hasta la victoria siempre – το μεταφραστικό ζήτημα

hasta-la-victoria

lahabana-hasta-la-victoria-siempre-venceremos

Τις δυο εβδομάδες που ακολούθησαν το θάνατο του Φιντέλ αυτή η ανάρτηση δέχτηκε περίπου 1.600 επισκέψεις.

Η ανάρτηση αυτή, του 2012, με τον τίτλο «siempre ή para siempre;;;», η οποία ας σημειωθεί ολοκληρώνεται με τα σχόλια που περιλαμβάνει, έχει σαν αντικείμενό της τη μετάφραση του συνθήματος του Τσε, και με ένα ορισμένο σκεπτικό «διαμαρτύρεται» για την ελληνική του απόδοση μερικές φορές ως «μέχρι τη νίκη για πάντα» αντί «μέχρι τη νίκη πάντα».

Αλλά απ’ ό,τι φαίνεται η μετάφραση του συνθήματος, το «μεταφραστικό ζήτημα», απασχολεί αρκετό κόσμο, αφού όλες οι επισκέψεις αυτής της περιόδου (26/11-11/12) προήλθαν από μηχανές αναζήτησης με ερωτήματα όπως «τι σημαίνει», «τι θα πει» κλπ.

Από το 2012 ως το 2017, τα πέντε χρόνια που μεσολαβούν είναι αρκετά για ν’ αλλάξει κανείς άποψη… Έτσι κι η άποψή μου που εκφράζεται σ’ εκείνη την ανάρτηση, που συγκέντρωσε επικαιρικά το ενδιαφέρον το Νοέμβρη και το Δεκέμβρη, δεν είναι σήμερα ακριβώς η ίδια.

Διατηρώ βέβαια τη γνώμη ότι ανάμεσα στις δυο εκδοχές, η πιο πιστή, και πιο «προσγειωμένη», είναι αυτή: «μέχρι τη νίκη πάντα», αλλά μάλλον κι αυτή δεν είναι η μοναδική δυνατή πιστή απόδοση του συνθήματος, με το οποίο τελείωνε το αποχαιρετιστήριο γράμμα του Τσε προς τον Φιντέλ (πρώτη φωτογραφία) και που με τον γραφικό χαρακτήρα του είναι αποτυπωμένο το σύνθημα στο μεγάλο μνημείο της Αβάνας (δεύτερη φωτογραφία).

Όπως φαίνεται και στα σχόλια της ανάρτησης του 2012,  hasta la victoria siempre σημαίνει, κατά λέξη: μέχρι τη νίκη πάντα, και hasta siempre – όπως είναι ο τίτλος του πασίγνωστου τραγουδιού του Carlos Puebla για τον Τσε – σημαίνει, όχι βέβαια «μέχρι πάντα», αλλά σε κανονικά ελληνικά: για πάντα.

Οπότε το ερώτημα είναι αν υπάρχει πιο ελληνική – εκφραστικά – απόδοση του συνθήματος hasta la victoria siempre, άλλη από το σύνθημα: Για τη νίκη πάντα.

Τι πιο απλό και τι πιο γενικό ταυτόχρονα; Τι πιο άμεσο σαν καθοδήγηση για την καθημερινή πράξη και τι πιο καθολικό από την άποψη της ιστορικής πράξης;

Και τι διαλύει πιο απόλυτα όλον τον «ακαδημαϊσμό» που πιθανά να ελλοχεύει και σ’ αυτήν εδώ την ενασχόληση με το «μεταφραστικό ζήτημα» μιας πρότασης που χαράχτηκε στο χαρτί και στην ιστορία συνιστώντας, με μια ορισμένη έννοια, άρνηση κάθε «ακαδημαϊσμού»;

Για τη νίκη πάντα, λοιπόν!


Ο Τσε για την τρομοκρατία, ο Λένιν για την παράνομη επαναστατική οργάνωση

Αφιερωμένη στην τρέχουσα εκδοτική επικαιρότητα η σημερινή ανάρτηση, αποτελεί στο πρώτο «μισό» της ένα απάνθισμα από το βιβλίο Τσε Γκεβάρα «Ο ανταρτοπόλεμος» (εκδόσεις Άποψη), σχετικό (το απάνθισμα) με την τακτική της ατομικής τρομοκρατίας. Οι εμφάσεις με έντονα στοιχεία είναι δική μου παρέμβαση, και ό,τι είναι γραμμένο σε πλάγια στοιχεία είναι δικές μου σκέψεις και σχόλια.

Εισαγωγικά πρέπει να πω το αυτονόητο, ότι δηλαδή το βιβλίο δεν αφορά ειδικά το ζήτημα της συγκεκριμένης τακτικής, της τρομοκρατίας, αλλά αυτό που λέει ο τίτλος του: τον ανταρτοπόλεμο. Αφετηρία της ανάπτυξης του θέματος είναι η εμπειρία η προερχόμενη από την Κουβανική Επανάσταση. Και κύριο πεδίο της οι «οικονομικά υπανάπτυκτες» χώρες  αμερικανικής ηπείρου

 

«Θεωρούμε πως η Κουβανική Επανάσταση πρόσφερε τρία θεμελιώδη μαθήματα στα επαναστατικά κινήματα της Αμερικής.

Πρώτον, οι λαϊκές δυνάμεις μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο ενάντια σε ένα τακτικό στρατό.

Δεύτερον, δεν είναι ανάγκη να περιμένουμε μέχρι να ωριμάσουν όλες οι συνθήκες για να κάνουμε μια επανάσταση.. ο ίδιος ο ξεσηκωμός δημιουργεί συνθήκες ωρίμανσης.

Τρίτον, στην υποανάπτυκτη οικονομικά Αμερική οι αγροτικές περιοχές είναι το βασικό πεδίο διεξαγωγής του ένοπλου αγώνα». (σελ. 17)

 

Από μια βαθύτερη  ανάγνωση του βιβλίου μπορεί να βγει το συμπέρασμα ότι πολλά από τα διδάγματά του είναι ευρύτερης σημασίας. Λόγου χάρη η ίδια η παραπάνω φράση: «ο ίδιος ο ξεσηκωμός δημιουργεί συνθήκες ωρίμανσης», χωρίς να επιτρέπει υποκειμενικές ερμηνείες και μηχανιστικές μεταφορές αφορά παρ’ όλα αυτά στην πραγματικότητα κάθε συγκεκριμένο επίπεδο συνεπούς ανάπτυξης της πάλης ανεξάρτητα από τη μορφή της, από την πιο «νόμιμη» μέχρι την πιο «επαναστατική».  Το ίδιο, επίσης,  δεν αφορά αποκλειστικά την ένοπλη πάλη, το ότι «η θεμελιώδης αρχή είναι πως καμία μάχη, κανένας αγώνας ή σύγκρουση δεν πρέπει να διεξαχθεί αν η νίκη δεν θεωρείται δεδομένη» (σελ. 22), ή το ίδιο σε μια διαφορετική παραλλαγή που τη συμπληρώνει και την ολοκληρώνει: «Όσο ο αντάρτης είναι σε θέση να αποφασίσει το «πώς» και το «πότε», καμία μάχη δεν θα πρέπει να δοθεί που αν μην έχει ως κατάληξη τη νίκη» (σελ. 165). Αυτό που, βέβαια, σηκώνει εδώ μεγάλη ανάλυση είναι το τι αποτελεί ιστορικά και στην κάθε διαφορετική περίπτωση νίκη, ξέροντας άλλωστε ότι χαμένοι είναι μονάχα οι αγώνες που αν και αναγκαίοι, αν και δυνατοί, δε δόθηκαν, και που ταυτόχρονα δεν δόθηκαν με σκοπό τη νίκη, ξέροντας επίσης ότι υπάρχουν ήττες που ισοδυναμούν με νίκες και το αντίστροφο. Όμως δεν επεκτείνομαι παραπάνω. Αυτό στο οποίο στέκομαι είναι ότι τα δυο αποσπάσματα στην ουσία τους δεν αφορούν ειδικά την πάλη στην ένοπλη μορφή της αλλά σε κάθε της μορφή.  Αποτελούν το πρακτικό, το πραγματικά «ποιητικό» και όχι  «μεταφυσικό» νόημα  του συνθήματος: «Μέχρι τη νίκη, πάντα!» Πάντα: Σε κάθε μάχη μικρή ή μεγάλη , στη διεξαγωγή ολόκληρου του  πολέμου, και μετά από αυτόν.

Δεν αφορά λοιπόν ειδικά τον ανταρτοπόλεμο η λογική που διαπερνά το βιβλίο, αλλά από το σημείο που τον αφορά κι έπειτα, τον αφορά χωρίς έκπτωση: Σαν λαϊκό πόλεμο, σαν κανονικό πόλεμο, «πόλεμο που οι λαϊκές δυνάμεις μπορούν να κερδίσουν ενάντια σε ένα τακτικό στρατό», πόλεμο στον οποίο «μια οπλισμένη ομάδα εμπλέκεται στον αγώνα ενάντια στην κατεστημένη εξουσία, είτε αποικιακή είτε όχι, εδραιώνεται ως αφετηρία αντίστασης και οργανώνεται σε αγροτικές περιοχές» (σελ. 21), τον ανταρτοπόλεμο σαν «ένα στάδιο που από μόνο του δεν έχει τη δυνατότητα να επιτύχει την απόλυτη νίκη και την επικράτηση επί του εχθρού. Είναι ένα από τα αρχικά στάδια του πολέμου και θα εξελίσσεται διαρκώς μέχρι ο αντάρτικος στρατός, μέσα σ’ ένα πλαίσιο σταθερής ανάπτυξης, να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά τακτικού στρατού. Τότε θα είναι έτοιμος να καταφέρει το τελειωτικό χτύπημα στο εχθρό και να κατακτήσει τη νίκη. Ο θρίαμβος θα είναι πάντα το αποτέλεσμα ενός τακτικού στρατού ακόμη και αν κατάγεται από έναν αντάρτικο στρατό»  (σελ. 23).

