Το δικαίωμα της απεργίας και «η κοινωνία και το έθνος» από τη σκοπιά του

Η προηγούμενη ανάρτηση αυτού του μπλογκ ήταν αφιερωμένη στο δικαίωμα στην εργασία.

Πρόκειται για το δικαίωμα το οποίο οι εκπρόσωποι και οι διαχειριστές της άρχουσας τάξης, ενώ φύσει και θέσει το καταστρατηγούν συστηματικά τις 365 μέρες του χρόνου, το θυμούνται ξαφνικά όποτε έχουν απέναντι τους μια αποφασιστική απεργιακή κινητοποίηση σε κάποιο κλάδο, σε κάποια βιομηχανία κλπ. Τότε ξαφνικά ξαναθυμούνται το «δικαίωμα στην εργασία» διαστρεβλώνοντας το περιεχόμενό του, τιτλοφορώντας «δικαίωμα στην εργασία» το «δικαίωμα» στην απεργοσπασία, για να στραφούν ενάντια στην απεργιακή κινητοποίηση, ενάντια στο απεργιακό δικαίωμα, ενάντια στο απεργιακό δίκαιο της περιφρούρησης του αγώνα των εργαζομένων.

«Ξαναθυμούνται» πολλά, κάθε φορά που βρίσκονται αντιμέτωποι με τους απεργιακούς αγώνες των εργαζομένων για το δικαίωμα στη δουλειά και για δουλειά με δικαιώματα…

Ξαναθυμούνται για παράδειγμα τη «δημοκρατία» και τις «δημοκρατικές διαδιακασίες». Έτσι, για παράδειγμα,  η σημερινή κυβέρνηση, αυτή που κυβερνά «νομιμοποιημένη» εκλογικά με το 39,55% του 53,74% όσων έχουν δικαίωμα ψήφου, η κυβέρνηση που με αυτή τη μειοψηφική εκλογική «νομιμοποίηση» ψηφίζει όλους τους αντιλαϊκούς νόμους της «ατζέντας» της, αυτή η ίδια σύμφωνα με τις διάφορες επικοινωνιακές «διαρροές» ετοιμάζεται να υλοποιήσει τις δεσμευσεις της προς το κεφάλαιο και τους «θεσμούς» του με νόμο που θα καθιστά «παράνομες» τις απεργίες εφόσον τις αποφασίζει η πλειοψηφία των γενικών συνελεύσεων των σωματείων και όχι των εγγεγραμμένων μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Ας εφαρμόσει η κυβέρνηση πρώτα στον εαυτό της αυτόν τον «δημοκρατικό κανόνα» ομολογώντας την έλλειψη της δικής της «νομιμοποίησης». Κι ας αφήσει στην άκρη τα σχέδια ποινικοποίησης των εργατικών αγώνων, οι οποίοι άλλωστε δεν αντλούν την δημοκρατική τους νομιμοποίηση από τις «παραχωρήσεις» του αστικού κράτους αλλά από τις συλλογικές διαδικασίες των οργάνων του ταξικού εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Σε αυτούς τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς ποινικοποίησης των εργατικών αγώνων εντάσσεται προφανώς και το άρθρο της «Αυγής», που με τον τίτλο «Απεργία: Το έσχατο μέσο που έγινε πρώτο!» ανακαλύπτει στον απεργιακό αγώνα των εργατών καθαριότητας για το δικαίωμά τους στην εργασία μια επίκαιρη αφορμή, για να βγάλει στο προσκήνιο σαν «πρώτη» την «έσχατη» φιλοδοξία της τάξης των εκμεταλλευτών ενάντια στο εργατικό κίνημα και τους αγώνες του: «Ορισμένοι κρίσιμοι για τα κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα κλάδοι δεν έχουν το δικαίωμα της απεργίας».

Δεν έχει περάσει δα και πολύς καιρός από τότε που ο σημερινός πρωθυπουργός χαρακτήριζε, από τις θέσεις της «αντιπολίτευσης», τον απεργιακό αγώνα των ναυτεργατών σαν «εξαλλοσύνες». Και εκείνη η «αντιπολιτευτική» θέση, όπως και η «αντιπολιτευτική» θέση του ΣΥΡΙΖΑ για σχίσιμο των μνημονίων «αλλά με τη συμφωνία των εταίρων», συγκροτούν το νήμα της αντιλαϊκής «συνέπειας» του ΣΥΡΙΖΑ από την περίοδο της «αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης» ως τη σημερινή περίοδο της διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Και σήμερα, τώρα που ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ αναγορεύει τον στόχο ενός  νέου κύκλου ανάπτυξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας σε στόχο «εθνικό», το δημοσιογραφικό του όργανο αναγορεύει ουσιαστικά σε «παράνομη» την απεργία στους «κρίσιμους για τα κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα κλάδους». Τώρα που τα συμφέροντα των μονοπωλίων αναγορεύονται από την «κυβέρνηση της αριστεράς» σε συμφέροντα «κοινωνικά και εθνικά», τώρα γίνεται από τους κυβερνητικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς «συζήτηση» για απεργίες που στρέφονται ενάντια στο «κοινωνικό και εθνικό συμφέρον»…

Αλλά αντίστροφα: Την ώρα που η «Αυγή» διακηρύσσει ότι οι εργατικοί αγώνες στρέφονται ενάντια «στα συμφέροντα της κοινωνίας και του έθνους», την ίδια στιγμή και οι αγώνες των εργαζομένων είναι αναγκαίο να αποκτήσουν χαρακτηριστικά και προσανατολισμό τέτοια που να ανυψώνουν το δικό τους δίκιο σε αποκλειστικό συμφέρον του έθνους και της κοινωνίας, ενάντια στο «δίκιο» και τα «συμφέροντα» της τάξης των εκμεταλλευτών.

Advertisements

το δικαίωμα στην εργασία και ο κόσμος από την σκοπιά του

«…Στο πρώτο σχέδιο συντάγματος που καταρτίστηκε πριν από τις μέρες του Ιούνη, βρισκόταν ακόμα το «droit au travail», το δικαίωμα στην εργασία, η πρώτη αδέξια διατύπωση όπου συνοψίζονται οι επαναστατικές αξιώσεις του προλεταριάτου. Αυτό μετατράπηκε στο droit al’ assistance, στο δικαίωμα να παίρνει βοήθημα απ’ το δημόσιο. Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο; Το δικαίωμα στην εργασία είναι, με την αστική έννοια, ένας παραλογισμός, ένας άθλιος, ευσεβής πόθος. Πίσω όμως απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους. Πίσω από το «δικαίωμα στην εργασία» βρισκόταν η εξέγερση του Ιούνη. Η συντακτική συνέλευση, που έθετε ουσιαστικά το επαναστατικό προλεταριάτο εκτός νόμου, ήταν για λόγους αρχής υποχρεωμένη να βγάλει τη διατύπωση του δικαιώματος της εργασίας απ’ το σύνταγμα, αυτό το νόμο των νόμων, ήταν υποχρεωμένη να ρίξει το ανάθεμα στο «δικαίωμα στην εργασία»…»

(Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, ΣΕ, σελ. 78-79)

***

Μάλλον σαν αποτύπωση πολιτικών συσχετισμών στο πεδίο της ιδεολογίας, στο μεταπολιτευτικό σύνταγμα του 1975 όπως ισχύει και σήμερα, διακηρύχτηκε, στο άρθρο 22, ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

Βέβαια τι «δικαίωμα», αφού με την αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 του ίδιου αυτού συντάγματος η διάταξη σύμφωνα με την οποία, για τους υπαλλήλους του δημοσίου που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου «απαγορεύεται»  η από το νόμο μονιμοποίησή τους ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό, τουλάχιστον για την ώρα , γιατί τι άλλο αν όχι ευτελισμός της έννοιας του «συντάγματος» είναι η πρόστυχη εισαγωγή μιας διάταξής του σαν κι αυτής, που «απαγορεύει τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου»;  Το 2001, άλλωστε, είναι μια χρονιά όπου ήδη η ελληνική άρχουσα τάξη είχε αρχίσει να στενεύεται από το σύνταγμά της: Δυο μόλις χρόνια πριν η κυβέρνηση Σημίτη το είχε παραβιάσει κατάφορα επιτρέποντας χωρίς  νόμο ψηφισμένο από τη βουλή (άρθρο 27) τη διέλευση των «χερσαίων» της «συμμαχίας» που επέδραμε κατά της Γιουγκοσλαβίας, ενώ στην αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε επίσης (στο άρθρο 28) και η «ερμηνευτική δήλωση» που καθιερώνει σαν υπέρτερο έναντι του εθνικού το δίκαιο της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και θεσμοθετεί την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας ως «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Και έμελε, σε λιγότερο από μια δεκαετία, να έρθει και η ώρα που το ίδιο αυτό άρθρο 28 θα  ανασκολοπιζόταν διαδοχικά από τις κυβερνήσεις Παπαδήμου, Σαμαρά και Τσίπρα, κάθε φορά που ψήφιζαν χωρίς  την προβλεπόμενη πλειοψηφία των 3/5 την εκχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων στους «θεσμούς» των μνημονίων. Βέβαια πρέπει να αναγνωρίσουμε στην «πρώτη φορά αριστερά» ότι το 3ο μνημόνιο είναι από αυτήν την άποψη και το μόνο «συνταγματικό», αφού με αστική ευγένεια μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ το υπερψήφισαν επίσης η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, οπότε εν προκειμένω ουδείς λόγος ενεργοποίησης του  «πατριωτισμού των Ελλήνων»…

