχοι σε αυτή την κυβερνητική αντίληψη, οι νέοι φιλελεύθεροι επιδοκιμάζουν την αποκέντρωση των συμπαγώς συγκεντρωτικών δυνάμεων και πόρων της Γαλλικής Κυβέρνησης σε περιφερειακές (subnational) κυβερνήσεις [11], μια αργή διεργασία που πρόσφατα κέρδισε δυναμική και στους σοσιαλιστές».

«Αυτάρκεια των ανθρώπων», «αυτονομία των Γάλλων», (άλλο θέμα ότι για τους εργαζόμενους αυτονομία μπορεί να υπάρχει μόνο εφόσον οι ίδιοι είναι κάτοχοι των κοινωνικών όρων της ύπαρξής τους δηλαδή των μέσων παραγωγής), είναι το ελκυστικό ιδεολογικό περιτύλιγμα της στρατηγικής αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου, που ακολούθησε τα επόμενα χρόνια (όχι μόνο στη Γαλλία), έχοντας βέβαια στην άλλη της όψη τη στρατηγική αποδιάρθρωση των εργαζομένων. Είναι η γαλλικά «ελκυστική» εκδοχή του θατσερικού δόγματος ότι «δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνο άτομα και οικογένειες».

Παραπέρα, από εκπροσώπους της «νέας δεξιάς» υποστηρίχτηκε «ότι η πολιτισμική ύφεση στην Γαλλία συνδέεται άμεσα με τον εξισωτισμό (egalitarianism) – με τη, θεωρούμενη ως ανόητη, άρνηση της ουσιαστικής υπεροχής κάποιων ανθρώπων και την επιβολή της δρομαίας (maninthestreet) μετριοκρατίας (mediocracy) στη Γαλλική κοινωνία». Η δε «προτίμηση της Νέας Δεξιάς για τον κλασικό φιλελευθερισμό» [12] συνίσταται, κατά το έγγραφο, «στο όραμα μιας κοινωνίας στην οποία η κυβέρνηση αρνείται να επιβάλει μια τεχνητή ισότητα στους πολίτες και στην οποία τα άτομα είναι ελεύθερα να πραγματώσουν τα πλήρη πλεονεκτήματα των ταλέντων τους».

Η κοινωνική ανισότητα, λοιπόν, η «ουσιαστική υπεροχή κάποιων ανθρώπων» και η μειονεκτική θέση των υπόλοιπων, είναι ζήτημα ατομικών «ταλέντων».  Κάθε μετριασμός της ανισότητας είναι «τεχνητός», πόσο μάλλον οι προϋποθέσεις της κατάργησής της. Δεν είναι η ισότητα «φυσική», αλλά «φυσική» είναι η ανισότητα. Στο σημείο αυτό η πνευματική δραστηριότητα φτάνει στο τέλος της:

 «Κάποιοι Νέοι Δεξιοί διανοούμενοι υποστηρίζουν επίσης ότι, επειδή η ισότητα είναι τεχνητή, απαιτεί από την κυβέρνηση έναν ισχυρό ρόλο εξαναγκαστικής επιβολής. Αυτό, πιστεύουν, είναι η πηγή του ολοκληρωτισμού».

Επιτέλους βρέθηκε. Ακολουθώντας ανάποδα, προς τα πίσω, την ιστορική πλημμυρίδα του «ολοκληρωτισμού», φτάσαμε στην πηγή της: την ισότητα [13].

*

Στο πλαίσιο του «αντιολοκληρωτικού» κοινού τόπου «νέας αριστεράς» και «νέας δεξιάς», όπως φαίνεται στο έγγραφο, η πρώτη έκανε αρκετή προσπάθεια για την ιδεολογική «καθιέρωση» της ταύτισης κομμουνισμού – φασισμού, ΕΣΣΔ – χιτλερικής Γερμανίας, Στάλιν – Χίτλερ, μέχρι που πια «δεν είχε κάτι άλλο να πει».

Η «νέα δεξιά», κοιτώντας πραγματικά τη δουλειά της, ικανή για ακόμα ένα βήμα στη «σκέψη» της πριν την τελική της αυτοκατάργηση, αναγορεύει σε πηγή του ολοκληρωτισμού την ισότητα.

Τι σχέση έχει όμως με την ισότητα ο φασισμός, ο ναζισμός, ο χιτλερισμός, η «ιδεολογία» της ανώτερης φυλής που θέλει να εγκαθιδρυθεί ως η «ιδεολογία» της ανώτερης κοινωνικής τάξης, της κοινωνικής ταξικής διαίρεσης και εκμετάλλευσης, ως η «ιδεολογία» της εξαναγκαστικής επιβολής των όρων της κοινωνικής ανισότητας σε συνθήκες διακινδύνευσης της «φυσικής» τους διατήρησης;

Εδώ οι δυνατές απαντήσεις είναι δυο: Είτε η ιστορική διαστρέβλωση που, αντιστρέφοντας την πραγματικότητα, θα εμφανίζει τον ναζισμό ως «εξισωτικό κίνημα» είτε η αναγόρευση του «ολοκληρωτισμού» ως αποκλειστικά κομμουνιστική ιδιότητα.

«Στα δημοφιλή βιβλία τους οι Γκλουκσμάν και Λεβί υποστηρίζουν ότι η μηχανή τρέφεται από την εύπιστη ανθρωπότητα εν μέρει μέσω των σοφιστειών διεφθαρμένων διανοούμενων. Στην πραγματικότητα, λέει ο Λεβί, “Η μόνη επιτυχής επανάσταση αυτού του αιώνα είναι ο ολοκληρωτισμός”, του οποίου το Σοβιετικό κράτος αποδείχθηκε ο ανθεκτικός και τέλειος κύριος. Ως εκ τούτου, επίσης, η εξίσωση των Νέων Φιλοσόφων εκλαϊκεύτηκε από τον Γκλουκσμάν, “Χίτλερ = Στάλιν, Στάλιν = Χίτλερ.”»

Όπως φαίνεται, ο Χίτλερ δεν γνώριζε την  μυστική πηγή του «ολοκληρωτισμού», την ισότητα, γι’ αυτό και δεν κατάφερε να μακροημερεύσει. Αντίθετα με την ΕΣΣΔ, που χάρη στην επίγνωση αυτού του μυστικού όπλου είχε φτάσει μετά από σχεδόν 60 χρόνια ύπαρξης (και τι ύπαρξης) να αναγορεύεται από την «νέα φιλοσοφία» ως «ο ανθεκτικός και τέλειος κύριος του ολοκληρωτισμού».

Στην οικονομική και κοινωνική ισότητα των ανθρώπων πρέπει, λοιπόν, να αναζητήσουν την «ανθεκτικότητα και τελειότητά» τους οι μελλοντικές επαναστάσεις (οι, επομένως, εξ ορισμού «ολοκληρωτικές», τουλάχιστον σύμφωνα με τα πορίσματα της γαλλικής «νέας δεξιάς»), ενάντια στην «ουσιαστική υπεροχή κάποιων»: υπεροχή όχι λόγω «ταλέντου», βέβαια, αλλά λόγω της ιδιοποίησης του κοινωνικού παραγωγικού πλούτου. Ενάντια σε αυτή την «ουσιαστική υπεροχή κάποιων», η οποία αποτελεί (τι να κάνουμε;) την κοινή «ηθική» αρχή τόσο της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας όσο και του φασισμού, τον κοινό «ηθικό» παρονομαστή των δυο αυτών ιστορικών πολιτικών μορφών της δικτατορίας του κεφαλαίου στην εποχή του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού.

***

Η Γαλλική Επανάσταση αντιμετώπισε την εκκλησία και τη θρησκεία σαν πνευματική εγγύηση της φεουδαρχικής ανισότητας. Η σύγχρονη αστική τάξη, στον «κολοφώνα» της σκέψης της, -πληροφορούν οι συντάκτες του εγγράφου τους αποδέκτες του -, μέσω εκπροσώπων της «νέας δεξιάς» διανόησης τίθεται αντιμέτωπη με τον χριστιανισμό ως «πηγή της εξισωτικής (egalitarian) εξασθένισης του ευρωπαϊκού πολιτισμού»

Για τον δουλοπάροικο αγρότη του 18ου αιώνα η χριστιανική ισότητα των ανθρώπων έναντι του «θεού» αποτελούσε εμπόδιο για την πραγματική κοινωνική ισότητα που, τότε, ταυτιζόταν με την απαλλοτρίωση της φεουδαρχικής ιδιοκτησίας. Για την σύγχρονη μονοπωλιακή, ιμπεριαλιστική αστική τάξη η χριστιανική ισότητα έναντι του «θεού» αποτελεί ανεπιθύμητο ιδεολογικό ίχνος που της φέρνει στον νου την μελλοντική της εξαφάνιση. Όντως διδακτικό για το περιεχόμενο των «αστικών εκσυγχρονισμών» στην αναντίστρεπτα αντιδραστική εποχή της αστικής τάξης… Διδακτικό για το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης και των συμβιβασμών του σκοταδιστικού πλέον, ψευδοεπιστημονικού «ορθολογισμού» της με τους μηχανισμούς του ανορθόλογου θρησκευτικού σκοταδισμού [14].

Ο οποίος τελευταίος, άλλωστε, κατά έναν τρόπο προβάλλεται ταυτόχρονα ως πηγή πολιτισμικής αναγέννησης:

 «Η πιο εσωτερική (esoteric) πλευρά της διανόησης της Νέας Δεξιάς επικέντρωσε εκπληκτική ενέργεια σε αναζήτηση μιας πολιτισμικής ανανέωσης, υποστηρίζοντας πως ό,τι είναι ουσιαστικά λάθος στη Γαλλία, είναι πως ο πολιτισμός της (culture) διαβρώθηκε από εξωτερικές επιρροές και υποβαθμίστηκε λόγω παραμέλησης. Συντηρητικοί συγγραφείς, πολλοί από αυτούς συνδεδεμένοι με τα Group for Research and Study of European Civilization (GRECE) και Horloge Club [15]  … ενθάρρυναν την δεξιά ανθρωπολογία, η οποία πέρα από την Επανάσταση βλέπει τον Χριστιανισμό ως πηγή της εξισωτικής (egalitarian) εξασθένισης του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Οι Πάουελς και Μπενουά πολλές φορές εγκωμίασαν τον “οξυδερκή (perceptive) ελιτισμό” των προχριστιανικών Ευρωπαϊκών κοινωνιών ως πηγή πολιτισμικών (cultural) αρετών στις οποίες οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι θα έπρεπε να στραφούν για αναβίωση (revival) και ανανέωση».

*

Η μάχη είναι, βέβαια, σκληρή: «Ο ελιτισμός [16] στη σκέψη της Νέας Δεξιάς είναι σχεδόν σίγουρα ένας σημαντικός λόγος που λίγοι διανοούμενοι έκαναν τη διαδρομή από την αριστερά στην GRECE. Κατά την άποψή μας, υπάρχει μικρή πιθανότητα να την κάνουν πολλοί στο μέλλον, παρά τις περιστασιακές ομοιότητες και συμμαχίες ως προς την οπτική γωνία. Πρόσφατα, διανοούμενοι της Νέας Δεξιάς υποβάθμισαν τα αντιεξισωτικά και ακόμα και αντίχριστιανικά στοιχεία της σκέψης GRECE/Horloge, αλλά οι αριστεροί διανοούμενοι και οι συντηρητικοί όπως ο Ρεβέλ που θεωρούν τους εαυτούς τους “ανθρώπους της αριστεράς” είναι ακόμα σφιχτά δεμένοι με την ισότητα ως την ουσία της δημοκρατικής-ρεπουμπλικανικής παράδοσης στη Γαλλία. Οι συντηρητικοί πολιτικοί αποφεύγουν ευκαιρίες ευαρέσκειας προς τους πιστούς των λειτουργιών της Horloge, και ακόμη και ο Πάουελς σπάνια τώρα αναμασά τις αρετές του παγανισμού και των ελίτ».

 «Ο Ραϋμόν Αρόν, ο σεβαστός πρύτανης της σύγχρονης φιλοσοφικής σκέψης στη Γαλλία, εξέφρασε απέχθεια κατά των διανοούμενων της Νέας Δεξιάς, συχνά εξισώνοντας τον ελιτίστικο αντιεξισωτισμό τους με τις χειρότερες αντιδημοκρατικές τάσεις στον Γαλλικό συντηρητισμό. Η Άνι Κρίγκελ συνενώθηκε με τον Αρόν στον φόβο ότι  ελλοχεύουν ρατσιστικά και φασιστικά συναισθήματα στην εχθρότητα της Νέας Δεξιάς προς τις ξένες πολιτισμικές (cultural) επιρροές και στη σκέψη τους για τη γενετική, την κληρονομικότητα, την εθνολογία…»

Τίποτα, ωστόσο, δεν κρίθηκε ακόμη: «…Αλλά ο Αρόν είναι νεκρός, ο Ντεμπραί [17] δεν λαμβάνεται στα σοβαρά ως διανοητής, και η Κρίγκελ δεν κατάφερε ποτέ να την ακολουθήσει ένα μεγάλο κοινό. Εναντίον αυτών των κριτικών οι Νέοι Δεξιοί μπορούν να επικαλεστούν τη δόξα του Μισέλ Φουκώ, του εμβριθέστερου και με την μεγαλύτερη επιρροή διανοητή της Γαλλίας. Ο  Φουκώ τους εγκωμίασε για το ότι, μεταξύ άλλων, υπενθύμισαν στους φιλόσοφους τις “αιματηρές” συνέπειες που έρρευσαν από την ορθολογιστική κοινωνική θεωρία του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα και της Επαναστατικής περιόδου».  

Με άλλα λόγια, ο αντιεξισωτισμός δεν έχει αποτελέσει συστατικό της γαλλικής «πνευματικής ορθοδοξίας» και «νομιμότητας», όμως ποτέ δεν είναι αργά.

***

Πέρα από την γενική περιγραφή της αδυναμίας ιδεολογικής επικράτησης ενός θεωρητικού – πολιτικού λόγου που όχι απλώς θα ήταν αλλά και θα φαινόταν ότι είναι «δεξιός», η «εργαλειακή» χρησιμότητα της ορολογίας περί «αριστερής πνευματοκρατίας» ή «αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας»  αφορά σε πρώτο πλάνο ανάγκες της «εντός των τειχών» διπολικής ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης και, σε δεύτερο πλάνο, – όχι πάντως «δεύτερο» με την ειδική έννοια της χρονικής διαδοχής -, στοχεύει τον ιδεολογικό-πολιτικό λόγο που απειλεί τα ίδια τα «τείχη» της εξουσίας του κεφαλαίου.

Όμως, σαν αποτέλεσμα όλης της παραπάνω ανάπτυξης, οι συντάκτες του εγγράφου (για λογαριασμό και χρήση των αποδεκτών του), διαπερνώντας τα περιβλήματα των «ευκαιριακών», «συγκυριακών» πολιτικών μορφών και χρήσεων του ιδεολογήματος,  φτάνουν στον πυρήνα της «πνευματοκρατίας» που τους απασχολεί: στον «εξισωτισμό», το τελευταίο της προπύργιο…

Η «ερευνητική εργασία» αρχίζει με τη γαλλική επανάσταση και τον «ειδικό ρόλο» που λόγω αυτής κατέχει η γαλλική διανόηση, και καταλήγει με την τοποθέτηση της γαλλικής επανάστασης και των κεντρικών ιδεολογικών αρχών της στο στόχαστρο.

*

Το καθεστώς της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης επιδιώκει την οριστική ιδεολογική του ασφάλεια με τη νομιμοποίηση και αποδοχή της κοινωνικοοικονομικής ανισότητας που αποτελεί βάση και προϊόν των εκμεταλλευτικών σχέσεων. Επιδιώκει να ξεριζώσει από την κοινωνική συνείδηση την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι «γεννιούνται ίσοι», ότι ο βαθμός της μεταξύ τους ανισότητας αποτελεί μέτρο ιστορικής παρέκκλισης από το σκοπό της ανθρώπινης ύπαρξης και δραστηριότητας, ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα αποσκοπεί στην πραγματοποίηση των κοινωνικοοικονομικών προϋποθέσεων της ισότητας των ανθρώπων.

Αυτή η συγκεκριμένη, η εξισωτική «πνευματοκρατία», αυτή η «ιδεολογική ηγεμονία» του «εξισωτισμού», αποτελεί  τελική ουσία και τελικό στόχο των επιτυχιών του «αντισοβιετισμού» και του «αντιμαρξισμού», αναγορευόμενη για τις ανάγκες της πνευματικής «ορθοδοξίας και νομιμότητας» σε πηγή του «ολοκληρωτισμού».

Αυτή, επίσης, αποτελεί την πηγή κάθε πνευματικής ζωτικότητας και η άρνησή της έχει ως «ανεξήγητη» συνέπεια την πνευματική «ύφεση».

δ) …και ύφεση (decline) της πνευματικής ζωής

Το έγγραφο χρησιμοποιεί σαν προμετωπίδα την φράση:

«Υπάρχει ένας λήθαργος στην πνευματική ζωή αυτής της χώρας, και μάλιστα θεαματικός. Ποτέ πριν δεν γνώρισα τέτοια σιωπή, τέτοιο κενό. Είναι σαν οικογένεια στην όποια πέθανε κάποιος. Αλέν Τουρέν»

Συμπτώματα αυτού του «λήθαργου» περιγράφονται στο έγγραφο εκτενώς.

Ανάμεσά τους  μπορούμε να εντάξουμε και την επισήμανση της ουσιαστικής εξάντλησης του λόγου των «νέων φιλοσόφων» στον αντιμαρξισμό και τον αντισοβιετισμό: Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 «άνοιγαν δρόμο», αλλά από τότε, αντιμαρξισμός και αντισοβιετισμός «συνέχισαν τη δική τους ζωή και έγιναν τόσο πολύ μέρος της Γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας που οι Νέοι Φιλόσοφοι (σσ. ως Νέοι Ορθόδοξοι πλέον…) δεν φαίνονται πια να έχουν κάτι νέο να πουν».

*

Οι «νέοι φιλόσοφοι», κατά τα άλλα, «αντιστάθμισαν τον συχνά δυσνόητο λόγο τους με το να γίνουν συναρπαστικές προσωπικότητες των μμε, υπερασπιζόμενοι τις απόψεις τους στα πολύωρα πνευματικού περιεχομένου τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά προγράμματα που ορέγονται οι Γάλλοι». Εκτός από τον αντιμαρξισμό και τον αντισοβιετισμό, την «σαρωτική καταγγελία της τυφλότητα της αριστεράς, όπως την αποκάλεσε ο Λεβί», δεν έπαυαν να πρεσβεύουν «συνεχή αντιπάθεια για τον Γκωλισμό και μια αποδοχή του καπιταλισμού μόνο ως το μικρότερο κακό», ωστόσο «η επιρροή τους ήταν πρωτίστως αρνητική, από τη στιγμή που λίγα είχαν να προσφέρουν με μορφή πρακτικών προτάσεων για ένα νέο πρόγραμμα».

Αναφορικά προς την παρουσία τους στα μμε,  ο Ρεζί Ντεμπραί, στις «διατριβές του εναντίον των σύγχρονων πνευματικών αποστατών, τους καταλογίζει εγκατάλειψη του γραπτού λόγου προκειμένου να γίνουν ετοιμόλογες προσωπικότητες των μμε (glib media personalities) (mediatics). Κατηγορεί ειδικά τους αριστερούς Νέους Φιλόσοφους ότι έχουν αναμορφωθεί πνευματικά από την TV σε ρηχές ομιλούσες κεφαλές ανίκανες για ακριβολογημένη φιλοσοφική συγγραφή».

*

Δύσκολα μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι το έγγραφο επιχαίρει για ορισμένα συμπτώματα του «λήθαργου», της «ύφεσης της πνευματικής ζωής».

— Σαφώς επιχαίρει όταν, μάλλον ως «έμφαση στο δευτερεύον», περιλαμβάνει σε υποσημείωση την πληροφορία, ότι «η πλατιάς δημοσιότητας επίθεση του Λανγκ στον “αμερικάνικο πολιτιστικό ιμπεριαλισμό” το 1981 και κατόπιν η σύγκληση μιας διεθνούς διάσκεψης  αριστερών διανοουμένων, επέσυρε αιχμηρές κριτικές, ιδιαίτερα από την Wall Street Journal, για την παρούσα ένδεια της γαλλικής πολιτιστικής παραγωγής, ειδικά σε σύγκριση με τα αμερικανικά επιτεύγματα. Αυτές οι κατηγορίες προκάλεσαν μια μεγάλη προσφορά αυτοκριτικής εκ μέρους Γάλλων διανοούμενων, όπως οι Μπεζανσόν και Ριγκλέ». Η «πνευματική ύφεση» οδήγησε μέρος της γαλλικής διανόησης στα πρόθυρα της μετάνοιας…

— Επιχαίρει, επίσης, για τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών, από τις οποίες εκλέχτηκε μεγάλος αριθμός «μη-ιδεολογικοποιημένων είτε συντηρητικών» εκπροσώπων.

— Παρομοίως, για τον δείκτη αυξανόμενης αβεβαιότητας ως προς την επαγγελματική αποκατάσταση των εκπαιδευτικών: «Η επαγγελματική σταδιοδρομία των διανοούμενων, στο παρελθόν σχεδόν εγγυημένη για όσους φοιτούσαν σε σχολές της ελίτ, καθώς φαίνεται δεν είναι πια διασφαλισμένη. Η κυβέρνηση Φαμπιούς, για παράδειγμα, εξήγγειλε πρόσφατα ένα πρόγραμμα ανεύρεσης εργασίας στα τοπικά και εθνικά κυβερνητικά όργανα  (local and national governments) και στις επιχειρήσεις για τους άνεργους απόφοιτους της ENS», δηλαδή της «Ecole Normale Superieure», της «γαλλικής σχολής με το μεγαλύτερο γόητρο για την εκπαίδευση διδασκόντων και διανοητών». «Οι σοσιαλιστές επίσης κινήθηκαν για τον αποκλεισμό των αλλοδαπών κατοίκων από εκπαιδευτικά επαγγέλματα χαμηλής βαθμίδας, κατά πάσα πιθανότητα για να ελευθερώσουν δυσεύρετες θέσεις για Γάλλους δασκάλους».

— Τη ίδια στιγμή, «οι νεώτεροι αδελφοί και αδελφές των ταραχοποιών ξεχειλίζουν τις αίθουσες διδασκαλίας των επιχειρηματικών σπουδών και των θετικών επιστημών ακόμα και σε πρώην κόκκινα πανεπιστήμια…».

«Άλλωστε, υπήρξε μια δημοφιλής τάση φυγής από την ιδεολογία προς μια πιο πραγματιστική (pragmatic) προσέγγιση των πολιτικών προβλημάτων, κι αυτό έτεινε να υπονομεύσει το ανάστημα των διανοουμένων κάθε κατεύθυνσης» [18].

— Φυσικό, κατά τα άλλα, να επιχαίρει το συγκεκριμένο έγγραφο, για την εκτίμησή του, ότι «η αποστασία των νέων διανοουμένων από το Μαρξισμό και το ΓΚΚ άφησε τους ηλικιωμένους Μαρξιστές μανδαρίνους μόνο στήριγμα της παράδοσης. Οι Σαρτρ, Ρολάν Μπαρτ, Ζακ Λακάν, Λουί Αλτουσέρ – η τελευταία κλίκα Κομμουνιστών  σοφών [19] – βρέθηκαν υπό τα αμείλικτα πυρά των πρώην προστατευόμενων, αλλά κανείς δεν είχε τα κότσια για μια άμυνα οπισθοφυλακής υπέρ του Μαρξισμού. Οι κριτικοί – με προεξέχοντες μεταξύ τους τούς Νέους Φιλοσόφους – είχαν μεγάλη επιτυχία στο να πείθουν την παρούσα γενιά για την “ανοησία” (foolishness) του Σαρτρ, τα κακά του Μαρξισμού και τη βαρβαρότητα του Σοβιετικού Κομμουνισμού …». Ως αποτέλεσμα, η Κομμουνιστική Νεολαία  αποδυναμώνεται, ακόμα και στα πανεπιστήμια. «Τώρα, κανένας διανοούμενος κύρους δεν ανήκει και δεν στηρίζει το ΓΚΚ» [20].

*

Οι συζητήσεις των Γάλλων διανοούμενων, πλέον (1985), αν πιστέψουμε το έγγραφο, περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό τους και την αδυναμία τους να παραγάγουν πνευματικό λόγο. Οι ερμηνείες που δίνονται διάφορες: Ένα «είδος νωθρότητας» πολλών αριστερών διανοούμενων χαρακτηρίζεται (από το έγγραφο) ως επακόλουθο της εκ μέρους τους «σθεναρής απόρριψης της ιδεολογίας και του κομματικού δεσμού»

Η «γενική πτώση του πνευματικού αναστήματος» αποδίδεται από κάποιους διανοούμενους «στην άνοδο μιας τεχνολογικά υψηλής οικονομίας και κοινωνίας στη Γαλλία», παρά τα πάσης φύσεως ιδεολογικά ζητήματα που γεννά η άνοδος της τεχνολογίας, σημειώνουμε.

Ενώ κάποιοι διανοούμενοι υποστηρίζουν ότι η διανόηση (κυρίως η «αριστερή») απλώς «γεμίζει μπαταρίες», άλλοι «σημειώνουν ύφεση (decline)  της πνευματικής ζωτικότητας» και (σ.σ. μάλλον ταυτολογικά) αποδίδουν την αδυναμία των Γάλλων διανοούμενων «να κινητοποιηθούν και να συμμετέχουν σε μια ζωντανή συζήτηση», στο ότι «δεν είναι πια τόσο ικανοί όσο κάποτε» ως αποτέλεσμα «μιας δεκαετούς πολιτισμικής αδράνειας που ήρθε να χαρακτηρίσει τη Γαλλία», «ενός κύκλου πολιτισμικής ύφεσης (decline)», αφού «πράγματι δεν υπάρχουν Φλωμπέρ, Προυστ, Μποντλαίρ» και «δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε τέτοιους σύντομα»

 «Τον περασμένο χρόνο στο Παρίσι ένα συνέδριο, οργανωμένο για να εξεταστεί το ζήτημα της “Γαλλικής ταυτότητας”, γρήγορα στράφηκε στον λήθαργο των Γάλλων διανοούμενων και τις επιπτώσεις του στον μελλοντικό πολιτικό ρόλο τους». Υπήρξε γενική συμφωνία – αριστερών και δεξιών – ότι δεν βλέπουν μέλλον. Απογοητευμένοι μαρξιστές οδηγήθηκαν σε «ουδετερότητα» ενώ και οι φιλελεύθεροι («λιγότερη κυβέρνηση – περισσότερη ατομική αυτάρκεια») δεν πολυεπηρεάζουν την πνευματική είτε την κοινή γνώμη, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις και αναφορές των μμε [21].

