Τσίπρας: «Η Ελλάδα είναι στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ»

«Η Ελλάδα είναι στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ». Αυτό, ανάμεσα σε άλλα, είπε ο πρωθυπουργός μιλώντας για το πρόσφατο επεισόδιο στα Ίμια, και αυτό, ουσιαστικά, καθώς και το ότι η η Ελλάδα είναι «κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ με ισχυρό περιφερειακό ρόλο», εμφάνισε  σαν τον κύριο πολιτικό παράγοντα αν όχι σαν το πολιτικό θεμέλιο της ασφάλειας της χώρας ως προς τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Ο «σκληρός πυρήνας της ΕΕ» έτσι κι αλλιώς δεν είναι, ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι στόχος ανταποκρινόμενος (ή πραγματικότητα ανταποκρινόμενη) στις ανάγκες των εργαζομένων. Αποτελεί έτσι κι αλλιώς συνθήκη ανίκανη να διασφαλίσει και συνθήκη αντιστρατευόμενη τα εσωτερικά κοινωνικο-οικονομικά δικαιώματα του λαού. Συνθήκη, έτσι κι αλλιώς, οικονομικής κερδοφορίας και πολιτικής κυριαρχίας των μονοπωλίων στη βάση της εντατικής εκμετάλλευσης των εργαζομένων στο εσωτερικό και στη βάση του οικονομικού και πολιτικού  ανταγωνισμού για την εκμετάλλευση και τη διανομή αγορών και εδαφών στο εξωτερικό. «Σκληρός πυρήνας της ΕΕ» σημαίνει σκληρός πυρήνας του ιμπεριαλισμού, και ιμπεριαλισμός σημαίνει επιθετικότητα των μονοπωλίων κατά των εργαζομένων τόσο έξω όσο και μέσα στα σύνορα της χώρας.

Αλλά πέρα από αυτή τη γενική τοποθέτηση «από θέσεις αρχών», τίθεται και το ερώτημα του ρεαλισμού της πρωθυπουργικής ρήσης περί «σκληρού πυρήνα». Και δεν μπορεί να μην τίθεται, εφόσον η «εθνική στρατηγική» της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης, την οποία στρατηγική «εκλαϊκεύει» η δήλωση του πρωθυπουργού, δεν αφορά μόνο την ίδια αλλά ολόκληρο το λαό, ιδίως για όσο καιρό εξακολουθεί να εναποθέτει τις ανάγκες της ζωής του στην κυρίαρχη τάξη και στη πολιτική της.

Φυσικά με τον κ. Τσίπρα έχουμε πια γνωριστεί και ξέρουμε: «ο λόγος του συμβόλαιο»… Οπότε θα μπορούσε να υποτεθεί ότι και αυτή του η δήλωση δεν είναι παρά μια ακόμη «αμετροέπεια», για την οποία μάλιστα ενδεχομένως θα απολογηθεί εν ευθέτω χρόνω: «Δεν ήμουν απατεώνας. Είχα αυταπάτες». Αλλά αφενός οι «αυταπάτες» των διαχειριστών της άρχουσας τάξης δεν πληρώνονται ούτε από αυτούς ούτε από αυτήν… Και αφετέρου ο «σκληρός πυρήνας της ΕΕ» δεν αποτελεί σημερινή «πρωτοτυπία» του πρωθυπουργού, αλλά διαχρονικό συστατικό του «φαντασιακού» της ελληνικής άρχουσας τάξης, που επίσης διαχρονικά ταυτίζει την «εθνική στρατηγική» της με «ό,τι φάει, ό,τι πιεί κι ό,τι αρπάξει η σούφρα της», γι’ αυτό και η «εθνική στρατηγική» της είναι διαχρονικά τέτοια που είναι.

Γι’ αυτό και το 1919 η Ουκρανία δεν αποτέλεσε σταθμό του «δρόμου προς την Πόλη», αλλά σταθμό του δρόμου προς την Μικρασιατική Καταστροφή. Γι’ αυτό και η συμμετοχή του ελληνικού στρατού στον αμερικανικό πόλεμο στην Κορέα αποτέλεσε σταθμό στο δρόμο προς την τουρκική εισβολή και κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου. Γι’ αυτό και ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος» που έπαιξε η Ελλάδα σαν κράτος – μέλος του ΝΑΤΟ όταν παρέδιδε τον Οτσαλάν στην Τουρκία, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» κατά τη διέλευση των χερσαίων ΝΑΤΟϊκών στρατευμάτων προς την Γιουγκοσλαβία, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» στον ναυτικό αποκλεισμό της Σερβίας, στη διάρκεια του οποίου έλαβε χώρα και το πρώτο σοβαρό επεισόδιο στα Ίμια, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» στην παραχώρηση παλιών και νέων στρατιωτικών βάσεων για τις επιθετικές εξορμήσεις του  αμερικανο-ΝΑΤΟϊκού ιμπεριαλισμού κατά των λαών της ευρύτερης περιοχής, ο «ισχυρός περιφερειακό ρόλος της» στην συμμετοχή της σε ΝΑΤΟϊκές στρατιωτικές επεβάσεις όπου γης, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» στην καταχρέωση του λαού για την υλοποίηση ΝΑΤΟϊκών εξοπλιστικών προγραμμάτων, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» σαν στύλος («πυλώνας σταθερότητας» κατά την κυβερνητική ορολογία) γύρω από τον οποίο ξετυλίγεται το γαϊτανάκι των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, όλα αυτά κι άλλα τόσα, μπορεί να μην δίνουν την εντύπωση που θα περίμενε κανένας από μια συγκροτημένη «εθνική στρατηγική», αλλά ωστόσο αποτελούν πράγματι την «εθνική» στρατηγική της ελληνικής μονοπωλιακής άρχουσας τάξης. Αν δεν καθρεφτίζουν κάτι που τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να μοιάζει πράγματι με «εθνική στρατηγική», είναι γιατί καθρεφτίζουν την ελληνική άρχουσα τάξη την ίδια…