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας: Λέγαμε λοιπόν ότι το άρθρο 22 αναγνωρίζει την εργασία σαν δικαίωμα και ότι παραβλέπουμε σαν ευτελισμό του συντάγματος την «απαγόρευση μετατροπής συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου».  Αυτό που όμως δεν μπορούμε να  παραβλέψουμε, είναι ότι απέναντι στο δικαίωμα της εργασίας του άρθρου 22 ορθώνεται η προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17, στην οποία βέβαια περιλαμβάνεται και η προστασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (αυτής της ίδιας που  αποθεώνεται με τις «ελευθερίες» της συνθήκης του Μάαστριχτ), η οποία ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποτελεί και το άκρο αντίθετο του δικαιώματος στην εργασία. Το λέει η επιστήμη, το λέει ο Μαρξ: «Πίσω απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους». Και οφείλουμε στην πολιτική οικονομία να είμαστε μαρξιστές με την ίδια έννοια που στις φυσικές επιστήμες είμαστε οπαδοί του Νεύτωνα. Το λέει ο Τσε.

Τι κάνουμε λοιπόν τώρα, που το δικαίωμα στην εργασία του άρθρου 22 προσκρούει στην προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17; Ευτυχώς για την «αστική νομιμότητα» οι ιδεολογικοί συσχετισμοί της μεταπολίτευσης άφησαν κι εδώ τη σφραγίδα τους: Διότι ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 17 «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους», αλλά συνεχίζει το ίδιο άρθρο: «τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».  Και πόσο «γενικό συμφέρον» δεν είναι το (και συνταγματικά προβλεπόμενο) δικαίωμα στην εργασία, ώστε να μη μπει φραγμός (να ασκηθεί «βία») στα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και μάλιστα κατά τρόπο που να αφήνει αδιατάρακτη την υφιστάμενη «αστική νομιμότητα»!!! Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα!

Να λοιπόν πεδίο δόξας για τον πατριωτισμό του λαού, στον οποίο «επαφίεται η τήρηση» (άρθρο 120) του δικαιώματος στην εργασία (άρθρο 22) και η «βία» εναντίον των  δικαιωμάτων και «ελευθεριών» που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ασκούνται σε βάρος του δικαιώματος στην εργασία δηλαδή «σε βάρος του γενικού συμφέροντος» δηλαδή αντικοινωνικά (άρθρο 17). Αν μπορούνε, άλλωστε, ας ασκηθούνε κι αλλιώς. 

***

Το 1848-1850 η αντεπανάσταση μετέτρεψε το «δικαίωμα στην εργασία» σε «δικαίωμα σε βοήθημα». Το 2015-2017 ο ΣΥΡΙΖΑ μετέτρεψε το «ψωμί – παιδεία – ελευθερία» σε «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» ή σε «κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης», όπως το μετονόμασε νομίζοντας ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ελάχιστη εγγυημένη εξαθλίωση και στο κοινωνικό επίδομα εξαθλίωσης…

«Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο;»

Ο Τσίπρας, προχθές είπε στον Κουτσούμπα, ότι καλή βέβαια και η Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά τώρα «πάμε μπροστά»… Όμως ήταν το 1850, δηλαδή πριν 167 ολόκληρα χρόνια, τότε που ο Μαρξ μιλούσε για «σύγχρονο κράτος». Οπότε, και το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, δεν εξαρτάται από τη χρονολογία αναφοράς. Οι χρονολογίες διαδέχονται η μια την άλλη και χωρίς εμάς. Το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, εξαρτάται από τις απαιτήσεις που έχει κανείς σήμερα από ένα «σύγχρονο κράτος». Και εαν εν έτει 2012 θεωρεί κανείς «σύγχρονο» το κράτος που (ήδη από το 1850) «τρέφει τους απόρους του», τότε αυτός δεν μας οδηγεί «μπροστά» αλλά στο «βάθος του χρόνου», και το βάθος του χρόνου βρίσκεται πάντοτε στο ιστορικό παρελθόν, δε φτάνουμε εκεί «πηγαίνοντας μπροστά» αλλά οπισθοδρομώντας ιστορικά, αυτός δεν είναι ο δρόμος της ιστορικής προόδου αλλά ο δρόμος της ιστορικής αντίδρασης.

***

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στο ψωμί, στην παιδεία, στην ελευθερία. Δεν είναι το δικαίωμα των απόρων σε βοήθημα. Είναι η αναγνώριση της εργασίας σαν πρωταρχικού πόρου και του δικαιώματος της κοινωνίας να μην τρέφει άπορους γιατί δεν διαθέτει άπορους.

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στην ικανοποίηση της πιο πρωταρχικής ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, της ανάγκης της παραγωγής από τον άνθρωπο των όρων της ίδιας του της ύπαρξης. Ανάγκη που η ικανοποίησή της αποτελεί ταυτόχρονα και όρο του εξανθρωπισμού του ανθρώπου, όρο που καθιστά τον άνθρωπο δημιουργό της ζωής του και τη ζωή του – τον ίδιο του τον εαυτό – δικό του δημιούργημα. Ο αποκλεισμός από το δικαίωμα στην εργασία ισοδυναμούσε και ισοδυναμεί πάντα με κοινωνικό εξοστρακισμό, ακόμη κι αν κάθε «σύγχρονο» κράτος τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο…

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον καταναγκασμό στην απλήρωτη υπερεργασία και γι’ αυτό είναι κοινωνικό και ατομικό δικαίωμα των εργαζόμενων στον καρπό της εργασίας τους. Ο καταναγκασμός στην απλήρωτη υπερεργασία είναι συνέπεια της εμπράγματης άρνησης του δικαιώματος στην εργασία, είναι συνέπεια του χωρισμού των μέσων της εργασίας από τον εργάτη, συνέπεια της αποστέρησης από τον εργάτη των μέσων της εργασίας του και της περιέλευσής τους στον κάτοχο των μέσων παραγωγής. Χωρίς αυτόν τον χωρισμό, χωρίς αυτήν την περιέλευση, δεν θα ήταν δυνατή η άρνηση της εργασίας σαν δικαιώματος και η αντικατάστασή της από το αντίθετό της:  από τον καταναγκασμό στην απλήρωτη εργασία ή στην ανεργία. Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με τον καταναγκασμό στην υποδούλωση: χωρίς την άρνηση του δικαιώματος στην εργασία δεν θα μπορούσε να υπάρχει καταναγκασμός στην υποδούλωση και μόνο από τον καταναγκασμό στην υποδούλωση μπορεί να προέλθει η άρνηση του δικαιώματος στην εργασία.

***

Η ταξική, εκμεταλλευτική κοινωνία στη θέση της ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, που με το δικαίωμα στην εργασία απαιτεί την ικανοποίησή της, εγκαθιστά τον ταξικό καταναγκασμό. Στη θέση της εργασίας σαν αναγκαίας φυσικής ελεύθερης κοινωνικής ανθρώπινης δραστηριότητας εγκαθιστά την εργασία σαν καταναγκαστική ταξική υποδούλωση.

Η κυρίαρχη ιδεολογία της ταξικής, εκμεταλλευτικής κοινωνίας περιφρονεί το δικαίωμα στην εργασία. Η εργασία γι’ αυτήν είναι άλλωστε «σήμα» του υπόδουλου. Για την κυρίαρχη ιδεολογία στην πρώτη θέση βρίσκεται το δικαίωμα στην αεργία που η εμπράγματη βάση και ολοκλήρωσή του συνίσταται στο δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής της κοινωνίας σαν όρο χρησιμοποίησης και εκμετάλλευσης ξένης εργασίας. Στην κορυφή της αξιακής κοινωνικής ιεραρχίας η κοινωνικά κυρίαρχη ταξική ιδεολογία δεν τοποθετεί το δικαίωμα στην εργασία αλλά, με την ονομασία «δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής», τοποθετεί το δικαίωμα στην αεργία και στην ιδιοποίηση της ξένης εργασίας, ως όρο αυτεπίγνωσης της κυρίαρχης τάξης και ταυτόχρονα ως όρο ιδεολογικής αλλοτρίωσης της υπόδουλης τάξης. Το δεύτερο στη βάση ήδη του γεγονότος ότι ο κοινωνικός καταναγκασμός με τη μορφή της υποδουλωμένης εργασίας επικαλύπτει και συγκαλύπτει την εργασία σαν πρωταρχική ανθρώπινη ζωτική ανάγκη, συνιστά άρνησή της.