*

Όλα τα περιγραφόμενα συμπτώματα της «πνευματικής ύφεσης» συνιστούν, ουσιαστικά, την διάδοχη κατάσταση αυτής «που μια πρόσφατη κριτική την αποκάλεσε αριστερή πνευματοκρατία».

Είναι όμως παράδοξο που την λεγόμενη «αριστερή πνευματοκρατία», κάτω από τον τίτλο της οποίας εννοείται εν προκειμένω επίσης μια ιστορική περίοδος όπου ο μαρξισμός και η υπεράσπιση της ΕΣΣΔ δεν είχαν υπαχθεί  εκτός πνευματικής «ορθοδοξίας και νομιμότητας», διαδέχθηκε η «πνευματική ύφεση»;

Η έκθεση, στα εισαγωγικά «κύρια σημεία» της, επισημαίνει μια (εμφανιζόμενη ως) χρονική σύμπτωση που όμως δεν είναι απλώς χρονική και δεν είναι απλώς σύμπτωση:

«Η ευρεία αποδοχή αυτής της περισσότερο κριτικής προσέγγισης στο μαρξισμό και τη Σοβιετική Ένωση συνοδεύτηκε από μια γενική ύφεση (decline)  της πνευματικής ζωής στη Γαλλία…».

Η σύνδεση, έστω αθέλητα διατυπωμένη, είναι σαφής.

Αντιμαρξισμός και αντισοβιετισμός, ως συστατικά της πνευματικής «ορθοδοξίας και νομιμότητας», αποτελούν την ονομαστική μορφή του αποκλεισμού – από αυτήν την «ορθοδοξία και νομιμότητα» – του κεντρικού ιστορικού προβλήματος της εποχής: της απελευθέρωσης της εργασίας και του κόσμου από τον ζυγό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Τι πιο φυσικό, όμως, από την πνευματική παρακμή, όταν το «πνεύμα» αποστρέφεται  το κεντρικό ιστορικό πρόβλημα  της εποχής του, με όλες τις θεωρητικές, ιδεολογικές, ηθικές ή όποιες άλλες «πνευματικές» προεκτάσεις του;

Αντισοβιετισμός και αντιμαρξισμός δεν μπορεί παρά να αποτελούσαν και να αποτελούν κεντρικά συστατικά της κυρίαρχης, αστικής ιδεολογίας και της «πνευματικής ορθοδοξίας» της, μόνο που πέρα από αυτά τα συστατικά δεν υπάρχει ουσιαστικός πνευματικός λόγος ικανός να αρθρωθεί. Παραφράζοντας ελαφρά  μια πρόταση του εγγράφου, πέρα από αυτά τα συστατικά, «δεν φαίνεται πια να υπάρχει κάτι νέο να ειπωθεί». 

Πέρα από αυτά τα συστατικά μένει μόνο, αφενός, ο τετραγωνισμός του κύκλου: η «παραδοσιακή» ιδέα της ισότητας πάνω στο πραγματικό έδαφος των σύγχρονων εκμεταλλευτικών σχέσεων, έστω και «αποδεκτών μόνο ως το μικρότερο κακό».

Μένει, αφετέρου, ως ασφαλιστική δικλείδα της οριστικής αυτοαναίρεσης του πνεύματος, η συνεπάγωγη ρητή ή άρρητη απόρριψη της ίδιας του της ιστορικής «ιδεαλιστικής» αφετηρίας: της ισότητας, έχοντας το «πνεύμα» ανακαλύψει σε αυτήν την αιτία της «εξασθένισής» του…

Δυστυχώς για την πνευματική ζωή που περιγράφει το έγγραφο της CIA, ευτυχώς για την πνευματική ζωή γενικά, εκεί που πεθαίνει το πνεύμα της ισότητας, εκεί που αρχίζει η απολογητική των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων, ακόμα και με τη μορφή του «μικρότερου κακού», εκεί πεθαίνει το πνεύμα γενικά. Εκεί που δεν επικρατεί αυτό το πνεύμα, δεν υπάρχει κανένα άλλο πνεύμα παρά μόνο το «πνεύμα» της αντιπνευματικότητας για να επικρατήσει.

———————————————-

[1] –>https://www.cia.gov/library/readingroom/docs/CIA-RDP86S00588R000300380001-5.PDF

[2] Λένιν, Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, σελ. 129, ΣΕ

[3] Εύλογο, επομένως, και το σύγχρονο ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την ελληνική επανάσταση και τη «νοηματοδότησή» της:

Ριζοσπάστης 21-8-2020: «…ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Τζ. Πάιατ, …συναντήθηκε και με την υπουργό Πολιτισμού, Λ. Μενδώνη, με θέματα τις εκδηλώσεις για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821…».

–>https://www.rizospastis.gr/story.do?id=10899007

 [4] Με τον όρο «αριστερά» το έγγραφο εννοεί βασικά τους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές.

Πέρα από το τι εννοεί το έγγραφο, τότε ακόμα (1985), η διάκριση ως ένα βαθμό εξακολουθούσε, τουλάχιστον θεωρητικά-τυπικά, να διατηρεί την «παραδοσιακή» της έννοια, αντιπροσωπεύοντας αντίστοιχα τη ρεφορμιστική και την επαναστατική ιδεολογία και πολιτική στο εργατικό κίνημα.

Ωστόσο, επίσης σε έναν βαθμό, οι έννοιες είχαν σημειώσει ορισμένη «υποχώρηση»: Η δεκαετία του ’80 ήταν ίσως αυτή στην οποία ο «ρεφορμισμός», τουλάχιστον στην Ευρώπη,  ταυτίστηκε οριστικά – μέχρις σημείου εξαφάνισής του «ως τέτοιου» – με έναν από τους πόλους διαχείρισης του καπιταλισμού. Ενώ την ίδια ώρα, με τη συμβολή και του «ευρωκομμουνισμού», η έννοια της σοσιαλιστικής επανάστασης διαποτιζόταν θεωρητικά και πολιτικά από τη δογματική «βουλησιαρχία» του «ειρηνικού δρόμου».

[5] Ο πρόσφατος περιορισμός και κατάργηση του μαθήματος της κοινωνιολογίας (όπως άλλωστε και των καλλιτεχνικών μαθημάτων) από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αποτελεί δείγμα της επίθεσης στο περιεχόμενο των σπουδών, σε «αρμονία» με την ιδεολογική  στρατηγική που εκπορεύεται από το έγγραφο της ΚΥΠ των ΗΠΑ.

Η επίθεση στην «βάση της κατανόησης της κοινωνίας», δηλαδή – σύμφωνα με το έγγραφο της CIA – η επίθεση στο «νόημα της ιστορίας», συμπληρώνεται με  τη σχετικά πρόσφατη (2018) «αποκήρυξη», από τον σημερινό πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, του ενδιαφέροντος της νεολαίας για την ιστορία: «Πείτε μου τώρα, το παιδί των 17 ετών που θα ψηφίσει για πρώτη φορά, που τον ενδιαφέρει πως θα είναι η Ελλάδα το 2030. Αν τον ενδιαφέρει το τι έγινε το 1963».

–>https://nd.gr/nea/synenteyxi-toy-proedroy-tis-nd-k-kyriakoy-mitsotaki-ston-tileoptiko-stathmo-skai-0

Αλλά και  η εξαγγελία εισαγωγής στο νηπιαγωγείο, όχι της γνωριμίας με την ύπαρξη ξένων γλωσσών και ξένων πολιτισμών γενικά, όχι της γνωριμίας με τη μητρική γλώσσα του τυχόν μετανάστη και πρόσφυγα συμμαθητή των μικρών παιδιών, αλλά της διδασκαλίας τής μιας και μόνης παιδαγωγικά «κατάλληλης» για το νηπιαγωγείο ξένης γλώσσας: της αγγλικής, επιτείνει την «εντύπωση» ότι η εξεταζόμενη «ερευνητική εργασία» θα μπορούσε να χρησιμεύει σαν κυβερνητικό εγχειρίδιο για την υλοποίηση μιας ιδεολογικής – πολιτισμικής στρατηγικής όχι απλώς του κεφαλαίου γενικά, αλλά και των ΗΠΑ ειδικότερα.

[6] Ο σύγχρονος εγχώριος ψυχολογισμός, σε μια εμφανή έκπτωσή του συγκριτικά με τον γαλλικό των δεκαετιών του ’50 – ’60, για τις ανάγκες αντιμετώπισης του «φαντάσματος» της «αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας», εκτός από παρόμοια αναμασήματα, καταφεύγει (από… εντελώς ανιδεόληπτες και ψυχικά στέρεες θέσεις) στο «ερμηνευτικό» σχήμα των «αριστερών ιδεοληψιών» ή ακόμα και της «ψυχικής νόσου» π.χ. των αντιχουντικών αγωνιστών.

Σύμφωνα με την, σημερινή, Υφυπουργό Εργασίας Δόμνα Μιχαηλίδου (29-3-2018):

 «Είχαμε μια αγιοποίηση του αγώνα, του αγώνα της δικτατορίας, η οποία ουσιαστικά έγινε επειδή δεν έγινε ο αγώνας την ώρα που έπρεπε να γίνει. Άρα τι έχουμε; Έχουμε μια σχέση η οποία καταρρίπτει τις διαστάσεις που της ανήκουν, αυτή της αντίστασης, και παίρνει διαστάσεις υπερβολής όπως αυτή της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου. Το δεύτερο κομμάτι της πρότασης …  έχει σχέση με τη μετατροπή σε βαθιά ψυχική νόσο, οποία πολύ φοβάμαι ότι είναι μια μετατροπή σε μια συλλογική ψυχική νόσο … διότι έχει δημιουργηθεί αυτό το συλλογικό αφήγημα μέσα από τη συλλογική μνήμη, αυτής της ιστορικότητας. Ακούω συνέχεια, «ιστορικό στέλεχος της αριστεράς», «ιστορικός αγώνας», κι αναρωτιέμαι, για ποια ιστορία μιλάμε; ποιος έγραψε αυτή την ιστορία; Την έγραψαν αυτοί οι άνθρωποι των οποίων η απώλεια του αισθήματος της δικτατορίας είναι αντίστοιχο με μια απώλεια δικού τους ανθρώπου; Και ποιοι; Αυτοί ακριβώς οι οποίοι είναι οι ψυχικά νοσούντες; … Η έκβαση αυτή της συλλογικής μνήμης φοβάμαι ότι φανερώνει μια συλλογική ψυχική νόσο παρά μια μεμονωμένη».

–>https://www.dailymotion.com/video/x7cybou

Ενδιαφέρουσα, στα παραπάνω, και η «επιμελώς» μονόπλευρη θεώρηση της Ιστορίας ως «γραφής», όχι ως πράξης…

 [7] Η πολιτική αντίθεση προς την «ενότητα της αριστεράς» και την κυβερνητική συνεργασία  σοσιαλιστών – κομμουνιστών αναδείχνει ένα ζήτημα πολιτικών «συνωνύμων»:

Αφενός, εν προκειμένω, πρόκειται για την πολιτική θέση που καταδικάζει το σοσιαλιστικό κόμμα γι’ αυτή τη συνεργασία. Η οποία θέση συναντά την αμερικανική επιδοκιμασία χωρίς άλλους, εμφανείς στο έγγραφο, υπολογισμούς για τις συνέπειες αυτής της «ενότητας» και συνεργασίας στα συνεργαζόμενα κόμματα και τους γενικούς πολιτικούς συσχετισμούς. Στη θέση τέτοιων πολιτικών υπολογισμών βρίσκεται στο έγγραφο η ίδια η περιγραφή της ονομαζόμενης «ιστορικής μεταβολής».

Αφετέρου, πρόκειται για την πολιτική αντίθεση από την άποψη του συνεπούς ρόλου ενός ΚΚ που δρα σε καπιταλιστική χώρα.

Είναι δυο διαφορετικά πράγματα η κριτική στους «σοσιαλιστές» για τη συμμετοχή κομμουνιστών στην κυβέρνησή τους και η κριτική στους κομμουνιστές για τη συμμετοχή τους σε μια «σοσιαλιστική» κυβέρνηση. 

Η κριτική της «αριστερής διανόησης» και της «νέας φιλοσοφίας», όπως εμφανίζεται στο έγγραφο, προέρχεται από την πρώτη αφετηρία.

[8] Ενδεικτικά, ως προς την πολιτική των ΗΠΑ στην Κεντρική Αμερική, μόλις πριν δυο χρόνια, 1983, είχε γίνει η στρατιωτική εισβολή των ΗΠΑ στη Γρενάδα, ενώ όλη τη δεκαετία του ’80 βρίσκεται σε εξέλιξη η πολιτική και υλική επεμβατική ενίσχυση (συνδεμένη και με το γνωστό σκάνδαλο «Ιρανγκέιτ») του πολέμου των «κόντρας» ενάντια στην επανάσταση των σαντινίστας στη Νικαράγουα.

Τα σχετικά αποσπάσματα του εγγράφου προϊδεάζουν για το τι εκτιμήσεις θα μπορούσε να διαβάζουμε μετά από λίγες δεκαετίες σε αποχαρακτηρισμένα έγγραφα που γράφονται σήμερα, για το βαθμό διευκόλυνσης που παρέχει π.χ. η στάση της ελληνικής διανόησης στην πολιτική των ΗΠΑ σε Μέση Ανατολή, ΝΑ Μεσόγειο, Βαλκάνια, ΒΑ Ευρώπη και, βεβαίως, Ελλάδα.

[9] Δεν είναι αβάσιμες, βέβαια, οι θριαμβολογίες του εγγράφου της ΚΥΠ των ΗΠΑ για το «νέο» στίγμα της «γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας» και την «λυδία λίθο της πνευματικής νομιμότητας», ούτε και αφορούν αφηρημένα την «σκέψη». Οι καρποί αυτής της «πνευματικής ορθοδοξίας» και «νομιμότητας» έγιναν εμφανείς στη διάρκεια των βομβαρδισμών της Γιουγκοσλαβίας, όταν η «νέα» γαλλική διανόηση, «αριστερή» και «δεξιά», στήριξε την ιμπεριαλιστική επίθεση έως το βαθμό της ιδεολογικής κακοποίησης των «συναδέλφων» της που αντιτάχθηκαν στη ΝΑΤΟϊκή επέμβαση.

Σύμπτωμα αυτής της «ορθοδοξίας» και «λυδίας λίθου» συνιστά και η αντιμετώπιση που δέχθηκε ο Ιγνάσιο Ραμονέ μετά την έκδοση του βιβλίου του «Φιντέλ Κάστρο. Βιογραφία σε δύο φωνές ή Εκατό ώρες με τον Φιντέλ»,  καρπός πέντε χρόνων καταγραφής και δουλειάς, και εκατοντάδων ωρών συζητήσεων με τον ηγέτη της κουβανικής επανάστασης. Ύστερα από τη γαλλική έκδοση του βιβλίου (2007), και απροσχημάτιστα εξαιτίας αυτής,  τερματίστηκε το ραδιοφωνικό του πρόγραμμα στη δημόσια γαλλική ραδιοφωνία, παύτηκε από διδάσκων στο πανεπιστήμιο Παρίσι 7, διώχθηκε από τη διεύθυνση της Le  Monde diplomatique και διακόπηκε γενικά η συνεργασία του με αυτήν. Έναν χρόνο πριν, μετά την πρώτη (ισπανική) έκδοση του βιβλίου (2006) είχε για τον ίδιο λόγο διακοπεί η συνεργασία του από τις εφημερίδες El Paíκαι Φωνή της Γαλικίας. Το ότι ο ίδιος ο Ιγνάσιο Ραμονέ αμύνεται απέναντι στους διώκτες του χαρακτηρίζοντας «σταλινικές» τις πρακτικές τους, ενδεχομένως πιστώνεται στους ίδιους ως μια ακόμη ιδεολογική «νίκη», αποτελώντας πτυχή της ίδιας «πνευματικής ορθοδοξίας», μέσω της οποίας το -περιβεβλημένο με δημοκρατικό τύπο – καθεστώς της δικτατορίας του  μονοπωλιακού κεφαλαίου πραγματώνεται στο πεδίο της ιδεολογίας.

Βλ., Ραμονέ: Ακριβά το πλήρωσα που έδωσα φωνή στον Φιντέλ Κάστρο

–>http://prensa-rebelde.blogspot.com/2016/12/blog-post_70.html

Ignacio Ramonet, Caro pagué por dar voz a Fidel Castro, Periódico La Jornada
Viernes 9 de diciembre de 2016, p. 48

–>https://www.jornada.com.mx/2016/12/09/mundo/048n1mun

[10] Τρία χρόνια (1981-1984) χρειάστηκε ο «σοσιαλισμός» για να «αποτύχει» στη Γαλλία. Στην Ελλάδα «απέτυχε» αυθημερόν (στις 18 σοσιαλισμός!) αν και η ζωή του παρατάθηκε για περίπου 30 χρόνια (1981-2010) με μικρά «καπιταλιστικά» διαλείμματα. Ενώ και η «αριστερά» της «1ης φοράς» χρειάστηκε μόνο λίγους μήνες από τον Ιανουάριο ως τον Αύγουστο του 2015 για να περάσει από τις «αυταπάτες» του «σχισίματος των μνημονίων με τη συμφωνία των εταίρων» στον πραγματισμό του 3ου μνημονίου και της επισφράγισης των δυο προηγούμενων, βοηθούμενη από την κοινοβουλευτική «αστική ευγένεια» των δεξιών «αντιπάλων» της.

[11] Στην κατεύθυνση της περιφερειακής («υποεθνικής» κατά το έγγραφο) διοικητικής («κυβερνητικής») κατάτμησης των εθνικών κρατών εντάσσονται και οι εγχώριες μεταρρυθμίσεις «Καποδίστριας», «Καλλικράτης» κλπ. Αυτή η «υποεθνική» κατάτμηση αποτελεί, ταυτόχρονα, οργανικό εξάρτημα της «υπερεθνικής»  πολιτικής κυριαρχίας των μονοπωλίων μέσω διακρατικών ιμπεριαλιστικών ενώσεων όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση κ.ά.

[12] Βέβαια ο «κλασικός» φιλελευθερισμός – της εποχής του ελεύθερου καπιταλιστικού συναγωνισμού – δεν είναι καθόλου «κλασικός» στην εποχή των μονοπωλίων. Η αντιγραφή και επικόλλησή του από τη μια εποχή στην άλλη ουσιαστικά συνεπάγεται ένα κοινωνικό τέρας που συνδυάζει την απάλειψη των κοινωνικών «πλεονεκτημάτων» του με τη διόγκωση των κοινωνικών αδιεξόδων του.

[13] Το ζήτημα αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία και από το γεγονός ότι η «νέα» (αν και… προπολεμική σύμφωνα με την εισαγωγική αφήγηση του εγγράφου) γαλλική «σκέψη» του 1985 αποτελεί και τη «σύγχρονη», «φρέσκια», «άφθαρτη», «νέα» κυβερνητική «σκέψη» της Ελλάδας του σήμερα.

Από το βήμα της 82ης Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, το 2017, ο (σημερινός πρωθυπουργός) Κυριάκος Μητσοτάκης,  αφού χαρακτήρισε «τεράστια πληγή» την «διεύρυνση των ανισοτήτων τα τελευταία χρόνια», αμέσως στη συνέχεια αναγόρευσε τις ανισότητες σε συστατικό της ανθρώπινης φύσης, λέγοντας επί λέξει:  «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση και όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη Δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα». Ιδού λοιπόν ο «εξισωτισμός» (το ιδεολογικό θεμέλιο της Γαλλικής Επανάστασης, το ουσιαστικό συστατικό κάθε δημοκρατίας που δεν έχει μετατραπεί σε άδειο κοινοβουλευτικό πουκάμισο) ως πηγή του «ολοκληρωτισμού».

–>https://nd.gr/nea/omilia-toy-proedroy-tis-neas-dimokratias-k-kyriakoy-mitsotaki-stin-82i-deth

Για μια ακριβέστερη καταγραφή των πραγματικών πολιτικο-ιδεολογικών συσχετισμών, σημειώνουμε ότι σε απάντησή του ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας δεν αμφισβήτησε τον ουσιαστικό πυρήνα του ιδεολογήματος Μητσοτάκη («δε ξέρω που το ‘χουν βρει αυτό γραμμένο»), αλλά υπεραμύνθηκε των «κατακτήσεων του σύγχρονου πολιτισμού μας» όπως «η αναδιανομή του πλούτου, η κοινωνική προστασία, η στήριξη των μικρών απέναντι στους μεγάλους, των ανίσχυρων απέναντι στους ισχυρούς».

–>https://www.avgi.gr/arheio/253719_al-tsipras-eimaste-edo-gia-na-kinisoyme-pros-ta-mpros-ton-troho-tis-istorias-video

Τον είχε όμως προλάβει ο αντίπαλός. Την «αντιεξισωτική» διακήρυξή του ο κ. Μητσοτάκης είχε αμέσως συμπληρώσει με την «διευκρίνιση» ότι «το μέρισμα ευημερίας πρέπει να μοιραστεί με όσο το δυνατόν πιο δίκαιο τρόπο», με διαβεβαιώσεις ότι «για εμάς η αλληλεγγύη είναι η άλλη όψη της ελευθερίας» και για την «αναγνώριση της κοινής μοίρας που δένει όλες τις Ελληνίδες και όλους τους Έλληνες»: μικρούς και μεγάλους, ανίσχυρους και ισχυρούς, όπως θα έλεγε και ο κ. Τσίπρας. Η κοινωνικοοικονομική ισότητα «αντίθετη στην ανθρώπινη φύση», καταστατικός κοινωνικός θεσμός επομένως «οι μικροί και οι μεγάλοι», οι «ανίσχυροι και οι ισχυροί»… Δε μένει παρά η δήθεν αντιπαράθεση για την «προστασία» και τη «στήριξη» των δε απέναντι στους μεν, για την «αλληλεγγύη» των δεύτερων προς τους πρώτους…

Απομένει επίσης το ερώτημα του κ. Τσίπρα,  «που το ‘χουν βρει αυτό γραμμένο». Ενδεχομένως το έχουν βρει γραμμένο στην έκθεση της CIA του 1985 για τη γαλλική διανόηση. Στη συνέχεια της οποίας, μάλιστα, εμφανίζονται ορισμένες επιφυλάξεις για τον «ελιτισμό» μιας ευθείας διακήρυξης του «αντιεξισωτισμού». Ωστόσο, στην κοινωνικο-οικονομική «ελίτ» απευθυνόταν ο κ. Μητσοτάκης με τη συγκεκριμένη ομιλία του στη ΔΕΘ. Επομένως, και «ολίγος ελιτισμός» εν προκειμένω δεν αντενδείκνυται.

[14] Στο περιεχόμενο μιας τέτοιου είδους αντιπαράθεσης, συνδεμένης με εντεινόμενες ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και επιδιώξεις, εντάσσεται πρόσφατα και η ηχηρή στοχοθέτηση θρησκευτικών αισθημάτων των μουσουλμανικών πληθυσμών εντός και εκτός Γαλλίας.

Η γαλλική άρχουσα τάξη, ενώ εξοστρακίζει την ισότητα από την πνευματική της «ορθοδοξία» και «νομιμότητα», ανεμίζει υπό όρους φάρσας τη σημαία της «ελευθερίας του (“ορθόδοξου” και “νόμιμου”) λόγου», εφόσον βέβαια δεν πρόκειται για  την εναντίωση στον βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας ή για τις συζητήσεις με το Φιντέλ.

Η κατασκευή του χρήσιμου εχθρού κρίνεται προφανώς «ωφέλιμη» για την προώθηση των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων στο εξωτερικό και την ένταση της αντιλαϊκής, αντεργατικής (αντιεξισωτικής!) καταστολής στο εσωτερικό.

Η «έμψυχη», – άθρησκη ή θρησκευόμενη, χριστιανική ή μουσουλμανική -, πρώτη ύλη της βιομηχανίας του ιμπεριαλιστικού πολέμου,  πρέπει να πειστεί, ότι ο καυγάς δεν αφορά ενεργειακά κοιτάσματα και αγωγούς, αλλά τα γένια του προφήτη και τη ζωγραφική τους. Ότι πρόκειται για αναβίωση του πολέμου μεταξύ εικονολατρίας και εικονομαχίας, κι όχι για την αρπαγή των πηγών του κοινωνικού πλούτου.

[15] «Ομάδα Έρευνας και Μελέτης Ευρωπαϊκού Πολιτισμού» και «Λέσχη του Ρολογιού». Οργανισμοί της «νέας δεξιάς» διανόησης προσδιοριζόμενοι ως «δεξαμενές σκέψης» με ακροδεξιό (αν και «μεταμοντέρνο») θεωρητικό λόγο και πρακτική «εισοδισμού» στα κέντρα άσκησης της αστικής πολιτικής.

[16] Εν προκειμένω, όταν διαβάζουμε «ελιτισμός» μπορούμε να εννοήσουμε και τα μη ελκυστικά για τις μάζες ιδεολογήματα, τα οποία ναι μεν εκφράζουν την ταξική αλήθεια των εκφραστών τους, αλλά δημιουργούν ορισμένη δυσκολία στην ιδεολογική ενσωμάτωση των εργαζομένων καθώς και του τμήματος της διανόησης που υπηρετεί – με τις απόψεις του – τη λειτουργία αυτής της ενσωμάτωσης.

Έτσι και στη συνέχεια του κειμένου, η μεταφυσική χριστιανική ισότητα ενώπιον του Θεού δεν προκαλεί πρακτικές πολιτικές δυσκολίες, επομένως δεν συντρέχει άμεσος λόγος μεταφυσικών ιδεολογικών μετώπων που ενδεχομένως προσκρούουν σε «προλήψεις» του βασικού συντηρητικού target group, παρότι, στο δευτερεύον «αριστερό» target group ενδεχομένως θα ασκούσαν μια απατηλή γοητεία.

Συχνά, άλλωστε, είναι για τον κυρίαρχο αστικό λόγο αποδοτικότερη η ανάπτυξη των θεωρητικών ιδεολογημάτων στη βάση ενός σιωπηρού αλλά ήδη διατυπωμένου θεμελιακού υπόβαθρου, παρά η εξασθένηση της επίδρασης των ιδεολογημάτων χάριν επαναλαμβανόμενης εμμονής στο υπόβαθρο που προκαλεί δυσάρεστα ιδεολογικά αντανακλαστικά.