Παρομοίως και σε σχέση με τον «σκληρό πυρήνα της ΕΕ»…

Τι κι αν μια δεκαετία μνημονίων θα δώσει τη θέση της – όπως διατείνονται – σε μερικές δεκαετίες οικονομικής εποπτείας;  Τι κι αν από μνημόνιο σε μνημόνιο, από αξιολόγηση σε αξιολόγηση, από δόση σε δόση, η κυβερνητική πολιτική συνίσταται στη νομοθέτηση και την υλοποίηση των εκάστοτε «προαπαιτούμενων που θέτουν οι δανειστές»; Τι κι αν;;;

Οι εγχώριοι  μονοπωλιακοί επιχειρηματικοί ομίλοι, τα διάφορα τμήματα του «ελληνικών συμφερόντων» μονοπωλιακού κεφαλαίου, καθώς και το πολιτικό τους προσωπικό, εφόσον όλα αυτά (μνημόνια, αξιολογήσεις, προαπαιτούμενα, εποπτεία κλπ) αποτελούν όρους διασφάλισης και επέκτασης της δικής τους ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας, και εφόσον αποτελούν την μοναδική παρούσα επιλογή τους γι’ αυτή τη διασφάλιση και για αυτή την επέκταση, μπορούν επομένως να φαντασιώνονται, να  κηρύσσουν την φαντασίωση και να ζουν υπό τους όρους της φαντασίωσης, ότι η δική τους ιδιαίτερη οικονομική θέση, η δική τους «μοναδική» επιλογή, ταυτίζεται και με τη θέση της χώρας εντός «του σκληρού πυρήνα της ΕΕ».

Αλλά η πραγματικότητα της «χώρας» είναι πολύ διαφορετική από την δική τους πραγματικότητα. Απέχει «εις παρασάγγας» η μια πραγματικότητα από την άλλη. Σε βαθμό «παράλληλου σύμπαντος».  Άλλωστε, πίσω από τις φαντασιόπληκτες μεγαλοστομίες δεν παύει να ελλοχεύει αυτή η επίγνωση. Της οποίας αυτής ταξικής – «αστικής» επίγνωσης οι απαιτήσεις δεν συνίστανται και δεν περιορίζονται παρά μόνο στην ανάπτυξη των κατάλληλων μεθοδεύσεων, ώστε οποιοσδήποτε ενδεχόμενος κλονισμός της «χώρας», από το υψηλό βάθρο των δικών τους φαντασιώσεων (που καθορίζει και την «εθνική τους στρατηγική») στο σκληρό έδαφος της αντικειμενικής πραγματικότητας, να μην αποτελέσει και δικό τους κλονισμό.

*

Στον αντίποδα… αλλά όχι. Δεν θα γίνει εδώ λόγος για τον αντίποδα.

 

Advertisements

η «δευτέρα παρουσία»: περσινά ξινά σταφύλια

Στην αρχή ένας συρφετός υπουργών εξέφρασε την απαίτηση να παραστήσουμε τους μαλάκες: Να κοροϊδέψουμε τον εαυτό μας σαν κι αυτούς, που κοροϊδεύουν τον εαυτό τους και τους άλλους, και να παραδεχτούμε όλοι μαζί, ότι δεν θίγεται το δικαίωμα στην απεργία, ότι μόνο αυξάνεται η απαρτία που χρειάζεται για να κηρυχθεί απεργία, ότι καμιά σχέση δεν έχει η απαρτία που χρειάζεται για την απεργία με την απεργία την ίδια, ότι έτσι κι αλλιώς δεν πειράζει γιατί αφορά μόνο πρωτοβάθμια εργατικά σωματεία χωρίς πανελλαδική εμβέλεια και τι μας νοιάζει εμάς γι’ αυτά, και ότι κι αυτό στο κάτω-κάτω γίνεται για το καλό τους, από έγνοια για τη μαζικότητα των διαδικασιών τους.

Κι όταν ολοκλήρωσαν μ’ αυτή τη χυδαιότητα, ξαναπιάσανε το ξεχασμένο τροπάριο της «δευτέρας παρουσίας». Το ‘πε το’πε ο παπαγάλος, το ‘πε κι ο πρωθυπουργός, το ‘πε κι η υπουργός εργασίας, ότι η κυβέρνηση δεν είναι σαν τις «δυνάμεις που περιμένουν τη δευτέρα παρουσία σαν τους χιλιαστές» και που «κρύβονται πίσω από θεωρίες και νομοτέλειες», ότι η «φιλεργατική πολιτική» της «ενοχλεί την πολιτική θέση που παραπέμπει στη δευτέρα παρουσία τη βελτίωση της θέσης των εργαζομένων».

Το χρησιμοποίησε πολύ ο ΣΥΡΙΖΑ αυτό το μαγικό πριν να γίνει κυβέρνηση. Τότε έλεγε τρεις φορές «δευτέρα παρουσία» κι άνοιγε την είσοδο της σπηλιάς του Αλή Μπαμπά. Τώρα όμως;

Τώρα, δεν πάει να λέει και να ξαναλέει «δευτέρα παρουσία»; Η πόρτα της σπηλιάς μένει ερμητικά κλειστή.

Και για κακή του τύχη ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μέσα στη σπηλιά. Δεν πρόκειται να ξαναβγει από εκεί ποτέ.

*

Και για να μιλήσουμε λίγο πιο πραγματιστικά: Σε αυτήν εδώ την «παρουσία», κι όχι τη «δευτέρα», είναι που κυβερνά ο ΣΥΡΙΖΑ.

Σ’ αυτήν εδώ την παρουσία κι όχι στη δευτέρα, ο λαός απαιτεί καθαρά λόγια κι ο ΣΥΡΙΖΑ του πετά κατάμουτρα κοροϊδίες, αξιώνοντας να τον έχει σαν εικόνα του και ομοίωσή του στην απώλεια της δικής του στοιχειώδους αξιοπρέπειας, πολιτικής και ηθικής.

Σ’ αυτήν εδώ την παρουσία έχουν περικυκλώσει τη λαϊκή κατοικία και περιουσία τα κοράκια του κεφαλαίου κι ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει τους πλειστηριασμούς ηλεκτρονικούς.