Η επίμονη δική μου έμφαση στην τέτοια θεώρηση του ανταρτοπόλεμου από τον Γκεβάρα αποσκοπεί απλά να καταδείξει την πρωταρχική διαφορά της από την τρέχουσα αντίληψη του «ανταρτοπόλεμου» με τη μορφή του λεγόμενου «αντάρτικου πόλης» όχι ως πολέμου που αποσκοπεί –όπως κάθε πόλεμος- στην επικράτηση ενός στρατού πάνω σε έναν άλλο, αλλά ως θεάματος. Επικίνδυνου μεν. Αλλά πάντως θεάματος.

Δεύτερη εισαγωγική παρατήρηση: Ο Γκεβάρα δεν θεωρεί την συγκεκριμένη τακτική την οποία αναλύει σαν μοναδική. Δεν θεωρεί καν σαν μοναδική την τακτική του ένοπλου αγώνα ανεξάρτητα από τον χώρο στον οποίο διεξάγεται η λαϊκή πάλη, κι ανεξάρτητα από τις πολιτικές και οικονομικές συνθήκες εντός των οποίων διεξάγεται. Θα σταθώ στη θεώρησή του για τις πρώτες:

«Φυσικά, δεν πρέπει να θεωρήσουμε πως όλες οι συνθήκες για την επανάσταση θα δημιουργηθούν από την ώθηση που θα τους δώσει η δράση του αντάρτικου. Πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου πως υπάρχει ένα απαραίτητο μίνιμουμ χωρίς το οποίο η δημιουργία και η εδραίωση του πρώτου πυρήνα είναι ανέφικτη. Οι λαοί πρέπει να δουν καθαρά τη ματαιότητα των στόχων που βάζουν οι κοινωνικοί αγώνες όταν αυτοί παραμένουν στο πλαίσιο ενός δημόσιου πολιτικού διαλόγου. Όταν οι δυνάμεις της καταπίεσης διατηρούνται  στην  εξουσία ενάντια στο δίκιο, δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες η λαϊκή δυσαρέσκεια εκφράζεται με πιο ενεργητικές μορφές. Η διάθεση για αντίσταση τελικά ξεσπά με τη μορφή του ένοπλου αγώνα, το έναυσμα του οποίου δίνεται αρχικά από τη συμπεριφορά της εξουσίας.

Όταν η κυβέρνηση έχει έρθει στην εξουσία μέσα από κάποια μορφή λαϊκής ψήφου, είτε οι εκλογές ήταν στημένες είτε όχι, και διατηρεί τουλάχιστον το προσωπείο της συνταγματικής νομιμότητας, το ξέσπασμα του αντάρτικου δεν μπορεί να πριμοδοτηθεί εφόσον οι δυνατότητες για ειρηνικό αγώνα δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί» (σελ. 18).

*

Μετά τα παραπάνω προαπαιτούμενα εισαγωγικά περνάω στα αποσπάσματα του βιβλίου που αφορούν ειδικά το θέμα του τίτλου της ανάρτησης. Ο αναγνώστης να μην παραπλανηθεί: Τα αποσπάσματα που ακολουθούν δεν αφορούν το «σαμποτάζ» και την «τρομοκρατία» σε συνθήκες όπου «οι δυνατότητες για ειρηνικό αγώνα δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί», αλλά πολύ περισσότερο, σε συνθήκες διεξαγωγής πραγματικού λαϊκού πολέμου. Σε συνθήκες όπου «οι δυνατότητες ειρηνικού αγώνα δεν έχουν εξαντληθεί»  δεν μπορεί έτσι κι αλλιώς «να πριμοδοτηθεί το ξέσπασμα του αντάρτικου»…  Αλλά απ’ ό,τι θα δούμε, και σε συνθήκες όπου οι ειρηνικές δυνατότητες έχουν εξαντληθεί και το αντάρτικο έχει ξεσπάσει, και πάλι η τακτική της τρομοκρατίας «δεν πριμοδοτείται»:

 

«Το σαμποτάζ είναι επίσης πολύ σημαντικό. Εδώ βέβαια πρέπει να ξεκαθαρίσουμε για τι είδος σαμποτάζ μιλάμε.. για την επαναστατική και αποτελεσματική μέθοδο που χρησιμοποιείται στη μάχη ή για την τρομοκρατική πράξη, ένα χτύπημα που είναι συνήθως τυφλό και αναποτελεσματικό όσον αφορά στην κατάληξη, μιας και πολύ συχνά δημιουργεί αθώα θύματα και αφαιρεί ζωές που θα μπορούσαν να είναι πολύτιμες για τη επανάσταση. Η τρομοκρατία θα πρέπει να θεωρείται πολύτιμη τακτική όταν στόχος της είναι η ζωή κάποιου σημαντικού ηγέτη  των τυραννικών δυνάμεων, γνωστού για τις κατασταλτικές του μεθόδους ή άλλα χαρακτηριστικά που καθιστούν την εξόντωσή του ωφέλιμη. Όμως η εκτέλεση ασήμαντων σχετικά προσώπων δεν ενδείκνυται γιατί έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των αντιποίνων και νέους θανάτους…»

Σημ. δική μου: Χρειάζεται άραγε  να θυμίσω ότι η προσκόλληση στις λέξεις δεν είναι αρκετή για να κάνει λιγότερο επιζήμια την «τρομοκρατία» όταν (και επειδή εξακολουθεί να «διατηρείται τουλάχιστον το προσωπείο της συνταγματικής νομιμότητας») δεν υπάρχουν «αντίποινα και νέοι θάνατοι», αλλά απλώς ένταση των αντιλαϊκών κατασταλτικών μέτρων και της ιδεολογικής τρομοκράτησης του λαού (του λαού κι όχι κατ’ ανάγκη των στενών ιδεολογικών φίλων του «υποκειμένου»)

Θα χρειαζόταν άραγε, επίσης,  να θυμίσω ότι και αυτά τα απορριπτικά και κατ’ εξαίρεση μόνο, και μόνο με επιφύλαξη, δεκτά –σχετικά με τα μέσα του σαμποτάζ και των μεμονωμένων εκτελέσεων- αναφέρονται από τη σκοπιά  αποκλειστικά των όρων της  πρακτικής ωφελιμότητας για την διεξαγωγή του πολέμου, ότι αφορούν ακριβώς τη διεξαγωγή του πολέμου, του πραγματικού πολέμου, όπως τον γνωρίζουμε σαν τη σύγκρουση ενός στρατού με έναν άλλο στρατό με σκοπό την επικράτηση του ενός εναντίον του άλλου;  Πόσο μάλλον λοιπόν η απόρριψη της συγκεκριμένης τακτικής, αν μιλάμε για συνθήκες όπου δεν διεξάγεται ένοπλη πάλη, για συνθήκες επίσης όπου «διατηρείται τουλάχιστον το προσωπείο της συνταγματικής νομιμότητας», απέναντι στο οποίο «προσωπείο»–να προσθέσω- η ατομική τρομοκρατία δεν λειτουργεί σαν «ξεμασκάρεμα» όπως διατείνεται, αλλά, για όποιον έχει στοιχειώδη λογική, σαν ιδεολογικά νομιμοποιητικό   πρόσχημα απαλλαγής της εξουσίας από αυτό το «συνταγματικό προσωπείο» που κάποτε τη στενεύει.

«…Στο θέμα της τρομοκρατίας οι απόψεις διίστανται. Πολλοί θεωρούν πως η χρήση της, που προκαλεί την αστυνομική βία και καταστολή, δυσχεραίνει όλες τις περισσότερο ή λιγότερο νόμιμες ή ημιπαράνομες επαφές με τις μάζες και κάνει αδύνατη την ενοποίηση για δράση, που θα είναι αναγκαία κάποια κρίσιμη στιγμή στο μέλλον. Αυτό είναι σωστό.. αυτό όμως που επίσης συμβαίνει είναι πως σε έναν εμφύλιο πόλεμο η καταπίεση της κυβερνητικής εξουσίας σε κάποιες πόλεις είναι ήδη τόσο μεγάλη, στην πραγματικότητα κάθε μορφή νόμιμης δράσης ήδη καταστέλλεται, έτσι ώστε κάθε ενέργεια των μαζών που δεν υποστηρίζεται από τα όπλα είναι αδύνατη. Επομένως επιβάλλεται να είμαστε επιφυλακτικοί όταν υιοθετούμε τέτοιου τύπου μεθόδους και να λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη τις συνέπειες που ίσως έχουν για την επανάσταση» (σελ. 31-32)