Κατά τα άλλα ο «τελικός στόχος» είναι διατυπωμένος: κάποιοι «υπερέχουν ουσιαστικά» από τους υπόλοιπους, πράγμα το οποίο η κοινωνία οφείλει να  αναγνωρίσει πολιτικά. Η «ουσιαστική υπεροχή» της «ελίτ» στο κοινωνικό βασίλειο, δεν προτίθεται πάντως να αφήσει χάρισμα στα κατώτερα όντα ούτε την «βασιλεία των ουρανών»: Όχι η «τεχνητή ισότητα» αλλά η «ουσιαστική υπεροχή κάποιων» οφείλει να εξουσιάζει τόσο την πολιτική και την οικονομία όσο και το κοινωνικό πνεύμα…

[17] Στο προηγούμενο παράθεμα, πριν την αναφορά στον Ρ. Αρόν, αφαιρέσαμε μια αναφορά του εγγράφου στον Ρ. Ντεμπραί κρίνοντάς την, στο σημείο εκείνο, εμβαλωματική και ικανή να προκαλέσει σύγχυση, αφού η κριτική του Ντεμπραί αφορά όχι τη «νέα δεξιά», που είναι εκεί το θέμα, αλλά τη «νέα αριστερά» και τους «νέους φιλοσόφους» της. Την παραθέτουμε στο μέρος το σχετικό με την «ύφεση της πνευματικής ζωής».

[18] «Εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει κι η μοναξιά», ήταν η ελληνική (ορθόδοξη και «πνευματώδης») εκδοχή της «φυγής από την ιδεολογία» την ίδια χρονική περίοδο, στην οποία αναφέρεται το έγγραφο. Η αντίστροφη τοποθέτηση, «εκτός από τη μοναξιά υπάρχει κι ο ιμπεριαλισμός», προφανώς δεν διέθετε ποτέ «ορθόδοξα» πιστοποιητικά, τουλάχιστον από αυτά που εκδίδουν έγγραφα σαν και αυτό. Φυσικά, την «φυγή από την ιδεολογία» ακολουθεί είτε, κατ’ εξαίρεση, ο ατομικός αναχωρητισμός είτε, κατά κανόνα, ο «πραγματισμός» της ατομικής προσαρμογής και της (επιτυχούς ή ανεπιτυχούς) επιδίωξης ατομικού οφέλους από την πραγματικότητα, όποια κι αν είναι αυτή. 

[19] «Σοφοί», «savants», με πλάγια έμφαση στο πρωτότυπο, όπως και στα σημεία όπου υπάρχουν αναφορές στον Ρεζί Ντεμπραί. Διακινδυνεύοντας μια ερμηνεία,  ίσως να πρόκειται για επιτηδευμένη εννοιολογική απόχρωση της αγγλικής ή της αμερικάνικης αγγλικής, μια απόχρωση (savant) πολιτισμικά πιο «αρχαϊκή» από ό,τι του διανοούμενου (intellectual), και η έμφαση να ανταποκρίνεται στον ενεργό ιδεολογικό ρόλο του εγγράφου: Οι κομμουνιστές, οι αντίπαλοι του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού,  μπορούν να είναι «πολύξεροι», μπορούν να είναι «σοφοί του καφενείου», το να κατέχουν όμως τον «υψηλό» τίτλο του «διανοούμενου» προσκρούει στην «πνευματική ορθοδοξία και νομιμότητα» που «λυδία λίθος» και μέρος της είναι ο αντικομμουνισμός, ο αντισοβιετισμός, ο «αντιολοκληρωτισμός».

[20]. Παρά το συζητήσιμο πλευρών αυτού του σημείου, όπως και άλλων στο έγγραφο, στις πραγματικές αιτίες των πραγματικών φαινομένων, θα πρέπει, πέραν και της ιδεολογικής «πίεσης» που σημασιοδοτούν οι όροι πνευματική «ορθοδοξία» και «νομιμότητα»,   να υπολογιστούν και άλλοι παράγοντες,  όπως ο οπορτουνισμός, η τάση «σοσιαλδημοκρατικοποίησης» μέσω του ευρωκομμουνισμού, επομένως ορισμένος βαθμός άρρητης οικειοποίησης των βάσεων της πολεμικής.

[21] Το έγγραφο δεν παραλείπει μια εκτίμηση για «ζητήματα που μπορούν να κρατήσουν τους διανοούμενους σε τριβή»: Τέτοια είναι: Η ανάμιξη στην πολιτική – χαρακτηριστικό των αριστερών – αλλά όχι κομματική ή ιδεολογική ανάμιξη. Το ιδεολογικό ζήτημα της Γαλλικής πολιτιστικής ταυτότητας, «στενά δεμένης με τα συναισθηματικά ζητήματα των ξένων επιρροών στη Γαλλία, της μετανάστευσης και του ρατσισμού»«Αντι-μεταναστευτική ρητορική και ρατσισμός συνδεμένα με την άνοδο του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου γαλβάνισαν  πολλούς αριστερούς διανοούμενους στη δράση, κυρίως σε διαμαρτυρίες στους δρόμους οργανωμένες από μια αντιρατσιστική ομάδα αποκαλούμενη ΣΟΣ Ρατσισμός».

Κατά τα άλλα (το έγγραφο) ψυχρά παραθέτει τι μπορεί να ενδιαφέρει την πολιτική των ΗΠΑ σε σχέση με τη γαλλική πολιτική και την μελλοντική επιρροή της «νέας αριστεράς» σ’ αυτήν: Στήριξη προσπάθειας μετριοπαθών σοσιαλιστών για κεντροαριστερή συμμαχία και αντίθεση σε κάθε προσπάθεια σκληρής γραμμής σοσιαλιστών για «ενότητα της αριστεράς» (εντός εισαγωγικών στο πρωτότυπο) με το κομμουνιστικό κόμμα στις επικείμενες εκλογές. Η δραστηριότητα της νέας αριστεράς πιθανά θ’ αυξήσει τις διαφωνίες μεταξύ των δυο αριστερών κομμάτων και στο εσωτερικό του  Σοσιαλιστικού Κόμματος καθώς και την εκλογική αποστασία από αμφότερα τα στρατόπεδα, σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό.


Από τη Θάτσερ στον Τζόνσον κι από τα «άτομα και τις οικογένειες» στην «αγέλη»

Υπάρχει κοινωνία τελικά;

Σύμφωνα με τη Θάτσερ, στα χρόνια που προηγήθηκαν της καπιταλιστικής «παγκοσμιοποίησης», όχι! «Δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνο άτομα και οικογένειες».

Σε συνθήκες κορονοϊκού καπιταλισμού το δόγμα «δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν άτομα» αναπτύχθηκε ως το στάδιο της «επιστημονικής» ολοκλήρωσής του:

Δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχει αγέλη:

Αφότου η κινέζικη εμπειρία είχε ήδη κάνει γνωστή σ’ ολόκληρο τον κόσμο τη μεταδοτικότητα και το βαθμό θνησιμότητας αλλά και τις προϋποθέσεις αντιμετώπισης του  κορονοϊού, η βρετανική κυβέρνηση  προσανατολίστηκε στην «λύση» να προσβληθεί ένα 60% των Βρετανών, έτσι ώστε από τον πληθυσμό των «ατόμων» και των «οικογενειών» να αποκτηθεί «ανοσία αγέλης».

Στην επιχείρηση «εκλαΐκευσης» αυτής της πολιτικής συνέδραμε και ένας σύμβουλος της βρετανικής κυβέρνησης με την ιδιότητα τού «συμπεριφορικού κοινωνιολόγου». Κι έτσι, εκτός των άλλων, μάθαμε επιτέλους και αυτό που για πολύ καιρό απλώς υποψιαζόμαστε: ότι οι κυβερνήσεις των «πρώτων» καπιταλιστικών κρατών κυβερνάνε και διαχειρίζονται τις κρίσεις με τη συνδρομή «συμπεριφοριστών». Κατά συνέπεια όχι μόνο «δεν υπάρχει κοινωνία» παρά «αγέλη», αλλά κι αυτή η «αγέλη» αποτελείται από «σκυλιά του Παυλόφ» στα χέρια των κυβερνητικών «συμπεριφοριστών».

Εν προκειμένω, λοιπόν, ο συμπεριφοριστής μας, πρότεινε στην κυβέρνηση «να ενθαρρύνει  μέσα στις οικογένειες» τη συζήτηση για το θανάτο των ηλικιωμένων σαν «σχέδιο σεβασμού της αυτονομίας τους και του δικαιώματός τους να είναι οι ίδιοι που θα λάβουν τέτοιες αποφάσεις και όχι κάποιοι άλλοι για λογαριασμό τους».

Προτού, όμως, οι «οικογένειες» αρχίσουν να επιδοτούνται για τον θάνατο των ηλικιωμένων τους, προτού τα τηλεοπτικά παράθυρα και πάνελ προλάβουν να κατακλυστούν από ειδικούς που θα ανέλυαν τα πλεονεκτήματα ενός τέτοιου εθνικού στόχου, μια επιδημιολογική μελέτη προέβλεψε ότι «χωρίς περιοριστικά μέτρα η έκρηξη της επιδημίας θα προκαλέσει περισσότερους από 500.000 θανάτους στην Βρετανία (και 2,2 εκατομμύρια στις Ηνωμένες Πολιτείες)».

Ο αριθμός των ενδεχόμενων 500.000 θανάτων «έπεισε» την βρετανική κυβέρνηση να ανακοινώσει «μέτρα περιορισμού της επιδημίας».  Αυτό που παραμένει άγνωστο είναι, κατά πόσον κρίνονται ικανοποιητικές από την κυβέρνηση  οι έστω «περιορισμένες» συνέπειες της χρονικής καθυστέρησης λόγω της πολιτικής «ανοσίας της αγέλης» και «σεβασμού της αυτονομίας των ηλικωμένων». 

Και, παρεμπιπτόντως, άγνωστος παραμένει και ο ρόλος των «συμπεριφοριστών» κυβερνητικών συμβούλων, όχι μόνο των Βρετανών, σε άλλες πρόσφατες κρίσεις: μνημόνια, προσφυγικό κλπ… Από μόνος του , πάντως, ο εντοπισμός της συνδρομής τους μάλλον είναι αρκετά διαφωτιστικός για την ερμηνεία μιάς σειράς «πτυχών» της διαχείρισης  (και αξιοποίησης) των κρίσεων, μαζί και της τωρινής στο βαθμό που – εκτός των άλλων – μια σειρά μέτρα που λαμβάνονται στο όνομα της αντιμετώπισής της προορίζονται να αποκτήσουν μονιμότερο χαρακτήρα και μετά από αυτήν.    

***

Μας έχουν πει ότι βρισκόμαστε σε «πόλεμο» και μάλιστα εναντίον ενός εχθρού «αόρατου» όπως αποκαλούν την τρέχουσα πανδημία…

Όπως και σε άλλες περιπτώσεις πολέμων, εντός ή εκτός εισαγωγικών,  ισχύει η γενική αρχή: ο πόλεμος αποτελεί συνέχιση της πολιτικής με διαφορετικά μέσα (βίαια μέσα, εφόσον πρόκειται κυριολεκτικά για «πόλεμο»). Το είδος της πολιτικής, που ασκείται στο έδαφος συγκεκριμένων κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων, προσδιορίζει τον χαρακτήρα της  πολεμικής της συνέχισης. Και αντίστροφα, επίσης, η διεξαγωγή του πολέμου παρέχει συμπεράσματα για το είδος, τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο, της ασκούμενης πολιτικής.

Από μόνο του θα μπορούσε να θεωρηθεί «υπερβολή» το να έλεγε κανείς ότι, ως προς το είδος της πολιτικής που συνεχίζει ο «πόλεμος» κατά της πανδημίας, η βρετανική κυβέρνηση «μίλησε» εξονόματος ολόκληρου του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού κόσμου. Τα γεγονότα όμως κάθε άλλο παρά σε «υπερβολή» συνηγορούν.

Η ΕΕ και τα κράτη-μέλη της, το ΝΑΤΟ και τα κράτη-μέλη του, οι ΗΠΑ, όλο αυτό το σύμπλεγμα των κρατών που αποτελεί την ατμομηχανή της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, τις «επίκαιρες» και «νωπές» τελευταίες τρεις  δεκατίες έχει επιδείξει «απαράμιλλη» ικανότητα σε επιχειρήσεις καταστροφής.

Αν είναι για ν’ αρπάξουνε τα πετρέλαια, τον ορυκτό πλούτο, τα εδάφη οποιασδήποτε περιοχής του κόσμου, τότε σε απειροελάχιστο χρόνο ενεργοποιούν προσωπικό δεκάδων και εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, εφοδιασμένων ατομικά και ομαδικά με τον πιο σύγχρονο και ακριβό τεχνολογικό εξοπλισμό, ενεργοποιούν υποδομές αμύθητης αξίας, δαπανούν αφειδώλευτα άφθονο υλικό «μιάς χρήσης», δεν τσιγκουνεύονται το χρόνο: οι επιχειρήσεις καταστροφής διαρκούν όσο χρειάζεται η υλοποίηση των στόχων τους και τις ακολουθεί μακρόχρονη συνέχιση για την «εμπέδωση» των όσων επιτεύχθηκαν.

Η σύγκριση είναι καταλυτική:

–> Στους δεκάδες – εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες των ιμπεριαλιστικών αποστολών και επεμβάσεων δεν πρόκειται να τους λήψει το ατομικό κράνος και μάλιστα συχνά εφοδιασμένο, κάθε κράνος, με σύγχρονα τεχνολογικά συστήματα. Κάθε μέλος του προσωπικού των πολεμικών επιχειρήσεων διαθέτει οπλισμό «αστακού» και μπορεί να ξοδεύει άφθονες σφαίρες (μιάς χρήσης!) εναντίον του «εχθρού» χωρίς να τις τσιγκουνεύεται.

Από το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό που καλείται στον «πόλεμο» της πανδημίας να προστατεύσει την υγεία των λαών, λείπουν οι μάσκες και οι ρόμπες μιας χρήσης, βαλβίδες για τους αναπνευστήρες, τα τεστ ανίχνευσης του ιού διατίθενται σε περιορισμένη ποσότητα.

–> Στη Φαλούτζα, μετά την ιμπεριαλιστική επέμβαση κατά του ιρακινού λαού το 2003, για ένα παρατεταμένο χρονικό διάστημα το προσωπικό της πολεμικής επιχείρησης «εκκαθάριζε»  τις εστίες αντίστασης «πόρτα-πόρτα».

Ο υγειονομικός έλεγχος πόρτα-πόρτα για την κοινωνική-γεωγραφική ανίχνευση και την άμεση αντιμετώπιση των εστιών μετάδοσης του ιού, αποτελεί «ουτοπία» για χώρες που συγκαταλέγονται στα G-5, G-10, G-20, G-30 των «ισχυρότερων κρατών του πλανήτη», σημειωτέον ότι κάπου εκεί, στο G-30 με G-40 συγκαταλέγεται και η χώρα μας. Κι όμως, είναι πλέον ξεκάθαρο ότι για να τεθεί η πανδημία σε έλεγχο και να «κερδηθεί ο πόλεμος» η συνταγή είναι: «Τεστ, τεστ, τεστ! …Χωρίς τεστ απλώς δεν έχουμε ιδέα πώς να εντοπίσουμε τα ύποπτα κρούσματα και πώς να απομονώσουμε τις στενές επαφές». Για να τεθεί η πανδημία υπό έλεγχο απαιτείται σε κάθε χώρα η «εξέταση δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων κάθε μέρα».

–> Στη διάρκεια των βομβαρδισμών τις Γιουγκοσλαβίας επί 78 μέρες το 1999, η αφθονία των «υλικών» ήταν τόση, ώστε σε ορισμένες περιπτώσεις επιστρέφοντας απ’ την αποστολή τους τα βομβαρδιστικά άδειαζαν το φορτίο των αχρησιμοποίητων βομβών τους στη θάλασσα προκειμένου να προσγειωθούν με ασφάλεια στις βάσεις τους.

Στην περίπτωση της πανδημίας αποτελεί ερώτημα η επάρκεια των αντιδραστηρίων για την πραγματοποίηση των τεστ ανίχνευσης του ιού, κι αυτό για όσους έχουν ήδη προσβληθεί και για το περιβάλλον τους, κι όχι μ’ ένα πρόγραμμα μαζικών ελέγχων με στόχο των περιορισμό και τερματισμό της μετάδοσης.

–> Αεροπλανοφόρα, βομβαρδιστικά, βόμβες, πύραυλοι κ.ο.κ., υποστηριζόμενα από τεράστια εκτεταμένα δίκτυα στρατιωτικών βάσεων, χρησιμοποιούνται, φθείρονται, καταστρέφονται και αναπληρώνονται σε όλο και μεγαλύτερη έκταση, οι πολεμικοί προϋπολογισμοί αυξάνονται παντού χρόνο με το χρόνο, τεράστιοι αριθμοί στρατιωτικού προσωπικού είναι ανά πάσα στιγμή σε ετοιμότητα να επέμβουν όπου γης με πλήρη επιμελητειακή υποστήριξη.

Στον αντίποδα αυτών, νοσοκομεία κλείνουν ή αφήνονται να «ξεφτίσουν», στα ελληνικά νοσοκομεία παραμένουν κενές 7.000 οργανικές θέσεις γιατρών και 30.000 θέσεις νοσηλευτικού προσωπικού, στην Ιταλία που σήμερα μαστίζεται όσο καμιά άλλη χώρα από τη μετάδοση του ιού, μέσα σε δέκα χρόνια  έγιναν στον τομέα της υγείας περικοπές 37 δισ. ευρώ, χάθηκαν 70.000 κλίνες και έκλεισαν 359 τμήματα νοσοκομείων. Στον τομέα της υγείας όχι μόνο δεν υφίστανται «δυνάμεις ταχείας επέμβασης», αλλά και η ανυπαρξία τους την ίδια την κρίσιμη στιγμή βρίσκει πολιτική και «θεωρητική» στήριξη στην «ανοσία της αγέλης» και τον… «σεβασμό της αυτονομίας των ηλικιωμένων». [*]

***

Ποια λοιπόν πολιτική αντικατοπτρίζει η «πολεμική» της συνέχιση στη μια και στην άλλη περίπτωση. Ποια πολιτική καθρεφτίζεται στην περίπτωση της «μάχης» των καπιταλιστικών μονοπωλιακών ομίλων και των κρατών τους για τον παγκόσμιο έλεγχο του ορυκτού πλούτου, των ενεργειακών πηγών και δρόμων μεταφοράς, στην περίπτωση της «μάχης» τους για την αποτελεσματικότερη γενική απομύζηση της κοινωνικής εργασίας. Και ποια πολιτική, στην περίπτωση της μάχης για την υγεία και τη ζωή των λαών.

Προφανώς, και στις δυο περίπτώσεις καθρεφτίζεται και συνεχίζεται η ίδια πολιτική. Τελειοποιημένη όταν πρόκειται για το αιματοκύλισμα των λαών, κουρελιασμένη όταν έχει σαν στόχο την υπεράσπιση της ζωής τους. Οι λαοί της Ευρώπης, των ΗΠΑ κ.α. την ώρα αυτής της κρίσης, βρίσκονται αντιμέτωποι με τις συνέπειες του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού στο εσωτερικό των ίδιων των ιμπεριαλιστικών κρατών. Για τους λαούς «ο κύριος εχθρός βρίσκεται μέσα στη χώρα», καιρός να καταλάβουν ότι το ίδιο ισχύει και για τους ιμπεριαλιστές.

***

Λίγα λόγια ακόμα: Τον κινέζικο καπιταλισμό δεν χρειάζεται να πάει κανείς πολύ μακριά για να τον συναντήσει. Οι εργαζόμενοι στην COSCO, στο λιμάνι του Πειραία, καθημερινά τον αντικρίζουν, επίσης τον αντικρίζουν (όπως και κάθε «άλλον» καπιταλισμό) κάθε φορά που κινητοποιούνται για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους .

Ωστόσο, ας ερμηνεύσουν οι ανταγωνιστές αυτού του καπιταλισμού, ας ερμηνεύσει π.χ. η «Ευρώπη», – από τη μια -, την ικανότητα της Κίνας να στήνει μέσα σε λίγες μέρες έκτακτες, εκτεταμένες και αποτελεσματικές νοσοκομειακές δομές και μέσα από από ένα σχεδιασμένο, γενικευμένο υγειονομικό πρόγραμμα να φτάνει στον έλεγχο μιας αρχικά αχαλίνωτης επιδημίας και, – απ’ την άλλη -, τη δική τους ανικανότητα (αν όχι αδιαφορία) να λειτουργήσουν στοιχειωδώς οι ήδη υπάρχουσες υγειονομικές δομές τους, ώστε η ευρωπαϊκή ήπειρος, και η Ιταλία μόνη (πραγματικά μόνη μέσα στην «Ενωμένη Ευρώπη» του κεφαλαίου), να μετρά σήμερα περισσότερα θύματα της πανδημίας απ’ ό,τι η Κίνα.

Δεν πρόκειται εδώ για τη διαφορά μεταξύ «αυταρχισμού» και «δημοκρατίας». Πρόκειται για ιστορικό απόθεμα ικανοτήτων, – από τη μια -, και για ιστορικά αναπτυγμένο έλλειμμα, από την άλλη. 

Τι είδους ιστορικό απόθεμα και τι είδους ιστορικό έλλειμμα είναι επίσης αυτό που, – απ’ τη μια -, επιτρέπει στην «φτωχή», «απομονωμένη», επαναστατική Κούβα μια εκστρατεία όπου 28.000 φοιτητές έχουν ήδη επισκεφθεί 1 εκατομμύριο ανθρώπους για υγειονομικό έλεγχο και που, – απ’ την άλλη -, εξαναγκάζει την Ελλάδα του «σκληρού πυρήνα του ευρώ» να απευθύνει κυβερνητικές οδηγίες του είδους «όποιος έχει ήπια συμπτώματα απλώς να κάτσει στο σπίτι».

Δεν πρόκειται ούτε για διαγωνισμό «μαρμάρινων σταυρών». Πρόκειται για ερωτήματα που αποσκοπούν στη λήψη, έστω και καθυστερημένα, των απαραίτητων μέτρων ώστε το «αμερικάνικο», το «ευρωπαϊκό», το «εθνικό», το «διεθνές» σύστημα υγείας ν’ ανταποκριθεί σε ό,τι έχει ήδη «επικοινωνιακά» ονομαστεί  «τραγωδία», ενώ είναι η ρέουσα ιστορία κι όχι κάποια καλλιτεχνική της μίμηση… Πρόκειται σε τελική ανάλυση για έκκληση. 

Πρόκειται για αλληλεγγύη προς τους λαούς που μαστίζονται από την εχθρότητα του κεφαλαίου προς την ίδια την ύπαρξη των υπηκόων του.

================================

[*] (edit 22-3-2020): Και, στην άλλη όψη του νομίσματος: επίκληση της «ατομικής ευθύνης» και κατασταλτικά μέτρα…

 

 


Σε αυτές τις «μη επαναστατικές» συνθήκες που ζούμε

Άσχετα από τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ο καθένας το ότι ζούμε και δρούμε σε «μη επαναστατικές» συνθήκες, το γεγονός ότι οι συνθήκες είναι «μη επαναστατικές» δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση πολιτικής ανταπόκρισης στο ερώτημα το διατυπωνόμενο από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων εργαζόμενων στρωμάτων: τι κυβέρνηση έχει ανάγκη η χώρα. Ερώτημα που καταρχήν δεν σημαίνει «ποιο κόμμα» θα ασκεί την κυβερνητική πολιτική, αλλά ποια κυβερνητική πολιτική πρέπει να ασκηθεί.

Πόσο μάλλον που οι υπάρχουσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, δεν έχουν σαν σύνολο την παραμικρή σχέση με συνθήκες στις οποίες «οι πάνω» διαθέτουν τη βεβαιότητα ότι μπορούν να ζουν  «όπως παλιά», ότι μπορούν «να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους» και στις οποίες «οι κάτω θέλουν να ζουν όπως παλιά». Τέτοιες συνθήκες ήταν οι υπάρχουσες μέχρι το 2010 και έχουν παρέλθει. Από τότε διατηρείται μια κατάσταση διαρκούς «επιδείνωσης, μεγαλύτερης από την συνηθισμένη, της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων». Από τότε, επίσης, είναι εμφανής η αδυναμία μιας οριστικής αναδιάταξης του αστικού πολιτικού σκηνικού τέτοιας που να ενσωματώνει αποτελεσματικά τις εργαζόμενες τάξεις και στρώματα, και μάλιστα σε συνθήκες «ρευστότητας» των διεθνών ανταγωνισμών εντός των οποίων οφείλουν να εντάσσονται και οι βλέψεις της εγχώριας άρχουσας τάξης. Από τότε επίσης, εμφανίστηκε, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της, μια διετής περίοδος «σημαντικού ανεβάσματος της δραστηριότητας των μαζών», διαφορετική από την περίοδο όπου οι μάζες «αφήνονται ήσυχα να τις ληστεύουν». Το ότι αυτή η δραστηριότητα δεν απέκτησε τα χαρακτηριστικά «αυτοτελούς ιστορικής δράσης», καθώς και το γιατί δεν τα απέκτησε, το ότι εκείνη η άνοδος της δραστηριότητας δεν είχε συνέχεια καθώς και το γιατί δεν είχε συνέχεια, το ότι εκείνη η «σύντομη» άνοδος της δραστηριότητας των μαζών έχει δώσει τη θέση της σε μια στάση αναμονής και «απάθειας» αλλά όχι προσαρμογής, το ότι τα προηγούμενα επιδρούν «θετικά» στη δυνατότητα της άρχουσας τάξης να διατηρεί και να επιζητά την αναδιάταξη των μορφών της κυριαρχίας της, αυτά είναι αλήθεια. Αλλά όλα τα παραπάνω μαζί παρμένα, όσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση ύπαρξης επαναστατικών συνθηκών, άλλο τόσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση των συνθηκών σαν τέτοιες που τυπικά και με βάση όλα τους τα γνωρίσματα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «μη επαναστατικές συνθήκες».

Ο γνωστός λενινιστικός ορισμός των επαναστατικών συνθηκών, περιέχει σαν αντίστροφη όψη του και έναν ορισμό των μη επαναστατικών συνθηκών: 1) Οι κορυφές μπορούν να ζουν όπως παλιά, μπορούν να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους.  2) Τα κάτω στρώματα θέλουν να ζουν όπως παλιά. 3) Η ανέχεια και η αθλιότητα των καταπιεζόμενων τάξεων παραμένει η συνηθισμένη, χωρίς επίδείνωσή της. 4) Οι μάζες αφήνονται να τις ληστεύουν ήσυχα, το επίπεδο της δραστηριότητάς τους είναι αυτό των «ειρηνικών» εποχών.