Σ’ αυτήν εδώ την παρουσία κι όχι τη δευτέρα 4,5 εκατομμύρια Έλληνες έχουν, με τη βία του νόμου, γίνει «φοροφυγάδες» κι ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει το δικαίωμα  των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών στην εφορία και στα ασφαλιστικά ταμεία.

Σ’ αυτήν εδώ την παρουσία κι όχι τη δευτέρα είναι οικονομικά ισοπεδωμένος ο λαός από τη φοροληστεία, τα χαράτσια, τις περικοπές σε συντάξεις και επιδόματα, κι ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει γενναίες (!) μειώσεις στη φορολογία κι άλλων τμημάτων του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Σ’ αυτήν εδώ την παρουσία είναι ανάγκη να παλέψουν οι εργατοϋπάλληλοι για μισθούς, συμβάσεις, ωράριο, δικαιώματα, ενάντια στην εργοδοτική ασυδοσία, αυθαιρεσία και τρομοκρατία, κι ο ΣΥΡΙΖΑ περιορίζει το δικαίωμα στην απεργία.

Σ’ αυτήν  εδώ την παρουσία οι εργαζόμενοι σφυροκοπούνται από την επίθεση του κεφαλαίου και του κράτους του κι ο ΣΥΡΙΖΑ θεσμοθετεί «ιδιώνυμη» απαρτία για την απεργία και «ιδιώνυμη» ποινική νομοθεσία για τους πλειστηριασμούς.

Σ’ αυτήν εδώ την παρουσία και όχι τη δευτέρα είναι για το λαό αναγκαία η καθυπόταξη της οικονομικής παραγωγής στην υπηρεσία των αναγκών του, κι ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει «χρηματιστήριο ενέργειας», νομοθετεί την παράδοση του ορυκτού πλούτου στα μονοπώλια, μεταβιβάζει στο «υπερταμείο» ιδιωτικοποιήσεων όλο το σύνολο των κρατικών μετοχών σε κάθε είδους δημόσιες επιχειρήσεις.

Κι αυτά είναι μερικά μόνο από τα αντιλαϊκά μέτρα των 1500 σελίδων του «πολυνομοσχέδιου» της «3ης αξιολόγησης», που αποτελούν την προεισαγωγή και για τα επόμενα της «4ης αξιολόγησης» σε λίγους μήνες, σε αυτήν εδώ την παρουσία και όχι στην δευτέρα.

*

Η μπογιά της «δευτέρας παρουσίας» δεν περνάει πια, κε Τσίπρα, πρέπει να δοκιμάσετε άλλο ξόρκι.


μισή αλήθεια το μεγαλύτερο ψέμμα

Απασχόλησε πρόσφατα τη δημοσιότητα συνέντευξη της κ. Μπέττυς Μπαζιάνα, στην οποία μεταξύ άλλων δικαιολόγησε τον ΣΥΡΙΖΑ λέγοντας ότι πήρε απλώς την κυβέρνηση και όχι την εξουσία.

Και χαρακτηρίστηκε αυτό «απολύτως σωστό», χαρακτηρίστηκε ως «μια αλήθεια», όμως, σημειώθηκε ότι, «εφόσον γνώριζαν από πριν αυτόν το διαχωρισμό, γιατί πρόβαλαν την κυβέρνηση ως το άλφα και το ωμέγα για το σκίσιμο των μνημονίων, την αλλαγή των συσχετισμών και μια δίκαιη κοινωνία;» και επίσης ότι, «αυτή την αλήθεια τη λέγαν οι κομμουνιστές το 2012 και δώθε, όταν ο σύζυγός της καλούσε τους αριστερούς να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ γιατί το ΚΚΕ δε θέλει να κυβερνήσει».

Πράγματα, τα παραπάνω, τα οποία είναι αλήθεια και απολύτως σωστά, αλλά δεν σημαίνουν ότι πέρα από αυτά απομένει σαν «απολύτως σωστό» και σαν «αλήθεια» και αυτό που υποστήριξε η κ. Μπαζιάνα: Αλήθεια σε τελική ανάλυση δεν υπάρχει αποσπασμένη από την πράξη, αποσπασμένη από τις ιδεολογικές και πρακτικές της συνέπειες, από την θεωρητική και πρακτική απάντηση στα διλήμματα που, ως συμπέρασμα, προκύπτουν από αυτή την «αλήθεια».

Και η «αλήθεια» ότι είναι άλλο η κυβέρνηση και άλλο η εξουσία, θέτει στην κυβέρνηση που «δεν έχει» την εξουσία το εξής δίλημμα και, μάλιστα, δίλημμα χωρίς επιστροφή:

Είτε στηριγμένη στο εργατικό λαϊκό κίνημα, στη δύναμη και την οργανωτική ανάπτυξή του,  να σταθεί αντιμέτωπη και να έρθει σε ρήξη με την εξουσία, που (παρεμπιπτόντως) είναι η οικονομική και πολιτική εξουσία του κεφαλαίου… Είτε να ενσωματωθεί σε αυτή την εξουσία σαν όργανό της και να έρθει αντιμέτωπη με το λαϊκό κίνημα, αντιμέτωπη και σε ρήξη με τις λαϊκές ανάγκες και προσδοκίες.

«Τρίτος δρόμος», μέση λύση, δεν υπάρχει, πολύ περισσότερο στις σημερινές συνθήκες, που είναι συνθήκες επιθετικότητας του κεφαλαίου και όχι «μεσοβέζικες», «μεταβατικές» συνθήκες όπως πριν μερικές δεκαετίες.

Και φυσικά είναι γνωστό ποια απ’ τις δυο λύσεις επέλεξε «σαν έτοιμος από καιρό» ο ΣΥΡΙΖΑ μόλις έγινε κυβέρνηση.

Η «αλήθεια» της κ. Μπαζιάνα έχει τόση αξία (και τόση αλήθεια) όση είχε και η «αλήθεια» του συζύγου της ότι «δεν έλεγε ψέμματα» αλλά είχε την «αυταπάτη» ότι θα μπορούσε να «σχίσει τα μνημόνια» με τη συμφωνία των «εταίρων». Διότι μετά την αποκάλυψη της υποτιθέμενης «αυταπάτης» δυο μόνο δρόμοι του απομένανε: είτε το «σχίσιμο» των μνημονίων είτε η συμφωνία των «εταίρων».

