Κ. Μαρξ, Η 18η Μπριμέρ (τρίτο)

[…]

Και μολαταύτα η κρατική εξουσία δεν κρέμεται στον αέρα. Ο Βοναπάρτης αντιπροσωπεύει μιά τάξη και μάλιστα τήν πολυαριθμότερη τάξη της γαλλικής κοινωνίας, τους μικρούς χωρικούς.

Οπως oι Βουρβώνοι ήταν η δυναστεία της μεγάλης γαιο­χτησίας, όπως ο οίκος της Ορλεάνης ήταν η δυναστεία τού χρήματος, έτσι και oι Βοναπάρτες ήταν η δυναστεία των αγρο­τών, δηλ. τής μάζας του γαλλικού λαού. Ο εκλεκτός των αγρo­τών δέν ήταν ο Βοναπάρτης που υποτασσόταν στο αστικό κοινοβούλιο, αλλά ο Βοναπάρτης που το διάλυσε. Τρία χρόνια oι πόλεις κατόρθωναν να πλαστογραφούν την έννοια των εκλογών της 10 του Δεκέμβρη και να εξαπατούν τους αγρότες στο ζήτημα της παλινόρθωσης της αυτοκρατορίας. Οι εκλογές της 10 του Δεκέμβρη 1848 ολοκληρώθηκαν μονάχα με το πραξικόπη­μα της 2 του Δεκέμβρη 1851.

Oι μικροί χωρικοί αποτελούν μιά τεράστια μάζα, που τα μέλη της ζουν κάτω από όμοιες συνθήκες, δίχως όμως να έρ­χονται μεταξύ τους σε πολλών ειδών σχέσεις. Ο τρόπος της πα­ραγωγής τους, τούς απομονώνει τον έναν από τον άλλο, αντί να τους φέρνε σε αμοιβαία επικοινωνία. Η απομόνωση μεγα­λώνει χάρη στα άσχημα συγκοινωνιακά μέσα της Γαλλίας καί στή φτώχεια των αγροτών. Το παραγωγικό τους πεδίο, ο μικρός κλήρος, δεν επιτρέπει στην καλλιέργειά του κανέναν κα­ταμερισμό της εργασίας, καμιά εφαρμογή της επιστήμης και συ­νεπώς καμιά ποικιλία ανάπτυξης, καμιά διαφορά ταλέντων, κα­νένα πλούτο κοινωνικών σχέσεων. Κάθε ξεχωριστή αγροτική oικογένεια είναι σχεδόν αυτάρκης, η ίδια παράγει σχεδόν το μεγα­λύτερο μέρος της κατανάλωσής της και έτσι αποχτά τα μέσα συν­τήρησής της περισσότερο από την ανταλλαγή με τη φύση, παρά από την επικοινωνία με την κοινωνία. Ο μικρός κλήρος, ο αγρότης και η oικoγένεια, δίπλα ένας άλλος μικρός κλήρος, ένας άλλος αγρότης και μιά άλλη οικογένεια. Μιά χούφτα απ’ αυ­τές τις μονάδες κάνουν ένα χωριό και μιά χούφτα χωριά κά­νουν ένα νομό. Έτσι σχηματίζεται η μεγάλη μάζα του γαλλικού έΘνους με απλή άθροιση ομώνυμων μεγεθών, το ίδιο περίπου όπως ένα σακί  πατάτες κάνει ένα σακί πατάτες. Εφό­σον εκατομμύρια οικογένειες ζουν κάτω από οικονομικές συν­θήκες ύπαρξης, που ξεχωρίζουν τον τρόπο της ζωής τους, τα συμφέροντά τους και τή μόρφωσή τους από τον τρόπο της ζωής, τα συμφέροντα και τη μόρφωση των άλλων τάξεων και τις αν­τιπαραθέτουν απέναντι σ’ αυτές, αποτελούν μιά τάξη. Εφόσον όμως ανάμεσα στούς μικρούς αγρότες υπάρχει μόνο μιά τοπική συνάφεια και η ομοιότητα των συμφερόντων τους δε δημιουργεί καμιά κοινότητα, κανένα εθνικό σύνδεσμο, και καμιά πολιτική οργάνωση, δεν αποτελούν τάξη. Γι’ αυτό είναι ανίκανοι να επιβάλουν εξ ονόματός τους τα ταξικά τους συμφέροντα, είτε με μιά βουλή, είτε με μιά συμβατική συνέλευση. Δε μπορούν ν’ αν­τιπροσωπεύουν τον εαυτό τους, πρέπει να αντιπροσωπεύονται από άλλους. Ο αντιπρόσωπός τους πρέπει ταυτόχρονα να πα­ρουσιάζεται σαν κύριός τους, σαν μιά έξουσία πάνω από αυτούς, σαν μιά απεριόριστη κυβερνητική δύναμη, που τους προστατεύει από τίς άλλες τάξεις και τούς στέλνει από πάνω τη βροχή και τον ήλιο. Η πολιτική επιροή των μικρών αγροτών βρίσκει συνεπώς την τελευταία της έκφραση στην υποταγή της  ίδιας της κοινωνίας στην εκτελεστική εξουσία.

Η ιστορική παράδοση γέννησε την πίστη τών γάλλων αγροτών στο θαύμα ότι ένας άνθρωπος με το όνομα Ναπολέων θά τούς ξανάφερνε κάθε μεγαλείο. Και βρέθηκε κάποιο υποκεί­μενο, που λέει ότι είναι αυτός ο άνθρωπος, γιατί έχει το όνο­μα Ναπολέων και γιατί ο ναπολεόντειος κώδικας ορίζει ότι «Απαγορεύεται η αναζήτηση της πατρότητας». Ύστερα από είκοσι χρόνια αλητείας και ύστερα από μιά σειρά γελοίες περιπέτειες, πραγματοποιείται ο μύθος και ο άνθρωπος γίνεται αυτοκράτορας τών γάλλων. Η έμμονη ιδέα του ανηψιού πραγματοποιήθηκε, γιατί συνέπιπτε με την έμμονη ιδέα της πιο πο­λυάριθμης τάξης του γαλλικού λαού.