Δεν είναι τέτοιες οι σημερινές συνθήκες, συνολικά παρμένες, όπως δεν είναι και αντίθετες. Είναι «μη επαναστατικές συνθήκες» μόνο σχετικά, δηλαδή μόνο από την άποψη ότι δεν είναι επαναστατικές, όχι όμως από την άποψη της «απόλυτης τιμής» των συνθηκών που θα ορίζονταν ως «μη επαναστατικές». Από την άποψη αυτής της «απόλυτης τιμής» οι υπάρχουσες συνθήκες δεν είναι «μη επαναστατικές». Και ειδικά γύρω από τον καταλυτικό παράγοντα της δραστηριότητας των καταπιεζόμενων τάξεων, το χαμηλό επίπεδο αυτής της δραστηριότητας οφείλεται σε έναν μεγάλο βαθμό  στην  έλλειψη ενός συγκεκριμένου και καθοδηγητικού γι’ αυτές πολιτικού στόχου, τέτοιου που α) να απαντά με γενικό τρόπο στις ανάγκες τους και β) να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι μη-επαναστατικές  αλλά δεν είναι και επαναστατικές, και δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες «ανεξάρτητα από τη θέληση ορισμένων χωριστών ομάδων και κομμάτων, αλλά και από τη θέληση ορισμένων χωριστών τάξεων». Ενός συγκεκριμένου καθοδηγητικού πολιτικού στόχου που να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες, αλλλά είναι συνθήκες γενικού μετεωρισμού ανάμεσα σε μια «παλιά» κατάσταση πραγμάτων και σε μια νέα «ακαθόριστη» στο περιεχόμενό της.

Κι είναι αυτό το «ακαθόριστο» που επιδρά αποφασιστικά στο να διατηρείται σε χαμηλό επίπεδο η δραστηριότητα των μαζών. Που δεν επιτρέπει την ανοδική ανάπτυξη της δραστηριότητάς τους όσο ο γενικός στόχος αυτής δραστηριότητας, τέτοιος που να αντιστοιχεί στις παρούσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, παραμένει ακαθόριστος. Δηλαδή παραμένει τέτοιος που δεν κινητοποιεί σε δραστηριότητα η οποία συνεπάγεται ανατροπή των όρων προσαρμογής των ατόμων στις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις, σε δραστηριότητα η οποία προϋποθέτει θυσία αυτής της προσαρμογής για χάρη ενός πολιτικού στόχου άμεσου, αναγκαίου και γι’ αυτό ικανού να συνεγείρει.  Και ένας τέτοιος πολιτικός στόχος σήμερα ανάγεται άμεσα στο γενικό ζήτημα της κυβέρνησης που έχει ανάγκη η χώρα, δηλαδή της κυβερνητικής πολιτικής που μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων στρωμάτων: σήμερα που, ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων, οι συνθήκες δεν είναι επαναστατικές. Σήμερα που, εντός «μη επαναστατικών» συνθηκών, και επίσης ανεξάρτητα από την ίδια αυτή θέληση, μόνο μια κυβερνητική πολιτική με επαναστατικό περιεχόμενο μπορεί να ανταποκριθεί στις εργατικές – λαϊκές ανάγκες. Και που μόνο ο στόχος μιας τέτοιας πολιτικής μπορεί να ανεβάσει τη δραστηριότητα των μαζών στο ύψος των περιστάσεων, και σε ακόμα ανώτερο ύψος όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν.

Κι αυτός είναι ο στόχος μιας κυβερνητικής πολιτικής η οποία, μαζί με το κρατικό χρέος και τα «μνημόνια», μαζί με τις επαχθείς για το λαό δεσμεύσεις της χώρας στην ΕΕ των μονοπωλίων, αναγκαστικά θα καταργήσει και το ΕΣΠΑ και τον κρατικό δανεισμό… Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά και (για άλλη μια φορά) «ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων», θα πρέπει – στη θέση αυτών – να «δεσμεύσει» τον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο και τις πηγές του στην ικανοποίηση των εργατικών-λαϊκών αναγκών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να διαθέτει την ικανότητα να καθυποτάξει την αντίδραση των σημερινών εγχώριων και ξένων σφετεριστών του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου και των πηγών του, την αντίδραση των καπιταλιστών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να στηρίζεται στην λαϊκή οργάνωση και κινητοποίηση, να αποτελεί εμπνευστή και εκφραστή αυτής της οργάνωσης και κινητοποίησης. Μια κυβερνητική πολιτική την οποία μπορούν να υλοποιήσουν μόνο πολιτικές δυνάμεις, «ομάδες και κόμματα», ταγμένες από την ύπαρξή τους στην υπηρεσία των εργατικών-λαϊκών συμφερόντων ενάντια στην οικονομική και πολιτική εξουσία των εκμεταλλευτών και καταπιεστών του λαού και ενάντια στην πολιτική των κομμάτων τους.

Το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από τη θέση της κυβέρνησης είτε από τη θέση της αντιπολίτευσης, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από την άποψη της λαϊκής κινητοποίησης για την απόκρουση της αντιλαϊκής επίθεσης είτε από την άποψη της λαϊκής αντεπίθεσης για την υλοποίησή του, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι τέτοιος που η διεκδίκησή του φέρνει την αστική τάξη αντιμέτωπη με τις «δικές της» πολιτικές ελευθερίες, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος απαιτεί ουσιαστικά την ίδια οργάνωση του λαού και την ίδια «αυτοτελή ιστορική δράση» του που απαιτεί και κάθε μορφή «απλώς» αντίστασής του στην αντιλαϊκή λαίλαπα, το ότι στο τέλος του αυτός ο πολιτικός στόχος οδηγεί στην αντικατάσταση των οικονομικών και πολιτικών ελευθεριών και της εξουσίας του κεφαλαίου από την οικονομική και πολιτική ελευθερία και εξουσία του εργαζόμενου λαού, στην αντικατάση της οργανωμένης κυριαρχίας των εκμεταλλευτών από την οργανωμένη κυριαρχία του λαού, όλα αυτά μένει να εξηγηθούν. Και καλύτερα από το κάθε τι, τα εξηγεί η ίδια η ανάπτυξη της λαϊκής δραστηριότητας από τη στιγμή που θέτει άμεσα μπροστά της αυτόν τον πολιτικό στόχο και στο κάθε της βήμα για την τελική του πραγμάτωση.


Το λάδι και το γάλα

Πρόκειται για αναδημοσίευση παλιότερων άρθρων, με αφορμή την είδηση για σχεδιαζόμενο λουκέτο σε 2750 ελαιοτριβεία της χώρας προκειμένου, για τις ανάγκες ανάπτυξης του χρηματιστικού κεφαλαίου,  να «αντικατασταθούν» από μερικά ελαιοτριβικά «μεγαθήρια», μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Το πρώτο άρθρο, «το λάδι», γράφτηκε και αναρτήθηκε σε αυτό το ιστολόγιο πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, και το δεύτερο, «το γάλα» δυο περίπου μήνες νωρίτερα από το πρώτο.

Προκαταλαμβάνοντας εισαγωγικά την ανάγνωση των δυο άρθρων, σημειώνω πως το κεντρικό νόημά τους είναι, ότι ενώ από τη μια, η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού εμφανίζεται ως (αναγκαία και δυνατή) συνέπεια του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής που είναι σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη (την ανάπτυξη του κεφαλαίου), από την άλλη: Καθόλου κατ’ ανάγκη δεν συμπίπτει ο βαθμός μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής ο υποταγμένος στην ανάπτυξη του κεφαλαίου, με το βαθμό μεγέθυνσης και συγκέντρωσής της  που ανταποκρίνεται στις ανάγκες ανάπτυξης της κοινωνίας. Ότι, αντίθετα, και χωρίς να απαιτούνται μαθηματικοί τύποι γι’ αυτό το συμπέρασμα,  ο βαθμός μεγέθυνσης και συγκέντρωσης του κεφαλαίου (και μαζί και της παραγωγής) ως συνέπεια της δικής του ανάπτυξης μπορεί να έρχεται, και εν προκειμένω έρχεται, σε αντίθεση, σε σύγκρουση με το βαθμό μεγέθυνσης και συγκέντρωσης τον αναγκαίο από την άποψη της ειδικά κοινωνικής ανάπτυξης. Και ότι επομένως, την ίδια στιγμή που ο σοσιαλισμός «εμφανίζεται ως (αναγκαία και δυνατή) συνέπεια του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής που είναι σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη», εμφανίζεται ταυτόχρονα και ως ανάγκη αποτροπής και αναστροφής αυτού του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής στο μέτρο που αυτός ο βαθμός υπερβαίνει τον αναγκαίο στη βάση των αναγκών της κοινωνικής ανάπτυξης και όχι της ανάπτυξης του κεφαλαίου.

Ακολουθούν τα δυο άρθρα.

—————————————————————-

Το λάδι

Εδώ και εδώ γράφει για το σχέδιο που υπέβαλε ο Στουρνάρας στο Γιούρογκρουπ, λίγο πριν τη λήξη της υπουργικής του θητείας και τη μεταπήδησή του στην ΤτΕ.

Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο τα 1500 λιοτρίβια που λειτουργούν σήμερα στην επικράτεια θα πρέπει μέχρι το 2024 να αντικατασταθούν από δυο ελαιοτριβεία που θα καλύπτουν τις συνολικές «ανάγκες» της χώρας. Όπως επίσης προβλέπεται και η λειτουργία, για όλη τη χώρα,  τριών συσκευαστήριων φρούτων και λαχανικών.

Προβαλλόμενος λόγος, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, είναι να «πετύχουμε «οικονομίες κλίμακος» και έτσι να μπορέσουμε να ανταγωνιστούμε με χαμηλές τιμές την Ισπανία».

Οι όροι του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, λοιπόν, εμφανίζονται ως αξεχώριστοι από τους όρους της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής. Κι η ίδια η μονοπωλιακή συγκέντρωση της παραγωγής εμφανίζεται ως όρος «εκ των ουκ άνευ»  της οικονομικής ανάπτυξης υπό αυτούς τους όρους ανταγωνισμού, δηλαδή σαν αναγκαίος όρος της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Προτού, όμως, κλείσουμε το θέμα «ανακαλύπτοντας» την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού ως συνέπεια της συγκέντρωσης του κεφαλαίου, της μονοπώλησης της παραγωγής και της «ανάπτυξης» που συμβαδίζει με αυτή τη συγκέντρωση και αυτή τη μονοπώληση, θα πρέπει να επισημάνουμε τη διάσταση ανάμεσα σε αυτή την «ανάπτυξη» που οι όροι της υποτάσσονται στις ανάγκες του κεφαλαίου και την «ανάπτυξη» που τους όρους της καθορίζουν οι κοινωνικές ανάγκες.

Φαινομενικά βέβαια αυτή η «παρένθεση» ανάμεσα στο γεγονός και την «αποκάλυψη» θέτει προσκόμματα στη δεύτερη, θίγει την μεταξύ τους θεωρητική «αρμονία», τον «αυτοματισμό» της σχέσης ανάμεσα σε πρόβλημα και συμπέρασμα. «Άρα»;

Πριν όμως φτάσουμε στο «άρα», το θέμα είναι ότι έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που η καπιταλιστική ανάπτυξη, έστω στρεβλά, έστω στην πλάτη του προλεταριάτου, έστω σε βάρος της εργατικής τάξης, συνέπιπτε στα γενικά ποσοτικά της μεγέθη με τις κοινωνικές οικονομικές ανάγκες, έχει δηλαδή περάσει αρκετός καιρός από τον καπιταλισμό στο στάδιο του τού «ελεύθερου συναγωνισμού».

Ο βαθμός της μονοπωλιακής συγκέντρωσης του κεφαλαίου δεν είναι ποσοτικό μέγεθος ειδικά κοινωνικό. Δεν είναι ποσοτικό μέγεθος που προσδιορίζει την ανάπτυξη της κοινωνίας, που προέρχεται από την ειδικά δική της ανάπτυξη. Είναι ποσοτικό μέγεθος της ανάπτυξης του κεφαλαίου, η οποία πραγματώνεται χάρη στην ιδιοποίηση, χάρη στη μονοπώληση των όρων ανάπτυξης της κοινωνίας. Ποσοτικό μέγεθος που προέρχεται από την αντίφαση, και που αυξάνει την αντίφαση, ανάμεσα στην κοινωνική φύση των μέσων παραγωγής και την ατομική τους ιδιοποίηση.  Είναι, σαν μέγεθος, συνέπεια αυτής της αντίφασης, που από ποσότητα έχει μετατραπεί σε ποιότητα μετατρέποντας ταυτόχρονα τον καπιταλισμό από καπιταλισμό του «ελεύθερου συναγωνισμού» σε μονοπωλιακό καπιταλισμό, σε ιμπεριαλισμό: τόσο προς τα έξω όσο και προς τα μέσα.

Με άλλα λόγια η ανάπτυξη του κεφαλαίου αφήνει ποσοτικά πίσω της την ανάπτυξη της κοινωνίας. Με άλλα επίσης λόγια οι δυνατότητες και ταυτόχρονα οι ανάγκες του κεφαλαίου που προκύπτουν από την δική του ποσοτική ανάπτυξη, δεν έχουν καμία αναγκαία σχέση με τις δυνατότητες και ανάγκες του δοσμένου επίπεδου κοινωνικής ανάπτυξης.

Με άλλα λόγια επίσης, παίρνοντας σαν πρόσφατο παράδειγμα το γάλα, τα μεγέθη της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και οι ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ τέτοιων μεγεθών μπορεί να επιβάλλουν την κατάργηση του φρέσκου γάλακτος, αλλά αντίθετα σκοπός  της ανάπτυξης της κοινωνίας είναι να μπορεί να έχει ένα ποτήρι φρέσκο γάλα κάθε παιδί και οι όροι της κοινωνικής ανάπτυξης οφείλουν να υποτάσσονται σε αυτό το σκοπό.

Σε ό,τι αφορά το λάδι (ή τα φρούτα και τα λαχανικά) περιοριζόμαστε στο ότι -εκτός από το αυτονόητο (;), την ικανοποίηση σε ποσότητα και ποιότητα των λαϊκών διατροφικών αναγκών- σε μια ισόρροπη κοινωνική ανάπτυξη η παραγωγική δραστηριότητα κλιμακώνεται προοδευτικά, ενώ αντιθετα τα μεγέθη της μονοπωλιακής συσσώρευσης είναι τέτοια που στην «οικονομία κλίμακός» τους καταπίνουν μονομιάς κάθε προοδευτική κλιμάκωση αφήνοντας πίσω τους, αντί για μια κοινωνία που αναπτύσσεται, μια κοινωνία που σαπίζει.

Πρόκειται δηλαδή για μια από τις περιπτώσεις, όπου η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού δεν πρέπει να κατανοείται τόσο σαν «αντικειμενική συνέπεια» ενός «αντικειμενικού» βαθμού οικονομικής ανάπτυξης, αλλά κυρίως  ως συνέπεια της αντίθεσης ανάμεσα στους αντικειμενικά αναγκαίους όρους ανάπτυξης του κεφαλαίου και τους αντικειμενικά αναγκαίους όρους της κοινωνικής ανάπτυξης και ως επιλογή απέναντι στο δίλημμα που προκύπτει από αυτή την αντίθεση.

ΥΓ Θα ήταν ακόμα πιο ανάγλυφο το παραπάνω σκεπτικό αν η «οικονομία κλίμακος» και οι ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού επέβαλαν την λειτουργία όχι δυο μόνο ελαιοτριβείων στην Ελλάδα, αλλά, αντί γι’ αυτά, ενός μόνο ελαιοτριβείου στην Κίνα ή στην Ινδία…

Το ότι στην πραγματικότητα αυτή η υπόθεση επαληθεύεται -αν όχι στο λάδι- στην κλωστοϋφαντουργία και σε άλλους κλάδους της μεταποίησης, κάνει φανερή την απόσταση που χωρίζει τους ορους της καπιταλιστικής ανάπτυξης από τους όρους της κοινωνικής ανάπτυξης, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την απόσπαση της υπεραξίας, αλλά και σε ό,τι αφορά τις γενικές κοινωνικές αναπτυξιακές δυνατότητες και προοπτικές.

Από αυτή την άποψη λοιπόν η ανάγκη του σοσιαλισμού προβάλλει όχι μόνο σαν αντικειμενική συνέπεια της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής αλλά και σαν συνέπεια της αντίθεσης απέναντι στην «ανάπτυξη» που επιβάλλει η κυριαρχία των μονοπωλίων, η οποία αντιστρατεύεται την ικανοποίηση των αναγκαιων όρων της κοινωνικής ανάπτυξης, καταστρέφοντας επίσης την υλική βάση ακόμα και του δοσμένου επίπεδου ανάπτυξης της κοινωνίας.

—————————————————————-

το γάλα

Σε παλιότερη ανάρτηση (την πρώτη του μπλογκ πριν 1,5-2 χρόνια) με τον τίτλο «υπερεθνικότητα» vs έθνους και διεθνισμού, είχα χρησιμοποιήσει τον «αδόκιμο» όρο «υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου», τον οποίο σε υποσημείωση εκείνης της ανάρτησης δικαιολογούσα ως εξής:

«Μπορεί ορισμένους να ξενίζει η χρήση του όρου «υπερσυγκέντρωση», σε σχέση με τον βαθμό συγκέντρωσης του κεφαλαίου.

Όμως από τη στιγμή κι έπειτα, όπου η ανάπτυξη του κεφαλαίου, και συνακόλουθα ο βαθμός της συγκέντρωσής του, άρχισε να αποτελεί μέγεθος ολωσδιόλου ξεχωριστό από τα μεγέθη που αφορούν την ανάπτυξη της κοινωνίας, από τη στιγμή που επίσης η ανάπτυξη του κεφαλαίου άρχισε να αποτελεί όρο που αντιστρατεύεται την ανάπτυξη της κοινωνίας και τους όρους αυτής της ανάπτυξης, από τη στιγμή που τα ποσοτικά μεγέθη της αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική φύση των παραγωγικών δυνάμεων και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησής τους μεταβλήθηκαν σε μια «νέα ποιότητα», από τη στιγμή δηλαδή που ο «παλιός» καπιταλισμός του ελεύθερου συναγωνισμού έδωσε οριστικά τη θέση του στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, από τότε κι έπειτα μπορεί κατά τη γνώμη μου να γίνεται λόγος για καπιταλισμό που αναπτύσσεται με όρους υπερσυγκέντρωσης του κεφαλαίου».

Το πρόβλημα που με απασχολεί δεν είναι βέβαια καθόλου το να γίνει αποδεκτός ο όρος «υπερσυγκέντρωση». Το ζήτημα δεν είναι αυτό, αλλά η εκτίμηση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που -ας μην το ξεχνάμε- όσο κι αν εμφανίζεται σαν φορέας της «τελευταίας λέξης» της τεχνικής προόδου, είναι στην πραγματικότητα φορέας της ιστορικής αντίδρασης σε όλη τη γραμμή, και η ίδια του η ανάπτυξη μπορεί να νοηθεί μόνο σαν ανάπτυξη της ιστορικής αντίδρασης: όσο περισσότερο αναπτύσσεται και «προοδεύει» ο μονοπωλιακός καπιταλισμός, τόσο περισσότερο ιστορικά αντιδραστικός γίνεται. Και τόσο περισσότερο οι ανάγκες της ανάπτυξής του έρχονται σε σύγκρουση με τις κοινωνικές ανάγκες και τους όρους ικανοποίησής τους.

Εδώ θα προσπαθήσω να δείξω ότι από την παραπάνω διαπίστωση δεν εξαιρείται η «καθαρά» οικονομική πλευρά, η πλευρά που συνήθως νοείται σαν μια απλώς «αντικειμενική», και απλώς ποσοτική εξέλιξη, η οποία καταδείχνει την ανάγκη της αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό. Το τελευταίο είναι βέβαια σωστό. Όμως αν δεν κατανοηθεί ότι, πια, και αυτή η «αντικειμενική» οικονομική εξέλιξη, τα ίδια τα «ποσοτικά» της μεγέθη είναι συναρτημένα όχι με την οικονομική εξέλιξη γενικά αλλά με την εξέλιξη του καπιταλισμού που από καιρό αντιστρατεύεται την εξέλιξη της κοινωνίας, τότε είναι δυνατόν να βγούνε λαθεμένα συμπεράσματα  για μια σειρά θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα της ταξικής πάλης.

Για να γίνω σαφέστερος, το ζήτημα που τίθεται με αφορμή την πρόσφατη νομοθεσία για το γάλα, δεν είναι μόνο ότι ως «εξέλιξη» μεν προχωράει όμως μέσω της καταστροφής των μικρών αγροτών. Το ζήτημα που τίθεται είναι  επίσης, ότι οι όροι της μονοπωλιακής συγκέντρωσης κεφαλαίου δεν συμπίπτουν με τους όρους συγκέντρωσης της παραγωγής που θα υπαγόρευαν οι κοινωνικές ανάγκες σε μια κοινωνικά σχεδιασμένη οικονομία.

*

Για το γεγονός ότι η κατάργηση της ετικέτας «φρέσκο γάλα» (μια που το φρέσκο γάλα έχει καταργηθεί αρκετό καιρό πριν την ετικέτα του) υπαγορεύτηκε από τις ανάγκες του μονοπωλιακού ανταγωνισμού που είναι καταδικασμένος  να ανεβαίνει τις αναβαθμίδες του (καταδικάζοντας και την κοινωνία να ανεβαίνει το γολγοθά της) μέσω μιας όλο και πιο μεγάλης συγκέντρωσης κεφαλαίου στα χέρια των μονοπωλιακών ομίλων, δεν είναι δύσκολο να συγκεντρωθούν αποδείξεις.

Στη σχετική έκθεση του «Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης» (από την περίφημη «εργαλειοθήκη» του οποίου  προήλθε η κατάργηση του «φρέσκου γάλακτος») αναφέρεται ότι:

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα το «φρέσκο» παστεριωμένο γάλα κυκλοφορεί με διάρκεια ζωής 5 ημερών, αποτελεί «μια αυστηρή απόκλιση από τις συνήθεις πρακτικές της ΕΕ, που προκύπτουν από τη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η απόκλιση αυτή ενδεχομένως να βλάπτει τον ανταγωνισμό στη σχετική αγορά σε σημαντικό βαθμό».

«Η κατάργηση του ορίου των πέντε ημερών θα δώσει επαρκή χρόνο στη βιομηχανία για την εισαγωγή γάλακτος από άλλες, φθηνότερες χώρες της ΕΕ, μειώνοντας έτσι το κόστος των πρώτων υλών»

«Η εντατικοποίηση του ανταγωνισμού θα καταστήσει πολύ δύσκολο για τα τοπικά μικρά αγροκτήματα να λειτουργήσουν σύμφωνα με το ισχύον επιχειρηματικό τους μοντέλο και θα περίμενε κανείς ότι ορισμένα από αυτά θα αγοραστούν από τις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις»

Από τα παραπάνω, εκτός από το ότι η κατάργηση έστω και του κατ’ όνομα φρέσκου γάλακτος υπαγορεύεται από τις ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, εκτός και από την κυνική ομολογία των επιπτώσεων στους μικρομεσαίους κτηνοτρόφους αυτού του ανταγωνισμού και των μέτρων που παίρνονται για την εξυπηρέτησή του, γίνεται φανερό και το ότι το ίδιο αυτό μέτρο που νομοθετήθηκε αποτελεί προσαρμογή στις «συνήθεις πρακτικές» της Ευρωπαϊκής Ένωσης που «προκύπτουν από τη σχετική της νομοθεσία», καθώς άλλωστε με την ιδρυτική της πράξη του Μάαστριχτ η ΕΕ έχει προσδώσει στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό (δηλαδή την κυριαρχία των μονοπωλίων) νομικό κύρος με ισχύ για όλα τα κράτη – μέλη της.

Ήρθε λοιπόν η στιγμή που και το «φρέσκο γάλα» αναγνωρίστηκε σαν περιορισμός ή σαν καταστρατήγηση της «αρχής της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων [!!!]«  την οποία προβλέπει το άρθρο 102Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Και σίγουρα δεν είναι δική μας δουλειά να παραστήσουμε τον «κριτή» για το αν την «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό» την παραβιάζει πράγματι το «φρέσκο γάλα» ή αντίθετα η κατάργησή του, για τον αν «αθέμιτος» ανταγωνισμός σε βάρος των μονοπωλίων είναι η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών ή αν, αντίθετα, «αθέμιτος» ανταγωνισμός είναι η χρησιμοποίηση από τα μονοπώλια της νομοθετικής ισχύος που αποκτούν χάρη στην ψήφο των μικρομεσαίων κτηνοτρόφων με σκοπό την εξαφάνισή τους. Ούτε, επίσης, να παραστήσουμε τον κρίτη για το αν η «αποτελεσματική κατανομή των πόρων ευνοείται» περισσότερο με το γάλα των 5 ή με το γάλα των 10 ημερών. Ούτε για το αν η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών αποτελεί ή όχι «μέσο αυθαίρετων διακρίσεων» ή «συγκεκαλυμμενο περιορισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών» (πράγμα που «απαγορεύει» το άρθρο 73Δ παρ. 3 της Συνθήκης του Μάαστριχτ):  Πόσο μάλλον που το γάλα μετατρέπεται σε «ελεύθερα κινούμενο» κεφάλαιο όταν βρίσκεται στα χέρια των καπιταλιστών και των μονοπωλίων, ενώ στα χέρια του αυτοαπασχολούμενου κτηνοτρόφου το γάλα δεν είναι καν κεφάλαιο…

*

Όλα αυτά όμως είναι η μισή αλήθεια, όσο δεν τίθεται και δεν απαντιέται το ζήτημα γύρω από τη σχέση του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής όπως αυτή πραγματοποιείται από την άποψη των αναγκών του κεφαλαίου («μεταφραζόμενη» από την άποψη αυτή σε συγκέντρωση κεφαλαίου), από τη μια, και του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής από την άποψη των αναγκών της κοινωνίας, από την άλλη.

Από την άποψη του κεφαλαίου (και ιδίως του μονοπωλιακού που αποτελεί πια την κυρίαρχη μορφή του) η συγκέντρωση της παραγωγής στα χέρια του πραγματοποιείται με γνώμωνα τις ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ των μονοπωλίων, τις συνακόλουθες ανάγκες μεγιστοποίησης της κερδοφορίας και του ποσοστού κέρδους, και επίσης πραγματοποιείται πάνω στη βάση μιας ήδη πραγματοποιημένης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου (σαν αποτέλεσμα του πληθωρισμού κερδών, που προγήθηκε κατά τη φάση της «ανάπτυξης»), το οποίο γυρεύει νέα πεδία επένδυσης και κερδοφορίας. Ιδίως όμως σε ό,τι αφορά τους κλάδους παραγωγής μέσων συντήρησης, πρέπει επίσης εμφατικά να υπογραμμιστεί ότι η μείωση του συνολικού κόστους παραγωγής τους, η μείωση δηλαδή της ανταλλακτικής αξίας τους, αποτελεί πρωταρχικό όρο αύξησης του ποσοστού της υπεραξίας, καθώς φτηνότερα μέσα συντήρησης φτηναίνουν την εργατική δύναμη μειώνοντας έτσι το μερίδιο που αποσπά αυτή από την συνολική αξία του κοινωνικού προϊόντος και αυξάνοντας την μάζα της υπεραξίας που σφετερίζεται το κεφάλαιο.

