Κοιμήσου ήσυχος

Στα «Νέα», την εφημερίδα του «μέσου άνθρωπου», κατά τη διάρκεια του φετινού αντικομμουνιστικού μήνα Αύγουστου, εμφανίστηκαν ορισμένες οδηγίες ασφαλούς επιβίωσης αυτού του «μέσου άνθρωπου» υπό ναζιστικό καθεστώς κατά το πρότυπο που ίσχυε στη ναζιστική Γερμανία (πηγή).

Σύμφωνα λοιπόν με τις αντιλήψεις του συντάκτη:  «Στη ναζιστική Γερμανία σε γενικές γραμμές, μπορούσες να κοιμάσαι σχετικά «ήσυχος», αν δεν είχες τέσσερις ιδιότητες, εκ των οποίων η πρώτη αποκτάτο αυτοβούλως, ενώ οι άλλες ήταν, λίγο – πολύ, γονιδιακά προκαθορισμένες: Αφενός μεν, δηλαδή, αν δεν ήσουν δημόσια αντιφρονών, αφετέρου δε αν δεν ήσουν Εβραίος, Τσιγγάνος ή ομοφυλόφιλος».

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με αυτές τις αντιλήψεις, κάτω από ένα ναζιστικό καθεστώς ο «μέσος άνθρωπος» δεν χρειάζεται παρά να παραμείνει «μέσος άνθρωπος» προκειμένου να «κοιμάται σχετικά ήσυχος».

Γιατί, ίσως δεν το πρόσεξε ο συντάκτης, αλλά οι ιδιότητες που περιγράφει, δεν είναι παρά ιδιότητες του (παροιμιώδους) «μέσου άνθρωπου», ο οποίος είναι τέτοιος («μέσος») εφόσον, αφενός, «αυτοβούλως» φροντίζει να μην είναι «δημόσια αντιφρονών» και, αφετέρου, δεν έχει την «λίγο-πολύ γονιδιακά προκαθορισμένη» ατυχία να ανήκει σε κάποια κατηγορία που να τον αποκλείει από την κατηγορία του «μέσου άνθρωπου»: Εβραίος, τσιγγάνος, ομοφυλόφιλος τότε, όπως κατηγοριοποιεί ο συντάκτης τους «γονιδιακά» ανασφαλείς, μετανάστης και πρόσφυγας θα μπορούσαμε να προσθέσουμε σήμερα, χωρίς με αυτά να εξαντλείται ο κατάλογος ούτε ως προς το τότε ούτε ως προς το σήμερα.

Σύμφωνα λοιπόν με τον συντάκτη των οδηγιών, ο «μέσος άνθρωπος» με αυτές τις ιδιότητες μπορούσε κάτω από το ναζιστικό καθεστώς «να κοιμάται σχετικά ήσυχος». Άλλωστε μόνο «σχετικά ήσυχος» μπορεί να κοιμάται ο «μέσος άνθρωπος» γενικά: Το όνειρο τού «εντελώς ήσυχου» ύπνου για τον «μέσο άνθρωπο», γνωστό αυτό, δεν αφορά αυτήν εδώ τη ζωή… Κι έπειτα, είναι τόσο πολλοί αυτοί (οι άλλοι) και τόσο πολλά τα κοινωνικά ερεθίσματα που θέλουν να σου χαλάσουν την ησυχία, ώστε και μόνο εξαιτίας της προσπάθειας να τα αποφύγεις είναι αδύνατον να κοιμηθείς «εντελώς ήσυχος». Αλλά μήπως, στο κάτω κάτω της γραφής, δεν είναι ο φασισμός αυτός που σου υπόσχεται να πατάξει κάθε είδους «άλλον» και κάθε είδους κοινωνικό ερέθισμα, όλα αυτά που σου χαλάνε την ησυχία και τα δείχνει κι η τηλεόραση,  έτσι ώστε για σένα τον «μέσο άνθρωπο» να γίνει πράξη ο «εντελώς ήσυχος ύπνος» και μάλιστα σε αυτήν εδώ τη ζωή…;;;

*

Όμως τα πράγματα δεν είναι όπως τα φαντάζεται ο συντάκτης των οδηγιών ασφαλούς επιβίωσης σε ναζιστικό καθεστώς.

«Γονιδιακοί λίγο-πολύ προκαθορισμοί» που να αποκλείουν έναν «σχετικά ήσυχο ύπνο» μπορούν να ανευρεθούν και στο σύγχρονο «δημοκρατικό» πολίτευμα, τουλάχιστον αν κρίνουμε από τον αριθμό των έγκλειστων στα σημερινά «δημοκρατικά» στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών και προσφύγων, ακόμα κι αν δεν επεκταθούμε στον «ύπνο» που επιφυλάσσει το σημερινό «δημοκρατικό» καθεστώς, γενικά σε όσους διαθέτουν κάποιο από τα χίλια πρόσωπα της «λίγο – πολύ γονιδιακά προκαθορισμένης» ιδιότητας της φτώχιας.

Αλλά και η σύγχρονη ελληνική ιστορία, από το βενιζελικό ιδιώνυμο του 1929 μέχρι έστω την μεταπολίτευση του 1974, υποδεικνύει ότι και η «αυτόβουλη» ιδιότητα «να μην είσαι δημόσια αντιφρονών» μπορεί να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για έναν υποτιθέμενο «σχετικά ήσυχο ύπνο» τόσο κάτω από φασιστικό δικτατορικό καθεστώς όσο και κάτω από καθεστώς αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: Ήταν «δημοκρατική» η βία, οι απαγορεύσεις, οι φυλακίσεις, οι εκτοπίσεις, οι δολοφονίες του βενιζελικού ιδιώνυμου. Όπως «δημοκρατικές» ήταν και οι δηλώσεις νομιμοφροσύνης που επί δεκαετίες αρκούσαν για να γλιτώσει κανείς «αυτοβούλως» από το εκτελεστικό απόσπασμα, τις γιούρες και τα μακρονήσια  ή απαιτούνταν για μια θέση εργασίας.

Ο συντάκτης της εφημερίδας, ατυχώς γι’ αυτόν, περιγράφει με τις οδηγίες του την «δημοκρατία» του παρελθόντος της. Αυτήν την «δημοκρατία» που τόσο στην προπολεμική όσο και στην μεταπολεμική φάση της εγκαινιάστηκε  από τους ίδιους της τους ταγούς: Από τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως πρωθυπουργό του «ιδιώνυμου» και τον Γεώργιο Παπανδρέου ως πρωθυπουργό της σφαγής των δεκάδων άοπλων διαδηλωτών στις 3 και στις 4 Δεκέμβρη του 1944. Από τους εμβληματικούς ταγούς της αστικής δημοκρατίας, οι οποίοι κήρυξαν τον πόλεμο σε όσους δεν φρόντισαν «αυτοβούλως» να αποκτήσουν την ιδιότητα «να μην είναι δημόσια αντιφρονούντες». Και οι οποίοι, πάντοτε, απέναντι στην «εξίσωση των άκρων» και απέναντι στην «εξομοίωση φασισμού – κομμουνισμού» ήξεραν πάντοτε τι να διαλέξουν και με ποιο «άκρο» να πάνε.

(Έως και πρόσφατα άλλωστε, οπότε περίσσεψαν οι «αστικοδημοκρατικές» ευχαριστίες προς την ναζιστική ΧΑ, οι επικλήσεις μιας «σοβαρής» ναζιστικής ΧΑ, μέχρι και οι απόπειρες συγκάλυψης των νεοναζιστικών εγκλημάτων της παρουσιαζόμενων πότε σαν «αντιποίηση αρχής» και πότε σαν καυγάδες για το ποδόσφαιρο…)

*

Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται, λοιπόν, και μια ουσιαστική ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στον φασιναζισμό και την αστική δημοκρατία. Μια διαφορά που ο συντάκτης των οδηγιών αδυνατεί να αναγνωρίσει, λόγω της (όχι εντελώς παράδοξης) σύγχυσής του των ειδικών χαρακτηριστικών   του ναζισμού και των χαρακτηριστικών της αστικής δημοκρατίας, που είτε υποβόσκουν σε αυτήν είτε βρίσκονται άμεσα στο προσκήνιό της. Κι η διαφορά βρίσκεται στο ότι, εκεί που η αστική δημοκρατία για τον «σχετικά ήσυχο ύπνο» του «μέσου πολίτη» αρκείται στην φροντίδα της για το πώς αυτός «αυτοβούλως» δεν θα εκδηλώνεται δημόσια ως αντιφρονών εναντίον του συστήματος της εκμετάλλευσης και των συνεπειών του, ο ναζισμός για τον «σχετικά ήσυχο» ύπνο του «μέσου ανθρώπου» απαιτεί από αυτόν την πολιτική στράτευσή του στην υπηρεσία του εκμεταλλευτικού συστήματος.

Αλλά ο συντάκτης των οδηγιών ασφαλούς επιβίωσης σε ναζιστικό καθεστώς φαντάζεται, ονειρεύεται, τον ναζισμό σαν την αστική δημοκρατία. Προκειμένου να εξομοιώσει τον ναζισμό με τον κομμουνισμό, προκειμένου μάλιστα να αποδείξει τον κομμουνισμό σαν «χειρότερο», εξομοιώνει εν τέλει τον ναζισμό με την «δημοκρατία» του. Εξομοιώνει το να «κάθεσαι στ’ αυγά σου» όσο επικρατεί η «κανονικότητα» των κατεστημένων εκμεταλλευτικών σχέσεων, με το «να κάθεσαι στ’ αυγά» σου όταν επικρατεί η πιο ωμή εγκληματική έκφραση αυτών των σχέσεων, η οποία άλλωστε αποτελεί μόνιμο συστατικό τού πυρήνα τους. Μόνο που τότε, το «να κάθεσαι στα αυγά σου» σημαίνει και απαιτεί τη δημόσια συνενοχή σου στο έγκλημα.

Είναι αδιόρατα εκλεπτυσμένη η ιδεολογική του υπηρεσία προς τον φασισμό εκ μέρους και στο όνομα της «δημοκρατίας», και αδιόρατα ολοκληρωμένες οι ιδεολογικές προϋποθέσεις του για μια επίσης αδιόρατη ιδεολογική μετάβαση από την δεύτερη προς τον πρώτο. Όσο «αδιόρατα» αποσκοπεί εξ ορισμού και η ιδεολογική εξίσωση κομμουνισμού και φασισμού στην ιδεολογική και πολιτική ποινικοποίηση του πρώτου και στη νομιμοποίηση του δεύτερου, σε συνθήκες όπου η καπιταλιστική δημοκρατία αντιμετωπίζει ένα φάσμα αβεβαιότητας σχετικά με τον «μέσο άνθρωπο» και την «αυτόβουλη» ιδιότητα του «να μην είναι δημόσια αντιφρονών».

 

Advertisements

Έλαβαν: Χαμένη ψήφος 94,5%

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο λαός θα βρεθεί, από Δευτέρα, αντιμέτωπος με την ψήφο του της Κυριακής.