Σημ. δική μου: Επιφυλακτικοί, λοιπόν, ακόμα και σε αυτές τις συνθήκες! τις συνθήκες του εμφυλίου πολέμου! Μπορεί να γίνει  λόγος έστω και για «επιφυλακτικότητα» σε συνθήκες όπου «κάθε ενέργεια των μαζών» μπορεί να πραγματοποιηθεί με «μορφή  νόμιμης δράσης» ή χωρίς «να υποστηρίζεται από τα όπλα»;

 

«Το σαμποτάζ  (σημ. δική μου: Θα το επαναλάβω και θα το υπογραμμίσω για να προλάβω την αυθόρμητη χαλάρωση της μνήμης! Ο λόγος αφορά  συνθήκες εμφύλιου πολέμου, κι όχι «ότι να ’ναι») θα πρέπει να διευθύνεται από την πολιτική οργάνωση του εξωτερικού τομέα σε συντονισμό με την κεντρική διοίκηση. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και έπειτα από προσεκτική ανάλυση θα προβαίνουμε σε βίαιες επιθέσεις εναντίον συγκεκριμένων ατόμων. Γενικά, θεωρούμε πως αυτού του είδους οι ενέργειας δεν είναι επιθυμητές εκτός κι αν ο στόχος μας είναι να εξοντώσουμε κάποιο άτομο, διαβόητο για τις εγκληματικές του πράξεις και τη βιαιότητα των κατασταλτικών του μεθόδων εναντίον των κατοίκων. Από την εμπειρία του αγώνα μας στην Κούβα αποδεικνύεται πως θα μπορούσαμε να σώσουμε τη ζωή αρκετών εξαίρετων συντρόφων, που θυσιάστηκαν εκτελώντας αποστολές ελάσσονος σημασίας. Αρκετές φορές οι αποστολές αυτές έληγαν με τους συντρόφους μας νεκρούς από τις εχθρικές σφαίρες της αντεκδίκησης και η απώλειά τους σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να συγκριθεί με την αξία του αποτελέσματος. Οι βίαιες επιθέσεις και η τρομοκρατία που ασκούνται αδιακρίτως (τυφλή τρομοκρατία)  δεν θα πρέπει να συγκαταλέγονται στις μεθόδους μας. Είναι προτιμότερο οι προσπάθειές μας να έχουν ως στόχο την εντύπωση των επαναστατικών ιδεών στα πλατιά λαϊκά στρώματα, έτσι ώστε την κρίσιμη στιγμή να κινητοποιηθούν και με τη βοήθεια του επαναστατικού στρατού να βοηθήσουν την πλάστιγγα να γείρει προς την πλευρά της επανάστασης.

Γι’ αυτό θα χρειαστούμε τη βοήθεια των εργατικών συνδικάτων, των επαγγελματιών και των χωρικών, που φυτεύουν το σπόρο της επανάστασης στο λαό , που δίνουν εξηγήσεις, που προμηθεύουν τις μάζες με εκδόσεις για να διαβάσουν, για να διδάξουν την αλήθεια. Ένα από τα χαρακτηριστικά της επαναστατικής προπαγάνδας είναι η αλήθεια. Έτσι σιγά-σιγά  θα κερδίσουμε τις μάζες και τους καλύτερους θα τους ενσωματώσουμε στον επαναστατικό στρατό ή θα τους αναθέσουμε άλλα καθήκοντα που προϋποθέτουν τη μέγιστη υπευθυνότητα» (σελ. 101-102).  

 

«Το σαμποτάζ είναι ένα από τα ανεκτίμητα όπλα ενός λαού που κάνει αντάρτικο. (σημ. δική μου:. πράγμα που φυσικά καθόλου δε σημαίνει ότι «ένας λαός που κάνει σαμποτάζ, κάνει επομένως αντάρτικο». «Ανεκτίμητο όπλο ενός λαού που κάνει αντάρτικο». Δεν συνιστά όμως αντάρτικο από μόνη της η χρησιμοποίηση του οποιουδήποτε όπλου, ούτε βέβαια και του σαμποτάζ).  Η οργάνωσή του εξαρτάται από το πολιτικό ή το παράνομο κομμάτι του αντάρτικου, μιας και, όπως είναι φυσικό, το σαμποτάζ θα πρέπει να πραγματοποιείται αποκλειστικά εκτός των περιοχών που κατέχει ο επαναστατικός στρατός.. όμως αυτή η μυστική οργάνωση θα πρέπει να διοικείται και να καθοδηγείται απευθείας από το γενικό επιτελείο του αντάρτικου, το οποίο θα έχει την ευθύνη τυχόν αποφάσεων που αφορούν βιομηχανίες, επικοινωνίες ή άλλους στόχους στους οποίους πρόκειται να γίνει επίθεση.

(σημ. δική μου: Είναι άραγε στον καθένα ορατή η αναλογία: Στις συνθήκες του εμφυλίου πολέμου το σαμποτάζ, για να είναι αποτελεσματικό πρέπει «να καθοδηγείται απευθείας από το γενικό επιτελείο του αντάρτικου». Σε συνθήκες όπου «οι δυνατότητες για ειρηνικό αγώνα δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί», πόσο επιζήμια είναι έτσι κι αλλιώς η τακτική του σαμποτάζ, και πόσο επιζήμια και αναποτελεσματική –ή, για την ακρίβεια, αποτελεσματική για τους αντιλαϊκούς σχεδιασμούς- είναι η τακτική του «σαμποτάζ» εκ των πραγμάτων βέβαια έξω από κάθε διαδικασία ανάπτυξης του πραγματικού λαϊκού κινήματος, σε διάσταση και σε αντίθεση προς κάθε όρο διεξαγωγής της πραγματικής πάλης του;)

Το σαμποτάζ δεν έχει καμία σχέση με την τρομοκρατία.. η τρομοκρατία και οι δολοφονικές επιθέσεις εναντίον μεμονωμένων προσώπων αφορούν εντελώς διαφορετικές τακτικές. Ειλικρινά [ειλικρινά! κι όχι για «στάχτη στα μάτια» του αντίπαλου, ούτε σε ένδειξη ευθυγράμμισης με την «σοβιετική ορθοδοξία»!], πιστεύουμε πως η τρομοκρατία έχει αρνητικές επιπτώσεις, πως σε καμία περίπτωση δεν φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα, πως μπορεί να στρέψει ένα λαό ενάντια σε έναν επαναστατικό κίνημα [ανήκουστο ε;] και πως το κόστος σε ζωές είναι συχνά δυσανάλογο με το αποτέλεσμα […]» (σελ. 109-110).

***

Αφού λοιπόν είδαμε τη γνώμη του Τσε για την τακτική της τρομοκρατίας σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου, και επομένως πόσο μάλλον για τη συστηματική της «μονοκαλλιέργεια», και πόσο μάλλον σε συνθήκες όπου δεν υφίστανται καν συνθήκες πραγματικού πολέμου, ας σταθούμε τώρα και στην αντίληψη του Λένιν για την παράνομη οργάνωση και την παράνομη δουλειά. Πρόκειται άραγε για κάποιον πολιτικού τύπου ψυχαναγκασμό; Κάποια εμμονή στο «απαγορευμένο»; «Χρησιμοποίηση» της αστικής νομιμότητας είναι να ανακαλύπτουμε τι απαγορεύεται σε αυτή και να φτιάχνουμε μια ειδική οργάνωση για την πραγματοποίησή του ανεξάρτητα από τις ανάγκες της πάλης; Είναι άραγε αυτό «αποκαλυπτικό» για την ιδιαίτερη φύση της αστικής νομιμότητας και δημοκρατίας; Ή μήπως η παράνομη οργάνωση κι η παράνομη δουλειά σχετίζονται πρώτιστα με τις δυνατότητες δράσης, προπαγάνδας, ζύμωσης και διάδοσης των ιδεών, τις κατακτημένες μέσα στην αστικοδημοκρατική νομιμότητα, οι οποίες καταργούνται όταν η ίδια περιστέλλεται απειλούμενη (σαν αστική) από τον ίδιο της τον εαυτό;   Μήπως δηλαδή η παράνομη δουλειά και η παράνομη οργάνωση σχετίζονται πρώτιστα με αυτό που είδαμε παραπάνω να διατυπώνει ο Τσε: «Οι προσπάθειές μας να έχουν ως στόχο την εντύπωση των επαναστατικών ιδεών στα πλατιά λαϊκά στρώματα. Γι’ αυτό θα χρειαστούμε τη βοήθεια των εργατικών συνδικάτων, των επαγγελματιών και των χωρικών, που φυτεύουν το σπόρο της επανάστασης στο λαό , που δίνουν εξηγήσεις, που προμηθεύουν τις μάζες με εκδόσεις για να διαβάσουν, για να διδάξουν την αλήθεια».