Το δικαίωμα στην εργασία και η διεκδίκησή του βρίσκεται σε αντίθεση με την εμπράγματη και ιδεολογική αλλοτρίωση των εργαζομένων, των απαλλότριων από τα μέσα παραγωγής, των προλετάριων.

***

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με το καθεστώς αγοραπωλησίας του εμπορεύματος «εργατική δύναμη»: Κανένα  εμπόρευμα δεν πωλείται «δικαιωματικά», δικαιωματικά απλώς διατίθεται προς πώληση, αλλά αυτή εξαρτάται από την προσφορά και την ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Δικαίωμα στην εργασία σημαίνει τον κοινωνικό σχεδιασμό στη θέση της τυφλής κυριαρχίας της προσφοράς και ζήτησης των εμπορευμάτων, σημαίνει την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης στη θέση της πολιτικής οικονομίας του κεφαλαίου.

ΓΕΦΥΡΑ-ΑΦΙΣΣΑ-1

κινητοποιηση-δουλεια-για-ολους-20170625

 

 

 


η μεγάλη ληστεία των τραίνων

«Η ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. είναι σήμερα πλέον μια κερδοφόρα επιχείρηση. Η διατήρηση των μετοχών της στην κυριότητα του δημοσίου θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικά οφέλη για τα δημόσια ταμεία. Ταυτόχρονα, η εξαγγελθείσα ιδιωτικοποίηση τραυματίζει οποιοδήποτε μελλοντική προσπάθεια για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό στον κλάδο των μεταφορών και ένταξη της χώρας στα δίκτυα του διεθνούς εμπορίου. Τέλος, προωθείται μια εποχή που η μετακίνηση με το τραίνο αναμένεται διεθνώς να αναγεννηθεί τόσο ως μέσου τουριστικής περιήγησης, όσο ως μέσο μαζικής μεταφοράς για τους πολίτες». Γεώργιος Σταθάκης, 2013

***

Στις 18 Ιανουαρίου υπογράφτηκε η σχετική σύμβαση και η ΤΡΑΙΝΟΣΕ πουλήθηκε στην ιταλική Ferrovie dello Stato Italiane έναντι τιμήματος 45 εκατομμυρίων ευρώ.

Όπως συνήθως, στη φιλολογία που ακολούθησε, κυριάρχησε το ύψος του αντιτίμου: Είναι καλή τιμή τα 45 εκατ. ευρώ για την ΤΡΑΙΝΟΣΕ; Μήπως είναι πολύ φτηνά; Και γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ πριν ελάχιστα χρόνια θεωρούσε λίγα και τα περισσότερα, άλλη μια κολοτούμπα λοιπόν, κλπ.

Αλλά όπως συνήθως, το θέμα είναι αρκετά διαφορετικό και πολύ σοβαρότερο από την τιμή πώλησης, η οποία όταν προβάλλεται ως «το» πρόβλημα απλώς νομιμοποιεί το ξεπούλημα και, για την ακρίβεια, εν προκειμένω (για άλλη μια φορά), νομιμοποιεί μια εν ψυχρώ ληστεία δυσθεώρητου ύψους σε βάρος του λαού, για την οποία ληστεία ευθύνονται η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που «πέτυχε» το ξεπούλημα, οι προηγούμενες κυβερνήσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ που πρώτες έβγαλαν την ΤΡΑΙΝΟΣΕ στο σφυρί (βλ. ΤΑΙΠΕΔ), τα ποικιλόμορφα αστικά ΜΜΕ σαν μηχανισμοί συγκάλυψης του αντιλαϊκού εγκλήματος, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο νόμος της τής «ελευθερίας του ανταγωνισμού» τον οποίο περιλαμβάνει η συνθήκη του Μάαστριχτ και τον οποίο υλοποιούν όλες οι κυβερνήσεις από την ψήφιση της συνθήκης το 1992 έως και σήμερα.

***

Η ΤΡΑΙΝΟΣΕ λοιπόν, ξαναλέμε, «πουλήθηκε» για 45 εκατ. ευρώ, «απαλλαγμένη» από χρέη. Αυτά μεταφέρθηκαν στις πλάτες του συνηθισμένου υποζύγιου της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της καπιταλιστικής κρίσης, στις πλάτες των εργαζόμενων.  Σαν μην έφτανε αυτό, ήδη εδώ και ένα χρόνο (πάλι επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) είχε ολοκληρωθεί η νομοθετική ρύθμιση για την ετήσια κρατική χρηματοδότηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ μέχρι το ποσό των 50 εκατ. ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό για το διάστημα 2015 – 2020, για την «εκτέλεση της υποχρεωτικής δημόσιας υπηρεσίας επιβατικών μεταφορών» (κατά το πρότυπο της επιδότησης των εφοπλιστών για τα δρομολόγια της «άγονης γραμμής»…), ενώ από το 2020 και μετά, η παροχή της υποχρεωτικής υπηρεσίας θα ανατίθεται μέσω «διαγωνιστικής διαδικασίας»…

Έτσι η εταιρεία που «αγόρασε» την ΤΡΑΙΝΟΣΕ, δίνοντας 45 εκατ. έχει εξασφαλισμένες κρατικές επιδοτήσεις (2017-2020)  ποσού 200 εκατ. Οπότε τίθεται και το ερώτημα γιατί να πληρώνει 45 εκατ. για την «αγορά» της αντί να εισπράξει απευθείας 200-45=155 εκατ. ευρώ από το κράτος με το που θα παραλάβει την ΤΡΑΙΝΟΣΕ.

Ρητορικό το ερώτημα. Δεν είναι όμως ρητορεία το ότι τις μέχρι χθες κρατικές επιδοτήσεις προς την κρατική ΤΡΑΙΝΟΣΕ  η Ευρωπαϊκή Ένωση τις θεωρούσε «παράνομες ενισχύσεις» οι οποίες παραβίαζαν την απολυταρχία του «ελεύθερου ανταγωνισμού», ενώ οι κρατικές επιδοτήσεις προς ένα καπιταλιστικό μονοπώλιο θεωρούνται από την ίδια όχι απλώς «νομότυπες» αλλά και.. εκ των ουκ άνευ για την «ανάπτυξη» αυτού του όλο και πιο κρατικοδίαιτου μονοπωλιακού καπιταλισμού, που σαν όλο και πιο κρατικοδίαιτος γίνεται την ίδια στιγμή όλο και πιο αντεργατικός, πιο αντιλαϊκός, πιο αντικοινωνικός. Ας θεωρητικολογήσουμε λίγο: Όσο, από τη μια, πιο κοινωνικός γίνεται ο χαρακτήρας της σύγχρονης παραγωγής και όσο, από την άλλη, πιο ατομική γίνεται η ιδιοποίησή της, άλλο τόσο είναι επόμενο ο καπιταλισμός να αποκτά όλο και πιο αντικοινωνικά χαρακτηριστικά.

Κατά τα άλλα ας σημειώσουμε το γεγονός ότι στο όνομα αυτών των «παράνομων» κρατικών ενισχύσεων προς την κρατική ΤΡΑΙΝΟΣΕ, στο όνομα δηλαδή της «παραβίασης της ελευθερίας του ανταγωνισμού» η Ευρωπαϊκή Ένωση απειλούσε την ΤΡΑΙΝΟΣΕ με λουκέτο, αν δεν… ξεπουλιόταν, και ας σημειώσουμε επίσης το γεγονός ότι την απειλή αυτή την επικαλούνται ως «αγωνία» τους οι ίδιοι οι κυβερνητικοί απολογητές της ΕΕ και του Μάαστριχτ για να δικαιολογήσουν το αντιλαϊκό έγκλημα που διέπραξαν ξεπουλώντας την ΤΡΑΙΝΟΣΕ (όπως λίγο νωρίτερα και μερικές δεκάδες αεροδρόμια, το «φιλέτο» του Ελληνικού, όπως βάζουν μπροστά για να συνεχίσουν το ξεπούλημα των λιμανιών, της «ΔΕΔΔΗΕ» κλπ). Ας σημειώσουμε τέλος, κλείνοντας, το κεφάλαιο των «παράνομων ενισχύσεων», ότι με το ίδιο αιτιολογικό «παραβίασης του ελεύθερου ανταγωνισμού» η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε σαν ποινή το λουκέτο στο «εμπορικό τμήμα» των – κρατικών τότε – Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, που παραμένει κλειστό αν και μέσα στις δυνατότητές του είναι και η κατασκευή σιδηροδρομικών βαγονιών, για να επιστρέψουμε με αυτόν τον τρόπο στο κύριο θέμα.

Στο οποίο κύριο θέμα, μετά από όλα αυτά, δεν έχουμε καν μπει.

