1985: Η γαλλική διανόηση και οι ερευνητικές κατευθύνσεις των ΗΠΑ

Μια παραπομπή στη σελ. 127 της ΚΟΜΕΠ 1/2020 αποτέλεσε το έναυσμα για την ενασχόληση με την «εκκαθαρισμένη» και αποχαρακτηρισμένη (το 2011) «ερευνητική εργασία» (research paper) της CIA, χρονολογούμενη από τον Δεκέμβριο 1985, με τον τίτλο «Γαλλία: αποστασία των αριστερών διανοούμενων» [1].

Παρά τον τίτλο του, το εν λόγω έγγραφο ασχολείται συνολικά με τη γαλλική διανόηση, «αριστερή» και «δεξιά». Η ιδιαίτερη αναφορά του τίτλου στους «αριστερούς» και την «αποστασία» τους, οφείλεται μάλλον στην εκτίμηση του εγγράφου για την – συγκριτικά προς την παραδοσιακή «συντηρητική» διανόηση – «μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην υπονόμευση του Μαρξισμού» εκ μέρους «εκείνων των διανοούμενων που εμφανίστηκαν σαν αληθινοί πιστοί για να εφαρμόσουν τη Μαρξιστική θεωρία στις κοινωνικές επιστήμες αλλά τελείωσαν με τον αναστοχασμό και την απάρνηση   ολόκληρης της παράδοσης». Ή, με άλλα λόγια, στην εκτίμηση του εγγράφου για τον «ρόλο κλειδί» που έπαιξαν οι διανοούμενοι της «νέας αριστεράς» και της «νέας φιλοσοφίας» σε αυτό που το έγγραφο αποκαλεί «ιστορική μεταβολή» στη γαλλική πνευματική ζωή.

Η ιδιαίτερη σημασία που εξαρχής το έγγραφο της ΚΥΠ των ΗΠΑ αποδίδει στη γαλλική διανόηση, ανάγεται ακριβώς στις ιδεολογικές παραδόσεις της Γαλλικής Επανάστασης:   

«Η σημασία των διανοούμενων στη Γαλλία είναι ίσως η μεγαλύτερη απ’ ό,τι στις περισσότερες δυτικές δημοκρατίες» «Οι Γάλλοι διανοούμενοι (ο όρος συμπεριλαμβάνει δημοσιογράφους, καλλιτέχνες, συγγραφείς, και εκπαιδευτικούς) έχουν χαράξει για τον εαυτό τους τον ειδικό ρόλο των ερμηνευτών της πολιτικής παράδοσης, ιδιαίτερα των συνεπειών και επιπτώσεων (consequences and implications) της Γαλλικής Επανάστασης…».

Στην ολοκλήρωση της «έρευνας» γίνεται φανερό, ότι στο κέντρο των στόχων της βρίσκεται η εξάλειψη των επαναστατικών παραδόσεων ως την απώτατη αφετηρία τους…

Στις παραμονές των τελικών αντεπαναστατικών ανατροπών του 20ου αιώνα, οι «συνέπειες και επιπτώσεις» της Γαλλικής Επανάστασης, η «ερμηνεία» τους, αποκτούν κεντρική σημασία, που όμως δεν περιορίζεται στο «άμεσο καθήκον», την ανατροπή του σοσιαλισμού. Η αντεπανάσταση δεν περιορίζεται σε «ημίμετρα». Ο σύγχρονος καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός, σαν πολιτική «αντίδραση σε όλη τη γραμμή» [2], τραβάει την αντεπανάσταση ως το τέλος της, ως την ανατροπή των ίδιων των «δικών του» ιδεολογικών αφετηριών. Το γεγονός αυτό, που θα γίνει εμφανέστερο στη συνέχεια του κειμένου, ορίζει και το πλαίσιο επικαιρότητας του εγγράφου σε αυτή τη συνεχιζόμενη ιστορική διαδικασία, στον σημερινό της «σταθμό», 35 χρόνια μετά τη σύνταξή του.

*

Το έγγραφο καταπιάνεται με ιδεολογικά ζητήματα που βρίσκονταν και βρίσκονται στο επίκεντρο της κοινωνικής – ταξικής αντιπαράθεσης, εξεταζόμενα από τη σκοπιά των συντακτών και των αποδεκτών του υπό τους όρους ενός εσωτερικού εγγράφου που επιτρέπουν  σ’ αυτή τη σκοπιά να καθίσταται ιδιαίτερα έκδηλη.

Στην ανάλυσή του εντοπίζονται κρίκοι που διαχρονικά συναρθρώνουν την ιδεολογική στρατηγική των ΗΠΑ ως ηγεμονεύουσας δύναμης του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Πρόκειται, γενικότερα, για κρίκους της ιδεολογικής στρατηγικής του μονοπωλιακού κεφαλαίου, εκφραζόμενης εν προκειμένω από τις ΗΠΑ και για τις ΗΠΑ.

Την επικαιρότητα του εγγράφου επαυξάνει και ορισμένη διεθνής αναλογία ανάμεσα στο τότε και στο τώρα: Η επιθετικότητα του μονοπωλιακού κεφαλαίου με τους τοτινούς όπως και με τους τωρινούς όρους βρισκόταν και βρίσκεται σε φάση ολόπλευρης έξαρσης: Τότε ήταν ο Ρήγκαν και η Θάτσερ που προσωποποιούσαν την επιθετική επιδίωξη του κεφαλαίου να γκρεμίσει κάθε εθνικό και διεθνή φραγμό στην ανάπτυξή του. Τώρα είναι τα αποτελέσματα αυτής της «χωρίς φραγμούς» ανάπτυξης που, με τη μορφή της καπιταλιστικής κρίσης, έχουν μετατραπεί σε φραγμό της εντείνοντας (πάνω και στη βάση του σύγχρονου τεχνολογικού «άλματος»)  τις σύγχρονες μορφές επιθετικότητας του κεφαλαίου.

Τότε έμπαινε σε κίνηση η οριστική πράξη της αντεπανάστασης σε ΕΣΣΔ και ανατολική Ευρώπη. Τώρα βρίσκονται σε κίνηση οι «προληπτικές» μέθοδοι απέναντι στις λαϊκές αντιδράσεις που γεννιόνται από τα κοινωνικά αδιέξοδα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, οι μέθοδοι της κατάπνιξης, της αφομοίωσης, της εκτροπής τους από την κατεύθυνση της επαναστατικής ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου.

*

Πλάι στις διεθνείς αναλογίες δεν περνάνε απαρατήρητες και ορισμένες πολιτικές αναλογίες ανάμεσα στη Γαλλία του 1985 και την Ελλάδα του 2020: Και στις δυο περιπτώσεις πρόκειται για χρονική συγκυρία (όπως ως προς το γαλλικό 1985 με αρκετή έμφαση στέκεται το έγγραφο της CIA), όπου μόλις έχει «αποτύχει» η «κυβέρνηση της αριστεράς» και όπου η «αποτυχία» αυτή επιχειρείται να μετατραπεί σε εφαλτήριο μιας αντιδραστικής «δεξιάς» αντεπίθεσης με όχι περιορισμένο αλλά με στρατηγικά ευρύ πολιτικό περιεχόμενο. 

Η υπηρέτηση αυτής της στρατηγικής, η υλοποίησή της στο παρόν και στο μέλλον, τότε όπως και τώρα, εκεί όπως και εδώ, συνδέεται αναγκαία με μια αναθεώρηση της ιδεολογικής και πολιτικής «παράδοσης» των κοινωνιών, ακόμα και της ίδιας της κυρίαρχης ιδεολογίας και των ιστορικών της αφετηριών.

Πρόκειται και στις δυο περιπτώσεις για την αστική τάξη που «επανεκτιμά» τα μακρινά ίχνη του ιστορικά προοδευτικού παρελθόντος της από την οπτική γωνία του ιστορικά αντιδραστικού πλέον ρόλου της.

Πρόκειται και στις δυο περιπτώσεις για σταθμούς της ιστορικής διαδρομής «από τη φεουδαρχία στην πλουτοκρατία», με τον ειδικό – στην ελληνική περίπτωση – ιστορικό τύπο της διαδρομής «από την τουρκοκρατία στην πλουτοκρατία». Και αν στην περίπτωση της γαλλικής ιστορικής παράδοσης (Γαλλική Επανάσταση) η «νοηματοδότηση» αυτής της διαδρομής προσδίδει στη γαλλική διανόηση εμφανώς ευρύτερο ιδεολογικό ρόλο, δεν παύει και η ελληνική διανόηση να κατέχει στα περισσότερο «στενά» όρια της επιρροής της τον ειδικό ρόλο που της αναλογεί ενόψει, μάλιστα, και των αναγκών «νοηματοδότησης» που θέτει η «στρογγυλή» 200στή επέτειος από το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης [3].

*

Σημειώνεται ότι η αρκετά εκτεταμένη παρουσίαση δεν αποσκοπεί στην «υιοθέτηση» μιας ανάλυσης, που άλλωστε μπορεί να υιοθετηθεί κατά λέξη μόνο απ’ την οπτική γωνία από την οποία προέρχεται ή στην οποία απευθύνεται, με στόχο (της «ερευνητικής εργασίας») όχι μόνο να «περιγράψει» αλλά και να επιδράσει ενεργά στο αντικείμενο της περιγραφής, να το αφομοιώσει στις επιδιώξεις της.

Από τη γαλλική επανάσταση στην «αριστερή πνευματοκρατία»…

Σύμφωνα με την εισαγωγική αφήγηση του εγγράφου, από τον 19ο αιώνα ως και τις 3 πρώτες δεκαετίες του 20ου, στη Γαλλία, οι πνευματικές δυνάμεις παρέμεναν σε ισορροπία μεταξύ «αριστεράς» και «δεξιάς». Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος απαξίωσε τον γαλλικό συντηρητισμό, όχι μόνο για τον «ξενοφοβικό εθνικισμό, τον αντι-εξισωτισμό και την ερωτοτροπία του με το φασισμό στα προπολεμικά χρόνια, αλλά και για τη συμμετοχή πολλών ηγετικών εκπροσώπων του στο δοσιλογικό (collaborating) καθεστώς του Βισύ». Αντίθετα, η «αριστερά» [4] αντιτάχθηκε συντεταγμένα στον φασισμό και την κατοχή. Αποτέλεσε  «τη ραχοκοκαλιά και το μεγαλύτερο μπλοκ μαχητών της Αντίστασης, μεταξύ των οποίων οι Κομμουνιστές έπαιξαν ηγετικό ρόλο»«αν και συχνά αυτοαναφορικό (self-serving)» όπως θέλει το έγγραφο να «στιγματίσει» ειδικά τον ρόλο των κομμουνιστών στην Αντίσταση… Για την Αντίσταση η Σοβιετική Ένωση αποτέλεσε λαμπρό παράδειγμα.  Τη στιγμή που η γαλλική «δεξιά» συντρίφτηκε πνευματικά από τον πόλεμο, η «αριστερά» βρέθηκε σε ετοιμότητα να διεκδικήσει τους καρπούς των επιτυχιών της στην Αντίσταση και «την πίστη όσων αγαπούσαν την ελευθερία και την ισότητα». Κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ενώ η «δεξιά» διατηρούσε την «εξουσία» (hold on power), η «αριστερά» βρισκόταν στη θέση της αντιπολίτευσης και οι αριστεροί διανοούμενοι έγιναν ειδικοί στην εκπόνηση «σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών συνταγών» μετασχηματισμού της γαλλικής κοινωνίας και στην αδιάκοπη κριτική της πολιτικής «επιτυχημένων συντηρητικών κυβερνήσεων». Μέσα από την εκδοτική τους δραστηριότητα και την συνδικαλιστική οργάνωση σε πανεπιστημιακή και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το Σοσιαλιστικό και το Κομμουνιστικό Κόμμα «προσπάθησαν να εδραιώσουν αυτό στο οποίο μια πρόσφατη (σ.σ. 1985) κριτική έδωσε τον τίτλο τής αριστερής “πνευματοκρατίας” (“intellocracy”)».

*

Πρόκειται, βέβαια, για την απαρχή του ιδεολογήματος, που 30-35 χρόνια αργότερα βρήκε την ελληνική του μετάφραση στον τίτλο της «αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας»: Ίδιες αιτίες – ίδια αποτελέσματα, θα μπορούσαμε να πούμε, αν η παραπάνω διαπίστωση περί «αριστερής πνευματοκρατίας» αντικατόπτριζε επακριβώς την πραγματικότητα και δεν αποσκοπούσε «εργαλειακά» στη χειραγώγησή της.

Το τι είναι αυτό που, στην πραγματικότητα, ως το τέλος του, περιγράφει ο «τίτλος» της «αριστερής πνευματοκρατίας», θα το δούμε στη συνέχεια.

Για την ώρα αρκούμαστε στο ότι μέσω αυτού ήδη έχει τοποθετηθεί στο στόχαστρο, τότε όπως και τώρα,  το περιεχόμενο της πανεπιστημιακής και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η παιδεία, η συνδικαλιστική οργάνωση και τα δικαιώματα του σχολικού και πανεπιστημιακού εκπαιδευτικού προσωπικού, η ιστορική ερμηνεία και νοηματοδότηση, η κατανόηση του κοινωνικού παρόντος και της ιστορικής κίνησής του:  «…Η διαρκής δημόσια συζήτηση (debate) των διανοούμενων για το νόημα της ιστορίας τους αποτελεί για τους Γάλλους μια βάση κατανόησης της γαλλικής κοινωνίας», επισημαίνει το έγγραφο και τηρουμένων των αναλογιών η επισήμανση αφορά προφανώς κάθε κοινωνία και κάθε λαό. Και μάλλον, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, δικαιούμαστε να υποθέσουμε, ότι για τους συντάκτες και αποδέκτες της «ερευνητικής εργασίας» σε αυτό βρίσκεται ακριβώς και το πρόβλημα: Στην κατανόηση της κοινωνίας και στις βάσεις αυτής της κατανόησης [5].

…Και από την «ιστορική μεταβολή» στην πνευματική ύφεση (decline)

«Ο Ραϋμόν Αρόν εργάστηκε αρκετά χρόνια για να απαξιώσει τον παλιό του κολεγιακό συγκάτοικο Σαρτρ και, μέσω αυτού, το πνευματικό οικοδόμημα του Γαλλικού Μαρξισμού. Ακόμα πιο αποτελεσματικοί στην υπονόμευση του Μαρξισμού, όμως, ήταν εκείνοι οι διανοούμενοι που εμφανίστηκαν σαν αληθινοί πιστοί για να εφαρμόσουν τη Μαρξιστική θεωρία στις κοινωνικές επιστήμες αλλά τελείωσαν με τον αναστοχασμό και την απάρνηση   ολόκληρης της παράδοσης».

***

Στο έδαφος της, κατ’ αρχήν, αντικειμενικής ιστορικής ερμηνεία της αποκαλούμενης «αριστερής πνευματοκρατίας» ή (στα ελληνικά) «αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας», το έγγραφο αναζητά και βρίσκει αντερείσματα σε «ψυχολογικές» ερμηνείες.

 Το ενδιαφέρον του στρέφεται προς τον Ραϋμόν Αρόν, έναν «από τους λίγους σημαντικούς διανοητές που αντιστάθηκαν στην απορρόφηση, αποδοκίμασε  την έλξη των συνομηλίκων του προς την αριστερά».

Σύμφωνα με το έγγραφο, κύρια σημεία της κριτικής του Ρ. Αρόν στους αριστερούς διανοούμενους της γενιάς του, είναι: «δουλικότητα» (για την «αποδοχή τέτοιων αισχών όπως οι σταλινικές εκκαθαρίσεις και η συντριβή της ουγγρικής εξέγερσης») και «υποκρισία» (για την «υπεράσπιση ψευδών όπως η προσωπολατρία του Στάλιν»), ενώ κατά τον ίδιο το «φαινόμενο αιτιολογείται  με την επιτυχία της σύγχρονης αριστεράς, ιδίως των κομμουνιστών, να ικανοποιήσει δυο βαθιές εσωτερικές ανάγκεςεπιβεβαίωσε στους διανοούμενους την  αρμοδιότητά τους (relevance) στο πολιτικό προτσές, οργάνωσε και διοχέτευσε σε μια ορισμένη κοίτη (gave ful rein) την απεριόριστη ροπή τους στην κριτική» [6].

Στο σημείο αυτό οι ερμηνείες – ιστορικές ή ψυχολογικές – της «αριστερής πνευματοκρατίας» τελειώνουν και το έγγραφο, μπαίνοντας στο θέμα του, στέκεται σε αυτό που αποκαλεί «ιστορική μεταβολή» των προηγούμενων συσχετισμών:

*

Το 1981 «οι σοσιαλιστές αναλαμβάνουν την εξουσία» και εμφανίζεται η αδυναμία τους να προσεταιριστούν τους διανοούμενους. Η «σιωπή» της διανόησης είναι ανησυχητική για τις σχέσεις της κυβέρνησης με τους πνευματικούς της συμμάχους, ενώ μέρος της «αριστερής» διανόησης επικεντρώνει την κριτική της «ιδίως στην απόφαση της κυβέρνησης να εμπιστευτεί τέσσερα υπουργεία σε κομμουνιστές» [7]. Λίγοι μόνο διανοούμενοι με κάποιο κύρος (Μαξ Γκαλό, Ρεζί Ντεμπραί, Αντουάν Μπλανκά) δέχονται θέσεις που τους προσφέρονται στην κυβέρνηση Μιτεράν. Την «αποτυχία της επεκτατικής οικονομικής πολιτικής» των σοσιαλιστών, ακολουθούν κυβερνητικές προσπάθειες προσέλκυσης της διανόησης σε έναν «δημόσιο διάλογο», όχι μόνο για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, αλλά και για τις «επιδόσεις της σε πολιτικά ζητήματα όπως η τρομοκρατία και το έγκλημα». Μέσα από τη «σιωπή» της η «αριστερή διανόηση» έδωσε την απάντηση ότι θα ήταν προτιμότερο για την κυβέρνηση να μην ανοίξει το στόμα της.

*

Ως σημαντικός λόγος για την κυβερνητική αποτυχία στην προσέλκυση της διανόησης, ξεχωρίζεται η επίδραση που είχε ασκήσει ένας «όμιλος νεαρών πνευματικών δαυλών», οι «αυτοαποκαλούμενοι “Νέοι Φιλόσοφοι”, οι οποίοι για περισσότερο από μια δεκαετία  είχαν κάνει πλατιάς δημοσιότητας προσηλυτισμό ανάμεσα στους αριστερούς αγωνιστές, επιτιθέμενοι στη γαλλική αριστερά ως επικίνδυνη και σιωπηρά ολοκληρωτική».

Το έγγραφο αναγνωρίζει τους «περισσότερους» από τους «νέους φιλόσοφους» ως «πρώην κομμουνιστές που έφυγαν από το κόμμα μετά τα τραυματικά γεγονότα του Μάη 1968»: Φοιτητικά οδοφράγματα και συγκρούσεις στο Παρίσι, 7 εκατομμύρια απεργοί εργάτες (που προχωρούν σε καταλήψεις εργοστασίων), κλονισμός της δεκάχρονης κυβέρνησης Ντεγκώλ… «…Οι μαρξιστές φοιτητές»κατά το έγγραφο«προσέβλεπαν στο Κομμουνιστικό Κόμμα  για την ηγεσία και την ανακήρυξη προσωρινής κυβέρνησης, όμως οι ηγέτες του ΓΚΚ επιχειρούσαν ήδη την αναχαίτιση της εργατικής εξέγερσης και κατήγγελλαν τους ριζοσπάστες φοιτητές για αναρχική σύγχυση. Πολλοί φοιτητές συμπέραναν ότι το ΓΚΚ είχε έρθει σε συμφωνία με τον Ντεγκώλ, ο οποίος τελικά κατέστειλε τις ταραχές».

Σύμφωνα με αυτή την περιγραφή, το πολιτικό τραύμα που μετέτρεψε τους «πρώην κομμουνιστές» σε «νέους φιλόσοφους» συνίσταται στο ότι ένα εξ ορισμού επαναστατικό κόμμα αποποιήθηκε τα επαναστατικά του καθήκοντα. Το αντιφατικό στοιχείο, στο σημείο αυτό, συνίσταται στις ιδεολογικές και πολιτικές θέσεις που ανέπτυξε στη συνέχεια ο «όμιλος» της «νέας φιλοσοφίας», θέσεις κάθε άλλο παρά επαναστατικές, στην καλύτερη ίσως περίπτωση κριτικές θέσεις συχνά ασαφείς ή κοινωνικά περιορισμένες, ακόμη περισσότερο θέσεις που αποτέλεσαν συστατικό της κυρίαρχης ιδεολογίας. Το έγγραφο προσπερνά αυτή την αντίφαση, αρκείται στα όσα είναι ικανά να προσδώσουν στη «νέα φιλοσοφία» χαρακτηριστικά αριστερής αυθεντικότητας. Από την άποψη της «ιδεολογίας προς διάδοση» που φέρει το έγγραφο, αυτό είναι και το σημαντικό: Η «αποτελεσματικότητα στην υπονόμευση του Μαρξισμού» εκ των έσω, εξ οικείων, όπως θα λέγαμε.

Όσο για την ίδια την αντίφαση στην πραγματικότητα, θα μπορούσε να αποτελεί ένα δείγμα μεταστροφής της «επαναστατικής απογοήτευσης» σε συντηρητισμό ή σε αντιδραστικές θέσεις. Δείγμα μεταστροφής σε θέσεις που, αν προϋπήρχαν, δεν θα δικαιολογούσαν κανενός είδους «επαναστατική απογοήτευση». Με τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της άρχουσας τάξης πρόθυμους να «αγκαλιάσουν», να αφομοιώσουν αυτή τη μεταστροφή, ίσως ακόμα και να αφομοιωθούν από αυτήν.

*

Θα ήταν αντικείμενο άλλης μελέτης, όχι χωρίς ενδιαφέρον και πάντως «εκκαθαρισμένης» από τον τρόπο σκέψης των «εμπειρογνωμόνων» της CIA,  μια εκτίμηση των δεσμών ανάμεσα στο μαρξισμό και τη φιλοσοφία του Σαρτρ, που ο Ραϋμόν Αρόν – σαν εκπρόσωπος της παραδοσιακής συντηρητικής διανόησης – «εργάστηκε αρκετά χρόνια για να τον απαξιώσει» και «μέσω αυτού να απαξιώσει τον μαρξισμό», σύμφωνα με το έγγραφο.

Σημαντικότερη ως προς το θέμα του εγγράφου είναι η διαπίστωση για την ανώτερη αποτελεσματικότητα, στην υπονόμευση του μαρξισμού, εκείνων των διανοούμενων που εμφανίστηκαν σαν «αληθινοί πιστοί» για να «αποστατήσουν» στη συνέχεια.

Ακόμα σημαντικότερο είναι το πώς αξιολογούνται από το έγγραφο τα επιτεύγματα αυτής της «αποτελεσματικής υπονόμευσης».

Σχετικά με την ακρίβεια των εκτιμήσεων του εγγράφου για πρόσωπα και καταστάσεις, γενικά μπορεί (ή και – κατά περίπτωση – δεν μπορεί) να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και προσεγγίσεις. Το «αποκαλυπτικό», σε τελική ανάλυση, βρίσκεται στην απαρίθμηση του οφέλους που αποκομίζουν οι ΗΠΑ από την περιγραφόμενη στο έγγραφο δραστηριότητα της «νέας φιλοσοφίας» και «νέας αριστεράς», σε συνάρτηση με την παράλληλη  δραστηριότητα της «νέας δεξιάς» κλπ.

Από γενική άποψη πρόκειται για αποτελέσματα της επίδρασης που ασκεί η διανόηση πάνω στην κοινωνική συνείδηση. Στην οποία επίδραση οι συντάκτες του εγγράφου αποδίδουν «πραγματιστικά» τη δέουσα αναγνώριση και σημασία, κατά τη θριαμβολογική απαρίθμηση των «αποτελεσμάτων της υπονόμευσης»:

α) Το ιδεολόγημα του «ολοκληρωτισμού». Αντισοβιετισμός.

Η «λεγόμενη νέα δεξιά», ως «ανανέωση της συντηρητικής πνευματικής δραστηριότητας» κατά το έγγραφο, διέθετε ήδη μια παράδοση «πολεμικής ενάντια στα ηθικά γυμνάσματα υπεράσπισης της ΕΣΣΔ από τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ» και «έκθεσης της ρηχότητας της Κομμουνιστικής πνευματικής ζωής».

«Τώρα» (σ.σ. 1985), οι εκπρόσωποί της ανέλαβαν «το μεγαλύτερο έργο να αναπροσανατολίσουν τον πνευματικό λόγο από την παραδοσιακή του εστίαση στο “δεξιά κατά αριστεράς” στο “ολοκληρωτισμός κατά ελευθερίας”».

*

Δεν πρόκειται, βέβαια, για τον «ολοκληρωτισμό» που δεσπόζει στη βάση των κοινωνικών σχέσεων του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ούτε για τον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό «ολοκληρωτισμό». Πρόκειται, αντίθετα για τη γενική ερμηνευτική μαύρη τρύπα, την ικανή να καταπιεί και να εξαφανίσει μέσα της κάθε στοιχειακή πραγματική αντίθεση και, πρωταρχικά, την αντίθεση ανάμεσα στις εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής και τους όρους εξάλειψής τους. Την ικανή, επίσης, να χρησιμεύσει  για την πλαστή ιδεολογική εξομοίωση της πιο απροκάλυπτης εκμεταλλευτικής βαρβαρότητας και του ιστορικού εγχειρήματος της οριστικής ανατροπής του  συστήματος της εκμετάλλευσης, για την – μέσω αυτής της εξομοίωσης – ιδεολογική νομιμοποίηση της πρώτης και ποινικοποίηση του δεύτερου.

Από τότε (1985) ως τώρα, όσο περισσότερο η πια «ανεμπόδιστη» καπιταλιστική ανάπτυξη έρχεται αντιμέτωπη με τα κοινωνικά αδιέξοδα που παράγει, τόσο περισσότερο το ιδεολόγημα της αντίθεσης μεταξύ «ολοκληρωτισμού και ελευθερίας» επανέρχεται σαν ιστορικός μπαμπούλας  και τόσο περισσότερο τα καπιταλιστικά κοινωνικοπολιτικά αδιέξοδα το οδηγούν σε χρεοκοπία.

*

Ο «αναπροσανατολισμός της συντηρητικής σκέψης» στη φιλοτέχνηση του «αντιολοκληρωτικού» ιδεολογήματος βρίσκει, κατά τη γενική περιγραφή του εγγράφου, το έδαφος προετοιμασμένο για πάνω από μια δεκαετία από τη «νέα φιλοσοφία» και κάποιους εκπροσώπους της:

«Ακαδημαϊκές σπουδές και έντυπη αρθρογραφία για τη χρεοκοπία του Μαρξισμού στη Γαλλία αξίωσαν τους Νέους Φιλόσοφους με έναν κεντρικό ρόλο στο να πειστεί μια ολόκληρη γενιά Γάλλων διανοούμενων ότι: 

— Το Σοβιετικό κράτος είναι απόδειξη πως “η Μαρξιστική Επανάσταση είναι μύθος”, κυνική απάτη, μακριά από το μαρασμό του κράτους, επιβάλλει μια τερατώδη αντιδραστική μηχανή.

— Το τελειότερο σημάδι πνευματικής διάκρισης και ελευθερίας στον σύγχρονο κόσμο είναι το να έχεις ένα αξιοπρεπές μίσος για τη Σοβιετική Ένωση»

Σε «δημοφιλή βιβλία» τους «δυο ηγέτες του 1968», οι Μπερνάρ-Ανρί Λεβί και Αντρέ Γκλουκσμάν, «υποστήριξαν ότι δεν υπήρχε σοσιαλισμός στη Γαλλία που να μην είναι σιωπηρά (implicity, ανεπιφύλακτα) μαρξιστικός και ότι όλη η μαρξιστική σκέψη είναι σε τελική ανάλυση ολοκληρωτική».

Ήδη στην εισαγωγική συνόψιση των κύριων σημείων του εγγράφου γίνεται λόγος για τον «ρόλο κλειδί» που «έπαιξαν οι αριστεροί διανοούμενοι για περισσότερο από μια δεκαετία … στη σκλήρυνση της στάσης του κοινού απέναντι στο μαρξισμό και τη Σοβιετική Ένωση», για την «απόρριψη του μαρξισμού και ανάπτυξη βαθειάς αντιπάθειας προς τη Σοβιετική Ένωση» εκ μέρους πολλών «Νέων Αριστερών»διανοούμενων «υπό την καθοδήγηση ομάδας αποστατών από τις κομμουνιστικές γραμμές που αυτοαποκαλούνται Νέοι Φιλόσοφοι». Ως αποτέλεσμα, «ο αντισοβιετισμός έγινε, πρακτικά, η λυδία λίθος της πνευματικής νομιμότητας».

Προς τεκμηρίωση, το έγγραφο επιστρατεύει και παραθέτει την τοποθέτηση του «Νέου Αριστερού Διανοητή και αποστάτη του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος Χόρχε Σεμπρούν»  που «καθρέφτισε τη σκέψη της σύγχρονης γενιάς απαντώντας σε ερώτηση του πνευματικού περιοδικού Le debat:

LD. Τι σημαίνει να είσαι αριστερός (διανοούμενος) στη Γαλλία σήμερα;

Σ. Σήμερα, η Λυδία λίθος της αριστερής σκέψης είναι μια κριτική στάση προς την ΕΣΣΔ, μια από τις συνέπειες της οποίας είναι η απόρριψη των κομμάτων που προέρχονται από την παράδοση της Κομιντέρν [το ΓΚΚ]… Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι η βαρβαρότητα του Πινοσέτ, ούτε η κατεδάφιση της βιομηχανίας ατσαλιού της Λοραίνης, ούτε ακόμα κι η αυτοκρατορική ανασύνταξη του Ρήγκαν. Το θεμελιακό (fundamental) ζήτημα  είναι αυτό της στάσης απέναντι στην ΕΣΣΔ».

Η θριαμβολογία απογειώνεται με την «αναγνώριση» της κοινής συμβολής «νέας δεξιάς» και «νέας (“αριστερής”) φιλοσοφίας» (με «αποτελεσματικότερη» τη δεύτερη, σύμφωνα με το έγγραφο), στο να αποτελέσουν «ο αντι-μαρξισμός και ο αντι-σοβιετισμός μέρος της γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας».

Τόσο πολύ, ώστε μετά από αυτό, «οι Νέοι Φιλόσοφοι δεν φαίνονται πια να έχουν κάτι νέο να πουν»

*

Με αυτά και μ’ αυτά, εφόσον στη «σκέψη της σύγχρονης γενιάς» ξεκαθαρίζεται τι είναι και τι δεν είναι «πνευματική νομιμότητα και ορθοδοξία», ποιο δεν είναι και ποιο είναι «το θεμελιακό ζήτημα», το έγγραφο της CIA είναι σε θέση να συνοψίσει, «να κάνει τάλιρα» τα οφέλη της πολιτικής των ΗΠΑ από την αναγόρευση του αντισοβιετισμού σε μέρος της «γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας», σε «λυδία λίθο της αριστερής σκέψης»και, κατά συνέπεια, της «πνευματικής νομιμότητας» γενικά. Συνοπτικά:

—  Ένα «νέο κύμα πραγματικά φιλοαμερικανικού αισθήματος», στη Γαλλία.

— Σκλήρυνση της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής έναντι της ΕΣΣΔ.

— Δημιουργία, διεθνώς, ευνοϊκών ιδεολογικών συνθηκών αποδοχής «της πολιτικής των ΗΠΑ στην Κεντρική Αμερική, για παράδειγμα».

— Αποδυνάμωση του δυτικοευρωπαϊκού κινήματος ειρήνης, του κινήματος για τον αφοπλισμό, ενάντια στους πυρηνικούς εξοπλισμούς.

Όμως απέναντι σε κάθε τυπική συνόψιση, σαν την παραπάνω, η γλαφυρή γλώσσα του εγγράφου είναι ασυναγώνιστη:

***

«Ο αντισοβιετισμός» αποδυναμώνει «τον παραδοσιακό αντιαμερικανισμό των αριστερών διανοούμενων» και επιτρέπει «στην αμερικανική κουλτούρα – κι επίσης την οικονομία και πολιτική – να γνωρίσει μια νέα δημοφιλία»«Αντιμαρξισμός και αντισοβιετισμός επέτρεψαν στη νεώτερη γενιά των γάλλων διανοούμενων να υιοθετήσουν πιο ανοιχτή στάση προς τις ΗΠΑ. Αυτό με τη σειρά του μεγάλωσε ένα νέο κύμα πραγματικά φιλοαμερικανικού  αισθήματος, με ρίζες στην μόδα της αμερικανικής δημοφιλούς (popular) κουλτούρας, στο σεβασμό για την αμερικανική οικονομική ζωτικότητα του 80, και στο θαυμασμό για την νέα εικόνα αυτοπεποίθησης που προβάλλουν τώρα οι ΗΠΑ στον κόσμο»

Ενώ προηγουμένως, σύμφωνα με μια κάπως «στοχευμένη» ή «κατευθυντήρια» περιγραφή, «ο αντιαμερικανισμός … θεωρούνταν σημάδι πνευματικού στάτους, που διαχώριζε τους διανοητές από τον κοινό λαό (ο οποίος ήταν γενικά ύποπτος πως κρύβει καλή γνώμη για τις ΗΠΑ ακόμα και στην περίοδο του Βιετνάμ)», τώρα «μόνο το αντίθετο είναι αληθές.. η ανεύρεση αρετών στην Αμερική – ακόμα και η αναγνώριση καλών πραγμάτων στην κυβερνητική πολιτική των ΗΠΑ  – αντικρίζεται   ως ένδειξη οξυδέρκειας»… Ο αντιαμερικανισμός «δεν είναι πια της μόδας». Ιδίως «ο σπασμωδικός αντι-αμερικανισμός – που οι διανοούμενοι της Νέας Αριστεράς αποκαλούσαν “πρωτόγονο αντι-αμερικανισμό”  – τώρα ταυτίζεται με την καθημερινή Κομμουνιστική Ουμανιτέ και θεωρείται κακή μορφή (bad form… Το «νέο κλίμα στη γνώμη της γαλλικής διανόησης», το «πνεύμα αντιμαρξισμού και αντισοβιετισμού, … κάνει δύσκολη την κινητοποίηση αξιοσημείωτης πνευματικής αντίθεσης προς την πολιτική των ΗΠΑ»«Οι απόπειρες κάποιων να αναβιώσουν σημαντική και ευρεία κριτική κατά της πολιτικής των ΗΠΑ θεωρούνται ως διαφανείς προσπάθειες εκτροπής της κριτικής από τον νόμιμο στόχο τους, τις δραστηριότητες της Σοβιετικής Ένωσης».

*

Στο πεδίο άσκησης της γαλλικής πολιτικής, «αν και η αμερικανική πολιτική ποτέ στη Γαλλία δεν είναι απρόσβλητη στην κριτική, είναι καθαρά η Σοβιετική Ένωση αυτή που τώρα αμύνεται στους διανοούμενους της Νέας Αριστεράς – και είναι πιθανό ότι θα παραμείνει σε αυτή τη θέση τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα. Η αξιοσημείωτη ψυχρότητα του Προέδρου Μιτεράν προς τη Μόσχα εκπορεύεται, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, από αυτή τη διαβρωτική (pervasive) στάση»«Αυτό το αντιολοκληρωτικό και αντισοβιετικό συναίσθημα μεταξύ των Γάλλων διανοουμένων θα αντιστρατευτεί κάθε σημαντική τροποποίηση της ήδη σκληρής κυβερνητικής γραμμής έναντι της Μόσχας. Ήδη, πρακτικά, οι περισσότεροι σοσιαλιστές ηγέτες πρέπει να υπολογίσουν ότι μια σκληρή γραμμή έναντι Μόσχας και ΓΚΚ είναι ο μόνος τρόπος για να γαλβανίσουν την υποστήριξη των διανοούμενων στις βουλευτικές εκλογές του 1986. Οι διανοούμενοι επίσης θα καταστήσουν και για  κάθε δεξιά κυβέρνηση δύσκολο το να κατασκευάσει μια επανάληψη της “ειδικής σχέσης” με την Μόσχα που χαρακτήριζε την προεδρία του Βαλερί Ζισκάρ Ντεσταίν».