Μα, θα μου αντιτάξει κανείς, και oι εξεγέρσεις των αγρο­τών στή μισή Γαλλία, το κυνήγι του στρατού ενάντια στους αγρότες, oι μαζικές φυλακίσεις και εξορίες των αγροτών;

Από τόν καιρό του Λουδοβίκου XIV η Γαλλία δέ γνώρι­σε παρόμοιο διωγμό των αγροτών «γιά δημαγωγικές μηχανο­ραφίες».

Πρέπει όμως νά μέ καταλάβετε καλά. Η δυναστεία τού Βοναπάρτη δέν αντιπροσωπεύει τόν επαναστάτη αλλά το συντη­ρητικό αγρότη, δεν αντιπροσωπεύει τον αγρότη που θέλει νά βγει έξω από τις κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξής του, από τό μικρό κλήρο, αλλά αντίθετα τόν αγρότη που θέλει νά σταθεροποιήσει αυτές τις συνθήκες κι αυτό τόν κλήρο, δέν αντιπροσω­πεύει το λαό της υπαίθρου που ενωμένος με τις  πόλεις θέλει νά ανατρέψει με τη δική του δραστηριότητα το παλιό καθεστώς, αλλά αντίθετα, το λαό της υπαίθρου που, γερά κλεισμένος σ’ αυτό το παλιό καθεστώς, θέλει να δει τόν εαυτό του μαζί με τό μικρό κλήρο του νά σώζεται καί νά ευνοείται από τό φάντασμα της αυτοκρατορίας. Η δυναστεία του Βοναπάρτη δεν αντιπροσωπεύει τό διαφωτισμό, αλλά τη δεισιδαιμoνία του αγρότη, δεν αντι­προσωπεύει την κρίση του, αλλά την πρόληψή του, δεν αντι­προσωπεύει το μέλλον του, αλλά το παρελθόν του, δεν αντιπρο­σωπεύει τη σύγχρονη Σεβέν αλλά τη σύγχρονη Βανδέα του.

[…]

Αφού η πρώτη επανάσταση μετέβαλε τούς αγρότες από μισοδουλοπάροικους σε ελεύθερους ιδιοχτήτες της γης, ο Ναπολέων στερέωσε και ρύθμισε τις συνθήκες που θα τούς επιτρέπανε νά εκμεταλλεύονται ανενόχλητα τη γη της Γαλλίας που πριν λίγο είχε περάσει στά χέρια τους και νά ικανοποιούν το νεανικό πάθος τους γιά ιδιοχτησία. Αυτό όμως που προκαλεί τώρα την καταστροφή του γάλλου αγρότη είναι ο ίδιος ο μικρός του κλήρος, ο τεμαχισμός τής γης, η μορφή τής ιδιοχτησίας που σταθεροποίησε ο Ναπολέων στη Γαλλία. Οι υλικές συνθήκες είναι ακριβώς εκείνες που μετάτρεψαν το φεουδαρχικό αγρό­τη σε μικρό αγρότη και το Ναπολέοντα σε αυτοκράτορα. Δυό γενιές στάθηκαν αρκετές γιά να δημιουργήσουν τό αναπόφευγο αποτέλεσμα: την προοδευτική χειροτέρευση της γεωργίας και τήν προοδευτική καταχρέωση του γεωργού. Η «ναπολεόντεια» μορφή ιδιοκτησίας, που στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν η προϋ­πόθεση γιά την απελευθέρωση και τον πλουτισμό τού γαλλικού αγροτικού πληθυσμού, εξελίχτηκε στή διάρκεια αυτού του αιώνα σε νόμο της υποδούλωσης και τής εξαθλίωσής του. Και ακριβώς αυτό το νόμο είναι υποχρεωμένος να διατηρήσει ο δεύ­τερος Βοναπάρτης γιατί αποτελεί τήν πρώτη από τις «ναπολεόντειες ιδέες».

[…]

Η οικονομική εξέλιξη της τεμαχισμένης μικροιδιοχτησίας ανάτρεψε από τις βάσεις τους τις σχέσεις τών αγροτών πρός τις άλλες τάξεις της κοινωνίας. Τον καιρό του Ναπολέοντα, ο τε­μαχισμός της γης στην ύπαιθρο συμπλήρωνε τόν ελεύθερο συναγωνισμό και την απαρχή της μεγάλης βιομηχανίας στις πόλεις. Η αγροτική τάξη ήταν η πανταχού παρούσα διαμαρτυρία ενάντια στην αριστοκρατία των γαιοκτημόνων που μόλις είχε γκρεμιστεί. Οι ρίζες που η τεμαχισμένη αυτή μικροϊδιοχτησία άπλωσε στο γαλλικό έδαφος στέρησαν το φεουδαλισμό από κάθε τροφή. Tα ορόσημά της αποτέλεσαν τα φυσικά οχυρά της αστικής τάξης ενάντια σε κάθε εγχείρημα των παλιών της αφεν­τικών. Μα στήν πορεία του 19ου αιώνα τη θέση του φεουδάρχη, την πήρε ο τοκογλύφος των πόλεων, τη θέση των φεουδαρχικών υποχρεώσεων του αγρότη που συνδέονταν με τη γη την πήρε η υποθήκη, τη θέση της αριστοκρατικής γαιοχτησίας την πή­ρε το αστικό κεφάλαιο. 

[…]

Έτσι, τα συμφέροντα των αγροτών δε βρί­σκονται πιά, όπως τον καιρό του Nαπολέοντα, σε αρμονία, αλ­λά σε αντίθεση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης, με το κε­φάλαιο. Συνεπώς, οι αγρότες βρίσκουν το φυσικό τους σύμμα­χο και καθοδηγητή στο προλεταριάτο των πόλεων που καθήκον του είναι η ανατροπή του αστικού καθεστώτος. Μα η ισχυρή και με απεριόριστα δικαιώματα κυβέρνηση -και αυτή είναι η δεύτερη «ναπολεόντεια ιδέα» που ο δεύτερος Ναπολέοντας  πρέπει να εφαρμόσει- καλείται να υπερασπίσει με τη βία αυτή την «υλική» τάξη. Kι αυτή η «υλική τάξη» χρησιμεύει σαν σύνθημα σέ όλες τις διακηρύξεις του Βοναπάρτη ενάντια στους εξεγερμένους αγρότες.