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν προέρχονται από τη συλλογή «Β.Ι.ΛΕΝΙΝ Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση» (εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή). Όπως κατ’ αναλογία τα παραπάνω αποσπάσματα του Γκεβάρα για την τακτική της τρομοκρατίας αφορούν συνθήκες εμφύλιου πόλεμου, ώστε να μην χωρούν παρερμηνείες σε σχέση με τις λεγόμενες ειρηνικές περιόδους, αντίστοιχα τα  κείμενα του Λένιν, και τα αποσπάσματα για την παράνομη επαναστατική οργάνωση, για την παράνομη επαναστατική δραστηριότητα, αφορούν τις συνθήκες όπου γράφτηκαν: Συνθήκες όπου ήδη έχει ξεσπάσει ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος ( Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος), συνθήκες προεπαναστατικές και συνθήκες επαναστατικής κατάστασης στη  Ρωσία και γενικά την Ευρώπη. Δύσκολο λοιπόν, κι εδώ, να υπάρξουν παρερμηνείες για το περιεχόμενο το είδος και το ρόλο της επαναστατικής οργάνωσης και δραστηριότητας σε «ειρηνική» περίοδο…

*

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ Η ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ (Οκτώβρης 1914)

«…Το Κόμμα μας, το Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Ρωσίας, πρόσφερε και θα προσφέρει ακόμα τεράστιες θυσίες εξαιτίας του πολέμου. Όλος ο νόμιμος εργατικός Τύπος μας αφανίστηκε. Τα περισσότερα συνδικάτα κλείστηκαν, πλήθος σύντροφοί μας έχουν πιαστεί και εκτοπιστεί. Μα η κοινοβουλευτική μας αντιπροσωπία -η Ρωσική Σοσιαλδημοκρατική Εργατική Ομάδα- θεώρησε επιτακτικό σοσιαλιστικό της χρέος να μην ψηφίσει τις πολεμικές πιστώσεις και, μάλιστα, να αποχωρήσει από την αίθουσα των συνεδριάσεων της Δούμας για να εκφράσει έτσι ακόμα πιο έντονα τη διαμαρτυρία της, θεώρησε χρέος της να στιγματίσει την πολιτική των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ως ιμπεριαλιστική. Και, παρά τη δεκαπλασιασμένη καταπίεση που ασκεί η τσαρική κυβέρνηση, οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες της Ρωσίας εκδίδουν κιόλας τις πρώτες παράνομες προκηρύξεις ενάντια στον πόλεμο, εκπληρώνοντας το χρέος τους απέναντι τη Δημοκρατία και στη Διεθνή».  (σελ. 22)

«…Οι οπορτουνιστές από καιρό προετοίμαζαν αυτήν τη χρεοκοπία με το να αρνούνται τη σοσιαλιστική επανάσταση και να την υποκαθιστούν με τον αστικό ρεφορμισμό.. με το να αρνούνται την ταξική πάλη και την αναγκαία μετατροπή της, σε ορισμένες στιγμές, σε εμφύλιο πόλεμο και διακηρύσσοντας τη συνεργασία των τάξεων.. με το να κηρύσσουν τον αστικό σοβινισμό, που τον ονομάζουν πατριωτισμό και υπεράσπιση της πατρίδας, και αγνοώντας, ή αρνούμενοι, τη βασική αλήθεια του σοσιαλισμού, που έχει διατυπωθεί στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ότι οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα.. με το να περιορίζουν τον αγώνα ενάντια στο μιλιταρισμό σε μια συναισθηματική-μικροαστική άποψη, αντί να αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα του επαναστατικού πολέμου των προλετάριων όλων των χωρών ενάντια στην αστική τάξη όλων των χωρών.. με το να μετατρέπουν την απαραίτητη χρησιμοποίηση του αστικού κοινοβουλευτισμού και της αστικής νομιμότητας σε φετίχ αυτής της νομιμότητας και ξεχνώντας ότι σε εποχή κρίσεων είναι υποχρεωτικές οι παράνομες μορφές οργάνωσης και ζύμωσης». (σελ. 24)

«…Το γεγονός ότι η αστική τάξη χρησιμοποιεί τους νόμους της πολεμικής περιόδου για να κλείσει ολότελα το στόμα του προλεταριάτου βάζει στο προλεταριάτο το επιτακτικό καθήκον να δημιουργήσει παράνομες μορφές ζύμωσης και οργάνωσης. Ας «περιφρουρούν» οι οπορτουνιστές τις νόμιμες οργανώσεις με αντάλλαγμα την προδοσία των πεποιθήσεών τους -οι επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες θα χρησιμοποιήσουν την οργανωτική πείρα και τους δεσμούς της εργατικής τάξης για να δημιουργήσουν τις παράνομες μορφές πάλης για το σοσιαλισμό που ανταποκρίνονται σε εποχή κρίσης και να ενώσουν τους εργάτες όχι με τη σοβινιστική αστική τάξη της χώρας τους μα με τους εργάτες όλων των χωρών…» (σελ. 26)

ΠΡΟΣ ΤΟΝ Α. ΓΚ. ΣΛΙΑΠΝΙΚΟΦ (17-10-1914)

«…Δεν είναι σωστό το σύνθημα της «ειρήνης» -σύνθημα πρέπει να είναι η μετατροπή του εθνικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο. (Η μετατροπή αυτή μπορεί να κρατήσει πολύ, μπορεί να απαιτήσει, και θα απαιτήσει, μια σειρά από προκαταρκτικούς όρους, ωστόσο όλη η δουλειά πρέπει να γίνει ακριβώς πάνω στη γραμμή μιας τέτοιας μετατροπής, πάνω στο πνεύμα και την κατεύθυνση αυτής της μετατροπής). Όχι σαμποτάζ του πολέμου, όχι μεμονωμένες, ατομικές εκδηλώσεις στο πνεύμα αυτό αλλά μαζική προπαγάνδα (και όχι μόνο ανάμεσα στους «πολίτες») που οδηγεί στη μετατροπή του πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο». (σελ. 30)

«…Η Κομμούνα ήταν η μετατροπή ενός πολέμου μεταξύ των λαών σε εμφύλιο πόλεμο.

Μια τέτοια μετατροπή δεν είναι βέβαια εύκολη και δεν μπορεί να γίνει «σύμφωνα με τη θέληση» του ενός ή του άλλου κόμματος. Μα ακριβώς αυτή η μετατροπή βρίσκεται μέσα στις αντικειμενικές συνθήκες του καπιταλισμού γενικά, της εποχής του τέλους του καπιταλισμού ειδικά. Και προς αυτή την κατεύθυνση, μόνο προς αυτή την κατεύθυνση, πρέπει να διεξάγουν τη δουλειά τους οι σοσιαλιστές. Να μην ψηφίζουν τις πολεμικές πιστώσεις, να μην ενθαρρύνουν το σοβινισμό της χώρας «τους» (και των σύμμαχων χωρών), να καταπολεμήσουν πρώτα απ’ όλα το σοβινισμό της «δικής τους» αστικής τάξης, να μην περιορίζονται στις νόμιμες μορφές πάλης όταν αρχίζει η κρίση και η αστική τάξη αφαιρεί η ίδια τη νομιμότητα που δημιούργησε -να ποια είναι η γραμμή δουλειάς που οδηγεί στον εμφύλιο πόλεμο και θα οδηγήσει σ’ αυτόν σε τούτη ή σ’ εκείνη τη στιγμή της πανευρωπαϊκής πυρκαγιάς». (σελ. 40)

ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΤΤΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΣΟΥ ΣΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ (Ιούλιος 1915)

«…Όταν οι Ιταλοί σοσιαλδημοκράτες έβαλαν στις παραμονές του πολέμου ζήτημα μαζικής απεργίας, η αστική τάξη τους απάντησε -απόλυτα σωστά από την άποψή της: Αυτό σημαίνει εσχάτη προδοσία και θα σας μεταχειριστούμε όπως μεταχειρίζονται τους προδότες. Αυτό είναι αλήθεια, όπως είναι αλήθεια και το ότι η συναδέλφωση στα χαρακώματα είναι εσχάτη προδοσία. Όποιος γράφει κατά «της εσχάτης προδοσίας», όπως ο Μπουκβογέντ, κατά της «διάλυσης» της Ρωσίας, όπως ο Σμεκόβσκι, αυτός υποστηρίζει την αστική και όχι την προλεταριακή άποψη. Ο προλετάριος δεν μπορεί ούτε να καταφέρει ταξικό χτύπημα στην κυβέρνησή του, ούτε να δώσει (στην πράξη) το χέρι στον αδελφό του, τον «ξένο» προλετάριο, τον προλετάριο της χώρας που βρίσκεται σε πόλεμο μαζί «μας», χωρίς να διαπράττει «εσχάτη προδοσία», χωρίς να συμβάλλει στην ήττα, χωρίς να βοηθάει στη διάλυση της «δικής του» ιμπεριαλιστικής «μεγάλης» Δύναμης». (σελ. 88)

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ (Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΔΕΚΡ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ) (Ιούλιος – Αύγουστος 1915)

«…Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, χωρίς να παραιτηθούν σε καμιά περίπτωση και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες από τη χρησιμοποίηση κάθε νόμιμης δυνατότητας, και της πιο μικρής, για την οργάνωση των μαζών και από το κήρυγμα του σοσιαλισμού, πρέπει να ξεκόψουν από το δουλοπρεπή σεβασμό της νομιμότητας. «Πυροβολείστε πρώτοι, κύριοι αστοί», έγραφε ο Ένγκελς, κάνοντας υπαινιγμό ακριβώς για τον εμφύλιο πόλεμο και την ανάγκη παραβίασης της νομιμότητας από μέρους μας, ύστερα από την παραβίασή της από την αστική τάξη. Η κρίση έδειξε ότι η αστική τάξη την παραβιάζει σε όλες, ακόμη και στις πιο ελεύθερες, χώρες και ότι δεν είναι δυνατό να οδηγηθούν οι μάζες στην επανάσταση χωρίς να δημιουργηθεί παράνομη οργάνωση με σκοπό το κήρυγμα, τη συζήτηση, την εκτίμηση και την προετοιμασία των επαναστατικών μέσων πάλης. Στη Γερμανία, λόγου χάρη, ότι τίμιο κάνουν οι σοσιαλιστές το κάνουν ενάντια στον πρόστυχο οπορτουνισμό και τον υποκριτικό «καουτσκισμό» και το κάνουν ίσα-ίσα παράνομα. Στην Αγγλία στέλνουν στα κάτεργα όσους καλούν με γραπτές εκκλήσεις να μην καταταχτεί κανείς στο στρατό.