*

Ως προς το πεδίο της διεθνούς πολιτικής, «στη μεταπολεμική περίοδο, οι Γάλλοι διανοούμενοι βοήθησαν σημαντικά στη δημιουργία και το σχηματισμό μιας διεθνούς εχθρότητας στην πολιτική των ΗΠΑ σε Ευρώπη και Τρίτο Κόσμο. Από τη Βυρηττό ως τη Λισαβόνα και το Μέξικο Σίτυ, διανοούμενοι με επιρροή άκουγαν και μιμούνταν τη σκέψη και τις προκαταλήψεις σοφών (savants) του καφενείου όπως ο Ρεζί Ντεμπραί».

Πια, «αυτό το κλίμα πνευματικής γνώμης σχεδόν σίγουρα θα καταστήσει για οποιονδήποτε πολύ δύσκολο το να κινήσει σημαντική αντίθεση μεταξύ των πνευματικών ελίτ για την πολιτική των ΗΠΑ στην Κεντρική Αμερική, για παράδειγμα» [8]

Επιπλέον, «οι Γάλλοι διανοούμενοι δεν είναι πιθανό να παραχωρήσουν το κύρος τους, όπως έκαναν πριν, σε άλλους δυτικοευρωπαίους συναδέλφους τους που βρέθηκαν σε εχθρότητα προς τις ΗΠΑ για μείζονα ζητήματα όπως ο αφοπλισμός»«Αυτό το κλίμα πνευματικής γνώμης … πιθανό να στερήσει από τους άλλους Ευρωπαίους διανοούμενους – ιδιαίτερα σε Σκανδιναβία και Δυτική Γερμανία –  εχθρικούς προς την πολιτική και τα συμφέροντα των ΗΠΑ – την ισχυρή ηγεσία που προηγουμένως απολάμβαναν από τους Γάλλους (στην περίοδο της ανάμιξης [σ.σ. sic] των ΗΠΑ στο Βιετνάμ) και την υποστήριξη που χρειάζονται τώρα για την οικοδόμηση μιας κοινής Δυτικοευρωπαϊκής συναίνεσης σε διεθνή ζητήματα όπως ο αφοπλισμός. Η εξημμένη (heated) δημόσια συζήτηση στη Δυτική Γερμανία μεταξύ του Γκλουκσμάν και ηγετικών Γερμανών διανοούμενων για τον φιλειρηνισμό και την Συνθήκη για τις Πυρηνικές Δυνάμεις (INF basing) παρείχε παραστατικές αποδείξεις για την απόσταση μεταξύ των δυο πλευρών και για την ικανότητα και ετοιμότητα [σ.σ. !!!] των Γάλλων διανοούμενων της Νέας Αριστεράς στην πειστική αμφισβήτηση στάσεων που εξυπηρετούν (play into the hands) τους Σοβιετικούς».

β) Αντιμαρξισμός

Αντισοβιετισμός και αντιμαρξισμός «πάνε μαζί» στα περισσότερα σημεία του εγγράφου, οπότε τα γενικά ζητήματα που αφορούν τον «αντιμαρξισμό» έχουν ήδη περιγραφεί.

Ωστόσο, ο αντιμαρξισμός διατηρεί στο έγγραφο ορισμένη διακριτή υπόσταση. Και, αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι η θριαμβολογία για τον αντισοβιετισμό περιοριζόταν σε «γεωπολιτικού» τύπου αντιθέσεις  μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, η ξεχωριστή ικανοποίηση για τον αντιμαρξισμό ως συστατικό της «γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας» υποδηλώνει κάτι διαφορετικό: Εδώ δεν πρόκειται για «γεωπολιτικά ζητήματα» αλλά για στοχοπροσήλωση  ενάντια στην θεωρητική και πρακτική άρνηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, για την ιδεολογική «νομιμοποίηση» των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων, πράγμα που στη συνέχεια θα επιχειρηθεί να επισφραγιστεί σε ακόμα μεγαλύτερο ιστορικό και ιδεολογικό βάθος…

*

Οι συντάκτες της έκθεσης εστιάζουν στο περιεχόμενο των πανεπιστημιακών σπουδών και επιχαίρουν για την «εξάλειψη (defunct) των Μαρξιστικών Σπουδών (scholarship) στις Κοινωνικές Επιστήμες».

Επιχαίρουν για την «απάρνηση της μέχρι σήμερα μαρξιστικής θεωρίας της ιστορικής προόδου», για την επίκληση της «μαρξιστικής παράδοσης» μόνο ως  «κριτικού αφετηριακού σημείου για την ανακάλυψη των πραγματικών μοτίβων της κοινωνικής ιστορίας», για την «εκτέλεση της ίδιας αποστολής» από την «σημαντικής επιρροής (influential) στρουκτουραλιστική σχολή συνδεμένη με τους Κλωντ Λεβί-Στρώς, Φουκώ και άλλους, στο πεδίο της ανθρωπολογίας», για την «κριτική κατεδάφιση της Μαρξιστικής επιρροής στις κοινωνικές επιστήμες», που «είναι πιθανό να διαρκέσει ως μια βαθιά συνεισφορά στις σύγχρονες σπουδές τόσο στη Γαλλία όσο και αλλού στην Δυτική Ευρώπη».

Το έγγραφο, όμως, δεν επιχαίρει μόνο για την «εξάλειψη των μαρξιστικών σπουδών από τις κοινωνικές επιστήμες». Επιχαίρει για την αποδυνάμωση των κοινωνικών επιστημών γενικά,  για την εγκατάλειψη των κοινωνικών επιστημών ως επιλογής σπουδών από τη γαλλική νεολαία: «Η Γαλλική νεολαία, που κάποτε συμμετείχε σε κάθε πρόσκαιρη πνευματική μόδα (fad), τώρα σκέφτεται καριέρες σε θετικές επιστήμες και επιχειρήσεις»

Επιχαίρει, με άλλα λόγια, το έγγραφο, για τον αυξημένο βαθμό απομάκρυνσης της νεολαίας από τις «βάσεις κατανόησης»  της κοινωνίας και της ιστορίας όπου μετέχει, για την κατεύθυνσή της να αποτελέσει γρανάζι μιας κοινωνίας και μιας ιστορίας που δεν κατανοεί. Είδαμε παραπάνω [5] και τη σύγχρονη, εγχώρια αναπαραγωγή αυτής της κατεύθυνσης.

«…Η διαρκής δημόσια συζήτηση (debate) των διανοούμενων για το νόημα της ιστορίας τους αποτελεί για τους Γάλλους μια βάση κατανόησης της γαλλικής κοινωνίας», εκτιμούσε το έγγραφο στις εισαγωγικές του γραμμές… Πλέον, η «εξάλειψη του μαρξισμού» και η εγκατάλειψη των κοινωνικών επιστημών, συνιστά μια ενθαρρυντική «βάση» για μια πιο περιορισμένη κατανόηση της γαλλικής κοινωνίας από τους Γάλλους και, γενικότερα, της κάθε κοινωνίας από τον κάθε λαό, θα μπορούσαμε να σχολιάσουμε.

*

Και, μετά τη συντριβή του μαρξιστικού υλισμού, σειρά στο έγγραφο έχει «η Ιδέα», ακόμη κι αυτή που έχει στην ιστορία καταγραφεί ως «αστική».

γ) Αντιεξισωτισμός (antiegalitarianism)…

Ο περιορισμός των θριαμβολογιών του εγγράφου της CIA στον αντισοβιετισμό θα μπορούσε να αποδοθεί, απλώς, στις γεωπολιτικές αντιθέσεις του «ψυχρού πολέμου». Η επέκταση της θριαμβολογίας στον «αντιμαρξισμό» προδίδει βαθύτερους και απώτερους κοινωνικοπολιτικούς στόχους, αφορά τον ιδεολογικό (και οργανωτικό, πρακτικό) αφοπλισμό των εργαζομένων απέναντι στο σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Όταν φτάνουμε στον «αντιεξισωτισμό» οι στόχοι ολοκληρώνονται. Στο κέντρο τους βρίσκεται η προάσπιση του εκμεταλλευτικού συστήματος «γενικά και αφηρημένα», όχι μόνο η υλιστική του αμφισβήτηση αλλά και η «ιδεαλιστική». 

Οι πνευματικές ανησυχίες της αστικής διανόησης δεν την αφήνουν να εφησυχάσει με την επικράτηση του αντισοβιετισμού και του αντιμαρξισμού ως «λυδίας λίθου της αριστερής σκέψης», της «πνευματικής νομιμότητας», ως «μέρους της πνευματικής ορθοδοξίας» [9]. Κάπου «βαθύτερα» πρέπει να αναζητηθεί το «λάθος»… Η σύγχρονη αντιδραστική μονοπωλιακή – ιμπεριαλιστική αστική τάξη ανακαλύπτει το «λάθος» στην ίδια την ιστορία «της»… Και η διανόησή της, αυτή που στη Γαλλία  «έχει χαράξει για τον εαυτό της τον ειδικό ρόλο του ερμηνευτή της πολιτικής παράδοσης, ιδιαίτερα των συνεπειών και επιπτώσεων της Γαλλικής Επανάστασης», πραγματοποιεί για λογαριασμό της πρώτης την μεγάλη πνευματική κατάδυση αντιμέτωπη πλέον με τις «συνέπειες» και «επιπτώσεις» της «πολιτικής της παράδοσης», της Γαλλικής Επανάστασης…

*

Είδαμε ότι η απόρριψη του «ολοκληρωτισμού» αποτέλεσε κοινό τόπο της γαλλικής «νέας δεξιάς» και «νέας αριστεράς».

Αποστολή που εκτέλεσε η δεύτερη, σύμφωνα με τα εύσημα που αποδίδει το έγγραφο της CIA, ήταν η ταύτιση της ΕΣΣΔ και του μαρξισμού με την έννοια του «ολοκληρωτισμού» και η αναγόρευση αυτής της θέσης σε «αριστερή» ιδεολογική «λυδία λίθο», σε «μέρος της γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας» και της «πνευματικής νομιμότητας». Το ότι αυτή της η υπηρεσία κατέστησε και την ίδια τη «νέα αριστερά» και «νέα φιλοσοφία» τμήμα αυτής της «πνευματικής ορθοδοξίας», δηλαδή της αστικής, κυρίαρχης ιδεολογίας, συνιστά και ερμηνευτική πτυχή της διαπίστωσης του εγγράφου, ότι αν και η επίδρασή της θα είναι σχετικά μακρόχρονη, δεν έχει ωστόσο και κάτι άλλο να πει.

Όσο για τη «νέα δεξιά» διανόηση, επιχειρώντας, στο παράδειγμα του Ρήγκαν και της Θάτσερ (αρχές δεκαετίας ’80), να επεξεργαστεί τον γαλλικό δρόμο αλλά και τη… γενική «ουσία» του φιλελευθερισμού, έφτασε να ανακαλύψει το κέντρο του   προβλήματος γενικά: Η ΕΣΣΔ και ο μαρξισμός ως «απλές παραστάσεις της εμπειρίας», θα λέγαμε, ίσως δεν της αρκούσαν. Το λάθος έπρεπε να βρεθεί στην Ιδέα:

Η «οικονομικά επεκτατική» τριετία της κυβέρνησης Μιτεράν απέδειξε την «αποτυχία του σοσιαλισμού» [10]. Το «ελιξίριο που χρειαζόταν η Γαλλία για να αναρρώσει από τη σοσιαλιστική κακοδιαχείριση» ήταν η «αναβίωση του κλασικού φιλελευθερισμού (liberalism. Η «συντηρητική ιατρική συνταγή για τις νόσους της γαλλικής κοινωνίας» ήταν η «μείωση του ρόλου της κυβέρνησης και η ώθηση των ανθρώπων (people) να γίνουν πιο αυτάρκεις». «Οι νεαροί συντηρητικοί πολιτικοί έπιασαν το ρεφρέν, υποστήριξαν στον τύπο και σε συζητήσεις με διπλωμάτες των ΗΠΑ ότι η δεξιά θα έπρεπε να οδηγήσει τους Γάλλους σε μεγαλύτερη αυτονομία». «Πρωταρχικό έργο μιας συντηρητικής κυβέρνησης θα ήταν να συρρικνώσει τον δικό της ρόλο – είτε φορολογικό είτε διαχειριστικό, διοικητικό, διευθυντικό είτε ως προς τις δαπάνες. Σύμμαχοι σε αυτή την κυβερνητική αντίληψη, οι νέοι φιλελεύθεροι επιδοκιμάζουν την αποκέντρωση των συμπαγώς συγκεντρωτικών δυνάμεων και πόρων της Γαλλικής Κυβέρνησης σε περιφερειακές (subnational) κυβερνήσεις [11], μια αργή διεργασία που πρόσφατα κέρδισε δυναμική και στους σοσιαλιστές».

«Αυτάρκεια των ανθρώπων», «αυτονομία των Γάλλων», (άλλο θέμα ότι για τους εργαζόμενους αυτονομία μπορεί να υπάρχει μόνο εφόσον οι ίδιοι είναι κάτοχοι των κοινωνικών όρων της ύπαρξής τους δηλαδή των μέσων παραγωγής), είναι το ελκυστικό ιδεολογικό περιτύλιγμα της στρατηγικής αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου, που ακολούθησε τα επόμενα χρόνια (όχι μόνο στη Γαλλία), έχοντας βέβαια στην άλλη της όψη τη στρατηγική αποδιάρθρωση των εργαζομένων. Είναι η γαλλικά «ελκυστική» εκδοχή του θατσερικού δόγματος ότι «δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνο άτομα και οικογένειες».

Παραπέρα, από εκπροσώπους της «νέας δεξιάς» υποστηρίχτηκε «ότι η πολιτισμική ύφεση στην Γαλλία συνδέεται άμεσα με τον εξισωτισμό (egalitarianism) – με τη, θεωρούμενη ως ανόητη, άρνηση της ουσιαστικής υπεροχής κάποιων ανθρώπων και την επιβολή της δρομαίας (maninthestreet) μετριοκρατίας (mediocracy) στη Γαλλική κοινωνία». Η δε «προτίμηση της Νέας Δεξιάς για τον κλασικό φιλελευθερισμό» [12] συνίσταται, κατά το έγγραφο, «στο όραμα μιας κοινωνίας στην οποία η κυβέρνηση αρνείται να επιβάλει μια τεχνητή ισότητα στους πολίτες και στην οποία τα άτομα είναι ελεύθερα να πραγματώσουν τα πλήρη πλεονεκτήματα των ταλέντων τους».

Η κοινωνική ανισότητα, λοιπόν, η «ουσιαστική υπεροχή κάποιων ανθρώπων» και η μειονεκτική θέση των υπόλοιπων, είναι ζήτημα ατομικών «ταλέντων».  Κάθε μετριασμός της ανισότητας είναι «τεχνητός», πόσο μάλλον οι προϋποθέσεις της κατάργησής της. Δεν είναι η ισότητα «φυσική», αλλά «φυσική» είναι η ανισότητα. Στο σημείο αυτό η πνευματική δραστηριότητα φτάνει στο τέλος της:

 «Κάποιοι Νέοι Δεξιοί διανοούμενοι υποστηρίζουν επίσης ότι, επειδή η ισότητα είναι τεχνητή, απαιτεί από την κυβέρνηση έναν ισχυρό ρόλο εξαναγκαστικής επιβολής. Αυτό, πιστεύουν, είναι η πηγή του ολοκληρωτισμού».

Επιτέλους βρέθηκε. Ακολουθώντας ανάποδα, προς τα πίσω, την ιστορική πλημμυρίδα του «ολοκληρωτισμού», φτάσαμε στην πηγή της: την ισότητα [13].

*

Στο πλαίσιο του «αντιολοκληρωτικού» κοινού τόπου «νέας αριστεράς» και «νέας δεξιάς», όπως φαίνεται στο έγγραφο, η πρώτη έκανε αρκετή προσπάθεια για την ιδεολογική «καθιέρωση» της ταύτισης κομμουνισμού – φασισμού, ΕΣΣΔ – χιτλερικής Γερμανίας, Στάλιν – Χίτλερ, μέχρι που πια «δεν είχε κάτι άλλο να πει».

Η «νέα δεξιά», κοιτώντας πραγματικά τη δουλειά της, ικανή για ακόμα ένα βήμα στη «σκέψη» της πριν την τελική της αυτοκατάργηση, αναγορεύει σε πηγή του ολοκληρωτισμού την ισότητα.

Τι σχέση έχει όμως με την ισότητα ο φασισμός, ο ναζισμός, ο χιτλερισμός, η «ιδεολογία» της ανώτερης φυλής που θέλει να εγκαθιδρυθεί ως η «ιδεολογία» της ανώτερης κοινωνικής τάξης, της κοινωνικής ταξικής διαίρεσης και εκμετάλλευσης, ως η «ιδεολογία» της εξαναγκαστικής επιβολής των όρων της κοινωνικής ανισότητας σε συνθήκες διακινδύνευσης της «φυσικής» τους διατήρησης;

Εδώ οι δυνατές απαντήσεις είναι δυο: Είτε η ιστορική διαστρέβλωση που, αντιστρέφοντας την πραγματικότητα, θα εμφανίζει τον ναζισμό ως «εξισωτικό κίνημα» είτε η αναγόρευση του «ολοκληρωτισμού» ως αποκλειστικά κομμουνιστική ιδιότητα.

«Στα δημοφιλή βιβλία τους οι Γκλουκσμάν και Λεβί υποστηρίζουν ότι η μηχανή τρέφεται από την εύπιστη ανθρωπότητα εν μέρει μέσω των σοφιστειών διεφθαρμένων διανοούμενων. Στην πραγματικότητα, λέει ο Λεβί, “Η μόνη επιτυχής επανάσταση αυτού του αιώνα είναι ο ολοκληρωτισμός”, του οποίου το Σοβιετικό κράτος αποδείχθηκε ο ανθεκτικός και τέλειος κύριος. Ως εκ τούτου, επίσης, η εξίσωση των Νέων Φιλοσόφων εκλαϊκεύτηκε από τον Γκλουκσμάν, “Χίτλερ = Στάλιν, Στάλιν = Χίτλερ.”»

Όπως φαίνεται, ο Χίτλερ δεν γνώριζε την  μυστική πηγή του «ολοκληρωτισμού», την ισότητα, γι’ αυτό και δεν κατάφερε να μακροημερεύσει. Αντίθετα με την ΕΣΣΔ, που χάρη στην επίγνωση αυτού του μυστικού όπλου είχε φτάσει μετά από σχεδόν 60 χρόνια ύπαρξης (και τι ύπαρξης) να αναγορεύεται από την «νέα φιλοσοφία» ως «ο ανθεκτικός και τέλειος κύριος του ολοκληρωτισμού».

Στην οικονομική και κοινωνική ισότητα των ανθρώπων πρέπει, λοιπόν, να αναζητήσουν την «ανθεκτικότητα και τελειότητά» τους οι μελλοντικές επαναστάσεις (οι, επομένως, εξ ορισμού «ολοκληρωτικές», τουλάχιστον σύμφωνα με τα πορίσματα της γαλλικής «νέας δεξιάς»), ενάντια στην «ουσιαστική υπεροχή κάποιων»: υπεροχή όχι λόγω «ταλέντου», βέβαια, αλλά λόγω της ιδιοποίησης του κοινωνικού παραγωγικού πλούτου. Ενάντια σε αυτή την «ουσιαστική υπεροχή κάποιων», η οποία αποτελεί (τι να κάνουμε;) την κοινή «ηθική» αρχή τόσο της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας όσο και του φασισμού, τον κοινό «ηθικό» παρονομαστή των δυο αυτών ιστορικών πολιτικών μορφών της δικτατορίας του κεφαλαίου στην εποχή του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού.

***

Η Γαλλική Επανάσταση αντιμετώπισε την εκκλησία και τη θρησκεία σαν πνευματική εγγύηση της φεουδαρχικής ανισότητας. Η σύγχρονη αστική τάξη, στον «κολοφώνα» της σκέψης της, -πληροφορούν οι συντάκτες του εγγράφου τους αποδέκτες του -, μέσω εκπροσώπων της «νέας δεξιάς» διανόησης τίθεται αντιμέτωπη με τον χριστιανισμό ως «πηγή της εξισωτικής (egalitarian) εξασθένισης του ευρωπαϊκού πολιτισμού»

Για τον δουλοπάροικο αγρότη του 18ου αιώνα η χριστιανική ισότητα των ανθρώπων έναντι του «θεού» αποτελούσε εμπόδιο για την πραγματική κοινωνική ισότητα που, τότε, ταυτιζόταν με την απαλλοτρίωση της φεουδαρχικής ιδιοκτησίας. Για την σύγχρονη μονοπωλιακή, ιμπεριαλιστική αστική τάξη η χριστιανική ισότητα έναντι του «θεού» αποτελεί ανεπιθύμητο ιδεολογικό ίχνος που της φέρνει στον νου την μελλοντική της εξαφάνιση. Όντως διδακτικό για το περιεχόμενο των «αστικών εκσυγχρονισμών» στην αναντίστρεπτα αντιδραστική εποχή της αστικής τάξης… Διδακτικό για το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης και των συμβιβασμών του σκοταδιστικού πλέον, ψευδοεπιστημονικού «ορθολογισμού» της με τους μηχανισμούς του ανορθόλογου θρησκευτικού σκοταδισμού [14].

Ο οποίος τελευταίος, άλλωστε, κατά έναν τρόπο προβάλλεται ταυτόχρονα ως πηγή πολιτισμικής αναγέννησης:

 «Η πιο εσωτερική (esoteric) πλευρά της διανόησης της Νέας Δεξιάς επικέντρωσε εκπληκτική ενέργεια σε αναζήτηση μιας πολιτισμικής ανανέωσης, υποστηρίζοντας πως ό,τι είναι ουσιαστικά λάθος στη Γαλλία, είναι πως ο πολιτισμός της (culture) διαβρώθηκε από εξωτερικές επιρροές και υποβαθμίστηκε λόγω παραμέλησης. Συντηρητικοί συγγραφείς, πολλοί από αυτούς συνδεδεμένοι με τα Group for Research and Study of European Civilization (GRECE) και Horloge Club [15]  … ενθάρρυναν την δεξιά ανθρωπολογία, η οποία πέρα από την Επανάσταση βλέπει τον Χριστιανισμό ως πηγή της εξισωτικής (egalitarian) εξασθένισης του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Οι Πάουελς και Μπενουά πολλές φορές εγκωμίασαν τον “οξυδερκή (perceptive) ελιτισμό” των προχριστιανικών Ευρωπαϊκών κοινωνιών ως πηγή πολιτισμικών (cultural) αρετών στις οποίες οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι θα έπρεπε να στραφούν για αναβίωση (revival) και ανανέωση».

*

Η μάχη είναι, βέβαια, σκληρή: «Ο ελιτισμός [16] στη σκέψη της Νέας Δεξιάς είναι σχεδόν σίγουρα ένας σημαντικός λόγος που λίγοι διανοούμενοι έκαναν τη διαδρομή από την αριστερά στην GRECE. Κατά την άποψή μας, υπάρχει μικρή πιθανότητα να την κάνουν πολλοί στο μέλλον, παρά τις περιστασιακές ομοιότητες και συμμαχίες ως προς την οπτική γωνία. Πρόσφατα, διανοούμενοι της Νέας Δεξιάς υποβάθμισαν τα αντιεξισωτικά και ακόμα και αντίχριστιανικά στοιχεία της σκέψης GRECE/Horloge, αλλά οι αριστεροί διανοούμενοι και οι συντηρητικοί όπως ο Ρεβέλ που θεωρούν τους εαυτούς τους “ανθρώπους της αριστεράς” είναι ακόμα σφιχτά δεμένοι με την ισότητα ως την ουσία της δημοκρατικής-ρεπουμπλικανικής παράδοσης στη Γαλλία. Οι συντηρητικοί πολιτικοί αποφεύγουν ευκαιρίες ευαρέσκειας προς τους πιστούς των λειτουργιών της Horloge, και ακόμη και ο Πάουελς σπάνια τώρα αναμασά τις αρετές του παγανισμού και των ελίτ».

 «Ο Ραϋμόν Αρόν, ο σεβαστός πρύτανης της σύγχρονης φιλοσοφικής σκέψης στη Γαλλία, εξέφρασε απέχθεια κατά των διανοούμενων της Νέας Δεξιάς, συχνά εξισώνοντας τον ελιτίστικο αντιεξισωτισμό τους με τις χειρότερες αντιδημοκρατικές τάσεις στον Γαλλικό συντηρητισμό. Η Άνι Κρίγκελ συνενώθηκε με τον Αρόν στον φόβο ότι  ελλοχεύουν ρατσιστικά και φασιστικά συναισθήματα στην εχθρότητα της Νέας Δεξιάς προς τις ξένες πολιτισμικές (cultural) επιρροές και στη σκέψη τους για τη γενετική, την κληρονομικότητα, την εθνολογία…»

Τίποτα, ωστόσο, δεν κρίθηκε ακόμη: «…Αλλά ο Αρόν είναι νεκρός, ο Ντεμπραί [17] δεν λαμβάνεται στα σοβαρά ως διανοητής, και η Κρίγκελ δεν κατάφερε ποτέ να την ακολουθήσει ένα μεγάλο κοινό. Εναντίον αυτών των κριτικών οι Νέοι Δεξιοί μπορούν να επικαλεστούν τη δόξα του Μισέλ Φουκώ, του εμβριθέστερου και με την μεγαλύτερη επιρροή διανοητή της Γαλλίας. Ο  Φουκώ τους εγκωμίασε για το ότι, μεταξύ άλλων, υπενθύμισαν στους φιλόσοφους τις “αιματηρές” συνέπειες που έρρευσαν από την ορθολογιστική κοινωνική θεωρία του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα και της Επαναστατικής περιόδου».  

Με άλλα λόγια, ο αντιεξισωτισμός δεν έχει αποτελέσει συστατικό της γαλλικής «πνευματικής ορθοδοξίας» και «νομιμότητας», όμως ποτέ δεν είναι αργά.

***

Πέρα από την γενική περιγραφή της αδυναμίας ιδεολογικής επικράτησης ενός θεωρητικού – πολιτικού λόγου που όχι απλώς θα ήταν αλλά και θα φαινόταν ότι είναι «δεξιός», η «εργαλειακή» χρησιμότητα της ορολογίας περί «αριστερής πνευματοκρατίας» ή «αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας»  αφορά σε πρώτο πλάνο ανάγκες της «εντός των τειχών» διπολικής ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης και, σε δεύτερο πλάνο, – όχι πάντως «δεύτερο» με την ειδική έννοια της χρονικής διαδοχής -, στοχεύει τον ιδεολογικό-πολιτικό λόγο που απειλεί τα ίδια τα «τείχη» της εξουσίας του κεφαλαίου.

Όμως, σαν αποτέλεσμα όλης της παραπάνω ανάπτυξης, οι συντάκτες του εγγράφου (για λογαριασμό και χρήση των αποδεκτών του), διαπερνώντας τα περιβλήματα των «ευκαιριακών», «συγκυριακών» πολιτικών μορφών και χρήσεων του ιδεολογήματος,  φτάνουν στον πυρήνα της «πνευματοκρατίας» που τους απασχολεί: στον «εξισωτισμό», το τελευταίο της προπύργιο…

Η «ερευνητική εργασία» αρχίζει με τη γαλλική επανάσταση και τον «ειδικό ρόλο» που λόγω αυτής κατέχει η γαλλική διανόηση, και καταλήγει με την τοποθέτηση της γαλλικής επανάστασης και των κεντρικών ιδεολογικών αρχών της στο στόχαστρο.

*

Το καθεστώς της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης επιδιώκει την οριστική ιδεολογική του ασφάλεια με τη νομιμοποίηση και αποδοχή της κοινωνικοοικονομικής ανισότητας που αποτελεί βάση και προϊόν των εκμεταλλευτικών σχέσεων. Επιδιώκει να ξεριζώσει από την κοινωνική συνείδηση την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι «γεννιούνται ίσοι», ότι ο βαθμός της μεταξύ τους ανισότητας αποτελεί μέτρο ιστορικής παρέκκλισης από το σκοπό της ανθρώπινης ύπαρξης και δραστηριότητας, ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα αποσκοπεί στην πραγματοποίηση των κοινωνικοοικονομικών προϋποθέσεων της ισότητας των ανθρώπων.

Αυτή η συγκεκριμένη, η εξισωτική «πνευματοκρατία», αυτή η «ιδεολογική ηγεμονία» του «εξισωτισμού», αποτελεί  τελική ουσία και τελικό στόχο των επιτυχιών του «αντισοβιετισμού» και του «αντιμαρξισμού», αναγορευόμενη για τις ανάγκες της πνευματικής «ορθοδοξίας και νομιμότητας» σε πηγή του «ολοκληρωτισμού».

Αυτή, επίσης, αποτελεί την πηγή κάθε πνευματικής ζωτικότητας και η άρνησή της έχει ως «ανεξήγητη» συνέπεια την πνευματική «ύφεση».

δ) …και ύφεση (decline) της πνευματικής ζωής

Το έγγραφο χρησιμοποιεί σαν προμετωπίδα την φράση:

«Υπάρχει ένας λήθαργος στην πνευματική ζωή αυτής της χώρας, και μάλιστα θεαματικός. Ποτέ πριν δεν γνώρισα τέτοια σιωπή, τέτοιο κενό. Είναι σαν οικογένεια στην όποια πέθανε κάποιος. Αλέν Τουρέν»

Συμπτώματα αυτού του «λήθαργου» περιγράφονται στο έγγραφο εκτενώς.

Ανάμεσά τους  μπορούμε να εντάξουμε και την επισήμανση της ουσιαστικής εξάντλησης του λόγου των «νέων φιλοσόφων» στον αντιμαρξισμό και τον αντισοβιετισμό: Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 «άνοιγαν δρόμο», αλλά από τότε, αντιμαρξισμός και αντισοβιετισμός «συνέχισαν τη δική τους ζωή και έγιναν τόσο πολύ μέρος της Γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας που οι Νέοι Φιλόσοφοι (σσ. ως Νέοι Ορθόδοξοι πλέον…) δεν φαίνονται πια να έχουν κάτι νέο να πουν».

*

Οι «νέοι φιλόσοφοι», κατά τα άλλα, «αντιστάθμισαν τον συχνά δυσνόητο λόγο τους με το να γίνουν συναρπαστικές προσωπικότητες των μμε, υπερασπιζόμενοι τις απόψεις τους στα πολύωρα πνευματικού περιεχομένου τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά προγράμματα που ορέγονται οι Γάλλοι». Εκτός από τον αντιμαρξισμό και τον αντισοβιετισμό, την «σαρωτική καταγγελία της τυφλότητα της αριστεράς, όπως την αποκάλεσε ο Λεβί», δεν έπαυαν να πρεσβεύουν «συνεχή αντιπάθεια για τον Γκωλισμό και μια αποδοχή του καπιταλισμού μόνο ως το μικρότερο κακό», ωστόσο «η επιρροή τους ήταν πρωτίστως αρνητική, από τη στιγμή που λίγα είχαν να προσφέρουν με μορφή πρακτικών προτάσεων για ένα νέο πρόγραμμα».

Αναφορικά προς την παρουσία τους στα μμε,  ο Ρεζί Ντεμπραί, στις «διατριβές του εναντίον των σύγχρονων πνευματικών αποστατών, τους καταλογίζει εγκατάλειψη του γραπτού λόγου προκειμένου να γίνουν ετοιμόλογες προσωπικότητες των μμε (glib media personalities) (mediatics). Κατηγορεί ειδικά τους αριστερούς Νέους Φιλόσοφους ότι έχουν αναμορφωθεί πνευματικά από την TV σε ρηχές ομιλούσες κεφαλές ανίκανες για ακριβολογημένη φιλοσοφική συγγραφή».

*

Δύσκολα μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι το έγγραφο επιχαίρει για ορισμένα συμπτώματα του «λήθαργου», της «ύφεσης της πνευματικής ζωής».

— Σαφώς επιχαίρει όταν, μάλλον ως «έμφαση στο δευτερεύον», περιλαμβάνει σε υποσημείωση την πληροφορία, ότι «η πλατιάς δημοσιότητας επίθεση του Λανγκ στον “αμερικάνικο πολιτιστικό ιμπεριαλισμό” το 1981 και κατόπιν η σύγκληση μιας διεθνούς διάσκεψης  αριστερών διανοουμένων, επέσυρε αιχμηρές κριτικές, ιδιαίτερα από την Wall Street Journal, για την παρούσα ένδεια της γαλλικής πολιτιστικής παραγωγής, ειδικά σε σύγκριση με τα αμερικανικά επιτεύγματα. Αυτές οι κατηγορίες προκάλεσαν μια μεγάλη προσφορά αυτοκριτικής εκ μέρους Γάλλων διανοούμενων, όπως οι Μπεζανσόν και Ριγκλέ». Η «πνευματική ύφεση» οδήγησε μέρος της γαλλικής διανόησης στα πρόθυρα της μετάνοιας…

— Επιχαίρει, επίσης, για τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών, από τις οποίες εκλέχτηκε μεγάλος αριθμός «μη-ιδεολογικοποιημένων είτε συντηρητικών» εκπροσώπων.

— Παρομοίως, για τον δείκτη αυξανόμενης αβεβαιότητας ως προς την επαγγελματική αποκατάσταση των εκπαιδευτικών: «Η επαγγελματική σταδιοδρομία των διανοούμενων, στο παρελθόν σχεδόν εγγυημένη για όσους φοιτούσαν σε σχολές της ελίτ, καθώς φαίνεται δεν είναι πια διασφαλισμένη. Η κυβέρνηση Φαμπιούς, για παράδειγμα, εξήγγειλε πρόσφατα ένα πρόγραμμα ανεύρεσης εργασίας στα τοπικά και εθνικά κυβερνητικά όργανα  (local and national governments) και στις επιχειρήσεις για τους άνεργους απόφοιτους της ENS», δηλαδή της «Ecole Normale Superieure», της «γαλλικής σχολής με το μεγαλύτερο γόητρο για την εκπαίδευση διδασκόντων και διανοητών». «Οι σοσιαλιστές επίσης κινήθηκαν για τον αποκλεισμό των αλλοδαπών κατοίκων από εκπαιδευτικά επαγγέλματα χαμηλής βαθμίδας, κατά πάσα πιθανότητα για να ελευθερώσουν δυσεύρετες θέσεις για Γάλλους δασκάλους».

— Τη ίδια στιγμή, «οι νεώτεροι αδελφοί και αδελφές των ταραχοποιών ξεχειλίζουν τις αίθουσες διδασκαλίας των επιχειρηματικών σπουδών και των θετικών επιστημών ακόμα και σε πρώην κόκκινα πανεπιστήμια…».

«Άλλωστε, υπήρξε μια δημοφιλής τάση φυγής από την ιδεολογία προς μια πιο πραγματιστική (pragmatic) προσέγγιση των πολιτικών προβλημάτων, κι αυτό έτεινε να υπονομεύσει το ανάστημα των διανοουμένων κάθε κατεύθυνσης» [18].

— Φυσικό, κατά τα άλλα, να επιχαίρει το συγκεκριμένο έγγραφο, για την εκτίμησή του, ότι «η αποστασία των νέων διανοουμένων από το Μαρξισμό και το ΓΚΚ άφησε τους ηλικιωμένους Μαρξιστές μανδαρίνους μόνο στήριγμα της παράδοσης. Οι Σαρτρ, Ρολάν Μπαρτ, Ζακ Λακάν, Λουί Αλτουσέρ – η τελευταία κλίκα Κομμουνιστών  σοφών [19] – βρέθηκαν υπό τα αμείλικτα πυρά των πρώην προστατευόμενων, αλλά κανείς δεν είχε τα κότσια για μια άμυνα οπισθοφυλακής υπέρ του Μαρξισμού. Οι κριτικοί – με προεξέχοντες μεταξύ τους τούς Νέους Φιλοσόφους – είχαν μεγάλη επιτυχία στο να πείθουν την παρούσα γενιά για την “ανοησία” (foolishness) του Σαρτρ, τα κακά του Μαρξισμού και τη βαρβαρότητα του Σοβιετικού Κομμουνισμού …». Ως αποτέλεσμα, η Κομμουνιστική Νεολαία  αποδυναμώνεται, ακόμα και στα πανεπιστήμια. «Τώρα, κανένας διανοούμενος κύρους δεν ανήκει και δεν στηρίζει το ΓΚΚ» [20].

*

Οι συζητήσεις των Γάλλων διανοούμενων, πλέον (1985), αν πιστέψουμε το έγγραφο, περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό τους και την αδυναμία τους να παραγάγουν πνευματικό λόγο. Οι ερμηνείες που δίνονται διάφορες: Ένα «είδος νωθρότητας» πολλών αριστερών διανοούμενων χαρακτηρίζεται (από το έγγραφο) ως επακόλουθο της εκ μέρους τους «σθεναρής απόρριψης της ιδεολογίας και του κομματικού δεσμού»

Η «γενική πτώση του πνευματικού αναστήματος» αποδίδεται από κάποιους διανοούμενους «στην άνοδο μιας τεχνολογικά υψηλής οικονομίας και κοινωνίας στη Γαλλία», παρά τα πάσης φύσεως ιδεολογικά ζητήματα που γεννά η άνοδος της τεχνολογίας, σημειώνουμε.