[…]

Mιά άλλη «ναπολεόντεια ιδέα» είναι η κυριαρχία των παπάδων σαν ένα μέσο διακυβέρνησης. Αν όμως ο νεοδημιουργη­μένος μικρός κλήρος, στην αρμονία του με την κοινωνία,στην εξάρτησή του από τις φυσικές δυνάμεις και την υποταγή του στην εξουσία που τον προστατεύει από τα πάνω ήταν φυσικά θρήσκος, ο μικρός κλήρος που έχει τσακιστεί από τα χρέη, που βρίσκεται σε διάσταση με την κoινωνία και την εξουσία, και που βγαίνει πέρα από την ίδια τη στενότητά του, γίνεται φυσικά άθρησκος.

[…]

Τέλος, το αποκορύφωμα των «ναπολεόντειων ιδεών» είναι η υπεροχή του στρατού. Ο στρατός ήταν υπόθεση τιμής των μικρών αγροτών, ήταν οι ίδιοι τους μεταμορφωμένοι σε ήρωες, ήταν αυτοί που υπεράσπιζαν την καινούργια ιδιοχτησία τους από τους εξωτερικούς εχθρούς, αυτοί που δόξαζαν τη νεοαποχτη­μένη εθνική τους ενότητα, που λεηλατούσαν και επαναστατοποιούσαν τον κόσμο. Η στολή ήταν η δική τους κρατική φορεσιά, ο πόλεμος ήταν η ποίησή τους, ο μικρός κλήρος που στη φαντασία τους μεγάλωνε και στρογγύλευε ήταν η πατρίδα τους, και ο πατριωτισμός ήταν η ιδανική μορφή του αισθήματος της ιδιοχτησίας. Οι εχθροί όμως που ενάντιά τους ο γάλλος αγρότης έχει να υπερασπίσει την ιδιοχτησία του σήμερα, δεν είναι πια οι κοζάκοι, μα οι δικαστικοί κλητήρες και οι φοροεισπράχτο­ρες. Ο μικρός κλήρος δε βρίσκεται πια σ’ αυτό που λέγαται πατρίδα, αλλά στο βιβλίο υποθηκών. Ο ίδιος ο στρατός δεν είναι πιά το άνθος της αγροτικής νεολαίας, είναι το βαλτολού­λουδο του αγροτικού κουρελοπρολεταριάτου. 

[…]

Βλέπουμε ότι όλες οι «ναπολεόντειες ιδέες»    είναι ιδέες του μικρού κλήρου που δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί και που βρίσκεται στη φρεσκάδα της νεότητάς του, γιά το  μικρό όμως κλήρο που   έχει ζήσει τη ζωή του oι ιδέες αυτές είναι ένας παραλογισμός. Είναιoι πα­ραισθήσεις της θανάσιμης αγωνίας του, λέξεις που μετατρέπον­ται σε φράσεις, πνεύματα πού γίνονται φαντάσματα. Η παρω­δία όμως της αυτοκρατορίας ήταν αναγκαία για να απαλλάξει τη μάζα του γαλλικού έΘνους από το βάρος της παράδοσης και γιά να προβάλει σε καθαρή μορφή την αντίθεση ανάμεσα στην κρατική δύναμη και στην κοινωνία. Μαζί με την προο­δευτική συντριβή της τεμαχισμένης μικροϊδιοχτησίας, καταρέει κι ολόκληρο το θεμελιωμένο πάνω της κρατικό οικοδόμημα. Ο κρατικός συγκεντρωτισμός που χρειάζεται η σύγχρονη κοινωνία υψώνεται μονάχα πάνω στα ερείπια του στρατιωτικού γρα­φειοκρατικού κυβερνητικού μηχανισμού, που είχε σφυρηλατηθεί σε αντίθεση με τη φεουδαρχία.

Η κατάσταση του γάλλου αγρότη μας λύνει το αίνιγμα των γενικών εκλογών της 20 και 21 του Δεκέμβρη,  που οδήγησαν το δεύτερο Βοναπάρτη στο όρος Σινά όχι γιά να πάρει, αλλά γιά να υπαγορεύσει νόμους.

Ήταν ολοφάνερο ότι η αστικήτάξη δεν είχε τώρα άλλη εκλογή από το να εκλέξει το Βοναπάρτη. Όταν στη σύνοδο της Κωνσταντίας oι πουριτανοί παραπονέθηκαν γιά τήν ακόλαστη ζωή τών παπών και θρηνολογούσανε γιά την ανάγκη μιάς αναμόρφωσης των ηθών, ο καρδινάλιος Πιέρ ντ’ Αιγύ τους φώναξε: «Μονάχα ο ίδιος ο διάβολος μπορεί τώρα να σώσει την καθολική εκκλησία και σεις ζητάτε αγγέλους!» Το ίδιο και η γαλλική    αστική τάξη φώναζε  ύστερα από το πραξικόπημα: «Μονάχα ο αρχηγός της εταιρίας της 10 του Δεκέμβρη μπορεί να σώσει τώρα την αστική κoινωνία! Μονάχα η κλεψιά μπορεί να σώσει τώρα την ιδιοχτησία, η επιορκία τη θρησκεία, τα νόθα την οικογένεια, η αταξία την τάξη!».

 

Σημείωση:

Στη Σεβέν, μια ορεινή περιοχή της Γαλλίας, ξέσπασε στις αρχές του 18ου αιώνα μια μεγάλη εξέγερση διαμαρτυρομένων αγροτών (των λεγόμενων Καμιζάρ) κάτω από το σύνθημα: «Όχι πια άλλους φόρους», «Ελευθερία θρησκευτικής πίστης». Οι εξεγερμένοι κατέλαβαν φεουδαρχικούς πύργους και ενωμένοι σε αντάρτικα τμήματα και κάτω από την προστασία των βουνών συνέχισαν τρία σχεδόν χρόνια τον αγώνα τους. Βανδέα: Νομός της Γαλλίας, που ήταν η εστία της αντεπανάστασης τον καιρό της αστικής γαλλικής επανάστασης στα τέλη του 18ου αιώνα. Στην πάλη της ενάντια στην επαναστατική Γαλλία η αντεπανάσταση χρησιμοποίησε την εκεί καθυστερημένη αγροτιά, που ήταν πολύ επηρεασμένη από τον καθολικό κλήρο. 