Το να πιστεύει κανείς ότι η άρνηση των παράνομων μεθόδων προπαγάνδας, καθώς και η γελοιοποίησή τους στο νόμιμο Τύπο, μπορεί να συμβιβαστεί με την ιδιότητα του μέλους του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος ισοδυναμεί με προδοσία του σοσιαλισμού…» (σελ. 125)

«Από την αρχή του πολέμου η τσαρική κυβέρνηση συνέλαβε και εξόρισε χιλιάδες και χιλιάδες πρωτοπόρους εργάτες, μέλη του παράνομού μας ΣΔΕΚΡ. Το γεγονός αυτό μαζί με την επιβολή του στρατιωτικού νόμου στη χώρα μας, το κλείσιμο των εφημερίδων μας κτλ. φρενάρισε το κίνημα. Παρόλα αυτά, όμως, η παράνομη επαναστατική δουλειά του Κόμματός μας συνεχίζεται. Στην Πετρούπολη η Επιτροπή του Κόμματός μας βγάζει την παράνομη εφημερίδα Προλετάρσκι Γκόλος.

Τα άρθρα του κεντρικού οργάνου Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ, που εκδίδεται στο εξωτερικό, ανατυπώνονται στην Πετρούπολη και στέλνονται στις επαρχίες. Βγαίνουν παράνομες προκηρύξεις που μοιράζονται στους στρατώνες. Έξω από τις πόλεις, σε διάφορα μυστικά μέρη, γίνονται παράνομες συνελεύσεις των εργατών. Τον τελευταίο καρό άρχισαν στην Πετρούπολη μεγάλες απεργίες των εργατών μεταλλουργίας. Με αφορμή αυτές τις απεργίες η Επιτροπή μας της Πετρούπολης έβγαλε αρκετές προκηρύξεις  προς τους εργάτες«. (σελ. 133)

«Στην αρχή του πολέμου η διάσπαση ήταν εξαιρετικά έκδηλη. Η ομάδα Τσχεϊτζε περιορίστηκε στο κοινοβουλευτικό πεδίο. Δεν ψήφισε τις πιστώσεις γιατί θα προκαλούσε εναντίον  της θύελλα αγανάκτησης από την πλευρά των εργατών. (Είδαμε ότι στη Ρωσία ακόμη και οι μικροαστοί τρουντοβίκοι δεν ψήφισαν τις πιστώσεις). Ωστόσο η ομάδα αυτή, ταυτόχρονα, δε διαμαρτυρήθηκε ενάντια στο σοσιαλσοβινισμό.

Διαφορετική ήταν η στάση της ΡΣΔΕ κοινοβουλευτικής ομάδας, που έκφραζε την πολιτική γραμμή του Κόμματός μας. Τη διαμαρτυρία της ενάντια στον πόλεμο την έφερε στα κατάβαθα της εργατικής τάξης και το κήρυγμά της κατά του ιμπεριαλισμού έφτασε ως τις πλατιές μάζες των Ρώσων προλετάριων.

Και η δράση της βρήκε πολύ ευνοϊκή απήχηση στις γραμμές των εργατών, πράγμα που τρόμαξε την κυβέρνηση και την ανάγκασε, με φανερή παράβαση των ίδιων της των νόμων, να συλλάβει και να καταδικάσει τους συντρόφους μας βουλευτές σε ισόβια εξορία στη Σιβηρία. Και στην πρώτη επίσημη ανακοίνωση για τη σύλληψη των συντρόφων μας η τσαρική κυβέρνηση έγραφε:

«Τελείως διαφορετική θέση πήραν σ’ αυτό το ζήτημα ορισμένα μέλη των σοσιαλδημοκρατικών ομίλων, που έβαλαν για σκοπό τους να κλονίσουν με τη δράση τους τη στρατιωτική ισχύ της Ρωσίας, χρησιμοποιώντας την αντιπολεμική ζύμωση, τις παράνομες προκηρύξεις και την προφορική προπαγάνδα.«» (σελ. 136)

«Ο σύντροφος Μουράνοφ, βουλευτής των εργατών του κυβερνείου του Χάρκοβο, είπε στη δική:

«Επειδή καταλάβαινα ότι ο λαός δε μ’ έστειλε στην κρατική Δούμα για να κάθομαι στη βουλευτική έδρα, ταξίδευα για να γνωρίσω επιτόπου τις διαθέσεις της εργατικής τάξης.» Ο Μουράνοφ δήλωσε επίσης στο δικαστήριο ότι είχε αναλάβει τη δουλειά του παράνομου διαφωτιστή του Κόμματός μας, ότι οργάνωσε στα Ουράλια επιτροπή εργατών στο εργοστάσιο «Βερχνιέισετσκι» και σε άλλα μέρη. Η δίκη έδειξε ότι τα μέλη της ΡΣΔΕ κοινοβουλευτικής ομάδας, γύρισαν για προπαγανδιστικούς σκοπούς σχεδόν όλη τη Ρωσία , ότι ο Μουράνοφ, ο Πετρόβσκι, ο Μπαντάγεφ κτλ. οργάνωσαν πολλές συγκεντρώσεις εργατών όπου πάρθηκαν αποφάσεις κατά του πολέμου κτλ. (…)

(…) Υπάρχει κοινοβουλευτισμός και κοινοβουλευτισμός. Ορισμένοι χρησιμοποιούν τον κοινοβουλευτικό στίβο για να υπηρετήσουν τις κυβερνήσεις τους ή, στην καλύτερη περίπτωση, για να νίψουν τας χείρας τους, όπως κάνει η ομάδα Τσχεϊτζε. Άλλοι χρησιμοποιούν τον κοινοβουλευτισμό για να μείνουν επαναστάτες ως το τέλος, για να εκπληρώσουν το χρέος τους, χρέος σοσιαλιστών και διεθνιστών και στις πιο δύσκολες ακόμη περιστάσεις. Ορισμένους η κοινοβουλευτική δράση τους οδηγεί στη φυλακή, στην εξορία, στα κάτεργα. Οι πρώτοι υπηρετούν την αστική τάξη, οι δεύτεροι το προλεταριάτο. Οι πρώτοι είναι σοσιαλιμπεριαλιστές. Οι δεύτεροι είναι επαναστάτες μαρξιστές». (σελ. 137)

«…Με μεγαλύτερη ακόμη χαρά πληροφορηθήκαμε ότι στη Γερμανία κυκλοφορούν παράνομες επαναστατικές προκηρύξεις, όπως, λόγου χάρη, η προκήρυξη: «Ο κύριος εχθρός βρίσκεται μέσα στη δική μας τη χώρα.» Αυτό μαρτυράει ότι ανάμεσα στους Γερμανούς εργάτες είναι ζωντανό το πνεύμα του σοσιαλισμού, ότι στη Γερμανία υπάρχουν ακόμη άνθρωποι ικανοί να περιφρουρήσουν τον επαναστατικό μαρξισμό…» (σελ. 141)

Η ΣΥΓΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΣΟΒΙΝΙΣΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΜΕ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ (21 Δεκέμβρη 1915)

«…με την ευκαιρία θα σημειώσουμε ότι η λογοκρισία παραμόρφωσε σχεδόν ολότελα το φύλ. αρ. 2 της Ραμπότσεγε Ούτρο. Οι λευκές στήλες είναι σχεδόν περισσότερες απ’ όσες έμειναν ανέπαφες, από τα άρθρα όμως δεν πειράχτηκαν ακριβώς τα δυο άρθρα, μόνο τα δυο άρθρα -«Δυο θέσεις» και μια επιφυλλίδα που διαστρεβλώνει με φιλελεύθερο τρόπο την ιστορία του 1905- που βρίζουν τους μπολσεβίκους για «αναρχισμό» και «μποϋκοταρισμό». Η τσαρική κυβέρνηση έχει συμφέρον να γράφονται τέτοια πράγματα και να δημοσιεύονται. Δεν είναι τυχαίο ότι παρόμοια άρθρα απολαμβάνουν το μονοπώλιο της νομιμότητας παντού, από τη δεσποτική Ρωσία ως τη δημοκρατική Γαλλία! …» (σελ. 171)

«Για να ασκήσουν επιρροή στους εργάτες οι αστοί είναι υποχρεωμένοι να μεταμφιέζονται σε σοσιαλιστές, σε σοσιαλδημοκράτες, σε διεθνιστές κτλ. διαφορετικά δεν μπορούν ν’ ασκήσουν επιρροή. Και η Ραμπότσεγε Ούτρο μεταμφιέζεται, βάφεται, βάζει κοκκινάδι, καλλωπίζεται, κάνει γλυκά μάτια χωρίς να σταματάει μπροστά σε τίποτε! Είμαστε έτοιμοι να προσυπογράψουμε κι εκατό φορές και τη διακήρυξη του Τσίμερβαλντ (μπάτσος για εκείνους τους τσιμερβαλντιστές που υπέγραψαν τη Διακήρυξη χωρίς να αγωνίζονται κατά της δειλίας της και χωρίς να διατυπώνουν επιφυλάξεις!) και οποιαδήποτε απόφαση για την ιμπεριαλιστική ουσία του πολέμου και να δώσουμε οποιοδήποτε όρκο για το «διεθνισμό» και την «επαναστατικότητά» μας  («απελευθέρωση της χώρας» στο λογοκρινόμενο Τύπο – επανάσταση στον παράνομο) -φτάνει μόνο να μη μας εμποδίζουν να καλούμε τους εργάτες να πάρουν μέρος στις Επιτροπές Πολεμικής Βιομηχανίας, δηλαδή στην πραγματική συμμετοχή σ’ ένα ληστρικό, αντιδραστικό («αμυντικό») πόλεμο.