Ενώ κάποιοι διανοούμενοι υποστηρίζουν ότι η διανόηση (κυρίως η «αριστερή») απλώς «γεμίζει μπαταρίες», άλλοι «σημειώνουν ύφεση (decline)  της πνευματικής ζωτικότητας» και (σ.σ. μάλλον ταυτολογικά) αποδίδουν την αδυναμία των Γάλλων διανοούμενων «να κινητοποιηθούν και να συμμετέχουν σε μια ζωντανή συζήτηση», στο ότι «δεν είναι πια τόσο ικανοί όσο κάποτε» ως αποτέλεσμα «μιας δεκαετούς πολιτισμικής αδράνειας που ήρθε να χαρακτηρίσει τη Γαλλία», «ενός κύκλου πολιτισμικής ύφεσης (decline)», αφού «πράγματι δεν υπάρχουν Φλωμπέρ, Προυστ, Μποντλαίρ» και «δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε τέτοιους σύντομα»

 «Τον περασμένο χρόνο στο Παρίσι ένα συνέδριο, οργανωμένο για να εξεταστεί το ζήτημα της “Γαλλικής ταυτότητας”, γρήγορα στράφηκε στον λήθαργο των Γάλλων διανοούμενων και τις επιπτώσεις του στον μελλοντικό πολιτικό ρόλο τους». Υπήρξε γενική συμφωνία – αριστερών και δεξιών – ότι δεν βλέπουν μέλλον. Απογοητευμένοι μαρξιστές οδηγήθηκαν σε «ουδετερότητα» ενώ και οι φιλελεύθεροι («λιγότερη κυβέρνηση – περισσότερη ατομική αυτάρκεια») δεν πολυεπηρεάζουν την πνευματική είτε την κοινή γνώμη, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις και αναφορές των μμε [21].

*

Όλα τα περιγραφόμενα συμπτώματα της «πνευματικής ύφεσης» συνιστούν, ουσιαστικά, την διάδοχη κατάσταση αυτής «που μια πρόσφατη κριτική την αποκάλεσε αριστερή πνευματοκρατία».

Είναι όμως παράδοξο που την λεγόμενη «αριστερή πνευματοκρατία», κάτω από τον τίτλο της οποίας εννοείται εν προκειμένω επίσης μια ιστορική περίοδος όπου ο μαρξισμός και η υπεράσπιση της ΕΣΣΔ δεν είχαν υπαχθεί  εκτός πνευματικής «ορθοδοξίας και νομιμότητας», διαδέχθηκε η «πνευματική ύφεση»;

Η έκθεση, στα εισαγωγικά «κύρια σημεία» της, επισημαίνει μια (εμφανιζόμενη ως) χρονική σύμπτωση που όμως δεν είναι απλώς χρονική και δεν είναι απλώς σύμπτωση:

«Η ευρεία αποδοχή αυτής της περισσότερο κριτικής προσέγγισης στο μαρξισμό και τη Σοβιετική Ένωση συνοδεύτηκε από μια γενική ύφεση (decline)  της πνευματικής ζωής στη Γαλλία…».

Η σύνδεση, έστω αθέλητα διατυπωμένη, είναι σαφής.

Αντιμαρξισμός και αντισοβιετισμός, ως συστατικά της πνευματικής «ορθοδοξίας και νομιμότητας», αποτελούν την ονομαστική μορφή του αποκλεισμού – από αυτήν την «ορθοδοξία και νομιμότητα» – του κεντρικού ιστορικού προβλήματος της εποχής: της απελευθέρωσης της εργασίας και του κόσμου από τον ζυγό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Τι πιο φυσικό, όμως, από την πνευματική παρακμή, όταν το «πνεύμα» αποστρέφεται  το κεντρικό ιστορικό πρόβλημα  της εποχής του, με όλες τις θεωρητικές, ιδεολογικές, ηθικές ή όποιες άλλες «πνευματικές» προεκτάσεις του;

Αντισοβιετισμός και αντιμαρξισμός δεν μπορεί παρά να αποτελούσαν και να αποτελούν κεντρικά συστατικά της κυρίαρχης, αστικής ιδεολογίας και της «πνευματικής ορθοδοξίας» της, μόνο που πέρα από αυτά τα συστατικά δεν υπάρχει ουσιαστικός πνευματικός λόγος ικανός να αρθρωθεί. Παραφράζοντας ελαφρά  μια πρόταση του εγγράφου, πέρα από αυτά τα συστατικά, «δεν φαίνεται πια να υπάρχει κάτι νέο να ειπωθεί». 

Πέρα από αυτά τα συστατικά μένει μόνο, αφενός, ο τετραγωνισμός του κύκλου: η «παραδοσιακή» ιδέα της ισότητας πάνω στο πραγματικό έδαφος των σύγχρονων εκμεταλλευτικών σχέσεων, έστω και «αποδεκτών μόνο ως το μικρότερο κακό».

Μένει, αφετέρου, ως ασφαλιστική δικλείδα της οριστικής αυτοαναίρεσης του πνεύματος, η συνεπάγωγη ρητή ή άρρητη απόρριψη της ίδιας του της ιστορικής «ιδεαλιστικής» αφετηρίας: της ισότητας, έχοντας το «πνεύμα» ανακαλύψει σε αυτήν την αιτία της «εξασθένισής» του…

Δυστυχώς για την πνευματική ζωή που περιγράφει το έγγραφο της CIA, ευτυχώς για την πνευματική ζωή γενικά, εκεί που πεθαίνει το πνεύμα της ισότητας, εκεί που αρχίζει η απολογητική των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων, ακόμα και με τη μορφή του «μικρότερου κακού», εκεί πεθαίνει το πνεύμα γενικά. Εκεί που δεν επικρατεί αυτό το πνεύμα, δεν υπάρχει κανένα άλλο πνεύμα παρά μόνο το «πνεύμα» της αντιπνευματικότητας για να επικρατήσει.

———————————————-

[1] –>https://www.cia.gov/library/readingroom/docs/CIA-RDP86S00588R000300380001-5.PDF

[2] Λένιν, Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, σελ. 129, ΣΕ

[3] Εύλογο, επομένως, και το σύγχρονο ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την ελληνική επανάσταση και τη «νοηματοδότησή» της:

Ριζοσπάστης 21-8-2020: «…ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Τζ. Πάιατ, …συναντήθηκε και με την υπουργό Πολιτισμού, Λ. Μενδώνη, με θέματα τις εκδηλώσεις για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821…».

–>https://www.rizospastis.gr/story.do?id=10899007

 [4] Με τον όρο «αριστερά» το έγγραφο εννοεί βασικά τους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές.

Πέρα από το τι εννοεί το έγγραφο, τότε ακόμα (1985), η διάκριση ως ένα βαθμό εξακολουθούσε, τουλάχιστον θεωρητικά-τυπικά, να διατηρεί την «παραδοσιακή» της έννοια, αντιπροσωπεύοντας αντίστοιχα τη ρεφορμιστική και την επαναστατική ιδεολογία και πολιτική στο εργατικό κίνημα.

Ωστόσο, επίσης σε έναν βαθμό, οι έννοιες είχαν σημειώσει ορισμένη «υποχώρηση»: Η δεκαετία του ’80 ήταν ίσως αυτή στην οποία ο «ρεφορμισμός», τουλάχιστον στην Ευρώπη,  ταυτίστηκε οριστικά – μέχρις σημείου εξαφάνισής του «ως τέτοιου» – με έναν από τους πόλους διαχείρισης του καπιταλισμού. Ενώ την ίδια ώρα, με τη συμβολή και του «ευρωκομμουνισμού», η έννοια της σοσιαλιστικής επανάστασης διαποτιζόταν θεωρητικά και πολιτικά από τη δογματική «βουλησιαρχία» του «ειρηνικού δρόμου».

[5] Ο πρόσφατος περιορισμός και κατάργηση του μαθήματος της κοινωνιολογίας (όπως άλλωστε και των καλλιτεχνικών μαθημάτων) από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αποτελεί δείγμα της επίθεσης στο περιεχόμενο των σπουδών, σε «αρμονία» με την ιδεολογική  στρατηγική που εκπορεύεται από το έγγραφο της ΚΥΠ των ΗΠΑ.

Η επίθεση στην «βάση της κατανόησης της κοινωνίας», δηλαδή – σύμφωνα με το έγγραφο της CIA – η επίθεση στο «νόημα της ιστορίας», συμπληρώνεται με  τη σχετικά πρόσφατη (2018) «αποκήρυξη», από τον σημερινό πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, του ενδιαφέροντος της νεολαίας για την ιστορία: «Πείτε μου τώρα, το παιδί των 17 ετών που θα ψηφίσει για πρώτη φορά, που τον ενδιαφέρει πως θα είναι η Ελλάδα το 2030. Αν τον ενδιαφέρει το τι έγινε το 1963».

–>https://nd.gr/nea/synenteyxi-toy-proedroy-tis-nd-k-kyriakoy-mitsotaki-ston-tileoptiko-stathmo-skai-0

Αλλά και  η εξαγγελία εισαγωγής στο νηπιαγωγείο, όχι της γνωριμίας με την ύπαρξη ξένων γλωσσών και ξένων πολιτισμών γενικά, όχι της γνωριμίας με τη μητρική γλώσσα του τυχόν μετανάστη και πρόσφυγα συμμαθητή των μικρών παιδιών, αλλά της διδασκαλίας τής μιας και μόνης παιδαγωγικά «κατάλληλης» για το νηπιαγωγείο ξένης γλώσσας: της αγγλικής, επιτείνει την «εντύπωση» ότι η εξεταζόμενη «ερευνητική εργασία» θα μπορούσε να χρησιμεύει σαν κυβερνητικό εγχειρίδιο για την υλοποίηση μιας ιδεολογικής – πολιτισμικής στρατηγικής όχι απλώς του κεφαλαίου γενικά, αλλά και των ΗΠΑ ειδικότερα.

[6] Ο σύγχρονος εγχώριος ψυχολογισμός, σε μια εμφανή έκπτωσή του συγκριτικά με τον γαλλικό των δεκαετιών του ’50 – ’60, για τις ανάγκες αντιμετώπισης του «φαντάσματος» της «αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας», εκτός από παρόμοια αναμασήματα, καταφεύγει (από… εντελώς ανιδεόληπτες και ψυχικά στέρεες θέσεις) στο «ερμηνευτικό» σχήμα των «αριστερών ιδεοληψιών» ή ακόμα και της «ψυχικής νόσου» π.χ. των αντιχουντικών αγωνιστών.

Σύμφωνα με την, σημερινή, Υφυπουργό Εργασίας Δόμνα Μιχαηλίδου (29-3-2018):

 «Είχαμε μια αγιοποίηση του αγώνα, του αγώνα της δικτατορίας, η οποία ουσιαστικά έγινε επειδή δεν έγινε ο αγώνας την ώρα που έπρεπε να γίνει. Άρα τι έχουμε; Έχουμε μια σχέση η οποία καταρρίπτει τις διαστάσεις που της ανήκουν, αυτή της αντίστασης, και παίρνει διαστάσεις υπερβολής όπως αυτή της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου. Το δεύτερο κομμάτι της πρότασης …  έχει σχέση με τη μετατροπή σε βαθιά ψυχική νόσο, οποία πολύ φοβάμαι ότι είναι μια μετατροπή σε μια συλλογική ψυχική νόσο … διότι έχει δημιουργηθεί αυτό το συλλογικό αφήγημα μέσα από τη συλλογική μνήμη, αυτής της ιστορικότητας. Ακούω συνέχεια, «ιστορικό στέλεχος της αριστεράς», «ιστορικός αγώνας», κι αναρωτιέμαι, για ποια ιστορία μιλάμε; ποιος έγραψε αυτή την ιστορία; Την έγραψαν αυτοί οι άνθρωποι των οποίων η απώλεια του αισθήματος της δικτατορίας είναι αντίστοιχο με μια απώλεια δικού τους ανθρώπου; Και ποιοι; Αυτοί ακριβώς οι οποίοι είναι οι ψυχικά νοσούντες; … Η έκβαση αυτή της συλλογικής μνήμης φοβάμαι ότι φανερώνει μια συλλογική ψυχική νόσο παρά μια μεμονωμένη».

–>https://www.dailymotion.com/video/x7cybou

Ενδιαφέρουσα, στα παραπάνω, και η «επιμελώς» μονόπλευρη θεώρηση της Ιστορίας ως «γραφής», όχι ως πράξης…

 [7] Η πολιτική αντίθεση προς την «ενότητα της αριστεράς» και την κυβερνητική συνεργασία  σοσιαλιστών – κομμουνιστών αναδείχνει ένα ζήτημα πολιτικών «συνωνύμων»:

Αφενός, εν προκειμένω, πρόκειται για την πολιτική θέση που καταδικάζει το σοσιαλιστικό κόμμα γι’ αυτή τη συνεργασία. Η οποία θέση συναντά την αμερικανική επιδοκιμασία χωρίς άλλους, εμφανείς στο έγγραφο, υπολογισμούς για τις συνέπειες αυτής της «ενότητας» και συνεργασίας στα συνεργαζόμενα κόμματα και τους γενικούς πολιτικούς συσχετισμούς. Στη θέση τέτοιων πολιτικών υπολογισμών βρίσκεται στο έγγραφο η ίδια η περιγραφή της ονομαζόμενης «ιστορικής μεταβολής».

Αφετέρου, πρόκειται για την πολιτική αντίθεση από την άποψη του συνεπούς ρόλου ενός ΚΚ που δρα σε καπιταλιστική χώρα.

Είναι δυο διαφορετικά πράγματα η κριτική στους «σοσιαλιστές» για τη συμμετοχή κομμουνιστών στην κυβέρνησή τους και η κριτική στους κομμουνιστές για τη συμμετοχή τους σε μια «σοσιαλιστική» κυβέρνηση. 

Η κριτική της «αριστερής διανόησης» και της «νέας φιλοσοφίας», όπως εμφανίζεται στο έγγραφο, προέρχεται από την πρώτη αφετηρία.

[8] Ενδεικτικά, ως προς την πολιτική των ΗΠΑ στην Κεντρική Αμερική, μόλις πριν δυο χρόνια, 1983, είχε γίνει η στρατιωτική εισβολή των ΗΠΑ στη Γρενάδα, ενώ όλη τη δεκαετία του ’80 βρίσκεται σε εξέλιξη η πολιτική και υλική επεμβατική ενίσχυση (συνδεμένη και με το γνωστό σκάνδαλο «Ιρανγκέιτ») του πολέμου των «κόντρας» ενάντια στην επανάσταση των σαντινίστας στη Νικαράγουα.

Τα σχετικά αποσπάσματα του εγγράφου προϊδεάζουν για το τι εκτιμήσεις θα μπορούσε να διαβάζουμε μετά από λίγες δεκαετίες σε αποχαρακτηρισμένα έγγραφα που γράφονται σήμερα, για το βαθμό διευκόλυνσης που παρέχει π.χ. η στάση της ελληνικής διανόησης στην πολιτική των ΗΠΑ σε Μέση Ανατολή, ΝΑ Μεσόγειο, Βαλκάνια, ΒΑ Ευρώπη και, βεβαίως, Ελλάδα.

[9] Δεν είναι αβάσιμες, βέβαια, οι θριαμβολογίες του εγγράφου της ΚΥΠ των ΗΠΑ για το «νέο» στίγμα της «γαλλικής πνευματικής ορθοδοξίας» και την «λυδία λίθο της πνευματικής νομιμότητας», ούτε και αφορούν αφηρημένα την «σκέψη». Οι καρποί αυτής της «πνευματικής ορθοδοξίας» και «νομιμότητας» έγιναν εμφανείς στη διάρκεια των βομβαρδισμών της Γιουγκοσλαβίας, όταν η «νέα» γαλλική διανόηση, «αριστερή» και «δεξιά», στήριξε την ιμπεριαλιστική επίθεση έως το βαθμό της ιδεολογικής κακοποίησης των «συναδέλφων» της που αντιτάχθηκαν στη ΝΑΤΟϊκή επέμβαση.

Σύμπτωμα αυτής της «ορθοδοξίας» και «λυδίας λίθου» συνιστά και η αντιμετώπιση που δέχθηκε ο Ιγνάσιο Ραμονέ μετά την έκδοση του βιβλίου του «Φιντέλ Κάστρο. Βιογραφία σε δύο φωνές ή Εκατό ώρες με τον Φιντέλ»,  καρπός πέντε χρόνων καταγραφής και δουλειάς, και εκατοντάδων ωρών συζητήσεων με τον ηγέτη της κουβανικής επανάστασης. Ύστερα από τη γαλλική έκδοση του βιβλίου (2007), και απροσχημάτιστα εξαιτίας αυτής,  τερματίστηκε το ραδιοφωνικό του πρόγραμμα στη δημόσια γαλλική ραδιοφωνία, παύτηκε από διδάσκων στο πανεπιστήμιο Παρίσι 7, διώχθηκε από τη διεύθυνση της Le  Monde diplomatique και διακόπηκε γενικά η συνεργασία του με αυτήν. Έναν χρόνο πριν, μετά την πρώτη (ισπανική) έκδοση του βιβλίου (2006) είχε για τον ίδιο λόγο διακοπεί η συνεργασία του από τις εφημερίδες El Paíκαι Φωνή της Γαλικίας. Το ότι ο ίδιος ο Ιγνάσιο Ραμονέ αμύνεται απέναντι στους διώκτες του χαρακτηρίζοντας «σταλινικές» τις πρακτικές τους, ενδεχομένως πιστώνεται στους ίδιους ως μια ακόμη ιδεολογική «νίκη», αποτελώντας πτυχή της ίδιας «πνευματικής ορθοδοξίας», μέσω της οποίας το -περιβεβλημένο με δημοκρατικό τύπο – καθεστώς της δικτατορίας του  μονοπωλιακού κεφαλαίου πραγματώνεται στο πεδίο της ιδεολογίας.

Βλ., Ραμονέ: Ακριβά το πλήρωσα που έδωσα φωνή στον Φιντέλ Κάστρο

–>http://prensa-rebelde.blogspot.com/2016/12/blog-post_70.html

Ignacio Ramonet, Caro pagué por dar voz a Fidel Castro, Periódico La Jornada
Viernes 9 de diciembre de 2016, p. 48

–>https://www.jornada.com.mx/2016/12/09/mundo/048n1mun

[10] Τρία χρόνια (1981-1984) χρειάστηκε ο «σοσιαλισμός» για να «αποτύχει» στη Γαλλία. Στην Ελλάδα «απέτυχε» αυθημερόν (στις 18 σοσιαλισμός!) αν και η ζωή του παρατάθηκε για περίπου 30 χρόνια (1981-2010) με μικρά «καπιταλιστικά» διαλείμματα. Ενώ και η «αριστερά» της «1ης φοράς» χρειάστηκε μόνο λίγους μήνες από τον Ιανουάριο ως τον Αύγουστο του 2015 για να περάσει από τις «αυταπάτες» του «σχισίματος των μνημονίων με τη συμφωνία των εταίρων» στον πραγματισμό του 3ου μνημονίου και της επισφράγισης των δυο προηγούμενων, βοηθούμενη από την κοινοβουλευτική «αστική ευγένεια» των δεξιών «αντιπάλων» της.

[11] Στην κατεύθυνση της περιφερειακής («υποεθνικής» κατά το έγγραφο) διοικητικής («κυβερνητικής») κατάτμησης των εθνικών κρατών εντάσσονται και οι εγχώριες μεταρρυθμίσεις «Καποδίστριας», «Καλλικράτης» κλπ. Αυτή η «υποεθνική» κατάτμηση αποτελεί, ταυτόχρονα, οργανικό εξάρτημα της «υπερεθνικής»  πολιτικής κυριαρχίας των μονοπωλίων μέσω διακρατικών ιμπεριαλιστικών ενώσεων όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση κ.ά.

[12] Βέβαια ο «κλασικός» φιλελευθερισμός – της εποχής του ελεύθερου καπιταλιστικού συναγωνισμού – δεν είναι καθόλου «κλασικός» στην εποχή των μονοπωλίων. Η αντιγραφή και επικόλλησή του από τη μια εποχή στην άλλη ουσιαστικά συνεπάγεται ένα κοινωνικό τέρας που συνδυάζει την απάλειψη των κοινωνικών «πλεονεκτημάτων» του με τη διόγκωση των κοινωνικών αδιεξόδων του.

[13] Το ζήτημα αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία και από το γεγονός ότι η «νέα» (αν και… προπολεμική σύμφωνα με την εισαγωγική αφήγηση του εγγράφου) γαλλική «σκέψη» του 1985 αποτελεί και τη «σύγχρονη», «φρέσκια», «άφθαρτη», «νέα» κυβερνητική «σκέψη» της Ελλάδας του σήμερα.

Από το βήμα της 82ης Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, το 2017, ο (σημερινός πρωθυπουργός) Κυριάκος Μητσοτάκης,  αφού χαρακτήρισε «τεράστια πληγή» την «διεύρυνση των ανισοτήτων τα τελευταία χρόνια», αμέσως στη συνέχεια αναγόρευσε τις ανισότητες σε συστατικό της ανθρώπινης φύσης, λέγοντας επί λέξει:  «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση και όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη Δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα». Ιδού λοιπόν ο «εξισωτισμός» (το ιδεολογικό θεμέλιο της Γαλλικής Επανάστασης, το ουσιαστικό συστατικό κάθε δημοκρατίας που δεν έχει μετατραπεί σε άδειο κοινοβουλευτικό πουκάμισο) ως πηγή του «ολοκληρωτισμού».

–>https://nd.gr/nea/omilia-toy-proedroy-tis-neas-dimokratias-k-kyriakoy-mitsotaki-stin-82i-deth

Για μια ακριβέστερη καταγραφή των πραγματικών πολιτικο-ιδεολογικών συσχετισμών, σημειώνουμε ότι σε απάντησή του ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας δεν αμφισβήτησε τον ουσιαστικό πυρήνα του ιδεολογήματος Μητσοτάκη («δε ξέρω που το ‘χουν βρει αυτό γραμμένο»), αλλά υπεραμύνθηκε των «κατακτήσεων του σύγχρονου πολιτισμού μας» όπως «η αναδιανομή του πλούτου, η κοινωνική προστασία, η στήριξη των μικρών απέναντι στους μεγάλους, των ανίσχυρων απέναντι στους ισχυρούς».

–>https://www.avgi.gr/arheio/253719_al-tsipras-eimaste-edo-gia-na-kinisoyme-pros-ta-mpros-ton-troho-tis-istorias-video

Τον είχε όμως προλάβει ο αντίπαλός. Την «αντιεξισωτική» διακήρυξή του ο κ. Μητσοτάκης είχε αμέσως συμπληρώσει με την «διευκρίνιση» ότι «το μέρισμα ευημερίας πρέπει να μοιραστεί με όσο το δυνατόν πιο δίκαιο τρόπο», με διαβεβαιώσεις ότι «για εμάς η αλληλεγγύη είναι η άλλη όψη της ελευθερίας» και για την «αναγνώριση της κοινής μοίρας που δένει όλες τις Ελληνίδες και όλους τους Έλληνες»: μικρούς και μεγάλους, ανίσχυρους και ισχυρούς, όπως θα έλεγε και ο κ. Τσίπρας. Η κοινωνικοοικονομική ισότητα «αντίθετη στην ανθρώπινη φύση», καταστατικός κοινωνικός θεσμός επομένως «οι μικροί και οι μεγάλοι», οι «ανίσχυροι και οι ισχυροί»… Δε μένει παρά η δήθεν αντιπαράθεση για την «προστασία» και τη «στήριξη» των δε απέναντι στους μεν, για την «αλληλεγγύη» των δεύτερων προς τους πρώτους…

Απομένει επίσης το ερώτημα του κ. Τσίπρα,  «που το ‘χουν βρει αυτό γραμμένο». Ενδεχομένως το έχουν βρει γραμμένο στην έκθεση της CIA του 1985 για τη γαλλική διανόηση. Στη συνέχεια της οποίας, μάλιστα, εμφανίζονται ορισμένες επιφυλάξεις για τον «ελιτισμό» μιας ευθείας διακήρυξης του «αντιεξισωτισμού». Ωστόσο, στην κοινωνικο-οικονομική «ελίτ» απευθυνόταν ο κ. Μητσοτάκης με τη συγκεκριμένη ομιλία του στη ΔΕΘ. Επομένως, και «ολίγος ελιτισμός» εν προκειμένω δεν αντενδείκνυται.

[14] Στο περιεχόμενο μιας τέτοιου είδους αντιπαράθεσης, συνδεμένης με εντεινόμενες ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και επιδιώξεις, εντάσσεται πρόσφατα και η ηχηρή στοχοθέτηση θρησκευτικών αισθημάτων των μουσουλμανικών πληθυσμών εντός και εκτός Γαλλίας.

Η γαλλική άρχουσα τάξη, ενώ εξοστρακίζει την ισότητα από την πνευματική της «ορθοδοξία» και «νομιμότητα», ανεμίζει υπό όρους φάρσας τη σημαία της «ελευθερίας του (“ορθόδοξου” και “νόμιμου”) λόγου», εφόσον βέβαια δεν πρόκειται για  την εναντίωση στον βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας ή για τις συζητήσεις με το Φιντέλ.

Η κατασκευή του χρήσιμου εχθρού κρίνεται προφανώς «ωφέλιμη» για την προώθηση των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων στο εξωτερικό και την ένταση της αντιλαϊκής, αντεργατικής (αντιεξισωτικής!) καταστολής στο εσωτερικό.

Η «έμψυχη», – άθρησκη ή θρησκευόμενη, χριστιανική ή μουσουλμανική -, πρώτη ύλη της βιομηχανίας του ιμπεριαλιστικού πολέμου,  πρέπει να πειστεί, ότι ο καυγάς δεν αφορά ενεργειακά κοιτάσματα και αγωγούς, αλλά τα γένια του προφήτη και τη ζωγραφική τους. Ότι πρόκειται για αναβίωση του πολέμου μεταξύ εικονολατρίας και εικονομαχίας, κι όχι για την αρπαγή των πηγών του κοινωνικού πλούτου.

[15] «Ομάδα Έρευνας και Μελέτης Ευρωπαϊκού Πολιτισμού» και «Λέσχη του Ρολογιού». Οργανισμοί της «νέας δεξιάς» διανόησης προσδιοριζόμενοι ως «δεξαμενές σκέψης» με ακροδεξιό (αν και «μεταμοντέρνο») θεωρητικό λόγο και πρακτική «εισοδισμού» στα κέντρα άσκησης της αστικής πολιτικής.

[16] Εν προκειμένω, όταν διαβάζουμε «ελιτισμός» μπορούμε να εννοήσουμε και τα μη ελκυστικά για τις μάζες ιδεολογήματα, τα οποία ναι μεν εκφράζουν την ταξική αλήθεια των εκφραστών τους, αλλά δημιουργούν ορισμένη δυσκολία στην ιδεολογική ενσωμάτωση των εργαζομένων καθώς και του τμήματος της διανόησης που υπηρετεί – με τις απόψεις του – τη λειτουργία αυτής της ενσωμάτωσης.

Έτσι και στη συνέχεια του κειμένου, η μεταφυσική χριστιανική ισότητα ενώπιον του Θεού δεν προκαλεί πρακτικές πολιτικές δυσκολίες, επομένως δεν συντρέχει άμεσος λόγος μεταφυσικών ιδεολογικών μετώπων που ενδεχομένως προσκρούουν σε «προλήψεις» του βασικού συντηρητικού target group, παρότι, στο δευτερεύον «αριστερό» target group ενδεχομένως θα ασκούσαν μια απατηλή γοητεία.

Συχνά, άλλωστε, είναι για τον κυρίαρχο αστικό λόγο αποδοτικότερη η ανάπτυξη των θεωρητικών ιδεολογημάτων στη βάση ενός σιωπηρού αλλά ήδη διατυπωμένου θεμελιακού υπόβαθρου, παρά η εξασθένηση της επίδρασης των ιδεολογημάτων χάριν επαναλαμβανόμενης εμμονής στο υπόβαθρο που προκαλεί δυσάρεστα ιδεολογικά αντανακλαστικά.

Κατά τα άλλα ο «τελικός στόχος» είναι διατυπωμένος: κάποιοι «υπερέχουν ουσιαστικά» από τους υπόλοιπους, πράγμα το οποίο η κοινωνία οφείλει να  αναγνωρίσει πολιτικά. Η «ουσιαστική υπεροχή» της «ελίτ» στο κοινωνικό βασίλειο, δεν προτίθεται πάντως να αφήσει χάρισμα στα κατώτερα όντα ούτε την «βασιλεία των ουρανών»: Όχι η «τεχνητή ισότητα» αλλά η «ουσιαστική υπεροχή κάποιων» οφείλει να εξουσιάζει τόσο την πολιτική και την οικονομία όσο και το κοινωνικό πνεύμα…

[17] Στο προηγούμενο παράθεμα, πριν την αναφορά στον Ρ. Αρόν, αφαιρέσαμε μια αναφορά του εγγράφου στον Ρ. Ντεμπραί κρίνοντάς την, στο σημείο εκείνο, εμβαλωματική και ικανή να προκαλέσει σύγχυση, αφού η κριτική του Ντεμπραί αφορά όχι τη «νέα δεξιά», που είναι εκεί το θέμα, αλλά τη «νέα αριστερά» και τους «νέους φιλοσόφους» της. Την παραθέτουμε στο μέρος το σχετικό με την «ύφεση της πνευματικής ζωής».

[18] «Εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει κι η μοναξιά», ήταν η ελληνική (ορθόδοξη και «πνευματώδης») εκδοχή της «φυγής από την ιδεολογία» την ίδια χρονική περίοδο, στην οποία αναφέρεται το έγγραφο. Η αντίστροφη τοποθέτηση, «εκτός από τη μοναξιά υπάρχει κι ο ιμπεριαλισμός», προφανώς δεν διέθετε ποτέ «ορθόδοξα» πιστοποιητικά, τουλάχιστον από αυτά που εκδίδουν έγγραφα σαν και αυτό. Φυσικά, την «φυγή από την ιδεολογία» ακολουθεί είτε, κατ’ εξαίρεση, ο ατομικός αναχωρητισμός είτε, κατά κανόνα, ο «πραγματισμός» της ατομικής προσαρμογής και της (επιτυχούς ή ανεπιτυχούς) επιδίωξης ατομικού οφέλους από την πραγματικότητα, όποια κι αν είναι αυτή. 

[19] «Σοφοί», «savants», με πλάγια έμφαση στο πρωτότυπο, όπως και στα σημεία όπου υπάρχουν αναφορές στον Ρεζί Ντεμπραί. Διακινδυνεύοντας μια ερμηνεία,  ίσως να πρόκειται για επιτηδευμένη εννοιολογική απόχρωση της αγγλικής ή της αμερικάνικης αγγλικής, μια απόχρωση (savant) πολιτισμικά πιο «αρχαϊκή» από ό,τι του διανοούμενου (intellectual), και η έμφαση να ανταποκρίνεται στον ενεργό ιδεολογικό ρόλο του εγγράφου: Οι κομμουνιστές, οι αντίπαλοι του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού,  μπορούν να είναι «πολύξεροι», μπορούν να είναι «σοφοί του καφενείου», το να κατέχουν όμως τον «υψηλό» τίτλο του «διανοούμενου» προσκρούει στην «πνευματική ορθοδοξία και νομιμότητα» που «λυδία λίθος» και μέρος της είναι ο αντικομμουνισμός, ο αντισοβιετισμός, ο «αντιολοκληρωτισμός».

[20]. Παρά το συζητήσιμο πλευρών αυτού του σημείου, όπως και άλλων στο έγγραφο, στις πραγματικές αιτίες των πραγματικών φαινομένων, θα πρέπει, πέραν και της ιδεολογικής «πίεσης» που σημασιοδοτούν οι όροι πνευματική «ορθοδοξία» και «νομιμότητα»,   να υπολογιστούν και άλλοι παράγοντες,  όπως ο οπορτουνισμός, η τάση «σοσιαλδημοκρατικοποίησης» μέσω του ευρωκομμουνισμού, επομένως ορισμένος βαθμός άρρητης οικειοποίησης των βάσεων της πολεμικής.

[21] Το έγγραφο δεν παραλείπει μια εκτίμηση για «ζητήματα που μπορούν να κρατήσουν τους διανοούμενους σε τριβή»: Τέτοια είναι: Η ανάμιξη στην πολιτική – χαρακτηριστικό των αριστερών – αλλά όχι κομματική ή ιδεολογική ανάμιξη. Το ιδεολογικό ζήτημα της Γαλλικής πολιτιστικής ταυτότητας, «στενά δεμένης με τα συναισθηματικά ζητήματα των ξένων επιρροών στη Γαλλία, της μετανάστευσης και του ρατσισμού»«Αντι-μεταναστευτική ρητορική και ρατσισμός συνδεμένα με την άνοδο του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου γαλβάνισαν  πολλούς αριστερούς διανοούμενους στη δράση, κυρίως σε διαμαρτυρίες στους δρόμους οργανωμένες από μια αντιρατσιστική ομάδα αποκαλούμενη ΣΟΣ Ρατσισμός».

Κατά τα άλλα (το έγγραφο) ψυχρά παραθέτει τι μπορεί να ενδιαφέρει την πολιτική των ΗΠΑ σε σχέση με τη γαλλική πολιτική και την μελλοντική επιρροή της «νέας αριστεράς» σ’ αυτήν: Στήριξη προσπάθειας μετριοπαθών σοσιαλιστών για κεντροαριστερή συμμαχία και αντίθεση σε κάθε προσπάθεια σκληρής γραμμής σοσιαλιστών για «ενότητα της αριστεράς» (εντός εισαγωγικών στο πρωτότυπο) με το κομμουνιστικό κόμμα στις επικείμενες εκλογές. Η δραστηριότητα της νέας αριστεράς πιθανά θ’ αυξήσει τις διαφωνίες μεταξύ των δυο αριστερών κομμάτων και στο εσωτερικό του  Σοσιαλιστικού Κόμματος καθώς και την εκλογική αποστασία από αμφότερα τα στρατόπεδα, σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό.


«Πιο ελεύθεροι στον κομμουνισμό»

Από Το Περιοδικό αναδημοσιεύω τη συνέντευξη του Milan Kohout που, όπως μαθαίνω κι εγώ, «μαζί με τον Kundera ήταν οι πιο προβεβλημένοι καλλιτέχνες της Άνοιξης της Πράγας». Δεν θα μπορούσα, βέβαια, να συμφωνήσω με την κάθε λέξη, ίσως ούτε και με την γενική «γραμμή» που προτείνεται για το σήμερα βασισμένη λ.χ. στο επίθετο «δυτικός» δίπλα στη λέξη ιμπεριαλισμός,  ή στο ότι το λάθος στρατόπεδο είναι η «Δύση» και όχι ο καπιταλισμός. Δεν θα συμμεριζόμουν, επίσης, την αίσθηση του «παράδοξου» για το γεγονός ότι στα χρόνια του «ψυχρού πολέμου» η «Δύση» προωθούσε σαν ομάδα αντικομμουνιστών μια ομάδα που «στην πραγματικότητα ήταν υποστηρικτές αριστερών αξιών»… Στην πραγματικότητα εκείνα τα χρόνια η «Δύση» χρησιμοποιούσε σαν ιδεολογική αιχμή του αντικομμουνισμού το «αριστερό» σύνθημα «ούτε ΝΑΤΟ ούτε Βαρσοβία», ακόμα και σε περιπτώσεις κρατών όπως η Ρουμανία, η Γιουγκοσλαβία ή και το Ιράκ κ.ά., τα οποία αμέσως μόλις έγινε η δουλειά βρέθηκαν πρώτα-πρώτα στο ιμπεριαλιστικό στόχαστρο.  Οπότε και τα όσα περιγράφονται στη συνέντευξη που ακολουθεί δεν είναι παρά καρποί του γεγονότος ότι η «αριστερη» αντιπολίτευση αυτής της κατεύθυνσης έπιασε το πλάνο της κατά 50% μόνο… Όμως πρόσφατα το ξαναείπαμε: Manhattan first

Κατά τα άλλα, δεν θέλω να είμαι άδικος: Η ανατροπή του σοσιαλιστικού συστηματος στην Ανατολική Ευρώπη κατά τη γνώμη μου δεν προήλθε κατά κύριο λόγο από τους «διαφωνούντες», αλλά μέσα από το ίδιο του το πολιτικό εποικοδόμημα, μέσα από τους κόλπους της κομματικής και της κρατικής ηγεσίας, δηλαδή, κατά μία έννοια, από τους «συμφωνούντες». Κι αν υπήρχαν οι κοινωνικοπολιτικές δικλείδες ώστε τέτοιου είδους «συμφωνούντες» να μην επικρατούσαν στο τιμόνι της εξουσίας των σοσιαλιστικών χωρών, τότε θα ήταν ζήτημα και το αν κάποιες «διαφωνίες» π.χ. γύρω από την «πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες ή σε ορισμένα πολιτιστικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων ταινιών» θα μπορούσαν να ενσωματωθούν στην αντικομμουνιστική στρατηγική του ιμπεριαλισμού ή θα μπορούσαν με όρους αντιπαράθεσης να αποτελέσουν στοιχεία αναπαραγωγής στη σφαίρα της της αισθητικής, της ιδεολογίας, της πολιτικής μέσα στα πλαίσια του σοσιαλιστικού συστηματος.