προηγούμενο

 

Advertisements

Κ. Μαρξ, Η 18η Μπριμέρ (δεύτερο)

[…]

Η κοινωνική δημοκρατία εμφανίστηκε σάν μιά φρά­ση, σάν μιά προφητεία στό κατώφλι της επανάστασης του Φλεβάρη. Στις μέρες του Ιούνη 1848 πνίγηκε στό αίμα του παρισινού προλεταριάτου, πλανιέται όμως σάν φάντασμα στίς έπόμενες πράξεις του δράματος. Η λαοκρατική δημοκρατία (Demokratische Republik) κάνει τήν εμφάνισή της. Στις 13 τού Ιούνη   1849 εξαφανίστηκε μαζί μέ τούς μικροαστούς που τό είχαν σκά­σει, όμως πάνω στή φυγή της αφήνει πίσω της διπλά καυχη­σιάρικες ρεκλάμες. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία, μαζί μέ τήν αστική τάξη καταλαμβάνει ολόκληρη τή σκηνή, αναπτύσσεται σ’ όλο το πλάτος της ύπαρξής της, μα η 2 του Δεκέμβρη 1851 τη θάβει κάτω από τήν κραυγή τρόμου τών συνασπισμένων βασιλικών: «Ζήτω η δημοκρατία!».

Η γαλλική αστική τάξη ορθώθηκε ενάντια στήν κυριαρχία του εργαζόμενου προλεταριάτου. Έφερε στην εξουσία το κουρελοπρολεταριάτο με επικεφαλής τόν αρχηγό τής εταιρίας της 10 τού Δεκέμβρη. Η αστική τάξη κρατούσε τη Γαλλία σέ αγωνιώδη φόβο μπρος στις μελλοντικές φρικαλεότητες της ερυθρής αναρχίας. Ο Βοναπάρτης της προεξόφλησε αυτό τό μέλλον, όταν στίς 4 του Δεκέμβρη έβαλε τον ενθουσιασμένο με ρακί στρατό της τάξεως να κατεβάζει μέ ντουφεκιές από τά παρά­θυρά τους τούς έγκριτους αστούς τής λεωφόρου Μονμάρτρ καί τής λεωφόρου τών ιταλών. Είχε αποθεώσει τό σπαθί, τώρα τό σπαθί τήν εξουσιάζει. Είχε εκμηδενίσει τόν επαναστατικό τύ­πο, τώρα έχει εκμηδενιστεί καί ο δικός της ο τύπος. Είχε θέσει τίς λαϊκές συγκεντρώσεις κάτω από αστυνομική επιτήρηση. Τώρα και τά σαλόνια της βρίσκονται κάτω από αστυνομική επιτήρηση. Είχε διαλύσει τη δημοκρατική εθνοφυλακή, τώρα διαλύθηκε και η δική της εθνοφυλακή. Είχε κηρύξει την κατά­σταση πολιορκίας, τώρα η κατάσταση πολιορκίας κηρύσσεται ενάντιά της. Είχε αντικαταστήσει τους ένορκους μέ στρατιωτικές επιτροπές, τώρα και τούς δικούς της ενόρκους τούς αντι­καθιστούν στρατιωτικές επιτροπές. Είχε υποτάξει τή δημόσια εκπαίδευση στούς παπάδες, τώρα oι παπάδες τήν υποτάσσουν στή δική τους εκπαίδευση. Είχε εξορίσει πολiτες χωρίς δικαστική απόφαση, τώρα εξορίζεται η ίδια χωρίς δικαστική απόφαση. Eίχε καταπνίξει μέ τήν κρατική δύναμη καί τήν παραμικρή κί­νηση της κοινωνίας, τώρα κάθε τέτοια κίνηση της δικής της κoι­νωνίας καταπνίγεται από τήν κρατική δύναμη. Από ενθουσιασμό γιά τό πουγγί της, είχε εξεγερθεί ενάντια στούς πολιτικούς της και τους γραφιάδες της, τώρα δέν παραμερίστηκαν μονάχα οι πολιτικοί της και οι γραφιάδες της, μα καταληστεύτηκε και τό πουγγί της αφού τό στόμα της είναι φιμωμένο και η πένα της σπασμένη. Η αστική τάξη φώναζε  ακούραστα στην επα­νάσταση, όπως ο άγιος Αρσένιος στούς χριστιανούς: «Fuge, tace quiesce! Φύγε, σώπα, ησύχασε!» Ο Βοναπάρτης φωνάζει στήν αστική τάξη «Fuge, tace, quiesce! Φύγε, σώπα, ησύχασε!»

Η γαλλική αστική τάξη είχε λύσει από καιρό τό δίλημα τού Ναπολέοντα: «Μέσα σε πενήντα χρόνια η Ευρώπη θά είναι δημοκρατική ή κοζάκικη». Και τό έλυσε στήν «κοζάκικη δημοκρατία». Δέν ήταν η Κίρκη, πού μέ κακά μάγια μεταμόρ­φωσε σέ τέρας τό καλλιτέχνημα της αστικής δημοκρατίας. Η δημοκρατία αυτή δεν είχε χάσει τίποτα άλλο παρά τήν όψη της αξιοπρέπειας. Η σημερινή Γαλλία υπήρχε κιόλας ατόφια μέσα στήν κοινοβουλευτική δημοκρατία. Έφτανε μόνο ένα χτύ­πημα μέ τή λόγχη, για να σκάσει η φούσκα και νά φανεί το τέρας μπροστά στά μάτια μας.