Μόνο αυτό έχει σημασία, όλα τ’ άλλα είναι λόγια. Μόνο εδώ βρίσκεται η ουσία, όλα τ’ άλλα είναι φράσεις. Μόνο  αυτό χρειάζεται στην αστυνομία, στην τσαρική μοναρχία, στον Χβοστόφ και στην αστική τάξη». (σελ. 172)

ΓΙΑ ΤΗ ΜΠΡΟΣΟΥΡΑ ΤΟΥ ΓΙΟΥΝΙΟΥΣ (Ιούλιος 1916)

«Επιτέλους στη Γερμανία βγήκε παράνομα, χωρίς προσαρμογή στην πρόστυχη λογοκρισία των γιούνκερ, μια σοσιαλδημοκρατική μπροσούρα αφιερωμένη στα ζητήματα του πολέμου! …» (σελ. 185)

«…Είναι ολοφάνερο ότι είναι απλούστατα γελοίο να μιλάει κανείς για συμμετοχή στη «νέα» Διεθνή του παλιού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας ή ενός κόμματος που συμβιβάζεται με τους Λεγκίν, Ντάβιντ και Σια.

Δεν ξέρουμε πώς εξηγείται αυτό το βήμα προς τα πίσω της ομάδας «Η Διεθνής». Η μεγαλύτερη έλλειψη όλου του επαναστατικού μαρξισμού της Γερμανίας είναι ότι δεν έχει σφιχτοδεμένη παράνομη οργάνωση, που να εφαρμόζει συστηματικά τη γραμμή της και να διαπαιδαγωγεί τις μάζες με το πνεύμα των νέων καθηκόντων: Μια τέτοια οργάνωση θα έπρεπε να παίρνει καθορισμένη θέση απέναντι στον οπορτουνισμό και απέναντι στον καουτσκισμό. Αυτό είναι πολύ πιο απαραίτητο, μια και οι Γερμανοί επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες έχασαν τώρα τις δυο τελευταίες καθημερινές εφημερίδες τους […] που και ο δυο πέρασαν με το μέρος των καουτσκιστών…» (σελ. 188)

«…Είναι πιθανό ότι παρόμοιοι συλλογισμοί καθόρισαν συνειδητά ή μισοασυνείδητα την τακτική του Γιούνιους. Ούτε λόγος ότι είναι λαθεμένοι. Στην μπροσούρα του Γιούνιους νιώθει κανείς έναν  απομονωμένο άνθρωπο που δεν έχει συντρόφους της παράνομης οργάνωσης, που είναι συνηθισμένη να μελετάει ως το τέλος τα επαναστατικά συνθήματα και να διαπαιδαγωγεί συστηματικά τη μάζα στο πνεύμα τους. Αυτή όμως η έλλειψη -θα ήταν μεγάλο λάθος να το ξεχνάμε- δεν είναι προσωπική έλλειψη του Γιούνιους αλλά αποτέλεσμα της αδυναμίας όλων των Γερμανών αριστερών, που έχουν μπλεχτεί απ’ όλες τις πλευρές στο ποταπό δίχτυ της καουτσκικής υποκρισίας, του σχολαστικισμού και των «φιλικών σχέσεων» με τους οπορτουνιστές. Οι οπαδοί του Γιούνιους μπόρεσαν, παρόλη την απομόνωσή τους, ν’ αρχίσουν την έκδοση παράνομων προκηρύξεων και τον πόλεμο ενάντια στον καουτσκισμό. Θα μπορέσουν να τραβήξουν και πιο μακριά στο σωστό δρόμο». (σελ. 206)

«Ο απροκάλυπτος οπορτουνισμός δρα ανοιχτά και άμεσα, ενάντια στην επανάσταση και ενάντια στα επαναστατικά κινήματα και τα ξεσπάσματα, που αρχίζουν σε άμεση συμμαχία με τις κυβερνήσεις, όσο διαφορετικές κι αν είναι οι μορφές αυτής της συμμαχίας, αρχίζοντας από τη συμμετοχή στις κυβερνήσεις και τελειώνοντας με τη συμμετοχή στις Επιτροπές Πολεμικής Βιομηχανίας (στη Ρωσία). Οι σκεπασμένοι οπορτουνιστές, οι καουτσκιστές, είναι πολύ πιο επιζήμιοι και επικίνδυνοι για το εργατικό κίνημα, επειδή κρύβουν την υπεράσπιση της συμμαχίας τους με τους πρώτους με καλόηχες ψευτο-«μαρξιστικές» λέξεις και πασιφιστικά συνθήματα. Η πάλη ενάντια στις δυο αυτές μορφές του οπορτουνισμού, που τώρα επικρατεί, πρέπει να διεξάγεται σε όλα τα πεδία δράσης της προλεταριακής πολιτικής: Κοινοβουλευτισμός, επαγγελματικά συνδικάτα, απεργίες, στρατιωτική τέχνη κτλ. Η κυριότερη όμως ιδιομορφία, που διακρίνει και τις δυο αυτές μορφές του κυρίαρχου οπορτουνισμού, είναι ότι αποσιωπούν, σκεπάζουν ή πραγματεύονται το συγκεκριμένο ζήτημα, της σχέσης του τωρινού πολέμου με την επανάσταση και τα άλλα συγκεκριμένα ζητήματα της επανάστασης, προσέχοντας μην παραβούν τις αστυνομικές απαγορεύσεις». (σελ. 220)

ΘΕΜΕΛΙΑΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (Δεκέμβρης 1916)

«Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμιά απολύτως σαφήνεια -χωρίς να μιλάμε πια για ενότητα γνωμών- σχετικά με το γεγονός ότι η διακήρυξη αρνητικής στάσης απέναντι στην υπεράσπιση της πατρίδας είναι ήδη αυτή καθεαυτή  ένα πράγμα που προβάλλει ασυνήθιστα μεγάλες απαιτήσεις  στην επαναστατική συνείδηση, καθώς επίσης και στην ικανότητα για επαναστατική δράση του κόμματος που το διακηρύσσει αυτό -με τον όρο, βέβαια, ότι η διακήρυξη αυτή δεν καταλήγει σε μια κούφια φράση. Αν όμως διακηρύσσουμε απλώς την άρνηση της άμυνας της χώρας χωρίς να έχουμε ξεκάθαρη αντίληψη, δηλαδή χωρίς να κατανοούμε ποιες απαιτήσεις συνεπάγεται αυτό το πράγμα, χωρίς να ξεκαθαρίσουμε στο μυαλό μας ότι όλη η προπαγάνδα, ζύμωση, οργάνωση, κοντολογίς, όλη η δράση του κόμματος πρέπει ν’ αλλάξει ριζικά, «να ανανεωθεί» (για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Καρλ Λίμπκνεχτ) και να προσαρμοστεί στα ανώτερα επαναστατικά καθήκοντα –τότε η δήλωση αυτή μετατρέπεται σε κούφια φράση.

(…)

Το κόμμα «έχει αναγνωρίσει» την επαναστατική μαζική πάλη. Θαυμάσια. Είναι όμως το κόμμα ικανό να εκπληρώσει κάτι παρόμοιο; Ετοιμάζεται γι’ αυτό το πράγμα; Μελετάει αυτά τα ζητήματα, συγκεντρώνει το αντίστοιχο υλικό , δημιουργεί τα αντίστοιχα όργανα και οργανώσεις, συζητάει μέσα στο λαό, μαζί με το λαό τα αντίστοιχα ζητήματα;

Κάθε άλλο! Το κόμμα επίμονα παραμένει ολοκληρωτικά και στο ακέραιο στην παλιά του, αποκλειστικά κοινοβουλευτική, αποκλειστικά τρέιντ-γιουνιονιστική, αποκλειστικά ρεφορμιστική, αποκλειστικά νόμιμη τροχιά». (σελ. 240)