***

Διότι το κύριο θέμα βρίσκεται στο γεγονός ότι, προκειμένου να «καταφέρνει ο ΟΣΕ να είναι περιζήτητη νύφη για ορισμένους ξένους επενδυτές» και προκειμένου «η σιδηροδρομική σύνδεση Αθήνας – Θεσσαλονίκης να φιγουράρει ανάμεσα στις πιο δελεαστικές ευρωπαϊκές γραμμές», από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 μέχρι και σήμερα έχει πραγματοποιηθεί και συνεχίζει να πραγματοποιείται ένα τεράστιο έργο εκσυγχρονισμού του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας, το οποίο έργο ο λαός το έχει πληρώσει και συνεχίζει να το πληρώνει με πολλά δισεκατομμύρια ευρώ, το έχει φορτωθεί και συνεχίζει να  το φορτώνεται στις πλάτες του σαν χρέος πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ.  Και η ολοκλήρωση του μεγάλου μέρους αυτού του έργου, χάρη στο οποίο π.χ. το ταξίδι  Αθήνα – Θεσσαλονίκη θα γίνεται σε λιγότερο απο 3,5 ώρες, «συμπίπτει» χρονικά με το ξεπούλημα της ΤΡΑΙΝΟΣΕ… Έτσι, λοιπόν, τον Ιανουάριο του 2010 ο προϋπολογισμός των έργων του σιδηροδρομικού άξονα Πάτρα – Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Ειδομενή/Προμαχώνας (ΠΑΘΕΠ) για τα έτη 2000-2015 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 6,2 δισ. ευρώ. Από αυτά,  4,6 δισ. προέρχονται από την ΕΕ (Γ΄ ΚΠΣ & ΕΣΠΑ) και 1,6 δισ. ευρώ προέρχονται από εθνικούς πόρους. Ας προστεθούν τώρα και οι, εθνικοί μόνο, πόροι των δισ. που δαπανήθηκαν κατά την πρώτη τουλάχιστον πενταετία των έργων. Ας προστεθεί και ο προϋπολογισμός των δισ. (με την όποια κατανομή των πόρων σε ευρωενωσιακούς και εθνικούς) για την κατασκευή και επέκταση του «προαστιακού» που επίσης περνά στην εκμετάλλευση του «αγοραστή». Το συμπέρασμα που βγαίνει αβίαστα είναι ότι υπάρχει κάποιος κερατάς, που στενάζει στην καθημερινή του αγγαρεία, που για τα χρέη «του» σέρνεται δεμένος σαν άλλος Έκτορας στο άρμα των «θεσμών», ο οποίος κερατάς από τους πόρους του ιδρώτα του έβγαλε μερικά δισ. για να κατασκευαστούν οι υποδομές οι οποίες τώρα παραχωρούνται στον «αγοραστή» σαν δωρεάν πάγιο κεφάλαιο της καπιταλιστικής του κερδοφορίας.

***

Στην περίπτωση του ξεπουλήματος της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ακολουθήθηκε κάθε διαστροφικό-καπιταλιστικό-οικονομικό πρότυπο που είχε ακολουθηθεί και σε ανάλογες προηγούμενες περιπτώσεις:

Το πρότυπο της ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ όπου τα χρέη  της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» φορτώθηκαν στις πλάτες του λαού, όπως στις πλάτες του λαού φορτώθηκε και η «εξυγείανση» της κρατικής πια ΑΓΕΤ εωσότου έγινε κερδοφόρα, για να ξεπουληθεί τότε στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Πρώτα σε ένα ιταλικό μονοπώλιο την περίοδο που «συνέπιπτε» με την έναρξη των μεγάλων κρατικών έργων της δεκαετίας του 1990 (μετρό, οδικοί άξονες) και σε συνέχεια σε ένα γαλλικό μονοπώλιο την περίοδο που «συνέπιπτε» με την έναρξη των ολυμπιακών έργων, έως τη σημερινή καπιταλιστική κρίση όπου η ιδιοκτήτρια εταιρεία κλείνει μονάδες  της ΑΓΕΤ γιατί πια «δεν την συμφέρουν».

Το πρότυπο του ΟΤΕ, που πρώτα – σαν εταιρεία «μιας μετοχής και αυτής κρατικής» – εκσυγχρόνισε το δίκτυο όλης της χώρας αντικαθιστώντας τα χάλκινα σύρματα με οπτικές ίνες, για να «περάσει» κατόπιν στα χέρια της γερμανικής Ντόιτσε Τέλεκομ.

Το πρότυπο της «αυτοχρηματοδότησης» των οδικών αξόνων, που συνίσταται στο ότι το κράτος πληρώνει την κατασκευή τους και οι μονοπωλιακοί κατασκευαστικοί όμιλοι εισπράττουν τα διόδια, με τη διαφορά στην περίπτωση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ότι τα εισητήρια δεν θα τα κόβει ο κατασκευαστικός όμιλος αλλά ο επιχειρηματικός όμιλος που την «αγόρασε».

Το πρότυπο της Αγροτικής Τράπεζας που τεμαχίστηκε σε «κακή», την οποία φορτώθηκε ο λαός, και σε «καλή» η οποία μεταβιβάστηκε στον όμιλο Σαλά. Το πρότυπο επίσης της ΔΕΗ, η οποία για τις ανάγκες του ξεπουλήματός της και της «ελευθερίας του ανταγωνισμού» τεμαχίστηκε σε φέτες. Άλλη «φέτα» για την παραγωγή του ρεύματος, άλλη για τη διανομή του κ.ο.κ., σε «μεγάλη ΔΕΗ», σε «μικρή ΔΕΗ», σε διάφορες επιχειρήσεις με μυστικιστικά αρκτικόλεξα (ΑΔΜΗΕ, ΔΕΔΔΗΕ κλπ) που κανείς «απλός άνθρωπος» δεν ξέρει τι σημαίνουν τα αρχικά τους και τι κάνουν αυτές οι επιχειρήσεις, τέλειος κοινωνικός αναλφαβητισμός δηλαδή. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν, από το 1996 (όταν μόλις είχαν αρχίσει τα έργα εκσυγχρονισμού του σιδηροδρομικού δικτύου) η κυβέρνηση (ΠΑΣΟΚ) έδεσε τον ενιαίο κρατικό ΟΣΕ στο κρεβάτι του Προκρούστη και άρχισε να τον τεμαχίζει: Από τη μέση και κάτω ΕΡΓΟΣΕ, η επιχείρηση που αναθέτει σε μονοπωλιακούς κατασκευαστικούς ομίλους και πληρώνει τα  έργα κατασκευής των σιδηροδρομικών υποδομών. Από τη μέση και πάνω, το 2005 (ΝΔ), ΤΡΑΙΝΟΣΕ, η επιχείρηση που εκτελεί το συγκοινωνιακό έργο, δηλαδή η επιχείρηση που αξιοποιεί, που εκμεταλλεύεται τις υποδομές που κατασκευάζει η ΕΡΓΟΣΕ…

Όπως είναι φανερό, η ΕΡΓΟΣΕ που πληρώνει την κατασκευή και συντήρηση των υποδομών αποτελεί ας πούμε τον «κακό ΟΣΕ» και η ΤΡΑΙΝΟΣΕ που εκμεταλλεύεται αυτές τις υποδομές αποτελεί τον «καλό ΟΣΕ». Και όπως μπορεί πια και ένα μικρό παιδί να μαντέψει, η ΕΡΓΟΣΕ θα παραμείνει κρατική ενώ η ΤΡΑΙΝΟΣΕ, η «περιζήτητη νύφη», η «δελεαστική», ξεπουλήθηκε. Το 2017 (ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ).

Βρε «πού πήγαν τα λεφτά»… Και πού εξακολουθούν να πηγαίνουν, βεβαίως – βεβαίως!

***

Μετά από όλα αυτά, ας ανατρέξουμε, ένα χρόνο νωρίτερα, σε εκείνη τη συνεδρίαση Επιτροπής της Βουλής, όπου ο υπουργός Μεταφορών, Υποδομών και Δικτύων, Χρ. Σπίρτζης, «επέρριψε ευθύνες στην προηγούμενη κυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ για τον άγονο διαγωνισμό, λέγοντας ότι ‘θα πρέπει να απολογηθούν όσοι σχεδίασαν τον διαγωνισμό γιατί απέτυχε, ενώ ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση θα προωθήσει με αποφασιστικότητα την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας, γιατί ‘αυτό είναι μία δέσμευση όχι μόνο σε σχέση με τους δανειστές αλλά το έχει ζητήσει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή».