[…]

«Είναι ο πλήρης και οριστικός θρίαμβος του σοσιαλισμού!» Έτσι χαρακτήρισε ο Γκιζό τη 2 του Δεκέμβρη. Αν όμως η ανατροπή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας περιέχει μέσα της σε σπέρ­μα τό θρίαμβο της προλεταριακής επανάστασης, ωστόσο τό άμε­σο καί χειροπιαστό αποτέλεσμά της ήταν η νίκη του Βοναπάρτη πάνω στο κοινοβούλιο,     της  εκτελεστικής εξουσίας πάνω στή νομοθετική εξουσία, της βίας δίχως λόγια πάνω στή βία των λόγων. Στό κοινo­βούλιο τό έθνος ανύψωνε τή γενική του θέληση σε νόμο, δηλ. έκανε γενική του θέληση τό νόμο της κυρίαρχης τάξης. Μπρο­στά στήν εκτελεστική εξουσία παραιτείται από κάθε δική του θέληση και υποτάσσεται στίς διαταγές ενός ξένου, της εξουσίας. Η εκτελεστική εξουσία, αντίθετα από τή νομοθετική εξουσία, εκφράζει τήν ετερονομία του έθνους σε αντίθεση με την αυτο­νομία του. Έτσι η Γαλλία φαίνεται πως ξέφυγε μονάχα από το δεσποτισμό μιάς τάξης, για νά ξαναπέσει κάτω από τό δεσποτισμό ενός ατόμου και μάλιστα κάτω από τήν εξουσία ενός ατόμου δίχως εξουσία. Ο αγώνας φάνnκε πως εξομαλύνθηκε μέ τό νά γονατίζουν μπροστά στόν υποκόπανο όλες οι τάξεις, στόν ίδιο βαθμό ανίσχυρες και βουβές.

Η επανάσταση όμως είναι ριζική. Βρίσκεται ακόμα στο πέ­ρασμά της μέσα από τό καθαρτήριο πύρ. Εκτελεί μεθοδικά τό έργο της. Ως τις 2 του Δεκέμβρη 1851 είχε αποτελειώσει το μισό από τό προπαρασκευαστικό της έργο και τώρα αποτελειώ­νει τό άλλο μcσό. Ολοκληρώνει πρώτα τήν κοινοβουλευτική εξουσία για νά μπορεί να τήν ανατρέψει. Και τώρα που τό έχει κατορθώσει αυτό, ολοκληρώνειτήν  εκτελεστική εξουσία, την περιορίζει στην πιό καθαρή της έκφραση, τήν απομονώνει, την βάζει απέναντί της σάν μοναδικό στόχο γιά νά συγκεντρώ­σει πάνω της όλες της τις δυνάμεις καταστροφής. Καί όταν θά έχει εκτελέσει τό δεύτερο μισό του προπαρασκευαστικού της έργου, η Ευρώπη θά αναπηδήσει από τη θέση της και θα φωνάξει χαρούμενα: καλά έσκαψες, γεροτυφλοπόντικα!

Αυτή η εκτελεστική εξουσία, μέ την τεράστια γραφειοκρατική και στρατιωτική οργάνωσή της, μέ τόν πλατύ τεχνητό κρατικό  της μηχανισμό, μέ μιά στρατιά από μισό εκατομμύριο υπαλλήλους, πλάι σ’ ένα στρατό από άλλο μισό εκατομμύριο, αυτό τό φρικιαστικό παρασιτικό σώμα, πού τυλίγεται σά δίχτυ γύ­ρω στο σώμα τής γαλλικής κοινωνίας και φράζει όλους τούς πόρους της, γεννήθηκε στις μέρες της απόλυτης μοναρχίας, τόν καιρό της παρακμής του φεουδαρχικού καθεστώτος, και υποβοήθησε τήν επίσπευση της παρακμής του. Τα φεουδαρχικά προ­νόμια των γαιοκτημόνων και των πόλεων μετατράπηκαν σέ άλλες τόσες αρμοδιότητες της κρατικής εξουσίας, oι φεουδάρχες τιτ­λούχοι σε έμμισθους υπαλλήλους και τό πολύχρωμο δειγματολό­γιο των αντιμαχόμενων μεσαιωνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων έγινε το διαρυθμισμένο σχέδιο μιας κρατικής εξουσίας, που η εργα­σία της είναι καταμερισμένη και συγκεντρωμένη σαν σέ εργοστάσιο. Η πρώτη γαλλική επανάσταση, έχοντας καθήκον να συντρίψει όλες τις τοπικές, εδαφικές, δημοτικές και επαρχιακές ανεξάρτη­τες εξουσίες γιά νά δημιουργήσει τήν αστική ενότητα του έθνους, ήταν υποχρεωμένη ν’ αναπτύξει εκείνο πού είχε αρχίσει η από­λυτη μοναρχία: το συγκεντρωτισμό, ταυτόχρονα όμως τήν έκταση, τις αρμοδιότητες και τούς παραστάτες της κυβερνητικής εξουσίας. Ο Ναπολέων τελειοποίησε αυτό τόν κρατικό μηχανισμό. Η νομιμόφρων μοναρχία και η μοναρχία του Ιούλη δεν του προσ­θέοανε τίποτα εκτός από ένα μεγαλύτερο καταμερισμό τής εργα­σίας που αναπτυσσόταν στόν ίδιo βαθμό πού ο καταμερισμός της εργασίας μέσα στην αστική κoινωνία δημιουργούσε καινούργιες ομάδες συμφερόντων και συνεπώς καινoύργιο υλικό γιά την κρα­τική διοίκηση. Κάθε κοινό συμφέρον χωρίστηκε αμέσως από την κoινωνία και αντιπαρατέθηκε σ’ αυτή σάν ανώτερο, γενικό συμφέρον, αποσπάστηκε από την αυτενέργεια των κοινωνικών μελών και έγινε αντικείμενο κυβερνητικής δραστηριότητας από το γεφύρι, το σχολικό κτίριο και τήν κοινόχρηστη ιδιοκτησία μιάς αγροτικής κοινότητας ίσαμε τούς σιδηροδρόμους, τόν εθνικό πλού­το και το εθνικό πανεπιστήμιο της Γαλλίας. Τέλος, η κοινοβουλευ­τική δημοκρατία στην πάλη της ενάντια στήν επανάσταση βρέθηκε αναγκασμένη, μαζί με τά καταπιεστικά μέτρα, νά ενισχύσει τούς πόρους και το συγκεντρωτισμό της κυβερνητικής εξουσίας. Όλες oι ανατροπές τελειοποιούσαν αυτή τή μηχανή αντί νά τήν τσακίζουν. Τά κόμματα πού αγωνίζονταν διαδοχικά γιά τήν εξου­σία θεωρούσαν τήν απόχτηση αυτού του απέραντου κρατικού οικοδομήματος σάν τήν κυριότερη λεία του νικητή.