Κι ο δρόμος που επέλεξε αποτελεί την μοναδική αλήθεια: τόσο για τις «αυταπάτες» του όσο και για την κυβέρνησή του που ατυχώς (!) «δεν έχει» και την εξουσία.


ηθική και πολιτική χαμέρπεια

«Απεργία: το έσχατο μέσο που εγινε πρώτο» τιτλοφορούνταν το άρθρο της «Αυγής», πριν έξι μήνες, προετοιμάζοντας ιδεολογικά το έδαφος για το ξήλωμα του δικαιώματος στην απεργία, που η υλοποίησή του μπαίνει σε εφαρμογή τη Δευτέρα με το υπό ψήφιση «πολυνομοσχέδιο».

Μόνο που η απεργία δεν είναι ούτε «πρώτο» ούτε «έσχατο μέσο». Είναι το μοναδικό όπλο που διαθέτει η εργατική τάξη στην πάλη της για τα δικαιώματά της, το μοναδικό όπλο που διαθέτουν όσοι κατέχουν μόνο την εργατική τους δύναμη στην πάλη τους για μισθό, ωράριο, κοινωνική ασφάλιση, εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα, στην πάλη τους για το δικαίωμα στη ζωή που τους ανήκει, ολόκληρη κι όχι μόνο όση χρειάζεται από αυτούς το κεφάλαιο για να τους απομυζά την υπόλοιπη με τη μορφή του καπιταλιστικού κέρδους και της εκμεταλλευτικής εξουσίας.

Και πόσα δεν είπαν αυτές τις μέρες οι διάφοροι κυβερνητικοί παράγοντες και τα επικοινωνιακά τους φερέφωνα, για να ξεγλυστρήσουν από την οργή του ταξικού εργατικού κινήματος, για να αντιστρέψουν την πραγματικότητα, για να εμφανίσουν σαν ευεργεσία το ποδοπάτημα της αγωνιστικής ιστορίας και του αγωνιστικού μέλλοντος της εργατικής τάξης! Τι για «βανδαλισμούς», τι για «καταστροφές», για «μπούλινγκ» και  για «ρουβίκωνα», τι για «πολιτική αλητεία» δεν εξέμεσαν ενάντια στην εργατική κινητοποίηση, ίδιοι κλέφτες που φωνάζουν για να φοβηθεί ο νοικοκύρης…

Με το κοριτσάκι που κάνει καριέρα σαν υπουργός εργασίας να ποζάρει «ανίσχυρο», «γυμνό ανάμεσα στους λύκους», όλο «απελπισία» απέναντι στους εκπροσώπους των ταξικών συνδικάτων, που – άκουσον άκουσον – παραβίασαν την αμπαρωμένη για τους εργαζόμενους είσοδο του «Υπουργείου Εργασίας» και ανέβηκαν ως το υπουργικό γραφείο όχι για να κάνουν «διάλογο» αλλά για να απαιτήσουν την απόσυρση του νομοσχεδίου που παρεμποδίζει τη δυνατότητα των εργατικών σωματείων να κηρύσσουν απεργία.

Γεμάτη δυσφορία η κ. υπουργός στην υπενθύμιση του αίματος που έχει χύσει η εργατική τάξη για να κατακτήσει με τους σκληρούς της αγώνες το αναφαίρετο και αδιαπραγμάτευτο δικαίωμά της να απεργεί: Γεμάτη δυσφορία για την χωρίς περιστροφές καταγγελία του έργου που η ίδια επιτελεί, για την καταγγελία της ευθύνης της απέναντι στο ματωμένο ιστορικό παρελθόν, παρόν και μέλλον  της εργατικής τάξης κι όλης της εργαζόμενης κοινωνίας που στενάζει κάτω από τη διακυβέρνηση τη δική της και των υπόλοιπων φαρισαίων της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

***

Πριν από λίγο καιρό ο Τσίπρας χαρακτήρισε τον Τραμπ «διαβολικό αλλά για καλό σκοπό», και χθες ο Τσακαλώτος «διασκέδασε τις εντυπώσεις» μπουρδολογώντας για τις «καλές» συνέπειες που μπορεί να έχει για τους εργατικούς αγώνες το νομοθετικό τσάκισμα του δικαιώματος στην απεργία…

Αναμφισβήτητα! Άλλωστε κι ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος έληξε με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Και τι θα ήταν ο αντιφασιστικός αγώνας χωρίς να έχει προηγηθεί ένας Χίτλερ; Θα υπήρχε ανάσταση χωρίς τη σταύρωση; Τι θα ήταν σήμερα ο Χριστός αν δεν είχε υπάρξει ένας Ιούδας;

Μόνο που κι αυτός, ο Ιούδας, όταν συνειδητοποίησε ότι «είχε αυταπάτες», πέταξε τα τριάντα αργύρια στα μούτρα των φαρισαίων και πήγε και κρεμάστηκε.

Ενώ οι Τσίπρες κι οι Καμμένοι, οι Τσακαλώτοι κι οι Αχτσιόγλες, ζητάνε και ρέστα και θέλουν και χειροκρότημα για την ηθική και πολιτική τους χαμέρπεια.

 


ποντικοφάρμακο για τους μεγάλους και μουρουνόλαδο για τα παιδιά [*]

Θυμάμαι (αλλά «δεν έχω βίντεο»), παραμονές της εισβολής αμερικανών και λοιπών «προθύμων» στο Ιράκ, εκείνον εκεί τον «ευπατρίδη» συγγραφέα στην τιβί, να τον ρωτάνε πώς σχολιάζει την αρνητική γνώμη των ελλήνων για την επικείμενη εισβολή, και να απαντάει αυτός υπεροπτικά με τα σπαστά ελληνικά του: «θέλω να ντει αυτούς τους έλληνος μετά, όταν θα βάζουν φθηνή μπεντζίνη στα ρεζερβουάρ τους, αν θα λένε το ίντιο».