Όμως αυτά (ο ανταγωνισμός, η κερδοφορία, η συσσώρευση,  η υπεραξία κλπ), το τελευταίο πράγμα με το οποίο έχουν σχέση, είναι το γάλα, και πόσο μάλλον το φρέσκο. Και σε ό,τι αφορά το γάλα καθαυτό, η μοναδική του σχέση με αυτές τις «οικονομικές» ανάγκες και κριτήρια, περιορίζεται στο μέγιστο χρονικό διάστημα που μπορεί να καταναλώνεται χωρίς να παύει και τυπικά να είναι πια «γάλα», ως όριο πέρα από το οποίο δεν μπορούν άλλο να παραμεριστούν τα εμπόδια που βάζουν οι έσχατες φυσικές του ιδιότητες  στην «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό», στην «αποτελεσματική κατανομή των πόρων», στην «ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων και των πληρωμών».

Δεν ισχύει όμως το ίδιο από την άποψη της κοινωνίας, με τις ανάγκες της οποίας η κυριαρχία των μονοπωλίων από καιρό βρίσκεται σε αντίθεση, και για την οποία από καιρό το σύστημα της μονοπωλιακής κυριαρχίας έχει καταστεί πια «ξένο σώμα».

Φυσικά και από την άποψη της κοινωνίας δεν είναι αδιάφορη η εξοικονόμηση πόρων, είτε φυσικών είτε ανθρώπινων, δεν είναι αδιάφορο το να απαιτούνται και να ξοδεύονται για το κοινωνικό προϊόν οι ελάχιστες δυνατές ποσότητες φυσικών πόρων και ανθρώπινης εργασίας. Όμως σε ό,τι αφορά για παράδειγμα το γάλα, η εξοικονόμηση αυτή βρίσκει το εκάστοτε όριό της στην ανάγκη το γάλα να παράγεται με τις υγιεινότερες δυνατές φυσικές και τεχνικές μεθόδους και να καταναλώνεται, με μια λέξη, φρέσκο. Κι αυτή η ανάγκη οφείλει να καθορίζει, από κοινωνική άποψη, το βαθμό συγκέντρωσης της παραγωγής, την κατανομή της, την ισόμετρη ανάπτυξή της υπό όρους που δεν εντείνουν αλλά σταδιακά αναιρούν τη διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο.

Πρόκειται όμως για καθορισμό που στην πραγματικότητα απέχει όσο η μέρα και η νύχτα από την «εξέλιξη» που συνιστά η συγκέντρωση του κεφαλαίου στη βάση της συσσώρευσής του, των αναγκών της ανταγωνιστικότητάς του, και της πολιτικής του κυριαρχίας. Για καθορισμό υπό το φως του οποίου αυτή δεν συνιστά καν «εξέλιξη», αλλά μάλλον τερατογένεση. Μια διάσταση που οι συνέπειες της (αλλά και οι συνέπειες της παραγνώρισής της) αφορούν τόσο τους υλικούς – οικονομικούς όρους επαναστατικής μετάβασης από την καπιταλιστική στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή αύριο, όσο και τους όρους οικοδόμησης της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα υπόλοιπα εργαζόμενα κοινωνικά στρώματα σήμερα. Διάσταση, επίσης, που θεωρητικά παραπέμπει στο  «ηθικό συμπέρασμα», ότι «η ορθολογικά οργανωμένη αγροτική οικονομία δεν συμβιβάζεται με το κεφαλαιοκρατικό σύστημα (…) και χρειάζεται είτε το χέρι του μικροαγρότη, που εργάζεται ο ίδιος, ή τον έλεγχο των συνεταιρισμένων παραγωγών» (Μάρξ, Το κεφάλαιο, τ.3, σελ. 157): δυο πράγματα που -καθαυτά- δεν έρχονται μεταξύ τους σε αντίθεση.

 


«Πιο ελεύθεροι στον κομμουνισμό»

Από Το Περιοδικό αναδημοσιεύω τη συνέντευξη του Milan Kohout που, όπως μαθαίνω κι εγώ, «μαζί με τον Kundera ήταν οι πιο προβεβλημένοι καλλιτέχνες της Άνοιξης της Πράγας». Δεν θα μπορούσα, βέβαια, να συμφωνήσω με την κάθε λέξη, ίσως ούτε και με την γενική «γραμμή» που προτείνεται για το σήμερα βασισμένη λ.χ. στο επίθετο «δυτικός» δίπλα στη λέξη ιμπεριαλισμός,  ή στο ότι το λάθος στρατόπεδο είναι η «Δύση» και όχι ο καπιταλισμός. Δεν θα συμμεριζόμουν, επίσης, την αίσθηση του «παράδοξου» για το γεγονός ότι στα χρόνια του «ψυχρού πολέμου» η «Δύση» προωθούσε σαν ομάδα αντικομμουνιστών μια ομάδα που «στην πραγματικότητα ήταν υποστηρικτές αριστερών αξιών»… Στην πραγματικότητα εκείνα τα χρόνια η «Δύση» χρησιμοποιούσε σαν ιδεολογική αιχμή του αντικομμουνισμού το «αριστερό» σύνθημα «ούτε ΝΑΤΟ ούτε Βαρσοβία», ακόμα και σε περιπτώσεις κρατών όπως η Ρουμανία, η Γιουγκοσλαβία ή και το Ιράκ κ.ά., τα οποία αμέσως μόλις έγινε η δουλειά βρέθηκαν πρώτα-πρώτα στο ιμπεριαλιστικό στόχαστρο.  Οπότε και τα όσα περιγράφονται στη συνέντευξη που ακολουθεί δεν είναι παρά καρποί του γεγονότος ότι η «αριστερη» αντιπολίτευση αυτής της κατεύθυνσης έπιασε το πλάνο της κατά 50% μόνο… Όμως πρόσφατα το ξαναείπαμε: Manhattan first

Κατά τα άλλα, δεν θέλω να είμαι άδικος: Η ανατροπή του σοσιαλιστικού συστηματος στην Ανατολική Ευρώπη κατά τη γνώμη μου δεν προήλθε κατά κύριο λόγο από τους «διαφωνούντες», αλλά μέσα από το ίδιο του το πολιτικό εποικοδόμημα, μέσα από τους κόλπους της κομματικής και της κρατικής ηγεσίας, δηλαδή, κατά μία έννοια, από τους «συμφωνούντες». Κι αν υπήρχαν οι κοινωνικοπολιτικές δικλείδες ώστε τέτοιου είδους «συμφωνούντες» να μην επικρατούσαν στο τιμόνι της εξουσίας των σοσιαλιστικών χωρών, τότε θα ήταν ζήτημα και το αν κάποιες «διαφωνίες» π.χ. γύρω από την «πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες ή σε ορισμένα πολιτιστικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων ταινιών» θα μπορούσαν να ενσωματωθούν στην αντικομμουνιστική στρατηγική του ιμπεριαλισμού ή θα μπορούσαν με όρους αντιπαράθεσης να αποτελέσουν στοιχεία αναπαραγωγής στη σφαίρα της της αισθητικής, της ιδεολογίας, της πολιτικής μέσα στα πλαίσια του σοσιαλιστικού συστηματος.

Διότι όπως αποδείχνεται, όταν η υπεράσπιση του «κύριου» κάποτε γίνεται (αναγκαστικά;) σε βάρος μιας πλειάδας «δευτερευόντων», τότε ενδέχεται να έρθει μια στιγμή που αυτά τα δευτερεύοντα μετατρέπονται από ποσότητα σε ποιότητα και, σαν τέτοια, σε «κύριο». Με το πραγματικά κύριο να παίρνει τη θέση του «δευτερεύοντος» τουλάχιστον για τόσο όσο χρειάζεται ώστε να επισφραγιστεί από «νέες» σχέσεις εξουσίας ο εξοβελισμός του. Μπερδεμένο;

Εν πάση περιπτώσει η αναδημοσίευση αφιερωνεται στην «αριστερά» της «Δύσης», που όχι μόνο αρνείται επίμονα να αποδεχτεί τα «στοιχειώδη» συμπεράσματα που διατυπώνονται στη συνέντευξη, αλλά δεν παραλείπει και να πλειοδοτεί στη συκοφάντηση των κατακτήσεων της εργατικής τάξης που υλοποιήθηκαν από το σοσιαλιστικό σύστημα στην Ανατολική Ευρώπη και την ΕΣΣΔ στη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Ακολουθεί η συνέντευξη:

******

Γράφει: Andre Vltchek. Μετάφραση: Ιωάννα Προκόπη – Γιώργος Μιχαηλίδης – ΑΝΘΡΩΠΟΙ, Συνεντεύξεις – 03/12/2014

O Milan Kohout μαζί με τον Kundera ήταν οι πιο προβεβλημένοι καλλιτέχνες της Άνοιξης της Πράγας. To περιοδικό counterpunch δημοσίευσε μία συνέντευξή του με τον Andre Vltchek*, την οποία μεταφράσαμε και αναδημοσιεύουμε, κυρίως γιατί εκφράζει μια άποψη που δεν είναι εύκολο να διαβάσει κάποιος αλλού. 

Ο Milan Kohout είναι στοχαστής, καλλιτέχνης, και καθηγητής. Γεννήθηκε στην Τσεχοσλοβακία, όπου και έζησε πριν από την υπογραφή της «Χάρτας του 77», μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου και έγινε πολιτογραφημένος πολίτης των ΗΠΑ. Ο Kohout απογοητεύτηκε πλήρως με τον καπιταλισμό, και το Δυτικό καθεστώς. Για δεκαετίες κάνει παρουσιάσεις σε όλο τον κόσμο, έρχεται αντιμέτωπος με τον δυτικό ιμπεριαλισμό, τον ρατσισμό, τον καπιταλισμό και όλες τις θρησκείες του κόσμου, ιδιαίτερα τον Χριστιανισμό.

Η συζήτηση έλαβε χώρα στις 12 Οκτωβρίου 2014, στο Klikarov, ένα μικρό χωριό στη Δυτική Βοημία. Ο Vltchek ήρθε στην Τσεχία, προκειμένου να δώσει μία πολιτική διάλεξη στη Σχολή Φιλοσοφίας και Τέχνης στην πόλη του Πίλσεν, όπου ο Kohout διδάσκει. Και οι δύο τους κατευθύνθηκαν σε ένα μικρό και απομακρυσμένο χωριό της Klikarov, στη Δυτική Βοημία, όπου κάθονταν δίπλα σε μια λίμνη, και συνομίλησαν για την τοξικότητα του Δυτικού ιμπεριαλισμού, του καπιταλισμού και της Ευρωπαϊκής/ Αμερικανικής προπαγάνδας.

***

ANDRE VLTCHEK (AV): Είστε από τους λίγους καλλιτέχνες στη Δύση που έχετε ¨δράση¨ κατά του δυτικού ιμπεριαλισμού, του αχαλίνωτου καπιταλισμού, και ενάντια στις θρησκείες. Πώς και πότε επιλέξατε αυτή τη συγκεκριμένη μορφή τέχνης;

MILAN KOHOUT (MK): Προφανώς από τότε που ήμουν μέρος της λεγόμενης «Δεύτερης Κουλτούρας»,  της Τσεχικής UNDERGROUND, η εποχή που ονομάστηκε από τη Δύση «ολοκληρωτικό σύστημα» ή, τo Τσεχοσλοβακικό Σοσιαλιστικό σύστημα. Η «Δεύτερη Κουλτούρα» ήταν το κίνημα που διαμόρφωσε τη δική μας δημιουργικότητα καθώς και την έννοια της τέχνης. Εκείνες τις ημέρες είχαμε «εκδιωχθεί» από την επίσημη κουλτούρα, ή από την «Πρώτη Κουλτούρα». Γι” αυτό και επαναστατήσαμε. Ήταν ένα βαθύ πολιτικό κίνημα εξ ορισμού, το οποίο παρήγαγε πολιτική τέχνη.

AV: Λέτε συχνά, και πολύ σωστά, ότι όσοι από εσάς υπέγραψαν την «Χάρτα του 77″, και συμμετείχαν στο underground / αντιπολιτευτικό κίνημα κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ήταν στην πραγματικότητα σοσιαλιστές, ακόμη και κάποιοι μαρξιστές. Αυτό περιλαμβάνει και εσάς. Σίγουρα είστε ένας αριστερός διανοούμενος. Αυτό είναι παράδοξο: η Δύση σας «πουλούσε», σας προωθούσε σαν ομάδα αντι-κομμουνιστών. Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για αυτό το παράδοξο;

MK: Υπήρξε, βέβαια, αυτό το παράδοξο, ένα μεγάλο παράδοξο, επειδή οι περισσότεροι από το underground κίνημα, της «δεύτερης κουλτούρας», ήταν στην πραγματικότητα υποστηρικτές αριστερών αξιών. Για παράδειγμα, μοιραζόμασταν τα πάντα αντί να συλλέγουμε πράγματα. Πιστεύαμε στην κοινή ιδιοκτησία της περιουσίας και των μέσων παραγωγής. Αλλά ποτέ δεν το σκεφτήκαμε από μια θεωρητική οπτική γωνία – δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ότι φιλοσοφικά οι αξίες μας ήταν πραγματικά αριστερές. Έτσι, ενώ παλεύαμε ενάντια στην λεγόμενη κομμουνιστική κυβέρνηση, ήμασταν στην πραγματικότητα κομμουνιστές! Παρεμπιπτόντως, όταν το λέω αυτό στους συντρόφους/συναδέλφους μου της «Χάρτας του 77» που δεν εγκατέλειψαν ποτέ τη χώρα τσαντίζονται πολύ – δεν θέλουν να το παραδεχτούν.

AV: Ακόμη έχετε πει ότι ο Vaclav Havel, ο οποίος μετά από κάποιο σημείο ξεπουλήθηκε τελείως και άρχισε να υποστηρίζει τον Δυτικό ιμπεριαλισμό – πήγε στην Ουάσιγκτον, όπου έδωσε δουλοπρεπείς ομιλίες με αντάλλαγμα καλύτερα σχόλια από τους εκπροσώπους του καθεστώτος –  ακόμα και ο Havel, όταν ήταν μέλος του κινήματός σας, στην πραγματικότητα μοιραζόταν  τα ίδια αριστερά ιδεώδη.

MK: Μα φυσικά! Μερικές από τις φιλοσοφικές απόψεις του ήταν πραγματικά μαρξιστικές!

AV: Τι συνέβη λοιπόν; Πώς και άνθρωποι σαν κι αυτόν άλλαξαν πραγματικά;

MK: Μετά την επανάσταση ήμουν πολύ περήφανος για τον Βάτσλαβ Χάβελ, γιατί διακήρυξε δημοσίως ότι δεν επρόκειτο να ζήσει στο προεδρικό μέγαρο. Ζούσε στο σεμνό διαμέρισμά του, οδηγούσε καθημερινά το αυτοκίνητό του στο γραφείο του … ένιωσα ότι είχε γίνει ένα θαυμάσιο πρότυπο…

AV: Οδηγούσε ακόμη και το ποδήλατό του γύρω από το Προεδρικό μέγαρο…

MK: Ναι … Έγινε κάτι σαν αληθινός «λαϊκός ήρωας», ή «Πρόεδρος του λαού». Μετά κάτι άλλαξε στο μυαλό του … Ίσως να ευθύνεται μερικώς το γεγονός ότι ιστορικά ήταν από μια αστική οικογένεια.

AV: Μία από τις πλουσιότερες στην Πράγα …

MK: Ναι, από μια πολύ, πολύ πλούσια αστική οικογένεια … Και φυσικά συνήθιζε να λέει ότι «δεν θέλω να ανακτήσω την περιουσία και την κοινωνική θέση της πρώην οικογένειας μου», αλλά κάτι άλλαξε. Υποθέτω ότι οι σύμβουλοι, αφού έγινε Πρόεδρος, άρχισαν να του «βάζουν» ιδέες ότι αν συνεχίσει να ζει με αυτό τον «αριστερό τρόπο ζωής», θα παρεμβαίνει στην καπιταλιστική κατεύθυνση που κινείται η χώρα. Πιθανότατα να του είπαν ότι θα θεωρηθεί υπονομευτής της «ελευθερίας» και της «οικονομικής ανάπτυξης» … Και, επίσης, η υψηλή πολιτική θέση διαφθείρει… Και έτσι άρχισε να αλλάζει, αργά αλλά σταθερά. Άρχισε να μαζεύει όλες τις πρώην ιδιοκτησίες της οικογένειάς του, από τις λεγόμενες «επιστροφές». Άρχισε να υποστηρίζει την υποστήριξη της ιμπεριαλιστικής εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, γεγονός που βρήκα εξαιρετικά ντροπιαστικό … Στη συνέχεια, κάτι ακόμα πιο παράξενο συνέβη: έχασε την επαφή με την πραγματικότητα: άρχισε να ζει σε ένα θερμοκήπιο των επίλεκτων, ή κάτι τέτοιο.

AV: Και έρχομαι τώρα στο θέμα που συζητήσαμε και νωρίτερα: ανεξάρτητα από τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Τσεχοσλοβακία στη Σοβιετική εποχή, η χώρα ήταν στο πλευρό των καταπιεσμένων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Οι Τσέχοι και Σλοβάκοι μηχανικοί, γιατροί, δάσκαλοι – έκαναν απίστευτη δουλειά για την ανθρωπότητα, για τους ανθρώπους στην Αφρική, την Ασία …

MK: Όπως κάνουν οι Κουβανοί…

AV: Ναι. Αλλά τώρα, κοιτώντας πίσω, κατά τη διάρκεια της κομμουνιστικής εποχής φαίνεται ότι ένα μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων, στην πραγματικότητα, ονειρευόταν να ενωθεί με την Δύση και έμμεσα ή ακόμα και άμεσα, να γίνει μέρος του παγκόσμιου καταπιεστικού μηχανισμού. Τώρα, όταν τόσοι πρώην προοδευτικοί διαφωνούντες μεταστράφηκαν, όπως έκανε Havel, τώρα που η χώρα χωρίστηκε στα δύο, τώρα που εντάχθηκαν με αποφασιστικότητα στις δυτικές ιμπεριαλιστικές και οικονομικές δομές, είναι προφανές ότι πια η Τσεχία και η Σλοβακία δεν κάνουν απολύτως τίποτα θετικό για τον κόσμο. Είναι οι άνθρωποι ευχαριστημένοι; Είναι αυτό που πραγματικά ήθελαν;

MK: Ακόμη και εδώ, γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τις «ξένες επενδύσεις». Πραγματικά δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει στο μυαλό των ανθρώπων εδώ στην Τσεχία. Φυσικά, ορισμένα «επιλεγμένα τμήματα της κοινωνίας», αυτοί που κατέχουν κάτι, οι λεγόμενοι επιτυχημένοι στις επιχειρήσεις, αυτοί που έχουν γίνει πολύ πλούσιοι, είναι φυσικά πολύ ευχαριστημένοι με αυτή την κατεύθυνση. Και αυτοί οι άνθρωποι κατέχουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και προωθούν αυτό το δεξιό σύστημα. Αλλά νομίζω ότι οι φτωχοί άνθρωποι αρχίζουν να ξυπνούν από το όνειρό τους, ότι «εάν μπορούσαν να απελευθερωθούν από το ολοκληρωτικό σύστημα», θα ζούσαν μια «ελεύθερη ζωή», θα ήταν μια «χαρούμενη ύπαρξη». Κανένα από αυτά τα όνειρα δεν έχει πραγματοποιηθεί.  Για τους περισσότερους, η ζωή τώρα είναι πολύ πιο φρικτή από ό, τι ήταν στο σοσιαλισμό.

AV: Όταν λέτε φρικτή, πρέπει να θυμόμαστε ότι η Τσεχία εξακολουθεί να είναι μια πολύ πλούσια χώρα. Και αυτό, τουλάχιστον για τους ίδιους τους πολίτες της, προσφέρει ένα είδος Σοσιαλδημοκρατικού στρώματος, ένα μαξιλάρι … Υπάρχει δωρεάν ιατρική φροντίδα σχετικά υψηλής ποιότητας, δωρεάν παιδεία, επιδοτούμενος πολιτισμός, άριστη και φθηνή δημόσια συγκοινωνία σε όλη τη χώρα. Τι άλλαξε προς το χειρότερο;

MK: Πριν από τη λεγόμενη «Βελούδινη Επανάσταση», οι άνθρωποι παραπονιούνταν ότι δεν έχουν πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες ή σε ορισμένα πολιτιστικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων ταινιών. Δεν είχαν τη δυνατότητα να ταξιδέψουν στο εξωτερικό όποτε ήθελαν και τα λοιπά. Αλλά δεν συνειδητοποιούν ότι η αξιοπρέπεια της ζωής τους ήταν πολύ, πολύ καλύτερη τότε από ό, τι είναι σήμερα. Δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι όταν εισερχόταν ο καπιταλισμός, θα άρχιζαν να αισθάνονται άγχη/αγωνίες, πολύ βαθιές υπαρξιακές αγωνίες… Θα άρχιζαν να τρομοκρατούνται ότι θα χάσουν τη δουλειά τους.

Τώρα αναγκάζονται να πουλήσουν την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας τους. Τώρα πρέπει να φιλήσουν τους κώλους των αφεντικών τους, πολύ περισσότερο από ό, τι έπρεπε με τον κομμουνισμό. Είναι πολύ ενδιαφέρον, οι άνθρωποι που είχαν ορισμένα πλεονεκτήματα, τα οποία φυσικά δημιουργήθηκαν, χτίστηκαν και καθορίστηκαν από το σοσιαλιστικό κίνημα σε όλη την ιστορία… κάπως ξεχάστηκαν,  αυτές οι αξίες και τα πλεονεκτήματα, ότι…

AV: Τα πήραν ως δεδομένα..

MK: Όντως τα πήραν ως δεδομένα… Δεν συνειδητοποιούν καν ότι είχαν κάποια σπουδαία πράγματα, ότι είχαν καλή ζωή. Ξαφνικά, όταν άρχισαν να τα χάνουν, συνειδητοποίησαν ότι κάτι πηγαίνει τρομερά λάθος. Μερικοί άνθρωποι είναι τώρα πολύ απογοητευμένοι. Πέρασα ένα χρόνο στη Μοραβία με τη σύζυγό μου. Έχει το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στη χώρα, και μπορείτε να ακούσετε πολλά παράπονα εκεί. Είναι πολύ ενδιαφέρον: αυτή η μετάβαση από ένα σοσιαλιστικό καθεστώς σε ένα καπιταλιστικό σύστημα. Στο σοσιαλισμό, η Τσεχοσλοβακία παρήγαγε κυριολεκτικά τα πάντα, από βελόνες μέχρι αμαξοστοιχίες.

AV: Πυρηνικούς αντιδραστήρες, αεροπλάνα, μεγάλα ποταμόπλοια…

MK: Ναι! Τα πάντα … Από πυρηνικούς αντιδραστήρες μέχρι ρούχα: τα πάντα παράγονταν εδώ. Τα τρόφιμα παράγονταν εδώ. Ήταν μια αυτοσυντηρούμενη χώρα.Τώρα όλα έχουν αλλάξει! Όλες οι εθνικές βιομηχανίες έχουν φύγει. Έχουν πωληθεί ή κλαπείαπό εκείνους…

AV: ή υποβαθμιστεί. Η αεροπορική βιομηχανία έχει φύγει. Εργοστάσια πουχρησιμοποιούνταν για την εξαγωγή μηχανών σε όλο τον κόσμο έχουν αγοραστεί απότη Δυτικές πολυεθνικές και παράγουν τώρα βαγόνια…

MK: Ναι… Τα πάντα έχουν φύγει, και αφού έχουν ιδιωτικοποιηθεί, η παραγωγή μεταφέρθηκε στα ανατολικά, και η λεγόμενη Δυτική «επένδυση» εγκαταστάθηκε στη χώρα, δημιουργώντας «εργάτες-σκλάβους» και τεράστιες αίθουσες παραγωγής όπου οι άνθρωποι εργάζονται όπως στις ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν, όπως στην ταινία «Μοντέρνοι Καιροί». Και είναι στ” αλήθεια κρίμα που οι άνθρωποι δεν κατανόησαν τι σημαίνει η λέξη “ελευθερία”.

AV: Υποστηρίζετε ότι υπήρχε περισσότερη ελευθερία εδώ, 30 χρόνια πριν απ” ότι τώρα;

MK: Εξαρτάται για ποιον. Αλλά συνήθιζα να λέω στους φοιτητές μου στο πανεπιστήμιο Tufts στη Βοστόνη, όταν με ρωτούσαν “πότε ένιωθα πιο ελεύθερος”…λοιπόν, πάντοτε τους έλεγα: “Κατά τη διάρκεια του “ολοκληρωτικού συστήματος” στην Τσεχοσλοβακία!”

AV: Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, κατά τη διάρκεια του επονομαζόμενου ολοκληρωτικού συστήματος… Βλέπουμε τα ίδια στην Κίνα, τώρα. Εσείς δώσατε παραστάσεις στην Κίνα και η δουλειά μου επίσης, προβάλλεται συχνά εκεί. Υπό πολλές έννοιες, οι καλλιτέχνες εκεί είναι πιο ελεύθεροι απ” ότι στη Δύση. Στο Πεκίνο, οι καλλιτέχνες καταπιάνονται με αρκετά πιο σημαντικά ζητήματα και έχουν τεράστια επίδραση στην κοινωνία, σε σχέση με αυτούς που δουλεύουν στο Λονδίνο ή τη Νέα Υόρκη.

MK: Ναι, το γνωρίζω αυτό κι από τη δική μου εμπειρία. Ήμουν επιμελητής σε ένα μεγάλο φεστιβάλ τεχνών του θεάματος στο Πεκίνο πριν 4 χρόνια. Είχα μείνει έκπληκτος με το πόσο κριτικό ήταν μέρος των όσων παρουσιάστηκαν εκεί. Ταυτόχρονα διάβαζα στα δυτικά μήντια ότι η κομμουνιστική Κίνα λογοκρίνει, στέλνει ανθρώπους στη φυλακή εξαιτίας των κριτικών τους φωνών κλπ. Όλα αυτά ήταν αρκετά διαφορετικά απ” αυτά στα οποία έγινα μάρτυρας εκεί.