Είναι, όμως, η πρώτη φορά που η λαϊκή «εκλογική συμπεριφορά» έχει τέτοια χαρακτηριστικά υπεκφυγής από τα κεντρικά ζητήματα της πολιτικής πραγματικότητας.

Η «υπεκφυγή», σαν λέξη, μπορεί ν’ ακούγεται λίγο καθαρεύουσα… Και ο συσχετισμός της  με την ειδικά «εκλογική» συμπεριφορά μπορεί και να προκαλεί την παρεξήγηση ότι η σημασία της περιορίζεται σε αυτό και μόνο το «εκλογικό» πεδίο. Όμως στην πραγματικότητα η «υπεκφυγή» αφορά κάτι το πολύ πιο εκτεταμένο από τις εκλογές και κάτι το πολύ πιο βαθύ από την μια ψήφο της προχθεσινής Κυριακής.

Αφορά το φιλότιμο, για να το γυρίσουμε λοιπόν στη δημοτική: Γιατί, ψήφος αντί για φιλότιμο, αυτό είναι το νόημα της προχθεσινής ψήφου. Και το χειρότερο: δεν υπάρχει καμία αφηρημένη οντότητα που να λέγεται «λαός» και που στη βούλησή της υποτάσσεται ο καθένας ατομικά. Αυτό που ονομάζουν λαϊκή βούληση το συνθέτει η προσωπική θέση και στάση του καθενός, κι επομένως την «υπεκφυγή» μ’ όλη της τη σημασία δεν την χρεώνεται καμία αφηρημένη οντότητα, αλλά ο καθένας ατομικά.

Η επιβράβευση του αριβισμού, στην απόλυτη τιμή του, που εκπροσωπεί κομματικά ο ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά ο Τσίπρας σαν «αρχηγός» του,  είναι -στην καθαρεύουσα- μια από τις πλευρές, μια από τις σημασίες, της προχθεσινής λαϊκής «υπεκφυγής». Η μετάφραση αυτής της σημασίας στη δημοτική, δείχνει ένα λαό, μερικά εκατομμύρια άτομα, πρόθυμα θύματα της κατάμουτρης κοροϊδίας, να λένε κι «ευχαριστώ», που δήθεν δεν καταλαβαίνουν ότι τους φτύνουν κι ανοίγουν ομπρέλα γιατί τάχα ψιχαλίζει, που τους προσβάλλουν στα σοβαρά κι απαντούν «ευτυχώς, γιατί εγώ αστεία δεν σηκώνω», που τους ξεφτιλίζουν στ’ αστεία τάχα κι απαντάνε «ωρέ τι θα πάθαινες αν μιλούσες στα σοβαρά», που για να μην παραδεχτούν αυτό που ξέρουν, δηλαδή ότι τους εξαπατούν στεγνά, εξαπατούν (δήθεν) κι οι ίδιοι τον εαυτό τους, που τους κουρελιάζουν την απαίτησή τους (;) για σεβασμό και κουρελιάζουν γι’ αυτό κι οι ίδιοι τον αυτοσεβασμό τους, που λένε για τους άλλους ότι «είναι όλοι ίδιοι» μόνο και μόνο για να είναι τέτοιοι κι αυτοί.

Μη γελιέται κανείς ότι πρόκειται για συμπεριφορά, για υπεκφυγή, απλώς «εκλογική». Όχι. Πρόκειται για εκλογική συμπεριφορά που εν προκειμένω αποκαλύπτει τη συμπεριφορά γενικά. Συμπεριφορά που δείχνει ότι οι άνθρωποι χαλάνε, και τότε…

Δε χρειάζονται περισσότερες αποδείξεις… Περάσαμε μια χρονική περίοδο που στη διάρκειά της ο τραχανάς απλώθηκε για τα καλά. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ήξερε – δε γνώριζε.  Κι ό,τι απομένει από τους τελευταίους επτά μήνες και τα τελευταία επτά χρόνια που πέρασαν, είναι το ντιβιντί της Αλεξανδράτου την ώρα που ο Ανίβας της καπιταλιστικής κρίσης είχε περάσει τις πύλες για μην τις ξαναδιαβεί ποτέ πίσω, -μιλώντας στην καθαρεύουσα, – είναι μια τσόντα (μιλώντας) στη δημοτική) που τη διαδέχτηκαν κάποια άθλια κλαψουρίσματα από όσους δήθεν «προδόθηκαν» από τους «πολιτευτές» – διαφθορείς τους των περασμένων δεκαετιών, κλαψουρίσματα  για όσα τους πήρανε και που δίκαια τα είχαν μόνο που τ’ αποκτήσανε χωρίς ποτέ τους οι ίδιοι ν’ αγωνιστούνε γι’ αυτά, κλαψουρίσματα από όσους ζητάνε απ’ τους… προγόνους τους να (ξανα)αγωνιστούνε γι’ αυτούς, κλαψουρίσματα από εκείνους που γυρεύουν  από άλλους να βγάζουν το φίδι απ’ την τρύπα και τα κάστανα απ’ τη φωτιά, κλαψουρίσματα άθλια όπως αποδείχτηκαν τώρα που το μόνο που τους μένει είναι όχι να μουτζώσουν αλλά να μουτζωθούνε. Και δεν «σώζονται» ούτε με την επικλήση  των «εκβιασμών», ούτε με το γελοίο δίλημα ανάμεσα στην «αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ, την «αριστερά» αυτή που το τελευταίο οκτάμηνο ψόφησε και πρόλαβε κιόλας να βρωμίσει, και στην «δεξιά» του Μεϊμαράκη με το μπεγλέρι, ούτε με τις καραμελίτσες των προηγούμενων χρόνων για τις «χωριστές συγκεντρώσεις»  και τις κυβερνητικές συνεργασίες της συνενοχής στο φόνο, ούτε με το κουστουμάκι της αντιπολίτευσης στη… Μέρκελ, ούτε σώζονται, τέλος, με την επίκληση του «αναπόφευκτου», ότι δηλαδή «δε γίνεται αλλιώς»: Η επίκληση ότι δε γίνεται «αλλιώς», είναι άκυρη από όσους συναινούνε να γίνει «έτσι», όπως άκυρη είναι κι η επίκληση ότι «με τις εκλογές έτσι κι αλλιώς δε γίνεται τίποτα» από όσους στις εκλογές ψηφίσανε αυτό το «κάτι» που έγινε και που θα γίνει δίνοντας στους εμπόρους των πλαστογραφημένων ελπίδων τη συγκατάθεσή τους να τους εμπορευτούν εν λευκώ.

Είναι φανερό ότι τα παραπάνω αποτελούν σχολιασμό για τη λαϊκή ψήφο που κατευθύνθηκε στο ΣΥΡΙΖΑ. Χαμένη ψήφος είναι αυτή, η λαϊκή ψήφος που πήγε στο ΣΥΡΙΖΑ, κι όχι οι ψήφοι που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ από όσους έχουν συμφέρον στην αντιλαϊκή πολιτική, στην ευρωενωσιακή «εγγύηση» της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, στο μνημόνιο 1, στο μνημόνιο 2, στο μνημόνιο 3.  Όμως κι η χαμένη λαϊκή ψήφος, κι η ψήφος αυτών των άλλων, η κερδισμένη γι’ αυτούς και μόνο γι’ αυτούς, είναι εξίσου αντιλαϊκή. Η μόνη διαφορά: άλλος ακονίζει το μαχαίρι του για τους άλλους, κι άλλος κάνει μόνος του χαρακίρι (κάθε άλλο, όμως, παρά ηρωικό).

Δεν είναι βέβαια, μόνο η ψήφος που πήγε στον ΣΥΡΙΖΑ χαμένη για το λαό. Χαμένη είναι κάθε λαϊκή  ψήφος που χαραμίστηκε στους κάθε είδους απολογητές της κυριαρχίας των μονοπωλίων, στους κάθε είδους απολογητές και εξωραϊστές του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης – είτε αυτοί το παίζουν ανοιχτοί οπαδοί του είτε το παίζουν απλώς «ικανοί διαχειριστές».  Η μόνη τους ξεχωριστή διαχειριστική ικανότητα είναι να παγιδεύουν το λαό στον κάλπικο πραγματισμό της υποταγής του.

Χαμένη για το λαό είναι κι η ψήφος στη ΛΑΕ του Λαφαζάνη, όχι γιατί δε στάθηκε αρκετή να τον βάλει στη βουλή, αλλά γιατί εξαρχής αυτοπροτάθηκε σαν υποκατάστατο της «υπεκφυγής» που απαίτησε και κέρδισε από το λαό ο ΣΥΡΙΖΑ, σαν λαθραία υπεκφυγή για όσους δεν ήταν έτοιμοι να υπεκφύγουν ανοιχτά μπροστά στους άλλους και μπροστά στον ίδιο τους τον εαυτό.

Χαμένη είναι και η «ψήφος» της αποχής: Φαίνεται πως για πολλούς (και δε γίνεται λόγος για όσους δεν θέλησαν να ξοδευτούν για να πάνε στους τόπους της καταγωγής τους), η ακύρωση μιας «ελπίδας» που είχε όλες τις πολιτικές προδιαγραφές  της ακύρωσής της και της ενσωμάτωσής της στο σύστημα της δυνάστευσης του λαού,  πολιτικές προδιαγραφές τέτοιες που έχουν κατονομαστεί με σαφήνεια, δεν στάθηκε ικανή να τους φέρει αντιμέτωπους, και χωρίς προφάσεις, με αυτήν ακριβώς τη σαφήνεια και τις συνέπειές της.  Τις πολιτικές τους αυταπάτες τις μεταφράσανε σε αυταπάτες «εκλογικές» για να διατηρήσουν τις πολιτικές τους αυταπάτες στο ακέραιο. Και αντί για τη  σαφήνεια των προδιαγραφών της «ήττας» τους που είναι και προδιαγραφές της ανασύνταξής τους, προτιμήσανε την ασάφεια την δοκιμασμένη στο καλοκαιρινό τους «ΟΧΙ στην πρόταση των δανειστών», για να την ξαναδοκιμάσουν σαν ασάφεια της αποχής τώρα. Κι όπως μόλις χθες βρήκαν «ελπίδα» στο 62% αυτού του ακαθόριστου μεγάλου «ΟΧΙ» που είχε και απέδειξε τις προδιαγραφές του να μετατραπεί σ’ ένα αντίθετο, μεγαλύτερο «ΝΑΙ», έτσι και τώρα βρίσκουν -ή και δεν βρίσκουν- «ελπίδα» στο ακαθόριστο 43% της αποχής μαζί με ένα 20% ηλικιωμένων που δεν μπορούν να πάνε να ψηφίσουν, πεθαμένων που παραμένουν στους εκλογικούς καταλόγους, πολιτικά αδιάφορων που στηρίζουν τις ελπίδες τους στο θεό, και άλλων, που όλοι μαζί δεν είναι σε θέση να φέρουν στο προσκήνιο οποιοδήποτε συλλογικό πολιτικό λόγο μπορεί να δώσει μορφή άλλη από την ατομική επιλογή του καθενός τους στην αποχή. Υπάρχουν άνθρωποι που μόνο οι αυταπάτες τούς κάνουν να νιώθουν εξοπλισμένοι πολιτικά…

Μόνη κερδισμένη ψήφος ήταν εκείνη που, και πάλι, έμεινε «στο 5%». Η ψήφος όσων αψηφήσανε και τους ψευτοπραγματισμούς και τα γελοία ψευτοδιλήματα, η ψήφος όσων χρόνια τώρα τους πρήζονταν τα συκώτια από όλους εκείνους που αποδείχτηκαν έτοιμοι από καιρό και «θαρραλέοι» να συνυπογράψουν την εξαπάτησή τους και να κατακυρώσουν την αυτοεξαπάτησή τους, η ψήφος όσων απέναντι στους «εκβιασμούς»  αντιπαραθέτουνε τη δύναμη της οργάνωσης και της πάλης των εργαζομένων για την πατρίδα και τον κόσμο που αντικειμενικά τους αξίζει.