Αλήθεια, μήπως εν προκειμένω δεν πρέπει να απολογηθεί, απέναντι στο λαό, η προηγούμενη κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ για την «αποτυχία» της, αλλά η σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για την «επιτυχία» της;

***

Η «μεγάλη ληστεία των τραίνων», ληστεία δισεκατομμυρίων ευρώ, δεν είναι άλλη από το ξεπούλημα της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, τελεία και παύλα. Το θέμα θα μπορούσε να ολοκληρωθεί εδώ. Παρ’ όλα αυτά ας δώσουμε μια παράταση για κάποιες «επιμέρους» πλευρές του, που μπορεί με τον ένα άλλο τρόπο να απασχολούν:

Πρώτη τέτοια πλευρά: Το ζήτημα των «κοινοτικών», ευρωενωσιακών ενισχύσεων για την κατασκευή των σιδηροδρομικών υποδομών. Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε, ότι το πιο δύσκολο θέμα στην διαδικτυακή αναζήτηση, για τις ανάγκες αυτού του κειμένου, ήταν να «ανακαλυφθεί» το συνολικό κόστος των έργων και η κατανομή αυτού του κόστους. Κι όμως θα έπρεπε να είναι πανεύκολα προσβάσιμη κάθε πληροφορία αυτού του είδους. Έτσι π.χ. δεν μπόρεσα να βρω το ποσό που δαπανήθηκε από ΟΣΕ – ΕΡΓΟΣΕ για την περίοδο 1995-2000, πριν δηλαδή αρχίσει η ευρωενωσιακή συγχρηματοδότηση των έργων. Όπως δεν μπόρεσα να βρω και την κατανομή των ποσών για την κατασκευή του «προαστιακού», ο οποίος από το 2007 «απορροφήθηκε» από την ΤΡΑΙΝΟΣΕ, και ο οποίος το 2003 φέρεται να έχει κοστίσει «περίπου ένα δισ. ευρώ», ενώ η επέκτασή του συνεχίζεται και σήμερα. Εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέρθηκε ήδη, το 2010 ο προϋπολογισμός των έργων του σιδηροδρομικού άξονα Πάτρα – Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Ειδομενή/Προμαχώνας (ΠΑΘΕΠ) ανερχόταν, για τα έτη 2000-2015, στο συνολικό ποσό των 6,2 δισ. ευρώ. Και από αυτά,  4,6 δισ. προέρχονται από την ΕΕ (Γ΄ ΚΠΣ & ΕΣΠΑ) και 1,6 δισ. ευρώ προέρχονται από εθνικούς πόρους.

Θα πρέπει όμως να ξεκαθαριστεί το εξής: Δεν μπαίνουμε εδώ βαθύτερα στο πραγματικό ερώτημα  πόσα μάς δίνει και πώς μας τα δίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε πόσα μάς παίρνει και πώς μας τα παίρνει. Περιοριζόμαστε στο εξής: Όσο υπόλογη είναι απέναντι στον ελληνικό λαό η ελληνική κυβέρνηση (και διαχρονικά οι ελληνικές κυβερνήσεις) για τη ληστεία σε βάρος του την οποία αποτελεί το ξεπούλημα της ΤΡΑΙΝΟΣΕ (και φυσικά: όχι μόνο), άλλο τόσο υπόλογη είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι και στον ελληνικό και σε κάθε λαό των κρατών-μελών της. Όσο οφείλουν οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις και τα ελληνικά κόμματα του καπιταλιστικού-ευρωπαϊκίστικου «τόξου» να «εξηγήσουν» στον «Έλληνα φορολογούμενο» πώς και γιατί τον βάζουν να πληρώσει πολύ περισσότερα από 1,6 δισ. για τις ράγες που πάνω της θα τσουλήσουν τα… ταμεία της οποιασδήποτε καπιταλιστικής επιχείρησης, άλλο τόσο οφείλει η Ευρωπαϊκή Ένωση να εξηγήσει το ίδιο πράγμα στον Γερμανό, τον Γάλλο, τον Ιταλό, τον Ισπανό, τον «ευρωπαίο φορολογούμενο» για τα 4,6 δισ. που τον χρεώνει προκειμένου να συσσωρεύονται κέρδη στα ταμεία των επιχειρηματικών ομίλων.

Δεύτερη πλευρά: Η «Ferrovie dello Stato Italiane», η εταιρεία που «αγόρασε» την ΤΡΑΙΝΟΣΕ είναι ιταλική κρατική σιδηροδρομική εταιρεία. «Κρατική». Επομένως;

Επομένως, αναδεικνύεται ο ρόλος που επιτελεί το κράτος της δικτατορίας των μονοπωλίων, στην γενική επιβολή των όρων του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Η σύμφυση του τραπεζικού και του εμποροβιομηχανικού κεφαλαίου σε ένα «ενιαίο» χρηματιστικό κεφάλαιο  συμπληρώνεται με τη σύμφυση του καπιταλιστικού κράτους με τα καπιταλιστικά μονοπώλια. Και αυτός είναι ο μονοπωλιακός, δηλαδή ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός. Αναδεικνύεται επίσης ένα μέρος των σχέσεων ανάμεσα σε κράτη, οι σχέσεις της μεταξύ τους ανισομετρίας, οι τέτοιες μεταξύ τους σχέσεις που «στην εποχή του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού γίνονται γενικό σύστημα, αποτελούν μέρος του συνόλου των σχέσεων του ‘μοιράσματος του κόσμου’, μετατρέπονται σε κρίκους της αλυσίδας των πράξεων του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου» (Λένιν, Ιμπεριαλισμός, σελ. 101). Είναι λοιπόν μια «κρατική επιχείρηση» αυτή που εν προκειμένω βάζει τους καρπούς του κοινωνικού εργατικού, λαϊκού μόχθου στην τροχιά της «ανοιχτής αγοράς», της «ελευθερίας κίνησης των κεφαλαίων», της «ελευθερίας του ανταγωνισμού», της κερδοφορίας των μονοπωλίων και της εξουσίας που πηγάζει από αυτήν και που τη στηρίζει.

Αλλά μήπως και ο ελληνικός κρατικός ΟΤΕ δεν έκανε  στα Βαλκάνια «μπίζνες» παρόμοιες με της ιταλικής σιδηροδρομικής εταιρείας, μέχρι να πουληθεί στην επίσης κρατική γερμανική εταιρία; Αλλά μήπως, επίσης, και η ίδια αυτή η κρατική ιταλική εταιρεία δεν βρίσκεται ήδη στο δρόμο της ιδιωτικοποίησης, μήπως δεν χαρακτηρίζεται ήδη ως «κρατική εταιρεία υπό ιδιωτικοποίηση», η οποία: «υλοποιεί εκτεταμένο πλάνο ανάπτυξης ώστε να δημιουργήσει τις καλύτερες συνθήκες μέσα στις οποίες θα πραγματοποιήσει την αποκρατικοποίησή της. Στοχεύει δηλαδή σε initial public offering, δηλαδή σε εισαγωγή στο χρηματιστήριο με πώληση μέρους των μετοχών της. Το πλάνο αφορά στην περίοδο 2014-2017 και προβλέπει έσοδα 9,5 δισ. ευρώ και λειτουργικά κέρδη EBITDA 2,5 δισ. ευρώ. Ήδη η εταιρεία έκλεισε το 2015 με έσοδα 8,6 δισ. ευρώ. Με την εξαγορά της ΤΡΑΙΝΟΣΕ θα προσθέσει τζίρο 125 εκατ. ευρώ, με κόστος μόλις 45 εκατ. ευρώ»; Μήπως τώρα δεν είναι πιο «χειροπιαστό» τι σημαίνει «κρίκοι της αλυσίδας των πράξεων του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου»;

Τρίτη και τελευταία πλευρά: Μερικά πράγματα είναι τόσο ξένα προς την «κοινή λογική», που φαντάζουν απίστευτα. Πώς μπορεί η «κοινή λογική» να «χωνέψει» π.χ. στην περίπτωση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ότι είναι «οικονομία» να πληρώνει ένα κράτος κάμποσα δισ. για να φτιάξει ράγες και ηλεκτροδότηση εκατοντάδων χιλιομέτρων, γέφυρες, σήραγγες κλπ, και κατόπιν να εγκαταστεθείς πάνω σε αυτές τις ράγες εσύ ή εγώ και να κόβεις εισητήρια για λογαριασμό σου. Και πώς μπορεί η «κοινή λογική» να χωνέψει ότι έχει δίκιο αυτή και όχι οι «μορφωμένοι άνθρωποι», οι «ειδικοί» πάνω σε αυτά τα ζητήματα, τα οποία στο κάτω-κάτω ίσως είναι πολύ πιο περίπλοκα από όσο φαίνονται…

Κι όμως μερικά πράγματα μπορούν στ’ αλήθεια να τα καταλάβουν και τα παιδιά του δημοτικού… Όσο καλά μπορούν, για παράδειγμα, τα παιδιά δημοτικού να καταλάβουν ότι «η καλή μας αγελάδα βόσκει κάτω στη λιακάδα μικρά χόρτα και μεγάλα για να κατεβάσει γάλα», την ίδια ώρα που επιστήμονες με διδακτορικά στην υπηρεσία του καπιταλιστικού κέρδους μπορούν να ταΐζουν την αγελάδα με τα οστεάλευρα της μαμάς της…

Και απλώς, αν είναι τόσο μεγάλη η διάσταση ανάμεσα σε αυτό που μπορούν και τα μικρά παιδιά να το καταλάβουν και στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τα πράγματα οι επιστημονικοί και πολιτικοί διαχειριστές των υποθέσεων του μονοπωλιακού κεφαλαίου, αυτό μάλλον οφείλεται στο οριστικό «διαζύγιο» του καπιταλιστικού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού  από οτιδήποτε σε αυτόν θα μπορούσε να αποτελεί λειτουργία που να υπηρετεί τις κοινωνικές σχέσεις. Κι αυτό το «διαζύγιο» δεν εκφράζεται μόνο στην περίπτωση της διατροφής των αγελάδων αλλά και στο πεδίο της οικονομικής διαχείρισης.