AV: Επίσης, απ” την εμπειρία μας στην Τσεχοσλοβακία… προσπαθώ να ενώσω αυτά τα κομμάτια… Στην Τσεχοσλοβακία, όπως επισημάνατε νωρίτερα, οι άνθρωποι διαμαρτύρονταν ότι μερικά είδη πληροφορίας δεν ήταν διαθέσιμα. Αλλά επίσης, την ίδια στιγμή, η πληροφορία στην κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία είχε σημασία. Τη σημερινή ημέρα, στη φιλο-δυτική και καπιταλιστική Τσεχική Δημοκρατία, η πληροφορία σημαίνει πολύ λίγα και οι άνθρωποι μπορούν στην πραγματικότητα ν” αλλάξουν πολύ λίγα, ακόμα κι αν έχουν πρόσβαση στην πληροφορία.

MK: Στον σοσιαλισμό, που η Δύση ονόμαζε “ολοκληρωτικό σύστημα” οι άνθρωποι διαμαρτύρονταν… Εμείς διαμαρτυρόμασταν… Αλλά πάντοτε βρίσκαμε έναν τρόπο να βρούμε τις πληροφορίες που ψάχναμε. Και ήμαστε πολύ ενεργητικοί στη λήψη πληροφοριών. Κι έπειτα δίναμε αξία σ” αυτό που λαμβάναμε. Στ” αλήθεια μελετούσαμε την πληροφορία, την επεξεργαζόμασταν στ” αλήθεια. Κι είχαμε άφθονο χρόνο. Είχαμε την αληθινή πολυτέλεια του χρόνου, στο σοσιαλιστικό σύστημα. Κι έτσι μπορούσε ν” απολαύσεις την ανάγνωση βιβλίων, την ακρόαση μουσικής, την παρακολούθηση ταινιών…

AV: Μερικές φορές ακόμα και στον χώρο εργασίας -γιατί απ” ό,τι φαίνεται κανείς δεν εργαζόταν πολύ σκληρά.

[Γέλια κι απ’ τους δυο]

MK: Λοιπόν, το νόημα της ζωής δεν είναι κάποιου είδους εργασία τύπου σκλαβιάς, έτσι δεν είναι; Θεωρητικά, ήταν κομμάτι εκείνου του σοσιαλιστικού ή κομμουνιστικού συστήματος – να ανεβάσει το επίπεδο της ζωής. Έτσι, όλα ήταν περί της ποιότητας της ζωής, αλλά όχι απαραίτητα για την ποσότητα των αγαθών που καταναλώνονταν. Από την άλλη πλευρά, το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα βασίζεται στις “αγορές”. Οι ιδεολόγοι του λένε ότι ένα τέτοιο σύστημα παρέχει περισσότερα αγαθά. “Πράματα”, ξέρετε… Ναι, μόνο που το τίμημα είναι ότι η ποιότητα της ζωής μειώνεται δραματικά.

AV: Και τότε έχει 3 αμάξια, 5 τηλέφωνα αλλά δεν τα χρειάζεσαι πραγματικά.

MK: Δεν τα χρειάζεσαι, και δεν έχει χρόνο για να ζήσεις. Είσαι μονίμως τρομοκρατημένος μη χάσεις τη δουλειά σου ή πολλά άλλα πράγματα.

AV: Κι έτσι πολεμάς όλα αυτά τα πράγματα, και χρησιμοποιείς την τέχνη σου, τις παραστάσεις σου για να επιτεθείς στην ανοησία της ζωής στον καπιταλισμό. Επίσης, επιτίθεσαι στα θρησκευτικά δόγματα τα οποία συνδέονται πολύ στενά με όλο αυτό -με την εξουσία, την εκμετάλλευση, την καταπίεση… Και επιτίθεσαι στον ιμπεριαλισμό. Τι ανταπόκριση παίρνεις απ” όλη την υφήλιο, επειδή δεν δίνεις παραστάσεις μόνο εδώ, αλλά επίσης στις ΗΠΑ, σε όλη την Ευρώπη, την Κίνα, το Ισραήλ και πολλά άλλα μέρη. Γεμίζεις ένα κενό; Νιώθεις ότι οι άνθρωποι προσδοκούν μια τέτοια τέχνη, τέτοιες πολιτικές και “ταμένες” παραστάσεις;

MK: Έτσι νομίζω. Έχω πάρει πολλές θετικές ανταποκρίσεις, ένα γεγονός που βασικά μου δίνει την ώθηση για να συνεχίσω. Μερικές φορές οι άνθρωποι απλά με πλησιάζουν στο δρόμο και λένε: “Η τέχνη σου είναι σπουδαία. Διευρύνει την αντίληψή μας σχετικά μ” αυτή και μ” εκείνη την ανοησία!” Ούτε που ξέρω πόσοι άνθρωποι επηρεάζονται απ” τα κομμάτια μου…

Οι παραστάσεις μου, η τέχνη μου, είναι επίσης αποτέλεσμα της επονομαζόμενης “δεύτερης κουλτούρας”. Είναι μια μορφή τέχνης, που δεν απαιτεί μεγάλη χρηματοδότηση. Δεν απαιτεί μόνιμους τόπους, όπως θέατρα, όπου να προβάλλεται. Είναι μια μορφή τέχνης, η οποία χρησιμοποιεί κυρίως το ίδιο σου το θέμα, κι έχεις το σώμα σου διαθέσιμο για σένα πάντα. Η παράσταση δίνεται στο πλαίσιο της ίδιας της ζωής: στους δρόμους ή σε σιδηροδρομικούς σταθμούς. Έτσι, είσαι μέρος αυτής της ζωής και δημιουργείς καταστάσεις, ευαισθητοποιείς σχετικά με κάτι, επικρίνεις κάτι άλλο, και μετά οι αληθινοί άνθρωποι αρχίζουν ν” αντιδρούν… οι άνθρωποι γύρω σου μετατρέπονται σε συμμετέχοντες… Ενώ στο αληθινό θέατρο, υπάρχει ο θεατής κι υπάρχει και το κοινό κι υπάρχει κι αυτός ο “πέμπτος τοίχος” όπως τον αποκαλούν. Κατά τη διάρκεια των παραστάσεών μου, δεν υπάρχει κανένας τοίχος. Είναι μια άμεση τέχνη. Είναι σαν μία συγχώνευση της τέχνης και της ζωής.

Πάντα λέω: στο θέατρο, ο ηθοποιός υποκρίνεται ότι πονάει ενώ ο εκτελεστής/performer σαν εμένα στ” αλήθεια νιώθει τον πόνο. Η τέχνη τύπου performance είναι στ” αλήθεια υπέροχη. Υπάρχει από τις απαρχές του ανθρωπίνου είδους.

AV: Μίλαν, αναλαμβάνεις άμεση δράση σε πολλά μέρη του κόσμου. Επιτίθεσαι στο Ισραήλ για την αντιμετώπιση των Παλαιστινίων. Επιτίθεσαι στους Τσέχους για την αντιμετώπιση των Ρομά. Σχεδόν μόνος σου βοήθησες να κατεδαφιστεί αυτό το τείχος της ντροπής που είχε ανεγερθεί στο Usti nad Labem, προκειμένου να χωρίσει τους Τσέχους από τους Τσιγγάνους/Ρομά… Πετάς ωμό κρέας στους παπάδες στις εκκλησίες, για να τονίσεις τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν απ” τον χριστιανισμό. Μπουκάρεις στα πολυκαταστήματα και τα mall, υποκρινόμενος ότι προσεύχεσαι στον Θεό του Μαμμωνά. Κάνεις πολλά πράγματα που άλλοι άνθρωποι δεν θα τολμούσαν να κάνουν ποτέ. Συλλαμβάνεσαι ποτέ, εκφοβίζεσαι ή σου επιτίθενται;   

MK: Α ναι, πολλές φορές! Έχω συλληφθεί πολλές φορές. Με πήγαν ακόμα και στα δικαστήρια, όταν έκανα εκείνο το διάσημο μια παρέμβαση στη Βοστόνη, στο ξεκίνημα του σκανδάλου με τα στεγαστικά δάνεια. Όταν οι τράπεζες πουλούσαν αυτά τα δάνεια κι οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να τα πληρώσουν και κατέληγαν ν” αυτοκτονούν. Κι έτσι αποφάσισα να δώσω μια παράσταση μπροστά στα κεντρικά γραφεία της Τράπεζας της Αμερικής, το οποίο ήταν ένα απ” τα πιο απαίσια, αηδιαστικά ιδρύματα εκείνη την εποχή, που εξαπατούσε τους ανθρώπους… Έτσι, τοποθέτησα μια σειρά θηλιές μπροστά απ” την τράπεζα κι έβαλα μια υπογραφή: “Θηλιές προς πώληση”. Το μήνυμά μου ήταν: “Αν έρθεις εδώ να αιτηθείς ένα δάνειο, αγόρασε και μια θηλιά.”

AV: Απλά στην περίπτωση που…

MK: Μόνο στην περίπτωση που! Αλλά ήρθε η αστυνομία, με συνέλαβαν, το πήραν πάρα πολύ σοβαρά… Η πόλη μού έκανε καταγγελία κι έπρεπε να πηγαίνω σε δικαστικές ακροάσεις για αρκετούς μήνες. Η υπόθεση ήταν “Πόλη της Βοστόνης εναντίον Milan Kohout”. Και ανακάλυψαν έναν νόμο 150 ετών που έλεγε ότι δεν μπορείς να πουλάς κάτι μπροστά από μια τράπεζα. Αυτός ο νόμος έχει εφαρμοστεί μόνο μια φορά σε αυτά τα 150 χρόνια. Αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι προσπαθούσαν να βρουν κάτι να μου προσάψουν… Στο τέλος αθωώθηκα. Η υπόθεσή μου τράβηξε τεράστια προσοχή από τα ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένου και του Δημόσιου Εθνικού Ραδιοφώνου.

AV: Μίλαν, ταξιδεύουμε κι οι δυο μας εντατικά σε όλο τον κόσμο. Βλέπεις ξεκάθαρα τον κίνδυνο που προέρχεται από τον δυτικό ιμπεριαλισμό. Λαμβάνεις αυτή την απειλή σοβαρά; Συμφωνείς ότι ο δυτικός ιμπεριαλισμός ελέγχει όλο και περισσότερο τον πλανήτη, ένα γεγονός που θα μπορούσε να έχει εξαιρετικά τραγικές επιπτώσεις; 

MK: Απολύτως! Έχω ζήσει στις ΗΠΑ επί 26 έτη, κι έτσι έχω γίνει μάρτυρας της περιόδου που η εξουσία των ΗΠΑ έγινε ιδιαίτερα επιθετική. Και συνειδητοποίησα ότι ήταν πολύ λογικό και συνδεδεμένο με την αποσύνθεση του Ανατολικού Μπλοκ. Μετά την πτώση του Κομμουνιστικού μπλοκ, η Δύση ξαφνικά δεν είχε κανένα εμπόδιο και γέμισαν το κενό άμεσα με τα επιθετικά τους επιχειρηματικά συμφέροντα, γιατί είναι ξεκάθαρο ότι στην “κορυφή της πυραμίδας” υπάρχει μια οικονομική δικτατορία. Ξαφνικά υπήρξε μια τρομερή ευκαιρία να υποδουλώσουν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Και το έκαναν!

AV: Κι αυτή η χώρα – η Τσεχική Δημοκρατία – απ” όπου συζητάμε για τον κόσμο αυτή τη στιγμή, είναι ξαφνικά μέρος του Δυτικού καθεστώτος… Συνεργάζεται μαζί του ξανά.

MK: Μα φυσικά…

AV: Δεν είναι ένα θύμα, πλέον, όπως ήθελε να τη βλέπουν κατά το παρελθόν… Είναι κομμάτι του club των καταπιεστών. Το συνειδητοποιούν αυτό οι άνθρωποι; Υπάρχει καμία συζήτηση, καμία δημόσια συζήτηση γύρω απ” αυτό το ζήτημα;

MK: Είμαι χαρούμενος να πω ότι μερικοί άνθρωποι, των ακαδημαϊκών συμπεριλαμβανομένων, αρχίζουν να το συνειδητοποιούν. Όμως αυτή είναι μια πολύ πρόσφατη εξέλιξη. Εν τω μεταξύ,αυτό το επιθετικό καπιταλιστικό καθεστώς έχει καταλάβει όλα τα μέσα παραγωγής, όπως και τα ΜΜΕ. Και κάνουν πλύση εγκεφάλου στους ενήλικες, όπως και στα νεαρά παιδιά. Τους τρομοκρατούν μονίμως με απόλυτα ψέμματα για την εποχή του Κομμουνισμού, κι αυτοί οι νεαροί εγκέφαλοι φυσικά πιστεύουν αυτά που τους λένε γιατί αυτή η πληροφόρηση τους δίνεται. Και έχουν κάνει τέτοια, μα τέτοια πλύση εγκεφάλου, σ” αυτά τα νεαρά παιδιά, που είναι σχεδόν απίστευτο! Η προπαγάνδα έχει δημιουργήσει μερικά Οργουελικά δόγματα όπως ότι “τις μέρες του Κομμουνισμού όλοι οι άνθρωποι φόραγαν γκρι ρούχα και περπατούσαν στους δρόμους αργά σαν ζόμπι” …Απόλυτες ανοησίες! Δεν ήταν καθόλου έτσι! Γιατί πολλές πτυχές της ζωής στον Κομμουνισμό ήταν πολύ πιο ελεύθερες απ” ότι τώρα!

AV: Κι ήταν και πολύ πιο διασκεδαστικά…

MK: Πολύ πιο διασκεδαστικά! Η ποιότητα ζωής, όπως αναφέραμε, ήταν πολύ υψηλότερη, ειδικά άμα τη συγκρίνουμε με αυτή την καπιταλιστική σκλαβιά!

AV: Τώρα όμως υπάρχει μια παγκόσμια αντιπολίτευση, μία συμμαχία κρατών που αντιστέκεται στις υποδείξεις της Δύσης: υπάρχει η Λατινική Αμερική, η Ρωσία, η Κίνα, η Νότια Αφρική, το Ιράν, ακόμα και μερικές μικρές χώρες όπως η Ερυθραία. Κι αυτή η αντιπολίτευση γίνεται πολύ ισχυρή, γιατί μετρούν αρκετά σπουδαία μυαλά και ΜΜΕ που διαρκώς δυναμώνουν. Κι οι δυο μας ανήκουμε σ” αυτή την αντιπολίτευση. Οι άνθρωποι εδώ, στην Τσεχική Δημοκρατία, συνειδητοποιούν ότι κατέληξαν στο λάθος στρατόπεδο παίρνοντας το μέρος της Δύσης;

MK: Μερικοί άνθρωποι μάλλον ναι, ήδη, αλλά όχι ακόμα η πλειονότητα.

Όμως ας γυρίσουμε στην τέχνη: το μεγάλο της καθήκον είναι οι καλλιτέχνες να δημιουργήσουν μια τέτοια ευαισθητοποίηση. Οι καλλιτέχνες πρέπει να διδάξουν τους ανθρώπους. Να πάει να γαμηθεί όλο αυτό το αισθητικό, εμπειρικό, εννοιολογικό προφίλ των έργων τέχνης! Ας γυρίσουμε πίσω στην στρατευμένη, πολιτική τέχνη, γιατί υπάρχει μια τρομακτική ανάγκη γι” αυτή, στις μέρες μας. Υπάρχει ακόμα ελπίδα ότι αυτή η καταστροφή που λαμβάνει χώρα τα τελευταία 30 χρόνια μπορεί ν” αντιστραφεί. Για μας, το να παλέψουμε τώρα σημαίνει να παλέψουμε για την ίδια την επιβίωση της Γης!

Πηγή: http://www.counterpunch.org/2014/10/24/freest-under-czech-communism/  (έκδοση 24-26 Οκτώβρη, 2014)

Andre Vltchek είναι ένας νοβελίστας, κινηματογραφιστής και ερευνητής δημοσιογράφος. Κάλυψε πολέμους και συγκρούσεις σε πολλές χώρες. Αποτέλεσμα της δουλειάς του είναι το τελευταίο του βιβλίο: «Fighting Against Western Imperialism». Το ‘Pluto’ δημοσίευσε τη συζήτησή του με τον Νόαμ Τσόμσκι [«On Western Terrorism» -δείτε παρακάτω το τρέιλερ]. Το θρυλικό του πολιτικό μυθιστόρημα Point of No Return έχει επανεκδοθεί. Το βιβλίο του «Oceania» αποτελεί τη ματιά του πάνω στον Δυτικό ιμπεριαλισμό στο Νότιο Ειρηνικό. Το προκλητικό του βιβλίο για την μετά-Σουχάρτο Ινδονησία και το μοντέλο φονταμενταλισμού της αγοράς λέγεται «Indonesia – The Archipelago of Fear». Το ντοκυμανταίρ του “Rwanda Gambit” σχετίζεται με την ιστορία της Ρουάντα και τη λεηλασία της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό. Αφού έζησε πολλά χρόνια στη Λατινική Αμερική και την Ωκεανία, ο Vltchek κατοικεί στο παρόν και εργάζεται στην Ανατολική Ασία και την Αφρική. Αυτή είναι η ιστοσελίδα τουhttp://andrevltchek.weebly.com/  και ο λογαριασμός του στο twitter https://twitter.com/AndreVltchek 


Το «τείχος», η «ειρηνική συνύπαρξη» και η «άμιλλα των δυο συστημάτων»

25 χρόνια συμπληρώθηκαν αυτές τις μέρες από την πτώση του τείχους που χώριζε στα δυο το Βερολίνο, την πτώση που «σηματοδότησε» και «σηματοδοτεί» την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην ανατολική Ευρώπη και την ΕΣΣΔ. Με αφορμή αυτή την επέτειο, που τους αρνητικούς της καρπούς γεύονται καθημερινά οι λαοί, είπα να γράψω κι εγώ την άποψή μου, ή την αποψάρα μου – ανάλογα με το πώς θα την εκτιμήσει ο καθένας- ή, έστω, απλώς κάποιες σκέψεις.

Εισαγωγικά παραθέτω τους συνδέσμους προς τη σχετική αρθογραφία του προχθεσινού κυριακάτικου Ριζοσπάστη:

65 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΓΛΔ – 25 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Η σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα «στοιχειώνει» τους εφιάλτες των αστών!

Πώς φτάσαμε στις δύο Γερμανίες;

Η ανέγερση του «προστατευτικού τείχους»

Για τα θύματα του τείχους

Τα παραπάνω άρθρα δίνουν μια περιγραφή των πραγματικών ιστορικών – πολιτικών όρων που μεταπολεμικά οδήγησαν στις δυο Γερμανίες, στα δυο Βερολίνα και στην εδαφική ύπαρξη του ενός από αυτά όχι εντός της δικής του αλλά εντός της άλλης Γερμανίας, και στην ανέγερση το 1961 του τείχους ως αμυντικού  μέτρου της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας απέναντι στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα που ακατάπαυστα εκδηλωνόταν με στρατιωτικοπολιτικά και οικονομικά μέσα, και ως αυτονόητη θεμελίωση διακριτών κρατικών συνόρων από την πλευρά της.

Με τα παραπάνω το ζήτημα εξαντλείται στις βασικές του γραμμές τουλάχιστον από την άποψη του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς νομιμότητας, από την άποψη μιας σειράς αναγκαίων όρων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης απέναντι στην ιμπεριαλιστική υπονόμευση και από την άποψη της αποκατάστασης της ιστορικής αλήθειας απέναντι στις διαστρεβλώσεις της τότε και της σύγχρονης ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας.

Έτσι όσα ακολουθούν σε αυτή την ανάρτηση προφανώς και δεν αφορούν τα παραπάνω που με την παρατιθέμενη αρθρογραφία εξαντλούνται στις βασικές τους γραμμές.

*

Στο σύνολό της η όποια άποψη εκφράζεται στις παρακάτω σειρές, έχει την αφετηρία της στην εκτίμηση του τείχους ως μιας λύσης απέναντι σε ένα πρόβλημα που παρουσιαζόταν με ένταση, αλλά ως μιας λύσης μη-βιώσιμης καθαυτής. Γιατί, φυσικά και η θεμελίωση διακριτών κρατικών συνόρων είναι αυτονήτη συνθήκη σε επίπεδο διεθνών – διακρατικών σχέσεων, για τη ζωή όμως του πληθυσμού μιας πόλης δεν είναι συνθήκη αυτονόητη και, με άλλα λόγια, δεν είναι συνθήκη αφομοιώσιμη η ύπαρξη ενός τείχους που σαν σύνορο χωρίζει την πόλη σε δυο διαφορετικά κράτη: Ουσιαστικά, βέβαια, από αυτό το τελευταίο (την κρατική διαίρεση της πόλης) προέρχεται και σε αυτό έγκειται εν προκειμένω το μη-αυτονόητο, όμως είναι το τείχος που του έδινε υλική μορφή.

Δε νομίζω ότι χρειάζεται επιχειρηματολογία για το μη-αφομοιώσιμο ενός «τείχους» στη ζωή μιας πόλης. Ούτε το θέμα περιορίζεται στις συγγενικές και φιλικές σχέσεις. Αρκεί κανείς να υποθέσει νοερά την περίπτωση μιας Αθήνας που λόγω της έκβασης του οποιουδήποτε κοσμοϊστορικού γεγονότος θα διαιρούνταν  στα δυο από ένα τείχος κατά μήκος πχ του άξονα Βουλιαγμένης – Βασιλίσσης Σοφίας – Κηφισίας. Ποιος θα μπορούσε να «αφομοιώσει» το γεγονός ότι κατοικώντας στους Αμπελόκηπους δεν θα μπορούσε πλέον να επισκεφτεί ξανά το Παγκράτι, παρά μόνο εκτός αν είχε εκεί συγγενείς αλλά και τότε με ειδικές διαδικασίες κλπ κλπ. Ποιος θα μπορούσε να αποδεχτεί σαν μόνιμη μια τέτοια τοπική συνθήκη στη ζωή της πόλης στο όνομα των ανώτερων γεωπολιτικών συνθηκών που την επιβάλλουν, στο όνομα της νομιμότητάς της από διεθνή άποψη κλπ.

Κι αν στο Βερολίνο του 1961 η ένταση βρισκόταν σε τόσο υψηλό σημείο ώστε μια κρίσιμη μάζα του λαού μπορούσε να αποδεχτεί το τείχος σαν άμεση λύση στα προβλήματα του παρόντος, πόσο θα μπορούσε χρονικά να διαρκέσει αυτή η αποδοχή, και ποιό θα μπορούσε να ειναι το ανώτατο χρονικό περιθώριο ως την αντικατάσταση της κρίσιμης μάζας αποδοχής από μια κρίσιμη μάζα αμφισβήτησης και αντίθεσης απέναντι στη συγκεκριμένη υλική συνθήκη. Κατά τη γνώμη μου, το χρονική αυτό περιθώριο δεν θα μπορούσε παρά με μαθηματική βεβαιότητα να είναι ελάχιστο. Πόσο μάλλον που με την ανέγερση του τείχους η ιμπεριαλιστική τακτική των προκλήσεων θα έδινε τη θέση της σε μια νέα τακτική προσαρμοσμένη όχι στην ανυπαρξία διακριτού συνόρου αλλά στην ύπαρξη του τείχους που στη ζωή του βερολινέζικου πληθυσμού εξ αντικειμένου θα ήταν για πάντα στοιχείο «παρά φύσει».

Από τη στιγμή λοιπόν που χτίστηκε το τείχος, το ερώτημα δεν ήταν αν κάποια μέρα θα έπεφτε. Το ερώτημα ήταν πότε και κάτω από ποιους όρους. Και εφόσον οι όροι αυτοί επέρχονταν (όπως και επήλθαν) κάτω από συσχετισμούς που θα «σηματοδοτούσαν» την αφετηρία της διαδικασίας ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος σε ανατολική Ευρώπη και ΕΣΣΔ, εφόσον -με άλλα λόγια ή από άλλη άποψη- οι όροι αυτοί καθιστούσαν (μεταφυσικά κατά τη γνώμη μου) το τείχος σε αγκωνάρι πάνω στο οποίο στηριζόταν η ύπαρξη ολόκληρου του σοσιαλιστικού συστήματος, τότε θα ήταν (και πράγματι ήταν) εξαιρετκά δυσανάλογη και εξαιρετικά ουτοπική η απαίτηση από τον λαό ή ευρύτερα τον πληθυσμό του Βερολίνου να σηκώσει σαν τιτάνας στους ώμους του ολόκληρο το σοσιαλιστικό στερέωμα αποδεχόμενος στωικά την ύπαρξη του τείχους εως τη στιγμή εκείνη όπου «νομοτελειακά» η «οικονομική άμιλλα» μεταξύ των δυο συστημάτων θα έγερνε την πλάστιγγα υπέρ του σοσιαλισμού.

*

Αντίθετα με μια άποψη που συχνά εκφράζεται, το πρόβλημα (το υποκειμενικό πρόβλημα) δεν εντοπίζεται ιστορικά στο σοσιαλιστικό κρατικό δόγμα της «ειρηνικής συνύπαρξης». Αυτό το δόγμα, στη γενικότητά του, αποτελούσε για το σοσιαλισμό αναγκαστικό μονόδρομο από τα πρώτα χρόνια ύπαρξης της ΕΣΣΔ, αμέσως μετά την ήττα της ιμπεριαλιστικής επέμβασης για το άμεσο πνίξιμο της επανάστασης. Και σαν δόγμα σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής κρατικής πολιτικής δεν μπορούσε παρά να έχει την έννοια της ειρηνικής συνύπαρξης ανάμεσα σε κράτη διαφορετικών συστημάτων έως τη στιγμή όπου η ανάπτυξη της ταξικής πάλης στις καπιταλιστικές χώρες (και κάτω από τις ευνοϊκές συνθήκες που συνιστούσε για αυτήν η ύπαρξη του σοσιαλιστικού στρατοπέδου) θα οδηγούσε και σε αυτές στην εγκαθίδρυση του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής.

Είναι αργότερα, που ενώ το «δόγμα» της κρατικής πολιτικής έμεινε ονομαστικά το ίδιο, το περιεχόμενό του είχε ριζικά μεταβληθεί και πλέον κεντρική θέση σε αυτό δεν είχε η ταξική πάλη αλλά η «οικονομική άμιλλα» των δυο συστημάτων, άσχετα αν ονομαζόταν «ταξική πάλη» και αυτή.