*

Άφησα για το τέλος την χαμένη ψήφο στη «ΧΑ»:

Το να προτιμά κανείς από τη σημερινή «λαμογιοδημοκρατία» μια λαμογιοδικτατορία σαν «του Παπαδόπουλου» μπορεί και να σημαίνει απλώς ότι είναι, άνθρωπος πολιτικά αμόρφωτος και ανιστόρητος.

Το να νομίζει ότι η «ΧΑ» δεν είναι φασιστική, γιατί κατά τη γνώμη του κι ο ίδιος δεν είναι φασίστας, είναι κι αυτό, ας πούμε, μια πιθανότητα: Και στη Γερμανία του 1930 οι «μάζες» που παρασυρμένες από τη ναζιστική δημαγωγία έφεραν το Χίτλερ στην εξουσία μπορεί να μην είχαν συνείδηση ούτε ότι οι ίδιοι είναι ναζί ούτε για την βαθιά εγκληματική και εχθρική απέναντι στον άνθρωπο φύση του ναζισμού.

Το να θέλουν όμως να απευθύνονται σε μαλάκες και να έχουν από τους άλλους την απαίτηση να παριστάνουν τους μαλάκες είναι εντελώς διαφορετικό.

Και το να υπερψηφίζουν την «πολιτική ευθύνη» της δολοφονίας του Φύσσα, και κατ’ επέκταση την «πολιτική» ευθύνη για τη συνολική δολοφονική, εγκληματική και φασιστική – τρομοκρατική δραστηριότητα της «ΧΑ», είναι ταυτόσημο με το ότι αυτή την ευθύνη την αναλαμβάνουν οι ίδιοι. Ταυτόσημο με το ότι οι ίδιοι είναι χαλασμένοι και είναι δικό τους πρόβλημα το αν είναι χαλασμένοι απλώς αρκετά ή είναι χαλασμένοι εντελώς.


πώς το παίζει η ΧΑ;

Δεν θα ασχολιόμουν με το θέμα του τίτλου, αν το ερώτημα δεν ξέφευγε από την ειδική περίπτωση της νεοναζιστικής συμμορίας και δεν αφορούσε, στην πραγματικότητα, την αξιοποίησή της ύπαρξής της στο πλαίσιο των γενικότερων αστικών σχεδιασμών. Ένδειξη για τους οποίους σχεδιασμούς αποτελεί πχ η αποστροφή Καμμένου ύστερα από τη συνάντηση των αρχηγών των κομμάτων με τον πρόεδρο ότι «τα δημοκρατικά κόμματα συμφώνησαν…».

…Ή να το πούμε αλλιώς, η αποστροφή Καμμένου ότι «τα δημοκρατικά κόμματα συμφώνησαν» εκείνη τη Δευτέρα 6/7, που μαζεύτηκε η μαγγιά κι αποφάσισε «δημοκρατικά» ότι όσοι ρίξαν «όχι» και φέραν 62 στο δημοψήφισμα-μπαρμπούτι χάσανε και κέρδισαν όσοι έφεραν 38 και ρίξανε «ναι».

Κι αφού γελάσαμε, ένδειξη επίσης αποτελεί η επανάληψη της ίδιας αποστροφής από τον … Ολάντ, ότι «τα δημοκρατικά κόμματα της Ελλάδας συμφώνησαν…»

Το υπονοούμενο είναι προφανές: Τα μη δημοκρατικά κόμματα είναι το ΚΚΕ και η ΧΑ, να η εξίσωση κομμουνισμού φασισμού, να και το εγχείρημα  -με έναν σμπάρο- «ποινικοποίησης» της κομμουνιστικής ιδεολογίας και «νομιμοποίησης» του φασισμού, για την ταυτόχρονη παγίδευση της πολιτικής αντιμετώπισης του φασισμού στα όρια της  «εξομοίωσης» της πρωτοπορίας του εργατικού – λαϊκού κινήματος και των δημίων του.

Ένδειξη επίσης αποτελεί η επαναλαμβανόμενη «ουδέτερη» ειδησεογραφική διατύπωση  (τι; ψέματα είναι;) του είδους: «όχι από το ΚΚΕ και την ΧΑ στη συμφωνία που φέρνει η κυβέρνηση».

Ένδειξη αποτελεί και η απόπειρα διάχυσης στο πολιτικό σκηνικό των εσωκομματικών προβλημάτων του ΣΥΡΙΖΑ με επιδείξεις τυχοδιωκτισμού όπως αυτή του Φίλη που «πίεσε» την Κωσταντοπούλου να πει «ναι» ή να παραιτηθεί παίζοντας για το σκοπό αυτό το χαρτί της ΧΑ. Αν σκαλίσουμε λιγάκι τη μνήμη μας θα θυμηθούμε το πώς με παρόμοιο τρόπο οι διάφοροι τηλεπεριπλανώμενοι ΣΥΡΙΖαίοι είχαν αναλάβει στις δημοτικές εκλογές την προεκλογική εκστρατεία της ΧΑ με αφορμή την απόφαση του ΚΚΕ να μην στηρίξει τους υποψήφιους του ΣΥΡΙΖΑ την δεύτερη Κυριακή…

Από ό,τι φαίνεται λοιπόν είναι αρκετοί εκείνοι που «υποκύπτουν» στο πειρασμό να αξιοποιούν τη ΧΑ σαν άλλοθι των επιλογών τους, αρκετοί εκείνοι που εξυπηρετούνται από την ύπαρξή της για την ανάπτυξη των σχεδιασμών τους και που ήδη επιχειρούν να θέσουν τις βάσεις αυτού του είδους της αξιοποίησης σε αυτού του είδους τους αντιλαϊκούς σχεδιασμούς. Κι από την πλευρά της η ΧΑ γνωρίζει ότι αποτελεί αντικείμενο τέτοιας αξιοποίησης  και προσαρμόζει την «παρουσία» της σε αυτή τη διαδικασία. Άλλωστε διατηρεί -παρά τα «στραπάτσα»- τη φιλοδοξία να επιλεγεί ως αποτελεσματικότερος διαχειριστής του εκμεταλλευτικού συστήματος  όταν η αστική εξουσία διαπιστώσει ότι έχει πιά κάψει ένα-ένα τα εναλλακτικά της χαρτιά της εξαπάτησης, της χειραγώγησης, της ενσωμάτωσης των λαϊκών στρωμάτων στη στρατηγική της. Ως τότε, το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο μαζί το σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης,

Για τους πιο δύσπιστους ανατρέχουμε, μέσω της ιστοσελίδας  fadomduck, στην πρόσφατη συνέντευξη Μιχαλολιάκου στο σάιτ bankingnews, στην οποία ο επίδοξος φύρερ απλώνει, θα λέγαμε, τον τραχανά του δυο μόλις μέρες πριν την προκήρυξη του περιβόητου δημοψηφίσματος, δηλαδή στις 23/6/2015, και περιγράφει – δεν θα μπορούσαμε να πούμε: τις θέσεις του, κάτι τέτοιο δεν το επιτρέπει η δημαγωγική φύση του ναζιστικού μορφώματος (κάτι που βέβαια δεν αφορά αποκλειστικά την ΧΑ), αλλά μάλλον: πώς το παίζει.

Επίκεντρο αυτής της συνέντευξης, θεμέλιο της τοποθέτησης Μιχαλολιάκου, είναι λοιπόν η εξής δογματική παραδοχή:

«Για την Ελλάδα υπάρχει μόνο ευρώ και με σκληρούς «όρους».

Μπορεί κανείς 20 μέρες μετά να αναγνωρίσει ότι αυτή η φράση αποτέλεσε την κατευθυντήρια γραμμή σύσσωμων των εκπροσώπων του οικονομικού και πολιτικού συστήματος, να αναγνωρίσει επίσης την ταύτιση του αρχηγού της ΧΑ με αυτή την κατευθυντήρια γραμμή, να αναγνωρίσει επίσης ότι η «συμφωνία των δημοκρατικών κομμάτων» του κ. Καμμένου στις 6/7 συμπληρωνόταν και από την προκαταβολική συμφωνία ενός «μη-δημοκρατικού» κόμματος, ότι η συμφωνία αυτή αποτελούσε στην πραγματικότητα συμφωνία όλων των κομμάτων του πολιτικού καπιταλιστικού «τόξου», ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η «ντροπή» αυτού του «τόξου» το διευκόλυνε με την απουσία της επιλέγοντας να μείνει απ’ έξω από την αίθουσα και να απαγγείλει τη δεκάρικη τοποθέτησή της για «τα γέλια και τα κλάματα».  Μπορεί επίσης να αναγνωρίσει κανείς την ίδια κατευθυντήρια γραμμή και την ίδια ταύτιση και σ’ αυτή την ίδια την συμφωνία που έφερε η κυβέρνηση από τας Ευρώπας, η οποία συμφωνία μπορεί άλλωστε να συνοψιστεί σε αυτήν ακριβώς τη φράση-ευαγγέλιο των  κύκλων της εγχώριας πλουτοκρατικής ολιγαρχίας: «μόνο ευρώ και με σκληρούς όρους».  