Βέβαια μετά την εισβολή η τιμή της βενζίνης εκτινάχτηκε στο θεό, κι έμεινε από τότε εκεί, διαψεύδοντας την πολιτική «οξύνεια» του συγγραφέα, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα, το θέμα είναι ο αμερικανοτραφής «πραγματισμός» που θέλει τον άνθρωπο να εκτιμά τη δολοφονία εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων ανάλογα με την τιμή της βενζίνης που μπαίνει στο ρεζερβουάρ του.  Ο πόλεμος; Είναι απλώς μια επένδυση κεφαλαίου σε αίμα. Κατόπιν το εμπόρευμα-αίμα ανταλλάσσεται με εμπόρευμα-βενζίνη που διατίθεται στον καταναλωτή σε «φιλική» τιμή. Αν πάρουμε την σειρά της ανταλλαγής προς τα πίσω, τα ρεζερβουάρ μας γεμίζουν με φθηνό αίμα: δεν πρέπει να νιώθουμε ευτυχείς;

Αλλά αυτός, τουλάχιστον, δεν ήταν παρά ένας συγγραφέας. Δεν ήταν ούτε γραμματέας της κοινοβουλευτικής ομάδας του κυβερνώντος κόμματος, ούτε και υπουργός εθνικής άμυνας. Ο πρόστυχος «πραγματισμός» του δεν «αντλούσε νομιμοποίηση» ούτε από τον τοίχο της Καισαριανής ούτε από το Κούγκι.

Δεν μίλαγε στο όνομα των 200 εκτελεσμένων κομμουνιστών της Καισαριανής, όπως ο Τσίπρας όταν χαρακτήριζε «επωφελή για το δημόσιο» την πώληση 100-300.000 βλημάτων στη Σαουδική Αραβία… Δεν μίλαγε στο όνομα των ανατιναγμένων στο Κούγκι, όπως ο Π. Καμμένος όταν ισχυριζόταν ότι «δεν θα πουλήσουμε σε όσους εξοντώνουν παιδιά» αλλά στη Σαουδική Αραβία που «είμαστε στον ίδιο άξονα»… Όπως ο συνωνόματός του βουλευτής των ΑΝΕΛ και αντιπρόεδρος της Βουλής Δ. Καμμένος, όταν έλεγε ότι είναι «σαν να πουλάμε κόκα κόλα, αβοκάντο ή φράουλες», αφού μάλιστα «έχουμε και το ΟΚ των αμερικανών»… Όπως ο γραμματέας της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ Κ. Ζαχαριάδης, όταν έλεγε: «Θεωρώ προτιμότερο να πάρουμε ένα όφελος πουλώντας κάποια όπλα παρά να κάνουμε μια ρίψη σε ένα πεδίο βολής και να τα διαλύσουμε», αφού «έτσι κι αλλιώς» δεν «θα υπάρξει ειρήνη στην περιοχή»

Δεν μίλαγε, ο συγγραφέας, στο όνομα εκείνων που δεν υποτάχτηκαν σε «άξονες» ούτε στο όνομα εκείνων που έγιναν ολοκαύτωμα «χωρίς το ΟΚ των αμερικανών», όταν έταζε στον «λαουντζίκο» φθηνή βενζίνη από το αίμα του ιρακινού λαού, όπως τούτοι εδώ που μιλώντας για «ένα όφελος», για συμφωνίες «επωφελείς για το δημόσιο», για «κόκα κόλα, αβοκάντο και φράουλες», τάζουν «κοινωνικό μέρισμα» από τον λιμό και τη χολέρα στην Υεμένη, από το θάνατο ενός παιδιού κάθε 10 λεπτά από ασθένειες που μπορούν να αποφευχθούν σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της Γιούνισεφ, που διαψεύδει μ’ αυτόν τον τρόπο τον υπουργό εθνικής άμυνας:

Ανήκουστο!Είναι δυνατόν να εξοντώνονται παιδιά από τον «άξονα» στον οποίο συμμετέχουμε ΕΜΕΙΣ;

***

ΜΕΤΑ από όλα αυτά, «παγωμένη» χαρακτήρισε τη συμφωνία πώλησης όπλων στη Σαουδική Αραβία ο κυβερνητικός εκπρόσωπος και συνάρτησε την τύχη της από τις αποφάσεις της ΕΕ για τυχόν εμπάργκο πώλησης όπλων στην αραβική χώρα. Σε αυτή την περίπτωση, δήλωσε, η κυβέρνηση θα συμμορφωθεί και θα την ακολουθήσει κατά γράμμα.

Αλίμονο αν δεν συμμορφωνόταν! Αφού, «όποιος με πρόθεση παραβιάζει κυρώσεις ή περιοριστικά μέτρα, που έχουν επιβληθεί σε βάρος κρατών ή οντοτήτων ή οργανισμών ή φυσικών ή νομικών προσώπων, με κανονισμούς της Ε.Ε. τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών» (άρθρο 458Α του Ποινικού Κώδικα)! Φυλάκιση μέχρι δυο ετών είπατε; Αυτά είναι για τους 200 της Καισαριανής και για το Κούγκι, όχι για τον Τσίπρα και τον Καμμένο.

Αλλά, για να καταλάβουμε, αν τυχόν η ΕΕ δεν κάνει «τυχόν εμπάργκο» στη Σαουδική Αραβία (το άλλο με τον Τοτό το ξέρετε;), τότε η κυβέρνηση θα νιώθει υποχρεωμένη να μας μοιράσει «κοινωνικό μέρισμα» από το λιμό και τη χολέρα του «άξονά» μας;

[*] Ο τίτλος από ένα τραγούδι του Ν. Άσιμου.

 


Το δικαίωμα της απεργίας και «η κοινωνία και το έθνος» από τη σκοπιά του

Η προηγούμενη ανάρτηση αυτού του μπλογκ ήταν αφιερωμένη στο δικαίωμα στην εργασία.