Διότι όπως αποδείχνεται, όταν η υπεράσπιση του «κύριου» κάποτε γίνεται (αναγκαστικά;) σε βάρος μιας πλειάδας «δευτερευόντων», τότε ενδέχεται να έρθει μια στιγμή που αυτά τα δευτερεύοντα μετατρέπονται από ποσότητα σε ποιότητα και, σαν τέτοια, σε «κύριο». Με το πραγματικά κύριο να παίρνει τη θέση του «δευτερεύοντος» τουλάχιστον για τόσο όσο χρειάζεται ώστε να επισφραγιστεί από «νέες» σχέσεις εξουσίας ο εξοβελισμός του. Μπερδεμένο;

Εν πάση περιπτώσει η αναδημοσίευση αφιερωνεται στην «αριστερά» της «Δύσης», που όχι μόνο αρνείται επίμονα να αποδεχτεί τα «στοιχειώδη» συμπεράσματα που διατυπώνονται στη συνέντευξη, αλλά δεν παραλείπει και να πλειοδοτεί στη συκοφάντηση των κατακτήσεων της εργατικής τάξης που υλοποιήθηκαν από το σοσιαλιστικό σύστημα στην Ανατολική Ευρώπη και την ΕΣΣΔ στη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Ακολουθεί η συνέντευξη:

******

Γράφει: Andre Vltchek. Μετάφραση: Ιωάννα Προκόπη – Γιώργος Μιχαηλίδης – ΑΝΘΡΩΠΟΙ, Συνεντεύξεις – 03/12/2014

O Milan Kohout μαζί με τον Kundera ήταν οι πιο προβεβλημένοι καλλιτέχνες της Άνοιξης της Πράγας. To περιοδικό counterpunch δημοσίευσε μία συνέντευξή του με τον Andre Vltchek*, την οποία μεταφράσαμε και αναδημοσιεύουμε, κυρίως γιατί εκφράζει μια άποψη που δεν είναι εύκολο να διαβάσει κάποιος αλλού. 

Ο Milan Kohout είναι στοχαστής, καλλιτέχνης, και καθηγητής. Γεννήθηκε στην Τσεχοσλοβακία, όπου και έζησε πριν από την υπογραφή της «Χάρτας του 77», μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου και έγινε πολιτογραφημένος πολίτης των ΗΠΑ. Ο Kohout απογοητεύτηκε πλήρως με τον καπιταλισμό, και το Δυτικό καθεστώς. Για δεκαετίες κάνει παρουσιάσεις σε όλο τον κόσμο, έρχεται αντιμέτωπος με τον δυτικό ιμπεριαλισμό, τον ρατσισμό, τον καπιταλισμό και όλες τις θρησκείες του κόσμου, ιδιαίτερα τον Χριστιανισμό.

Η συζήτηση έλαβε χώρα στις 12 Οκτωβρίου 2014, στο Klikarov, ένα μικρό χωριό στη Δυτική Βοημία. Ο Vltchek ήρθε στην Τσεχία, προκειμένου να δώσει μία πολιτική διάλεξη στη Σχολή Φιλοσοφίας και Τέχνης στην πόλη του Πίλσεν, όπου ο Kohout διδάσκει. Και οι δύο τους κατευθύνθηκαν σε ένα μικρό και απομακρυσμένο χωριό της Klikarov, στη Δυτική Βοημία, όπου κάθονταν δίπλα σε μια λίμνη, και συνομίλησαν για την τοξικότητα του Δυτικού ιμπεριαλισμού, του καπιταλισμού και της Ευρωπαϊκής/ Αμερικανικής προπαγάνδας.

***

ANDRE VLTCHEK (AV): Είστε από τους λίγους καλλιτέχνες στη Δύση που έχετε ¨δράση¨ κατά του δυτικού ιμπεριαλισμού, του αχαλίνωτου καπιταλισμού, και ενάντια στις θρησκείες. Πώς και πότε επιλέξατε αυτή τη συγκεκριμένη μορφή τέχνης;

MILAN KOHOUT (MK): Προφανώς από τότε που ήμουν μέρος της λεγόμενης «Δεύτερης Κουλτούρας»,  της Τσεχικής UNDERGROUND, η εποχή που ονομάστηκε από τη Δύση «ολοκληρωτικό σύστημα» ή, τo Τσεχοσλοβακικό Σοσιαλιστικό σύστημα. Η «Δεύτερη Κουλτούρα» ήταν το κίνημα που διαμόρφωσε τη δική μας δημιουργικότητα καθώς και την έννοια της τέχνης. Εκείνες τις ημέρες είχαμε «εκδιωχθεί» από την επίσημη κουλτούρα, ή από την «Πρώτη Κουλτούρα». Γι” αυτό και επαναστατήσαμε. Ήταν ένα βαθύ πολιτικό κίνημα εξ ορισμού, το οποίο παρήγαγε πολιτική τέχνη.

AV: Λέτε συχνά, και πολύ σωστά, ότι όσοι από εσάς υπέγραψαν την «Χάρτα του 77″, και συμμετείχαν στο underground / αντιπολιτευτικό κίνημα κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ήταν στην πραγματικότητα σοσιαλιστές, ακόμη και κάποιοι μαρξιστές. Αυτό περιλαμβάνει και εσάς. Σίγουρα είστε ένας αριστερός διανοούμενος. Αυτό είναι παράδοξο: η Δύση σας «πουλούσε», σας προωθούσε σαν ομάδα αντι-κομμουνιστών. Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για αυτό το παράδοξο;

MK: Υπήρξε, βέβαια, αυτό το παράδοξο, ένα μεγάλο παράδοξο, επειδή οι περισσότεροι από το underground κίνημα, της «δεύτερης κουλτούρας», ήταν στην πραγματικότητα υποστηρικτές αριστερών αξιών. Για παράδειγμα, μοιραζόμασταν τα πάντα αντί να συλλέγουμε πράγματα. Πιστεύαμε στην κοινή ιδιοκτησία της περιουσίας και των μέσων παραγωγής. Αλλά ποτέ δεν το σκεφτήκαμε από μια θεωρητική οπτική γωνία – δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ότι φιλοσοφικά οι αξίες μας ήταν πραγματικά αριστερές. Έτσι, ενώ παλεύαμε ενάντια στην λεγόμενη κομμουνιστική κυβέρνηση, ήμασταν στην πραγματικότητα κομμουνιστές! Παρεμπιπτόντως, όταν το λέω αυτό στους συντρόφους/συναδέλφους μου της «Χάρτας του 77» που δεν εγκατέλειψαν ποτέ τη χώρα τσαντίζονται πολύ – δεν θέλουν να το παραδεχτούν.

AV: Ακόμη έχετε πει ότι ο Vaclav Havel, ο οποίος μετά από κάποιο σημείο ξεπουλήθηκε τελείως και άρχισε να υποστηρίζει τον Δυτικό ιμπεριαλισμό – πήγε στην Ουάσιγκτον, όπου έδωσε δουλοπρεπείς ομιλίες με αντάλλαγμα καλύτερα σχόλια από τους εκπροσώπους του καθεστώτος –  ακόμα και ο Havel, όταν ήταν μέλος του κινήματός σας, στην πραγματικότητα μοιραζόταν  τα ίδια αριστερά ιδεώδη.

MK: Μα φυσικά! Μερικές από τις φιλοσοφικές απόψεις του ήταν πραγματικά μαρξιστικές!

AV: Τι συνέβη λοιπόν; Πώς και άνθρωποι σαν κι αυτόν άλλαξαν πραγματικά;

MK: Μετά την επανάσταση ήμουν πολύ περήφανος για τον Βάτσλαβ Χάβελ, γιατί διακήρυξε δημοσίως ότι δεν επρόκειτο να ζήσει στο προεδρικό μέγαρο. Ζούσε στο σεμνό διαμέρισμά του, οδηγούσε καθημερινά το αυτοκίνητό του στο γραφείο του … ένιωσα ότι είχε γίνει ένα θαυμάσιο πρότυπο…

AV: Οδηγούσε ακόμη και το ποδήλατό του γύρω από το Προεδρικό μέγαρο…

MK: Ναι … Έγινε κάτι σαν αληθινός «λαϊκός ήρωας», ή «Πρόεδρος του λαού». Μετά κάτι άλλαξε στο μυαλό του … Ίσως να ευθύνεται μερικώς το γεγονός ότι ιστορικά ήταν από μια αστική οικογένεια.

AV: Μία από τις πλουσιότερες στην Πράγα …

MK: Ναι, από μια πολύ, πολύ πλούσια αστική οικογένεια … Και φυσικά συνήθιζε να λέει ότι «δεν θέλω να ανακτήσω την περιουσία και την κοινωνική θέση της πρώην οικογένειας μου», αλλά κάτι άλλαξε. Υποθέτω ότι οι σύμβουλοι, αφού έγινε Πρόεδρος, άρχισαν να του «βάζουν» ιδέες ότι αν συνεχίσει να ζει με αυτό τον «αριστερό τρόπο ζωής», θα παρεμβαίνει στην καπιταλιστική κατεύθυνση που κινείται η χώρα. Πιθανότατα να του είπαν ότι θα θεωρηθεί υπονομευτής της «ελευθερίας» και της «οικονομικής ανάπτυξης» … Και, επίσης, η υψηλή πολιτική θέση διαφθείρει… Και έτσι άρχισε να αλλάζει, αργά αλλά σταθερά. Άρχισε να μαζεύει όλες τις πρώην ιδιοκτησίες της οικογένειάς του, από τις λεγόμενες «επιστροφές». Άρχισε να υποστηρίζει την υποστήριξη της ιμπεριαλιστικής εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, γεγονός που βρήκα εξαιρετικά ντροπιαστικό … Στη συνέχεια, κάτι ακόμα πιο παράξενο συνέβη: έχασε την επαφή με την πραγματικότητα: άρχισε να ζει σε ένα θερμοκήπιο των επίλεκτων, ή κάτι τέτοιο.

AV: Και έρχομαι τώρα στο θέμα που συζητήσαμε και νωρίτερα: ανεξάρτητα από τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Τσεχοσλοβακία στη Σοβιετική εποχή, η χώρα ήταν στο πλευρό των καταπιεσμένων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Οι Τσέχοι και Σλοβάκοι μηχανικοί, γιατροί, δάσκαλοι – έκαναν απίστευτη δουλειά για την ανθρωπότητα, για τους ανθρώπους στην Αφρική, την Ασία …

MK: Όπως κάνουν οι Κουβανοί…

AV: Ναι. Αλλά τώρα, κοιτώντας πίσω, κατά τη διάρκεια της κομμουνιστικής εποχής φαίνεται ότι ένα μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων, στην πραγματικότητα, ονειρευόταν να ενωθεί με την Δύση και έμμεσα ή ακόμα και άμεσα, να γίνει μέρος του παγκόσμιου καταπιεστικού μηχανισμού. Τώρα, όταν τόσοι πρώην προοδευτικοί διαφωνούντες μεταστράφηκαν, όπως έκανε Havel, τώρα που η χώρα χωρίστηκε στα δύο, τώρα που εντάχθηκαν με αποφασιστικότητα στις δυτικές ιμπεριαλιστικές και οικονομικές δομές, είναι προφανές ότι πια η Τσεχία και η Σλοβακία δεν κάνουν απολύτως τίποτα θετικό για τον κόσμο. Είναι οι άνθρωποι ευχαριστημένοι; Είναι αυτό που πραγματικά ήθελαν;

MK: Ακόμη και εδώ, γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τις «ξένες επενδύσεις». Πραγματικά δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει στο μυαλό των ανθρώπων εδώ στην Τσεχία. Φυσικά, ορισμένα «επιλεγμένα τμήματα της κοινωνίας», αυτοί που κατέχουν κάτι, οι λεγόμενοι επιτυχημένοι στις επιχειρήσεις, αυτοί που έχουν γίνει πολύ πλούσιοι, είναι φυσικά πολύ ευχαριστημένοι με αυτή την κατεύθυνση. Και αυτοί οι άνθρωποι κατέχουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και προωθούν αυτό το δεξιό σύστημα. Αλλά νομίζω ότι οι φτωχοί άνθρωποι αρχίζουν να ξυπνούν από το όνειρό τους, ότι «εάν μπορούσαν να απελευθερωθούν από το ολοκληρωτικό σύστημα», θα ζούσαν μια «ελεύθερη ζωή», θα ήταν μια «χαρούμενη ύπαρξη». Κανένα από αυτά τα όνειρα δεν έχει πραγματοποιηθεί.  Για τους περισσότερους, η ζωή τώρα είναι πολύ πιο φρικτή από ό, τι ήταν στο σοσιαλισμό.

AV: Όταν λέτε φρικτή, πρέπει να θυμόμαστε ότι η Τσεχία εξακολουθεί να είναι μια πολύ πλούσια χώρα. Και αυτό, τουλάχιστον για τους ίδιους τους πολίτες της, προσφέρει ένα είδος Σοσιαλδημοκρατικού στρώματος, ένα μαξιλάρι … Υπάρχει δωρεάν ιατρική φροντίδα σχετικά υψηλής ποιότητας, δωρεάν παιδεία, επιδοτούμενος πολιτισμός, άριστη και φθηνή δημόσια συγκοινωνία σε όλη τη χώρα. Τι άλλαξε προς το χειρότερο;

MK: Πριν από τη λεγόμενη «Βελούδινη Επανάσταση», οι άνθρωποι παραπονιούνταν ότι δεν έχουν πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες ή σε ορισμένα πολιτιστικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων ταινιών. Δεν είχαν τη δυνατότητα να ταξιδέψουν στο εξωτερικό όποτε ήθελαν και τα λοιπά. Αλλά δεν συνειδητοποιούν ότι η αξιοπρέπεια της ζωής τους ήταν πολύ, πολύ καλύτερη τότε από ό, τι είναι σήμερα. Δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι όταν εισερχόταν ο καπιταλισμός, θα άρχιζαν να αισθάνονται άγχη/αγωνίες, πολύ βαθιές υπαρξιακές αγωνίες… Θα άρχιζαν να τρομοκρατούνται ότι θα χάσουν τη δουλειά τους.

Τώρα αναγκάζονται να πουλήσουν την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας τους. Τώρα πρέπει να φιλήσουν τους κώλους των αφεντικών τους, πολύ περισσότερο από ό, τι έπρεπε με τον κομμουνισμό. Είναι πολύ ενδιαφέρον, οι άνθρωποι που είχαν ορισμένα πλεονεκτήματα, τα οποία φυσικά δημιουργήθηκαν, χτίστηκαν και καθορίστηκαν από το σοσιαλιστικό κίνημα σε όλη την ιστορία… κάπως ξεχάστηκαν,  αυτές οι αξίες και τα πλεονεκτήματα, ότι…

AV: Τα πήραν ως δεδομένα..

MK: Όντως τα πήραν ως δεδομένα… Δεν συνειδητοποιούν καν ότι είχαν κάποια σπουδαία πράγματα, ότι είχαν καλή ζωή. Ξαφνικά, όταν άρχισαν να τα χάνουν, συνειδητοποίησαν ότι κάτι πηγαίνει τρομερά λάθος. Μερικοί άνθρωποι είναι τώρα πολύ απογοητευμένοι. Πέρασα ένα χρόνο στη Μοραβία με τη σύζυγό μου. Έχει το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στη χώρα, και μπορείτε να ακούσετε πολλά παράπονα εκεί. Είναι πολύ ενδιαφέρον: αυτή η μετάβαση από ένα σοσιαλιστικό καθεστώς σε ένα καπιταλιστικό σύστημα. Στο σοσιαλισμό, η Τσεχοσλοβακία παρήγαγε κυριολεκτικά τα πάντα, από βελόνες μέχρι αμαξοστοιχίες.

AV: Πυρηνικούς αντιδραστήρες, αεροπλάνα, μεγάλα ποταμόπλοια…

MK: Ναι! Τα πάντα … Από πυρηνικούς αντιδραστήρες μέχρι ρούχα: τα πάντα παράγονταν εδώ. Τα τρόφιμα παράγονταν εδώ. Ήταν μια αυτοσυντηρούμενη χώρα.Τώρα όλα έχουν αλλάξει! Όλες οι εθνικές βιομηχανίες έχουν φύγει. Έχουν πωληθεί ή κλαπείαπό εκείνους…

AV: ή υποβαθμιστεί. Η αεροπορική βιομηχανία έχει φύγει. Εργοστάσια πουχρησιμοποιούνταν για την εξαγωγή μηχανών σε όλο τον κόσμο έχουν αγοραστεί απότη Δυτικές πολυεθνικές και παράγουν τώρα βαγόνια…

MK: Ναι… Τα πάντα έχουν φύγει, και αφού έχουν ιδιωτικοποιηθεί, η παραγωγή μεταφέρθηκε στα ανατολικά, και η λεγόμενη Δυτική «επένδυση» εγκαταστάθηκε στη χώρα, δημιουργώντας «εργάτες-σκλάβους» και τεράστιες αίθουσες παραγωγής όπου οι άνθρωποι εργάζονται όπως στις ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν, όπως στην ταινία «Μοντέρνοι Καιροί». Και είναι στ” αλήθεια κρίμα που οι άνθρωποι δεν κατανόησαν τι σημαίνει η λέξη “ελευθερία”.

AV: Υποστηρίζετε ότι υπήρχε περισσότερη ελευθερία εδώ, 30 χρόνια πριν απ” ότι τώρα;

MK: Εξαρτάται για ποιον. Αλλά συνήθιζα να λέω στους φοιτητές μου στο πανεπιστήμιο Tufts στη Βοστόνη, όταν με ρωτούσαν “πότε ένιωθα πιο ελεύθερος”…λοιπόν, πάντοτε τους έλεγα: “Κατά τη διάρκεια του “ολοκληρωτικού συστήματος” στην Τσεχοσλοβακία!”

AV: Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, κατά τη διάρκεια του επονομαζόμενου ολοκληρωτικού συστήματος… Βλέπουμε τα ίδια στην Κίνα, τώρα. Εσείς δώσατε παραστάσεις στην Κίνα και η δουλειά μου επίσης, προβάλλεται συχνά εκεί. Υπό πολλές έννοιες, οι καλλιτέχνες εκεί είναι πιο ελεύθεροι απ” ότι στη Δύση. Στο Πεκίνο, οι καλλιτέχνες καταπιάνονται με αρκετά πιο σημαντικά ζητήματα και έχουν τεράστια επίδραση στην κοινωνία, σε σχέση με αυτούς που δουλεύουν στο Λονδίνο ή τη Νέα Υόρκη.

MK: Ναι, το γνωρίζω αυτό κι από τη δική μου εμπειρία. Ήμουν επιμελητής σε ένα μεγάλο φεστιβάλ τεχνών του θεάματος στο Πεκίνο πριν 4 χρόνια. Είχα μείνει έκπληκτος με το πόσο κριτικό ήταν μέρος των όσων παρουσιάστηκαν εκεί. Ταυτόχρονα διάβαζα στα δυτικά μήντια ότι η κομμουνιστική Κίνα λογοκρίνει, στέλνει ανθρώπους στη φυλακή εξαιτίας των κριτικών τους φωνών κλπ. Όλα αυτά ήταν αρκετά διαφορετικά απ” αυτά στα οποία έγινα μάρτυρας εκεί.

AV: Επίσης, απ” την εμπειρία μας στην Τσεχοσλοβακία… προσπαθώ να ενώσω αυτά τα κομμάτια… Στην Τσεχοσλοβακία, όπως επισημάνατε νωρίτερα, οι άνθρωποι διαμαρτύρονταν ότι μερικά είδη πληροφορίας δεν ήταν διαθέσιμα. Αλλά επίσης, την ίδια στιγμή, η πληροφορία στην κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία είχε σημασία. Τη σημερινή ημέρα, στη φιλο-δυτική και καπιταλιστική Τσεχική Δημοκρατία, η πληροφορία σημαίνει πολύ λίγα και οι άνθρωποι μπορούν στην πραγματικότητα ν” αλλάξουν πολύ λίγα, ακόμα κι αν έχουν πρόσβαση στην πληροφορία.

MK: Στον σοσιαλισμό, που η Δύση ονόμαζε “ολοκληρωτικό σύστημα” οι άνθρωποι διαμαρτύρονταν… Εμείς διαμαρτυρόμασταν… Αλλά πάντοτε βρίσκαμε έναν τρόπο να βρούμε τις πληροφορίες που ψάχναμε. Και ήμαστε πολύ ενεργητικοί στη λήψη πληροφοριών. Κι έπειτα δίναμε αξία σ” αυτό που λαμβάναμε. Στ” αλήθεια μελετούσαμε την πληροφορία, την επεξεργαζόμασταν στ” αλήθεια. Κι είχαμε άφθονο χρόνο. Είχαμε την αληθινή πολυτέλεια του χρόνου, στο σοσιαλιστικό σύστημα. Κι έτσι μπορούσε ν” απολαύσεις την ανάγνωση βιβλίων, την ακρόαση μουσικής, την παρακολούθηση ταινιών…

AV: Μερικές φορές ακόμα και στον χώρο εργασίας -γιατί απ” ό,τι φαίνεται κανείς δεν εργαζόταν πολύ σκληρά.

[Γέλια κι απ’ τους δυο]

MK: Λοιπόν, το νόημα της ζωής δεν είναι κάποιου είδους εργασία τύπου σκλαβιάς, έτσι δεν είναι; Θεωρητικά, ήταν κομμάτι εκείνου του σοσιαλιστικού ή κομμουνιστικού συστήματος – να ανεβάσει το επίπεδο της ζωής. Έτσι, όλα ήταν περί της ποιότητας της ζωής, αλλά όχι απαραίτητα για την ποσότητα των αγαθών που καταναλώνονταν. Από την άλλη πλευρά, το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα βασίζεται στις “αγορές”. Οι ιδεολόγοι του λένε ότι ένα τέτοιο σύστημα παρέχει περισσότερα αγαθά. “Πράματα”, ξέρετε… Ναι, μόνο που το τίμημα είναι ότι η ποιότητα της ζωής μειώνεται δραματικά.

AV: Και τότε έχει 3 αμάξια, 5 τηλέφωνα αλλά δεν τα χρειάζεσαι πραγματικά.

MK: Δεν τα χρειάζεσαι, και δεν έχει χρόνο για να ζήσεις. Είσαι μονίμως τρομοκρατημένος μη χάσεις τη δουλειά σου ή πολλά άλλα πράγματα.

AV: Κι έτσι πολεμάς όλα αυτά τα πράγματα, και χρησιμοποιείς την τέχνη σου, τις παραστάσεις σου για να επιτεθείς στην ανοησία της ζωής στον καπιταλισμό. Επίσης, επιτίθεσαι στα θρησκευτικά δόγματα τα οποία συνδέονται πολύ στενά με όλο αυτό -με την εξουσία, την εκμετάλλευση, την καταπίεση… Και επιτίθεσαι στον ιμπεριαλισμό. Τι ανταπόκριση παίρνεις απ” όλη την υφήλιο, επειδή δεν δίνεις παραστάσεις μόνο εδώ, αλλά επίσης στις ΗΠΑ, σε όλη την Ευρώπη, την Κίνα, το Ισραήλ και πολλά άλλα μέρη. Γεμίζεις ένα κενό; Νιώθεις ότι οι άνθρωποι προσδοκούν μια τέτοια τέχνη, τέτοιες πολιτικές και “ταμένες” παραστάσεις;

MK: Έτσι νομίζω. Έχω πάρει πολλές θετικές ανταποκρίσεις, ένα γεγονός που βασικά μου δίνει την ώθηση για να συνεχίσω. Μερικές φορές οι άνθρωποι απλά με πλησιάζουν στο δρόμο και λένε: “Η τέχνη σου είναι σπουδαία. Διευρύνει την αντίληψή μας σχετικά μ” αυτή και μ” εκείνη την ανοησία!” Ούτε που ξέρω πόσοι άνθρωποι επηρεάζονται απ” τα κομμάτια μου…

Οι παραστάσεις μου, η τέχνη μου, είναι επίσης αποτέλεσμα της επονομαζόμενης “δεύτερης κουλτούρας”. Είναι μια μορφή τέχνης, που δεν απαιτεί μεγάλη χρηματοδότηση. Δεν απαιτεί μόνιμους τόπους, όπως θέατρα, όπου να προβάλλεται. Είναι μια μορφή τέχνης, η οποία χρησιμοποιεί κυρίως το ίδιο σου το θέμα, κι έχεις το σώμα σου διαθέσιμο για σένα πάντα. Η παράσταση δίνεται στο πλαίσιο της ίδιας της ζωής: στους δρόμους ή σε σιδηροδρομικούς σταθμούς. Έτσι, είσαι μέρος αυτής της ζωής και δημιουργείς καταστάσεις, ευαισθητοποιείς σχετικά με κάτι, επικρίνεις κάτι άλλο, και μετά οι αληθινοί άνθρωποι αρχίζουν ν” αντιδρούν… οι άνθρωποι γύρω σου μετατρέπονται σε συμμετέχοντες… Ενώ στο αληθινό θέατρο, υπάρχει ο θεατής κι υπάρχει και το κοινό κι υπάρχει κι αυτός ο “πέμπτος τοίχος” όπως τον αποκαλούν. Κατά τη διάρκεια των παραστάσεών μου, δεν υπάρχει κανένας τοίχος. Είναι μια άμεση τέχνη. Είναι σαν μία συγχώνευση της τέχνης και της ζωής.

Πάντα λέω: στο θέατρο, ο ηθοποιός υποκρίνεται ότι πονάει ενώ ο εκτελεστής/performer σαν εμένα στ” αλήθεια νιώθει τον πόνο. Η τέχνη τύπου performance είναι στ” αλήθεια υπέροχη. Υπάρχει από τις απαρχές του ανθρωπίνου είδους.

AV: Μίλαν, αναλαμβάνεις άμεση δράση σε πολλά μέρη του κόσμου. Επιτίθεσαι στο Ισραήλ για την αντιμετώπιση των Παλαιστινίων. Επιτίθεσαι στους Τσέχους για την αντιμετώπιση των Ρομά. Σχεδόν μόνος σου βοήθησες να κατεδαφιστεί αυτό το τείχος της ντροπής που είχε ανεγερθεί στο Usti nad Labem, προκειμένου να χωρίσει τους Τσέχους από τους Τσιγγάνους/Ρομά… Πετάς ωμό κρέας στους παπάδες στις εκκλησίες, για να τονίσεις τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν απ” τον χριστιανισμό. Μπουκάρεις στα πολυκαταστήματα και τα mall, υποκρινόμενος ότι προσεύχεσαι στον Θεό του Μαμμωνά. Κάνεις πολλά πράγματα που άλλοι άνθρωποι δεν θα τολμούσαν να κάνουν ποτέ. Συλλαμβάνεσαι ποτέ, εκφοβίζεσαι ή σου επιτίθενται;   

MK: Α ναι, πολλές φορές! Έχω συλληφθεί πολλές φορές. Με πήγαν ακόμα και στα δικαστήρια, όταν έκανα εκείνο το διάσημο μια παρέμβαση στη Βοστόνη, στο ξεκίνημα του σκανδάλου με τα στεγαστικά δάνεια. Όταν οι τράπεζες πουλούσαν αυτά τα δάνεια κι οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να τα πληρώσουν και κατέληγαν ν” αυτοκτονούν. Κι έτσι αποφάσισα να δώσω μια παράσταση μπροστά στα κεντρικά γραφεία της Τράπεζας της Αμερικής, το οποίο ήταν ένα απ” τα πιο απαίσια, αηδιαστικά ιδρύματα εκείνη την εποχή, που εξαπατούσε τους ανθρώπους… Έτσι, τοποθέτησα μια σειρά θηλιές μπροστά απ” την τράπεζα κι έβαλα μια υπογραφή: “Θηλιές προς πώληση”. Το μήνυμά μου ήταν: “Αν έρθεις εδώ να αιτηθείς ένα δάνειο, αγόρασε και μια θηλιά.”

AV: Απλά στην περίπτωση που…

MK: Μόνο στην περίπτωση που! Αλλά ήρθε η αστυνομία, με συνέλαβαν, το πήραν πάρα πολύ σοβαρά… Η πόλη μού έκανε καταγγελία κι έπρεπε να πηγαίνω σε δικαστικές ακροάσεις για αρκετούς μήνες. Η υπόθεση ήταν “Πόλη της Βοστόνης εναντίον Milan Kohout”. Και ανακάλυψαν έναν νόμο 150 ετών που έλεγε ότι δεν μπορείς να πουλάς κάτι μπροστά από μια τράπεζα. Αυτός ο νόμος έχει εφαρμοστεί μόνο μια φορά σε αυτά τα 150 χρόνια. Αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι προσπαθούσαν να βρουν κάτι να μου προσάψουν… Στο τέλος αθωώθηκα. Η υπόθεσή μου τράβηξε τεράστια προσοχή από τα ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένου και του Δημόσιου Εθνικού Ραδιοφώνου.

AV: Μίλαν, ταξιδεύουμε κι οι δυο μας εντατικά σε όλο τον κόσμο. Βλέπεις ξεκάθαρα τον κίνδυνο που προέρχεται από τον δυτικό ιμπεριαλισμό. Λαμβάνεις αυτή την απειλή σοβαρά; Συμφωνείς ότι ο δυτικός ιμπεριαλισμός ελέγχει όλο και περισσότερο τον πλανήτη, ένα γεγονός που θα μπορούσε να έχει εξαιρετικά τραγικές επιπτώσεις; 

MK: Απολύτως! Έχω ζήσει στις ΗΠΑ επί 26 έτη, κι έτσι έχω γίνει μάρτυρας της περιόδου που η εξουσία των ΗΠΑ έγινε ιδιαίτερα επιθετική. Και συνειδητοποίησα ότι ήταν πολύ λογικό και συνδεδεμένο με την αποσύνθεση του Ανατολικού Μπλοκ. Μετά την πτώση του Κομμουνιστικού μπλοκ, η Δύση ξαφνικά δεν είχε κανένα εμπόδιο και γέμισαν το κενό άμεσα με τα επιθετικά τους επιχειρηματικά συμφέροντα, γιατί είναι ξεκάθαρο ότι στην “κορυφή της πυραμίδας” υπάρχει μια οικονομική δικτατορία. Ξαφνικά υπήρξε μια τρομερή ευκαιρία να υποδουλώσουν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Και το έκαναν!

AV: Κι αυτή η χώρα – η Τσεχική Δημοκρατία – απ” όπου συζητάμε για τον κόσμο αυτή τη στιγμή, είναι ξαφνικά μέρος του Δυτικού καθεστώτος… Συνεργάζεται μαζί του ξανά.

MK: Μα φυσικά…

AV: Δεν είναι ένα θύμα, πλέον, όπως ήθελε να τη βλέπουν κατά το παρελθόν… Είναι κομμάτι του club των καταπιεστών. Το συνειδητοποιούν αυτό οι άνθρωποι; Υπάρχει καμία συζήτηση, καμία δημόσια συζήτηση γύρω απ” αυτό το ζήτημα;

MK: Είμαι χαρούμενος να πω ότι μερικοί άνθρωποι, των ακαδημαϊκών συμπεριλαμβανομένων, αρχίζουν να το συνειδητοποιούν. Όμως αυτή είναι μια πολύ πρόσφατη εξέλιξη. Εν τω μεταξύ,αυτό το επιθετικό καπιταλιστικό καθεστώς έχει καταλάβει όλα τα μέσα παραγωγής, όπως και τα ΜΜΕ. Και κάνουν πλύση εγκεφάλου στους ενήλικες, όπως και στα νεαρά παιδιά. Τους τρομοκρατούν μονίμως με απόλυτα ψέμματα για την εποχή του Κομμουνισμού, κι αυτοί οι νεαροί εγκέφαλοι φυσικά πιστεύουν αυτά που τους λένε γιατί αυτή η πληροφόρηση τους δίνεται. Και έχουν κάνει τέτοια, μα τέτοια πλύση εγκεφάλου, σ” αυτά τα νεαρά παιδιά, που είναι σχεδόν απίστευτο! Η προπαγάνδα έχει δημιουργήσει μερικά Οργουελικά δόγματα όπως ότι “τις μέρες του Κομμουνισμού όλοι οι άνθρωποι φόραγαν γκρι ρούχα και περπατούσαν στους δρόμους αργά σαν ζόμπι” …Απόλυτες ανοησίες! Δεν ήταν καθόλου έτσι! Γιατί πολλές πτυχές της ζωής στον Κομμουνισμό ήταν πολύ πιο ελεύθερες απ” ότι τώρα!

AV: Κι ήταν και πολύ πιο διασκεδαστικά…

MK: Πολύ πιο διασκεδαστικά! Η ποιότητα ζωής, όπως αναφέραμε, ήταν πολύ υψηλότερη, ειδικά άμα τη συγκρίνουμε με αυτή την καπιταλιστική σκλαβιά!

AV: Τώρα όμως υπάρχει μια παγκόσμια αντιπολίτευση, μία συμμαχία κρατών που αντιστέκεται στις υποδείξεις της Δύσης: υπάρχει η Λατινική Αμερική, η Ρωσία, η Κίνα, η Νότια Αφρική, το Ιράν, ακόμα και μερικές μικρές χώρες όπως η Ερυθραία. Κι αυτή η αντιπολίτευση γίνεται πολύ ισχυρή, γιατί μετρούν αρκετά σπουδαία μυαλά και ΜΜΕ που διαρκώς δυναμώνουν. Κι οι δυο μας ανήκουμε σ” αυτή την αντιπολίτευση. Οι άνθρωποι εδώ, στην Τσεχική Δημοκρατία, συνειδητοποιούν ότι κατέληξαν στο λάθος στρατόπεδο παίρνοντας το μέρος της Δύσης;

MK: Μερικοί άνθρωποι μάλλον ναι, ήδη, αλλά όχι ακόμα η πλειονότητα.

Όμως ας γυρίσουμε στην τέχνη: το μεγάλο της καθήκον είναι οι καλλιτέχνες να δημιουργήσουν μια τέτοια ευαισθητοποίηση. Οι καλλιτέχνες πρέπει να διδάξουν τους ανθρώπους. Να πάει να γαμηθεί όλο αυτό το αισθητικό, εμπειρικό, εννοιολογικό προφίλ των έργων τέχνης! Ας γυρίσουμε πίσω στην στρατευμένη, πολιτική τέχνη, γιατί υπάρχει μια τρομακτική ανάγκη γι” αυτή, στις μέρες μας. Υπάρχει ακόμα ελπίδα ότι αυτή η καταστροφή που λαμβάνει χώρα τα τελευταία 30 χρόνια μπορεί ν” αντιστραφεί. Για μας, το να παλέψουμε τώρα σημαίνει να παλέψουμε για την ίδια την επιβίωση της Γης!