Στις παραμονές της γαλλικής επανάστασης, όταν οι φεουδαρχικές σχέσεις είχαν πια οριστικά ξεπεραστεί από την τότε ανάπτυξη του χαρακτήρα της παραγωγής, η Μαρία-Αντουανέτα είπε, λένε, για τους φτωχούς «αν δεν έχουν ψωμί ας φάνε παντεσπάνι». Μια πρόταση ανήκουστη για τη λογική των φτωχών, όμως για τη Μαρία-Αντουανέτα και τη δική της αντίληψη των πραγμάτων μια πρόταση απόλυτα λογική. Απλή διάσταση απόψεων…


Χαίρομαι…

Από τις μέρες ακόμα που «το ΟΧΙ έγινε ΝΑΙ», από τις μέρες του  Αυγούστου που η κυβέρνηση έφερε στη βουλή το 3ο μνημόνιο, μέχρι και σήμερα, οι «εσωτερικές άμυνες» όσων ο ΣΥΡΙΖΑ πρόδωσε τις ελπίδες και προσδοκίες τους, τους οδηγούν σε μια ιδιότυπη γραμμή αναδίπλωσης:

Οι στερεοτυπικές ιδεολογικές άμυνες του τύπου «χωριστές συγκεντρώσεις», «ενότητα της αριστεράς», «κυβερνητική συνεργασία» κλπ, έχουν δώσει τη θέση τους σε μια ψυχολογίζουσα γραμμή διαχωρισμού απέναντι σε αυτούς που «χαίρονται» για την κατάρρευση της συριζαϊκής σαπουνόφουσκας περί «σχισίματος των μνημονίων χωρίς όμως μονομερείς ενέργειες, με συμφωνία των εταίρων κλπ κλπ».

«Δεν είναι όμως σωστό να χαίρεστε», για την «αποτυχία» του ΣΥΡΙΖΑ, σου λένε, κι εκεί όχι μόνο τελειώνει κάθε συζήτηση, αλλά ενδεχομένως προκαλούνται και εριστικές αντιδράσεις απέναντι σ’ αυτού του είδους την «κριτική» που μόνο ένας θεός θα μπορούσε να ξέρει σε τι διαφέρει από την απλή ψυχολογική αστυνόμευση: «Τα όνειρά σου μην τα λες γιατί μια μέρα κρύα μπορεί και οι φροϋδιστές ναρθούν στην εξουσία», που τραγουδούσε πριν 35 χρόνια κι ο Σαββόπουλος –  άλλος κι αυτός! Από την απαίτηση για «ενότητα των αριστερών και αντιμνημονιακών δυνάμεων», λοιπόν, στην απαίτηση για ενότητα των δυνάμεων της λύπης, της θλίψης, της κατάθλιψης που διαφημίζει και η τηλεόραση – μια που έφαγα εγώ το κέρατο φόρα κι εσύ ένα κέρατο στο κεφάλι σου να κάτσουμε να κλαίμε παρέα.

Ας παρακάμψουμε λοιπόν, για ν’ αποφύγουμε την εμπλοκή σε εριστικά αδιέξοδα, το στοιχείο της ψυχικής αστυνόμευσης (χαίρεσαι; – πώς τολμάς;), ας παραλείψουμε ν’ αντιμετωπίσουμε τον συνομιλητή μας σαν χωροφύλακα των συναισθημάτων μας και ας μιλήσουμε με μια παραβολή:

Ήταν λέει κάποτε δυο και μιλάγανε για έναν τρίτο. Ο ένας επέμενε: Είναι φίλος μας, να τον κάνουμε παρέα. Ο άλλος του απαντούσε: Δεν είναι φίλος μας, είναι εχθρός μας, εύχομαι να διαψευστώ, αλλά θα μας τη φέρει από πίσω. Ο πρώτος θύμωνε: «Αφού δεν έχεις νέα ευχάριστα να πεις, καλύτερα να μη μας πεις κανένα». Και περνούσαν τα χρόνια. Ώσπου το πλήρωμα του χρόνου έφτασε κι αποδείχτηκε ότι ο «φίλος» δεν είναι φίλος.  Τι πιο φυσικό τώρα από το να λυπάται ο ένας για τη διάψευσή του και να χαίρεται ο άλλος που – τουλάχιστον – έφτασε όλο αυτό το αρρωστημένο κεφάλαιο της ιστορίας στο τέλος του, που έφτασε επιτέλους στο τέλος της μια εξαπάτηση μακράς διαρκείας…

Μπούφο, δεν είναι η δική μου χαρά αυτή που έκανε τον Τσίπρα να φέρει 3ο μνημόνιο και εφαρμοστικούς νόμους, είναι η πολιτική ξεπλύματος και ανανέωσης του ευρωμονόδρομου των μονοπωλίων, κι είναι κι η δική σου στήριξη σ’ αυτή την πολιτική: Οι δικές σου αυταπάτες για τις οποίες κανείς δε σου ζητά αποζημίωση, στο κάτω-κάτω της γραφής.

Οι δικές σου αυταπάτες, τις οποίες ο «αρχηγός» τις οικειοποιείται σαν «δικές του» για να ενοχοποιήσει εσένα και να αποενοχοποιηθεί αυτός: «Δεν μπορείτε όμως να με κατηγορήσετε για εξαπάτηση, αλλά μόνο για αυταπάτες», λέει και ξαναλέει κάθε φορά που φέρνει νέα αντιλαϊκά μέτρα, υποδεικνύοντάς μας τώρα όχι μόνο πότε θα νιώθουμε χαρά και πότε θα νιώθουμε λύπη αλλά και για τι «μπορούμε να τον κατηγορήσουμε», για ν’ αντικαταστήσει τις δικές σου αυταπάτες με τον «ρεαλισμό» της υποταγής, για να σε εξαπατήσει ξανά.


Ακόμα μερικές χιλιάδες σελίδες αντιλαϊκών μέτρων το Σαββατοκύριακο

Ακόμα ένα κοινοβουλευτικό αντιλαϊκό όργιο, από ΕΕ – ΔΝΤ – ΕΚΤ – Γιούρογκρουπ και δε συμμαζεύεται – εγχώριο κεφάλαιο – μονοπώλια – πλουτοκρατία, μαζί με τους αξιοθρήνητους πολιτικούς λακέδες-διαχειριστές τους (συμπολίτευση κι «αντιπολίτευση», «δημοκρατική» και φασιστική, όλο το «καπιταλιστικό τόξο», ανεξάρτητα αν θα σηκώσουν το χεράκι τους ή όχι με μετρημένα τα κουκιά).

Πάει άλλο;

Αν όχι, να κάτι επίκαιρο:

to_psifodeltio_tou_kke_gia_to_dimopsifisma_pic_1

 

ΟΧΙ στην πρόταση ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ

ΟΧΙ στην πρόταση της κυβέρνησης

ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΕ ΜΕ ΤΟ ΛΑΟ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

Με τους εργαζόμενους, τους άνεργους, τη νεολαία στο δρόμο της οργάνωσης και της πάλης για την ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής. Τώρα!

 

 

 


ο «διεθνισμός» της παραίτησης

Πρόκειται για το ιδεολόγημα, σύμφωνα με το οποίο αν δεν «υπάρξει» διεθνώς κάποια «αλλαγή», τότε  η πορεία γενικής καθήλωσης του λαού αποτελεί μονόδρομο.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για ιδεολόγημα που χρησιμοποιεί τον «αρνητικό» διεθνή συσχετισμό ως μια ακόμη παραλλαγή του «αναπόφευκτου» των δεινών που επισωρεύει σε βάρος του λαού η καπιταλιστική κρίση και η επιτελική της διαχείριση. Ως μια ακόμη παραλλαγή του «μονόδρομου» της παραίτησης, της αποχής από τους αγώνες, της ματαιότητας της οργανωμένης πάλης. Ως μια ακόμη απολογητική του 3ου μνημονίου της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ και κατ’ επέκταση και των δυο προηγούμενων.

Πρόκειται για την αντίστροφη όψη της απατηλής ευφορίας που είχε καλλιεργηθεί λ.χ. με την εκλογή του Ολάντ στη Γαλλία και τον «νέο (ιμπεριαλιστικό) άνεμο» που έφερε, αντίστροφη όψη με τη μορφή αυτή τη φορά της εξίσου απατηλής «απαισιοδοξίας» ότι δήθεν τίποτα δε γίνεται αν διεθνώς δεν «υπάρξει» αλλαγή κλπ κλπ.