Μα στο καθεστώς τής απόλυτης μοναρχiας, κατά τήν πρώ­τη επανάσταση, και στο καθεστώς του Ναπολέοντα, η γραφειοκρατία ήταν μόνο το μέσο γιά νά προετοιμαστεί η ταξική κυ­ριαρχία της αστικής τάξης. Στο καθεστώς της παλινόρθωσης του Λoυδoβίκου Φιλίππου, της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ήταν το όργανο της κυρίαρχης τάξης, όσο κι αν επιδίωκε να γίνει αυτεξούσια.

Μονάχα στο καθεστώς του δεύτερου Βοναπάρτη φαίνε­ται σάν νάχει ολότελα ανεξαρτοποιηθεί το κράτος. Η κρατική μηχανή έχει τόσο σταθεροποιήσει τη θέση της απέναντι στήν αστική κοινωνία, που τής φτάνει νά έχει επικεφαλής της τόν αρχηγό της εταιρίας της 10 του Δεκέμβρη, έναν τυχοδιώχτη που ήρθε από το εξωτερικό, που τόν ανακήρυξε αρχηγό μιά με­θυσμένη φανταρία τήν οποία είχε εξαγοράσει με ρακί και λουκά­νικα και που είναι υποχρεωμένος συνεχώς να της ρίχνει καί από ένα λουκάνικο. Έτσι εξηγείται η μικρόψυχη απελπισία, το συναίσθημα της πιό τρομαχτικής ταπείνωσης και του εξευτελισμού, που πιέζει τό στήθος της Γαλλίας καί της κόβει τήν ανά­σα. Η Γαλλία αισθάνεται τον εαυτό της ατιμασμένο.

[…]

 

Σημείωση:

Εταιρία της 10 του Δεκέμβρη: Οργάνωση που έφτιαξε ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης από κατακάθια της αστικής κοινωνίας και που με τη βοήθεια της έκανε το πραξικόπημά του.

πρώτο μέρος

τρίτο μέρος 


Κ. Μαρξ, Η 18η Μπριμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (απόσπασμα)

[…]

Η   πρώτη    περίοδος,από  τις 24 του Φλεβάρη, ή από τηv ανατροπή του Λουδοβίκου Φίλιππου, ώς τις 4 του Μάη 1848, τη μέρα της σύγκλησης της συνταχτικής συνέλευσης, που αποτελεί την καθαυτό   περίοδο του Φλεβάρη, μπορεί να χαρακτηριστεί σάν ο πρόλογος της επανάστασης. Ο χαρακτήρας της εκδηλώθηκε επίσημα με το γεγονός ότι η κυ­βέρνηση που αυτοσχεδίασε αυτή η περίοδος, αυτοανακηρύσσε­ται η ίδια προσωρινή και, όπως η κυβέρνηση, το ίδιο και κάθε τι που παρακινήθηκε, που επιχειρήθηκε και που εκδηλώθηκε σ’ αυτή την περίοδο, χαρακτηρίστηκε μόνο του σαν προσωρινό. Κανένας και τίποτε δέν τόλμησε νά διεκδικήσει για τόν εαυτό του το δικαίωμα της μόνιμης ύπαρξης και της πραγματικής δράσης. Όλα τα στοιχεία που είχαν προπαρασκευάσει ή καθορίσει την επανάσταση, η δυναστική αντιπολίτευση, η δημο­κρατική αστική τάξη, η δημοκρατική-ρεπουμπλικάνικη μικροαστική τάξη και η σοσιαλδημοκρατική εργατιά, βρήκανε προσω­ρινά  τη  θέση  τους στην κυβέρνηση του Φλεβάρη.

Δέ μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Oι μέρες του Φλεβά­ρη επιδίωκαν αρχικά μιά εκλογική μεταρύθμιση, που θα πλά­ταινε τον κύκλο των πολιτικά προνομιούχων ανάμεσα στήν ίδια την κατέχουσα τάξη και θά ανέτρεπε τήν αποκλειστική κυ­ριαρχία της αριστοκρατίας τού χρήματος. Μα όταν η υπόθεση έφτασε στηv πραγματική σύγκρουση, όταν ο λαός κατέβηκε στά οδοφράγματα, όταν η έθνοφυλακή κράτησε μιά στάση παθητική, όταν ο στρατός δέν πρόβαλε καμιά σοβαρή αντίσταση και η δυναστεία τόβαλε στά πόδια, τότε η δημοκρατία φάνηκε σάν κάτι τό αυτονόητο. Κάθε κόμμα τήν εξήγησε μέ το δικό του τρόπο. Τό προλεταριάτο που τήν κατάχτησε μέ τα όπλα τής έβαλε τή δική του σφραγίδα και την ανακήρυξε κοινωνική δημοκρατία. Έτσι εξηγήθηκε τό γενικό περιεχόμενο της σύγχρονης επανάστασης, περιεχόμενο που βρισκότανε στην πιο παράδοξη αντίφαση με καθετί που μπορούσε νά πραγματοποιηθεί, κατά πρώτο λόγο και άμεσα μέ το υλικό που υπήρχε, με τό τότε μορφωτικό επίπεδο των μαζών, μέσα στις δοσμένες συνθήκες και σχέσεις. Από τήν άλλη μεριά, oι αξιώσεις όλων των άλλων στοιχείων που είχαν πάρει μέρος στην επανάσταση του Φλεβάρη, αναγνωρίστηκαν με το ότι πήραν τη μερίδα του λέοντος στην κυβέρνηση. Γι’ αυτό, σέ καμιά άλλη εποχή δέ βρί­σκουμε πιο παρδαλό μίγμα από φουσκωμένες φράσεις και από πραγματική αβεβαιότητα και αμηχανία, από τις πιο ενθουσιώ­δικες νεωτεριστικές τάσεις και από την πιο απόλυτη κυριαρχία της παλιάς ρουτίνας, από τήν πιό φαινομενική αρμονία ολόκλη­ρης της κοινωνίας και από τήν πιό βαθιά αποξένωση των στοι­χείων της. Την ώρα που το παρισινό προλεταριάτο ήταν ακόμα μεθυσμένο από τή μεγάλη προοπτική πού ξανοιγόταν μπροστά του και επιδιδόταν σε σοβαρές συζητήσεις γιά τα κοινωνικά προβλήματα, οι παλιές δυνάμεις της κοινωνίας είχαν συσπειρωθεί, συγκεντρωθεί, συνέλθει και βρει ένα απροσδόκητο στήριγμα στη μάζα του έθνους, στούς αγρότες καί τους μικροαστούς, πού όλοι όρμησαν μεμιάς στήν πολιτική σκηνή ύστερα από το γκρέ­μισμα τών φραγμάτων της μοναρχίας τού Ιούλη.