Πηγή: http://www.counterpunch.org/2014/10/24/freest-under-czech-communism/  (έκδοση 24-26 Οκτώβρη, 2014)

Andre Vltchek είναι ένας νοβελίστας, κινηματογραφιστής και ερευνητής δημοσιογράφος. Κάλυψε πολέμους και συγκρούσεις σε πολλές χώρες. Αποτέλεσμα της δουλειάς του είναι το τελευταίο του βιβλίο: «Fighting Against Western Imperialism». Το ‘Pluto’ δημοσίευσε τη συζήτησή του με τον Νόαμ Τσόμσκι [«On Western Terrorism» -δείτε παρακάτω το τρέιλερ]. Το θρυλικό του πολιτικό μυθιστόρημα Point of No Return έχει επανεκδοθεί. Το βιβλίο του «Oceania» αποτελεί τη ματιά του πάνω στον Δυτικό ιμπεριαλισμό στο Νότιο Ειρηνικό. Το προκλητικό του βιβλίο για την μετά-Σουχάρτο Ινδονησία και το μοντέλο φονταμενταλισμού της αγοράς λέγεται «Indonesia – The Archipelago of Fear». Το ντοκυμανταίρ του “Rwanda Gambit” σχετίζεται με την ιστορία της Ρουάντα και τη λεηλασία της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό. Αφού έζησε πολλά χρόνια στη Λατινική Αμερική και την Ωκεανία, ο Vltchek κατοικεί στο παρόν και εργάζεται στην Ανατολική Ασία και την Αφρική. Αυτή είναι η ιστοσελίδα τουhttp://andrevltchek.weebly.com/  και ο λογαριασμός του στο twitter https://twitter.com/AndreVltchek 


Το «τείχος», η «ειρηνική συνύπαρξη» και η «άμιλλα των δυο συστημάτων»

25 χρόνια συμπληρώθηκαν αυτές τις μέρες από την πτώση του τείχους που χώριζε στα δυο το Βερολίνο, την πτώση που «σηματοδότησε» και «σηματοδοτεί» την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην ανατολική Ευρώπη και την ΕΣΣΔ. Με αφορμή αυτή την επέτειο, που τους αρνητικούς της καρπούς γεύονται καθημερινά οι λαοί, είπα να γράψω κι εγώ την άποψή μου, ή την αποψάρα μου – ανάλογα με το πώς θα την εκτιμήσει ο καθένας- ή, έστω, απλώς κάποιες σκέψεις.

Εισαγωγικά παραθέτω τους συνδέσμους προς τη σχετική αρθογραφία του προχθεσινού κυριακάτικου Ριζοσπάστη:

65 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΓΛΔ – 25 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Η σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα «στοιχειώνει» τους εφιάλτες των αστών!

Πώς φτάσαμε στις δύο Γερμανίες;

Η ανέγερση του «προστατευτικού τείχους»

Για τα θύματα του τείχους

Τα παραπάνω άρθρα δίνουν μια περιγραφή των πραγματικών ιστορικών – πολιτικών όρων που μεταπολεμικά οδήγησαν στις δυο Γερμανίες, στα δυο Βερολίνα και στην εδαφική ύπαρξη του ενός από αυτά όχι εντός της δικής του αλλά εντός της άλλης Γερμανίας, και στην ανέγερση το 1961 του τείχους ως αμυντικού  μέτρου της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας απέναντι στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα που ακατάπαυστα εκδηλωνόταν με στρατιωτικοπολιτικά και οικονομικά μέσα, και ως αυτονόητη θεμελίωση διακριτών κρατικών συνόρων από την πλευρά της.

Με τα παραπάνω το ζήτημα εξαντλείται στις βασικές του γραμμές τουλάχιστον από την άποψη του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς νομιμότητας, από την άποψη μιας σειράς αναγκαίων όρων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης απέναντι στην ιμπεριαλιστική υπονόμευση και από την άποψη της αποκατάστασης της ιστορικής αλήθειας απέναντι στις διαστρεβλώσεις της τότε και της σύγχρονης ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας.

Έτσι όσα ακολουθούν σε αυτή την ανάρτηση προφανώς και δεν αφορούν τα παραπάνω που με την παρατιθέμενη αρθρογραφία εξαντλούνται στις βασικές τους γραμμές.

*

Στο σύνολό της η όποια άποψη εκφράζεται στις παρακάτω σειρές, έχει την αφετηρία της στην εκτίμηση του τείχους ως μιας λύσης απέναντι σε ένα πρόβλημα που παρουσιαζόταν με ένταση, αλλά ως μιας λύσης μη-βιώσιμης καθαυτής. Γιατί, φυσικά και η θεμελίωση διακριτών κρατικών συνόρων είναι αυτονήτη συνθήκη σε επίπεδο διεθνών – διακρατικών σχέσεων, για τη ζωή όμως του πληθυσμού μιας πόλης δεν είναι συνθήκη αυτονόητη και, με άλλα λόγια, δεν είναι συνθήκη αφομοιώσιμη η ύπαρξη ενός τείχους που σαν σύνορο χωρίζει την πόλη σε δυο διαφορετικά κράτη: Ουσιαστικά, βέβαια, από αυτό το τελευταίο (την κρατική διαίρεση της πόλης) προέρχεται και σε αυτό έγκειται εν προκειμένω το μη-αυτονόητο, όμως είναι το τείχος που του έδινε υλική μορφή.

Δε νομίζω ότι χρειάζεται επιχειρηματολογία για το μη-αφομοιώσιμο ενός «τείχους» στη ζωή μιας πόλης. Ούτε το θέμα περιορίζεται στις συγγενικές και φιλικές σχέσεις. Αρκεί κανείς να υποθέσει νοερά την περίπτωση μιας Αθήνας που λόγω της έκβασης του οποιουδήποτε κοσμοϊστορικού γεγονότος θα διαιρούνταν  στα δυο από ένα τείχος κατά μήκος πχ του άξονα Βουλιαγμένης – Βασιλίσσης Σοφίας – Κηφισίας. Ποιος θα μπορούσε να «αφομοιώσει» το γεγονός ότι κατοικώντας στους Αμπελόκηπους δεν θα μπορούσε πλέον να επισκεφτεί ξανά το Παγκράτι, παρά μόνο εκτός αν είχε εκεί συγγενείς αλλά και τότε με ειδικές διαδικασίες κλπ κλπ. Ποιος θα μπορούσε να αποδεχτεί σαν μόνιμη μια τέτοια τοπική συνθήκη στη ζωή της πόλης στο όνομα των ανώτερων γεωπολιτικών συνθηκών που την επιβάλλουν, στο όνομα της νομιμότητάς της από διεθνή άποψη κλπ.

Κι αν στο Βερολίνο του 1961 η ένταση βρισκόταν σε τόσο υψηλό σημείο ώστε μια κρίσιμη μάζα του λαού μπορούσε να αποδεχτεί το τείχος σαν άμεση λύση στα προβλήματα του παρόντος, πόσο θα μπορούσε χρονικά να διαρκέσει αυτή η αποδοχή, και ποιό θα μπορούσε να ειναι το ανώτατο χρονικό περιθώριο ως την αντικατάσταση της κρίσιμης μάζας αποδοχής από μια κρίσιμη μάζα αμφισβήτησης και αντίθεσης απέναντι στη συγκεκριμένη υλική συνθήκη. Κατά τη γνώμη μου, το χρονική αυτό περιθώριο δεν θα μπορούσε παρά με μαθηματική βεβαιότητα να είναι ελάχιστο. Πόσο μάλλον που με την ανέγερση του τείχους η ιμπεριαλιστική τακτική των προκλήσεων θα έδινε τη θέση της σε μια νέα τακτική προσαρμοσμένη όχι στην ανυπαρξία διακριτού συνόρου αλλά στην ύπαρξη του τείχους που στη ζωή του βερολινέζικου πληθυσμού εξ αντικειμένου θα ήταν για πάντα στοιχείο «παρά φύσει».

Από τη στιγμή λοιπόν που χτίστηκε το τείχος, το ερώτημα δεν ήταν αν κάποια μέρα θα έπεφτε. Το ερώτημα ήταν πότε και κάτω από ποιους όρους. Και εφόσον οι όροι αυτοί επέρχονταν (όπως και επήλθαν) κάτω από συσχετισμούς που θα «σηματοδοτούσαν» την αφετηρία της διαδικασίας ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος σε ανατολική Ευρώπη και ΕΣΣΔ, εφόσον -με άλλα λόγια ή από άλλη άποψη- οι όροι αυτοί καθιστούσαν (μεταφυσικά κατά τη γνώμη μου) το τείχος σε αγκωνάρι πάνω στο οποίο στηριζόταν η ύπαρξη ολόκληρου του σοσιαλιστικού συστήματος, τότε θα ήταν (και πράγματι ήταν) εξαιρετκά δυσανάλογη και εξαιρετικά ουτοπική η απαίτηση από τον λαό ή ευρύτερα τον πληθυσμό του Βερολίνου να σηκώσει σαν τιτάνας στους ώμους του ολόκληρο το σοσιαλιστικό στερέωμα αποδεχόμενος στωικά την ύπαρξη του τείχους εως τη στιγμή εκείνη όπου «νομοτελειακά» η «οικονομική άμιλλα» μεταξύ των δυο συστημάτων θα έγερνε την πλάστιγγα υπέρ του σοσιαλισμού.

*

Αντίθετα με μια άποψη που συχνά εκφράζεται, το πρόβλημα (το υποκειμενικό πρόβλημα) δεν εντοπίζεται ιστορικά στο σοσιαλιστικό κρατικό δόγμα της «ειρηνικής συνύπαρξης». Αυτό το δόγμα, στη γενικότητά του, αποτελούσε για το σοσιαλισμό αναγκαστικό μονόδρομο από τα πρώτα χρόνια ύπαρξης της ΕΣΣΔ, αμέσως μετά την ήττα της ιμπεριαλιστικής επέμβασης για το άμεσο πνίξιμο της επανάστασης. Και σαν δόγμα σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής κρατικής πολιτικής δεν μπορούσε παρά να έχει την έννοια της ειρηνικής συνύπαρξης ανάμεσα σε κράτη διαφορετικών συστημάτων έως τη στιγμή όπου η ανάπτυξη της ταξικής πάλης στις καπιταλιστικές χώρες (και κάτω από τις ευνοϊκές συνθήκες που συνιστούσε για αυτήν η ύπαρξη του σοσιαλιστικού στρατοπέδου) θα οδηγούσε και σε αυτές στην εγκαθίδρυση του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής.

Είναι αργότερα, που ενώ το «δόγμα» της κρατικής πολιτικής έμεινε ονομαστικά το ίδιο, το περιεχόμενό του είχε ριζικά μεταβληθεί και πλέον κεντρική θέση σε αυτό δεν είχε η ταξική πάλη αλλά η «οικονομική άμιλλα» των δυο συστημάτων, άσχετα αν ονομαζόταν «ταξική πάλη» και αυτή.

Όμως έτσι, αν με το ένα ουσιαστικό περιεχόμενο του «δόγματος» η ταξική πάλη εύρισκε στην «ειρηνική συνύπαρξη» ευνοϊκές συνθήκες ανάπτυξής της, με την άλλη ουσιαστική έννοια η «ειρηνική συνύπαρξη» έτεινε να αποτελεί μια «ευνοϊκή συνθήκη» την οποία η ταξική πάλη υπήρχε φόβος να βλάψει…

Ριζική μετατροπή στο περιεχομενο της «γενικής έννοιας» ομολογουμένως σιωπηρή από πολιτική άποψη. Δεν γνωρίζω αν είναι δυνατόν να βρεθεί πολιτικό ντοκουμέντο που να τη διατυπώνει ρητά. Όμως, αφενός, η πράξη αποτελεί το «δοκιμαστήριο» και  την τελική αποτύπωση ή αποκρυστάλλωση κάθε θεωρίας. Και, αφετέρου, πώς αλλιώς αν όχι με αυτόν τον τρόπο μπορεί να ερμηνευτεί η θεωρητική επεξεργασία ενός ανώτατου επιστημονικού φορέα της ΕΣΣΔ όπως το Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας, όταν στον 5ο τόμο της πεντάτομης «Πολιτικής Οικονομίας»  της Οικονομικής του Σχολής (έκδοση του Υπουργείου Παιδείας της ΕΣΣΔ, ελληνική έκδοση Gutenberg) το τελευταίο της κεφάλαιο έχει τον τίτλο «ΤΟ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΜΙΛΛΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ»;

Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να ερμηνευτεί μια άποψη σαν αυτή, προερχόμενη εν προκειμένω από την ίδια τη ΓΛΔ, για το «άλμα από τον ψυχρό πόλεμο στη συνύπαρξη του Ελσίνκι»  ως «επίτευγμα των επαναστατικών δυνάμεων» και για τη συνακόλουθη «αντικατάσταση των οδοφραγμάτων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων».

 Για να είμαι ξεκάθαρος και απέναντι σε ορισμένα «δευτερεύοντα» ζητήματα, τιμώ την μνήμη του πρόσφατα φευγάτου Μάνφρεντ Βέκβερτ, που το 1977 αποτέλεσε εκφραστή αυτής της -κάθε άλλο παρά προσωπικής υποθέτω- άποψης και επίσης δεν μπορώ να πω ότι με κάποιον τρόπο συμμερίζομαι την σημερινή πολιτική στάση του συμπατριώτη του Βολφ Μπίρμαν ούτε και ότι μπορώ να ταυτιστώ πλήρως με το σύνολο των αλλοτινών ποιητικών του θέσεων όπως τις γνωρίζουμε από τη μελοποίηση του Μικρούτσικου.

Παρ’ όλα αυτά δεν μπορώ να παραβλέψω, αλλά ούτε και να «τακτοποιήσω» λογικά – ακροβατικά, το γεγονός ότι η παραπάνω άποψη για «επαναστατικό επίτευγμα», «άλμα από τον ψυχρό πόλεμο στη συνύπαρξη», «αντικατάσταση των οδοφραγμάτων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων» διατυπώνεται σε μια έκδοση του 1977, ενώ ένα χρόνο πριν ο Μπίρμαν (που σε «οριστική» διάσταση από τα παραπάνω τραγουδούσε «από τα στόμια βγαίνει η δύναμη κι όχι από τα στόματα») βρέθηκε «εγκλωβισμένος» εκτός ΓΛΔ.   Πόσο μάλλον: Ο Βολφ Μπίρμαν τραγουδούσε επίσης για την «πόλη που στα δυό έχει σχιστεί» ενώ ο Μάνφρεντ Βέκβερτ σαν φορέας της -ε όσο να ‘ναι επισημότερης από του Μπίρμαν- άποψης για «αντικατάσταση των οδοφραγμάτων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων» φαινόταν σαν να μην βλέπει από πάνω του τη σκιά του μεγαλύτερου οδοφράγματος της ιστορίας, του οδοφράγματος των οδοφραγμάτων που έσχιζε στα δυο το Βερολίνο…

Σε ποια λοιπόν από τις δυο απόψεις, κρίνοντάς τες εντελώς αποπροσωποποιημένα (όπως σε τελική ανάλυση πρέπει να κρίνεται κάθε άποψη), βρίσκεται η ρεαλιστική προσέγγιση της πραγματικότητας και σε ποια η «αιρετικότητα»; Σε αυτή που κάτω από το «τείχος» μιλά για «αντικατάσταση των οδοφραγμάτων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων»  και στο τειχος δεν βλέπει κανένα «οδόφραγμα» ή σε αυτήν που υπενθυμίζει από πού «βγαίνει η δύναμη» και δεν ντρέπεται ρητά να στρέφει το βλέμμα προς το «τείχος» και το «σχίσιμο της πόλης στα δυό»;

Μια ερώτηση στην οποία ακόμα και η απάντηση του είδους «καμία από τις δυο απόψεις» απαιτεί πειστική αιτιολόγηση.

*

Όλα τα παραπάνω υποστηρίζουν μια άποψη (η οποία σίγουρα δεν στηρίζεται σε κανέναν «πραγματισμό»), ότι το αυτονόητο της ανέγερσης του τείχους εξαντλεί την ισχύ του στα όρια κατά τα οποία αποτελεί μια έγκυρη απάντηση στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα του «χθες» και στην ιμπεριαλιστική προπαγάνδα του «σήμερα». Ότι, δηλαδή, έξω από αυτά τα όρια και εντός του πεδίου που αφορά τους υποκειμένικούς όρους ύπαρξης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος μεταπολεμικά το ζήτημα τίθεται με διαφορετικούς όρους.

Εντός αυτού του πεδίου τα ερωτήματα που γεννιόνται όχι για την ανέγερση του τείχους, αλλά για το «γιατί καθυστέρησε από την πλευρά των Σοβιετικών και των Ανατολικογερμανών να θεμελιώσουν για τη ΓΛΔ το αυτονόητο, το δικαίωμα ύπαρξής της», τίθενται με διαφορετικό τρόπο.

Με τρόπο ο οποίος διατηρεί στο προσκήνιο των ιδεολογικών προβληματισμών (τουλάχιστον των δικών μου βέβαια) σαν πιθανή απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα για την «αργοπορια» αλλά και για την τελική απόφαση, την απάντηση που σχετίζεται τόσο με το πρωταρχικά (στο επίπεδο των «φυσικών νόμων της ζωής» ή ακριβέστερα στο επίπεδο των νόμων που διέπουν την κοινωνική ζωή μιας πόλης) μη αφομοιώσιμο αυτού του «θεμέλιου», όσο και (σε συνάρτηση με αυτό) με τους όρους τακτικής που επιβάλλει το ένα ή το άλλο ουσιαστικό περιεχόμενο του (στη γενικότητά του αναγκαίου) κρατικού δόγματος της «ειρηνικής συνύπαρξης».

Υποστηρίζουν, τα παραπάνω, την άποψη (ή τουλάχιστον υποστηρίζουν ότι το ιστορικό ερώτημα δεν είναι «λυμμένο»), ότι η ύπαρξη του «τείχους», όλο το «προτσές» από την ανέγερσή του ως την πτώση του, καθορίστηκε από τη στροφή και την εμπέδωση της «ειρηνικής συνύπαρξης» όχι ως δόγματος βασισμένου στην ταξική πάλη αλλά βασισμένου στο ιδεολόγημα της «οικονομικής άμιλλας» και της «αναπόφευκτης» έκβασής της. Διαφορετικά το «τείχος» είτε δεν θα είχε ανεγερθεί και θα είχαν επιλεγεί διαφορετικές (όχι ανώδυνες βέβαια, αλλά ούτε και το «τείχος» ήταν «ανώδυνο», ενώ το ποσοτικό μέγεθος του «πραγματισμού» είναι κάποτε αντιστρόφως ανάλογο προς το μέγεθος του ρεαλισμού: όσο λιγότερο από τον πρώτο τόσο περισσότερο από τον δεύτερο) μορφές αντιμετώπισης των προβλημάτων που προκαλούσε η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, είτε η πτώση του δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να «σημάνει» (ερήμην ακόμα και της πλειοψηφίας του πλήθους που πανηγύριζε) την αλυσιδωτή  διαδικασία ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος ελλείψει, πλέον, «θεμελίου»…

«Αποψάρα» σίγουρα: τόσο ως προς την ταπεινότητα του εκφραστή της όσο και ως προς (και πόσο μάλλον σε σύγκριση προς) το ιστορικό μέγεθος του αντικειμένου της.  Από μόνα τους αυτά, όμως, δεν είναι αρκετά και για να την αναιρούν.

*

ΥΓ1 Την πτώση του «τείχους» στο Βερολίνο την ακολούθησε η ανέγερση πολλαπλών εθνικών και ταξικών, ακόμα και ρατσιστικών, τοίχων και συρματοπλεγμάτων στην Ευρώπη και τον Κόσμο. Έτσι όπως είχαν τα πράγματα: δίνεις ένα – παίρνεις δέκα από αυτά…

ΥΓ2 Σαν κατακλείδα: Προς όσους ως αριστεροί, δημοκράτες, εναλλακτικοί κ.ο.κ. πανηγύρισαν και εξακολουθούν να πανηγυρίζουν για την «πτώση του τείχους» και τη νίκη της δήθεν δημοκρατίας τους, μια υπενθύμιση της προτροπής που διατυπώθηκε καλλιτεχνικά έναν χρόνο πριν από από όλα αυτά. Προτροπή που, νομίζω, είναι ικανή να αναδείξει την τουλάχιστον αφέλεια αυτών των πανηγυρισμών:

Παιδιά, το Μανχάταν πρώτα, κι ύστερα το Βερολίνο…


8 Μάρτη: Η «μέρα της γυναίκας» και η αστική τάξη

Η 8η Μάρτη και η αστική τάξη

Της Κάλι Καρά

Ήταν 8 Μάρτη 1857, 157 χρόνια πριν, όταν οι εργάτριες στα υφαντουργεία και τα ραφτάδικα της Νέας Υόρκης τόλμησαν να υψώσουν το ανάστημά τους, να κατεβούν σε απεργία και διαδηλώσεις, να αντισταθούν στην εκμετάλλευση και την καταπίεση που βίωναν. Ζητούσαν ανθρώπινες συνθήκες δουλειάς και μείωση των ωρών εργασίας που έφταναν 16 ώρες την ημέρα και εξίσωση στους μισθούς τους -που ήταν σημαντικά μικρότεροι- με αυτούς των ανδρών.

8-marth-nea-yorkh-2

Η απεργία των εργατριών της 8ης Μάρτη ήταν από τις πιο σημαντικές στιγμές του παγκόσμιου εργατικού κινήματος, αναπόσπαστα δεμένη με τον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση. Έβαζε στην πρώτη γραμμή το ζήτημα της πάλης κατά των φυλετικών διακρίσεων, κατά της ανισοτιμίας ανδρών και γυναικών, σε συνδυασμό με τον αγώνα ενάντια στην ταξική εκμετάλλευση.

Δεν είναι τυχαίο ότι διαχρονικά η αστική τάξη και με όλους τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της προσπαθεί να πνίξει στην αφάνεια αυτή την ιστορική επέτειο, την Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας, να τη μετατρέψει σε γυναικοπαρέα στην ταβέρνα ή κάτι σαν την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου.

Η γυναίκα της εργατικής λαϊκής οικογένειας πρέπει να μείνει μακριά από συνειρμούς και συγκρίσεις, που μπορεί να προκληθούν από την ιστορική αναφορά σε τέτοια γεγονότα, για τη σημερινή ζωή της. Πρέπει να μείνει μακριά από τη σκέψη ότι σε όλες τις εκμεταλλευτικές κοινωνίες θα παραμένει ανισότιμη, γιατί η εργατική της δύναμη, πιο φθηνή, πιο ευέλικτη και περισσότερο εκμεταλλεύσιμη, αξιοποιείται από το κεφάλαιο πάντα σύμφωνα με τις ανάγκες της κερδοφορίας του.

Γι’ αυτό σήμερα, στις συνθήκες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, με το ενιαίο μέτωπο του κεφαλαίου, της ΕΕ και της κυβέρνησης, που υπηρετούν την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας των μονοπωλίων, το πλήγμα που δέχεται είναι ακόμη πιο βαρύ.

Η νέα γυναίκα, πρέπει να μείνει μακριά και δεν πρέπει να μάθει ότι τίποτα δεν της χαρίστηκε, δεν πρέπει να μάθει ότι όλα κατακτήθηκαν με αιματηρούς αγώνες.

Ότι το 1924 στους αγώνες των καπνεργατών σκοτώνεται η καπνεργάτρια Μαρία Χουσιάδου στην απεργία της Καβάλας και το 1926 η Βασιλική Γεωργατζέλη, έγκυος 6 μηνών, στην απεργία του εργοστασίου «Παπαστράτος» στο Αγρίνιο, η Αναστασία Καρανικόλα το 1936 στις μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις των καπνεργατών Θεσσαλονίκης και τόσες άλλες επώνυμες και ανώνυμες μαχήτριες του εργατικού – λαϊκού μας κινήματος και των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων του λαού μας.

Η νέα γυναίκα δεν πρέπει να μάθει ότι η σπίθα μπήκε στους άνδρες και γυναίκες προλετάριους όλου του κόσμου για να σπάσουν τις αλυσίδες της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης από την Οχτωβριανή Επανάσταση. Τότε το ζήτημα της ισοτιμίας της γυναίκας μπήκε στις πρώτες προτεραιότητες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, με μέτρα πρωτόγνωρα και για τα πιο αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη. «…Πρέπει οι γυναίκες να ξέρουν πως η προλεταριακή εξουσία σημαίνει για αυτές πλήρη ισοτιμία δικαιωμάτων με τον άνδρα και διά νόμου και στην πράξη στην οικογένεια, στο κράτος και στην κοινωνία κι ακόμα γκρέμισμα της εξουσίας της αστικής τάξης…», έλεγε ο Λένιν στη συζήτησή του με την Κλάρα Τσέτκιν.

Σήμερα ο γερασμένος και σάπιος καπιταλισμός, που καθρεφτίζεται ανάγλυφα στη λυκοσυμμαχία της ΕΕ, προβάλλει ως «σύγχρονο» επίτευγμά του για τη δήθεν ισότητα ανδρών και γυναικών το πρότυπο της «γυναίκας επιχειρηματία» που «χειραφετήθηκε» εκμεταλλευόμενη εργαζόμενους, της γυναίκας που μετέχει στα κέντρα λήψης των αποφάσεων.

Πολύ μελάνι ξοδεύεται τελευταία από τους ευρωπαϊκούς κονδυλοφόρους για τη συμμετοχή των γυναικών σε διευθυντικές θέσεις των μεγάλων επιχειρήσεων και οργανισμών, η οποία σύμφωνα με ποικίλες «έρευνες» αυξάνει την κερδοφορία τους. Διαλαλεί ως «αξία» τη δραστηριότητα της αστής κυράς του καπιταλιστή που διαφημίζει το «φιλάνθρωπο» πρόσωπο της απάνθρωπης κοινωνίας.

Όλες αυτές οι καπιταλιστικές «αξίες που προάγουν την ισότητα» είναι οι χειρότερες μορφές υποδούλωσης στη σαπίλα της εξουσίας των μονοπωλίων, για τη συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών της εργατικής – λαϊκής οικογένειας.

Έτσι γίνεται φανερό, γιατί η αστική τάξη αποφεύγει την 8η Μάρτη όπως «ο διάολος το λιβάνι» που λέει ο λαός μας. Να, γιατί αυτή η Μέρα παρέμεινε και θα παραμείνει κορυφαία επέτειος για τους κομμουνιστές, για άνδρες και γυναίκες της εργατικής τάξης, των ταξικών δυνάμεων που δρουν μέσα στο εργατικό – λαϊκό κίνημα της χώρας μας με το μήνυμά της γραμμένο στα πανό των σημερινών αγωνιστικών κινητοποιήσεων.

Καμία συμφιλίωση των γυναικών της εργατικής λαϊκής οικογένειας με το πρόσταγμα του κεφαλαίου να προσαρμόσουν τις ανάγκες τους στα ελάχιστα. Να δουλεύουν ήλιο με ήλιο για ψίχουλα ή χωρίς αυτά αν είναι κάτω των 30 χρονών, χωρίς Συλλογικές Συμβάσεις, χωρίς κυριακάτικη αργία και ξεκούραση, να μην έχουν δωρεάν βρεφονηπιακούς σταθμούς, δωρεάν προληπτικές εξετάσεις, επισκέψεις σε γιατρούς, δωρεάν φάρμακα και νοσοκομειακή περίθαλψη για τα παιδιά τους, την οικογένειά τους, τις ίδιες, να μην έχουν δωρεάν δημόσια μαιευτήρια, επίδομα τοκετού, αυξημένες άδειες εγκυμοσύνης.

Να ζουν χωρίς νερό, χωρίς ρεύμα, να μην έχουν να βάλουν ψωμί στο τραπέζι τους, να στέλνουν νηστικά τα παιδιά τους στο σχολείο. Να κινδυνεύουν να χάσουν και το σπίτι τους, όχι από τους κομμουνιστές, όπως για δεκαετίες τις τρομοκρατούσε η αντικομουνιστική προπαγάνδα, αλλά από τα «κοράκια» του καπιταλιστικού συστήματος.

Είναι μονόδρομος για τις γυναίκες της εργατιάς, της αγροτιάς, τις γυναίκες του μικρομάγαζου, αυτές που βοηθούν στις οικογενειακές επιχειρήσεις, για τις νέες, να αντλήσουν δύναμη από την πείρα των αγώνων του παρελθόντος, από τις υφάντρες της Ν. Υόρκης και να πρωτοστατήσουν στους σημερινούς ταξικούς αγώνες. Να ενισχύσουν με τη δράση τους την Κοινωνική Συμμαχία, το ΠΑΜΕ, την ΠΑΣΕΒΕ, την ΟΓΕ, την ΠΑΣΥ, το ΜΑΣ.

Αυτή η Κοινωνική Συμμαχία είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να παλέψει για να ανατραπούν αντιλαϊκοί νόμοι, να αναχαιτιστεί η αντιλαϊκή επίθεση, για να σπάσουν τα δεσμά με την ΕΕ, να πάρει ο λαός τον πλούτο στα χέρια του και να ανοίξει ο δρόμος για την ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών του.

Ευκαιρία αποτελούν οι εκλογές του Μάη να μαυρίσουμε όλους αυτούς που έπλεκαν και πλέκουν το εγκώμιο της ΕΕ, εφαρμόζοντας κατά γράμμα τις οδηγίες της και με τις πολιτικές τους έφεραν τις γυναίκες και τους νέους στην πρώτη θέση της ανεργίας, στην πρώτη θέση της εφήμερης δουλειάς χωρίς δικαιώματα, καθιστώντας τους το πιο εκμεταλλευόμενο τμήμα της εργατικής τάξης. Μαύρο και σε όλους αυτούς που προσπαθούν να μας παραμυθιάσουν ότι η ΕΕ μπορεί να γίνει καλύτερη και πιο φιλολαϊκή με άλλα μείγματα διαχείρισης.

Ισχυρό ΚΚΕ σε κάθε κάλπη.

902


1993-2013, Είκοσι χρόνια από την επέλαση των τανκ στο ρωσικό Κοινοβούλιο

1727_523d116ce2a77e1481ff5dd0b3df368f

Φέτος τον Οκτώβριο έκλεισαν 20 χρόνια από τα γεγονότα του 1993 στη Μόσχα, που ξεκίνησαν από τη στιγμή όπου ο τότε πρόεδρος της Ρωσίας Γιέλτσιν εξέδοσε στις 21 Σεπτέμβρη διάταγμα με το οποίο καταργούσε το ρωσικό κοινοβούλιο και «ολοκληρώθηκαν» δυο βδομάδες μετά με το κτίριο του κοινοβούλιου να καίγεται από τα πυροβόλα της τότε «νέας» ρωσικής «δημοκρατίας» που επισφράγιζε με τον τρόπο αυτό τον χαρακτήρα της σαν πολιτικό σύστημα της δικτατορίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Προκειμένου να μην υπάρχει παρανόηση θα πρέπει να υπογραμμιστεί, ότι το κοινοβούλιο που βομβαρδίστηκε από τα τανκς του Γιέλτσιν, δεν ήταν το «κομμουνιστικό» κοινοβούλιο της σοβιετικής εποχής, αλλά το πρώτο πολυκομματικό ρωσικό κοινοβούλιο που είχε αναδειχθεί στη Ρωσία μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ… Ενώ η πολιτική ανατροπή του σοβιετικού συστήματος (με χαρακτηριστικά πολιτικής – κρατικής κατάρρευσης που δεν μπορούν να παραγνωριστούνε)  είχε συντελεστεί ήδη κατά τη διετία 1989-1991, για την ολοκλήρωση της αντεπανάστασης απέμενε το -από μια άποψη- σημαντικότερο:  η ανατροπή  (και εδώ πρόκειται πράγματι για ανατροπή με όρους και χαρακτηριστικά ανατροπής) των σοσιαλιστικών σχέσεων ιδιοκτησίας… Η κοινωνική –  κρατική ιδιοκτησία της τεράστιας μάζας των παραγωγικών δυνάμεων της Ρωσίας «έπρεπε» να δώσει τη θέση της στην καπιταλιστική ιδιοκτησία τους, κι αυτό «έπρεπε» να γίνει με τους μοναδικούς όρους που ήταν δυνατό να γίνει, δηλαδή με όρους καταλήστευσης: Αν ο καπιταλισμός γενικά οφείλει την ύπαρξή του στην καταλήστευση της μικρής ιδιοκτησίας που έλαβε χώρα πριν από αιώνες κι έμεινε στην οικονομική του ιστορία γνωστή σαν πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου, στη Ρωσία του 1990 η «πρωταρχική καπιταλιστική συσσώρευση» δεν μπορούσε παρά να συνίσταται στην καταλήστευση της κοινωνικής παραγωγικής ιδιοκτησίας.

Αυτή όμως η επιδίωξη, είτε ως προς το γενικό της περιεχόμενο είτε ως προς τα μέσα της και τους ρυθμούς της, συναντούσε την αντίθεση του ρωσικού κοινοβούλιου το οποίο με τον τρόπο αυτό απηχούσε τις διαθέσεις της λαϊκής πλειοψηφίας. Κι έτσι η εξέλιξη της αντεπανάστασης στη Ρωσία σημαδεύτηκε από το «παράδοξο» γεγονός, ότι ενώ η σοβιετική εξουσία ανατράπηκε χωρίς όπως λένε «να ανοίξει μύτη», για την οριστική δρομολόγηση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στο πεδίο της οικονομίας η «δημοκρατία» αναγκάστηκε να βομβαρδίσει και να κάψει το πολυκομματικό της κοινοβούλιο έχοντας απέναντί της έστω και για λίγες μέρες την ένοπλη αντίσταση των υποστηρικτών του…

…Σε κάθε περίπτωση, το ποια από τις δυο πλευρές αντιπροσώπευε  στην πραγματικότητα  τη δημοκρατία, σαν ερώτημα είναι μάλλον τόσο ρητορικό όσο αυτονόητη είναι και η απάντησή του. Αυτό όμως που ίσως έχει σημασία να μελετηθεί βαθύτερα, είναι το σύνολο των ζητημάτων που αφορούν τη σχέση της πολιτικής με την οικονομία, ειδικότερα τη σχέση μεταξύ πολιτικού δημοκρατισμού και κοινωνικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής,  την ανάπτυξη αυτής της σχέσης στη διάρκεια της ιστορικά πραγματωμένης σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ και τα όρια αυτής της (ιστορικά πραγματωμένης) ανάπτυξης, επίσης την ανάπτυξη της συνείδησης -μαζί και των αυταπατών- των εργαζομένων γύρω από αυτή τη σχέση. Μια τέτοια μελέτη δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να πραγματοποιηθεί παρά μόνο στη βάση της γνωστής φράσης του Ένγκελς για τη λύση της αντίθεσης μέσω της άμεσης και χωρίς περιστροφές κατοχής της κοινωνίας πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις τις ωριμασμένες τόσο ώστε να μην επιδέχονται πια άλλη διεύθυνση εκτός από την κοινωνική: τοποθέτηση που οι συνέπειές της εκτείνονται σε οικονομία, πολιτική, σχέση μεταξύ τους, ανάπτυξη αυτής της σχέσης σαν μέρος της ανάπτυξης του κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού που συγκροτείται με αφετηρία αυτή την πρωταρχική ανατροπή.

Μετά από αυτή την κάπως μακροσκελή και ίσως φιλόδοξη εισαγωγή, ακολουθεί ένα χρονικό των γεγονότων του 1993 από τον Ριζοσπάστη της 5-10-2003. Σημειώνω ότι το χρονικό είναι γραμμένο και δημοσιευμένο πριν από μια δεκαετία, επομένως τα όσα αναφέρονται σε αυτό σε ενεστώτα χρόνο αφορούν το τότε, άσχετο αν διατηρούν ή όχι την επικαιρότητά τους και σήμερα:

***

3-4 ΟΚΤΩΒΡΗ 1993
Δέκα χρόνια από την επέλαση των τανκ στο ρωσικό Κοινοβούλιο

76076

«Ναι, έχετε δίκιο!», λένε ορισμένοι, «πράγματι, ο σοσιαλισμός είχε δώσει τα βασικά στον άνθρωπο, Υγεία, Παιδεία, κατοικία, αλλά τι να τα κάνεις; Αφού δεν υπήρχε δημοκρατία!». Και συνεχίζουν το συλλογισμό τους: «Τώρα βέβαια έχουν πολλά προβλήματα, όπως ανεργία, αβεβαιότητα για το αύριο, αλλά έχουν δημοκρατία, ελευθερία, που δεν είχαν πριν!». Σε ένα άρθρο, σίγουρα δεν μπορούμε να εξετάσουμε όλες τις πτυχές αυτών των συλλογισμών, αλλά με αφορμή και τη συμπλήρωση 10 χρόνων από τα πολύνεκρα γεγονότα της Μόσχας, θα προσπαθήσουμε να δείξουμε πως τα πράγματα σαφώς και δεν είναι έτσι! Κι αυτό γιατί τα γεγονότα που διεξήχθησαν στη Μόσχα, στις 3 και 4 Οκτώβρη 1993, όσο κι αυτά που ακολούθησαν τα επόμενα 10 χρόνια, προσφέρονται για πολλές σκέψεις, συμπεράσματα και δίνουν απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, παρουσιάζοντας ένα μικρό χρονικό των βασικών γεγονότων.