Αλλά το να «υπάρξει» διεθνώς αλλαγή, τέτοια που να ανταποκρίνεται στις λαϊκές ανάγκες και τις (καταπληγωμένες) λαϊκές προσδοκίες,  δεν εξαρτάται από κάποια «ανώτερη» διεθνή δύναμη… Εξαρτάται αποκλειστικά από την κινητοποίηση των δυνάμεων του κάθε λαού στη χώρα του, την κινητοποίηση αυτή, τη μόνη ικανή να επιφέρει αλλαγές στο διεθνή συσχετισμό των δυνάμεων ανατρέποντας τους συσχετισμούς στο εσωτερικό της καθεμιάς ξεχωριστά χώρας,

Μια τέτοια εικόνα -εικόνα απατηλή αλλά πάντως εικόνα, απατηλή και γι’ αυτό τίποτα άλλο εκτος από εικόνα- αποτέλεσε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος τον Ιούλιο, όταν προκάλεσε την ενθουσιώδη υποδοχή ηγετών όπως ο Φιντέλ και ο Ραούλ Κάστρο, ο Έβο Μοράλες, ο Ραφαέλ Κορήα, ο Νικολάς Μαδούρο… Οι οποίοι το αντιμετώπισαν ακριβώς έτσι: σαν παράγοντα αλλαγής στον διεθνή συσχετισμό των δυνάμεων. Για να τους αδειάσει, βέβαια, αδίστακτα ο ΣΥΡΙΖΑ όπως «άδειασε» τον ελληνικό λαό, κι όλους όσους έτρεφαν (ή τρέφουν) αυταπάτες για τον πραγματικό του ρόλο, με αυτή την δίχως ιστορικό προηγούμενο ανατροπή του αποτελέσματος ενός δημοψηφίσματος δια της «ερμηνείας» του από μια κυβέρνηση που το προκήρυξε και δήθεν υποστήριζε αυτό το αποτέλεσμα.

«Άδειασμα» που αναδεικνύει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τον επικίνδυνο ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ ( του οπορτουνισμού, της σοσιαλδημοκρατικής «αναπαλαίωσης») απέναντι στο λαϊκό κίνημα όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς,

Όμως από την άποψη που εξετάζουμε, η παραπάνω εικόνα δείχνει ξεκάθαρα τι είναι και πώς πετυχαίνεται αυτή η «διεθνής αλλαγή», που δήθεν χωρίς αυτήν τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε, ενώ, στην πραγματικότητα, αν δεν κάνουμε κάτι, τότε καμιά διεθνής αλλαγή δεν πρόκειται να υπάρξει ποτέ…

…Διαφορετικά το σκηνικό είναι προδιαγεγραμμένο και το σενάριο γραμμένο λέξη προς λέξη: Ο ΣΥΡΙΖΑ λ.χ. περιμένει τάχα τους «ποντέμος», μέχρι να έρθουν κι οι ποντέμος ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει (και έχει ήδη) συμβάλει στη χειροτέρευση του διεθνούς (όπως και του εσωτερικού) συσχετισμού, οι ποντέμος αν θάρθουν θα πουν «μα τι να κάνουμε εμείς αφού, κι ο ΣΥΡΙΖΑ να τι έκανε, πώς να κάνουμε κάτι αν δεν υπάρξει διεθνής αλλαγή κλπ κλπ», κι έτσι το ιδεολόγημα περί «μιας» διεθνούς αλλαγής θα συνεχίσει να παίζει τον εργαλειακό του ρόλο για την υποταγή των λαών και του καθενός λαού σε έναν όλο και πιο δυσμενή, αντιλαϊκό συσχετισμό δυνάμεων.

Το ηθικό δίδαγμα είναι οτι κανένας λαός δεν έχει τίποτα να περιμένει από κανέναν ΣΥΡΙΖΑ κι από κανένα «ποντέμος». Έχει να περιμένει πολλά κάθε λαός, και πρώτα από όλα ο λαός μας, εμείς, μόνο αν οργανώσει, συνενώσει και με όλα τα μέσα κινητοποιήσει τις δικές του δυνάμεις ενάντια στην κυριαρχία του κεφαλαίου και τους πολιτικούς μηχανισμούς που τη συγκροτούν και τη διασφαλίζουν.

Η ιστορία διδάσκει, ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος κι ο μόνος δρόμος που μπορεί να γυρίσει τον κόσμο ανάποδα, αυτή είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να γυρίσει τον τροχό της ιστορίας αλλιώς. .


Έλαβαν: Χαμένη ψήφος 94,5%

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο λαός θα βρεθεί, από Δευτέρα, αντιμέτωπος με την ψήφο του της Κυριακής.

Είναι, όμως, η πρώτη φορά που η λαϊκή «εκλογική συμπεριφορά» έχει τέτοια χαρακτηριστικά υπεκφυγής από τα κεντρικά ζητήματα της πολιτικής πραγματικότητας.

Η «υπεκφυγή», σαν λέξη, μπορεί ν’ ακούγεται λίγο καθαρεύουσα… Και ο συσχετισμός της  με την ειδικά «εκλογική» συμπεριφορά μπορεί και να προκαλεί την παρεξήγηση ότι η σημασία της περιορίζεται σε αυτό και μόνο το «εκλογικό» πεδίο. Όμως στην πραγματικότητα η «υπεκφυγή» αφορά κάτι το πολύ πιο εκτεταμένο από τις εκλογές και κάτι το πολύ πιο βαθύ από την μια ψήφο της προχθεσινής Κυριακής.

Αφορά το φιλότιμο, για να το γυρίσουμε λοιπόν στη δημοτική: Γιατί, ψήφος αντί για φιλότιμο, αυτό είναι το νόημα της προχθεσινής ψήφου. Και το χειρότερο: δεν υπάρχει καμία αφηρημένη οντότητα που να λέγεται «λαός» και που στη βούλησή της υποτάσσεται ο καθένας ατομικά. Αυτό που ονομάζουν λαϊκή βούληση το συνθέτει η προσωπική θέση και στάση του καθενός, κι επομένως την «υπεκφυγή» μ’ όλη της τη σημασία δεν την χρεώνεται καμία αφηρημένη οντότητα, αλλά ο καθένας ατομικά.

Η επιβράβευση του αριβισμού, στην απόλυτη τιμή του, που εκπροσωπεί κομματικά ο ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά ο Τσίπρας σαν «αρχηγός» του,  είναι -στην καθαρεύουσα- μια από τις πλευρές, μια από τις σημασίες, της προχθεσινής λαϊκής «υπεκφυγής». Η μετάφραση αυτής της σημασίας στη δημοτική, δείχνει ένα λαό, μερικά εκατομμύρια άτομα, πρόθυμα θύματα της κατάμουτρης κοροϊδίας, να λένε κι «ευχαριστώ», που δήθεν δεν καταλαβαίνουν ότι τους φτύνουν κι ανοίγουν ομπρέλα γιατί τάχα ψιχαλίζει, που τους προσβάλλουν στα σοβαρά κι απαντούν «ευτυχώς, γιατί εγώ αστεία δεν σηκώνω», που τους ξεφτιλίζουν στ’ αστεία τάχα κι απαντάνε «ωρέ τι θα πάθαινες αν μιλούσες στα σοβαρά», που για να μην παραδεχτούν αυτό που ξέρουν, δηλαδή ότι τους εξαπατούν στεγνά, εξαπατούν (δήθεν) κι οι ίδιοι τον εαυτό τους, που τους κουρελιάζουν την απαίτησή τους (;) για σεβασμό και κουρελιάζουν γι’ αυτό κι οι ίδιοι τον αυτοσεβασμό τους, που λένε για τους άλλους ότι «είναι όλοι ίδιοι» μόνο και μόνο για να είναι τέτοιοι κι αυτοί.

Μη γελιέται κανείς ότι πρόκειται για συμπεριφορά, για υπεκφυγή, απλώς «εκλογική». Όχι. Πρόκειται για εκλογική συμπεριφορά που εν προκειμένω αποκαλύπτει τη συμπεριφορά γενικά. Συμπεριφορά που δείχνει ότι οι άνθρωποι χαλάνε, και τότε…