Αλλά ας επιστρέψουμε στις «γραφές»: Γιατί «για την Ελλάδα υπάρχει μόνο ευρώ και με σκληρούς όρους»; Διότι, «εξηγεί» ο Μιχαλολιάκος,  «το ευρώ το έχουμε πληρώσει πανάκριβα, το έχουμε χρυσοπληρώσει». Πράγματι. Το έχει πληρώσει πανάκριβα, το έχει χρυσοπληρώσει ο λαός το ευρώ, για να κάνουν με το ευρώ πολύχρονα πάρτυ κερδοφορίας οι ελληνικοί καπιταλιστικοί – μονοπωλιακοί όμιλοι. Αλλά κι αν μείνουμε σε αυτό το γενικόλογο «εμείς» του Μιχαλολιάκου, δε μας εξηγεί στη συνέχεια αυτός για ποιο λόγο αυτή η «μοναδική» επιλογή του ευρώ πρέπει να συνοδεύεται «και με σκληρά μέτρα» μια που ήδη έχει πληρωθεί πανάκριβα και χρυσοπληρωθεί… Ούτε μας εξηγεί για ποιο λόγο αυτό, το ευρώ, που το πληρώσαμε πανάκριβα και το χρυσοπληρώσαμε, πρέπει να το χρυσοπληρώνουμε και να το πληρώνουμε πανάκριβα ξανά και ξανά, και εν προκειμένω να το πληρώσουμε με ακόμα 12 δισ. μέτρα περικοπών στο λαϊκό εισόδημα με «αντάλλαγμα» 35 δισ. ζεστές επιδοτήσεις για την κρατικοδίαιτη κερδοφορία του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου (από κοινού με τους «ξένους» εταίρους του) και για την κρατικοδίαιτη «ανάπτυξή» του σε βάρος της ικανοποίησης των λαϊκών αναγκών, σε βάρος των όρων επιβίωσης του λαού, σε βάρος της ανάπτυξης της κοινωνίας με τους όρους που απαιτεί κάθε κοινωνία για την δική της ανάπτυξη  κι όχι για την ανάπτυξη  των οικονομικών παρασίτων που την απομυζούν…

Αντίθετα, αντί να μπει ο Μιχαλολιάκος στον κόπο τέτοιων εξηγήσεων, που άλλωστε χαλάνε την «εθνική» θαλπωρή αυτού του γενικόλογου «εμείς» που μεταχειρίζεται, διατείνεται ότι αν χάσουμε το … προνόμιο των «σκληρών μέτρων», το προνόμιο να ακριβοπληρώνουμε και να χρυσοπληρώνουμε ξανά και ξανά το ακριβοπληρωμένο και χρυσοπληρωμένο ευρώ, ε τότε «αν φύγουμε από το ευρώ τώρα θα τους κάνουμε δώρο στους ευρωπαίους δανειστές μας». Στους οποίους, μάλιστα, «δεν τους χρωστάμε αλλά μας χρωστάνε»… Γι’ αυτό προφανώς και οφείλουμε ξανά και ξανά να τους  ακριβοπληρώνουμε και να τους χρυσοπληρώνουμε.

Θα περίμενε, βέβαια κανείς, πως από μόνη της η τοποθέτηση αυτή είναι αρκετή για μια συνακόλουθη τοποθέτηση εναντίον της «ρήξης»  στο πλαίσιο της σχετικής φιλολογίας εκείνων των ημερών (πριν 20 μέρες). Όμως πίσω έχει η αχλάδα την ουρά. Κι αν αποδεικνυόταν ότι τελικά στην κατάληξη των όλων διαβουλεύσεων υπερισχύουν οι δυνάμεις που προωθούσαν το σενάριο της ελεγχόμενης εκδίωξης της Ελλάδας από την ευρωζώνη, σενάριο που η κυβέρνηση θα το εμφάνιζε σαν αποτέλεσμα της δικής της «σθεναρής» και «εθνικά υπερήφανης» στάσης  απέναντι στις αξιώσεις των δανειστών; Τότε πώς θα μπορούσε η ΧΑ να λείψει από αυτή τη γιορτή της «εθνικής υπερηφάνειας»; Πώς θα μπορούσε ταυτόχρονα να αποστασιοποιηθεί από τις άμεσες και ραγδαίες επιπτώσεις μιας τέτοιας επιλογής του κεφαλαίου σε βάρος των όρων της λαϊκής διαβίωσης; Και πώς, επίσης, θα κρατούσε ανοιχτό το δρόμο της ταύτισής της με τις διαδικασίες στρατηγικής αναπροσαρμογής της αστικής εξουσίας στα νέα δεδομένα; «Για την Ελλάδα»,  λοιπόν, «υπάρχει μόνο ευρώ  και με σκληρούς όρους», γιατί «το έχουμε χρυσοπληρώσει» και «δεν το κάνουμε  δώρο στους δανειστές», αλλά και για το ενδεχόμενο της «ρήξης» το ζήτημα δε βρίσκεται στο ακριβοπλήρωμα και στο «δώρο» στους δανειστές. Το  ζήτημα βρίσκεται στο ότι η εκδίωξη από την ευρωζώνη, το «γκρέξιτ», θα εμφανιζόταν από την κυβέρνηση σαν «έργο ΣΥΡΙΖΑ», και στο πλαίσιο της όποιας οικονομικο-πολιτικής κρίσης προκαλούνταν από τη νέα στρατηγική, η ΧΑ θα έπρεπε να δώσει «ενεργητικό» παρόν, υιοθετώντας μεν τη «ρήξη» αλλά χαρακτηρίζοντας «εγκληματική ενέργεια σε βάρος του έθνους», «εγκληματικό λάθος για τον ΣΥΡΙΖΑ, εγκληματικό λάθος των αριστερών σε βάρος της πατρίδας», το ότι «αν ο ΣΥΡΙΖΑ σχεδίαζε να πάει σε ρήξη είχε την εθνική και ηθική υποχρέωση να προετοιμάσει την κοινωνία για ρήξη», «αν ο ΣΥΡΙΖΑ σχεδίαζε την ρήξη θα έπρεπε από την πρώτη στιγμή να επιλέξει την στρατηγική της ρήξης». Αν λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε ρήξη ας τη σχεδίαζε κι ας την προετοίμαζε «εθνικά και ηθικά». Κι αν τη «σχεδίαζε» και την «προετοίμαζε», τότε χαλάλι  και το «ακριβοπληρωμένο» ευρώ, χαλάλι και που το κάνουμε «δώρο» στους δανειστές, χαλάλι που «για την Ελλάδα υπάρχει μόνο» αυτό «και με σκληρούς όρους».  Τότε θα έπρεπε αμέσως να προσαρμοστούμε στην νέα στρατηγική των «δανειστών», να υιοθετήσουμε την εμφάνιση αυτής της νέας στρατηγικής ως «ρήξης», να χαρακτηρίσουμε «εθνικό έγκλημα» των αριστερώνυμων κυβερνητικών την έλλειψη «σχεδιασμού και προετοιμασίας»  και να επιπλεύσουμε στον αφρό των ιδιαίτερα ρευστών εξελίξεων της αναγκαστικής-ή-όχι μετάβασης από τη μια στην άλλη  στρατηγική του κεφαλαίου.

Ας ανακεφαλαιώσουμε ως εδώ: «Για την Ελλάδα υπάρχει μόνο ευρώ και με σκληρούς όρους», και η «ρήξη» είναι κακή, είναι «εθνικό έγκλημα», όχι όμως γιατί το ευρώ είναι «το μόνο που υπάρχει για την Ελλάδα», αλλά γιατί «αν οι αριστεροί ήθελαν ρήξη ας τη σχεδίαζαν». Αλλά κι έτσι, ακόμα και με το μόνο που υπάρχει (ευρώ) και με το εθνικό έγκλημα (ρήξη), τίποτα δεν εμποδίζει το Μιχαλολιάκο να δηλώνει την ίδια στιγμή ότι «θα πρόκειται για προδοσία αν ο ΣΥΡΙΖΑ συμφωνήσει σε ένα μνημόνιο». Αν είναι δυνατόν! Ένας τέτοιος «αντιμνημονιακός» του «μόνο ευρώ και με σκληρούς όρους» και του «ρήξη = εθνικό έγκλημα», να μην καταγγέλει σαν «προδοσία» και τη «συμφωνία σε ένα μνημόνιο»! Και μπορεί τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ να μην υπέπεσε στο «εθνικό έγκλημα» της «ασχεδίαστης» εκδίωξης της χώρας από την ευρωζώνη, που εξαρχής εμφανιζόταν σαν ενδεχόμενη «ρήξη», άντε όμως τώρα να γλυτώσει από τις κατηγορίες του Μιχαλολιάκου για «προδοσία». «Μόνο ευρώ και με σκληρούς όρους», «ρήξη = έγκλημα», αλλά ο κεντρικός ρόλος της ΧΑ είναι να παγιδεύει τη δυσαρέσκεια του λαού που υφίσταται τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης και τα δυσβάστακτα, σκληρά μέτρα που τη συνοδεύουν. Πώς λοιπόν θα γίνει αυτό αν η ΧΑ δεν χαρακτηρίσει «προδοσία» τη «συμφωνία σε ένα μνημόνιο»; Αλλά και πώς να δέσει αυτός ο χαρακτηρισμός της «προδοσίας» με το δόγμα «μόνο ευρώ και με σκληρούς όρους» και με τη γενικόλογη καταγγελία της «ρήξης» ως «εθνικό έγκλημα»; Μήπως η άρνηση της «συμφωνίας σε ένα μνημόνιο» δεν συνεπάγεται αναγκαστικά μια «ρήξη»; Ή μήπως δεν είναι ακριβώς «ένα μνημόνιο» οι σκληροί όροι του «μόνου που υπάρχει για την Ελλάδα», δηλαδή του ευρώ; Ποιό λοιπόν μπορεί να είναι το σωσίβιο της «συνέπειας» των όσων εκφράζει ο Μιχαλολιάκος στη συνέντευξή του;

Και πάλι «εξηγεί» ο «αρχηγός» του νεοναζιστικού μορφώματος: «Το μείζον πολιτικό και ιδεολογικό θέμα», λέει, «δεν είναι η συμφωνία αλλά οι όροι του δανεισμού».  Δηλαδή; Τα «σκληρά μέτρα» που αναγκαστικά συνοδεύουν την «μοναδική» επιλογή της Ελλάδας, δηλαδή -κατά Μιχαλολιάκο- το ευρώ; Όχι. Όταν ο Μιχαλιολιάκος κάνει λόγο για το «μείζον πολιτικό και ιδεολογικό θέμα» των «όρων του δανεισμού», δεν εννοεί με αυτούς τους «όρους»  τα «σκληρά μέτρα» που συνθλίβουν το λαό για την ικανοποίηση των άμεσων και μακροπρόθεσμων αναγκών κερδοφορίας του κεφαλαίου. Όταν κάνει λόγο όχι για τη «συμφωνία» αλλά για τους «όρους του δανεισμού» σαν «το μείζον πολιτικό και ιδεολογικό θέμα», εννοεί το «δίκαιο» με βάση το όποιο θα συμφωνηθεί η σύνθλιψη του λαού. Το πρόβλημα για τον Μιχαλολιάκο δεν βρίσκεται στην συμφωνία οικονομικής σύνθλιψης του λαού αλλά στο ερώτημα με ποιο «δίκαιο» συμφωνιέται να συνθλιβεί οικονομικά ο λαός. Με δικά του λόγια: «Το μείζον πολιτικό και ιδεολογικό θέμα δεν είναι η συμφωνία αλλά οι όροι του δανεισμού. Όταν σε δεσμεύουν στο αγγλικό δίκαιο, αυτό δεν ονομάζεται δανεισμός αλλά εθνικός διασυρμός. Επί 200 χρόνια η Ελλάδα δανειζόταν με βάση το ελληνικό δίκαιο και μετά το 2012 η Ελλάδα δανείζεται με όρους αγγλικού δικαίου». «Ξεκάθαρα» πράγματα… Θέλει μήπως επεξήγηση το ότι το «αγγλικό δίκαιο» είναι ένας ακόμα δυσμενής όρος μέσα στο σύνολο των αντιλαϊκών μέτρων, αλλά το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στο σύνολο των αντιλαϊκών μέτρων και όχι σε έναν από τους δυσμενείς όρους που τα διέπουν; Για τον Μιχαλολιάκο αυτό μάλλον δεν θέλει επεξήγηση. Θέλει αποσιώπηση, θέλει αντιστροφή του πραγματικού προβλήματος, θέλει απολογητική του «μόνου που υπάρχει για την Ελλάδα»: του ευρώ και των «σκληρών μέτρων» του.