«Θα ήταν εντελώς λαθεμένο να υποθέσει κανείς ότι για να διεξάγουμε, τάχα, άμεσο αγώνα για σοσιαλιστική επανάσταση θα μπορούσαμε ή θα οφείλαμε να εγκαταλείψουμε τον αγώνα για μεταρρυθμίσεις. Σε καμιά περίπτωση. Δεν μπορούμε να ξέρουμε πόσο γρήγορα θα κατορθώσουμε να σημειώσουμε επιτυχία, πόσο γρήγορα οι αντικειμενικές συνθήκες θα επιτρέψουν την έναρξη αυτής της επανάστασης. Πρέπει να υποστηρίζουμε κάθε βελτίωση, κάθε πραγματική βελτίωση και της πολιτικής και της οικονομικής κατάστασης των μαζών. Η διαφορά ανάμεσα σ’ εμάς και τους ρεφορμιστές (δηλαδή τους γκριτλιανούς στην Ελβετία) δε βρίσκεται στο ότι εμείς είμαστε κατά των μεταρρυθμίσεων ενώ αυτοί είναι υπέρ. Κάθε άλλο. Αυτοί περιορίζονται στις μεταρρυθμίσεις και κατρακυλούν γι’ αυτό, σύμφωνα με την εύστοχη έκφραση ενός (σπάνιου!) επαναστάτη συνεργάτη της Schweizerische Mettalarbeiter-Zeitung (αρ. φύλ. 40), στο ρόλο απλών «νοσοκόμων του καπιταλισμού». Εμείς λέμε στους εργάτες: Ψηφίζετε για εκλογές με αναλογική κτλ., μην περιορίζετε όμως τη δράση σας σ’ αυτό αλλά προωθείτε στην πρώτη γραμμή τη συστηματική διάδοση της ιδέας της άμεσης σοσιαλιστικής επανάστασης, ετοιμαστείτε γι’ αυτήν και κάνετε τις αντίστοιχες ριζικές αλλαγές απ’ άκρη σ’ άκρη, σ’ όλη την κομματική δράση». (σελ. 250)

ΠΑΣΙΦΙΣΜΟΣ ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΑΣΙΦΙΣΜΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ (Γενάρης 1917)

«…Το ζήτημα δεν τίθεται έτσι όπως το θέτουν οι πασιφιστές, οι καουτσκιστές: Είτε ρεφορμιστική πολιτική καμπάνια είτε παραίτηση από τις μεταρρυθμίσεις. Αυτό είναι αστική τοποθέτηση του ζητήματος. Στην πραγματικότητα το ζήτημα τίθεται  έτσι: Είτε επαναστατικός αγώνας που παράγωγο προϊόν του είναι, σε περίπτωση όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας του, οι μεταρρυθμίσεις (αυτό το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία των επαναστάσεων σ’ όλο τον κόσμο) είτε τίποτε άλλο εκτός από κουβέντες για μεταρρυθμίσεις και υποσχέσεις μεταρρυθμίσεων.

Ο ρεφορμισμός του Κάουτσκι, του Τουράτι, του Μπουρντερόν, που παρουσιάζεται σήμερα με τη μορφή του πασιφισμού, όχι μόνο αφήνει κατά μέρος το ζήτημα της επανάστασης (αυτό είναι κιόλας προδοσία του σοσιαλισμού), όχι μόνο παραιτείται στην πράξη από κάθε συστηματική και επίμονη επαναστατική δουλειά αλλά και φτάνει στο σημείο να δηλώνει ότι οι διαδηλώσεις στους δρόμους είναι τυχοδιωκτισμός (Κάουτσκι στο Neue Zeit στις 26 Νοέμβρη 1915), φτάνει ως την υπεράσπιση και την πραγματοποίηση της ενότητας με τους ανοιχτούς και αποφασιστικούς αντιπάλους του επαναστατικού αγώνα, τους Ζίντεκουμ, τους Λέγκιν, τους Ρενοντέλ, τους Τομά κτλ. κτλ.» (σελ. 296)

ΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (31 Γενάρη 1917)

«…Είμαστε υπέρ της δημοκρατικής ειρήνης. Κι ακριβώς γι’ αυτό δε θέλουμε να λέμε στο λαό ψέματα όπως λένε ψέματα -ξεκινώντας, φυσικά, από τις πιο αγαθές προθέσεις και με τα πιο αγνά κίνητρα!- ο Τουράτι και ο Κάουτσκι. Εμείς θα λέμε την αλήθεια: Ότι είναι αδύνατο να γίνει δημοκρατική ειρήνη αν το επαναστατικό προλεταριάτο της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ρωσίας δεν ανατρέψει τις αστικές κυβερνήσεις. Εμείς νομίζουμε ότι θα ήταν μέγιστος παραλογισμός αν οι επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες άρχιζαν να παραιτούνται από την πάλη για μεταρρυθμίσεις γενικά, μαζί και για «κρατική οικοδόμηση». Ακριβώς όμως τώρα η Ευρώπη ζει μια τέτοια στιγμή που πρέπει πιο πολύ απ’ ό,τι συνήθως να θυμόμαστε την αλήθεια ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι παράγωγο προϊόν της επαναστατικής ταξικής πάλης. Γιατί στην ημερήσια διάταξη -όχι από θέληση δική μας, όχι εξαιτίας των σχεδίων κάποιου αλλά εξαιτίας της αντικειμενικής πορείας των πραγμάτων- έχει μπει η λύση των μεγάλων ιστορικών ζητημάτων με την άμεση βία των μαζών που δημιουργεί καινούργια βάθρα και όχι με συναλλαγές πάνω στη βάση του παλιού που έχει σαπίσει και πεθαίνει.

Ακριβώς τώρα που η ιθύνουσα αστική τάξη ετοιμάζεται να αφοπλίσει ειρηνικά εκατομμύρια προλετάριους και να τους μεταφέρει ακίνδυνα -με το προκάλυμμα μιας εύσχημης ιδεολογίας και αφού τους ραντίσει απαραίτητα με το άγιασμα των μελιστάλακτων πασιφιστικών φράσεων!- από τα ακάθαρτα, βρώμικα και δύσοσμα χαρακώματα που ασχολούνται με το μακελειό, στα κάτεργα των καπιταλιστικών εργοστασίων, όπου με την «τίμια δουλειά» τους πρέπει να ξοφλήσουν τις εκατοντάδες εκατομμύρια του δημοσίου χρέους, ακριβώς τώρα αποκτά ακόμη πιο μεγάλη σημασία απ’ ό,τι στην αρχή του πολέμου το σύνθημα που απηύθυνε στους λαούς το Κόμμα μας το φθινόπωρο του 1914: Μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο για το σοσιαλισμό! Ο Καρλ Λίμπκνεχτ, καταδικασμένος σε καταναγκαστικά έργα, προσχώρησε σ’ αυτό το σύνθημα όταν έλεγε από το βήμα του Ράιχσταγκ: Στρέψτε τα όπλα ενάντια στους ταξικούς εχθρούς σας μέσα στη χώρα! Το πόσο ωρίμασε η σημερινή κοινωνία για το πέρασμα στο σοσιαλισμό το απέδειξε ακριβώς ο πόλεμος, τότε που η ένταση των δυνάμεων του λαού επέβαλλε το πέρασμα στη ρύθμιση όλης της οικονομικής ζωής πενήντα και πάνω εκατομμυρίων ανθρώπων από ένα κέντρο. Αν αυτό είναι δυνατό με την καθοδήγηση μιας χούφτας ευγενών γιούνκερ για το συμφέρον μιας χούφτας μεγάλων άσσων του χρηματιστικού κεφαλαίου, τότε σίγουρα αυτό δεν είναι λιγότερο δυνατό με την καθοδήγηση των συνειδητών εργατών προς το συμφέρον των εννιά δεκάτων του πληθυσμού, του ξεθεωμένου από την πείνα και τον πόλεμο.

Οι συνειδητοί εργάτες για να καθοδηγήσουν όμως τις μάζες πρέπει να καταλάβουν όλη τη σαπίλα τέτοιων ηγετών του σοσιαλισμού, όπως οι Τουράτι, Κάουτσκι και Σία. Οι κύριοι αυτοί φαντάζονται τους εαυτούς τους επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες και αγανακτούν πάρα πολύ όταν τους λένε πως η θέση τους είναι στο κόμμα των κ.κ. Μπισολάτι, Σάιντεμαν, Λέγκιν και Σία. Αλλά ο Τουράτι και ο Κάουτσκι δεν καταλαβαίνουν καθόλου ότι μόνο η επανάσταση των μαζών είναι ικανή να λύσει τα μεγάλα προβλήματα που έχουν μπει στην ημερήσια διάταξη, δεν έχουν ούτε σταγόνα πίστης στην επανάσταση, δε δείχνουν ούτε σταγόνα προσοχής και ενδιαφέροντος για το πώς αυτή ωριμάζει στη συνείδηση και στις διαθέσεις των μαζών σε συνδυασμό ακριβώς με τον πόλεμο. Η προσοχή τους είναι απορροφημένη εντελώς από τις μεταρρυθμίσεις, από τις συναλλαγές ανάμεσα στα τμήματα των κυρίαρχων τάξεων, σ’ αυτές απευθύνονται, αυτές «προσπαθούν να πείσουν», σ’ αυτές θέλουν να προσαρμόσουν το εργατικό κίνημα.