Όμως έτσι, αν με το ένα ουσιαστικό περιεχόμενο του «δόγματος» η ταξική πάλη εύρισκε στην «ειρηνική συνύπαρξη» ευνοϊκές συνθήκες ανάπτυξής της, με την άλλη ουσιαστική έννοια η «ειρηνική συνύπαρξη» έτεινε να αποτελεί μια «ευνοϊκή συνθήκη» την οποία η ταξική πάλη υπήρχε φόβος να βλάψει…

Ριζική μετατροπή στο περιεχομενο της «γενικής έννοιας» ομολογουμένως σιωπηρή από πολιτική άποψη. Δεν γνωρίζω αν είναι δυνατόν να βρεθεί πολιτικό ντοκουμέντο που να τη διατυπώνει ρητά. Όμως, αφενός, η πράξη αποτελεί το «δοκιμαστήριο» και  την τελική αποτύπωση ή αποκρυστάλλωση κάθε θεωρίας. Και, αφετέρου, πώς αλλιώς αν όχι με αυτόν τον τρόπο μπορεί να ερμηνευτεί η θεωρητική επεξεργασία ενός ανώτατου επιστημονικού φορέα της ΕΣΣΔ όπως το Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας, όταν στον 5ο τόμο της πεντάτομης «Πολιτικής Οικονομίας»  της Οικονομικής του Σχολής (έκδοση του Υπουργείου Παιδείας της ΕΣΣΔ, ελληνική έκδοση Gutenberg) το τελευταίο της κεφάλαιο έχει τον τίτλο «ΤΟ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΜΙΛΛΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ»;

Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να ερμηνευτεί μια άποψη σαν αυτή, προερχόμενη εν προκειμένω από την ίδια τη ΓΛΔ, για το «άλμα από τον ψυχρό πόλεμο στη συνύπαρξη του Ελσίνκι»  ως «επίτευγμα των επαναστατικών δυνάμεων» και για τη συνακόλουθη «αντικατάσταση των οδοφραγμάτων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων».

 Για να είμαι ξεκάθαρος και απέναντι σε ορισμένα «δευτερεύοντα» ζητήματα, τιμώ την μνήμη του πρόσφατα φευγάτου Μάνφρεντ Βέκβερτ, που το 1977 αποτέλεσε εκφραστή αυτής της -κάθε άλλο παρά προσωπικής υποθέτω- άποψης και επίσης δεν μπορώ να πω ότι με κάποιον τρόπο συμμερίζομαι την σημερινή πολιτική στάση του συμπατριώτη του Βολφ Μπίρμαν ούτε και ότι μπορώ να ταυτιστώ πλήρως με το σύνολο των αλλοτινών ποιητικών του θέσεων όπως τις γνωρίζουμε από τη μελοποίηση του Μικρούτσικου.

Παρ’ όλα αυτά δεν μπορώ να παραβλέψω, αλλά ούτε και να «τακτοποιήσω» λογικά – ακροβατικά, το γεγονός ότι η παραπάνω άποψη για «επαναστατικό επίτευγμα», «άλμα από τον ψυχρό πόλεμο στη συνύπαρξη», «αντικατάσταση των οδοφραγμάτων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων» διατυπώνεται σε μια έκδοση του 1977, ενώ ένα χρόνο πριν ο Μπίρμαν (που σε «οριστική» διάσταση από τα παραπάνω τραγουδούσε «από τα στόμια βγαίνει η δύναμη κι όχι από τα στόματα») βρέθηκε «εγκλωβισμένος» εκτός ΓΛΔ.   Πόσο μάλλον: Ο Βολφ Μπίρμαν τραγουδούσε επίσης για την «πόλη που στα δυό έχει σχιστεί» ενώ ο Μάνφρεντ Βέκβερτ σαν φορέας της -ε όσο να ‘ναι επισημότερης από του Μπίρμαν- άποψης για «αντικατάσταση των οδοφραγμάτων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων» φαινόταν σαν να μην βλέπει από πάνω του τη σκιά του μεγαλύτερου οδοφράγματος της ιστορίας, του οδοφράγματος των οδοφραγμάτων που έσχιζε στα δυο το Βερολίνο…

Σε ποια λοιπόν από τις δυο απόψεις, κρίνοντάς τες εντελώς αποπροσωποποιημένα (όπως σε τελική ανάλυση πρέπει να κρίνεται κάθε άποψη), βρίσκεται η ρεαλιστική προσέγγιση της πραγματικότητας και σε ποια η «αιρετικότητα»; Σε αυτή που κάτω από το «τείχος» μιλά για «αντικατάσταση των οδοφραγμάτων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων»  και στο τειχος δεν βλέπει κανένα «οδόφραγμα» ή σε αυτήν που υπενθυμίζει από πού «βγαίνει η δύναμη» και δεν ντρέπεται ρητά να στρέφει το βλέμμα προς το «τείχος» και το «σχίσιμο της πόλης στα δυό»;

Μια ερώτηση στην οποία ακόμα και η απάντηση του είδους «καμία από τις δυο απόψεις» απαιτεί πειστική αιτιολόγηση.

*

Όλα τα παραπάνω υποστηρίζουν μια άποψη (η οποία σίγουρα δεν στηρίζεται σε κανέναν «πραγματισμό»), ότι το αυτονόητο της ανέγερσης του τείχους εξαντλεί την ισχύ του στα όρια κατά τα οποία αποτελεί μια έγκυρη απάντηση στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα του «χθες» και στην ιμπεριαλιστική προπαγάνδα του «σήμερα». Ότι, δηλαδή, έξω από αυτά τα όρια και εντός του πεδίου που αφορά τους υποκειμένικούς όρους ύπαρξης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος μεταπολεμικά το ζήτημα τίθεται με διαφορετικούς όρους.

Εντός αυτού του πεδίου τα ερωτήματα που γεννιόνται όχι για την ανέγερση του τείχους, αλλά για το «γιατί καθυστέρησε από την πλευρά των Σοβιετικών και των Ανατολικογερμανών να θεμελιώσουν για τη ΓΛΔ το αυτονόητο, το δικαίωμα ύπαρξής της», τίθενται με διαφορετικό τρόπο.

Με τρόπο ο οποίος διατηρεί στο προσκήνιο των ιδεολογικών προβληματισμών (τουλάχιστον των δικών μου βέβαια) σαν πιθανή απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα για την «αργοπορια» αλλά και για την τελική απόφαση, την απάντηση που σχετίζεται τόσο με το πρωταρχικά (στο επίπεδο των «φυσικών νόμων της ζωής» ή ακριβέστερα στο επίπεδο των νόμων που διέπουν την κοινωνική ζωή μιας πόλης) μη αφομοιώσιμο αυτού του «θεμέλιου», όσο και (σε συνάρτηση με αυτό) με τους όρους τακτικής που επιβάλλει το ένα ή το άλλο ουσιαστικό περιεχόμενο του (στη γενικότητά του αναγκαίου) κρατικού δόγματος της «ειρηνικής συνύπαρξης».

Υποστηρίζουν, τα παραπάνω, την άποψη (ή τουλάχιστον υποστηρίζουν ότι το ιστορικό ερώτημα δεν είναι «λυμμένο»), ότι η ύπαρξη του «τείχους», όλο το «προτσές» από την ανέγερσή του ως την πτώση του, καθορίστηκε από τη στροφή και την εμπέδωση της «ειρηνικής συνύπαρξης» όχι ως δόγματος βασισμένου στην ταξική πάλη αλλά βασισμένου στο ιδεολόγημα της «οικονομικής άμιλλας» και της «αναπόφευκτης» έκβασής της. Διαφορετικά το «τείχος» είτε δεν θα είχε ανεγερθεί και θα είχαν επιλεγεί διαφορετικές (όχι ανώδυνες βέβαια, αλλά ούτε και το «τείχος» ήταν «ανώδυνο», ενώ το ποσοτικό μέγεθος του «πραγματισμού» είναι κάποτε αντιστρόφως ανάλογο προς το μέγεθος του ρεαλισμού: όσο λιγότερο από τον πρώτο τόσο περισσότερο από τον δεύτερο) μορφές αντιμετώπισης των προβλημάτων που προκαλούσε η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, είτε η πτώση του δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να «σημάνει» (ερήμην ακόμα και της πλειοψηφίας του πλήθους που πανηγύριζε) την αλυσιδωτή  διαδικασία ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος ελλείψει, πλέον, «θεμελίου»…

«Αποψάρα» σίγουρα: τόσο ως προς την ταπεινότητα του εκφραστή της όσο και ως προς (και πόσο μάλλον σε σύγκριση προς) το ιστορικό μέγεθος του αντικειμένου της.  Από μόνα τους αυτά, όμως, δεν είναι αρκετά και για να την αναιρούν.

*

ΥΓ1 Την πτώση του «τείχους» στο Βερολίνο την ακολούθησε η ανέγερση πολλαπλών εθνικών και ταξικών, ακόμα και ρατσιστικών, τοίχων και συρματοπλεγμάτων στην Ευρώπη και τον Κόσμο. Έτσι όπως είχαν τα πράγματα: δίνεις ένα – παίρνεις δέκα από αυτά…

ΥΓ2 Σαν κατακλείδα: Προς όσους ως αριστεροί, δημοκράτες, εναλλακτικοί κ.ο.κ. πανηγύρισαν και εξακολουθούν να πανηγυρίζουν για την «πτώση του τείχους» και τη νίκη της δήθεν δημοκρατίας τους, μια υπενθύμιση της προτροπής που διατυπώθηκε καλλιτεχνικά έναν χρόνο πριν από από όλα αυτά. Προτροπή που, νομίζω, είναι ικανή να αναδείξει την τουλάχιστον αφέλεια αυτών των πανηγυρισμών:

Παιδιά, το Μανχάταν πρώτα, κι ύστερα το Βερολίνο…


«εμφυλιοπολεμικά κατάλοιπα» και «η τελευταία σοβιετική δημοκρατία»

Πρέπει να ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε ανακοινώσει τη θεσμοθέτηση της αγροτικής σύνταξης, κι η γειτόνισσα βρήκε ευκαιρία να «την πει» στη γιαγιά, μεμφόμενη τους αριστερούς που κατηγορούν τον Παπανδρέου και που δεν τον ψηφίζουν. Η δωρική απάντηση της γιαγιάς ήταν: «Για να δώσει ο Παπανδρέου σύνταξη στους αγρότες, εμένα ο γιός μου στήθηκε στα 5 μέτρα».

Τη μικρή αυτή αφήγηση τη θυμήθηκα πριν μερικά χρόνια, όταν συζητιόταν η συνταγματική αναθεώρηση για την ανώτατη παιδεία και ο Παπανδρέου ο Γ΄από τη θέση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης έβαζε πλάτη λέγοντας ότι η συνταγματική κατοχύρωση της δημόσιας και δωρεάν παιδείας με το άρθρο 16 του συντάγματος «είναι κατάλοιπο της εμφυλιοπολεμικής Ελλάδας». Δεν εννοούσε βέβαια το ίδιο πράγμα ο Γ.Α.Π., όμως με τη φράση αυτή είχε πει, με ηθελημένη ή αθέλητη προκλητικότητα, μια μεγάλη αλήθεια: ότι από όλα τα λαϊκά δικαιώματα (αυτά που σήμερα ξηλώνονται με εντατικούς ρυθμούς) ούτε ένα δεν χαρίστηκε, είναι όλα κατακτημένα με τον αγώνα, με την ανείπωτη θυσία και με το αίμα που έχυσε ο λαός στην πάλη του για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση.

Πρόκειται για μια αλήθεια ιδιαίτερα επίκαιρη: είτε πρόκειται για τις νεοφιλελέδικες πρωθυπουργικές μπούρδες για την Ελλάδα που πλέον  (χάρη στην κυβέρνηση, την ΕΕ και το ΔΝΤ) «παύει να είναι η τελευταία Σοβιετική Δημοκρατία της Ευρώπης», είτε πρόκειται για το «κοινωνικό συμβόλαιο» που θέλει να συνάψει ο ΣΥΡΙΖΑ σε συμβολαιογραφείο πολυτελείας με την πλουτοκρατική ολιγαρχία, είτε πρόκειται για «περιορισμένες» ερμηνείες της προκλητικής όσο και κυνικής ασυναρτησίας  αυτού του είδους – όπως περιορισμένη είναι κατά την πεποίθησή μου η ερμηνεία που επιχειρείται στο σχόλιο του Ριζοσπάστη όπου οδηγεί η παραπάνω παραπομπή.

Αν είναι ανεπαρκής η «απλοϊκή» ερμηνεία της γιαγιάς, στην εισαγωγή της ανάρτησης, προκειμένου να γίνει αντιληπτό τι σημαίνει, σε περιπτώσεις σαν κι αυτές, το «εμφυλιοπολεμικό κατάλοιπο» ή η παραλλαγή του ως «τελευταία σοβιετική δημοκρατία»,  προκειμένου επίσης να γίνουν αντιληπτές οι «κινητήριες δυνάμεις» και οι στοχεύσεις αυτών και των παρόμοιων «δογμάτων» σαν του Παπανδρέου Γ΄ή του Σαμαρά, προκειμένου επίσης να γίνει αντιληπτός ο τρόπος με τον οποίο «συνάπτονται» στην πραγματική και όχι τηλεοπτική ιστορία  τα «κοινωνικά συμβόλαια» ανάμεσα στην τάξη των εκμεταλλευτών και την τάξη των καταπιεζόμενων, τότε είναι απαραίτητη  η θεωρητική τεκμηρίωση της κουβέντας εκείνης που είπε η γιαγιά στη γειτόνισσα κάποια τυχαία μέρα μιας χρονιάς στη δεκαετία του ’60.

*

«Στην πραγματικότητα», έγραφε ο Λένιν τον Ιανουάριο του 1917, «το ζήτημα τίθεται έτσι: Είτε επαναστατικός αγώνας που παράγωγο προϊόν του είναι, σε περίπτωση όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας του, οι μεταρρυθμίσεις (αυτό το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία των επαναστάσεων σ’ όλο τον κόσμο) είτε τίποτε άλλο εκτός από κουβέντες για μεταρρυθμίσεις και υποσχέσεις μεταρρυθμίσεων» (Πασιφισμός αστικός και πασιφισμός σοσιαλιστικός, στη συλλογή Λένιν, Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, ΣΕ, σελ. 296).

«Αυτό», λοιπόν, που «το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία των επαναστάσεων σ’ όλο τον κόσμο», αυτό ακριβώς είναι που υπονοούν στην πραγματικότητα είτε ο Παπανδρέου πριν λίγα χρόνια είτε ο Σαμαράς πριν λίγες μέρες. Αυτό ακριβώς είναι που δήθεν δεν κατανοεί ο ΣΥΡΙΖΑ όταν καλεί τους διαχειριστές της κυριαρχίας των μονοπωλίων να προσέλθουν στο γραφείο του συμβολαιογράφου. Και αυτό ακριβώς είναι που δε χωρά στην ερμηνεία των, κατά τα άλλα, ασυναρτησιών του πρωθυπουργού, όταν αυτή η ερμηνεία περιορίζεται στην ολόσωστη, κατά τα άλλα, αποποίηση  των ευθυνών του σοσιαλισμού και του εργατικού κινήματος για τη σημερινή κατάσταση του καπιταλισμού και για τα φαινόμενα εκφυλισμού του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού.

Αν δούμε το θέμα στα ελληνικά ιστορικά πλαίσια, τότε ναι, πράγματι, όλα τα λαϊκά δικαιώματα που σήμερα ξηλώνονται, είναι «κατάλοιπο της εμφυλιοπολεμικής Ελλάδας», «παράγωγο προϊόν» της «όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας» του επαναστατικού αγώνα. Και οι ρητορικές επιθέσεις των αστών πολιτικών σε κάθε είδους τέτοιο «κατάλοιπο», δεν αποσκοπούν κυρίως ή μόνο στην καλλιέργεια της σύγχυσης, αλλά πρώτα από όλα σηματοδοτούν το ιστορικό βάθος στο οποίο στοχεύει η εξελισσόμενη αντιλαϊκή επίθεση των επιτελείων του συστήματος της εκμετάλλευσης, σηματοδοτούν το μέγεθος του ιστορικού πισωγυρίσματος στο οποίο αποσκοπεί αυτή η επίθεση, σηματοδοτούν ιστορικά τον ταξικό και πολιτικό τους εχθρό ενάντια στον οποίο στρέφεται αυτή η επίθεση.

Κι αν δούμε το ίδιο θέμα στα διεθνή πλαίσια του, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε ότι η «όχι ολοκληρωτική επιτυχία» του επαναστατικού αγώνα στη διάρκεια του 20ου αιώνα, αποκρυσταλλώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τη διεθνή μορφή της «συνύπαρξης των δυο συστημάτων», και ότι ακριβώς στη βάση αυτής της μορφής ήρθαν σαν «παράγωγο προϊόν του επαναστατικού αγώνα» όλες οι λαϊκές – εργατικές κατακτήσεις στον καπιταλιστικό κόσμο,  όλα τα «κοινωνικά συμβολαια», που δεν «συνάφθηκαν» χάρη στην «κατανόηση» των εκμεταλλευτών και τον οπορτουνιστικό τους εξωραϊσμό, αλλά χάρη στους ποταμούς αίματος των εργαζομένων όλου του κόσμου στην πάλη τους ενάντια στο φασισμό και την εκμετάλλευση.

*

Αυτά τα γεγονότα έχει υπόψη του πρώτα από όλα ο Σαμαράς, σαν «ιππότης του κεφαλαίου» που είναι κι αυτός όπως και ο συμφοιτητής του Παπαπανδρέου ο Γ΄, όταν κάνει λόγο για την «τελευταία σοβιετική δημοκρατία». Το ότι στην κυριολεξία της η φράση ειναι μια μπούρδα, αυτό δεν τον απασχολεί, του αρκεί που ο ίδιος θα πάρει καλό βαθμό εκεί που βαθμολογείται. Το ότι αυτή η μπούρδα είναι κατάλληλη και για την καλλιέργεια πολιτικής σύγχυσης κατά τον τρόπο που συνοπτικά περιγράφει το σχόλιο του «Ριζοσπάστη», είναι για το Σαμαρά και τους κύκλους του ωφέλιμο μεν αλλά δευτερεύον. Αυτό που, όμως, αποτελεί τον πυρήνα του «μηνύματος» είναι η κατανόηση από τον ίδιο, και η προκλητική απέναντι στους λαούς και την ιστορία τους, διακήρυξη του πραγματικού περιεχομένου της στρατηγικής που υπηρετεί. Της στρατηγικής που σαν δεύτερο αντεπαναστατικό κύμα, ύστερα από το πρώτο που γκρέμισε τις κατακτήσεις των εργαζομένων στις χώρες του σοαιαλισμού, σαρώνει τώρα στις καπιταλιστικές χώρες το «παράγωγο προϊόν» της «όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας» του επαναστατικού αγώνα των λαών, τις κατακτήσεις τους τις οποίες έγραψαν σε νόμους και σε συντάγματα με το αίμα τους, τις κατακτήσεις τους που σαν «παράγωγο προϊόν» του επαναστατικού τους αγώνα δεν είναι για τον Σαμαρά και τους κύκλους του παρά «σοβιετικές». Και με αυτή τη συγκεκριμένη έννοια πράγματι είναι…

*

““Σοσιαλισμός”! Χαρακτήριζαν σοσιαλιστικό και αυτόν ακόμα τον αστικό φιλελευθερισμό, σοσιαλιστικό τον αστικό διαφωτισμό, σοσιαλιστική και την αστική δημοσιο-οικονομική μεταρρύθμιση. Ήταν σοσιαλιστικό να γινει ένας σιδηρόδρομος όπου υπήρχε κιόλας μια διώρυγα και ήταν σοσιαλιστικό το να υπερασπίζεις τον εαυτό σου με μπαστούνι όταν σου επιτίθενται με σπαθί.

Και αυτό δεν ήταν απλώς τρόπος του λέγειν, μόδα ή κομματική ταχτική. Η αστική τάξη είχε τη σωστή άποψη πως όλα τα όπλα που είχε σφυρηλατήσει ενάντια στη φεουδαρχία στρέψανε την αιχμή τους ενάντια στην ίδια, πως όλα τα εκπαιδευτικά μέσα που είχε δημιουργήσει επαναστατούσαν ενάντια στον ίδιο της τον πολιτισμό, πως όλοι οι θεοί που είχε πλάσει την είχαν εγκαταλείψει…» (Μαρξ, 18η Μπριμέρ, σελ. 79, θεμέλιο 1967)

Με τέτοια λόγια περιγράφει ο Μαρξ την αστική τάξη στην αντεπαναστατική – αντιδραστική  φάση της ύστερα από το 1848: Δεν ήταν και ούτε και τώρα είναι «τρόπος του λέγειν, μόδα ή κομματική τακτική». Η βασική διαφορά ανάμεσα στον τότε «σοσιαλιστικό σιδηρόδρομο όπου υπήρχε κιόλας μια διώρυγα» και στη σημερινή «εμφυλιοπολεμική» δημόσια και δωρεάν παιδεία ή τη «σοβιετική» κρατική ΔΕΗ, τις «σοβιετικές» συντάξεις, τις «σοβιετικές» συλλογικές συμβάσεις εργασίας, μισθούς, ωράρια κλπ  κλπ, βρίσκεται στο διαφορετικό χαρακτήρα της πρώιμης αστικής αντίδρασης και της αντιδραστικής φύσης του ύστερου – ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού. Βρίσκεται επίσης στο γεγονός ότι τότε η αστική τάξη βρισκόταν αντιμέτωπη με το «παράγωγο προϊόν» του δικού της επαναστατικού αγώνα ενάντια στη φεουδαρχία, ενώ τώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με το «παράγωγο προϊόν» του επαναστατικού αγώνα των εργαζομένων εναντίον της.

Το κοινό στοιχείο είναι και στις δυο περιπτώσεις η κυριαρχία της αντεπανάστασης. Η κυριαρχία της αντίδρασης που σήμερα εκτείνεται σε όλη την ιστορική γραμμή και στοχεύει σε όλο το ιστορικό βάθος, γιατί αυτός είναι ο ιμπεριαλισμός, και πόσο μάλλον ο ιμπεριαλισμός που ολοκληρώνει μια αντεπανάσταση σαρώνοντας το «παράγωγο προϊόν» του επαναστατικού αγώνα  με τη μορφή μεταρρυθμίσεων που αναγκάστηκε να «παραχωρήσει» στο παρελθόν.

Απέναντι σ’ αυτή τη στρατηγική, τη στρατηγική της γενικευμένης ιστορικής αντίδρασης, δεν υπάρχει για τους λαούς άλλος δρόμος από την πάλη για την ανατροπή της. Δεν υπάρχει δηλαδή άλλος δρόμος από το δρόμο της ταξικής πάλης των εργαζομένων, της πάλης για την απόκρουση της επίθεσης που δέχονται, της πάλης που εφόσον διεξάγεται με συνέπεια είναι η μόνη ικανή να βαθύνει το πολιτικό της περιεχόμενο και να μετατρέψει την «τελευταία γραμμή άμυνας» σε πρώτη γραμμή αντεπίθεσης, σε αφετηρία της δικής τους επίθεσης και της δικής τους νίκης.


Το λάδι

Εδώ και εδώ γράφει για το σχέδιο που υπέβαλε ο Στουρνάρας στο Γιούρογκρουπ, λίγο πριν τη λήξη της υπουργικής του θητείας και τη μεταπήδησή του στην ΤτΕ.

Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο τα 1500 λιοτρίβια που λειτουργούν σήμερα στην επικράτεια θα πρέπει μέχρι το 2024 να αντικατασταθούν από δυο ελαιοτριβεία που θα καλύπτουν τις συνολικές «ανάγκες» της χώρας. Όπως επίσης προβλέπεται και η λειτουργία, για όλη τη χώρα,  τριών συσκευαστήριων φρούτων και λαχανικών.

Προβαλλόμενος λόγος, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, είναι να «πετύχουμε «οικονομίες κλίμακος» και έτσι να μπορέσουμε να ανταγωνιστούμε με χαμηλές τιμές την Ισπανία».

Οι όροι του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, λοιπόν, εμφανίζονται ως αξεχώριστοι από τους όρους της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής. Κι η ίδια η μονοπωλιακή συγκέντρωση της παραγωγής εμφανίζεται ως όρος «εκ των ουκ άνευ»  της οικονομικής ανάπτυξης υπό αυτούς τους όρους ανταγωνισμού, δηλαδή σαν αναγκαίος όρος της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Προτού, όμως, κλείσουμε το θέμα «ανακαλύπτοντας» την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού ως συνέπεια της συγκέντρωσης του κεφαλαίου, της μονοπώλησης της παραγωγής και της «ανάπτυξης» που συμβαδίζει με αυτή τη συγκέντρωση και αυτή τη μονοπώληση, θα πρέπει να επισημάνουμε τη διάσταση ανάμεσα σε αυτή την «ανάπτυξη» που οι όροι της υποτάσσονται στις ανάγκες του κεφαλαίου και την «ανάπτυξη» που τους όρους της καθορίζουν οι κοινωνικές ανάγκες.

Φαινομενικά βέβαια αυτή η «παρένθεση» ανάμεσα στο γεγονός και την «αποκάλυψη» θέτει προσκόμματα στη δεύτερη, θίγει την μεταξύ τους θεωρητική «αρμονία», τον «αυτοματισμό» της σχέσης ανάμεσα σε πρόβλημα και συμπέρασμα. «Άρα»;

Πριν όμως φτάσουμε στο «άρα», το θέμα είναι ότι έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που η καπιταλιστική ανάπτυξη, έστω στρεβλά, έστω στην πλάτη του προλεταριάτου, έστω σε βάρος της εργατικής τάξης, συνέπιπτε στα γενικά ποσοτικά της μεγέθη με τις κοινωνικές οικονομικές ανάγκες, έχει δηλαδή περάσει αρκετός καιρός από τον καπιταλισμό στο στάδιο του τού «ελεύθερου συναγωνισμού».

Ο βαθμός της μονοπωλιακής συγκέντρωσης του κεφαλαίου δεν είναι ποσοτικό μέγεθος ειδικά κοινωνικό. Δεν είναι ποσοτικό μέγεθος που προσδιορίζει την ανάπτυξη της κοινωνίας, που προέρχεται από την ειδικά δική της ανάπτυξη. Είναι ποσοτικό μέγεθος της ανάπτυξης του κεφαλαίου, η οποία πραγματώνεται χάρη στην ιδιοποίηση, χάρη στη μονοπώληση των όρων ανάπτυξης της κοινωνίας. Ποσοτικό μέγεθος που προέρχεται από την αντίφαση, και που αυξάνει την αντίφαση, ανάμεσα στην κοινωνική φύση των μέσων παραγωγής και την ατομική τους ιδιοποίηση.  Είναι, σαν μέγεθος, συνέπεια αυτής της αντίφασης, που από ποσότητα έχει μετατραπεί σε ποιότητα μετατρέποντας ταυτόχρονα τον καπιταλισμό από καπιταλισμό του «ελεύθερου συναγωνισμού» σε μονοπωλιακό καπιταλισμό, σε ιμπεριαλισμό: τόσο προς τα έξω όσο και προς τα μέσα.