Όλα αυτά θα ήταν αδύνατο να διατυπωθούν σε μια λογική σειρά εντός ενός γραπτού κειμένου.  Βοηθάει όμως η δομή της συνέντευξης, όπου στη μια ερώτηση μπορεί «άνετα» να «καταδικάζεται» σαν προδοσία η «συμφωνία σε ένα μνημόνιο» λόγω του «αγγλικού δικαίου», στην επόμενη ερώτηση να στιγματίζεται σαν «εθνικό έγκλημα» η «ρήξη» και, παρακάτω να διατυπώνεται σαν δόγμα ότι «για την Ελλάδα υπάρχει μόνο ευρώ και με σκληρούς όρους».

Υπάρχει όμως και συνέχεια: Υπάρχει η παραδοσιακή για την «εθνικοφροσύνη» (εθνοκαπηλία) επίκληση της «ψωροκώσταινας», στη σύγχρονη εκδοχή της την σύμφωνη με την ψιθυρολογία ότι «δεν παράγουμε τίποτα», και που για τον λόγο αυτό (έναν λόγο παραπάνω από το ότι «το ευρώ το έχουμε χρυσοπληρώσει» κλπ) «δεν μπορούμε να έχουμε εθνικό νόμισμα». Ίσως αργότερα… Ίσως με τη βοήθεια των δανειστών, με τη βοήθεια των «σκληρών όρων» του ευρώ, να αρχίσουμε να παράγουμε και τίποτα και να μπορέσουμε επιτέλους να γυρίσουμε στη δραχμή, τη δραχμούλα. Κι όμως, πριν έναν χρόνο η Παγκόσμια Τράπεζα κατέτασσε στην Ελλάδα σαν τη 32η πλουσιότερη χώρα στον κόσμο με βάση το «κατά κεφαλήν ΑΕΠ».  Αν δεν μπορεί η 32η πλουσιότερη χώρα στον κόσμο να έχει εθνικό νόμισμα, τότε ποιος μπορεί;  Πάντως όχι μια χώρα που ο λαός της οφείλει να ακριβοπληρώνει και να ξανα-ακριβοπληρώνει το ευρώ επειδή ήδη το έχει πληρώσει ακριβά…

Υπάρχει επίσης η «αισιόδοξη» αναφορά στα «κοιτάσματα υδρογονανθράκων και πολλά άλλα» που «έχει» η Ελλάδα και επομένως μπορεί να «παράγει», ώστε ν’ αποκτήσει επιτέλους «εθνικό νόμισμα». Αλλά αρκεί μια ματιά σε χώρες σαν την κοντινή μας Νιγηρία, για να διαπιστώσει κανείς ότι δεν είναι αρκετό  για το λαό μιας χώρας να «έχει» και να «παράγει». Κι ότι το ζήτημα για κάθε λαό  είναι ποιος κατέχει τον πλούτο της χώρας του, την ίδια του τη χώρα σε τελική ανάλυση, καθώς και ποιος καρπώνεται το αποτέλεσμα της παραγωγή της, σε τελική ανάλυση τον ίδιο το μόχθο του λαού: Μια χούφτα σφετεριστές του πλούτου και των παραγωγικών του καρπών ή ο ίδιος ο λαός;

Υπάρχει επίσης κι η αναφορά στο μοντέλο του «εσωτερικού δανεισμού» που τον προτείνει ο Μιχαλολιάκος σαν μοντέλο της καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης: η νοσταλγία για την καταλήστευση των κάθε είδους κοινωνικών αποθεμάτων, των ασφαλιστικών ταμείων των εργαζομένων κλπ, που στήριξε κατά τις περασμένες δεκαετίες την ανάπτυξη του ελληνικού κεφαλαίου.

Υπάρχουν και τα δημαγωγικά πυροτεχνήματα περί «αναδιάρθρωσης του χρέους» και περί «καταγγελίας του χρέους» δίπλα-δίπλα στο δόγμα της «μοναδικότητας» του ευρώ και των «σκληρών όρων» του.

Και υπάρχει κι η «βεβαιότητα» ότι η δικαστική εξουσία θα συρθεί τόσο χαμηλά ώστε να «αθωωθούν» όλοι οι βουλευτές της ΧΑ. Πιθανό. Ακόμα όμως κι έτσι, δεν πρόκειται να αθωωθεί η εγκληματική, δολοφονική, αντιλαϊκή τους δραστηριότητα. Ούτως ή άλλως.

Αρκεί όμως. Ας είναι λοιπόν προσεκτικοί στις «εξομοιώσεις» τους οι κ. Καμμένος και … Ολάντ, οι διάφοροι ειδησεογραφικοί πομποί και κυρίως οι δέκτες τους, ας είναι προσεκτικός ο κ. Φίλης  ως προς τα όρια του «αριστερώνυμου» τυχοδιωκτισμού και της ανευθυνότητας. Μην το παίζετε έτσι. Παίχτε το αλλιώς.


οι ευαισθησίες της κοινής γνώμης

Το 1933 ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ, για να πάρουμε το παράδειγμα μιας ιστορικά εμβληματικής προβοκάτσιας, αποτέλεσε το σύνθημα για τις μαζικές συλλήψεις κομμουνιστών και την άμεση απαγόρευση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, την παραχώρηση στο Χίτλερ έκτακτων εξουσιών, τη διάλυση -μετά από λίγο- όλων των κομμάτων πλην του ναζιστικού και τον εγκαινιασμό των χιτλερικών στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Το 1914 η διάλυση, επισήμως από αύριο, της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ουκρανίας απλώς συμπέφτει χρονικά με την προπαγανδιστική εκμετάλλευση της κατάρριψης -άγνωστο όμως από ποιούς- του μαλαισιανού επιβατικού αεροπλάνου. Η αντιδραστική – φασιστική κυβέρνηση του Κιέβου (όργανο του ιμπεριαλιστικού συνεταιρισμού ΗΠΑ – Γερμανίας) ταυτόχρονα κηρύσσει επιστράτευση των ανδρών ως 60 ετών για να καταστείλει την εξέγερση των κατοίκων των ανατολικών περιοχών, και σε μια δημοκρατική έξαρση ύστερα από την ανατροπή του «δικτάτορα» (!!!) Γιανούκοβιτς προωθεί την απαγόρευση του ΚΚΟυ. Για να μάθουν επιτέλους οι κομμουνιστές τι θα πει δημοκρατία – κατά το μοτίβο του εμβατηρίου από τον πόλεμο της  Κορέας όπου ο στρατός «μας», «έπνιγε τους κίτρινους στο αίμα, δείχνοντάς τους τι θα πει ελευθεριά».

Την ίδια ώρα στην Παλαιστίνη ο ισραηλινός ιμπεριαλισμός, φασισμός, ρατσισμός, εθνικισμός, η ισραηλινή θρησκευτική μισαλλοδοξία, συνενωμένα όλα αυτά στην πολιτική των κυρίαρχων δυνάμεων του κεφαλαίου, δεν χορταίνει αίμα. Η σφαγή των ήδη περισσότερων από 600 Παλαιστινίων στη Γάζα, παιδιών, γυναικών, αμάχων στην πλειοψηφία τους, «θεμελιώθηκε» προπαγανδιστικά στην απαγωγή και δολοφονία τριών ισραηλινών εφήβων -επίσης άγνωστο από ποιούς- που όμως η κυβέρνηση του Ισραήλ έσπευσε να την αποδώσει στη Χαμάς παρά το ότι η τελευταία αρνήθηκε κάθε ανάμιξη.

Αναπόφευκτος ο συνειρμός: Σαν χθες πριν από 3 χρόνια, στις 22-7-2011, δολοφούνταν στη Νορβηγία 69 παιδιά με κίνητρο του Νορβηγού δολοφόνου την «ευαισθητοποίηση» της «κοινής γνώμης» απέναντι στον «ισλαμικό κίνδυνο». Για την ισραηλινή κυβέρνηση άρκεσε η απαγωγή και δολοφονία, από άγνωστους, των τριών εφήβων προκειμένου να «ευαισθητοποιηθεί» και να προχωρήσει σε έναν ακόμα κύκλο γενοκτονίας του παλαιστινιακού λαού.

Όμως τι είδους ζώο είναι, τελικά, αυτή η «κοινή γνώμη»; Ποιο είναι το μέγεθος της αναισθησίας της, ώστε για την «ευαισθητοποίησή της» να χρειάζονται τόσα (το καμένο ράιχσταγκ, η κατάρριψη του μαλαισιανού επιβατικού αεροπλάνου, 69 δολοφονημένα παιδιά στη Νορβηγία, η απαγωγή και δολοφονία τρίων εφήβων στο Ισραήλ); Και πόσο αίμα πρέπει στη συνέχεια, να χυθεί στο βωμό της, ώστε να κορεστεί η «ευαισθησία» της και να περιέλθει πάλι στην συνηθισμένη κατάσταση της αναισθησίας και της αγνωμοσύνης απέναντι σε ολα αυτά που γίνονται για χάρη της;


«όλοι μαζί» ή «εναντίον όλων»; (τόλμη και γοητεία)