Η δεύτερη περίοδος, από τίς 4 του Μάη 1848 ως τό τέλος τού Μάη 1849, είναι η περίοδος της συγκρότησης, της    θεμελίωσης της αστικής δημοκρατίας. Αμέσως ύστερα από τις μέρες τού Φλεβάρη δέν είχε αιφνιδιαστεί μόνον η δυναστική αντιπολίτευση από τούς δημο­κρατικούς, μά και οι δημοκρατικοί από τούς σοσιαλιστές, μά και ολόκληρη η Γαλλία από το Παρίσι. Η εθνοσυνέλευση που συνήλθε στις 4 του Μάη 1848 και που βγήκε από εθνικές εκλογές, αντιπροσώπευε το έθνος. Ηταν μιά ζωντανή διαμαρτυρία ενάντια στις αξιώσεις τών ημερών του Φλεβάρη καί έμελλε νά επαναφέρει τα αποτελέσματα της επανάστασης στά αστικά πλαίσια. Μάταια το παρισινό προλεταριάτο, που κατάλαβε αμέσως το χαρακτήρα αυτής της εθνοσυνέλευσης προσπάθησε στίς 15 του Μάη, λίγες μέρες ύστερα από τή σύγκλησή της, ν’ αρνηθεί βίαια τήν ύπαρξή της, να τη διαλύσει, να σκορπίσει ξανά στά συ­στατικά της μέρη τήν οργανική μορφή που μ’ αυτή το αντιδραστικό πνεύμα τού έθνους απειλούσε το προλεταριάτο. Όπως είναι γνωστό, η 15 του Μάη δέν είχε άλλο αποτέλεσμα παρά ν’ απομακρύνει τό Μπλανκί και τούς οπαδούς του, δηλαδή τους πραγμα­τικούς αρχηγούς τού προλεταριακού κόμματος, από τήν πολιτική σκηνή γιά ολόκληρη τή διάρκεια τού κύκλου που εξετάζουμε.

Τήν αστική μοναρχία   του Λουδοβίκου Φιλίππου δε μπορεί νά τή διαδεχτεί παρά η αστική δημοκρατία. Αυτό σημαίνει πως αν πίσω από το όνομα τού βασιλιά κυβερνούσε μιά περιορισμένη μερίδα της αστικής τάξης, τώρα στό όνομα του λαού θα κυβερνάει τό σύνολο της αστικής τάξης. Οι διεκδικήσεις του παρισινού προλεταριάτου είναι ουτοπικές ανοη­σίες, στίς οποίες πρέπει να δοθεί ένα τέλος. Στη δήλωση αυτή της συνταχτικής εθνοσυνέλευσης το παρισινό προλεταριάτο απάντησε  με   την εξέγερση του Ιούνη, το   πιό κoλoσσιαίο γε­γονός στήν ιστορία των ευρωπαϊκών εμφύλιων πολέμων. Η αστι­κή δημοκρατία νίκησε. Είχε με το μέρος της τήν αριστοκρατία τού χρήματος, τη βιομηχανική αστική τάξη, τις μεσαίες τάξεις, τούς μικροαστούς, το στρατό, το κουρελοπρολεταριάτο που ήταν οργανωμένο σαν κινητή φρουρά, τούς διανοούμενους, τούς παπάδες, καί τόν πληθυσμό της υπαίθρου. Με τό μέρος τού παρισινού προλεταριάτου δέν ήταν κανένας άλλος εκτός απ’ αυτό το ίδιο. Πάνω από 3.000 εξεγερμένοι σφάχτηκαν μετά τή νίκη και 15.000 εξορίστηκαν χωρίς δίκη. Μ’ αυτή την ήττα το προλεταριάτο περνά στό πίσω μέρος της επαναστατικής σκηνής. Προσπαθεί νά περάσει ξανά μπροστά, κάθε φορά που τό κίνημα φαίνεται πως παίρνει καινούργια φόρα, μα κάθε φορά το επιχειρεί αυτό με ελαττωμένη χρησιμοποίηση δυνάμεων και πάν­τα μέ κατώτερο αποτέλεσμα. Κάθε φορά που ένα από τά κoι­νωνικά στρώματα που βρισκόταν ψηλότερα απ’ αυτό έμπαινε σε επαναστατικό αναβρασμό, τό προλεταριάτο συμμαχεί μαζί του κι έτσι συμμερίζεται όλες τις ήττες που παθαίνουν τα διά­φορα κόμματα το ένα ύστερα από το άλλο. Μά τά κατοπινά αυτά χτυπήματα αδυνατίζουν όλο καί πιό πολύ, όσο περισσότε­ρο απλώνονται πάνω σ’ ολόκληρη την επιφάνεια της κοινωνίας. Oι σημαντικότεροι αρχηγοί του στήν εθνοσυνέλευση καί στόν τύπο πέφτουν ο ένας ύστερα απ’ τόν άλλο θύματα των δικα­στηρίων και όλο πιο διφορούμενα πρόσωπα μπαίνουν επικε­φαλής του. Κατά ένα μέρος ρίχνεται σε δογματικούς πειραματισμούς, τράπεζες ανταλλαγών και σε εργατικούς συνεταιρισμούς, δηλ. σ’ ένα κίνημα όπου παραιτείται από τήν ιδέα ν’ ανατρέψει τον παλιό κόσμο με το σύνολο των δικών του με­γάλων μέσων και προσπαθεί νά πραγματοποιήσει τήν απολύτρωσή του πίσω από τήν πλάτη της κοινωνίας, με ιδιωτικό τρόπο, μέσα στούς περιορισμένους όρους ύπαρξής του και που γι’ αυτό αναγκαστικά αποτυχαίνει. Φαίνεται πως δε μπορεί ούτε νά ξανάβρει μέσα του τό επαναστατικό μεγαλείο, ούτε νά κερδίσει καινούργια δραστηριότητα από τις νέες συμμαχίες που κλείνει ως τη στιγμή που όλες οι τάξεις που μ’ αυτές     πολέμησε τον Ιούνη, κείτονται ηττημένες δίπλα του. Μά τουλάχιστο, πέφτει μ’ όλες τίς τιμές της μεγάλης κοσμοϊστορικής πάλης. Όχι μονάχα η Γαλλία, μα ολόκληρη η Ευρώπη τρέμει από το σεισμό τού Ιούνη, ενώ οι κατοπινές ήττες των ανώτερων τάξεων εξαγοράζονται τόσο φτηνά, που χρειάζονται όλη την αδιάντροπη υπερβολή του κόμματος που νίκησε γιά να μπορούν νά περάσουν σάν γεγονότα και γίνονται τόσο πιο επαίσχυντες, όσο πιο μακριά από το προλεταριάτο βρίσκεται το κόμμα που νικήθηκε.