Ενα ακόμη πραξικόπημα με τη στήριξη της «διεθνούς κοινότητας»

21 Σεπτέμβρη 1993 – Ο Μπ. Γιέλτσιν υπογράφει το Προεδρικό Διάταγμα 1400, με το οποίο καταργεί το ρωσικό Κοινοβούλιο, το Συνέδριο των Λαϊκών Βουλευτών και το Ανώτατο Σοβιέτ (ΑΣ), ενώ παύει τα δικαιώματα των βουλευτών. Αργά το βράδυ, το Ανώτατο Σοβιέτ απαντά στην πρόκληση Γιέλτσιν και τον καθαιρεί από τα καθήκοντα του Προέδρου, με το σκεπτικό πως παραβίασε το Σύνταγμα. Στη θέση του, διορίζεται ο Α. Ρουτσκόι, έως τότε αντιπρόεδρος της χώρας.

22 Σεπτέμβρη 1993 – Εξω από το Κοινοβούλιο (το κτίριο του Ανωτάτου Σοβιέτ) αρχίζουν να συρρέουν χιλιάδες λαού, που τάσσονται ενάντια στις πραξικοπηματικές ενέργειες Γιέλτσιν. Ξεσπούν διαδηλώσεις σε Μόσχα, Λένινγκραντ και σε άλλες πόλεις της Ρωσίας. Ο Ρ. Χασμπουλάτοφ – πρόεδρος του ΑΣ, δίνει το βάρος στις αποφάσεις που θα πάρουν τα νομοθετικά όργανα των περιοχών της Ρωσίας. Ο Γιέλτσιν δίνει το βάρος στον έλεγχο των Ενόπλων Δυνάμεων.

23 Σεπτέμβρη 1993 – Το απόγευμα ξεκινούν στη Μόσχα οι εργασίες του Συνεδρίου των Λαϊκών Βουλευτών της Ρωσικής Ομοσπονδίας, με τη συμμετοχή 638 βουλευτών (από τους 941 εκλεγμένους). Ο Γιέλτσιν, που φαίνεται να ελέγχει τις βασικές λειτουργίες του κρατικού μηχανισμού, κόβει τις τηλεφωνικές επικοινωνίες του κτιρίου του ΑΣ. Οι πιστές στο ΑΣ αστυνομικές δυνάμεις και οι ομάδες αυτοάμυνας του ΑΣ που συγκροτήθηκαν από πολίτες εξοπλίζονται. Αργά τη νύχτα, γίνεται μια «περίεργη» επίθεση από ένοπλους στο Αρχηγείο των Ενόπλων Δυνάμεων της ΚΑΚ. Υπάρχουν τραυματίες κι ένας νεκρός. Η επίθεση χαρακτηρίζεται από το ΑΣ ως προβοκάτσια.

24 Σεπτέμβρη 1993 – Ο Γιέλτσιν, επωφελούμενος από την προβοκάτσια, προχωρεί στην περικύκλωση του κτιρίου του ΑΣ με αστυνομικές δυνάμεις. Σε πολλές πόλεις της Ρωσίας, γίνονται διαδηλώσεις, ενώ στη Μόσχα οι διαδηλωτές συγκρούονται με την Αστυνομία. Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ρωσίας ζητά «μηδενική λύση», δηλαδή την επαναφορά της κατάστασης που υπήρχε πριν το αντισυνταγματικό Διάταγμα Γιέλτσιν.

25 Σεπτέμβρη 1993 – «Μάχη» για τον έλεγχο των περιοχών της Ρωσίας. Τα νομοθετικά όργανα σε 75 από τις 89 περιοχές της Ρωσίας υποστηρίζουν το ΑΣ. Ο Γιέλτσιν προχωρά σε «ξήλωμα» όσων εκ των περιφερειαρχών διαφωνούν μαζί του. Οι εκπρόσωποι 28 περιοχών απειλούν να αρχίσουν την παρακράτηση της αποστολής των φόρων προς την κεντρική κυβέρνηση, εάν ο Γιέλτσιν δεν αναιρέσει το πραξικόπημα.

26 Σεπτέμβρη 1993 – Στο Λένινγκραντ πραγματοποιείται Σύνοδος εκπροσώπων 46 περιοχών της Ρωσίας. Οι περισσότεροι τάσσονται ενάντια στη διάλυση του Κοινοβουλίου. Πραγματοποιούνται μαζικές αντιπροεδρικές διαδηλώσεις σε πολλές πόλεις της Ρωσίας, ενώ στη Μόσχα οι υποστηρικτές του Γιέλτσιν επίσης πραγματοποιούν συγκέντρωση.

27 Σεπτέμβρη 1993 – Ο Γιέλτσιν απορρίπτει την έκκληση του Συνταγματικού Δικαστηρίου και εκπροσώπων 60 περιοχών της Ρωσίας, που πρότειναν τη «μηδενική λύση». Οι διαδηλωτές στη Μόσχα συγκρούονται με την Αστυνομία και για λίγο καταφέρνουν να «σπάσουν» το στρατιωτικό κλοιό του κτιρίου του ΑΣ.

28 Σεπτέμβρη 1993 – Δυνάμεις Αστυνομίας και Στρατού ενισχύουν την περικύκλωση του ΑΣ και υψώνουν γύρω από αυτό συρματοπλέγματα. Η κυβέρνηση απαγορεύει την έκδοση της εφημερίδας «Ναρόντναγια Πράβντα» του Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (ΚΕΚΡ) και της εφημερίδας «Ντιεν» της λεγόμενης πατριωτικής αντιπολίτευσης. Νέες συγκρούσεις διαδηλωτών και Αστυνομίας στη Μόσχα, όπου τραυματίζονται πάνω από 200 διαδηλωτές, μερικοί άντρες των ρωσικών ΜΑΤ, ενώ σκοτώνεται ένας αξιωματικός του Στρατού, που συντρίφτηκε από όχημα της Αστυνομίας.

29 Σεπτέμβρη 1993 – Η κυβέρνηση στέλνει τελεσίγραφο, ζητώντας την αποχώρηση από το κτίριο του ΑΣ, τόσο των βουλευτών, όσο και των ένοπλων υπερασπιστών του ΑΣ, που τους υπολογίζει έως 2 χιλιάδες άντρες.

30 Σεπτέμβρη 1993 – Το Συνταγματικό Δικαστήριο κι οι εκπρόσωποι 60 περιοχών της Ρωσίας ζητούν να σταματήσει ο αποκλεισμός του Κοινοβουλίου από τις στρατιωτικές δυνάμεις κι επιμένουν να εφαρμοστεί η «μηδενική λύση». Το κέντρο της Μόσχας, για άλλη μια φορά, μετατρέπεται σε χώρο οδομαχιών.

1 Οκτώβρη 1993 – Το ΑΣ και οι υπερασπιστές του αρνούνται να παραδώσουν τα όπλα, με αντάλλαγμα την επαναφορά στο κτίριο του ρεύματος, της θέρμανσης και των τηλεπικοινωνιών. Νέες συγκρούσεις Αστυνομίας και διαδηλωτών στη Μόσχα.

3 Οκτώβρη 1993 – Η διαδήλωση που είχε προγραμματιστεί από την «Εργαζόμενη Ρωσία» πριν ακόμη την υπογραφή του διατάγματος Γιέλτσιν με κοινωνικο-οικονομικά αιτήματα, παίρνει χαρακτήρα αντι-δικτατορικό, υποστήριξης του ΑΣ. Ξεσπούν συγκρούσεις μεταξύ χιλιάδων διαδηλωτών και αστυνομικών και στρατιωτικών δυνάμεων. Οι διαδηλωτές σπάνε τα μπλόκα και το απόγευμα μπαίνουν στον προαύλειο χώρο του κτιρίου του ΑΣ κι ενώνονται με τις ένοπλες ομάδες αυτοάμυνας του ΑΣ. Οι αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις υποχωρούν. Από το κτίριο της γειτονικής δημαρχίας της Μόσχας ρίχνονται «τυφλοί» πυροβολισμοί προς τους διαδηλωτές. Ομάδα ένοπλων υπερασπιστών του ΑΣ κάνει έφοδο στο κτίριο της δημαρχίας και μετά από σύντομη μάχη αφοπλίζει και συλλαμβάνει ορισμένους ενόπλους. Στην ηγεσία του ΑΣ κυριαρχεί ευφορία, αφού καταφθάνουν πληροφορίες πως μεγάλες στρατιωτικές μονάδες περνούν ή ήδη κιόλας πέρασαν στο πλευρό του ΑΣ. Ο Α. Ρουτσκόι από το μπαλκόνι του ΑΣ δίνει το σύνθημα της αποστολής ένοπλων διαδηλωτών στο κτίριο της ρωσικής τηλεόρασης, με στόχο να καταληφθεί το κτίριο και να ενημερωθεί για τις εξελίξεις και τις θέσεις του ΑΣ ο ρωσικός λαός. Εκατοντάδες διαδηλωτές, ένοπλοι και άοπλοι, ξεκινούν με κάθε μέσο για το σταθμό της τηλεόρασης, ο οποίος όμως φρουρείται από τις ειδικές στρατιωτικές δυνάμεις της ομάδας «Αλφα». Μετά από αδιέξοδες σύντομες συνομιλίες με τους εκπροσώπους του ΑΣ, η ομάδα «Αλφα» ανοίγει πυρ στο «ψαχνό». Δεκάδες νεκροί και τραυματίες διαδηλωτές γύρω από το κτίριο της ρωσικής τηλεόρασης, που παύει τη μετάδοση του προγράμματός της. Αργά το βράδυ, ο Γιέλτσιν καταφέρνει να κινητοποιήσει περίπου 1.000 ένοπλους με πολιτικά (πρόκειται κυρίως για ιδιωτικούς αστυνομικούς, μπράβους και ανθρώπους του υποκόσμου), που συγκεντρώνονται έξω από το κτίριο του Δημοτικού Συμβουλίου της Μόσχας.

4 Οκτώβρη 1993 – Με το που περνάει η 01.00 π.μ., στο κέντρο της Μόσχας, αρχίζουν να εμφανίζονται τεθωρακισμένα οχήματα του ρωσικού στρατού και τανκ, που σιγά – σιγά λαμβάνουν θέσεις γύρω από το κτίριο του ΑΣ. Πρόκειται για ειδικές δυνάμεις του στρατού και των αλεξιπτωτιστών. Πριν ξημερώσει, αρχίζει η στρατιωτική επιχείρηση κατά του ΑΣ. Με ιδιαίτερη βαρβαρότητα και χρησιμοποιώντας κάθε είδους όπλα, οι δυνάμεις του Γιέλτσιν σφυροκοπούν το κτίριο του ΑΣ, που τυλίγεται στις φλόγες. Η αντίσταση των ένοπλων ομάδων των υποστηρικτών του ΑΣ θα διαρκέσει 10 ώρες. Επίσημα οι νεκροί, αρχίζοντας από το απόγευμα της 3ης Οκτώβρη, είναι 147, οι τραυματίες 600, κι άλλοι τόσοι οι συλληφθέντες. Ορισμένες φήμες όμως μιλούν για πάνω από 1.000 νεκρούς, ενώ κάτοικοι γειτονικών σπιτιών κάνουν λόγο για εκτελέσεις των αφοπλισμένων υπερασπιστών του ΑΣ σε μικρό γήπεδο που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το κτίριο του ΑΣ. Γιατροί των «πρώτων βοηθειών» επιβεβαιώνουν πως πολλοί νεκροί είχαν πιστάγκωνα δεμένα τα χέρια τους.

5 Οκτώβρη 1993 – Ο Γιέλτσιν, με διάταγμά του, απαγορεύει την κυκλοφορία 10 ακόμη εφημερίδων της αντιπολίτευσης. Απαγορεύεται επίσης η δράση δεκάδων κομμάτων κι οργανώσεων, όπως η δράση του ΚΕΚΡ, της «Εργαζόμενης Ρωσίας», του Μετώπου Εθνικής Σωτηρίας, της Κομσομόλ, που σύμφωνα με τις αρχές είχαν ηγετικά στελέχη τους, τα οποία συμμετείχαν στις αιματηρές μάχες. Σ’ αυτές τις δυνάμεις θα απαγορευτεί και η κάθοδος στις επόμενες βουλευτικές εκλογές. Επίσης απαγορεύεται η δράση σε κόμματα, όπως το ΚΚΡΟ, που, σύμφωνα με τις αρχές, μέλη τους συμμετείχαν στα γεγονότα, χωρίς όμως την έγκριση της ηγεσίας τους. Στη δεύτερη κατηγορία θα επιτραπεί αργότερα η συμμετοχή στις εκλογές. Με δήλωσή του στο «Ρ», ο Β. Τιούλκιν, ηγετικό στέλεχος του ΚΕΚΡ, σημειώνει: «Το κόμμα μας δεν είναι από εκείνα τα κόμματα που διαλύονται με διατάγματα».

6 Οκτώβρη 1993 – Η «διεθνής κοινότητα» εκφράζει την «ανακούφισή» της για την κατάληξη των γεγονότων, όπως και την υποστήριξή της προς τον Γιέλτσιν. Ο «Ρ» δημοσιεύει μιαν ακόμη ανακοίνωση του ΚΚΕ, με την οποία καταγγέλλεται το καθεστώς Γιέλτσιν, η κατάπνιξη της δημοκρατίας και του θεσμού του Κοινοβουλίου. Στην ανακοίνωση καυτηριάζεται και η στάση των ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΝ, που συντάχθηκαν με τον Γιέλτσιν για το «καλό της προώθησης των μεταρρυθμίσεων». Χαρακτηριστικά, ο ΣΥΝ για άλλη μια φορά επίσημα παίρνει «ίσες αποστάσεις» από το «θύμα» και το «θύτη», ενώ χαρακτηρίζει τους υποστηρικτές του Κοινοβουλίου ως «νοσταλγούς του παρελθόντος», ουσιαστικά υποστηρίζοντας τον Γιέλτσιν.

7 Οκτώβρη 1993 – Η «έπαρση» των υποστηρικτών του Γιέλτσιν είναι τέτοια, που ζητούν τη λήψη μέτρων ακόμη κι ενάντια σε εφημερίδες του …εξωτερικού, όπως ο «Ρ». Ο Γιέλτσιν προκηρύσσει εκλογές για το Δεκέμβρη, που θα διεξαχθούν σε κλίμα λογοκρισίας, αντικομμουνισμού και νοθείας. Μαζί εγκρίνεται και το νέο αστικό Σύνταγμα της χώρας. Για την έγκρισή του, απαιτούνταν η συμμετοχή τουλάχιστον του 50% των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους. Το ΚΕΚΡ καλεί σε αποχή, ενώ το ΚΚΡΟ συμμετέχει (και συγκεντρώνει ποσοστό 12,4%). Στις εκλογές και στο δημοψήφισμα η συμμετοχή φτάνει στο 54,37%, ενώ το υπόλοιπο 45,6% των ψηφοφόρων απέχει! Το 41,56% από αυτούς που συμμετείχαν ψήφισαν ενάντια στην έγκριση του νέου αστικού Συντάγματος! Δηλαδή, αυτό σημαίνει (ακόμη κι αν δεχτούμε πως δεν έγινε νοθεία στο δημοψήφισμα) πως το νέο αστικό Σύνταγμα της Ρωσίας, που ισχύει έως τα σήμερα, είχε (το 1993) την υποστήριξη του 31% των ψηφοφόρων, τη στιγμή που το υπόλοιπο 69% των Ρώσων πολιτών τάχθηκε, με τον έναν ή άλλο τρόπο, ενάντια σ’ αυτό.

Αξίζει να σημειωθεί πως αυτή η αντιπαράθεση Προέδρου – ρωσικού Κοινοβουλίου υπέβοσκε για αρκετούς μήνες και βέβαια δεν αφορούσε σε προσωπικές αντιπαλότητες, αλλά σε σοβαρές διαφωνίες γύρω από τους ρυθμούς της καπιταλιστικοποίησης της Ρωσίας. Ετσι, οι δυνάμεις, εσωτερικές κι εξωτερικές, που εξέφρασε ο Γιέλτσιν σ’ αυτήν τη σύγκρουση, ήθελαν με γοργούς ρυθμούς και χωρίς ενδοιασμούς να δώσουν τα μέσα παραγωγής στους λιγοστούς «μεγαλοκαρχαρίες» και, ταυτόχρονα, να ξεφορτωθούν καθετί που θύμιζε το σοσιαλισμό, ακόμη και το σύστημα των Σοβιέτ, που πλέον μόνο στο όνομα θύμιζε το προηγούμενο σύστημα. Οι δυνάμεις που συσπειρώθηκαν γύρω από το ΑΣ, μέσα κι έξω από αυτό, είχαν διαφορετικούς προσανατολισμούς. Υπήρχαν οι φιλοσοσιαλιστικές δυνάμεις, που είχαν την πλειοψηφία στους δρόμους, όσων ανθρώπων δηλαδή κινητοποιήθηκαν εκείνες τις ημέρες ενάντια στην αντισυνταγματική αυθαιρεσία του Γιέλτσιν και υπήρχαν και οι δυνάμεις που δε διαφωνούσαν με τη συνέχιση της καπιταλιστικοποίησης, αλλά ήθελαν αυτή να έχει πιο αργούς ρυθμούς και με «δικλείδες» κοινοβουλευτικού ελέγχου, αυτές οι δυνάμεις είχαν το έλεγχο της ηγεσίας του ΑΣ. Συνολικά όμως, οι δυνάμεις που ενώθηκαν γύρω από το ΑΣ, αν και είχαν διαφορετικές αφετηρίες και προσανατολισμούς, σ’ εκείνη τη δεδομένη ιστορική στιγμή υπερασπίστηκαν ορισμένες στοιχειώδεις αστικές ελευθερίες, που κουρελιάζονταν με το διάταγμα 1400 του Γιέλτσιν.

76077
Αναπάντητα ερωτήματα

Από τα παραπάνω προκύπτουν ορισμένα εύλογα ερωτήματα για τη στάση πολιτικών δυνάμεων, που, κατά τα άλλα, «διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους» για τη δημοκρατία:

Τελικά, γιατί η «διεθνής κοινότητα», αλλά και όλοι αυτοί που κόπτονταν για τα «δημοκρατικά δικαιώματα» επί ΕΣΣΔ (το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ, ο ΣΥΝ) δεν έβγαλαν «άχνα» σχετικά με την «εκτέλεση» του ρωσικού Κοινοβουλίου ή και υποστήριξαν την αιματηρή καταστολή του;

Γιατί υποστήριξαν ολόψυχα έναν άνθρωπο, τον Πρόεδρο Γιέλτσιν, που κατακουρέλιασε τους αστικούς θεσμούς και πρώτα απ’ όλα το Σύνταγμα της χώρας του, στο οποίο είχε ορκιστεί πίστη;

Γιατί, νωρίτερα, οι ίδιες δυνάμεις, όχι μόνο δε θεώρησαν καταπάτηση της δημοκρατίας, αλλά χαιρέτισαν κιόλας το γεγονός της διάλυσης της ΕΣΣΔ, το 1991, τη στιγμή που το 76% του σοβιετικού λαού, λίγους μόλις μήνες πριν, είχε ταχθεί υπέρ της διατήρησής της; Πόσο «δημοκρατική» είναι μια τέτοια στάση τους;

Γιατί υποστήριξαν την ανατροπή του σοσιαλισμού, όταν οι ηγέτες, όπως ο Γιέλτσιν, που προχώρησαν σ’ αυτήν κέρδισαν τις εκλογές με το σύνθημα «περισσότερος σοσιαλισμός», κι όχι βέβαια με το σύνθημα της «επιστροφής στον καπιταλισμό»;

Γιατί έκλεισαν τα μάτια και βούλωσαν τα αυτιά τους στο όργιο νοθείας που ακολούθησε σε όλες (!!!) τις εκλογικές μάχες πανεθνικής σημασίας, που ακολούθησαν στη Ρωσία από το 1993 έως τα σήμερα;

Σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν έχουν δοθεί, κι ούτε νομίζουμε πως θα μπορέσουν ποτέ οι εκπρόσωποι των παραπάνω πολιτικών δυνάμεων να δώσουν σοβαρές απαντήσεις. Κι αυτό, γιατί η «δημοκρατία» που επαγγέλλονται έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά.

Τι ακριβώς σημαίνει «δημοκρατία» στα πλαίσια του καπιταλισμού, το έδειξε στους Ρώσους εργαζόμενους εκείνο το τριήμερο, 3-5 Οκτώβρη 1993, ο Μπορίς Γιέλτσιν, στέλνοντας τα τανκ στο Κοινοβούλιο, κινητοποιώντας όλα τα ένοπλα αποβράσματα της «νέας» καπιταλιστικής κοινωνίας, απαγορεύοντας πολιτικά κόμματα κι εφημερίδες, καταστέλλοντας την ισχύ δεκάδων άρθρων του Συντάγματος. Ποιος μπορεί να αντικρούσει ότι επρόκειτο για την επικράτηση της «δημοκρατίας» της νεοαστικής τάξης της Ρωσίας, που μόλις είχε αρχίσει να βάζει στο χέρι τον τεράστιο πλούτο της χώρας; Ποιος μπορεί να διαφωνήσει ότι επρόκειτο ακριβώς για τη διαφύλαξη αυτής ακριβώς της «ελευθερίας» της νεοαστικής ρωσικής τάξης να συνεχίσει το πλιάτσικο της δημόσιας περιουσίας; Τα αιματηρά γεγονότα του Οκτώβρη 1993, αλλά και η συμπεριφορά της «διεθνούς κοινότητας» κατέρριψαν για πρώτη φορά στη Ρωσία της καπιταλιστικής παλινόρθωσης το μύθο ότι υπάρχει δήθεν «αμόλυντη» και «καθαρή» δημοκρατία. Εδειξαν, για άλλη μια φορά, πως η δημοκρατία και η ελευθερία έχουν ταξικό, ταξικότατο περιεχόμενο! Πως στην κοινωνία, όπου υπάρχουν ανταγωνιστικές κοινωνικές τάξεις και μάλιστα τη στιγμή που μπαίνει το ερώτημα «ποιος – ποιον;» οι «δημοκρατικές» λογοκοπίες σταματούν και εμφανίζεται κατάματα όλη η κοινωνική πραγματικότητα.

Η ρωσική «δημοκρατία» σήμερα

Τα γεγονότα που εξελίχθηκαν στη Ρωσία τα επόμενα δέκα χρόνια, από τον Οκτώβρη του 1993, επιβεβαίωσαν πως αυτή η «δημοκρατία» είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της διαχείρισης του καπιταλισμού, στην προσπάθεια διαιώνισής του. Ας πάρουμε ορισμένα παραδείγματα, για τα οποία βέβαια όσοι στο παρελθόν φρύαζαν για την καταπάτηση της ελευθερίας από το «απολυταρχικό κομμουνιστικό καθεστώς», τώρα κοιτάζουν αδιάφορα:

1. Στους χώρους εργασίας, σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, απαγορεύτηκαν κι εξακολουθούν να απαγορεύονται οι οργανώσεις βάσεις των πολιτικών κομμάτων. Μέτρο, που ευθέως στράφηκε ενάντια στους κομμουνιστές, τη μόνη πολιτική δύναμη που είχε τη δυνατότητα συγκρότησης ΚΟΒ στους χώρους δουλιάς.

2. Καταργήθηκε το δικαίωμα του συνδικάτου να αποτρέπει απολύσεις και να έχει βαρυσήμαντο λόγο στα σχέδια και τις προτεραιότητες της επιχείρησης.

3. Ολα τα μεγάλα ΜΜΕ, εφημερίδες, περιοδικά, τηλεοράσεις, από δημόσια ιδιοκτησία ή ιδιοκτησία κοινωνικών φορέων που ήταν, πέρασαν στα χέρια ελάχιστων ανθρώπων και φατριών. Από τα μεγάλα ΜΜΕ γίνεται συστηματική αντικομμουνιστική και αντισοσιαλιστική προπαγάνδα, ενώ δε δίνεται καμία ευκαιρία στους εκπροσώπους των ΚΚ να απαντήσουν στις συκοφαντίες και στα ψέματα.

4. Καθιερώθηκε εκλογικό όριο 5% εισόδου στο Κοινοβούλιο, το οποίο από τις επόμενες εκλογές ανεβαίνει στο 7%, ενώ εφαρμόστηκε μονοεδρικό σύστημα για τις μισές έδρες του Κοινοβουλίου. Το τελευταίο, διαπιστωμένα, οδηγεί στην επικράτηση υποψηφίων που έχουν τη δυνατότητα να ξοδέψουν πολύ χρήμα, τραπεζιτών, επιχειρηματιών κλπ.

5. Σε όλες τις εκλογές πανεθνικής σημασίας γίνεται νοθεία μεγάλης κλίμακας. Χαρακτηριστικά, από τις δεκάδες υποθέσεις που εκκρεμούν από τις προηγούμενες εκλογές του 1999, εκδικάστηκε μόνο μία (!), με την οποία «επιστράφηκαν» στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ) 250.000 κλεμμένες ψήφοι από μόνο μια (!) περιοχή της Ρωσίας.

6. Μόλις έγινε προσπάθεια από τους κομμουνιστές (το 2002) να τεθεί σε δημοψήφισμα το πού θα πρέπει να ανήκουν ο φυσικός πλούτος και οι βασικοί τομείς της οικονομίας (σε ιδιώτες ή στο Δημόσιο), έγινε αλλαγή του νόμου και το δικαίωμα του δημοψηφίσματος συρρικνώθηκε στο ελάχιστο, κάνοντας τεχνικά ανέφικτη τη διεξαγωγή του. Η αλλαγή του νόμου έγινε κατά παράβαση του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής. Παρ’ όλα αυτά, το Συνταγματικό Δικαστήριο (με μια ψήφο κατά) ενέκρινε απόφαση, με την οποία νομιμοποιεί αυτήν την αντιδημοκρατική αυθαιρεσία.

7. Πρόσφατα (Αύγουστος 2003) με κυβερνητική εντολή, αφού «καρατομήθηκε» ο διευθυντής της μόνης εναπομείνασας δημόσιας εταιρίας δημοσκοπήσεων, αποφασίστηκε η «ανασυγκρότηση» και η παράδοση αυτής της εταιρίας στους ιδιώτες. Το «λάθος» της ήταν να παρουσιάσει δημοσκόπηση, στην οποία φαινόταν προβάδισμα των κομμουνιστών έναντι του κόμματος «Ενιαία Ρωσία», που στηρίζει ο Πούτιν.

8. Εγκρίθηκε νέος νόμος για τα πολιτικά κόμματα, ο οποίος επιτρέπει την πλήρη διείσδυση των κρατικών υπηρεσιών στο εσωτερικό των πολιτικών κομμάτων, σε όλες τις δραστηριότητές τους. Επίσης κάθε κόμμα, αν θέλει να θεωρείται τέτοιο και να μπορεί να συμμετέχει στις εκλογές, θα πρέπει να παραδώσει στις αρχές τα στοιχεία 10.000 μελών του (ονοματεπώνυμο, αριθμός ταυτότητα, διεύθυνση κλπ.). Οι αρχές δημιουργούν ειδικές υπηρεσίες ελέγχου της φερεγγυότητας των κομμάτων, που, κοντά στα άλλα, υποχρεώνονται κάθε χρόνο να παρουσιάζουν στις αρχές έκθεση για την αυξομείωση των μελών τους, όπως και των οικονομικών τους. Κάθε ενισχυτής του κόμματος, ακόμη και για ευτελές ποσό, πρέπει να είναι επώνυμος, σε διαφορετική περίπτωση το κόμμα υπόκειται κυρώσεις, έως και απαγορεύεται. Είναι φανερό ότι αυτό, όπως και άλλες διατάξεις του συγκεκριμένου νόμου, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για προβοκάτσιες σε βάρος των κομμάτων της αντιπολίτευσης.

9. Εγκρίθηκε νόμος «Για την καταπολέμηση της εξτρεμιστικής δραστηριότητας», που ήδη χρησιμοποιείται ενάντια στα κομμουνιστικά κόμματα και άλλες ριζοσπαστικές οργανώσεις, με στόχο τον περιορισμό και την καταστολή της δράσης τους.

10. Το υπουργείο Δικαιοσύνης της Ρωσίας αρνήθηκε να νομιμοποιήσει το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας – Επαναστατικό Κόμμα των κομμουνιστών, επειδή στον τίτλο του υπήρχε η λέξη (!) «Επαναστατικό». Το κόμμα αυτό μπροστά στον κίνδυνο να μην μπορεί να συμμετέχει στη δημόσια πολιτική ζωή, όπως στις εκλογές, αναγκάστηκε να αφαιρέσει τη συγκεκριμένη λέξη και αναγνωρίστηκε από το παραπάνω υπουργείο ως Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας – Κόμμα Κομμουνιστών της Ρωσίας.

11. Με Προεδρικό Διάταγμα (του Πούτιν), ο πρώην Πρόεδρος Μπ. Γιέλτσιν και όλα τα μέλη της οικογένειάς του (!) απαλλάσσονται από κάθε κατηγορία για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη έκαναν στη διάρκεια της προεδρικής θητείας του Γιέλτσιν.

12. Την ώρα που εγκληματίες του τσετσενικού πολέμου αμνηστεύονται κι επιστρέφουν στην Τσετσενία ως ανώτατοι «κρατικοί λειτουργοί», στη φυλακή βρίσκονται, με βαρύτατες πολυετείς καταδίκες, ορισμένα νέα παιδιά της επαναστατικής Κομσομόλ, που κατηγορούνται από τις αρχές για έκρηξη βόμβας που προκάλεσε μικρές υλικές καταστροφές. Η καταδίκη, όπως καταγγέλλει η επιτροπή υπεράσπισης, έγινε παρά τη σαφή άρνηση των κατηγορουμένων ότι τοποθέτησαν τη βόμβα, χωρίς σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία και κατά παράβαση της υπάρχουσας νομοθεσίας. Να θυμίσουμε πως όταν στο παρελθόν διάφοροι «αντιφρονούντες», όπως ο Σάχαροφ, έμπαιναν από το σοβιετικό καθεστώς σε κατ’ οίκο περιορισμό, τα αστικά ΜΜΕ όλου του «ελεύθερου κόσμου» αφηνίαζαν. Τώρα σιωπούν…

Αυτή η ντουζίνα τρανταχτών παραδειγμάτων είναι αρκετή για να δούμε το τι είδους «δημοκρατία», ή «δημοκρατία» για ποιον, υπάρχει στη σημερινή καπιταλιστική Ρωσία. Αλλά και η σημερινή σιωπή, όσων στο παρελθόν ήταν «λαλίστατοι» και λάβροι κατά της ΕΣΣΔ και σήμερα κατά της Κούβας, για τα ζητήματα της δημοκρατίας, δε δείχνει τίποτα άλλο πέρα από την υποκρισία τους!


ακόμα ένα υπολειπόμενο: «όλη η εξουσία στα σοβιέτ»

Γιατί τον Ιούλιο του 1917 ο Λένιν «απέσυρε» το σύνθημα «όλη η εξουσία στα σοβιέτ»;

Σύμφωνα με κάποιες απαντήσεις και ερμηνείες η επιλογή εμφανίζεται σαν αποτέλεσμα «τακτικισμού», λόγου χάρη επειδή στα σοβιέτ την πλειοψηφία είχαν εσέροι και μενσεβίκοι. Όμως αυτό συνέβαινε και πριν, όσο δηλαδή ακόμα το σύνθημα ήταν στο άμεσο προσκήνιο, όσο ακόμα δεν είχε περάσει στο πίσω μέρος της «σκηνής».

Η απάντηση βρίσκεται στο ότι μέχρι τον Ιούλιο η αστική αντεπανάσταση δεν είχε ακόμα οργανωθεί, ακόμα «η εξουσία ήταν ασταθής. Τη μοιράζονταν η Προσωρινή κυβέρνηση και τα Σοβιέτ πάνω στη βάση μιας εθελοντικής συμφωνίας μεταξύ τους. Τα Σοβιέτ αποτελούσαν αντιπροσωπείες της μάζας των ελεύθερων, δηλαδή απαλλαγμένων από κάθε εξωτερικό καταναγκασμό, και ένοπλων εργατών και στρατιωτών. Τα όπλα βρίσκονταν στα χέρια του λαού, εξωτερική βία πάνω στο λαό δεν υπήρχε (…) καμιά σοβαρή δύναμη δεν θα μπορούσε τότε (από τις 27 του Φλεβάρη ως τις 4 του Ιούλη) να αντισταθεί και να εμποδίσει το πέρασμα της εξουσίας στα Σοβιέτ». 

Αντίθετα, μετά τις 4 Ιουλίου, «η ασταθής κατάσταση της εξουσίας έπαψε να υπάρχει, η εξουσία στο αποφασιστικό μέρος της πέρασε στα χέρια της αντεπανάστασης», στα χέρια της αντεπαναστατικής αστικής τάξης που «χέρι-χέρι με τους μοναρχικούς και τις μαύρες εκατονταρχίες, πήρε μαζί της, αφού εν μέρει τους τρομοκράτησε, τους μικροαστούς εσέρους και μενσεβίκους και παρέδωσε την πραγματική κρατική εξουσία στα χέρια των Καβενιάκ, στα χέρια μιας στρατιωτικής σπείρας που τουφεκίζει στο μέτωπο όσους δεν υπακούουν σ’ αυτή και εξοντώνει τους μπολσεβίκους στην Πετρούπολη».

Συνοπτικά σε αυτή τη μεταβολή της κατάστασης βρίσκεται η απάντηση στο ερώτημα. Και, βέβαια, δεν θα χρειαζόταν να γίνει θέμα για τον λόγο ότι από κάποιες ερμηνείες των ιστορικών γεγονότων ο Λένιν, έστω και άδικα, «χρεώθηκε» έναν «τακτικισμό» ισοδύναμο με τους «ελιγμούς» μιας παράταξης που αποσκοπεί μόνο και μόνο να πάρει το προεδρείο μιας συνέλευσης.

Αξίζει, όμως, να γίνει θέμα εφόσον η απάντηση του ερωτήματος έχει άμεση σχέση με ζητήματα ιδιαίτερης σοβαρότητας και πλατιού ενδιαφέροντος, ακόμα κι αν βέβαια δεν τα  εξαντλεί… Άμεση σχέση με ζητήματα όπως ο «ειρηνικός» και ο «μη ειρηνικός» δρόμος της επανάστασης, ο «αριθμός των κομμάτων στο σοσιαλισμό» (και κατ’ επέκταση η πολιτική μορφή της επαναστατικής εξουσίας). Άμεση σχέση επίσης με καθοριστικά ζητήματα χάραξης τακτικής, στα οποία δεν χωρούν προκαταβολικές «φόρμουλες» εφόσον οι κρίσιμοι αποφασιστικοί παράγοντες δυνατόν να μεταβάλλονται απότομα από τη μια ώρα στην άλλη (από τις 4 στις 5 Ιουλίου). Άμεση σχέση δηλαδή με ζητήματα στα οποία δε χωρά απάντηση «αφηρημένη», ξεκομμένη από συγκεκριμένους συσχετισμούς και διαδικασίες που καθορίζουν με τρόπο «αναγκαστικό» τη μια ή άλλη «επιλογή», τη μια ή άλλη εξέλιξη των πραγμάτων:

Μέχρι τις 4 Ιουλίου, λοιπόν, «τα όπλα βρίσκονταν στα χέρια του λαού, εξωτερική βία πάνω στο λαό δεν υπήρχε – να πού βρισκόταν η ουσία της υπόθεσης. Αυτό άνοιγε και εξασφάλιζε τον ειρηνικό δρόμο εξέλιξης όλης της επανάστασης προς τα μπρος. Το σύνθημα «Να περάσει όλη η εξουσία στα Σοβιέτ» ήταν σύνθημα του πρώτου βήματος, του άμεσα πραγματοποιήσιμου βήματος στον ειρηνικό αυτό δρόμο εξέλιξης. Αυτό ήταν σύνθημα ειρηνικής εξέλιξης της επανάστασης, που από τις 27 του Φλεβάρη ως τις 4 του Ιούλη ήταν πραγματοποιήσιμη και φυσικά η πιο επιθυμητή, σήμερα όμως είναι εντελώς αδύνατη. (…) Ειρηνικής όχι μόνο με την έννοια ότι κανείς, καμιά τάξη, καμιά σοβαρή δύναμη δεν θα μπορούσε τότε (από τις 27 του Φλεβάρη ως τις 4 του Ιούλη) να αντισταθεί και να εμποδίσει το πέρασμα της εξουσίας στα Σοβιέτ…» Αλλά και με την έννοια, ότι «η ειρηνική εξέλιξη θα ήταν τότε δυνατή, ακόμη και από την άποψη ότι η πάλη των τάξεων και των κομμάτων μέσα στα Σοβιέτ θα μπορούσε τότε να συνδυάζεται με τον πιο ειρηνικό και ανώδυνο τρόπο, με τον όρο ότι όλη η κρατική εξουσία θα είχε περάσει έγκαιρα σ’ αυτά. (…) Τα Σοβιέτ από την ταξική τους σύνθεση ήταν όργανα του κινήματος των εργατών και των αγροτών, έτοιμη μορφή της δικτατορίας τους. Αν είχαν όλη την εξουσία, η κύρια αδυναμία των μικροαστικών στρωμάτων, το κύριο αμάρτημά τους, η ευπιστία προς τους καπιταλιστές, θα ξεπερνιόταν στην πράξη, θα υποβαλλόταν σε κριτική με την πείρα που θα αποκόμιζαν από τα ίδια τους τα μέτρα. Η διαδοχή των τάξεων και των κομμάτων που βρίσκονται στην εξουσία θα μπορούσε να γίνει μέσα στα Σοβιέτ ειρηνικά πάνω στη βάση της αποκλειστικής και απόλυτης εξουσίας των Σοβιέτ. Η σύνδεση όλων των σοβιετικών κομμάτων με τις μάζες θα μπορούσε να παραμείνει γερή και σταθερή. Δεν πρέπει ούτε στιγμή να μας διαφεύγει το γεγονός ότι μονάχα αυτή η στενότατη και ελεύθερα αναπτυσσόμενη σε πλάτος και σε βάθος σύνδεση των σοβιετικών κομμάτων με τις μάζες θα μπορούσε να βοηθήσει να ξεπεραστούν ειρηνικά οι αυταπάτες της μικροαστικής πολιτικής του συμβιβασμού με την αστική τάξη. Το πέρασμα της εξουσίας στα Σοβιέτ αυτό καθαυτό δεν θα άλλαζε και ούτε θα μπορούσε να αλλάξει το συσχετισμό των τάξεων, δεν θα άλλαζε τίποτε από το μικροαστισμό της αγροτιάς. Θα έκανε όμως έγκαιρα ένα μεγάλο βήμα προς την κατεύθυνση της απόσπασης των αγροτών από την αστική τάξη, της προσέγγισης και σε συνέχεια της συνένωσής τους με τους εργάτες…»

*

«…Το κράτος είναι πριν απ’ όλα σώματα ένοπλων ανθρώπων με υλικά εξαρτήματα, όπως λ.χ. οι φυλακές – έγραφε ο Φρίντριχ Ενγκελς».