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 25-5-2014 δεν καταγράφει κανέναν «κυρίαρχο λαό». Καταγράφει έναν λαό που αδυνατεί να εμφανιστεί σαν κυρίαρχος, που αδυνατεί να ασκήσει ακόμα κι αυτήν την τυπική «κυριαρχία» του, την «κυριαρχία» που του επιτρέπεται «μια φορά στα τέσσερα χρόνια», την «κυριαρχία» την υποταγμένη στην άλλη, την πραγματική κυριαρχία των συγκεντρωμένων μονοπωλιακών οικονομικών συμφερόντων, των καθημερινών κι αδιατάρακτων εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής και του πολιτικού τους εποικοδομήματος, από την οποία πραγματική κυριαρχία πρέπει ο λαός να χειραφετηθεί προκειμένου να γίνει ο ίδιος πραγματικά κυρίαρχος. Το εκλογικό αποτέλεσμα καταγράφει έναν λαό που στην πλειοψηφία του εμφανίζεται ότι δεν θέλει να κυβερνιέται έτσι και που την ίδια στιγμή, επίσης στην πλειοψηφία του, κατά την σχεδιασμένη «εκπαίδευσή» του καθημερινά από τους μηχανισμούς διαμόρφωσης της συνείδησης και την αυθόρμητη «εκπαίδευσή» του από τις πραγματικές σχέσεις της ζωής στην καπιταλιστική κοινωνία, παραδέρνει ανάμεσα σε καταναλωτικού και θεαματικού τύπου «πολιτικές προσφορές» ικανές να διασφαλίσουν ότι, παρ’ όλα αυτά, έτσι θα συνεχίσει να κυβερνιέται και μάλιστα μέσω της εκμαίευσης της τυπικής  «θέλησής» του γι’ αυτό, δηλαδή της εκλογικής θέλησής του που όμως δεν είναι η θέλησή του.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, στην οποία η προεκλογική προσφορά και ζήτηση ελπίδας και υποσχέσεων ικανοποίησής της μετεκλογικά μετατρέπεται σε αναγκαστικό καθεστώς θυσίας στο βωμό του καπιταλιστικά ιδιοποιούμενου κέρδους και υποταγής στη βούληση των μονοπωλητών του, απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα που μετατρέπει τις λαϊκές πολιτικές επιλογές σε τυχερό παιχνίδι όπου μόνος κερδισμένος είναι πάντοτε η λοταρία, μόνη σταθερή πολιτική αξία είτε «αρέσει» είτε όχι και με τις όποιες αδυναμίες καλείται να παραμερίσει μέσα στην καθημερινή πάλη παραμένει το ΚΚΕ, παραμένει η θέση του για αποδέσμευση από την «οικονομία της ανοιχτής αγοράς» της συνθήκης του Μάαστριχτ και για δέσμευση στην οικονομία των ανοιχτών κοινωνικών, εργατικών-λαϊκών αναγκών. Η θέση του για αποδέσμευση από την «ελευθερία κίνησης των κεφαλαίων» της συνθήκης του Μάαστριχτ και για δέσμευση στην κατοχή των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας από την κοινωνία. Η θέση του για αποδέσμευση από την υποχρεωτικότητα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού της συνθήκης του Μάαστριχτ και για δέσμευση της κοινωνικής παραγωγής στον κοινωνικό σχεδιασμό. Η θέση του για αποδέσμευση από την ευρωενωσιακή κοινή πολιτική εξωτερικών και «ασφάλειας» και για δέσμευση στους  «απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη». Η άρνησή του να υποσχεθεί οποιαδήποτε λύση στα εργατικά λαϊκά προβλήματα ανεξάρτητη από τη δραστηριότητα των ίδιων των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας, οποιαδήποτε λύση ανεξάρτητη από την πάλη ανάμεσα στους παραγωγούς και τους μονοπωλητές του κοινωνικού πλούτου. Παραμένει σταθερή πολιτική αξία το ΚΚΕ κι οι θέσεις του, γύρω από τις οποίες συσπειρώθηκε το 6,09% του εκλογικού πληθυσμού, χωρίς όμως κι αυτό το «6,09%» να έχει «δοθεί» στο ΚΚΕ με  «απόφαση του λαού»: Το «6,09%» που «πήρε» το ΚΚΕ δεν είναι «θέληση του λαού». Ίσα-ίσα πρόκειται για ένα τμήμα του λαού που συσπειρώθηκε γύρω από αυτές τις θέσεις παρά κι ενάντια στις αυταπάτες, τις ψευδαισθήσεις, τα εκβιαστικά διλήμματα, τη σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό που κυριαρχεί στις επιλογές της λαϊκής πλειοψηφίας.

Από το εκλογικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών είναι αδύνατο να εξαχθούν συμπεράσματα που αφορούν τον λαό και τη θέλησή του σαν σύνολο: Αν σε αυτές τις εκλογές ο λαός «έκανε» κάτι, αυτό είναι ότι περιόρισε τα κόμματα της συγκυβέρνησης στο 30-31%, πράγμα που σημαίνει ότι μόνο ένα 30-31% του πληθυσμού εκδήλωσε την συναίνεσή του να συνεχίσει να κυβερνιέται όπως κυβερνιέται. Και αυτό ο λαός το «έκανε» χάρη στο γεγονός ότι ένα 11% του εκλογικού πληθυσμού (4% από το ΠΑΣΟΚ και 7% από τη ΝΔ) απέσυρε την συναίνεση του από τα κόμματα της συγκυβέρνησης χωρίς όμως η βούλησή του να συγκεντρώνεται σε μια εναλλακτική επιλογή για τον τρόπο με τον οποίο θα απαιτούσε ή θα συναινούσε να κυβερνηθεί, όπως συνολικά και ένα 70% του εκλογικού πληθυσμού γυρνά την πλάτη του στη συγκυβέρνηση χωρίς όμως να συγκεντρώνει το βλέμμα του προς μια ενιαία κατεύθυνση. Δεν είναι «ο λαός» αυτός που «αποφάσισε» να διατηρήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην ελαφρώς φθίνουσα στασιμότητα του εκλογικού ποσοστού του ούτε ο λαός αυτός που «αποφάσισε» να ανακηρύξει τον ΣΥΡΙΖΑ πρώτο σε εκλογική δύναμη κόμμα μέσω της απώλειας 11 μονάδων από τα κόμματα της συγκυβέρνησης και ιδιαίτερα 7 μονάδων από τη ΝΔ. Οι 11 μονάδες «αποχώρησαν» από ΠΑΣΟΚ και ΝΔ χωρίς να συναρτώνται με τις κυβερνητικές φιλοδοξίες του ΣΥΡΙΖΑ, οι 26,58 ποσοστιαίες μονάδες που συγκέντρωσε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συνιστούν «απόφαση του λαού» αλλά αποτελούν το τμήμα του που επενδύει τις όποιες ελπίδες αλλαγής της ζωής του στον «ρεαλισμό» της ακόμα και ρητορικής οπισθοχώρησης και διολίσθησης του ΣΥΡΙΖΑ προς την τελική του συνάντηση με «αυτό που υπάρχει». Δεν είναι «ο λαός» αυτός που αποφάσισε να «τιμωρήσει» την ΔΗΜΑΡ για τις παλινωδίες της μεταξύ κυβέρνησης και «αντιπολίτευσης» και ταυτόχρονα  να «επιβραβεύσει» το ΛΑΟΣ  για τις παρόμοιες δικές του. Κι ακόμα, δεν είναι «ο λαός» αυτός που αποφάσισε ότι στο «Ποτάμι» πρέπει να ανήκει ένα  εκλογικό ποσοστό 6,60% ή ότι η ΧΑ πρέπει να ενισχυθεί με 2,5 μονάδες ώστε το ποσοστό της να φτάσει στο 9,40%.  Πρόκειται απλώς για το 9,40% του εκλογικού πληθυσμού που στην δεύτερη περίπτωση υπόκυψε στην πολιτική συσκευασία της «τόλμης» και για το 6,60% που υπέκυψε στην πολιτική συσκευασία της «γοητείας». Πρόκειται για τμήματα του λαού που υπέκυψαν στην πολιτική προσφορά της «τόλμης» και την πολιτική προσφορά της «γοητείας», οι οποίες αυτές «πολιτικές προσφορές», όντας οι πιο καινοφανείς και «επαναστατικές» με την έννοια που χρησιμοποιεί τον όρο η διαφήμιση για τα απορρυπαντικά που εμφανίζονται σε νέα συσκευασία, συγκεντρώνουν κατά κάποιο τρόπο την περιέργεια και την προσοχή.

*

Η «τόλμη» με την οποία οικοδομεί η φασιστική ΧΑ την ταυτότητά της στο πεδίο του πολιτικού θεάματος και της πολιτικής κατανάλωσης είναι η «τόλμη» των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων απαλλαγμένων από την εξωραϊστική ηθική και θρησκευτική τους συγκάλυψη από τη στιγμή και στο βαθμό που αυτός ο πολύπλευρος εκπαιδευτικός εξωραϊσμός καθίσταται πλέον ανίκανος να συγκαλύπτει την ουσία τους και που ένα τμήμα των καταπιεζόμενων κοινωνικών στρωμάτων δεν έχει πλέον συμφέρον να υιοθετεί αυτόν τον εξωραϊσμό υποκριτικά. Για τον χωριάτη που πήγε κάποτε μετανάστης στις ΗΠΑ κι αφού έπλυνε χιλιάδες πιάτα έγινε τελικά ιδιοκτήτης αλυσίδας εστιατορίων, η ύπαρξη του θεού ή η αλήθεια της θεωρίας για το σύμπαν που συνωμοτεί προκειμένου να πραγματοποιήσει τις ατομικές επιθυμίες, είναι πράγματα αυταπόδεικτα. Για τον χωριάτη που η μοίρα του τον πέταξε στο σταθμό του Μονάχου, αντίθετα, η ζωή του τού αποδείχνει ότι ούτε το σύμπαν συνωμοτεί για χάρη του ούτε και υπάρχει (τουλάχιστον γι’ αυτόν) κανένας θεός. Ο πρώτος ενδεχομένως εξαγοράζει την επιτυχία του ανταποδίδοντας στον θεό ή το σύμπαν το αντίτιμο της φιλανθρωπίας. Ο δεύτερος ανακαλύπτει ότι καμιά φιλανθρωπία δεν μπορεί να τον σώσει – κι ίσως επίσης ότι καμιά «φιλανθρωπία» δεν είναι φιλανθρωπία.

Στις πρώτες συνειδησιακές συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης ανήκει η κατάρρευση του πλαστού καπιταλιστικού ονείρου (american dream, ισχυρή Ελλάδα κλπ) και η αποκάλυψη στα μάτια των θυμάτων της των καπιταλιστικών σχέσεων όπως πραγματικά είναι, όπως τις έχει περιγράψει ο Μαρξ πριν 150 χρόνια: «Ο καθένας εναντίον του άλλου και ο θεός εναντίον όλων». Ο Μαρξ, βέβαια, απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα αντιπαρατάσσει την κομμουνιστική κοινωνία σαν καρπό της ταξικής πάλης, καρπό νομοτελειακό εφόσον η εργατική τάξη με τα σύμμαχά της κοινωνικά στρώματα δεν παραιτείται από αυτήν.  Αντίθετα, ο φασισμός και εν προκειμένω η ΧΑ αυτήν την πραγματικότητα την μετατρέπει σε σύνθημα υπεράσπισής της: «Χρυσή Αυγή. Εναντίον όλων». Ο καθένας εναντίον του άλλου και η ΧΑ, ο φασισμός, σε ρόλο θεού. Η γενική αρχή που αυθόρμητα επικρατεί στο σύστημα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού (ανάμεσα στους επιχειρηματίες για τις αγορές και το κέρδος, ανάμεσα στους εργαζόμενους για μια θέση δουλειάς, ανάμεσα στους εργαζόμενους και τους άνεργους που «ρίχνουν τα μεροκάματα», ανάμεσα στους «ντόπιους» και τους «ξένους», τους άντρες και τις γυναίκες, τους γονείς και τα παιδιά, τον μεγαλύτερο και τον μικρότερο αδελφό κλπ) διαμορφώνει από μόνη της το ιδεολογικό, ηθικό έδαφος πάνω στο οποίο, με τη συμβολή του φασισμού, και των μηχανισμών της κατανάλωσης και του θεάματος που τον υπηρετούν, είναι δυνατό να αναβαθμιστεί και να γίνει αποδεκτή σαν πολιτικό σύνθημα στράτευσης πια στην  καπιταλιστική κοινωνική ανθρωποφαγία. Αλλά και η αντιπαραβολή του με την υποκριτική και εξωραϊστική ηθική της εκπαίδευσης, της θρησκείας κλπ, δηλαδή με το κοινωνικό ψέμα, δίνει στο σύνθημα χαρακτηριστικά αποκάλυψης της αλήθειας που «μας κρύβουν». Της αλήθειας που αφού μας αποκαλύπτεται, εφόσον δεν συνταχθούμε με τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις της ανατροπής της,  οφείλουμε παθητικά να την ασπαστούμε: εναντίον αυτών  που «μας την κρύβουν», μέχρι να αποδειχθεί ότι «μας την κρύβουν» επειδή κι αυτοί, όπως πλέον κι εμείς, την ασπάζονται. Εναντίον όμως, επομένως, και μέχρι τέλους, των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που παλεύουν για την ανατροπή της.