Δε χρειάζονται περισσότερες αποδείξεις… Περάσαμε μια χρονική περίοδο που στη διάρκειά της ο τραχανάς απλώθηκε για τα καλά. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ήξερε – δε γνώριζε.  Κι ό,τι απομένει από τους τελευταίους επτά μήνες και τα τελευταία επτά χρόνια που πέρασαν, είναι το ντιβιντί της Αλεξανδράτου την ώρα που ο Ανίβας της καπιταλιστικής κρίσης είχε περάσει τις πύλες για μην τις ξαναδιαβεί ποτέ πίσω, -μιλώντας στην καθαρεύουσα, – είναι μια τσόντα (μιλώντας) στη δημοτική) που τη διαδέχτηκαν κάποια άθλια κλαψουρίσματα από όσους δήθεν «προδόθηκαν» από τους «πολιτευτές» – διαφθορείς τους των περασμένων δεκαετιών, κλαψουρίσματα  για όσα τους πήρανε και που δίκαια τα είχαν μόνο που τ’ αποκτήσανε χωρίς ποτέ τους οι ίδιοι ν’ αγωνιστούνε γι’ αυτά, κλαψουρίσματα από όσους ζητάνε απ’ τους… προγόνους τους να (ξανα)αγωνιστούνε γι’ αυτούς, κλαψουρίσματα από εκείνους που γυρεύουν  από άλλους να βγάζουν το φίδι απ’ την τρύπα και τα κάστανα απ’ τη φωτιά, κλαψουρίσματα άθλια όπως αποδείχτηκαν τώρα που το μόνο που τους μένει είναι όχι να μουτζώσουν αλλά να μουτζωθούνε. Και δεν «σώζονται» ούτε με την επικλήση  των «εκβιασμών», ούτε με το γελοίο δίλημα ανάμεσα στην «αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ, την «αριστερά» αυτή που το τελευταίο οκτάμηνο ψόφησε και πρόλαβε κιόλας να βρωμίσει, και στην «δεξιά» του Μεϊμαράκη με το μπεγλέρι, ούτε με τις καραμελίτσες των προηγούμενων χρόνων για τις «χωριστές συγκεντρώσεις»  και τις κυβερνητικές συνεργασίες της συνενοχής στο φόνο, ούτε με το κουστουμάκι της αντιπολίτευσης στη… Μέρκελ, ούτε σώζονται, τέλος, με την επίκληση του «αναπόφευκτου», ότι δηλαδή «δε γίνεται αλλιώς»: Η επίκληση ότι δε γίνεται «αλλιώς», είναι άκυρη από όσους συναινούνε να γίνει «έτσι», όπως άκυρη είναι κι η επίκληση ότι «με τις εκλογές έτσι κι αλλιώς δε γίνεται τίποτα» από όσους στις εκλογές ψηφίσανε αυτό το «κάτι» που έγινε και που θα γίνει δίνοντας στους εμπόρους των πλαστογραφημένων ελπίδων τη συγκατάθεσή τους να τους εμπορευτούν εν λευκώ.

Είναι φανερό ότι τα παραπάνω αποτελούν σχολιασμό για τη λαϊκή ψήφο που κατευθύνθηκε στο ΣΥΡΙΖΑ. Χαμένη ψήφος είναι αυτή, η λαϊκή ψήφος που πήγε στο ΣΥΡΙΖΑ, κι όχι οι ψήφοι που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ από όσους έχουν συμφέρον στην αντιλαϊκή πολιτική, στην ευρωενωσιακή «εγγύηση» της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, στο μνημόνιο 1, στο μνημόνιο 2, στο μνημόνιο 3.  Όμως κι η χαμένη λαϊκή ψήφος, κι η ψήφος αυτών των άλλων, η κερδισμένη γι’ αυτούς και μόνο γι’ αυτούς, είναι εξίσου αντιλαϊκή. Η μόνη διαφορά: άλλος ακονίζει το μαχαίρι του για τους άλλους, κι άλλος κάνει μόνος του χαρακίρι (κάθε άλλο, όμως, παρά ηρωικό).

Δεν είναι βέβαια, μόνο η ψήφος που πήγε στον ΣΥΡΙΖΑ χαμένη για το λαό. Χαμένη είναι κάθε λαϊκή  ψήφος που χαραμίστηκε στους κάθε είδους απολογητές της κυριαρχίας των μονοπωλίων, στους κάθε είδους απολογητές και εξωραϊστές του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης – είτε αυτοί το παίζουν ανοιχτοί οπαδοί του είτε το παίζουν απλώς «ικανοί διαχειριστές».  Η μόνη τους ξεχωριστή διαχειριστική ικανότητα είναι να παγιδεύουν το λαό στον κάλπικο πραγματισμό της υποταγής του.

Χαμένη για το λαό είναι κι η ψήφος στη ΛΑΕ του Λαφαζάνη, όχι γιατί δε στάθηκε αρκετή να τον βάλει στη βουλή, αλλά γιατί εξαρχής αυτοπροτάθηκε σαν υποκατάστατο της «υπεκφυγής» που απαίτησε και κέρδισε από το λαό ο ΣΥΡΙΖΑ, σαν λαθραία υπεκφυγή για όσους δεν ήταν έτοιμοι να υπεκφύγουν ανοιχτά μπροστά στους άλλους και μπροστά στον ίδιο τους τον εαυτό.

Χαμένη είναι και η «ψήφος» της αποχής: Φαίνεται πως για πολλούς (και δε γίνεται λόγος για όσους δεν θέλησαν να ξοδευτούν για να πάνε στους τόπους της καταγωγής τους), η ακύρωση μιας «ελπίδας» που είχε όλες τις πολιτικές προδιαγραφές  της ακύρωσής της και της ενσωμάτωσής της στο σύστημα της δυνάστευσης του λαού,  πολιτικές προδιαγραφές τέτοιες που έχουν κατονομαστεί με σαφήνεια, δεν στάθηκε ικανή να τους φέρει αντιμέτωπους, και χωρίς προφάσεις, με αυτήν ακριβώς τη σαφήνεια και τις συνέπειές της.  Τις πολιτικές τους αυταπάτες τις μεταφράσανε σε αυταπάτες «εκλογικές» για να διατηρήσουν τις πολιτικές τους αυταπάτες στο ακέραιο. Και αντί για τη  σαφήνεια των προδιαγραφών της «ήττας» τους που είναι και προδιαγραφές της ανασύνταξής τους, προτιμήσανε την ασάφεια την δοκιμασμένη στο καλοκαιρινό τους «ΟΧΙ στην πρόταση των δανειστών», για να την ξαναδοκιμάσουν σαν ασάφεια της αποχής τώρα. Κι όπως μόλις χθες βρήκαν «ελπίδα» στο 62% αυτού του ακαθόριστου μεγάλου «ΟΧΙ» που είχε και απέδειξε τις προδιαγραφές του να μετατραπεί σ’ ένα αντίθετο, μεγαλύτερο «ΝΑΙ», έτσι και τώρα βρίσκουν -ή και δεν βρίσκουν- «ελπίδα» στο ακαθόριστο 43% της αποχής μαζί με ένα 20% ηλικιωμένων που δεν μπορούν να πάνε να ψηφίσουν, πεθαμένων που παραμένουν στους εκλογικούς καταλόγους, πολιτικά αδιάφορων που στηρίζουν τις ελπίδες τους στο θεό, και άλλων, που όλοι μαζί δεν είναι σε θέση να φέρουν στο προσκήνιο οποιοδήποτε συλλογικό πολιτικό λόγο μπορεί να δώσει μορφή άλλη από την ατομική επιλογή του καθενός τους στην αποχή. Υπάρχουν άνθρωποι που μόνο οι αυταπάτες τούς κάνουν να νιώθουν εξοπλισμένοι πολιτικά…

Μόνη κερδισμένη ψήφος ήταν εκείνη που, και πάλι, έμεινε «στο 5%». Η ψήφος όσων αψηφήσανε και τους ψευτοπραγματισμούς και τα γελοία ψευτοδιλήματα, η ψήφος όσων χρόνια τώρα τους πρήζονταν τα συκώτια από όλους εκείνους που αποδείχτηκαν έτοιμοι από καιρό και «θαρραλέοι» να συνυπογράψουν την εξαπάτησή τους και να κατακυρώσουν την αυτοεξαπάτησή τους, η ψήφος όσων απέναντι στους «εκβιασμούς»  αντιπαραθέτουνε τη δύναμη της οργάνωσης και της πάλης των εργαζομένων για την πατρίδα και τον κόσμο που αντικειμενικά τους αξίζει.

*

Άφησα για το τέλος την χαμένη ψήφο στη «ΧΑ»:

Το να προτιμά κανείς από τη σημερινή «λαμογιοδημοκρατία» μια λαμογιοδικτατορία σαν «του Παπαδόπουλου» μπορεί και να σημαίνει απλώς ότι είναι, άνθρωπος πολιτικά αμόρφωτος και ανιστόρητος.

Το να νομίζει ότι η «ΧΑ» δεν είναι φασιστική, γιατί κατά τη γνώμη του κι ο ίδιος δεν είναι φασίστας, είναι κι αυτό, ας πούμε, μια πιθανότητα: Και στη Γερμανία του 1930 οι «μάζες» που παρασυρμένες από τη ναζιστική δημαγωγία έφεραν το Χίτλερ στην εξουσία μπορεί να μην είχαν συνείδηση ούτε ότι οι ίδιοι είναι ναζί ούτε για την βαθιά εγκληματική και εχθρική απέναντι στον άνθρωπο φύση του ναζισμού.

Το να θέλουν όμως να απευθύνονται σε μαλάκες και να έχουν από τους άλλους την απαίτηση να παριστάνουν τους μαλάκες είναι εντελώς διαφορετικό.

Και το να υπερψηφίζουν την «πολιτική ευθύνη» της δολοφονίας του Φύσσα, και κατ’ επέκταση την «πολιτική» ευθύνη για τη συνολική δολοφονική, εγκληματική και φασιστική – τρομοκρατική δραστηριότητα της «ΧΑ», είναι ταυτόσημο με το ότι αυτή την ευθύνη την αναλαμβάνουν οι ίδιοι. Ταυτόσημο με το ότι οι ίδιοι είναι χαλασμένοι και είναι δικό τους πρόβλημα το αν είναι χαλασμένοι απλώς αρκετά ή είναι χαλασμένοι εντελώς.