Μέχρι τις 4 Ιουλίου η «πραγματική κρατική εξουσία» ήταν ασταθής, μέχρι τότε μπορούσε «έγκαιρα» να έχει περάσει στα σοβιέτ και με αυτό τον τρόπο τα μικροαστικά στρώματα και κόμματα να αποσπαστούν από την αστική τάξη, να προσεγγίσουν τους εργάτες, να συνενωθούν με αυτούς και το κόμμα τους, να συνδυάζεται η   πάλη των τάξεων και των κομμάτων μέσα στα Σοβιέτ με τον πιο ειρηνικό και ανώδυνο τρόπο, με τον όρο ότι όλη η κρατική εξουσία θα είχε περάσει έγκαιρα σ’ αυτά, να γίνει  μέσα στα Σοβιέτ ειρηνικά πάνω στη βάση της αποκλειστικής και απόλυτης εξουσίας τους η διαδοχή των τάξεων και των κομμάτων που βρίσκονται στην εξουσία.

Μετά τις 4 Ιουλίου η «πραγματική κρατική εξουσία» είχε περάσει στα χέρια της αστικής αντεπανάστασης που μαζί με τους μοναρχικούς προσεταιρίστηκε (και εν μέρει τρομοκράτησε) τα μικροαστικά κόμματα των εσέρων και μενσεβίκων… Πια «τίποτε, καμιά δύναμη, εκτός από το επαναστατικό προλεταριάτο, δεν μπορεί να ανατρέψει την αστική αντεπανάσταση. Το επαναστατικό ακριβώς προλεταριάτο, ύστερα από την πείρα του Ιούλη 1917, πρέπει να πάρει το ίδιο την κρατική εξουσία στα χέρια του – χωρίς αυτό η επανάσταση δεν μπορεί να νικήσει».

*

Η ανθρωπότητα έθετε απέναντί της ένα ζήτημα ώριμο για τη λύση του…

(τα αποσπάσματα με πλάγια στοιχεία εντος εισαγωγικών είναι από το άρθρο του Λένιν «Σχετικά με τα συνθήματα» – Ιούλιος 1917)


αντίπαλο δέος

«Ανθρώπινος καπιταλισμός δεν υπήρξε ποτέ, ούτε πρόκειται να υπάρξει. Στην περίοδο που αναφέρεστε η καπιταλιστική ανάπτυξη θεμελιώθηκε με το αίμα των εκατομμυρίων νεκρών και στα ερείπια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έτσι βγήκε ο καπιταλισμός από την κρίση του 1929 – 1939. Έτσι τα μονοπώλια απέκτησαν υψηλή κερδοφορία ξανά, καταληστεύοντας ταυτόχρονα τους λαούς της Αφρικής, της Ασίας, της Λ. Αμερικής, έχοντας όμως απέναντι τους ένα σοσιαλιστικό στρατόπεδο και ισχυρό κομμουνιστικό κίνημα. Έτσι είχαν και περιθώρια και ισχυρότερη πίεση να κάνουν παραχωρήσεις για να αντιμετωπίσουν τον λεγόμενο κομμουνιστικό κίνδυνο. Αυτά τα περιθώρια για τον γερασμένο καπιταλισμό της Ευρώπης και των ΗΠΑ εξαντλήθηκαν από τη δεκαετία του ’70 και δεν γίνεται να τα αποκτήσει ξανά. Τώρα έχει να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό νέων καπιταλιστικών κέντρων με τεράστια μάζα φτηνής εργατικής δύναμης, όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Βραζιλία, η Ινδία.

Η κρίση είναι ένα σύμπτωμα του καπιταλισμού που σαπίζει, που μόνο τη βαρβαρότητα της στυγνής εκμετάλλευσης και των πολέμων επιφυλάσσει στους λαούς».

Με αυτά τα λόγια απάντησε η Αλέκα Παπαρήγα, στη δημοσιογραφική ερώτηση, «Πιστεύετε ότι ο καπιταλισμός δεν διορθώνεται, δεν εξανθρωπίζεται. Στο παρελθόν όμως έχει γίνει. Για παράδειγμα, η περίοδος της σοσιαλδημοκρατίας 1945-1980 στην Δυτική Ευρώπη ήταν μια καλή περίοδος για τον καπιταλισμό και τους εργαζόμενους. Γιατί το αποκλείετε να ξανασυμβεί;»,  που της τέθηκε σε συνέντευξή της στην «Εφημερίδα των Συντακτών».

Στο ίδιο θέμα αναφέρθηκε και σε σημείο της ομιλίας της στη βουλή για τον προϋπολογισμό, όπου, σε διάκριση με την καπιταλιστική στρατηγική των μεταπολεμικών δεκαετιών,  μιλώντας για τη σύγχρονη στρατηγική του καπιταλισμού  έκανε λόγο για την ταχύτατη διεθνοποίηση και το δυνάμωμα της ανταγωνιστικότητας, αντικειμενικές συνθήκες οι οποίες επιβάλλουν φθηνή εργατική δύναμη, πλήρη απελευθέρωση (προφανώς της αγοράς -και, στο επίκεντρο της «αγοράς»  γενικά, απελευθέρωση της «αγοράς εργασίας»-  της κίνησης του κεφαλαίου και του ανταγωνισμού), αποκρατικοποιήσεις και συγκεντροποίηση (του κεφαλαίου).

Σημείωσε μάλιστα ότι ως απάντηση στην καπιταλιστική κρίση της δεκαετίας του ’70 η στρατηγική αυτή άρχισε να υλοποιείται, πριν ακόμα από την ανατροπή του σοσιαλισμού στην Ευρώπη, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 πρώτα  σε ΗΠΑ και Βρετανία, και από τα μέσα της δεκετίας του ’80 γενικεύθηκε και στην ΕΕ (τότε ΕΟΚ) σαν προετοιμασία για τη συνθήκη του Μάαστριχτ.

Ολόκληρη αυτή η τοποθέτηση της Αλέκας Παπαρήγα στη βουλή, στο βίντεο που ακολουθεί (από 05:20 έως 06:50 η παραπάνω αναφορά).

***

Στη συνέχεια, και στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, θα κάνω μια απόπειρα αναλυτικότερης σκιαγράφησης (υπό τύπο «οριστικών» προτάσεων, που όμως μπορούν να διαβαστούν και σαν ερωτήματα που εν μέρει γυρεύουν διάψευση ή επιβεβαίωση) των γενικών όρων της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, η οποία καθορίζεται από δυο ειδών γενικές συνθήκες: Πρώτον, από τους εσωτερικούς όρους και ρυθμούς της ως καπιταλιστικής ανάπτυξης στη συγκεκριμένη περίοδο και, δεύτερον, από τη συνύπαρξη του καπιταλιστικού συστήματος με το σύστημα που συγκροτούσαν οικονομικά και πολιτικά τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κράτη.

Σ’ ένα πρώτο στάδιο λοιπόν μετά το τέλος του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου οι εσωτερικές αγορές των μεγάλων, πιο αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών (και των σχετικά εξαρτημένων από αυτά) αποτελούν επαρκή χώρο για την καπιταλιστική ανάπτυξη, εφόσον οι ανάγκες της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης κάθε χώρας δεν έχουν ακόμα εξαντληθεί από άποψη «προσφοράς και ζήτησης». Αυτό το χρονικό διάστημα  της «ανοικοδόμησης» παρατείνεται από αυτή την τελευταία άποψη και από το γεγονός ότι, χάρη και στην ανάπτυξη της τεχνολογίας, μετά τον πόλεμο βγαίνουν στην αγορά ως μαζικά καταναλωτικά είδη πρώτης ανάγκης μια σειρά νέων βιομηχανικών προϊόντων: ποικίλες οικιακές συσκευές (ψυγεία, πλυντήρια, κουζίνες, τηλεοράσεις κλπ), αυτοκίνητα κά.

Σ’΄αυτό το πρώτο, αρκετά μακρόχρονο στάδιο, και καθώς η ανοικοδόμηση γίνεται κατά βάση με όρους εσωτερικής αγοράς μέχρι την εξάντληση των ορίων της, για την καπιταλιστική ανάπτυξη προέχει η εθνική οικονομική ρύθμιση, όπως επίσης απαιτείται ως «συλλογική ιδιοκτησία του κεφαλαίου» και ένας σχετικά εκτεταμένος κρατικός παραγωγικός τομέας ιδιαίτερα σε τομείς που υπηρετούν τις γενικές κοινωνικές παραγωγικές λειτουργίες και το σύνολο των διαφορετικών κλάδων του βιομηχανικού κεφαλαίου, όπως τέτοιοι τομείς είναι οι σχετιζόμενοι με τις επικοινωνίες, τις συγκοινωνίες και την ενέργεια, αλλά σε έναν βαθμό ίσως και με την χρηματική κυκλοφορία, κά.

Από την άλλη, αν η κρατικοποίηση της «μεγάλης» παραγωγής (εν προκειμένω ορισμένων νευραλγικών τομέων της) δεν συνιστά «λύση της σύγκρουσής» ανάμεσα στη φύση των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων και των κοινωνικών σχέσεων εντός των οποίων αυτές λειτουργούν, παρέχει όμως το μέσο, τον «τύπο» για αυτή τη λύση  (Ένγκελς), και ένα σχετικά μακρόχρονο διάστημα σταθερότητας αυτού του «τύπου», μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα και την ανάπτυξη κοινωνικών μορφών που ανταποκρίνονται επίσης «τυπικά» σε όρους αντίστοιχους αυτής της λύσης χωρίς να την συνιστούν ουσιαστικά καθαυτή. Στην ίδια κατεύθυνση συντείνει και ο κατά βάση «εθνικός» από οικονομική άποψη χαρακτήρας αυτού του πρώτου σταδίου της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης για την «ανοικοδόμηση», αφού σε αυτή τη βάση η ανάπτυξη του κεφαλαίου συμβαδίζει με μια ορισμένη εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινωνίας που αναπτύσσεται παράλληλα με το αναπτυσσόμενο κεφάλαιο, έστω και υπό τους ειδικούς όρους της δικής του ανάπτυξης αντί των γενικών όρων που θα έθετε η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Και επίσης, ο «τύπος της λύσης» και οι εθνικοί οικονομικοί όροι της ανάπτυξης, συμπληρώνονται από τη μαζική παραγωγή των νέων καταναλωτικών ειδών, που αποτελεί εκείνη τη στιγμή μια αλματώδη μεταβολή στο λαϊκό επίπεδο διαβίωσης και στους υλικούς όρους συντήρησης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.

Ουσιαστικά, με τις παραπάνω παραγράφους ερμηνεύται τόσο η λεγόμενη κεϊνσιανή διαχείριση που επικράτησε στην καπιταλιστική Ευρώπη κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες, όσο επίσης και η ανάπτυξη και σταθερότητα κατά τις δεκαετίες αυτές του λεγόμενου κοινωνικού κράτους, κράτους πρόνοιας, και της ορισμένης κοινωνικής ευμάρειας στην οποία συνήθισαν εκτεταμένα λαϊκά στρώματα στις χώρες αυτές. Στην ίδια βάση μπορεί επίσης να ερμηνευτεί η σχετική σταθερότητα της ύπαρξης και του ρόλου των μικρομεσαίων στρωμάτων που δραστηριοποιούνται, συμπληρωματικά προς το μονοπωλιακό κεφάλαιο, στους διάφορους τομείς της κοινωνικής παραγωγής.

Πριν ολοκληρωθεί, όμως, η περιγραφή αυτού του «πρώτου σταδίου», πρέπει να επισημανθούν ορισμένα στοιχεία (που στην πραγματικότητα αποτελούν και μια τρίτη πλευρά, ένα τρίτο «είδος συνθηκών» του όλου θέματος): Πρόκειται, από τη μιά, για την ιμπεριαλιστική καταλήστευση (από το μονοπωλιακό κεφάλαιο και τα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη)  των λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λ. Αμερικής σε όλη ατή την περίοδο, και από την άλλη, για την οικονομική ανισομετρία ανάμεσα στις χώρες της καπιταλιστικής Ευρώπης με αποτέλεσμα τα παραπάνω γενικά χαρακτηριστικά να υπόκεινται σε διάφορες ποιοτικές και ποσοτικές διαβαθμίσεις, να περιπλέκονται με δεσμά πολιτικών και οικονομικών εξαρτήσεων κλπ… Πρόκειται για πλευρά όχι ασήμαντη, ίσα-ίσα, αλλά η ανάλυσή της δεν εντάσσεται στη φιλοδοξία και στις δυνατότητες αυτής της ανάρτησης.

Το τέλος αυτού του πρώτου σταδίου συνδέεται καταρχήν με την εξάντληση των δοσμένων εθνικών ορίων (ορίων των εσωτερικών αγορών) στο πλαίσιο αυτής της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Το τέλος της «ανοικοδόμησης» κι ο σχετικός κορεσμός της νέας ως προς τα αντικείμενά της κατανάλωσης, προκαλεί επιβράδυνση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η καπιταλιστική ανάπτυξη, από την άλλη μεριά, είναι από τη «φυση» της επεκτατική. Το σταμάτημα, η επιβράδυνση της επέκτασής της συνιστά για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής όρο οικονομικής κρίσης, η οποία εφόσον δεν υπάρχουν νέα περιθώρια επέκτασης οφείλει να «επιλυθεί» εντός του δοσμένου πεδίου της έως τώρα ανάπτυξής του.   Η σχετική εξάντληση των εσωτερικών εθνικών αγορών, η αδυναμία τους πια να εξασφαλίζουν την επέκταση των κεφαλαίων, θέτει λοιπόν απέναντι στο μονοπωλιακό κεφάλαιο την οικονομική αναγκαιότητα οριστικού ξεπεράσματος ακριβώς αυτών των εθνικών ορίων, θέτει με άλλα λόγια στον καπιταλισμό την οικονομική αναγκαιότητα της οριστικής διεθνοποίησης της ανάπτυξής του προκειμένου αυτή (η ειδικά καπιταλιστική ανάπτυξη) να μην τερματιστεί.

Στο σημείο αυτό μια παρένθεση: Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο σημειώνει ότι για την καπιταλιστική ανάπτυξη αποτελούν φραγμό και «όριο» οι περιοχές εκείνες της κοινωνικής παραγωγής που δεν έχουν υπαχθεί ή δεν έχουν ολοκληρωτικά υπαχθεί στους οικονομικούς όρους του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, οι περιοχές της κοινωνικής παραγωγής όπου δεν κυριαρχούν όροι αξιοποίησης κεφαλαίου, όπου δεν κυριαρχεί η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία, και σαν τέτοια οικονομική περιοχή αναφέρει αυτή που καταλαμβάνεται από την ατομική εμπορευματική παραγωγή (πρώτα απ’ όλα τη γεωργική καθώς επίσης τη βοτεχνική στις πόλεις κλπ).  Στην περίοδο όμως που εξετάζουμε, στην οικονομική αυτή «περιοχή» ανήκει επίσης ολόκληρη η ΕΣΣΔ μαζί με τα σοσιαλιστικά κράτη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, και μιλώντας γι’ αυτή την «περιοχή» δεν την κατανοούμε μόνο γεωγραφικά αλλά επίσης και με την έννοια των διεθνών οικονομικών σχέσεων που αναπτύσσει με άλλες χώρες το σοσιαλιστικό σύστημα, οι οποίες σχέσεις αποτελούν βέβαια επίσης φραγμούς και «όρια» για την καπιταλιστική ανάπτυξη.

Όπως είναι επόμενο, η ίδια η ανάγκη της καπιταλιστικής οικονομικής διεθνοποίησης, καθιστά πια για τον καπιταλισμό ζωτική την (έτσι κι αλλιώς μόνιμη) «πολιτική» ανάγκη εξάλειψης  του διεθνούς σοσιαλιστικού  συστήματος από το πρόσωπο της γης: Αφενός η υπαρξή του, και σε «ομαλές»  συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης, λειτουργεί αναδραστικά ως προς τους «φυσικούς» όρους μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης. Το επίπεδο των κοινωνικών κατατακτήσεων των εργαζομένων στο σοσιαλισμό αποτελεί κατά κάποιο τρόπο (από πολιτική και οικονομική άποψη) μέτρο κάτω από το οποίο δεν μπορούν να πέσουν τα καπιταλιστικά κράτη τα οποία βρίσκονται σε σχετικά αντίστοιχα οικονομικά επίπεδα, προκειμένου να διασφαλίζουν την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στο καθεστώς της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.  Κι αν αυτό ειναι σχετικά εφικτό και συμβατό με τις συνθήκες του «πρώτου σταδίου» της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, αποτελεί όρο ακατόρθωτο σε συνθήκες διεθνοποιημένου καπιταλιστικού ανταγωνισμού, εφόσον σε αυτές η ένταση της εκμετάλλευσης τείνει να εξομοιωθεί παντού  προς τα ανώτατα δυνατά διεθνή όριά της ή με άλλα λόγια εφόσον το άμεσο και το κοινωνικό «κόστος» της εργατικής δύναμης οφείλει παντού (ως πρωταρχικός όρος της καπιταλιστικής κερδοφορίας και επομένως της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου) να βυθιζεται προς το κατώτατο διεθνές του επίπεδο, σε μια διεθνή «αγορά εργασίας» που τουλάχιστον από αυτή την άποψη οφείλει να «ομογενοποιηθεί»… Δεύτερον, η ύπαρξη του διεθνούς σοσιαλιστικού συστηματος αποτελεί αντικειμενικά, με τον οικονομικό «χώρο» που καταλαμβάνει, απαγορευτικό όρο για την γενίκευση της καπιταλιστικής διεθνοποίησης.  Γεγονός που γίνεται πιο οφθαλμοφανές  σήμερα, αν υπολογίσουμε σε πόσο ελάχιστο στην πραγματικότητα χρόνο η καπαταλιστική διεθνοποίηση ήλθε αντιμέτωπη με «κρισιακά» όρια της ίδιας της ανάπτυξής της σε «παγκοσμιοποιημένες» συνθήκες επέκτασής της… Και τρίτον:   Εξάντληση, έτσι κι αλλιώς, των όποιων υπαρκτών ορίων, εθνικών και διεθνών, της καπιταλιστικής ανάπτυξης, σημαίνει καπιταλιστική κρίση. Και διεθνής καπιταλιστική κρίση σε συνθήκες «συνύπαρξης» των δυο κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων σημαίνει άμεση και γενική διακινδύνευση της ίδιας της ύπαρξης του καπιταλιστικού συστήματος, διακινδύνευση ικανή να πραγματωθεί είτε με οικονομικούς είτε με πολιτικούς είτε με στρατιωτικούς όρους – το τελευταίο, τουλάχιστον, έχει ήδη «αποδειχθεί» ιστορικά δυο φορές ως συνέπεια της με βιαια πολεμικά μέσα ενδοκαπιταλιστικής σύγκρουσης για το ξεπέρασμα της διεθνούς καπιταλιστικής κρισης: Πρώτη φορά το 1917 όταν εν μέσω του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου ξέσπασε νικηφόρα η σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία, και δεύτερη φορά όταν σαν αποτέλεσμα της έκβασης του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου πλάι στην ΕΣΣΔ προστέθηκαν και τα σοσιαλιστικά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης…

***

Η εξάντληση των ορίων του «πρώτου σταδίου» της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης  έγινε διεθνώς αισθητή με την οικονομική κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’70. Πρέπει μάλλον να θεωρήσουμε ότι τα όρια αυτά δεν εξαντλήθηκαν ταυτόχρονα, με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό, για όλα τα καπιταλιστικά κράτη. Από την άλλη πλευρά όμως, στα πλαίσια του διεθνούς καπιταλιστικού ανταγωνισμού, όταν μια καπιταλιστική δύναμη περάσει σε ένα νέο στάδιό του, τότε είναι «υποχρεωμένα» και τα υπόλοιπα καπιταλιστικά κράτη να ακολουθήσουν, καθώς το αντίθετο θα σήμαινε υποδεέστερη θέση τους (δική τους και των καπιταλιστικών μονοπωλίων των οποίων αποτελούν την «πολιτική» εκπροσώπηση) στον  διεθνή ανταγωνισμό του κεφαλαίου (που αποτελεί όρο της ύπαρξης και της ανάπτυξής του).

Σε κάθε περίπτωση, ίσως και για το λόγο ότι μεταπολεμικά βρέθηκαν με τις μικρότερες απώλειες και τα μεγαλύτερα οφέλη δηλαδή σε διαφορετική αφετηριακή βάση σε σύγκριση με τα καπιταλιστικά κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης, ίσως επίσης και λόγω των μεταπολεμικών απωλειών τους σε σχέση με αποικίες και εξαρτημένα από αυτές κράτη, ήταν οι ΗΠΑ και η Βρετανία που εμφανίστηκαν πρώτα σαν τα καπιταλιστικά κράτη που «ασφυκτιούσαν» εντός των μέχρι τότε διεθνών όρων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και που επιδίωκαν να επιβάλουν στο εσωτερικό τους και διεθνώς βαθύτερους και πλατύτερους όρους καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, «αξιοποίησης» του κεφαλαίου, που επιδίωκαν να παραμερίσουν κάθε φραγμό που παρεμπόδιζε την συνέχιση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, είτε επρόκειτο για την τιμή της εργατικής δύναμης στο εσωτερικό τους, ειτε επροκειτο για το όποιο «κράτος πρόνοιας» ως κοινωνικό «κόστος της εργασίας» που δέσμευε κοινωνικό προϊον από το «αξιοποιήσιμο» συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο, είτε επρόκειτο για μια ορισμένη σταθερότητα στις εργασιακές σχέσεις (ωράριο κά) που αποτελεί φραγμό στον βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο, είτε επρόκειτο για τον κρατικό παραγωγικό τομέα, είτε για την με μονοπωλιακούς όρους συγκέντρωση της «μικρής» και «μεσαίας» παραγωγής, είτε τέλος για την ύπαρξη των σοσιαλιστικών κρατών στην Ευρώπη και την ΕΣΣΔ που απέναντι τους από τις αρχές-αρχές της δεκαετίας του ’80 κι ακόμα νωρίτερα ΗΠΑ και Βρετανία πρωτοστάτησαν σε εντεινόμενη πολιτικο-στρατιωτική επιθετικότητα…

…Ενώ την ίδια ώρα τα καπιταλιστικά κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης συμμετέχοντας στην ίδια γενική κατεύθυνση  προετοίμαζονταν για τη γενικευμένη επιβολή των νέων όρων καπιταλιστικού ανταγωνισμού προωθώντας την μετεξέλιξη της «ΕΟΚ» σε «Ευρωπαϊκή Ένωση» με την σύναψη της συνθήκες του Μάαστριχτ,  καθιστώντας έτσι για το ευρωπαϊκό μονοπωλιακό κεφάλαιο «εσωτερική αγορά» όλόκληρη την έκταση της «ΕΕ», καταργώντας κάθε διεθνή (και σταδιακά κάθε εσωτερικό) φραγμό στην κίνηση και την ανταγωνιστικότητα του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού  κεφαλαίου…

…Κι όλα αυτά, «εν όψει» της ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη κάτω από το βάρος της πολύμορφης εξωτερικής ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας και των εσωτερικών αντιφάσεων που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης, ιστορικά καθορισμένης μορφής και τρόπου υπάρξής του.  Τι είναι άραγε ικανό να ερμηνεύσει αυτή τη χρονική σύμπτωση ανάμεσα στη ζωτική για τον ιμπεριαλισμό ανάγκη εξάλειψης του σοσιαλισμού στην Ευρώπη και την ΕΣΣΔ από τη μια, και την ανάπτυξη των εσωτερικών του αντιφάσεων ως τον οριστικό βαθμό αδυναμίας αναπαραγωγής του πολιτικού συστήματος εξουσίας των σοσιαλιστικών κρατών από την άλλη;

***

Αν από το σύνολο των παραπάνω θέλαμε να εξαγάγουμε ένα συμπέρασμα χρήσιμο για το παρόν, αυτό θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να αφορά την ανεδαφικότητα των πολιτικών επιδιώξεων μιας δια «κοινωνικού συμβολαίου» ανασύστασης  των -όπως θα μπορούσαν να ονομαστούν- όρων στασιμότητας του κοινωνικού ταξικού ανταγωνισμού που επικράτησαν κατά την μεταπολεμική περίοδο στηριγμένοι σε ένα ακόμη νεαρό «καταναλωτικό πρότυπο», σε ένα φαινομενικά εξασφαλισμένο ικανοποιητικό βιωτικό επίπεδο για μια μεγάλη μάζα του εργαζόμενου πληθυσμού, σε ένα σχετικά ανεκτό για την «κρισιμη μάζα» καθεστώς εργασιακών σχέσεων και συνθηκών, σε ένα επίσης σχετικά ανεκτό επίπεδο κοινωνικών παροχών και διαχείρισης των πληγών του καπιταλιστικού συστήματος…

Όπως είναι φανερό, όλα αυτά δεν προήλθαν σαν αποτέλεσμα κανενός «κοινωνικού συμβολαίου». Προήλθαν από τη συνδυασμένη συνύπαρξη παραγόντων που αφορούν τόσο τις εσωτερικές ανάγκες, δυνατότητες και περιθώρια της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, όσο και τους «εξωτερικούς» προς το καπιταλιστικό σύστημα όρους που επέβαλε  η παρουσία του σοσιαλιστικού συστήματος στις συνθήκες και στα ίδια τα όρια της καπιταλιστικής ανάπυξης διεθνώς. Και ακόμα και σε αυτή τη βάση, προήλθαν μέσα από σκληρούς ταξικούς αγώνες, που ως καρποί και κατακτήσεις τους εξέφραζαν όχι την υλοποίηση των τελικών στόχων τους και την ολοκλήρωση της δυναμικής τους, αλλά το επίπεδο του ικανού στις δοσμένες συνθήκες συμβιβασμού, για χάρη του οποίου η τελικοί στόχοι δεν έφταναν στην υλοποίησή τους και η δυναμική δεν ολοκληρωνόταν.

Στις σημερινές συνθήκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού είναι τουλάχιστον εξαιρετικά αμφίβολη αν όχι απίθανη  η ικανότητα, από τη μεριά του καπιταλιστικού συστήματος, να ανταποκρθεί και κατά το ελάχιστο σε έναν τέτοιο συμβιβασμό. Από την άλλη μεριά το «αίτημα» ενός λεγόμενου «κοινωνικού συμβολαίου», πέρα από το ότι με την ανιστόρητη διατύπωσή του φανερώνει ολοκληρωτική «άγνοια» για το πώς «συνάπτονται» τα «κοινωνικά συμβόλαια» στην πραγματικότητα, δεν ισοδυναμεί παρά μόνο με ένα εκ των προτέρων αίτημα κοινωνικού – ταξικού συμβιβασμού, ενός συμβιβασμού δηλαδή απέναντι σε μια ανύπαρκτη για την άρχουσα τάξη απειλή! Δεν ισοδυναμεί παρά με μια στρατηγική συμβιβασμού, που με την σειρά της δεν σημαίνει παρά στρατηγική οπισθοχώρησης της εργατικής τάξης και του λαού μέχρι το τελικό σημείο επισφάλειας των στοιχειωδέστερων όρων της ύπαρξής τους.

Για την εργατική τάξη και το λαό δεν υπάρχει άλλος δρόμος πάλης από τον δρόμο της οριστικής ρήξης με την εξουσία των μονοπώλίων, από τον δρόμο της ανατροπής της εξουσίας τους, πέρα κι από εκείνο το όριο όπου πια κάθε συμβιβασμός θα αποτελεί απώλεια σε σύγκριση με το ώφελος που συνιστά το τράβηγμα αυτού του δρόμου ως το τέλος του.


ιστορικά προσδόκιμα

Η χούντα  (67-74) χρειάστηκε μόνο επτά (7) χρόνια για να μετατραπεί σε πολιτικό και κοινωνικό πτώμα.

Η «μεταπολίτευση» έχει γνωρίσει πολλές προφητείες για το «τέλος του κύκλου» της. Αν πάντως υποθέσουμε ότι ο «κύκλος» της τέλειωσε φέτος ή μες στη διετία 2010-2012, πράγμα που από μια ορισμένη άποψη ισχύει (στην πραγματικότητα από την αμέσως επόμενη άποψη), έχουμε: 1974-2012 δηλαδή 38 χρόνια.

Ο κύκλος του «ευρωμονόδρομου» (κι όλων των «εθνικών» οραμάτων που επενδύθηκαν πάνω του)  τελείωσε το 2010. Αντί για την ευημερία (που υπόσχονταν ΟΛΟΙ οι υποστηρικτές του) απέφερε καπιταλιστική κρίση, «μνημόνια», απελπισία για το λαό. Αντί για την διασφάλιση της αστικής δημοκρατίας (που διακήρυσσαν ΟΛΟΙ οι υποστηρικτές του), αποφέρει ήδη την ένταση του αστικού αυταρχισμού εναντίον των λαϊκών δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Αντί για την διασφάλιση των «εθνικών δικαιωμάτων» (που προπαγάνδιζαν ΟΛΟΙ οι υποστηρικτές του ), τώρα οι ίδιοι αυτοί υποστηρικτές κάνουν λόγο για «νέα κατοχή», «εθνική κυριαρχία» που παραβιάζουν η ΕΕ και η ΕΚΤ μαζί με το ΔΝΤ, και καλούν σε «εθνικοαπελευθερωτικά μέτωπα» για να «σωθούμε» από εκεί που και οι ίδιοι μας έχωσαν και που θέλουν να μας κρατήσουν χωμένους: παγιδευμένους σ’ έναν ακόμα κύκλο ευρωενωσιακού «μονοδρόμου», μακρόχρονο, επώδυνο και καταστροφικό.  Πάντως εχουμε και λέμε, 1980 ένταξη στην ΕΟΚ – 2010 μνημόνιο: ευρωμονόδρομος 30 ετών νεκρός.

Η καπιταλιστική ανάπτυξη, η αποχαλινωμένη και «απελευθερωμένη» από τα «βαρίδια» και τους φραγμούς που συνιστούσε γι’ αυτήν η ύπαρξη του διεθνούς σοσιαλιστικού οικονομικού συστήματος έζησε από το 1990 ως το 2008 και πολύ βάζω. Το 2000 (στα 10 περίπου χρόνια της) αρρώστησε βαριά και της έκαναν μετάγγιση μερικά «τρισ» μέσω της δια του χρηματιστηρίου μετατροπής λαϊκών αποταμιεύσεων σε κεφάλαιο. Τότε συνήλθε κάπως αλλά πάνω στα επόμενα 8 χρόνια της πέθανε για τα καλά. Τώρα γυρνάει σαν το ζόμπι και ψάχνει συνταξιούχους, μισθωτούς, ανάπηρους και πολύτεκνους να τους πιει «δισ» κι άλλα «δισ», μικροεπαγγελματίες που με τη θέση τους στην αγορά περιορίζουν την επέκταση του κεφαλαίου, αλλά και πάλι δε λέει να χορτάσει… Έχουμε λοιπόν και γι’ αυτην: 1990 – 2008 = 18 χρονών νεκρή.

Τέλος, ο «υπαρκτός» σοσιαλισμός: Από το 1917 έως το 1990 περίπου, η ύπαρξη της ΕΣΣΔ διάρκεσε 73 χρόνια, έχοντας απέναντι της την πιο λυσσαλέα αντίδραση με όλες τις μορφές που μπορούσε να επιστρατεύσει εναντίον της ο ιμπεριαλισμός, έχοντας επίσης στο εσωτερικό της αναπτυσσόμενες σ’ όλη αυτή τη διάρκεια αντιφάσεις οφειλόμενες στους ιστορικά καθορισμένους όρους εκκίνησής της ως Μεγάλης επαναστατικής αφετηρίας με κοσμοϊστορική σημασία για την ανθρωπότητα. Εκτός από τα 73 χρόνια της ΕΣΣΔ, μετράμε επίσης τα πάνω από 40 χρόνια ύπαρξης, χοντρικά από το 1950 ως το 1990,  του μεταπολεμικού σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη, που επίσης κάθε μέρα της ύπαρξής του αντιμετώπιζε τον ιμπεριαλιστικό «ψυχρο» πολιτικό και οικονομικό πόλεμο εναντιον του. Ο σοσιαλισμός λοιπόν, η πρώτη ανώριμη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, μακροβιότερος από κάθε άλλη κοινωνικο-οικονομική και πολιτική εκδοχή της σύγχρονης ιστορίας: 73 χρόνια ΕΣΣΔ, 40 χρόνια σοσιαλιστικό σύστημα στην Ευρώπη. Και 20 περίπου χρόνια μετά την ανατροπή του, οι κοινωνικές και οικονομικές κατακτήσεις του, οι θεμελιωμένες στην κοινωνική κατοχή των ωριμασμένων γι’ αυτήν μέσων παραγωγής, αποτελούν ορόσημο στο δρόμο των λαών προς το μέλλον τους.