[…]

Στίς μέρες του Ιούνη όλες oι τάξεις και όλα τα κόμματα, ενώθηκαν στο κόμμα της τάξεως ενάντια στήν προλεταριακή τάξη, που τή θεωρούσαν τό κόμμα της αναρχίας, του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού. Είχαν «σώσει» τήν κοινωνiα από «τούς εχθρούς της κοινωνίας». Είχαν διαδώσει στά στρα­τεύματά τους τα συνθήματα της παλιάς κoινωνίας –«ιδιοχτησία, οικογένεια, θρησκεία, τάξις»– και ενθάρρυναν την αντεπαναστατική σταυροφορία μέ τά λόγια: «Κάτω άπ’ αυ­τό το έμβλημα, θά νικήσεις!» Aπ’ αυτή τή στιγμή, κάθε φορά που ένα από τα πολυάριθμα κόμματα, που είχαν συσπειρωθεί κάτω από το έμβλημα αυτό ενάντια στους εξεγερμένους του Ιούνη, προσπαθεί να διατηρήσει τό επαναστατικό πεδίο μάχης γιά τά δικά του ταξικά συμφέροντα, υποκύπτει μπροστά σ’ αυτή τήν κραυγή: «ιδιοχτησία, οικογένεια, θρησκεία, τάξις». Η κοινωνία σώζεται κάθε φορά πού ο κύκλος των κυρίαρχών της στενεύει, όταν ένα αποκλειστικότερο συμφέρον επικρατεί μπρο­στά στο πλατύτερο. Κάθε διεκδίκηση και της πιο απλής αστικής οικονομικής μεταρύθμισης, του πιο συνηθισμένου φιλελευθε­ρισμού, τού πιό τυπικού ρεπουμπλικανισμού, της πιό ρηχής δημοκρατίας, τιμωρείται ταυτόχρονα σάν «απόπειρα κατά της κοινωνίας» και στιγματίζεται σάν «σοσιαλισμός». Τελικά καί oι αρχιερείς της «θρησκείας και της τάξεως» πετιούνται κι αυτοί μέ τίς κλωτσιές από τούς τρίποδές τους της Πυθίας, αρπάζονται στο σκοτάδι της νύχτας από τά κρεβάτια τους, χώνονται μέσα σέ κλούβες, πετιούνται στά μπουντρούμια ή στέλνονται στη εξορία, ο ναός τους ισοπεδώνεται, τό στόμα τους βουλώνεται, η πένα τους τσακίζεται, ο νόμος τους ξεσκίζεται στό όνομα της θρησκείας, της ιδιοκτησίας, της οικογένειας, της τάξεως. Αστοί φανατικοί οπαδοί της τάξεως πυροβολούνται στούς εξώστες τους από μεθυσμένα μπουλούκια φαντάρων, βεβηλώνεται η ιερότητα τής οικογένειάς τους, βομβαρδίζονται τα σπίτια τους γιά δια­σκέδαση – στό όνομα της ιδιοκτησίας, της οικογένειας, της θρη­σκείας καί τής τάξεως. Τελικά τά αποβράσματα της αστικής κοινωνίας σχηματiζουν την ιερή φάλαγγα της τάξεως και ο ήρωας Κραπουλίνσκι μπαίνει στόν Κεραμεικό σάν «σωτήρας της κοινωνίας».

 

Σημειώσεις:

Μπριμέρ (Brumair): Ο δεύτερος μήνας του γαλλικού δημοκρατικού ημερολογίου. Η 18η Μπριμέρ του VIII έτους αντιστοιχούσε με την 9 του Νοέμβρη 1799 του ημερολογίου μας. Τη μέρα αυτή ο Ναπολέων ανέτρεψε το Διευθυντήριο και έγινε δικτάτωρας παίρνοντας τον τίτλο «πρώτος ύπατος». Ο τίτλος του βιβλίου του Μαρξ υπονοεί το πραξικόπημα της 2 του Δεκέμβρη 1851 που ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης διέλυσε τη Νομοθετική Συνέλευση.

Κινητή φρουρά: Στρατιωτικός σχηματισμός που σχηματίστηκε με απόφαση της προσωρινής κυβέρνησης το Φλεβάρη του 1848, αποτελούμενος κατά κύριο λόγο από τα πιο διεφθαρμένα στοιχεία των κατώτερων στρωμάτων του Παρισιού, που χρησιμοποιήθηκαν για να καταπνίξουν την εξέγερση του Ιούνη.  

Κραπουλίνσκι: Πολωνός ήρωας στο ποίημα του Χάινε  «Δυό ιππότες» που περιέχεται στη συλλογή του Romanzero. Στο πρόσωπο του Κραπουλίνσκι ο Χάινε γελοιοποιεί τους Πολωνούς ευγενείς που φτώχυναν εξαιτίας της άσωτης ζωής τους (Crapulinski από τη γαλλική λέξη crapule=κραιπάλη). Εδώ ο Μαρξ ονομάζει Κραπουλίνσκι τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη.

συνέχεια