Με άλλα λόγια η ανάπτυξη του κεφαλαίου αφήνει ποσοτικά πίσω της την ανάπτυξη της κοινωνίας. Με άλλα επίσης λόγια οι δυνατότητες και ταυτόχρονα οι ανάγκες του κεφαλαίου που προκύπτουν από την δική του ποσοτική ανάπτυξη, δεν έχουν καμία αναγκαία σχέση με τις δυνατότητες και ανάγκες του δοσμένου επίπεδου κοινωνικής ανάπτυξης.

Με άλλα λόγια επίσης, παίρνοντας σαν πρόσφατο παράδειγμα το γάλα, τα μεγέθη της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και οι ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ τέτοιων μεγεθών μπορεί να επιβάλλουν την κατάργηση του φρέσκου γάλακτος, αλλά αντίθετα σκοπός  της ανάπτυξης της κοινωνίας είναι να μπορεί να έχει ένα ποτήρι φρέσκο γάλα κάθε παιδί και οι όροι της κοινωνικής ανάπτυξης οφείλουν να υποτάσσονται σε αυτό το σκοπό.

Σε ό,τι αφορά το λάδι (ή τα φρούτα και τα λαχανικά) περιοριζόμαστε στο ότι -εκτός από το αυτονόητο (;), την ικανοποίηση σε ποσότητα και ποιότητα των λαϊκών διατροφικών αναγκών- σε μια ισόρροπη κοινωνική ανάπτυξη η παραγωγική δραστηριότητα κλιμακώνεται προοδευτικά, ενώ αντιθετα τα μεγέθη της μονοπωλιακής συσσώρευσης είναι τέτοια που στην «οικονομία κλίμακός» τους καταπίνουν μονομιάς κάθε προοδευτική κλιμάκωση αφήνοντας πίσω τους, αντί για μια κοινωνία που αναπτύσσεται, μια κοινωνία που σαπίζει.

Πρόκειται δηλαδή για μια από τις περιπτώσεις, όπου η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού δεν πρέπει να κατανοείται τόσο σαν «αντικειμενική συνέπεια» ενός «αντικειμενικού» βαθμού οικονομικής ανάπτυξης, αλλά κυρίως  ως συνέπεια της αντίθεσης ανάμεσα στους αντικειμενικά αναγκαίους όρους ανάπτυξης του κεφαλαίου και τους αντικειμενικά αναγκαίους όρους της κοινωνικής ανάπτυξης και ως επιλογή απέναντι στο δίλημμα που προκύπτει από αυτή την αντίθεση.

 


το γάλα

Σε παλιότερη ανάρτηση (την πρώτη του μπλογκ πριν 1,5-2 χρόνια) με τον τίτλο «υπερεθνικότητα» vs έθνους και διεθνισμού, είχα χρησιμοποιήσει τον «αδόκιμο» όρο «υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου», τον οποίο σε υποσημείωση εκείνης της ανάρτησης δικαιολογούσα ως εξής:

«Μπορεί ορισμένους να ξενίζει η χρήση του όρου «υπερσυγκέντρωση», σε σχέση με τον βαθμό συγκέντρωσης του κεφαλαίου.

Όμως από τη στιγμή κι έπειτα, όπου η ανάπτυξη του κεφαλαίου, και συνακόλουθα ο βαθμός της συγκέντρωσής του, άρχισε να αποτελεί μέγεθος ολωσδιόλου ξεχωριστό από τα μεγέθη που αφορούν την ανάπτυξη της κοινωνίας, από τη στιγμή που επίσης η ανάπτυξη του κεφαλαίου άρχισε να αποτελεί όρο που αντιστρατεύεται την ανάπτυξη της κοινωνίας και τους όρους αυτής της ανάπτυξης, από τη στιγμή που τα ποσοτικά μεγέθη της αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική φύση των παραγωγικών δυνάμεων και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησής τους μεταβλήθηκαν σε μια «νέα ποιότητα», από τη στιγμή δηλαδή που ο «παλιός» καπιταλισμός του ελεύθερου συναγωνισμού έδωσε οριστικά τη θέση του στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, από τότε κι έπειτα μπορεί κατά τη γνώμη μου να γίνεται λόγος για καπιταλισμό που αναπτύσσεται με όρους υπερσυγκέντρωσης του κεφαλαίου».

Το πρόβλημα που με απασχολεί δεν είναι βέβαια καθόλου το να γίνει αποδεκτός ο όρος «υπερσυγκέντρωση». Το ζήτημα δεν είναι αυτό, αλλά η εκτίμηση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που -ας μην το ξεχνάμε- όσο κι αν εμφανίζεται σαν φορέας της «τελευταίας λέξης» της τεχνικής προόδου, είναι στην πραγματικότητα φορέας της ιστορικής αντίδρασης σε όλη τη γραμμή, και η ίδια του η ανάπτυξη μπορεί να νοηθεί μόνο σαν ανάπτυξη της ιστορικής αντίδρασης: όσο περισσότερο αναπτύσσεται και «προοδεύει» ο μονοπωλιακός καπιταλισμός, τόσο περισσότερο ιστορικά αντιδραστικός γίνεται. Και τόσο περισσότερο οι ανάγκες της ανάπτυξής του έρχονται σε σύγκρουση με τις κοινωνικές ανάγκες και τους όρους ικανοποίησής τους.

Εδώ θα προσπαθήσω να δείξω ότι από την παραπάνω διαπίστωση δεν εξαιρείται η «καθαρά» οικονομική πλευρά, η πλευρά που συνήθως νοείται σαν μια απλώς «αντικειμενική», και απλώς ποσοτική εξέλιξη, η οποία καταδείχνει την ανάγκη της αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό. Το τελευταίο είναι βέβαια σωστό. Όμως αν δεν κατανοηθεί ότι, πια, και αυτή η «αντικειμενική» οικονομική εξέλιξη, τα ίδια τα «ποσοτικά» της μεγέθη είναι συναρτημένα όχι με την οικονομική εξέλιξη γενικά αλλά με την εξέλιξη του καπιταλισμού που από καιρό αντιστρατεύεται την εξέλιξη της κοινωνίας, τότε είναι δυνατόν να βγούνε λαθεμένα συμπεράσματα  για μια σειρά θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα της ταξικής πάλης.

Για να γίνω σαφέστερος, το ζήτημα που τίθεται με αφορμή την πρόσφατη νομοθεσία για το γάλα, δεν είναι μόνο ότι ως «εξέλιξη» μεν προχωράει όμως μέσω της καταστροφής των μικρών αγροτών. Το ζήτημα που τίθεται είναι  επίσης, ότι οι όροι της μονοπωλιακής συγκέντρωσης κεφαλαίου δεν συμπίπτουν με τους όρους συγκέντρωσης της παραγωγής που θα υπαγόρευαν οι κοινωνικές ανάγκες σε μια κοινωνικά σχεδιασμένη οικονομία.

*

Για το γεγονός ότι η κατάργηση της ετικέτας «φρέσκο γάλα» (μια που το φρέσκο γάλα έχει καταργηθεί αρκετό καιρό πριν την ετικέτα του) υπαγορεύτηκε από τις ανάγκες του μονοπωλιακού ανταγωνισμού που είναι καταδικασμένος  να ανεβαίνει τις αναβαθμίδες του (καταδικάζοντας και την κοινωνία να ανεβαίνει το γολγοθά της) μέσω μιας όλο και πιο μεγάλης συγκέντρωσης κεφαλαίου στα χέρια των μονοπωλιακών ομίλων, δεν είναι δύσκολο να συγκεντρωθούν αποδείξεις.

Στη σχετική έκθεση του «Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης» (από την περίφημη «εργαλειοθήκη» του οποίου  προήλθε η κατάργηση του «φρέσκου γάλακτος») αναφέρεται ότι:

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα το «φρέσκο» παστεριωμένο γάλα κυκλοφορεί με διάρκεια ζωής 5 ημερών, αποτελεί «μια αυστηρή απόκλιση από τις συνήθεις πρακτικές της ΕΕ, που προκύπτουν από τη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η απόκλιση αυτή ενδεχομένως να βλάπτει τον ανταγωνισμό στη σχετική αγορά σε σημαντικό βαθμό».

«Η κατάργηση του ορίου των πέντε ημερών θα δώσει επαρκή χρόνο στη βιομηχανία για την εισαγωγή γάλακτος από άλλες, φθηνότερες χώρες της ΕΕ, μειώνοντας έτσι το κόστος των πρώτων υλών»

«Η εντατικοποίηση του ανταγωνισμού θα καταστήσει πολύ δύσκολο για τα τοπικά μικρά αγροκτήματα να λειτουργήσουν σύμφωνα με το ισχύον επιχειρηματικό τους μοντέλο και θα περίμενε κανείς ότι ορισμένα από αυτά θα αγοραστούν από τις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις»

Από τα παραπάνω, εκτός από το ότι η κατάργηση έστω και του κατ’ όνομα φρέσκου γάλακτος υπαγορεύεται από τις ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, εκτός και από την κυνική ομολογία των επιπτώσεων στους μικρομεσαίους κτηνοτρόφους αυτού του ανταγωνισμού και των μέτρων που παίρνονται για την εξυπηρέτησή του, γίνεται φανερό και το ότι το ίδιο αυτό μέτρο που νομοθετήθηκε αποτελεί προσαρμογή στις «συνήθεις πρακτικές» της Ευρωπαϊκής Ένωσης που «προκύπτουν από τη σχετική της νομοθεσία», καθώς άλλωστε με την ιδρυτική της πράξη του Μάαστριχτ η ΕΕ έχει προσδώσει στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό (δηλαδή την κυριαρχία των μονοπωλίων) νομικό κύρος με ισχύ για όλα τα κράτη – μέλη της.

Ήρθε λοιπόν η στιγμή που και το «φρέσκο γάλα» αναγνωρίστηκε σαν περιορισμός ή σαν καταστρατήγηση της «αρχής της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων [!!!]«  την οποία προβλέπει το άρθρο 102Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Και σίγουρα δεν είναι δική μας δουλειά να παραστήσουμε τον «κριτή» για το αν την «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό» την παραβιάζει πράγματι το «φρέσκο γάλα» ή αντίθετα η κατάργησή του, για τον αν «αθέμιτος» ανταγωνισμός σε βάρος των μονοπωλίων είναι η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών ή αν, αντίθετα, «αθέμιτος» ανταγωνισμός είναι η χρησιμοποίηση από τα μονοπώλια της νομοθετικής ισχύος που αποκτούν χάρη στην ψήφο των μικρομεσαίων κτηνοτρόφων με σκοπό την εξαφάνισή τους. Ούτε, επίσης, να παραστήσουμε τον κρίτη για το αν η «αποτελεσματική κατανομή των πόρων ευνοείται» περισσότερο με το γάλα των 5 ή με το γάλα των 10 ημερών. Ούτε για το αν η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών αποτελεί ή όχι «μέσο αυθαίρετων διακρίσεων» ή «συγκεκαλυμμενο περιορισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών» (πράγμα που «απαγορεύει» το άρθρο 73Δ παρ. 3 της Συνθήκης του Μάαστριχτ):  Πόσο μάλλον που το γάλα μετατρέπεται σε «ελεύθερα κινούμενο» κεφάλαιο όταν βρίσκεται στα χέρια των καπιταλιστών και των μονοπωλίων, ενώ στα χέρια του αυτοαπασχολούμενου κτηνοτρόφου το γάλα δεν είναι καν κεφάλαιο…

*

Όλα αυτά όμως είναι η μισή αλήθεια, όσο δεν τίθεται και δεν απαντιέται το ζήτημα γύρω από τη σχέση του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής όπως αυτή πραγματοποιείται από την άποψη των αναγκών του κεφαλαίου («μεταφραζόμενη» από την άποψη αυτή σε συγκέντρωση κεφαλαίου), από τη μια, και του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής από την άποψη των αναγκών της κοινωνίας, από την άλλη.

Από την άποψη του κεφαλαίου (και ιδίως του μονοπωλιακού που αποτελεί πια την κυρίαρχη μορφή του) η συγκέντρωση της παραγωγής στα χέρια του πραγματοποιείται με γνώμωνα τις ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ των μονοπωλίων, τις συνακόλουθες ανάγκες μεγιστοποίησης της κερδοφορίας και του ποσοστού κέρδους, και επίσης πραγματοποιείται πάνω στη βάση μιας ήδη πραγματοποιημένης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου (σαν αποτέλεσμα του πληθωρισμού κερδών, που προγήθηκε κατά τη φάση της «ανάπτυξης»), το οποίο γυρεύει νέα πεδία επένδυσης και κερδοφορίας. Ιδίως όμως σε ό,τι αφορά τους κλάδους παραγωγής μέσων συντήρησης, πρέπει επίσης εμφατικά να υπογραμμιστεί ότι η μείωση του συνολικού κόστους παραγωγής τους, η μείωση δηλαδή της ανταλλακτικής αξίας τους, αποτελεί πρωταρχικό όρο αύξησης του ποσοστού της υπεραξίας, καθώς φτηνότερα μέσα συντήρησης φτηναίνουν την εργατική δύναμη μειώνοντας έτσι το μερίδιο που αποσπά αυτή από την συνολική αξία του κοινωνικού προϊόντος και αυξάνοντας την μάζα της υπεραξίας που σφετερίζεται το κεφάλαιο.

Όμως αυτά (ο ανταγωνισμός, η κερδοφορία, η συσσώρευση,  η υπεραξία κλπ), το τελευταίο πράγμα με το οποίο έχουν σχέση, είναι το γάλα, και πόσο μάλλον το φρέσκο. Και σε ό,τι αφορά το γάλα καθαυτό, η μοναδική του σχέση με αυτές τις «οικονομικές» ανάγκες και κριτήρια, περιορίζεται στο μέγιστο χρονικό διάστημα που μπορεί να καταναλώνεται χωρίς να παύει και τυπικά να είναι πια «γάλα», ως όριο πέρα από το οποίο δεν μπορούν άλλο να παραμεριστούν τα εμπόδια που βάζουν οι έσχατες φυσικές του ιδιότητες  στην «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό», στην «αποτελεσματική κατανομή των πόρων», στην «ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων και των πληρωμών».

Δεν ισχύει όμως το ίδιο από την άποψη της κοινωνίας, με τις ανάγκες της οποίας η κυριαρχία των μονοπωλίων από καιρό βρίσκεται σε αντίθεση, και για την οποία από καιρό το σύστημα της μονοπωλιακής κυριαρχίας έχει καταστεί πια «ξένο σώμα».

Φυσικά και από την άποψη της κοινωνίας δεν είναι αδιάφορη η εξοικονόμηση πόρων, είτε φυσικών είτε ανθρώπινων, δεν είναι αδιάφορο το να απαιτούνται και να ξοδεύονται για το κοινωνικό προϊόν οι ελάχιστες δυνατές ποσότητες φυσικών πόρων και ανθρώπινης εργασίας. Όμως σε ό,τι αφορά για παράδειγμα το γάλα, η εξοικονόμηση αυτή βρίσκει το εκάστοτε όριό της στην ανάγκη το γάλα να παράγεται με τις υγιεινότερες δυνατές φυσικές και τεχνικές μεθόδους και να καταναλώνεται, με μια λέξη, φρέσκο. Κι αυτή η ανάγκη οφείλει να καθορίζει, από κοινωνική άποψη, το βαθμό συγκέντρωσης της παραγωγής, την κατανομή της, την ισόμετρη ανάπτυξή της υπό όρους που δεν εντείνουν αλλά σταδιακά αναιρούν τη διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο.

Πρόκειται όμως για καθορισμό που στην πραγματικότητα απέχει όσο η μέρα και η νύχτα από την «εξέλιξη» που συνιστά η συγκέντρωση του κεφαλαίου στη βάση της συσσώρευσής του, των αναγκών της ανταγωνιστικότητάς του, και της πολιτικής του κυριαρχίας. Για καθορισμό υπό το φως του οποίου αυτή δεν συνιστά καν «εξέλιξη», αλλά μάλλον τερατογένεση. Μια διάσταση που οι συνέπειες της (αλλά και οι συνέπειες της παραγνώρισής της) αφορούν τόσο τους υλικούς – οικονομικούς όρους επαναστατικής μετάβασης από την καπιταλιστική στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή αύριο, όσο και τους όρους οικοδόμησης της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα υπόλοιπα εργαζόμενα κοινωνικά στρώματα σήμερα. Διάσταση, επίσης, που θεωρητικά παραπέμπει στο  «ηθικό συμπέρασμα», ότι «η ορθολογικά οργανωμένη αγροτική οικονομία δεν συμβιβάζεται με το κεφαλαιοκρατικό σύστημα (…) και χρειάζεται είτε το χέρι του μικροαγρότη, που εργάζεται ο ίδιος, ή τον έλεγχο των συνεταιρισμένων παραγωγών» (Μάρξ, Το κεφάλαιο, τ.3, σελ. 157): δυο πράγματα που -καθαυτά- δεν έρχονται μεταξύ τους σε αντίθεση.


8 Μάρτη: Η «μέρα της γυναίκας» και η αστική τάξη

Η 8η Μάρτη και η αστική τάξη

Της Κάλι Καρά

Ήταν 8 Μάρτη 1857, 157 χρόνια πριν, όταν οι εργάτριες στα υφαντουργεία και τα ραφτάδικα της Νέας Υόρκης τόλμησαν να υψώσουν το ανάστημά τους, να κατεβούν σε απεργία και διαδηλώσεις, να αντισταθούν στην εκμετάλλευση και την καταπίεση που βίωναν. Ζητούσαν ανθρώπινες συνθήκες δουλειάς και μείωση των ωρών εργασίας που έφταναν 16 ώρες την ημέρα και εξίσωση στους μισθούς τους -που ήταν σημαντικά μικρότεροι- με αυτούς των ανδρών.

8-marth-nea-yorkh-2

Η απεργία των εργατριών της 8ης Μάρτη ήταν από τις πιο σημαντικές στιγμές του παγκόσμιου εργατικού κινήματος, αναπόσπαστα δεμένη με τον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση. Έβαζε στην πρώτη γραμμή το ζήτημα της πάλης κατά των φυλετικών διακρίσεων, κατά της ανισοτιμίας ανδρών και γυναικών, σε συνδυασμό με τον αγώνα ενάντια στην ταξική εκμετάλλευση.

Δεν είναι τυχαίο ότι διαχρονικά η αστική τάξη και με όλους τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της προσπαθεί να πνίξει στην αφάνεια αυτή την ιστορική επέτειο, την Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας, να τη μετατρέψει σε γυναικοπαρέα στην ταβέρνα ή κάτι σαν την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου.

Η γυναίκα της εργατικής λαϊκής οικογένειας πρέπει να μείνει μακριά από συνειρμούς και συγκρίσεις, που μπορεί να προκληθούν από την ιστορική αναφορά σε τέτοια γεγονότα, για τη σημερινή ζωή της. Πρέπει να μείνει μακριά από τη σκέψη ότι σε όλες τις εκμεταλλευτικές κοινωνίες θα παραμένει ανισότιμη, γιατί η εργατική της δύναμη, πιο φθηνή, πιο ευέλικτη και περισσότερο εκμεταλλεύσιμη, αξιοποιείται από το κεφάλαιο πάντα σύμφωνα με τις ανάγκες της κερδοφορίας του.

Γι’ αυτό σήμερα, στις συνθήκες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, με το ενιαίο μέτωπο του κεφαλαίου, της ΕΕ και της κυβέρνησης, που υπηρετούν την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας των μονοπωλίων, το πλήγμα που δέχεται είναι ακόμη πιο βαρύ.

Η νέα γυναίκα, πρέπει να μείνει μακριά και δεν πρέπει να μάθει ότι τίποτα δεν της χαρίστηκε, δεν πρέπει να μάθει ότι όλα κατακτήθηκαν με αιματηρούς αγώνες.

Ότι το 1924 στους αγώνες των καπνεργατών σκοτώνεται η καπνεργάτρια Μαρία Χουσιάδου στην απεργία της Καβάλας και το 1926 η Βασιλική Γεωργατζέλη, έγκυος 6 μηνών, στην απεργία του εργοστασίου «Παπαστράτος» στο Αγρίνιο, η Αναστασία Καρανικόλα το 1936 στις μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις των καπνεργατών Θεσσαλονίκης και τόσες άλλες επώνυμες και ανώνυμες μαχήτριες του εργατικού – λαϊκού μας κινήματος και των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων του λαού μας.

Η νέα γυναίκα δεν πρέπει να μάθει ότι η σπίθα μπήκε στους άνδρες και γυναίκες προλετάριους όλου του κόσμου για να σπάσουν τις αλυσίδες της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης από την Οχτωβριανή Επανάσταση. Τότε το ζήτημα της ισοτιμίας της γυναίκας μπήκε στις πρώτες προτεραιότητες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, με μέτρα πρωτόγνωρα και για τα πιο αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη. «…Πρέπει οι γυναίκες να ξέρουν πως η προλεταριακή εξουσία σημαίνει για αυτές πλήρη ισοτιμία δικαιωμάτων με τον άνδρα και διά νόμου και στην πράξη στην οικογένεια, στο κράτος και στην κοινωνία κι ακόμα γκρέμισμα της εξουσίας της αστικής τάξης…», έλεγε ο Λένιν στη συζήτησή του με την Κλάρα Τσέτκιν.

Σήμερα ο γερασμένος και σάπιος καπιταλισμός, που καθρεφτίζεται ανάγλυφα στη λυκοσυμμαχία της ΕΕ, προβάλλει ως «σύγχρονο» επίτευγμά του για τη δήθεν ισότητα ανδρών και γυναικών το πρότυπο της «γυναίκας επιχειρηματία» που «χειραφετήθηκε» εκμεταλλευόμενη εργαζόμενους, της γυναίκας που μετέχει στα κέντρα λήψης των αποφάσεων.

Πολύ μελάνι ξοδεύεται τελευταία από τους ευρωπαϊκούς κονδυλοφόρους για τη συμμετοχή των γυναικών σε διευθυντικές θέσεις των μεγάλων επιχειρήσεων και οργανισμών, η οποία σύμφωνα με ποικίλες «έρευνες» αυξάνει την κερδοφορία τους. Διαλαλεί ως «αξία» τη δραστηριότητα της αστής κυράς του καπιταλιστή που διαφημίζει το «φιλάνθρωπο» πρόσωπο της απάνθρωπης κοινωνίας.

Όλες αυτές οι καπιταλιστικές «αξίες που προάγουν την ισότητα» είναι οι χειρότερες μορφές υποδούλωσης στη σαπίλα της εξουσίας των μονοπωλίων, για τη συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών της εργατικής – λαϊκής οικογένειας.

Έτσι γίνεται φανερό, γιατί η αστική τάξη αποφεύγει την 8η Μάρτη όπως «ο διάολος το λιβάνι» που λέει ο λαός μας. Να, γιατί αυτή η Μέρα παρέμεινε και θα παραμείνει κορυφαία επέτειος για τους κομμουνιστές, για άνδρες και γυναίκες της εργατικής τάξης, των ταξικών δυνάμεων που δρουν μέσα στο εργατικό – λαϊκό κίνημα της χώρας μας με το μήνυμά της γραμμένο στα πανό των σημερινών αγωνιστικών κινητοποιήσεων.

Καμία συμφιλίωση των γυναικών της εργατικής λαϊκής οικογένειας με το πρόσταγμα του κεφαλαίου να προσαρμόσουν τις ανάγκες τους στα ελάχιστα. Να δουλεύουν ήλιο με ήλιο για ψίχουλα ή χωρίς αυτά αν είναι κάτω των 30 χρονών, χωρίς Συλλογικές Συμβάσεις, χωρίς κυριακάτικη αργία και ξεκούραση, να μην έχουν δωρεάν βρεφονηπιακούς σταθμούς, δωρεάν προληπτικές εξετάσεις, επισκέψεις σε γιατρούς, δωρεάν φάρμακα και νοσοκομειακή περίθαλψη για τα παιδιά τους, την οικογένειά τους, τις ίδιες, να μην έχουν δωρεάν δημόσια μαιευτήρια, επίδομα τοκετού, αυξημένες άδειες εγκυμοσύνης.

Να ζουν χωρίς νερό, χωρίς ρεύμα, να μην έχουν να βάλουν ψωμί στο τραπέζι τους, να στέλνουν νηστικά τα παιδιά τους στο σχολείο. Να κινδυνεύουν να χάσουν και το σπίτι τους, όχι από τους κομμουνιστές, όπως για δεκαετίες τις τρομοκρατούσε η αντικομουνιστική προπαγάνδα, αλλά από τα «κοράκια» του καπιταλιστικού συστήματος.

Είναι μονόδρομος για τις γυναίκες της εργατιάς, της αγροτιάς, τις γυναίκες του μικρομάγαζου, αυτές που βοηθούν στις οικογενειακές επιχειρήσεις, για τις νέες, να αντλήσουν δύναμη από την πείρα των αγώνων του παρελθόντος, από τις υφάντρες της Ν. Υόρκης και να πρωτοστατήσουν στους σημερινούς ταξικούς αγώνες. Να ενισχύσουν με τη δράση τους την Κοινωνική Συμμαχία, το ΠΑΜΕ, την ΠΑΣΕΒΕ, την ΟΓΕ, την ΠΑΣΥ, το ΜΑΣ.

Αυτή η Κοινωνική Συμμαχία είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να παλέψει για να ανατραπούν αντιλαϊκοί νόμοι, να αναχαιτιστεί η αντιλαϊκή επίθεση, για να σπάσουν τα δεσμά με την ΕΕ, να πάρει ο λαός τον πλούτο στα χέρια του και να ανοίξει ο δρόμος για την ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών του.

Ευκαιρία αποτελούν οι εκλογές του Μάη να μαυρίσουμε όλους αυτούς που έπλεκαν και πλέκουν το εγκώμιο της ΕΕ, εφαρμόζοντας κατά γράμμα τις οδηγίες της και με τις πολιτικές τους έφεραν τις γυναίκες και τους νέους στην πρώτη θέση της ανεργίας, στην πρώτη θέση της εφήμερης δουλειάς χωρίς δικαιώματα, καθιστώντας τους το πιο εκμεταλλευόμενο τμήμα της εργατικής τάξης. Μαύρο και σε όλους αυτούς που προσπαθούν να μας παραμυθιάσουν ότι η ΕΕ μπορεί να γίνει καλύτερη και πιο φιλολαϊκή με άλλα μείγματα διαχείρισης.

Ισχυρό ΚΚΕ σε κάθε κάλπη.

902