Ο Στάλιν για ορισμένες «ελλείψεις της κομματικής δουλειάς» και κάποιες παραπέρα σκέψεις

    Η παρούσα δημοσίευση έχει σαν στόχο να συμβάλει στην έρευνα (ίσως όχι τόσο διατυπώνοντας συμπεράσματα, αλλά περισσότερο διατυπώνοντας ερωτήματα, ώστε με αυτή την έννοια τα όσα διατυπώνονται με τη μορφή λογικού συμπεράσματος μπορούν ή πρέπει να γίνονται κατανοητά και ως ερωτήματα) γύρω από τους εσωτερικούς παράγοντες που οδήγησαν στην ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Χρησιμοποιώ τον όρο «ανατροπή» σαν κατά την άποψή μου κατάλληλο να χαρακτηρίσει την οικονομική πλευρά του ζητήματος: Διότι πέρα από όποια μετατόπιση – παρέκκλιση προς αστικές οικονομικές μορφές κι αν σημειώθηκε στις οικονομικές σχέσεις στη διάρκεια της ιστορίας της ΕΣΣΔ (και το ποιές ακριβώς είναι αυτές οι «μετατοπίσεις – παρεκκλίσεις» είναι ένα ζήτημα που δεν βρίσκεται στη θεματολογία αυτού του σημειώματος), η πραγματική οικονομική βάση της ΕΣΣΔ  (και των υπόλοιπων κρατών του ευρωπαϊκού «εφαρμοσμένου» σοσιαλισμού) δεν «κατέρρευσε», όπως επίσης δεν «κατέρρευσε» και η βασική οικονομική – παραγωγική σχέση της σοβιετικής κοινωνίας: η κρατικό-κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Σε ό,τι αφορά την οικονομική του πλευρά (η οποία άλλωστε είναι και η «πλευρά» χάρη στην οποία μιλάμε πράγματι για σοσιαλισμό, και η οποία αποτελεί την μεγαλύτερη ιστορική παρακαταθήκη του «υπαρκτού» για το παρόν και το μέλλον), ο σοσιαλισμός δεν «κατέρρευσε», αλλά ανατράπηκε. Δεν θα μπορούσα να πω το ίδιο και για την πολιτική «πλευρά» του σοβιετικού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού (και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κρατών), ιδίως μάλιστα εφόσον πρόκειται όχι για τις εξωτερικές ιμπεριαλιστικές επιδράσεις αλλά για τους εσωτερικούς όρους της ανάπτυξής του οι οποίοι απέβησαν καθοριστικοί (φυσικά εντός της ιμπεριαλιστικής πολιτικής και οικονομικής περικύκλωσης – όμως αυτό δεν αλλάζει την ουσία των εσωτερικών όρων πολιτικής ανάπτυξης του ιστορικά καθορισμένου αυτού σταδίου που ταυτίζεται με την ιστορία της ΕΣΣΔ και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών χωρών).  Για αυτήν λοιπόν την πλευρά, που αφορά το πολιτικό σύστημα του συγκεκριμένου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, δεν θα μπορούσα να αποφύγω την λέξη «κατάρρευση», έστω κι αν αυτή συνοδεύεται από χαρακτηριστικά στα οποία ταιριάζει ο όρος «ανατροπή». Άλλωστε μιλώντας με «απλοϊκούς» όρους, από την πρώτη μέρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, με δεδομένο το αφετηριακό επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξής της, η σχέση του σοσιαλισμού με τις δυο αυτές «πλευρές» του, την οικονομική και την πολιτική, ορίστηκε με την εξίσωση: σοσιαλισμός = εξηλεκτρισμός + σοβιετική εξουσία. Και πέρα από κάθε οικονομική «παρέκκλιση», μπορεί κανείς να πει ότι ο σοσιαλισμός ως προς τον «εξηλεκτρισμό» τα πήγε αρκετά καλά. Το καθοριστικό λοιπόν, από εκεί και πέρα, ερώτημα είναι πώς τα πήγε με τη σοβιετική εξουσία. Σε σχέση με αυτό το ερώτημα (και φυσικά όχι εξαντλώντας το) επιδιώκει να συμβάλει η παρούσα δημοσίευση, που μετά από αυτόν τον πρόλογο συνεχίζεται με ορισμένες θέσεις που διατύπωσε ο Στάλιν στην Ολομέλεια της ΚΕ του ΠΚΚ(μπ) το 1937, και κλείνει με τις δικές μου σκέψεις οι οποίες προσπάθησα να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο μακροσκελείς.  

 

***     

«…Τι σημαίνει να επιλέγουμε σωστά τα στελέχη και να τα τοποθετούμε σωστά στη δουλειά;

     Σημαίνει να επιλέγουμε τα στελέχη, πρώτον, σύμφωνα με το πολιτικό γνώρισμα, δηλαδή αν αξίζουν την πολιτική εμπιστοσύνη και, δεύτερο, σύμφωνα με το πρακτικό γνώρισμα, δηλαδή αν είναι κατάλληλα για κάποια συγκεκριμένη πρακτική δουλειά.

     Αυτό σημαίνει να μη μετατρέπεται η πρακτική αντιμετώπιση σε χρησιμοθηρική (…).

     Αυτό σημαίνει να μην μετατρέπεται η πολιτική αντιμετώπιση σε μοναδική και αποκλειστική (…).

     Μπορούμε άραγε να πούμε ότι οι κομματικοί μας σύντροφοι εφαρμόζουν αυτό τον μπολσεβίκικο κανόνα. Δυστυχώς, δεν μπορούμε. Ήδη μίλησαν γι’ αυτό, εδώ στην Ολομέλεια. Δεν τα είπαν, όμως, όλα. Το ζήτημα είναι ότι αυτός ο δοκιμασμένος κανόνας παραβιάζεται στην πρακτική μας πολύ συχνά και μάλιστα με χονδροειδή τρόπο. Πολύ συχνά επιλέγουν τα στελέχη όχι σύμφωνα με τα αντικειμενικά γνωρίσματα, αλλά σύμφωνα με τυχαία, υποκειμενικά μικροαστικά γνωρίσματα. Επιλέγουν πολύ συχνά τους λεγόμενους γνωστούς, τους φίλους, τους συντοπίτες, τους προσωπικά πιστούς ανθρώπους, τους μάστορες στους επαίνους προς τους υπεύθυνους, άσχετα αν είναι κατάλληλοι από πολιτική και πρακτική άποψη. Εννοείται ότι αντί για μια καθοδηγητική ομάδα υπεύθυνων στελεχών προκύπτει μια μικρή οικογένεια οικείων ανθρώπων, ένας συνεταιρισμός, τα μέλη του οποίου προσπαθούν να ζούνε ειρηνικά, να μη θίγουν ο ένας τον άλλο, τα εν οίκω μη εν δήμω, να επαινεί ο ένας τον άλλο και από καιρό σε καιρό να στέλνουν στο κέντρο κούφιες και αηδιαστικές εκθέσεις για τις επιτυχίες.

    Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι σε τέτοιες οικογενειακές συνθήκες δεν μπορεί να υπάρχει θέση ούτε για την κριτική των ελλείψεων στη δουλειά κι ούτε για την αυτοκριτική των καθοδηγητών της δουλειάς.

     Εννοείται ότι μια τέτοια οικογενειακή ατμόσφαιρα δημιουργεί ένα ευνοϊκό περιβάλλον για την εμφάνιση κολάκων, ανθρώπων χωρίς το συναίσθημα της αξιοπρέπειάς τους που γι’ αυτό δεν έχουν τίποτα το κοινό με τον μπολσεβικισμό.

     Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον Μιρζογιάν και τον Βάινοφ. Ο πρώτος είναι γραμματέας μιας περιφερειακής κομματικής οργάνωσης του Καζαχστάν και ο δεύτερος γραμματέας της περιφερειακής οργάνωσης του Γιαροσλάβλ. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι από τα τελευταία στελέχη στο χώρο μας. Πώς, όμως, επιλέγουν τα στελέχη;  Ο πρώτος κουβάλησε μαζί του στο Καζαχστάν από το Αζερμπαϊτζάν και τα Ουράλια όπου δούλευε πριν, 30-40 ‘’δικούς του’’ ανθρώπους και τους τοποθέτησε σε υπεύθυνες θέσεις στο Καζαχστάν. Ο δεύτερος κουβάλησε μαζί του στο Γιαροσλάβλ από το Ντονμπάς, όπου δούλευε πριν, περισσότερους από δέκα επίσης ‘’δικούς του’’ ανθρώπους και επίσης τους τοποθέτησε σε υπεύθυνες θέσεις. Επομένως, ο Μιρζογιάν έχει το συνεταιρισμό του. Συνεταιρισμό έχει και ο Βάινοφ. Μα μήπως δεν θα ήταν δυνατό να επιλεγούν στελέχη από τους ντόπιους ανθρώπους, έχοντας σαν γνώμονα το γνωστό μπολσεβίκικο κανόνα για την επιλογή και την τοποθέτηση των προσώπων; Φυσικά, θα ήταν δυνατό; Γιατί, λοιπόν, δεν το έκαναν αυτό; Γιατί παραβιάζουν τον μπολσεβίκικο κανόνα επιλογής των στελεχών, ο οποίος αποκλείει τη δυνατότητα της μικροαστικής αντιμετώπισης του προβλήματος, αποκλείει τη δυνατότητα της επιλογής των στελεχών με κριτήριο την οικογενειακότητα και το συνεταιρισμό. Εκτός απ’ αυτό, επιλέγοντας ως στελέχη προσωπικά πιστούς ανθρώπους, ήθελαν, προφανώς, να δημιουργήσουν για τον εαυτό τους συνθήκες ορισμένης ανεξαρτησίας τόσο σε σχέση με τους ντόπιους ανθρώπους όσο και σε σχέση με την ΚΕ του κόμματος.  Ας υποθέσουμε ότι ο Μιρζογιάν και ο Βάινοφ λόγω διαφόρων περιστάσεων θα μετατεθούν από τις θέσεις της σημερινής δουλειάς τους σε κάποιες άλλες θέσεις. Πώς θα πρέπει να ενεργήσουν σ’ αυτή την περίπτωση απέναντι στις ‘‘ουρές’’ τους; Στ’ αλήθεια, θα χρειαστεί να τους ξανακουβαλήσουν στις νέες θέσεις της δουλειάς τους;

     Να σε τι παραλογισμό οδηγεί η παραβίαση του μπολσεβίκικου κανόνα για τη σωστή επιλογή και τοποθέτηση των στελεχών». (Στάλιν άπαντα, τ. 14, σελ. 267-270, Πράβντα, Νο 87 και 90, 29 Μάρτη και 1 Απρίλη 1937, τα έντονα στοιχεία δικά μου)

 

***

      Αυτά έλεγε ο Στάλιν στην Ολομέλεια της ΚΕ του ΠΚΚ(μπ) το 1937. Επιβάλλεται, πάντως, να σημειωθεί ότι δυο χρόνια αργότερα, στον απολογισμό στο 18ο Συνέδριο του Κόμματος (Μάρτιος 1939), ο Στάλιν διατυπώνει τη θέση, ότι η εκκαθάριση των γραμμών του Κόμματος από το 1933 έως το 1936 («εκκαθάριση» με την έννοια της διαγραφής «τυχαίων ανθρώπων, αλλά και καριεριστών που προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τη σημαία του κόμματος για τους προσωπικούς τους σκοπούς», καθώς και «ύποπτων στοιχείων» που «η εγκληματική δολοφονία του συντρόφου Κίροφ έδειξε ότι υπάρχουν» καθώς και με την έννοια της διακοπής «της εγγραφής νέων μελών στο κόμμα», που «και το ένα και το άλλο τέλειωσαν μόλις το Σεπτέμβρη του 1936», δηλαδή περίπου 6 μήνες πριν από την παραπάνω ομιλία για τις «Ελλείψεις της Κομματικής Δουλειάς»), που αν και στη «διάρκειά της έγιναν περισσότερα λάθη απ’ ότι θα μπορούσαμε να υποθέσουμε», αν και επίσης «δεν υπάρχει αμφιβολία πως δεν θα πρέπει πλέον να χρησιμοποιήσουμε τη μέθοδο της μαζικής εκκαθάρισης», ωστόσο «ήταν, παρόλα αυτά αναπόφευκτη και βασικά έδωσε θετικά αποτελέσματα». Και ότι «σαν αποτέλεσμα όλων αυτών των μέτρων», που τελείωσαν τον Σεπτέμβρη του 1936, «το κόμμα κατάφερε να ξεκαθαρίσει τις γραμμές του από τα τυχαία, τα αδρανή, τα καριερίστικα και τα ανοιχτά εχθρικά στοιχεία, επιλέγοντας τους πιο σταθερούς και αφοσιωμένους συντρόφους» (Στάλιν, άπαντα, τ. 14, σελ. 418-419). Και μιλώντας στη συνέχεια ειδικά για το ζήτημα της επιλογής και της διαπαιδαγώγησης στελεχών (στο ίδιο, σελ. 420 – 430) δεν επαναλαμβάνει τις παρατηρήσεις του 1937, αλλά ως προς την επιλογή στελεχών τοποθετείται γύρω από το «δίλημμα» ανάμεσα στην επιλογή στελεχών παλιών ή νέων, και ως προς τη διαπαιδαγώγηση των στελεχών η τοποθέτηση περιστρέφεται γύρω από τα κατάλληλα μέτρα για την μαρξιστική–λενινιστική διαπαιδαγώγηση των κομματικών μελών και στελεχών, «…λαμβάνοντας υπόψη τις γνωστές αποφάσεις της Ολομέλειας της ΚΕ του ΠΚΚ(μπ) το Μάρτη 1937 «για τις ελλείψεις της κομματικής δουλειάς»…» .

     Το συμπέρασμα από το σύνολο των παραπάνω, πάντως, είναι ότι η τοποθέτηση του 1937 αφορά όχι την περίοδο της εσωκομματικής εκκαθάρισης που ολοκληρώθηκε το 1936, αλλά το παρόν του χρόνου στο οποίο διατυπώνεται. Και ότι δυο χρόνια μετά η τοποθέτηση αυτή (από την οποία βέβαια παρέθεσα ένα σχετικά μικρό απόσπασμα μόνο) εξακολουθεί να «λαμβάνεται υπόψη» σε ό,τι αφορά  τα όποια προτεινόμενα μέτρα.

 

***

    Και τώρα τα σχόλια:

    Πρώτον, τα παραπάνω φαινόμενα που περιγράφει ο Στάλιν στο συγκεκριμένο απόσπασμα της ομιλίας του «Για τις ελλείψεις της κομματικής δουλειάς και τα μέτρα εξάλειψης των τροτσκιστών και άλλων διπρόσωπων», όπως είναι ο πλήρης τίτλος της στα «άπαντα»,  τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1937, δεν αφορούν μια εσωκομματική πάλη που διεξάγεται στη βάση διαφορετικών απόψεων ανάμεσα σε μαρξιστές, στη βάση της πολιτικής διαφωνίας και της απειθαρχίας, όπως λ.χ. συνέβαινε στις περιπτώσεις του Τρότσκι, του Μπουχάριν κά, όπου η εσωκομματική σύγκρουση περιστράφηκε γύρω από διαφορές σε συγκεκριμένα κρίσιμα ζητήματα παίρνοντας οξύτατες μορφές, ούτε επίσης πρόκειται για πάλη στην οποία –όποια κι αν είναι η αφετηρία της- μπορούν να «χρεωθούν» οποιαδήποτε κατ’ αρχήν χαρακτηριστικά εξωτερικών επιδράσεων, «πρακτόρευσης» ξένων (ιμπεριαλιστικών) συμφερόντων, κατασκοπείας κλπ.

     Εδώ αντίθετα, από τη φύση του πράγματος, πρόκειται για κατάσταση προερχόμενη από την ίδια την εσωτερική λειτουργία του σοβιετικού πολιτικού συστήματος, προερχόμενη από τα εσωτερικά «δομικά» χαρακτηριστικά του στο συγκεκριμένο ιστορικά καθορισμένο στάδιο της ύπαρξής του, και πρόκειται επίσης για «κατάσταση» που κάτω από ορισμένους όρους θα μπορούσε (και κατά τη γνώμη μου μπόρεσε) να αποτελέσει και η ίδια «δομικό» του χαρακτηριστικό: αν όχι εξαρχής γενικό «δομικό» του χαρακτηριστικό, εν τούτοις όμως αναπτυσσόμενο (κατά τον τρόπο που θα προσπαθήσω να δείξω παρακάτω) με τάση  γενίκευσής του, εωσότου καταστεί επικυρίαρχο για ένα παρατεταμένο χρονικό διάστημα της ιστορίας της ΕΣΣΔ και, εν τέλει, καθοριστικό ως προς την τελική πράξη της διάλυσής της. 

     Κι επίσης, όχι απλώς δεν πρόκειται για «εσωκομματική πάλη» που διεξάγεται στη βάση διαφωνιών και διαφορετικών απόψεων, αλλά πρόκειται αντίθετα για «πάλη» που διεξάγεται στη βάση της «συμφωνίας», για κατάσταση που διαμορφώνεται στη βάση της προσωπικής αλληλοϋποστήριξης και «πίστης», της «μαστοριάς» στους επαίνους «προς τους υπεύθυνους», της «οικογενειακής» οικειότητας, του «συνεταιρισμού», της παραίτησης από την κριτική και την αυτοκριτική, των αλληλοεπαίνων, των από κοινού «κούφιων και αηδιαστικών εκθέσεων προς το κέντρο για τις επιτυχίες», της κολακείας, της έλλειψης αξιοπρέπειας χωρίς «τίποτα το κοινό με τον μπολσεβικισμό», στη βάση λοιπόν χαρακτηριστικών που καθιστούν αν όχι κρίσιμο τότε απλώς ρητορικό το ερώτημα, από ποιά «πολιτική και πρακτική άποψη» θα μπορούσε να είναι «κατάλληλοι» ως στελέχη οι φορείς τους...  

     Δεύτερον, μια τέτοια εσωκομματική «παρέκκλιση» δεν μπορεί παρά να εμφανίζεται και να αναπτύσσεται με τις μεθόδους της κολακείας ως εργαλείου ιεραρχικής «ανόδου», της τυπικής «πειθαρχίας» και «ομοφωνίας», ίσως και «υπερθεματισμού» προς τις αποφάσεις της πλειοψηφίας καθώς και της άκρατης «επιδοκιμασίας» των ενεργειών κάθε ιεραρχικά ανώτερου οργάνου ως εξωτερικής επίδειξης «νομιμοφροσύνης». Και δεν μπορεί επίσης παρά η ίδια παρέκκλιση για την ανάπτυξή της να απαιτεί την αναπαραγωγή των δικών της χαρακτηριστικών προς τα «ιεραρχικά κατώτερα» κομματικά «στρώματα»,   συμπληρώνοντας για τον σκοπό αυτό την «μαστοριά» της στους επαίνους και την κολακεία «προς τους υπεύθυνους» με την άτεγκτη επιτίμηση (και βέβαια από θέση τυπικής «υπεράσπισης» θεωρητικών και κομματικών-οργανωτικών «αρχών»)  προς όποιους δεν εμφανίζουν παρόμοια συμπεριφορά και «μαστοριά» προς την ίδια και προς οποιονδήποτε.

     Τρίτον, είναι αδύνατον να δοθεί μια ολοκληρωμένη και «οριστική» ιστορική ερμηνεία στην εσωκομματική πάλη του κόμματος των μπολσεβίκων χωρίς τον συνυπολογισμό του όποιου βαθμού επίδρασης και συνειδητού ρόλου είχε σ’ αυτήν και τις διάφορες φάσεις της ως τα τέλη της δεκαετίας του ’30 (μαζί και στην κομματική εκκαθάριση του ‘33-36) το συγκεκριμένο «παρεκκλίνον» κομματικό – στελεχικό στρώμα, χωρίς να εκτιμηθεί η αναπόφευκτη τάση της συγκεκριμένης «παρέκκλισης» να προσκολλάται στην όποια διαμορφωνόμενη πλειοψηφία, χωρίς να εκτιμηθεί το αναπόφευκτο ενδιαφέρον της για τη χρησιμοποίηση της εσωκομματικής πάλης ως εργαλείου –απ’ την πλευρά της, και αναγκαστικά με όρους τυπικής προσήλωσης στις «αρχές»- παραμερισμού όσων δεν μοιράζονταν τα ίδια με αυτήν «οικογενειακά» και «συνεταιρικά» χαρακτηριστικά, ως εργαλείου επίσης προώθησης των δικών της χαρακτηριστικών και των εκφραστών τους, χωρίς να εκτιμηθεί η εσωκομματική και κρατική θέση στην οποία πρέπει να βρέθηκαν οι φορείς αυτής της «παρέκκλισης» αμέσως μετά το ξεπέρασμα της οξύτατης στις μορφές της εσωκομματικής πάλης, της οποίας η οξύτητα δεν μπορούσε παρά να αποτελεί επίσης «εργαλείο» γι’ αυτήν την «παρέκκλιση» και τους φορείς της.       

     Τέταρτον, στο παραπάνω παρατιθέμενο απόσπασμα της ομιλίας του Στάλιν περιγράφεται ένα «φαινόμενο», που για την ώρα, κατά την περιγραφή του, δεν αποτελεί παρά παρέκκλιση από τις αρχές της κομματικής λειτουργίας: Κάποια στελέχη, ο Α και ο Β, δημιουργούν στον χώρο δράσης τους το συγκεκριμένο «οικογενειακό» και «συνεταιρικό» περιβάλλον με τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται, δημιουργούν τις «ουρές» τους και όταν μετατίθενται παίρνουν μαζί τους και τις ουρές αυτές στον χώρο της νέας τους δραστηριότητας. Αυτό ήδη δεν είναι λίγο, ωστόσο εξακολουθεί ακόμα να παραμένει μια σοβαρή μεν αλλά απλώς «παρέκκλιση»… Και αξίζει να παρατηρήσει κανείς, αναφορικά με το τελευταίο ερώτημα της παραπάνω τοποθέτησης του Στάλιν, ότι για όσον καιρό δεν θα είχαν σταθεροποιηθεί οι μέθοδοι του κάθε «Μιρζογιάν» και του κάθε «Βάιζοφ», θα ήταν πράγματι τόσο ο ένας όσο κι ο άλλος αναγκασμένοι να υποκύπτουν στον «παραλογισμό» να μεταφέρουν τις «ουρές» τους από τόπο σε τόπο κάθε φορά που θα μετατίθενταν σε νέα περιφέρεια. Οι μέθοδοι τους θα είχαν πια σταθεροποιηθεί, τότε που δεν θα βρίσκονταν πλέον σε αυτή την ανάγκη, τότε δηλαδή που ο κάθε «Μιρζογιάν» θα έβρισκε στον τόπο της νέας του εγκατάστασης έτοιμη την «ουρά» του κάθε «Βάιζοφ» για να τη χρησιμοποιήσει ο ίδιος, και ο κάθε «Βάιζοφ» θα μπορούσε να πάει μόνος του στον τόπο της μετάθεσής του όπου θα έβρισκε και θα χρησιμοποιούσε έτοιμη την «ούρα» του κάθε «Μιρζογιάν». Τότε πια δεν θα επρόκειτο απλώς για προσωπικές παρεκκλίσεις του ενός ή του άλλου στην επιλογή στελεχών, δεν θα επρόκειτο για μια απλή «παρέκκλιση», αλλά θα επρόκειτο πια για την οριστικοποιημένη στους όρους της αφετηρία ενός πολιτικού μηχανισμού ήδη αποσπασμένου από τους εργαζόμενους, ενός πολιτικού μηχανισμού συγκροτημένου όχι πια με τους όρους της κοινωνίας την οποία διευθύνει αλλά με δικούς του εσωτερικούς όρους, έχοντας επίσης πλέον θέσει  ένας τέτοιος πολιτικός μηχανισμός και τη βάση αναπαραγωγής του με όρους δικούς του, εσωτερικούς, και ξένους προς την κοινωνία που καθοδηγείται από αυτόν. 

     Πέμπτον: Στο βαθμό που αναπτύσσεται ένας τέτοιος μηχανισμός, στον ίδιο βαθμό η δικτατορία του προλεταριάτου χάνει το ουσιαστικό της περιεχόμενο… Στον ίδιο βαθμό το προλεταριάτο περιέρχεται κάτω από τη διεύθυνση έως και δικτατορία αυτού του τέτοιου μηχανισμού… Στο βαθμό που αναπτύσσεται ένας τέτοιος μηχανισμός στον ίδιο βαθμό περιθωριοποιείται πολιτικά η ίδια η εργατική τάξη. 

     Τη στιγμή που μέσα ακόμα κι από λάθη ή υπερβολές, και αντιμέτωπος με γιγάντιες δυσκολίες οικοδομείται ο σοσιαλισμός στα πρώτα βήματα του, η ανάπτυξη τέτοιων φαινομένων λειτουργεί σαν μια αμφίδρομη διαδικασία που υποσκάπτει ό,τι χτίζεται, που σταδιακά τα αποτελέσματα της ανάπτυξής της συγκεντρώνονται και, συγκεντρωμένα, τίθενται σε κίνηση στην τελική πράξη των ανατροπών.

      Τη στιγμή που η κοινωνική συνείδηση γίνεται το κρισιμότερο συστατικό οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, ένας τέτοιος μηχανισμός τείνει να την υπονομεύει, να την υποκαθιστά και να την υποβιβάζει στο επίπεδο των κολάκων, των χειροκροτητών (προς τα ιεραρχικά ανώτερα «στρώματα»), των ιδεολογικών «τιμητών» (προς τα «κατώτερα»), της αναξιοπρέπειας, μετατρέπει την θεωρία σε εξωτερικό τύπο «νομιμοποίησης» της δικής του πράξης, αποτελώντας ο ίδιος μια αναπαραγόμενη συσπείρωση που αποσκοπεί στην ικανοποίηση πολλαπλών βλέψεων ατομικής ιδιοτέλειας… Αποτελώντας ο ίδιος μια οργανωμένη δύναμη που η συνείδηση των συμφερόντων της την θέτει ενάντια στην διαδικασία «απονέκρωσης του κράτους» και ενεργητικά υπέρ κάθε διαδικασίας που εντείνει και οριστικοποιεί την «σχετική αυτονόμηση» του κράτους από την κοινωνία.  

 

     ***

     Θα μπορούσε το παρόν σημείωμα να κλείνει εδώ, όμως θεωρώ επιβεβλημένη μια έστω επιγραμματική αναφορά σε ζητήματα τα οποία η παραπάνω οπτική, σε συνάρτηση με την σημερινή ιστορική γνώση, αναδεικνύει ως «κεντρικά»:

     1] Το ζήτημα των όρων δημιουργίας αυτής της αρχικής «παρέκκλισης» καθώς και του μηχανισμού που προήλθε από αυτήν: «Αποδεικνύεται» ότι  πράγματι από την «παρέκκλιση» προήλθε «μηχανισμός»; Να θεωρηθεί η παραγωγή του «μηχανισμού» από την «παρέκκλιση» θεωρητικά, πρακτικά και «καθορισμένα ιστορικά» ως «αυταπόδεικτη» στη βάση της περιγραφής του Στάλιν και της μετέπειτα συνολικής εμπειρίας; Θα μπορούσε από τη φύση του πράγματος η ύπαρξη αυτού του «μηχανισμού» να αποτυπωθεί, αναζητηθεί και ανευρεθεί σε επίσημα ντοκουμέντα; Είναι αρκετά τα υπάρχοντα δεδομένα για να καταλήξουμε σε συμπεράσματα χωρίς την ύπαρξη τέτοιων ντοκουμέντων;  Ας υποθέσουμε ότι απαντάμε «ναι», ώστε να μπορούμε να συνεχίσουμε στα επόμενα:..

     2] «Μηχανισμός της προσωπολατρείας»: Η με όρους ιεραρχημένης προσωπολατρείας ανάπτυξή του και ο συνακόλουθος παραμερισμός των μη-προσαρμοζόμενων σε αυτήν (αλλά μέσα σε μετα-τσαρικές, επαναστατικές/μετεπαναστατικές συνθήκες οξείας εσωκομματικής πάλης, σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αντιφασιστικού -από το 1936- και κατόπιν πατριωτικού πολέμου, πρέπει να σημειωθεί) από το 1937 έως την μετά θάνατο εκ μέρους του ίδιου μηχανισμού καταδίκη του αντικειμένου του (του κεντρικού αντικειμένου της «προσωπολατρείας» του στο πρόσωπο του Στάλιν) και την ανάδειξη του ίδιου «μηχανισμού της προσωπολατρείας» ως επικυρίαρχου αλλά πια «χωρίς» αυτήν: Εφόσον ο τύπος των ιεραρχικών σχέσεών «της» έχει πια καθιερωθεί, η «ίδια» δεν είναι πια αναγκαία.

     Περιγράφει το παραπάνω αρχικό απόσπασμα του Στάλιν κάτι διαφορετικό από τα πρωταρχικά και βασικά χαρακτηριστικά της λεγόμενης «προσωπολατρείας»;

     3] Η συνέχιση της ανάπτυξης του ίδιου «μηχανισμού» από τότε ως το τέλος (ως την κορφή και τα κεντρικά κλειδιά). Η βασική του αντίφαση ως όριο της αναπαραγωγής του: «αυτονομημένη» πολιτική μορφή μη «νομιμοποιούμενη» κοινωνικο-ιστορικά πάνω από τη βάση των σοσιαλιστικών οικονομικών παραγωγικών σχέσεων. Για την λύση της αντίφασης, για έναν νέο κύκλο αναπαραγωγής του, για τη μετατροπή του από πολιτικό μηχανισμό σε κοινωνική τάξη ή τμήμα κοινωνικής τάξης πρέπει να ανατραπούν οι βασικές σοσιαλιστικές παραγωγικές σχέσεις. Όταν αυτό συμβαίνει, σημαίνει και το τέλος του ως τέτοιου: Στάθηκε αδύνατο να πραγματοποιηθεί αυτή η ανατροπή με τους αποκλειστικά δικούς του «πολιτικούς» όρους. 

     4]  Ιστορική συνέχεια και συνύπαρξη, με αυτόν τον (αναπτυσσόμενο) μηχανισμό, των πολιτικά συνεπών (από την άποψη της υπεράσπισης και συνέχισης του σοσιαλισμού ως κοινωνικο-οικονομικού συστήματος)  κομματικών τμημάτων: Μια ορισμένη «εξωτερική» ταύτιση ανάμεσα στις δυο πλευρές σε ό,τι αφορά την καθαυτή πολιτική ύπαρξη (ιδεολογικο-πολιτική και πολιτική-οργανωτική  ανάπτυξη) των εργαζομένων (τάξεων και στρωμάτων): Μια ορισμένη αμοιβαία «σύμπτωση» στον περιορισμό της, στο όνομα (αλλά και μπρος στην πραγματικότητα) της αντεπανάστασης, από τη μια, για να μη διακυβευτεί η ύπαρξη του ίδιου αυτού (αντεπαναστατικού) μηχανισμού, από την άλλη.

     Μόνο που χωρίς αυτή την καθαυτή πολιτική ύπαρξη και ανάπτυξη των εργαζομένων, η όποια διαδικασία πολιτικής λύσης αναγκαστικά διεξάγεται εντός των εσωτερικών όρων και ορίων των οργάνων και, ευρύτερα, δομών πολιτικής καθοδήγησης και διεύθυνσης, γεγονός που σε τελική ανάλυση καθορίζει και τη φύση αυτών των οργάνων (τη σχέση τους με την σοσιαλιστική στην οικονομική βάση της κοινωνία)  αλλά και την έκβαση της όποιας τέτοιας διαδικασίας.   

     5] Το ζήτημα του (καταρχήν όχι «ηθικού», ή «θεωρητικού-διαπαιδαγωγητικού», αλλά) «δομικού» αντίδοτου στην εμφάνιση και ανάπτυξη ενός τέτοιου μηχανισμού. Ζήτημα που, φυσικά, τίθεται στο επίπεδο της θεωρίας (= στη βάση της εμπειρίας) και στη βάση (επίσης) της αντικειμενικής σχετικής «απόστασης» μεταξύ τάξης και πρωτοπορίας (στη βάση μιας αντικειμενικής –και σε ποιο βαθμό;-  σχετικής αυτονόμησης του «απονεκρούμενου» κράτους από την κοινωνία).

    Μια ορισμένη βάση απάντησης στο ζήτημα αυτό συνάγεται από την τελευταία παράγραφο του σημείου 4].   

    Το ζήτημα της επαναστατικής δικτατορίας του προλεταριάτου. Η συνύπαρξη με τον ιμπεριαλισμό. Στρατός και «κράτος». Η γενική θεωρία και ο «ιστορικός καθορισμός» της πράξης.

     6] Η διεθνής επίδραση αυτού του μηχανισμού στο κομμουνιστικό κίνημα. Προλεταριακός διεθνισμός και ανάπτυξη του κινήματος στη βάση των πραγματικών εσωτερικών όρων του. Η ακόμα και πέραν της ύπαρξης κάθε τέτοιου «μηχανισμού» διαλεκτική σχέση και διαφορά μεταξύ κρατικής πολιτικής εργατικού κράτους και αναπτυσσόμενου εντός του καπιταλισμού εργατικού κινήματος.

     7]  Το ζήτημα του αποκλεισμού κάθε ιδεολογικής εκμετάλλευσης και «σπέκουλας» σ’ όλα τα παραπάνω, από την άποψη –όχι τόσο της  (μη αναμφισβήτητης) «επιβεβαίωσης» ορισμένων πολιτικών τάσεων, που όμως κατά κανόνα δεν βρέθηκαν από θέσεις διεθνισμού και ταυτόχρονης ανεξάρτητης ανάπτυξης της δυναμικής του κινήματος- αλλά κυρίως από την άποψη των πραγματικών ιστορικά καθορισμένων νομοτελειακών όρων που κανείς δεν μπορεί να αποφύγει με μόνη την συναισθηματική λατρεία προς τη δημοκρατία και απέχθεια προς την εξουσία, το κράτος, τη γραφειοκρατία, που όσο μεγάλες κι αν είναι (η λατρεία και η απέχθεια) δεν εμποδίζουν από μόνες την αντίστροφη πράξη, κι αυτό είναι σε θέση να το αναγνωρίσει εμπειρικά και γνωσιολογικά ο καθένας.

    8] Το ζήτημα των (μη βλαβερών, ή μήπως: βλαβερών;) θεωρητικών και πρακτικών επιπτώσεων της περίπτωσης, όλα τα παραπάνω να μην αποτελούν παρά λογικές προεκτάσεις μιας –στη βάση της- ανυπόστατης υπόθεσης εργασίας…    


ΓΕΡΜΑΝΙΑ «Μπούμερανγκ» ο αντικομμουνισμός σε αστούς και οπορτουνιστές

Το Ιδρυμα «Ρόζα Λούξεμπουργκ», που εκφράζει το οπορτουνιστικό Κόμμα της «Λίνκε» (Αριστερά) Γερμανίας, ο Ομιλος «Χέλε Πάνκε» και το «Κέντρο για Δημοκρατία» εγκαινίασαν τη Δευτέρα στο Βερολίνο έκθεση με τίτλο «Η αδελφή χώρα κάηκε, μετανάστευση, ρατσισμός, αντισημιτισμός και νεοναζισμός στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία».

Θέμα ήταν ο τρόπος συμπεριφοράς στη ΓΛΔ απέναντι στους αλλοδαπούς εργαζόμενους, που απασχόλησε η χώρα αυτή από το 1965 ως το 1989. Πρόκειται για δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους και εκπαιδευόμενους από χώρες όπως το Βιετνάμ, η Κούβα, η Μοζαμβίκη, η Ανγκόλα, η Ουγγαρία και η Πολωνία κ.ά. Αυτοί οι εργαζόμενοι ενίσχυσαν τομείς όπως η ελαφρά βιομηχανία και η βιομηχανία καταναλωτικών ειδών. Ο αριθμός τους, η διάρκεια παραμονής τους και τα δικαιώματά τους καθορίζονταν με την κυβέρνηση της χώρας τους, με διακρατικές συμφωνίες. Εμεναν 2 με 6 χρόνια στη ΓΛΔ και αυτό το χρόνο τον χρησιμοποιούσαν για εκμάθηση επαγγέλματος ή ειδίκευση που θα τους ήταν αργότερα χρήσιμη στη χώρα τους.

Αυτό το γεγονός δεν αναφέρεται καθόλου στην έκθεση, αντίθετα ο κατάλογος της έκθεσης μιλάει για «φτηνά εργατικά χέρια για την καταστραμμένη οικονομία της ΓΛΔ» και σημειώνει: «Τους έπαιρναν τα διαβατήρια, τους στοίβαζαν σε άσυλα αποκομμένους από τον πληθυσμό της ΓΛΔ και τους παρακολουθούσε η Στάζι σαν εν δυνάμει ταξικούς εχθρούς».

Ωστόσο το αντικομμουνιστικό ψέμα έχει «κοντά ποδάρια». Κατά τη συζήτηση στην έκθεση το κλίμα οξύνθηκε και η προσπάθεια παραχάραξης της Ιστορίας γύρισε «μπούμερανγκ» στους εμπνευστές της. Πρώην εργαζόμενοι απ’ αυτές τις χώρες πήραν το λόγο και είπαν ότι τέτοια προβλήματα δεν είχαν επί ΓΛΔ και ότι μετά την επανένωση της Γερμανίας βρέθηκαν αντιμέτωποι με ζητήματα όπως η ανεργία, ο ρατσισμός και η απειλή εκδίωξης. Επίσης πολλοί Ανατολικογερμανοί, που ασχολούνταν επί ΓΛΔ με τους φιλοξενούμενους εργάτες, είπαν ότι τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά απ’ ό,τι τα παρουσιάζει η έκθεση και ότι δεν περίμεναν κάτι τέτοιο από το Ιδρυμα «Ρόζα Λούξεμπουργκ». Ενας Κουβανός, που μεγάλωσε στη ΓΛΔ, είπε χαρακτηριστικά: «Αυτή η έκθεση είναι μια προσβολή για τους αλλοδαπούς αλλά και για τους πολίτες της ΓΛΔ».

ριζοσπάστης