Πρόκειται για το δικαίωμα το οποίο οι εκπρόσωποι και οι διαχειριστές της άρχουσας τάξης, ενώ φύσει και θέσει το καταστρατηγούν συστηματικά τις 365 μέρες του χρόνου, το θυμούνται ξαφνικά όποτε έχουν απέναντι τους μια αποφασιστική απεργιακή κινητοποίηση σε κάποιο κλάδο, σε κάποια βιομηχανία κλπ. Τότε ξαφνικά ξαναθυμούνται το «δικαίωμα στην εργασία» διαστρεβλώνοντας το περιεχόμενό του, τιτλοφορώντας «δικαίωμα στην εργασία» το «δικαίωμα» στην απεργοσπασία, για να στραφούν ενάντια στην απεργιακή κινητοποίηση, ενάντια στο απεργιακό δικαίωμα, ενάντια στο απεργιακό δίκαιο της περιφρούρησης του αγώνα των εργαζομένων.

«Ξαναθυμούνται» πολλά, κάθε φορά που βρίσκονται αντιμέτωποι με τους απεργιακούς αγώνες των εργαζομένων για το δικαίωμα στη δουλειά και για δουλειά με δικαιώματα…

Ξαναθυμούνται για παράδειγμα τη «δημοκρατία» και τις «δημοκρατικές διαδιακασίες». Έτσι, για παράδειγμα,  η σημερινή κυβέρνηση, αυτή που κυβερνά «νομιμοποιημένη» εκλογικά με το 39,55% του 53,74% όσων έχουν δικαίωμα ψήφου, η κυβέρνηση που με αυτή τη μειοψηφική εκλογική «νομιμοποίηση» ψηφίζει όλους τους αντιλαϊκούς νόμους της «ατζέντας» της, αυτή η ίδια σύμφωνα με τις διάφορες επικοινωνιακές «διαρροές» ετοιμάζεται να υλοποιήσει τις δεσμευσεις της προς το κεφάλαιο και τους «θεσμούς» του με νόμο που θα καθιστά «παράνομες» τις απεργίες εφόσον τις αποφασίζει η πλειοψηφία των γενικών συνελεύσεων των σωματείων και όχι των εγγεγραμμένων μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Ας εφαρμόσει η κυβέρνηση πρώτα στον εαυτό της αυτόν τον «δημοκρατικό κανόνα» ομολογώντας την έλλειψη της δικής της «νομιμοποίησης». Κι ας αφήσει στην άκρη τα σχέδια ποινικοποίησης των εργατικών αγώνων, οι οποίοι άλλωστε δεν αντλούν την δημοκρατική τους νομιμοποίηση από τις «παραχωρήσεις» του αστικού κράτους αλλά από τις συλλογικές διαδικασίες των οργάνων του ταξικού εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Σε αυτούς τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς ποινικοποίησης των εργατικών αγώνων εντάσσεται προφανώς και το άρθρο της «Αυγής», που με τον τίτλο «Απεργία: Το έσχατο μέσο που έγινε πρώτο!» ανακαλύπτει στον απεργιακό αγώνα των εργατών καθαριότητας για το δικαίωμά τους στην εργασία μια επίκαιρη αφορμή, για να βγάλει στο προσκήνιο σαν «πρώτη» την «έσχατη» φιλοδοξία της τάξης των εκμεταλλευτών ενάντια στο εργατικό κίνημα και τους αγώνες του: «Ορισμένοι κρίσιμοι για τα κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα κλάδοι δεν έχουν το δικαίωμα της απεργίας».

Δεν έχει περάσει δα και πολύς καιρός από τότε που ο σημερινός πρωθυπουργός χαρακτήριζε, από τις θέσεις της «αντιπολίτευσης», τον απεργιακό αγώνα των ναυτεργατών σαν «εξαλλοσύνες». Και εκείνη η «αντιπολιτευτική» θέση, όπως και η «αντιπολιτευτική» θέση του ΣΥΡΙΖΑ για σχίσιμο των μνημονίων «αλλά με τη συμφωνία των εταίρων», συγκροτούν το νήμα της αντιλαϊκής «συνέπειας» του ΣΥΡΙΖΑ από την περίοδο της «αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης» ως τη σημερινή περίοδο της διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Και σήμερα, τώρα που ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ αναγορεύει τον στόχο ενός  νέου κύκλου ανάπτυξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας σε στόχο «εθνικό», το δημοσιογραφικό του όργανο αναγορεύει ουσιαστικά σε «παράνομη» την απεργία στους «κρίσιμους για τα κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα κλάδους». Τώρα που τα συμφέροντα των μονοπωλίων αναγορεύονται από την «κυβέρνηση της αριστεράς» σε συμφέροντα «κοινωνικά και εθνικά», τώρα γίνεται από τους κυβερνητικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς «συζήτηση» για απεργίες που στρέφονται ενάντια στο «κοινωνικό και εθνικό συμφέρον»…

Αλλά αντίστροφα: Την ώρα που η «Αυγή» διακηρύσσει ότι οι εργατικοί αγώνες στρέφονται ενάντια «στα συμφέροντα της κοινωνίας και του έθνους», την ίδια στιγμή και οι αγώνες των εργαζομένων είναι αναγκαίο να αποκτήσουν χαρακτηριστικά και προσανατολισμό τέτοια που να ανυψώνουν το δικό τους δίκιο σε αποκλειστικό συμφέρον του έθνους και της κοινωνίας, ενάντια στο «δίκιο» και τα «συμφέροντα» της τάξης των εκμεταλλευτών.


το δικαίωμα στην εργασία και ο κόσμος από την σκοπιά του

«…Στο πρώτο σχέδιο συντάγματος που καταρτίστηκε πριν από τις μέρες του Ιούνη, βρισκόταν ακόμα το «droit au travail», το δικαίωμα στην εργασία, η πρώτη αδέξια διατύπωση όπου συνοψίζονται οι επαναστατικές αξιώσεις του προλεταριάτου. Αυτό μετατράπηκε στο droit al’ assistance, στο δικαίωμα να παίρνει βοήθημα απ’ το δημόσιο. Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο; Το δικαίωμα στην εργασία είναι, με την αστική έννοια, ένας παραλογισμός, ένας άθλιος, ευσεβής πόθος. Πίσω όμως απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους. Πίσω από το «δικαίωμα στην εργασία» βρισκόταν η εξέγερση του Ιούνη. Η συντακτική συνέλευση, που έθετε ουσιαστικά το επαναστατικό προλεταριάτο εκτός νόμου, ήταν για λόγους αρχής υποχρεωμένη να βγάλει τη διατύπωση του δικαιώματος της εργασίας απ’ το σύνταγμα, αυτό το νόμο των νόμων, ήταν υποχρεωμένη να ρίξει το ανάθεμα στο «δικαίωμα στην εργασία»…»

(Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, ΣΕ, σελ. 78-79)

***

Μάλλον σαν αποτύπωση πολιτικών συσχετισμών στο πεδίο της ιδεολογίας, στο μεταπολιτευτικό σύνταγμα του 1975 όπως ισχύει και σήμερα, διακηρύχτηκε, στο άρθρο 22, ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

Βέβαια τι «δικαίωμα», αφού με την αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 του ίδιου αυτού συντάγματος η διάταξη σύμφωνα με την οποία, για τους υπαλλήλους του δημοσίου που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου «απαγορεύεται»  η από το νόμο μονιμοποίησή τους ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό, τουλάχιστον για την ώρα , γιατί τι άλλο αν όχι ευτελισμός της έννοιας του «συντάγματος» είναι η πρόστυχη εισαγωγή μιας διάταξής του σαν κι αυτής, που «απαγορεύει τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου»;  Το 2001, άλλωστε, είναι μια χρονιά όπου ήδη η ελληνική άρχουσα τάξη είχε αρχίσει να στενεύεται από το σύνταγμά της: Δυο μόλις χρόνια πριν η κυβέρνηση Σημίτη το είχε παραβιάσει κατάφορα επιτρέποντας χωρίς  νόμο ψηφισμένο από τη βουλή (άρθρο 27) τη διέλευση των «χερσαίων» της «συμμαχίας» που επέδραμε κατά της Γιουγκοσλαβίας, ενώ στην αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε επίσης (στο άρθρο 28) και η «ερμηνευτική δήλωση» που καθιερώνει σαν υπέρτερο έναντι του εθνικού το δίκαιο της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και θεσμοθετεί την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας ως «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Και έμελε, σε λιγότερο από μια δεκαετία, να έρθει και η ώρα που το ίδιο αυτό άρθρο 28 θα  ανασκολοπιζόταν διαδοχικά από τις κυβερνήσεις Παπαδήμου, Σαμαρά και Τσίπρα, κάθε φορά που ψήφιζαν χωρίς  την προβλεπόμενη πλειοψηφία των 3/5 την εκχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων στους «θεσμούς» των μνημονίων. Βέβαια πρέπει να αναγνωρίσουμε στην «πρώτη φορά αριστερά» ότι το 3ο μνημόνιο είναι από αυτήν την άποψη και το μόνο «συνταγματικό», αφού με αστική ευγένεια μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ το υπερψήφισαν επίσης η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, οπότε εν προκειμένω ουδείς λόγος ενεργοποίησης του  «πατριωτισμού των Ελλήνων»…

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας: Λέγαμε λοιπόν ότι το άρθρο 22 αναγνωρίζει την εργασία σαν δικαίωμα και ότι παραβλέπουμε σαν ευτελισμό του συντάγματος την «απαγόρευση μετατροπής συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου».  Αυτό που όμως δεν μπορούμε να  παραβλέψουμε, είναι ότι απέναντι στο δικαίωμα της εργασίας του άρθρου 22 ορθώνεται η προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17, στην οποία βέβαια περιλαμβάνεται και η προστασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (αυτής της ίδιας που  αποθεώνεται με τις «ελευθερίες» της συνθήκης του Μάαστριχτ), η οποία ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποτελεί και το άκρο αντίθετο του δικαιώματος στην εργασία. Το λέει η επιστήμη, το λέει ο Μαρξ: «Πίσω απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους». Και οφείλουμε στην πολιτική οικονομία να είμαστε μαρξιστές με την ίδια έννοια που στις φυσικές επιστήμες είμαστε οπαδοί του Νεύτωνα. Το λέει ο Τσε.

Τι κάνουμε λοιπόν τώρα, που το δικαίωμα στην εργασία του άρθρου 22 προσκρούει στην προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17; Ευτυχώς για την «αστική νομιμότητα» οι ιδεολογικοί συσχετισμοί της μεταπολίτευσης άφησαν κι εδώ τη σφραγίδα τους: Διότι ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 17 «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους», αλλά συνεχίζει το ίδιο άρθρο: «τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».  Και πόσο «γενικό συμφέρον» δεν είναι το (και συνταγματικά προβλεπόμενο) δικαίωμα στην εργασία, ώστε να μη μπει φραγμός (να ασκηθεί «βία») στα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και μάλιστα κατά τρόπο που να αφήνει αδιατάρακτη την υφιστάμενη «αστική νομιμότητα»!!! Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα!

Να λοιπόν πεδίο δόξας για τον πατριωτισμό του λαού, στον οποίο «επαφίεται η τήρηση» (άρθρο 120) του δικαιώματος στην εργασία (άρθρο 22) και η «βία» εναντίον των  δικαιωμάτων και «ελευθεριών» που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ασκούνται σε βάρος του δικαιώματος στην εργασία δηλαδή «σε βάρος του γενικού συμφέροντος» δηλαδή αντικοινωνικά (άρθρο 17). Αν μπορούνε, άλλωστε, ας ασκηθούνε κι αλλιώς. 

***

Το 1848-1850 η αντεπανάσταση μετέτρεψε το «δικαίωμα στην εργασία» σε «δικαίωμα σε βοήθημα». Το 2015-2017 ο ΣΥΡΙΖΑ μετέτρεψε το «ψωμί – παιδεία – ελευθερία» σε «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» ή σε «κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης», όπως το μετονόμασε νομίζοντας ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ελάχιστη εγγυημένη εξαθλίωση και στο κοινωνικό επίδομα εξαθλίωσης…

«Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο;»

Ο Τσίπρας, προχθές είπε στον Κουτσούμπα, ότι καλή βέβαια και η Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά τώρα «πάμε μπροστά»… Όμως ήταν το 1850, δηλαδή πριν 167 ολόκληρα χρόνια, τότε που ο Μαρξ μιλούσε για «σύγχρονο κράτος». Οπότε, και το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, δεν εξαρτάται από τη χρονολογία αναφοράς. Οι χρονολογίες διαδέχονται η μια την άλλη και χωρίς εμάς. Το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, εξαρτάται από τις απαιτήσεις που έχει κανείς σήμερα από ένα «σύγχρονο κράτος». Και εαν εν έτει 2012 θεωρεί κανείς «σύγχρονο» το κράτος που (ήδη από το 1850) «τρέφει τους απόρους του», τότε αυτός δεν μας οδηγεί «μπροστά» αλλά στο «βάθος του χρόνου», και το βάθος του χρόνου βρίσκεται πάντοτε στο ιστορικό παρελθόν, δε φτάνουμε εκεί «πηγαίνοντας μπροστά» αλλά οπισθοδρομώντας ιστορικά, αυτός δεν είναι ο δρόμος της ιστορικής προόδου αλλά ο δρόμος της ιστορικής αντίδρασης.