Το ότι τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι το αποδεικνύουν τα «δείγματα γραφής» της ΧΑ κατά τα τελευταία δυο χρόνια. Μπορεί κατά την ΧΑ η χώρα να έχει πέσει θύμα κάποιων απροσδιόριστων «τοκογλύφων», μπορεί γι’ αυτό να ευθύνονται κάποιοι απροσδιόριστοι «προδότες», μπορεί ανάμεσα σε αυτούς τους «προδότες» να συγκαταλέγονται «όλοι», μπορεί γι’ αυτό η «ΧΑ» να συνθηματολογεί «εναντίον όλων», αλλά στη νεοναζιστική πρακτική της αυτοί οι απροσδιόριστοι «όλοι» προσδιορίζονται απολύτως συγκεκριμένα με τους «προδότες» και τους «τοκογλύφους» να «τιμωρούνται»  στα πρόσωπα των σακατεμένων και δολοφονημένων «ξένων» προλετάριων εργαζόμενων, στα πρόσωπα των συνδικαλιστών του συνεπούς ταξικού εργατικού κινήματος, στα πρόσωπα των κομμουνιστών, των «μαρξιστών», των νέων που δεν υποτάσσονται και δεν συμβιβάζονται με τη βαρβαρότητα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας, που η ΧΑ είναι μαχητικός υπερασπιστής της.

Από εκεί και πέρα δεν απομένει παρά η διαφορά ανάμεσα, από τη μια πλευρά σε όποιον ηθελημένα εξαπατά (είτε ευθέως είτε μέσω της καλλιεργούμενης «επικοινωνιακής» σύγχυσης υπό τον τύπο: «οι μεν ισχυρίζονται, οι δε αντιτείνουν, άρα είναι αδύνατο να μάθουμε την αλήθεια που ίσως μάλιστα και να μην υπάρχει καν»)  και, από την άλλη πλευρά, σε όποιον αθέλητα εξαπατιέται  γύρω από το ζήτημα -λόγου χάρη- αν μέσα στην ρόμπα και την κουκούλα της Κου Κλουξ Κλαν της φωτογραφίας κρύβεται ένας αποκριάτικος και όχι ένας καθημερινός μασκαράς.

party maske4party maske3

***

Ενώ η ιδεολογικοποίηση, η αποθέωση της ωμότητας, οδηγεί κατευθείαν στην πιο βαθιά  κοινωνική βαρβαρότητα, μια ιδέα ανθρωπισμού έστω και αναντίστοιχου προς την κοινωνική πραγματικότητα, έστω και υποκριτικά αναγορευμένου σε κοινωνική πραγματικότητα, μπορεί να γίνει κίνητρο για την κοινωνική πρόοδο, για την εγκαθίδρυση σχέσεων που θα κάνουν πράξη την «ουτοπία». Με την προϋπόθεση, όμως, ότι η πραγματική αναντιστοιχία και μαζί της η υποκρισία της αναγόρευσης θα αποκαλυφθούν, και ενάντια στο δρόμο της υποκρισίας (και της ωμότητας) θα ακολουθηθεί ο δρόμος που οδηγεί στην κατάργηση της αναντιστοιχίας. Η τήρηση αυτής της προϋπόθεσης είναι δρόμος τόλμης έξω από κάθε όρο θεαματικής κατανάλωσης. Η παράκαμψη της προϋπόθεσης, απλώς, θεαματικά γοητεύει.

Το «Ποτάμι» σαν νέο πολιτικό προϊόν ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, σε αυτήν όπου η προϋπόθεση παρακάμπτεται. Τη στιγμή που στη βάση της κοινωνικής πραγματικότητας οι εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις διχάζουν το ανθρώπινο «σώμα» σε τάξη εκμεταλλευτών και τάξη που υπόκειται στην εκμετάλλευση, τη στιγμή που αυτός ο διχασμός βρίσκει την ανώτερη έκφρασή του στις πολιτικές σχέσεις, τις στιγμή που η πραγματικότητα αυτού του διχασμού συγκαλύπτεται ηθικά, ιδεολογικά, πολιτικά με την επίπλαστη προβολή της κοινότητας «όλων μαζί» των ανθρώπων, των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευόμενων,  «όλων μαζί» χωρίς να αίρεται το μεταξύ τους καθεστώς εκμετάλλευσης, την ίδια στιγμή το «Ποτάμι» είναι αυτό που ισχυρίζεται πως «όλους μαζί» μπορεί να μας παρασύρει σε κάποιες εκβολές όπου η κάθε πραγματική αντίθεση, νοούμενη σαν λάθος, σαν αποτέλεσμα κάποιας έλλειψης συνεννόησης, ενός επικοινωνιακού ελλείμματος, θα φαίνεται πια μακρινή.

Τη στιγμή που ο ίδιος αυτός πραγματικός, γενικός κοινωνικός διχασμός, πραγματώνεται σαν εσωτερικό χαρακτηριστικό και του κάθε ατομικού ανθρώπου, καθώς και σαν αποξένωση του ατομικού ανθρώπου από τον κοινωνικό κόσμο, το «Ποτάμι» απευθύνεται στο φυσικό ατομικό ένστικτο που δυσφορεί απέναντι στο πραγματικό κοινωνικό γεγονός της διάστασης ανάμεσα στην πολιτική φύση του ατόμου και την αυτονόμηση της πολιτικής σαν λειτουργία πέρα από το άτομο, που δυσφορεί απέναντι σε αυτό το πραγματικό γεγονός και καθώς δεν είναι σε θέση το άτομο να συνενώσει την πολιτική φύση του με την κοινωνική πολιτική λειτουργία (πράγμα που μόνο μέσα στην ταξική πάλη και χάρη στα αποτελέσματα της ταξικής πάλης μπορεί να πραγματοποιηθεί, αν και αυτό είναι μια γενική φράση), και καθώς επίσης δεν είναι σε θέση να απαρνηθεί την πολιτική φύση του (δηλαδή τον εαυτό του), τείνει προς το να απαρνηθεί την κοινωνική πολιτική λειτουργία, να την καταργήσει αν αυτό είναι δυνατόν την ίδια, δηλαδή κάθε μορφή της που φαίνεται πως αυτονομείται από την «ατομική φύση».  Απλή σύμπτωση πως στην ίδια επιδίωξη, με διαφορετικές μεθόδους και διαφορετικές προδιαγραφές θεάματος,  κατατείνει κι ο φασισμός. Οι κατεστημένες κοινωνικές σχέσεις μπορούν σε τελική ανάλυση και μετά από χίλιες (στην πραγματικότητα αναφαίρετες) αφαιρέσεις να υπάρχουν και χωρίς πολιτική, με άλλα λόγια οι σχέσεις της εκμετάλλευσης δεν χρειάζονται την πολιτική για να διαιωνίζονται, γενικά μιλώντας έχουν την ικανότητα να «αυτορυθμίζονται» από μόνες τους, αυτό άλλωστε διακηρύσσει κι ο «ακραίος» νεοφιλελευθερισμός (η ανοιχτή αγορά κατανέμει αποτελεσματικά τους πόρους, σύμφωνα και με τη συνθήκη του Μάαστριχτ), κι από αυτή επίσης την άποψη η κοινωνικά «αυτονομημένη» πολιτική λειτουργία δεν είναι απολύτως απαραίτητη για τη διαιώνιση του εκμεταλλευτικού συστήματος· είναι όμως απολύτως απαραίτητη για την ανατροπή του και την αντικατάστασή του με το σύστημα των συνεταιρισμένων άμεσων παραγωγών, αλλά όσο υπάρχει η πολιτική «αυτονόμηση» που αποσκοπεί στην ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης είναι κι αυτό αναγκασμένο να παίζει στο έδαφος μιας «αυτονομημένης» και φαινομενικά υπερταξικής πολιτικής λειτουργίας «από όλους» και «για όλους».

Να λοιπόν ένα ελκυστικό «κοινωνικό συμβόλαιο»: Καταργώντας κάθε «αυτονομημένη» πολιτική  λειτουργία εξαφανίζεται ο κίνδυνος ανατροπής του εκμεταλλευτικού συστήματος και μαζί κι η ανάγκη από μέρους του για τη δική του αυτονομημένη πολιτική λειτουργία. Τέρμα η διάσταση ανάμεσα στην ατομική φύση και την κοινωνική της αυτονόμηση, τέρμα η πολιτική διαφθορά, τέρμα οι «κλέφτες πολιτικοί», τέρμα οι «επιδοτήσεις των κομμάτων», αρκεί μόνο να συμφωνήσετε κι εσείς ότι δεν θα οργανώνεστε πολιτικά με σκοπό την ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης, κάτω λοιπόν τα κόμματα εφόσον καταργήσετε το κόμμα σας, κι ας κάτσουμε πια «όλοι μαζί» , «σαν άνθρωποι», να βρούμε το σωστό και καλύτερο «για όλους» κ.ο.κ., το «λογικό» σε έναν κόσμο όμως «παράλογο» στην κοινωνική του βάση, σε έναν κόσμο δηλαδή που για να γίνει επιδεκτικός λογικών λύσεων (και ως τέτοιων αποδεκτών «από όλους») απαιτείται η ανατροπή της «παράλογης» κοινωνικής βάσης του και η αντικατάστασή της από μια κοινωνική βάση ικανή να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της «κοινής» λογικής. Δεν είναι παράξενο το ότι στη διάρκεια των προεκλογικών «εκκλησιών του δήμου» με πρωταγωνιστή τον νέο «χαρισματικό» ηγέτη του «Ποταμιού» (Το «Ποτάμι» Είμαι Εγώ), μέσα σε ώρες ανούσιας φλυαρίας στην πραγματικότητα αποκλειστικά γύρω από το στυλ, που σαν στυλ «ανθρώπινο» αποκαθιστά θεαματικά την «βιωσιμότητα» της πρότασης, ή μάλλον την καταναλωσιμότητα της «πολιτικής προσφοράς», οι μόνες ουσιαστικές εξάρσεις ήταν οι λαϊκίστικες κοινοτοπίες (που είναι λαϊκίστικες όταν χρησιμοποιούνται για να αποτραπεί η μετατροπή σε κοινό τόπο του αιτιακού τους πυρήνα, των κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης) σχετικά με το δημόσιο χρήμα που ξοδεύεται προεκλογικά από τα κόμματα (ενώ προφανώς θα έπρεπε να ξοδεύεται αποκλειστικά χρήμα των μονοπωλιακών επιχειρηματικών ομίλων επιχορηγούμενο προς τα κόμματα που υπηρετούν τα συμφέροντά τους), κάποια δήθεν αυθόρμητα ξεσπάσματα «ειρήσθω εν παρόδω εν τη ρύμη του λόγου» με τα οποία υποστηρίζονταν τρέχουσες πολιτικές αιχμής όπως η αγοραία αξιολόγηση της εκπαίδευσης ή πολιτικοί προγραμματισμοί πιο «φιλόδοξοι» όπως η «αποχώρηση» των πολιτικών παρατάξεων από τα πανεπιστήμια: Η κατάργηση της πολιτικής στο όνομα της πολιτικής φύσης του ατόμου. Σχετικά πολιτισμένος στόχος συγκριτικά με την κατάργηση της πολιτικής στο όνομα της ζωώδους φύσης του ατόμου.