Όλο όμως το ζήτημα τώρα ακριβώς είναι να κατευθύνει η συνειδητή πρωτοπορία του προλεταριάτου τις σκέψεις της και να συγκεντρώσει τις δυνάμεις της στην επαναστατική πάλη για την ανατροπή των κυβερνήσεών της. Τέτοιες επαναστάσεις, όπως αυτές που είναι «έτοιμοι» να αναγνωρίσουν και ο Τουράτι και ο Κάουτσκι, δεν υπάρχουν -δηλαδή τέτοιες που να μπορεί κανείς να πει από πριν πότε ακριβώς θα ξεσπάσει η επανάσταση και πόσο ακριβώς μεγάλες είναι οι πιθανότητες της νίκης της. Η επαναστατική κατάσταση στην Ευρώπη είναι γεγονός. Γεγονός είναι και η τεράστια δυσαρέσκεια, ο αναβρασμός και η εξαγρίωση των μαζών. Οι επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες πρέπει να κατευθύνουν όλες τις δυνάμεις τους στην ενίσχυση αυτού του χείμαρου.  Από τη δύναμη του επαναστατικού κινήματος, σε περίπτωση μικρής επιτυχίας του, θα εξαρτηθεί τι ποσοστό από τις μεταρρυθμίσεις που έχουν «υποσχεθεί» θα εφαρμοστεί στην πράξη και αν θα φέρει έστω και κάποιο όφελος στην παραπέρα πάλη της εργατικής τάξης. Από τη δύναμη του επαναστατικού κινήματος, σε περίπτωση επιτυχίας του, θα εξαρτηθεί η νίκη του σοσιαλισμού στην Ευρώπη και η πραγματοποίηση, όχι μιας ιμπεριαλιστικής ανακωχής ανάμεσα στην πάλη της Γερμανίας ενάντια στη Ρωσία και την Αγγλία και την πάλη της Ρωσίας και της Γερμανίας ενάντια στην Αγγλία είτε ανάμεσα στην πάλη των Ηνωμένων Πολιτειών ενάντια στη Γερμανία και την Αγγλία κτλ., αλλά μιας πραγματικά σταθερής και πραγματικά δημοκρατικής ειρήνης». (σελ. 316)

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ  (Μάης 1917)

«…Όσο ο έλεγχος δεν έχει περάσει από τη σφαίρα της φράσης στη σφαίρα των έργων, όσο στη  θέση της κυβέρνησης των καπιταλιστών δεν έχει μπει η κυβέρνησή του επαναστατικού προλεταριάτου, ως τότε η κυβέρνηση είναι καταδικασμένη να λέει μόνο: Χανόμαστε, χανόμαστε, χανόμαστε. Σήμερα στην «ελεύθερη» Αγγλία, ρίχνουν στις φυλακές τους σοσιαλιστές γιατί λένε τα ίδια που λέω κι εγώ. Στη Γερμανία βρίσκεται στη φυλακή ο Λίμπκνεχτ που είπε τα ίδια που λέω κι εγώ, στην Αυστρία βρίσκεται στη φυλακή ο Φρίντριχ Άντλερ που είπε τα ίδια με το πιστόλι (ίσως να τον εκτέλεσαν κιόλας). Η συμπάθεια των εργατικών μαζών σε όλο τον κόσμο είναι με το μέρος αυτών των σοσιαλιστών κι όχι εκείνων που πέρασαν με το μέρος των δικών τους καπιταλιστών. Η εργατική επανάσταση αναπτύσσεται σε όλο τον κόσμο. Στις άλλες χώρες αναπτύσσεται βέβαια πιο δύσκολα. Εκεί δεν υπάρχουν τέτοιοι μισοπάλαβοι σαν τον Νικόλαο και τον Ρασπούτιν. Εκεί επικεφαλής της κυβέρνησης βρίσκονται οι καλύτεροι άνθρωποι της τάξης τους. Εκεί δεν υπάρχουν οι συνθήκες για επανάσταση ενάντια στην απολυταρχία, εκεί υπάρχει ήδη κυβέρνηση της καπιταλιστικής τάξης. Εκεί κυβερνούν από καιρό οι πιο ικανοί εκπρόσωποι αυτής της τάξης. Να γιατί εκεί η επανάσταση, αν και δεν ήρθε ακόμη, είναι ωστόσο αναπόφευκτη όσοι επαναστάτες κι αν χαθούν, όπως χάνεται ο Φρίντριχ Άντλερ, όπως χάνεται ο Καρλ Λίμπκνεχτ. Το μέλλον τους ανήκει και οι εργάτες όλων των χωρών είναι μαζί τους. Και οι εργάτες όλων των χωρών δε μπορούν παρά να νικήσουν…» (σελ. 355)

«…Πώς να βάλουμε τέρμα στον πόλεμο; Αν την εξουσία την έπαιρνε το Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών και οι Γερμανοί εξακολουθούσαν τον πόλεμο -τι θα κάναμε εμείς; Εκείνοι που ενδιαφέρονται να γνωρίσουν τις απόψεις του Κόμματός μας θα μπορούσαν να διαβάσουν αυτές τις μέρες την εφημερίδα μας Πράβντα, όπου παραθέσαμε ένα ακριβές απόσπασμα απ’ όσα λέγαμε το 1915, όταν βρισκόμασταν ακόμη στο εξωτερικό, ότι, δηλαδή, αν η επαναστατική τάξη της Ρωσίας, η εργατική τάξη, έρθει στην εξουσία πρέπει να προτείνει ειρήνη. Και αν στους όρους μας οι καπιταλιστές της Γερμανίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας απαντήσουν με άρνηση τότε όλη η εργατική τάξη θα είναι υπέρ του πολέμου. Εμείς δεν προτείνουμε να τερματίσουμε τον πόλεμο μεμιάς. Αυτό δεν το υποσχόμαστε. Εμείς δεν κηρύσσουμε ένα τέτοιο αδύνατο και απραγματοποίητο πράγμα, όπως τον τερματισμό του πολέμου με τη θέληση της μιας πλευράς. Τέτοιες υποσχέσεις είναι εύκολο να τις δίνει κανείς μα είναι αδύνατο να τις εκπληρώσει. Δεν είναι δυνατό να βγει κανείς εύκολα από αυτό τον φρικτό πόλεμο. Ο πόλεμος κρατάει τρία χρόνια. Θα πολεμάτε δέκα χρόνια ή θα βαδίσετε για τη δύσκολη, την επίπονη επανάσταση. Άλλη διέξοδος δεν υπάρχει. Εμείς λέμε: Τον πόλεμο, που άρχισαν οι κυβερνήσεις των καπιταλιστών, μπορεί να τον τερματίσει μόνο η εργατική επανάσταση. Όποιος ενδιαφέρεται για το σοσιαλιστικό κίνημα ας διαβάσει τη Διακήρυξη της Βασιλείας του 1912, που ψηφίστηκε ομόφωνα από όλα τα σοσιαλιστικά κόμματα όλου του κόσμου. Διακήρυξη που δημοσιεύτηκε στην Πράβντα μας, Διακήρυξη που τώρα δεν είναι δυνατό να δημοσιευτεί σε καμιά από τις εμπόλεμες χώρες, ούτε στην «ελεύθερη» Αγγλία, ούτε στη δημοκρατική Γαλλία, γιατί σ’ αυτήν ειπώθηκε η αλήθεια για τον πόλεμο πριν ακόμα ξεσπάσει. Η Διακήρυξη λέει: Ο πόλεμος ανάμεσα στην Αγγλία και τη Γερμανία θα ξεσπάσει εξαιτίας του ανταγωνισμού των καπιταλιστών. Η διακήρυξη λέει: Έχει συσσωρευτεί τόσο μπαρούτι που τα όπλα θ’ αρχίσουν να εκπυρσοκροτούν από μόνα τους. Η διακήρυξη εξηγεί για ποιο σκοπό θα γίνει ο πόλεμος και λέει ότι ο πόλεμος θα οδηγήσει στην προλεταριακή επανάσταση…» (σελ. 359)

*

Αυτά λοιπόν λέει ο Λένιν, και μάλιστα στις συγκεκριμένες συνθήκες όπου τα λέει, για την επαναστατική οργάνωση και δραστηριότητα γενικά, για την παράνομη επαναστατική οργάνωση και δραστηριότητα ειδικότερα.

Και για να μη μένει και η παραμικρή αμφιβολία, φύλαξα για το τέλος, σαν επίλογο, ένα μικρό απόσπασμα από το άρθρο του Λένιν  «ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΤΤΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΣΟΥ ΣΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ (Ιούλιος 1915)» (σελ. 87 της συλλογής), που κατά κάποιο τρόπο ενοποιεί τα δυο θέματα της ανάρτησης: το ζήτημα της τακτικής της τρομοκρατίας και του «σαμποτάζ» και το ζήτημα της παράνομης επαναστατικής οργάνωσης:

«…Ο  «επαναστατικός αγώνας ενάντια στον πόλεμο» είναι κούφια και χωρίς περιεχόμενο αναφώνηση, που γι’ αυτήν είναι καλοί μαστόροι οι ήρωες της ΙΙ Διεθνούς, όταν με τον αγώνα αυτό δεν εξυπακούεται μια επαναστατική δράση κατά της κυβέρνησής σου και στη διάρκεια του πολέμου. Φτάνει να το σκεφτείς λιγάκι για να το καταλάβεις. Επαναστατική δράση, όμως, ενάντια στην κυβέρνησή σου στη διάρκεια του πολέμου σημαίνει, αναμφισβήτητα, αναντίρρητα, όχι μόνο να εύχεσαι να ηττηθεί η κυβέρνησή σου αλλά και να συμβάλλεις έμπρακτα σ’ αυτήν την ήττα. (Για έναν «οξυδερκή αναγνώστη»: Αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι πρέπει «να ανατινάζονται οι γέφυρες», να οργανώνονται αποτυχημένες απεργίες ενάντια στον πόλεμο και γενικά να βοηθιέται η κυβέρνηση για να επιφέρει ήττα στους επαναστάτες)».