***

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στο ψωμί, στην παιδεία, στην ελευθερία. Δεν είναι το δικαίωμα των απόρων σε βοήθημα. Είναι η αναγνώριση της εργασίας σαν πρωταρχικού πόρου και του δικαιώματος της κοινωνίας να μην τρέφει άπορους γιατί δεν διαθέτει άπορους.

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στην ικανοποίηση της πιο πρωταρχικής ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, της ανάγκης της παραγωγής από τον άνθρωπο των όρων της ίδιας του της ύπαρξης. Ανάγκη που η ικανοποίησή της αποτελεί ταυτόχρονα και όρο του εξανθρωπισμού του ανθρώπου, όρο που καθιστά τον άνθρωπο δημιουργό της ζωής του και τη ζωή του – τον ίδιο του τον εαυτό – δικό του δημιούργημα. Ο αποκλεισμός από το δικαίωμα στην εργασία ισοδυναμούσε και ισοδυναμεί πάντα με κοινωνικό εξοστρακισμό, ακόμη κι αν κάθε «σύγχρονο» κράτος τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο…

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον καταναγκασμό στην απλήρωτη υπερεργασία και γι’ αυτό είναι κοινωνικό και ατομικό δικαίωμα των εργαζόμενων στον καρπό της εργασίας τους. Ο καταναγκασμός στην απλήρωτη υπερεργασία είναι συνέπεια της εμπράγματης άρνησης του δικαιώματος στην εργασία, είναι συνέπεια του χωρισμού των μέσων της εργασίας από τον εργάτη, συνέπεια της αποστέρησης από τον εργάτη των μέσων της εργασίας του και της περιέλευσής τους στον κάτοχο των μέσων παραγωγής. Χωρίς αυτόν τον χωρισμό, χωρίς αυτήν την περιέλευση, δεν θα ήταν δυνατή η άρνηση της εργασίας σαν δικαιώματος και η αντικατάστασή της από το αντίθετό της:  από τον καταναγκασμό στην απλήρωτη εργασία ή στην ανεργία. Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με τον καταναγκασμό στην υποδούλωση: χωρίς την άρνηση του δικαιώματος στην εργασία δεν θα μπορούσε να υπάρχει καταναγκασμός στην υποδούλωση και μόνο από τον καταναγκασμό στην υποδούλωση μπορεί να προέλθει η άρνηση του δικαιώματος στην εργασία.

***

Η ταξική, εκμεταλλευτική κοινωνία στη θέση της ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, που με το δικαίωμα στην εργασία απαιτεί την ικανοποίησή της, εγκαθιστά τον ταξικό καταναγκασμό. Στη θέση της εργασίας σαν αναγκαίας φυσικής ελεύθερης κοινωνικής ανθρώπινης δραστηριότητας εγκαθιστά την εργασία σαν καταναγκαστική ταξική υποδούλωση.

Η κυρίαρχη ιδεολογία της ταξικής, εκμεταλλευτικής κοινωνίας περιφρονεί το δικαίωμα στην εργασία. Η εργασία γι’ αυτήν είναι άλλωστε «σήμα» του υπόδουλου. Για την κυρίαρχη ιδεολογία στην πρώτη θέση βρίσκεται το δικαίωμα στην αεργία που η εμπράγματη βάση και ολοκλήρωσή του συνίσταται στο δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής της κοινωνίας σαν όρο χρησιμοποίησης και εκμετάλλευσης ξένης εργασίας. Στην κορυφή της αξιακής κοινωνικής ιεραρχίας η κοινωνικά κυρίαρχη ταξική ιδεολογία δεν τοποθετεί το δικαίωμα στην εργασία αλλά, με την ονομασία «δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής», τοποθετεί το δικαίωμα στην αεργία και στην ιδιοποίηση της ξένης εργασίας, ως όρο αυτεπίγνωσης της κυρίαρχης τάξης και ταυτόχρονα ως όρο ιδεολογικής αλλοτρίωσης της υπόδουλης τάξης. Το δεύτερο στη βάση ήδη του γεγονότος ότι ο κοινωνικός καταναγκασμός με τη μορφή της υποδουλωμένης εργασίας επικαλύπτει και συγκαλύπτει την εργασία σαν πρωταρχική ανθρώπινη ζωτική ανάγκη, συνιστά άρνησή της.

Το δικαίωμα στην εργασία και η διεκδίκησή του βρίσκεται σε αντίθεση με την εμπράγματη και ιδεολογική αλλοτρίωση των εργαζομένων, των απαλλότριων από τα μέσα παραγωγής, των προλετάριων.

***

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με το καθεστώς αγοραπωλησίας του εμπορεύματος «εργατική δύναμη»: Κανένα  εμπόρευμα δεν πωλείται «δικαιωματικά», δικαιωματικά απλώς διατίθεται προς πώληση, αλλά αυτή εξαρτάται από την προσφορά και την ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Δικαίωμα στην εργασία σημαίνει τον κοινωνικό σχεδιασμό στη θέση της τυφλής κυριαρχίας της προσφοράς και ζήτησης των εμπορευμάτων, σημαίνει την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης στη θέση της πολιτικής οικονομίας του κεφαλαίου.

ΓΕΦΥΡΑ-ΑΦΙΣΣΑ-1

κινητοποιηση-δουλεια-για-ολους-20170625