*

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ακόμα κι αν και η τελευταία πολιτική παράταξη είχε «αποχωρήσει», η «εκκλησία του δήμου» είναι ίσως κατάλληλη μορφή για την επίλυση των κοινών προβλημάτων της τάξης των ελεύθερων ανθρώπων, αλλά εντελώς ανεπαρκής για την επίλυση από κοινού των προβλημάτων ελεύθερων και δούλων, ακριβώς γιατί τα προβλήματά τους δεν είναι κοινά. Για την ακρίβεια: μόνο κοινά δεν είναι.


Ουκρανία 9 Μάη 2014

1945-2014 Διαδήλωση στο Χάρκοβο για τα 69 χρόνια της νίκης των λαών κατά του φασισμού

(πηγή τα σχόλια από LeninReloaded)

Οδησσός: στο κτίριο των εργατικών συνδικάτων, μια βδομάδα μετά τη σφαγή

1039511

(πηγή)

Μαριούπολη: Νέο μακελειό από τη φιλοναζιστική ηγεσία του Κιέβου

Τμήματα των ενόπλων δυνάμεων του Κιέβου με τανκς καθώς και ένοπλα φασιστικά αποβράσματα συνεχίζουν το μακέλεμα του ουκρανικού λαού. Σήμερα, άνοιξαν πυρ και σκότωσαν αδιευκρίνιστο αριθμό αντικυβερνητικών διαδηλωτών στη Μαριούπολη οι οποίοι είχαν καταλάβει το αρχηγείο της αστυνομίας στην πόλη. Τα τανκς όπως φαίνεται και στα video επιτέθηκαν σε κάτοικους της πόλης που προσπαθούσαν να τα σταματήσουν.

Περίπου 20 είναι οι νεκροί σύμφωνα με ανακοίνωση του λεγόμενου Ουκρανού υπουργού Εσωτερικών Α. Αβάκοφ, ο οποίος αναφέρθηκε και σε δεκάδες τραυματίες ενώ μίλησε για ανταλλαγή πυροβολισμών στο κτίριο. Από άλλες πηγές επιβεβαιώνεται ο θάνατος τουλάχιστον 3 αντικυβερνητικών διαδηλωτών. Επίσης υπάρχει τουλάχιστον ένας νεκρός Ουκρανός στρατιώτης.

Πολλοί διαδηλωτές από νωρίς το πρωί προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν πορεία στην πόλη προς τιμήν της μέρας Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών και φώναζαν «Φασίστες, φασίστες» όταν πλησίασαν τις δυνάμεις του Κιέβου.
Ακόμη, δύο μεγάλες εκρήξεις πραγματοποιήθηκαν περίπου στις 20:00 στην Μαριούπολη, όπως επιβεβαίωσε και ο Έλληνας πρόξενος στην πόλη, μιλώντας σε τηλεοπτικό κανάλι.

Διαδηλωτές καταλαμβάνουν τανκ του ουκρανικού στρατού

Διαδηλωτές καταλαμβάνουν τανκ του ουκρανικού στρατού

Νεκρός διαδηλωτής στην Μαριούπολη

Νεκρός διαδηλωτής στην Μαριούπολη

πηγή


Ουκρανία: Φωτο-βιντεο ρεπορτάζ του εγκλήματος και ένα επιμύθιο

2 Μάη 2014, Οδησσός. Αμέριμνα τα κοριτσάκια της νεοναζιστικής συμμορίας κατασκευάζουν εμπρηστικές βόμβες. (πηγή)

Εδώ τα αγόρια τους καίνε το κτίριο των εργατικών συνδικάτων της Οδησσού. Μέσα στο κτίριο βρίσκονται εγκλωβισμένοι οι διαδηλωτές που αντιτίθενται στην πραξικοπηματική – φασιστική «κυβέρνηση» του Κιέβου. (πηγή)

Εδώ οι εγκλωβισμένοι στο κτίριο αντιφασίστες πηδάνε από τα παράθυρα του δεύτερου ορόφου για να γλυτώσουν από τις φλόγες. (πηγή)

Εδώ ένα φασιστικό ανδρείκελο των ΕΕ-ΗΠΑ-ουκρανικής «κυβέρνησης» πυροβολεί με το πιστόλι του προς τα παράθυρα του κτιρίου. Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι πυροβολάει όρθιος και εντελώς ακάλυπτος, πράγμα που αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται για άμυνα αλλά για εν ψυχρώ δολοφονικά χτυπήματα…

Κι εδώ το ίδιο κάθαρμα, ο «εκατόνταρχος Mykola», λίγη ώρα νωρίτερα, στην «οργανωτική επιτροπή» της μαζικής δολοφονίας (πηγή).

[Προσθήκη βίντεο] εδώ άλλο «συνεργείο» αποκτηνωμένων νεοναζί που «πήγαν και πολέμησαν στην Οδησσό», αποτελειώνει όσους επιζούν μετά την πτώση τους από τα παράθυρα. (πηγή)

Bmqg_7LCQAAwvlq

Εδώ τα απανθρακωμένα κορμιά κάποιων από τους 40 νεκρούς του εγκλήματος της ουκρανικής «κυβέρνησης» για χάρη των συμφερόντων ΕΕ-ΗΠΑ.

Εδώ η δισεκατομμυριούχος Γιούλια Τιμοσένκο, αρχηγός του «φιλελεύθερου», «κυβερνητικού» κόμματος «Πατρίδα», δηλώνει: «Πολλά ευχαριστώ σε όσους πήγαν και πολέμησαν στην Οδησσό για την Ουκρανία μας. Επίσης θέλω να πω ότι η στρατιωτική δράση που θα εξαπολυθεί στο άμεσο μέλλον θα είναι εναντίον κάθε μαζικής συγκέντρωσης λαού». (πηγή)

aston-ereyna

Εδώ διαβάζουμε ότι η Κάθρον Άστον, επικεφάλης της ΕΕ για θέματα εξωτερικών και ασφάλειας, ζητά «ανεξάρτητη έρευνα» για τα γεγονότα και τάσσεται αντίθετη στην «εκμετάλλευση της τραγωδίας».  Θυμίζουμε ότι «έρευνα» είχε ζητήσει η Άστον και όταν ο Εσθονός Υπουργός Εξωτερικών τής ανέφερε, ότι πίσω από τους ελεύθερους σκοπευτές που δολοφόνησαν δεκάδες διαδηλωτές και αστυνομικούς στο Κίεβο, βρισκόταν «κάποιος από τον νέο συνασπισμό» της ουκρανικής «κυβέρνησης». Θυμίζουμε επίσης, ότι η «εκμετάλλευση» εκείνης της «τραγωδίας» από ΕΕ, ΗΠΑ και εσωτερικές ουκρανικές φασιστικές δυνάμεις είχε οδηγήσει στην πραξικοπηματική ανατροπή της μη-αρεστής στην κα Άστον κυβέρνησης. Φυσικό για την κυρία Άστον να μην επιθυμεί την «εκμετάλλευση» της «τραγωδίας» της 2ας Μαΐου, πίσω από την οποία βρίσκεται και πάλι ο «νέος συνασπισμός» της αρεστής τώρα στην κυρία Άστον «κυβέρνησης». Με αυτή την έννοια πίσω από την «τραγωδία» βρίσκεται και η κυρία Άστον. ΕΕ και ΗΠΑ βρίσκονται πίσω από το «νέο συνασπισμό» που βρίσκεται πίσω και από τη νέα «τραγωδία». Με αυτή (και όχι μόνο) την έννοια ΗΠΑ και ΕΕ βρίσκονται πίσω από τη νέα «τραγωδία».  Εννοείται λοιπόν ότι δεν φέρουμε ευθύνη για το γεγονός ότι αυτό που βρίσκει να καταλογίσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση για αυτή την μαζική σφαγή η πηγή των δηλώσεων της κ. Άστον, είναι ότι μένει «πιστή στην τακτική της «τα ζώα μου αργά»»!!!  

Επιμύθιο

Στην Ουκρανία ο αγώνας ενάντια στην εθνικιστική – φασιστική «κυβέρνηση» των κατά συρροή εγκληματιών υποστηρικτών της ΕΕ και των ΗΠΑ συνεχίζεται με σφοδρότητα.

Στη χώρα μας, μια που η παθητικότητα των δυο τελευταίων χρόνων φτάνει στο ανώτατο ύψος της εν αναμονή τοπικών εκλογών και ευρωεκλογών, το λιγότερο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι: ας μη διαψευστεί αυτή τη φορά το «αλάνθαστο λαϊκό αισθητήριο»… Στη χώρα μας έχουμε από το 1999 την ωραία παράδοση του λαού που στις δημοσκοπήσεις διαφωνούσε κατά 97%  με τους ευρω-αμερικανικούς βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας αλλά το 2000, πριν ακόμα στεγνώσει το αίμα των σκοτωμένων και κατακάτσει η σκόνη στα ερείπια, έδινε για χάρη του χρηματιστηριακού τζόγου κατά 90% την ψήφο του στα κόμματα των ΝΑΤΟϊκών «δεσμεύσεων», της ναυτικής επιτήρησης της Σερβίας, της διέλευσης των «χερσαίων» από το ελληνικό έδαφος, του ευρωαμερικανικού «μονοδρόμου»… Ευκαιρία λοιπόν για το λαό, μπροστά στη νωπή και ρέουσα ουκρανική εμπειρία, να πράξει το αντίστοιχο: Ψήφο στα κόμματα του φασισμού, στα κόμματα του μονόδρομου της ΕΕ του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, στα κόμματα της εξουσίας των μονοπωλίων και της διαχείρισής της.

Εμείς και τώρα, όπως και τότε, «Λακεδαιμόνιοι».